Έτυχε τις προάλλες να βάλω να ακούσω ξανά –ύστερα από αρκετό χρονικό διάστημα- το “Badmotorfinger” των SOUNDGARDEN. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι πάντα προτιμούσα το επόμενο άλμπουμ των Αμερικανών, το “Superunknown”, και θεωρούσα τον προκάτοχό του σαν μία αξιόλογη δουλειά αλλά ως εκεί. Ακούγοντας το, όμως, ξανά με ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο το ευχαριστήθηκα αλλά εκτίμησα ιδιαιτέρως πράγματα που μου είχαν διαφύγει όταν το είχα ακούσει για πρώτη φορά στα 90’s. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό και θέλω να ελπίζω ότι δεν θα είναι η τελευταία! Βλέπετε, η μουσική δεν είναι κάτι στατικό και σίγουρα δεν είναι κάτι μονοδιάστατο αλλά έχει έναν αμφίδρομο χαρακτήρα με δύο πόλους: τον μουσικό-πομπό και τον ακροατή-δέκτη.
Και μπορεί το δισκογραφικό προιόν αυτό καθαυτό να παραμένει ίδιο και απαράλλακτο στο πέρασμα του χρόνου αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τον…πελάτη, οπαδό, ακροατή, μουσικόφιλο…πείτε τον όπως θέλετε, που σε τελική ανάλυση είναι ο εκτιμητής της προσπάθειας του καλλιτέχνη. Γιατί, όσο περνάει ο καιρός και εμπλουτίζουμε τα ακούσματά μας (και γιατί όχι αλλάζουμε σαν άτομα), τόσο πιο διαφορετικά ενδέχεται να επανεκτιμήσουμε ένα άλμπουμ, ένα τραγούδι, ένα συγκρότημα κ.ο.κ. Αυτή αν θέλετε είναι και η μαγεία της μουσικής και αυτό που εγώ προσωπικά χαρακτηρίζω σαν τον «δυναμικό χαρακτήρα» της σε άμεση αντιδιαστολή με τη στατική και μονολιθική αξιολόγηση επί παντός επιστητού στο πέρασμα των δεκαετιών.
Με αφορμή, λοιπόν, το “Badmotorfinger” κάθισα και έγραψα ενδεικτικά ορισμένα άλμπουμ που όταν τα πρωτοάκουσα δεν μου «μίλησαν» (για να μην χρησιμοποιήσω άλλη λέξη) αλλά και κάποια άλλα που συνεχίζουν να μη
μου λένε τίποτα και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα με αγγίξουν ποτέ (αν και ποτέ μη λές «ποτέ»).
Ένας από τους δίσκους που με ξένισε στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 ήταν το “Carnival of souls” των KISS αφού δεν μπορούσα να χωνέψω με τίποτα την grunge στροφή του αγαπημένου μου συγκροτήματος αλλά και την επιθυμία του Simmons να ακουστούν σαν ALICE IN CHAINS. Λίγα χρόνια μετά και εντρυφώντας ολοένα και περισσότερο στον alternative ήχο των early 90s, είδα ότι οι KISS είχαν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες, έγραψαν ορισμένες από τις καλύτερες συνθέσεις τους και το κυριότερο δεν δίστασαν να πειραματιστούν χωρίς καμία διάθεση να αναπαράγουν τις παλιές μουσικές δομές τους.
Το ίδιο συνέβη και με το “Load” των METALLICA. Μου άρεσε τότε αλλά όχι σε βαθμό τέτοιο που να με κάνει να το προσέξω περισσότερο. Ίσως ανήκα και εγώ στην κατηγορία εκείνων που άκουγαν με τα μάτια…ποιος ξέρει; Σήμερα, μου αρέσει σαφώς περισσότερο και βλέπω με άλλο μάτι (ή μήπως ακούω με άλλο αυτί;) τις…βλάχικες/southern αναζητήσεις του Hetfield ή το γενικότερο hard n’ heavy φλερτ της μπάντας. Σε καμία περίπτωση βέβαια, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη στυλιστική αλλαγή και φυσικά συνεχίζω να σιχαίνομαι το “Hero of the day”.
Το ίδιο ίσχυε και στην περίπτωση του “X Factor” των IRON MAIDEN. Όταν βγήκε (out October the 2nd, μας προετοίμαζε το αυτοκολλητάκι στην είσοδο του Rock City στη Σωκράτους) το 1995 δεν πιστεύω ότι υπήρχε έστω και ένας οπαδός της Σιδηράς Παρθένου που δεν ξαφνιάστηκε τόσο από τον σκοτεινό χαρακτήρα του δίσκου όσο και από τη φωνή του Blaze…για να μην μιλήσω για τον παραμορφωμένο Eddie στο εξώφυλλο. Οι συναυλίες που ακολούθησαν στο Περιστέρι δεν μου άλλαξαν και τόσο τη γνώμη…μέχρι το 2003 ή 2004…κάπου τότε. Σίγουρα ο Blaze δεν είναι Dickinson (10 πόντοι στον κ. Νίκα για την ανακάλυψη του τροχού) και σίγουρα το “X Factor” δεν άγγιζε το ένδοξο παρελθόν της μπάντας. Ωστόσο, ήταν μία απολύτως τίμια προσπάθεια που φανέρωνε την επιθυμία του Harris να συνεχίσει δίχως παραπομπές στον πρώην τραγουδιστή. Επίσης, δήλωνε με σαφήνεια ότι οι MAIDEN ήταν απολύτως εναρμονισμένοι στο γενικότερο κλίμα της εποχής κάτι που είναι άκρως απαραίτητο αν θέλεις να λέγεσαι επαγγελματίας μουσικός.
Υπήρχαν και άλλοι τέτοιοι δίσκοι…π.χ. το “Outcast” (KREATOR) ή το “Death Row” (ACCEPT) για τους οποίους άλλαξα γνώμη και αποτίμησα θετικά αργότερα. Όπως υπήρχαν και δίσκοι για τους οποίους διατηρώ ακόμη την ίδια, αρνητική άποψη (βλ. “Shadow life” από τους DOKKEN, “Tribe” από τους QUEENSRYCHE, το “Shangri-La Dee Da” των STONE TEMPLE PILOTS κτλ.). Η ουσία είναι ότι η μουσική είναι ή τουλάχιστον θα πρέπει να είναι κάτι δυναμικό και εμείς σαν ακροατές και κυρίως σαν λάτρεις του ευρύτερου rock και metal ήχου οφείλουμε να την επαναπροσεγγίζουμε. Ίσως με αυτό τον τρόπο αλλάξουμε γνώμη για κάποια από αυτά τα μουσικά έργα και να καταλάβουμε λιγάκι καλύτερα τι ήθελε να πει ο ποιητής και το οποίο χάσαμε στην πρώτη (ή δεύτερη) απόπειρα μας. Ίσως πάλι όχι…και αυτό υγιές θα είναι.
Σάκης Νίκας






>



