Στο άκουσμα του ονόματος των SOLARMONKEYS, υποσυνείδητα έρχονται στο μυαλό μου οι τρανοί MONKEY3, και όλο αυτό το ψυχεδελο-stoner ρεύμα που ανθίζει τα τελευταία χρόνια, τόσο μέσα, όσο και έξω από τη χώρα μας. Ευτυχώς οι ηλιακές μαϊμούδες δεν είναι άλλη μια stoner μπάντα, αλλά πρόκειται για τέσσερα ηλιοκαμένα κορμιά, που ξεροψήθηκαν κατά το θέρος του ’94, υπό τη μουσική υπόκρουση του θεόπνευστου “Superunknown”. Γνήσια τέκνα της grunge/alternative σκηνής λοιπόν, που δε μένουν στην απλή λατρεία του παρελθόντος, αλλά προχωρούν ένα βήμα πιο πέρα.
Αλλά τι είναι αυτό που απαγκιστρώνει του SOLARMONKEYS από το να τους χαρακτηρίσουμε ως μία ακόμη grunge μπάντα επηρεασμένη από τα ’90s; Διότι αυτό και εύκολο είναι και ορθό. Το στοίχημα είναι να αναζητήσουμε εκείνα τα στοιχεία που κάνουν τη μπάντα να ξεχωρίσει ανάμεσα από τις εκατοντάδες των συγκροτημάτων που πραγματεύονται τον ίδιο ήχο. Έτσι λοιπόν, έχουμε και λέμε. Αρχικά, το συγκρότημα καταφέρνει να προσθέσει εκείνη τη μία νότα παραπάνω που χρειάζεται ένα riff ώστε να πιάσει το μέγιστο της απόδοσής του. Κάνουν δηλαδή το παραπάνω γύρισμα, την καίρια στιγμή, έτσι ώστε η όλη μουσική φράση να αποκοπεί από την έντονη επιρροή των μεγάλων της grunge/alternative σχολής. Επιπροσθέτως, στο συνθετικό κομμάτι σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα πλήκτρα, των οποίων η ψυχεδέλεια παρεισφρέει αναπάντεχα σε κομβικά σημεία των κομματιών. Βέβαια, όλα αυτά θα πέρναγαν στα ψιλά γράμματα αν δεν υπήρχε η φωνή του John Citizen να απογειώσει τις συνθέσεις! Με αρκετό από το Cornell-ικό γρέζι στις φωνητικές του χορδές, το παλικάρι ξεχωρίζει, τόσο για την έκταση και την τεχνική του, όσο και για την αισθητική που προσδίδει στο σύνολο της μουσικής των SOLARMONKEYS.
Όταν όμως αναφερόμαστε στο τελικό αποτέλεσμα του δίσκου, δε θα πρέπει να βγάζουμε έξω τον συντελεστή παραγωγή-μίξη-master. Διότι μπορεί τα πρώτα δύο να έγιναν εντός της χώρας μας, ωστόσο το τελευταίο κομμάτι το ανέλαβε ο πασίγνωστος Dave Collins (έχει συνεργαστεί με μπάντες όπως BLACK SABBATH, ALICE COOPER, MONSTER MAGNET, καθώς και με τους SOUNDGARDEN για το “Superunknown”).
Προσωπικά, το δίσκο τον ευχαριστήθηκα και με το παραπάνω. Μάλιστα, μετά τη δεύτερη ακρόαση το CD ξεχάστηκε στο αυτοκίνητο, γεμίζοντας τις ώρες αναμονής στους δύστροπους δρόμους της πρωτεύουσας. Ακούστε τον κι εσείς στην σελίδα του συγκροτήματος στο bandcamp (κλικ εδώ) και δοκιμάστε αν μπορείτε να ξεκολλήσετε!
Νίκος Ζέρης






>



