Οφείλω να ομολογήσω πως πριν από το “Hyperion” οι DIRGE μου ήταν παντελώς άγνωστοι. Έχοντας καλύψει τις μουσικές μου ανάγκες για την ψυχεδελική/διαστημική γωνιά του sludge/post-metal με μπάντες όπως ROSSETA και MINSK, αλλά κατρακυλώντας και σε πιο σκουριασμένα καταγώγια με το μνημειώδες “Affliction, endocrine… Vertigo” των OVERMARS, το όνομα των (επίσης) Γάλλων DIRGE πέρασε απαρατήρητο. Τι κι αν μετράνε σχεδόν είκοσι χρόνια ζωής, τι κι αν το διπλό LP “Wings of lead over dormant seas” (2007) αποτέλεσε σταθμό για την νεότερη ιστορία του συγκροτήματος με το ατελείωτο, κυριολεκτικά, ομότιτλο κομμάτι του δεύτερου δίσκου που διαρκεί κάτι παραπάνω από μία ώρα, εγώ τους έμαθα στα μέσα Μαρτίου όπου άρχισε να γίνεται ντόρος για το νέο τους πόνημα.
Οι DIRGE με το “Hyperion” δεν κάνουν τίποτα διαφορετικό από τα να ανακαλύπτουν νέους προορισμούς στο αχανές διάστημα όπου εδώ και χρόνια περιπλανούνται. Αν κι έχουν απομακρυνθεί αρκετά από την άλλοτε βιομηχανική χροιά τους, το “Hyperion” αφουγκράζεται από τη μία τους ήχους των διαστρικών κινήσεων, ενώ από την άλλη έχει στήσει αυτί στο μηχανοστάσιο του επιβλητικού διαστημοπλοίου που μεταφέρει το τετραμελές μουσικό σχήμα. Τα ονειρικά post-metal τοπία παίρνουν μια συμπαγή μορφή όταν κάνουν την εμφάνισή τους τα πιο βαριά sludge riffs, δημιουργώντας έναν αφιλόξενο μουσικό κόσμο σε όσους έχουν στραμμένη την προσοχή τους στα επίγεια δρώμενα. Η δε απόκοσμη ατμόσφαιρα που παρατηρείται στο τέλος του δίσκου, με τα αξεπέραστα “Filigree” και “Remanentie”, δημιουργεί ένα αδιαπέραστο μαγνητικό παραπέτασμα από το οποίο η διαφυγή φαντάζει αδύνατη. Οι Γάλλοι έχουν καταφέρει χωρίς πολλές φανφάρες να στήσουν ένα στέρεο οικοδόμημα, βασισμένο στην απλότητα των συνθέσεών τους. Η επιβλητικότητα που διέπει τον μινιμαλισμό τους δεν έχει χάσει εκατοστό από το υψηλό επίπεδο στο οποίο διατηρείται όλα αυτά τα χρόνια, ειδικά μετά το “Wings of lead over dormant seas”. Από την άλλη, αυτή η μονολιθική προσέγγιση της μουσικής μπορεί να ακολουθεί κατά καιρούς μια επαναλαμβανόμενη τροχιά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το να κοιτάζεις τα αστρικά νεφελώματα μπορεί να καταντήσει ποτέ βαρετό.
Το τέλος του δίσκου βρίσκει τον ακροατή μετέωρο σε κάποιο αχαρτογράφητο μέρος του διαστήματος. Το “Hyperion” αποτελεί ένα απλό μέσο που οδηγεί τον εκάστοτε ταξιδιώτη σε ένα μοναδικό, ξεχωριστό για τον καθένα, σημείο, τη θέση του οποίου δύσκολα βρίσκεις για δεύτερη φορά. Έτσι λοιπόν, δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία η αναφορά στα τεχνικά μέρη του δίσκου. Χωρίς βέβαια να υστερεί σε αυτόν τον τομέα, η μπάντα είναι ξεκάθαρο πως έχει θέσει ως προτεραιότητα την ύπαρξη της κατάλληλης ατμόσφαιρας για την δημιουργία των επιθυμητών μουσικών αποτελεσμάτων.
8/10
Νίκος Ζέρης












