Να που κάποιες φορές η σκληρή κριτική (ακόμα και το κράξιμο) μπορεί να αποβεί θετικό στοιχείο για την εξέλιξη μίας μπάντας.
Ο λόγος φυσικά γίνεται για τους JOB FOR A COWBOY, όπου μετά από τρεις δίσκους κάνουν επιτέλους το μεγάλο βήμα προς την επιτυχία. Είμαι σίγουρος, ότι μετά το υπερβολικά βαρετό “Demonocracy” (2011), κάθε προσδοκία για αυτή την μπάντα είχε χαθεί, αφού στην ουσία δεν είχαν να επιδείξουν κανένα σημάδι βελτίωσης μετά το ντεμπούτο ΕΡ τους, “Doom” (2005). Το “Sun eater” έρχεται να ανατρέψει όλες τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, αποτελώντας ίσως τη μεγαλύτερη δισκογραφική έκπληξη για φέτος, επαναπροσδιορίζοντας ταυτόχρονα τη μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος.
Για αυτό το πρώτο λάθος στο οποίο μπορεί να υποπέσει κανείς είναι η άκριτη σύγκριση του “Sun eater” με το άμεσο παρελθόν των JFAC. Δηλαδή, δε μπορείς να πεις ότι απλά ο εν λόγω δίσκος είναι καλύτερος από τον προκάτοχό του ή το “Ruination” (2009), διότι και οι δύο αυτές κυκλοφορίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες από το σημερινό. Πολλά από τα βασικά στοιχεία της μπάντας παραμένουν αμετάβλητα, όπως τα δυσοίωνα riffs, το groove που ωθεί της μουσική τους στο core, τα solo και η ανήλιαγη φωνή του Jonny Davy, ωστόσο, το διαφορετικό πρίσμα και οι νέες ιδέες, δίνουν το αποτέλεσμα που τόσα χρόνια αποζητούσε η μπάντα. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το στοιχείο που δίνει πνοή στο νέο εγχείρημα των JFAC, είναι η προσθήκη του όρου technical στην deathcore κατηγοριοποίησή τους, αλλά και η έμφαση σε πιο μελωδικά (αν και δυσαρμονικά) περάσματα, που πλέον τα συναντάμε σε κάθε κομμάτι.
Το άτομο που κάνει τις τριχούλες των αυτιών μας να δονούνται ευχάριστα με την συνύπαρξη των δύο παραπάνω παραγόντων, είναι ο αγαπητός Nick Schendzielos, που βρίσκεται στη θέση του μπασίστα. Το παληκάρι έχει κάνει τρομερή δουλειά, τόσο ρυθμικά και τεχνικά, όσο κι από άποψη ύφους και χροιάς. Δίνει μία jazz/prog διάσταση στο όλο death δημιούργημα των JFAC, γεγονός που κάνει τις συνθέσεις πιο ελκυστικά πολύπλοκες. Επίσης η παρουσία του Danny Walker από τους sludge/post INTRONAUT πίσω από το drum kit, αναβαθμίζει ουσιαστικά τη θέση του οργάνου στο σύνολο της μουσικής της μπάντας, προσθέτοντας περισσότερο βάρος, αλλά και ρυθμό. Αυτό που γίνεται, εν ολίγοις, στο “Sun eater” είναι το αυτονόητο. Ενεργοποιούνται τα άλλοτε «περιφερικά» όργανα, με αποτέλεσμα στον τελικό απολογισμό η συνεισφορά κάθε μέλους να είναι σχεδόν ίση ποσοτικά και ποιοτικά.
Όλα αυτά συνολικά, γιατί μεμονωμένα ο δίσκος δεν ακούγεται το ίδιο. Όχι ότι οι JFAC έβγαζαν ποτέ εμπορικά τραγούδια. Έτσι λοιπόν, έχοντας σαν εφαλτήριο το εκπληκτικό “Eating the visions of God”, ο δίσκος πάει μέχρι το τέλος στο ίδιο δυνατό μοτίβο, με τα “Sun of nihility”, “The synthetic sea” και “Buried monuments” να ξεχωρίζουν αμυδρά.
Αναρωτιέμαι αν δεν κυκλοφορούσε το “Sun eater”, σώζοντας ουσιαστικά την καταρρακωμένη υπόληψη των JFAC, σε πόσα χρόνια άραγε θα κατέληγαν στα αζήτητα, ανάμεσα στα χιλιάδες –«σχολικού» επιπέδου- συγκροτήματα;
7.5/10
Νίκος Ζέρης






>



