Όσοι ακούτε μόνο τετριμμένα, σταματήστε να διαβάζετε αυτή την κριτική, γιατί θα χάσετε το χρόνο σας! Γιατί οι Βρετανοί VOICES (η «συνέχεια» των AKERCOCKE), είναι πραγματικά ανίκανοι να γράψουν τετριμμένη μουσική. Πρέπει να είναι ψυχωτική, τρελή, απόκοσμη, σουρεαλιστική.
Μόλις ένας χρόνος πέρασε από το εκπληκτικό ντεμπούτο τους “From the human forest create a fugue of imaginary rain” (κριτική του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ), το οποίο βρισκόταν στο προσωπικό μου άτυπο top10 της περασμένης χρονιάς. Φαίνεται ότι οι David Gray (drums), Peter Benjamin (κιθάρα, φωνητικά) και Sam Loynes (κιθάρα) και ο Dan Abela στο μπάσο φυσικά, σφύζουν από έμπνευση. Είναι πάντως να τα φοβάσαι τέτοια τρελά μυαλά, γιατί μπορεί να σε γειώσουν άνετα.
Το νέο τους πόνημα, φέρει το τίτλο “London” και κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες. Ομολογώ ότι έπρεπε να ακούσω αρκετές φορές το δίσκο (το ίδιο είχε συμβεί και με τον προκάτοχό του), για να πιάσω το 100%. Και πάλι, πολύ δύσκολη μουσική, δύσπεπτη και άκρως εγκεφαλική. Υπάρχει όμως μία ειδοποιός διαφορά. Ενώ στο ντεμπούτο ακούγονταν σαν μια πιο blackened έκδοση των AKERCOCKE, θυμίζοντας και σε αρκετά σημεία IHSAHN των πρώτων δίσκων, εδώ γίνονται πολύ πιο prog (πάλι θυμίζει IHSAHN αλλά την μετά “After” εποχή), κρατώντας τα post-black στοιχεία, με αρκετή δόση avant-garde. Στα 60 λεπτά του δίσκου, θα ακούσετε από ακουστικές μπαλάντες, μέχρι ακραίο post-black και αρκετά ψυχεδελικά μέρη. Άλλοτε «χαϊδεύουν» τις χορδές, άλλοτε τις ταλαιπωρούν στα όρια του «σπασίματος»! Ο David Gray συνεχίζει να παίζει παπάδες στα drums, ιδίως όταν ξεπερνά τα στενά όρια του blast-beat. Εκπληκτικό είναι και το πιάνο, όπου υπάρχει, αλλά ιδιαίτερα στο κλείσιμο του “Music for the recently bereaved”. Στο “London”, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στη θεματολογία. Όπως μαρτυρά και ο τίτλος, έχει να κάνει με την οπτική γωνία που βλέπει η μπάντα την πρωτεύουσα της Αγγλίας, από την οποία κατάγονται τα μέλη της. Αναφέρονται σε ένα πρόσωπο που περπατά στους δρόμους του Λονδίνου, με τάσεις αυτοκτονίας (εξού και το εναρκτήριο “Suicide note”), βασανισμένος από τις σκέψεις της «αγαπημένης» του Megan. Οι στίχοι διέπονται, όπως και η μουσική, από λυρισμό, αλλά και ακραία ψυχωτική έκφραση (βλέπε “The fuck trance” και “Last train Victoria line”). Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι η μελοποίηση μίας σκοτεινής νουβέλας. Άλλωστε, υπάρχουν αρκετά ιντερλούδια, με απλή αφήγηση. Εννοείται ότι δε μπορείς να ξεχωρίσεις τραγούδια. Ο δίσκος είναι ο ορισμός της ολότητας και της ακολουθίας, ώστε να καταλάβεις ακριβώς τι θέλουν να πουν οι Βρετανοί.
Πλέον, νομίζω ότι αποτινάσσουν παντελώς από πάνω τους τους AKERCOCKE, αφού το “London” είναι κάτι τελείως διαφορετικό και σαφώς πιο μοναδικό. Το μόνο που παραμένει ως έχει, είναι η τρελά, ο ψυχαναγκασμός και το IQ στα όρια της σχιζοφρένειας, που διέπει τη μουσική και τους στίχους τους. Προτιμώ οριακά το ντεμπούτο τους, αλλά έχω την αίσθηση πως με τον καιρό θα αλλάξω γνώμη. Δύο στα δύο λοιπόν για τους VOICES!
8/10
Γιώργος Δρογγίτης






>



