Οι I AM HERESY είναι ένα συγκρότημα που σχηματίστηκε από τον frontman των BOYSETSFIRE, Nathan Gray, σε συνεργασία με το γιόκα του και άλλους καλλιτέχνες, σε μία αναζήτηση πιο σκοτεινών ήχων, λίγο πιο απομακρυσμένων από τα cliché του post hardcore, με πιο έντονο το σκοτεινό στοιχείο. Και αναμφίβολα το κατάφερε σε σημαντικό βαθμό.
Το “Thy will” λοιπόν, είναι ένας δίσκος που βασίζεται στα σχεδόν παντοδύναμα φωνητικά του κυρίου Gray, και τις τρεις κιθάρες που συνοδεύουν τα κομμάτια, με έναν τρόπο ευχάριστα παραπλανητικό. Είναι ένας δίσκος ευχάριστος και ταυτόχρονα σκοτεινός, σκληρός και μαζί ονειρικός, αγαθός και παράλληλα σκατόψυχος. Κύριο θεματικό μοτίβο του, είναι αυτό της πάλης του καλού και του κακού, αλλά σε ένα πλαίσιο που αυτά τα δύο δεν είναι παρά μία δημιουργία των εκάστοτε εξουσιών για τη χειραγώγηση του κόσμου και η ανούσια τελικά πάλη του ανθρώπου να κάνει τη σωστή επιλογή μέσα σε ένα ανύπαρκτο δίλημμα. Παράλληλα με αυτό, βρίσκουμε και το ανούσιο στην ουσία δίλημμα της μπάντας ανάμεσα σε (post) hardcore ήχους και σε ένα πιο μελωδικό death στοιχείο, αφού τα έχει και τα δύο.
Ο δίσκος ξεκινά με το, ομολογουμένως παραπλανητικό, κομμάτι “Rahabh”, μια μίξη σκληρών black, death και hardcore ήχων, που όμως στη συνέχεια δε θα συναντήσουμε ποτέ ξανά στο δίσκο, παρά μόνο στο κομμάτι “Devour”. Όπως ήδη ειπώθηκε, το “Thy will” είναι μια μίξη μελωδίας και hardcore-ίλας, μια εσωτερική πάλη δίχως νόημα, μια εξωτερική πάλη τριών κιθαριστών να δημιουργήσουν αρκετά επιτυχημένα ένα κλίμα σκέψης και εσωτερικής φιλοσοφίας, ένα ξέσπασμα αυτού που συνειδητοποιεί ότι πράγματα που θεωρούσε σημαντικά είναι πλήρως άχρηστα. Και όλα αυτά, με μία φωνή που τη μία εκφράζει την οργή της και την άλλη την απελπισία της, χωρίς καμία ψεύτικη προσπάθεια, μα με αγνό συναίσθημα. Προσωπικά ξεχωρίζω μερικά κομμάτια, έχοντας, από τη μία, τα “March of the black earth” και “As we break”, που δίνουν έναν τόνο αισιοδοξίας σε όλο αυτό το περίπλοκο κλίμα που έχει δημιουργηθεί. Από την άλλη, τo “Seven wolves and the daughters of Apocalypse” καθώς και το ζευγάρι “Hinnom I (altar of fire and earth)” και “Hinnom II (this is the second earth)” εκφράζουν το απόλυτο ξέσπασμα, τα παιδιά του μίσους και της απογοήτευσης, που είναι όμως τελικά τόσο όμορφα.
Το μόνο αρνητικό σε έναν κατά τα άλλα ενδιαφέρον δίσκο που θα σε βάλει σε σκέψεις, είναι ότι δεν είναι απόλυτα σίγουρος για το που βαδίζει. Συχνά μέσα στο δίσκο εμφανίζονται μουσικά στοιχεία που δε θα ακουστούν πουθενά αλλού, και δε μοιάζουν τόσο «σίγουρα για τον εαυτό τους», είναι εκτός τόπου και χρόνου από εκεί που βρίσκονται. Όχι σε σημείο ενοχλητικό, αλλά σίγουρα διακριτό.
Στην περίπτωση του “Thy will” λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ένα δίσκο διχασμένο, σε μία προέκταση που αυτός ο χαρακτηρισμός είναι και καλός (αισθητικά) και κακός (ως συνοχή). Σίγουρα όμως απολαυστικό, χωρίς καμία αρνητική χροιά. Ποιός θα μπορούσε να αρνηθεί άλλωστε ότι κρυφά θαυμάζει όσους κάνουν την οργή και τη θλίψη τους ένα πράγμα και αυτό το πράγμα είναι τόσο καλαίσθητο κι ελκυστικό.
7/10
Ειρήνη Τάτση






>



