
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Magma” – GOJIRA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Joe Duplantier
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρες – Joe Duplantier
Κιθάρες – Christian Andreu
Μπάσο – Jean-Michel Labadie
Τύμπανα – Mario Duplantier
Το 2026 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του “Magma”, του άλμπουμ που άλλαξε οριστικά τη θέση των GOJIRA στο παγκόσμιο metal στερέωμα. Αν το “From Mars to Sirius” αποτέλεσε το καλλιτεχνικό σημείο καμπής της μπάντας, τότε το “Magma” ήταν ο δίσκος που τη μετέφερε από την αναγνώριση του underground στη διεθνή καταξίωση. Πίσω όμως από την επιτυχία του κρυβόταν μία από τις δυσκολότερες περιόδους που βίωσαν ποτέ οι αδερφοί Duplantier και συνολικά το συγκρότημα.
Μετά την ολοκλήρωση της περιοδείας του “L’enfant sauvage”, οι GOJIRA βρίσκονταν σε ένα κομβικό σημείο της πορείας τους. Η δημοτικότητά τους αυξανόταν διαρκώς, οι συναυλίες σε Ευρώπη και Αμερική γίνονταν ολοένα μεγαλύτερες και το όνομά τους είχε πλέον ξεπεράσει τα όρια της extreme metal σκηνής. Παρ’ όλα αυτά, ο Joe Duplantier έχει παραδεχτεί ότι η μπάντα περνούσε μια υπαρξιακή κρίση, αναρωτώμενη ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια συνεχούς εξέλιξης.
Την ίδια περίοδο ο Joe πήρε μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις της ζωής του, μετακομίζοντας μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Η αλλαγή αυτή δεν συνδέθηκε μόνο με την καριέρα του συγκροτήματος, αλλά και με μια βαθύτερη προσωπική ανάγκη για ένα νέο ξεκίνημα. Όπως έχει δηλώσει, ένιωθε μια ανεξήγητη έλξη προς τη Νέα Υόρκη ήδη από την παιδική του ηλικία, ενώ η αμερικανική καταγωγή της μητέρας του τον έκανε να αισθάνεται ότι ανήκει ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Στο Queens ξεκίνησε την κατασκευή του Silver Cord Studio, της νέας βάσης των GOJIRA στις Η.Π.Α. Ακολουθώντας τη DIY φιλοσοφία που χαρακτήριζε ανέκαθεν τη μπάντα, ο Joe και ο Mario συμμετείχαν προσωπικά στις εργασίες κατασκευής, δουλεύοντας επί μήνες από το πρωί μέχρι το βράδυ. Οι ίδιοι έχουν περιγράψει τη διαδικασία ως ιδιαίτερα απαιτητική, αλλά και βαθιά δημιουργική, καθώς ήθελαν να χτίσουν έναν χώρο απόλυτα προσαρμοσμένο στις ανάγκες και την αισθητική τους. Το Silver Cord Studio ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 2015, ακριβώς τη στιγμή που οι GOJIRA ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν την ηχογράφηση του νέου τους άλμπουμ.
Οι πρώτες ιδέες για τον διάδοχο του “L’enfant sauvage” είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται από τα τέλη του 2013, με riff και μουσικά θέματα να γεννιούνται ακόμη και μέσα στο tour bus κατά τη διάρκεια περιοδειών. Αυτή τη φορά όμως οι GOJIRA άλλαξαν ριζικά τον τρόπο δουλειάς τους. Αντί να ολοκληρώσουν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού πριν μπουν στο στούντιο, επέλεξαν μια πιο αυθόρμητη διαδικασία, απορρίπτοντας χωρίς δισταγμό τραγούδια και riff που δεν εξυπηρετούσαν το συναίσθημα του δίσκου.
Αρχικά το άλμπουμ είχε διαφορετικό προσανατολισμό. Οι GOJIRA αναζητούσαν έναν πιο άμεσο ήχο, με μικρότερες συνθέσεις και λιγότερο περίπλοκες δομές. Ο Joe είχε αναφέρει ότι επιθυμούσαν έναν δίσκο λιγότερο επικό από τις προηγούμενες δουλειές τους, ενώ ο Mario μίλησε ανοιχτά για την πρόκληση του να δημιουργήσεις κάτι απλό χωρίς να χάνει τη δύναμή του. Αντί να προσπαθούν να αποδείξουν τις τεχνικές τους δυνατότητες, οι GOJIRA ήθελαν κάθε νότα να έχει πραγματικό λόγο ύπαρξης.
Τον Απρίλιο του 2015 οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν στο Silver Cord Studio. Λίγες ημέρες αργότερα όμως τα πάντα σταμάτησαν απότομα. Οι αδερφοί Duplantier ενημερώθηκαν ότι η μητέρα τους, Patricia Rosa Duplantier, αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας και επέστρεψαν αμέσως στη Γαλλία. Το συγκρότημα πάγωσε κάθε δραστηριότητα και η ολοκλήρωση του άλμπουμ πέρασε σε δεύτερη μοίρα.
Η Patricia υπήρξε καθοριστική μορφή στη ζωή τους. Ο Joe και ο Mario έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι ήταν εκείνη που τους ενθάρρυνε από τα πρώτα τους βήματα στη μουσική, βρίσκοντας τρόπους να τους εξασφαλίσει τα πρώτα τους όργανα και στηρίζοντας κάθε δημιουργική τους επιλογή χωρίς επιφυλάξεις. Τον Ιούλιο του 2015 έφυγε από τη ζωή έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο, ένα γεγονός που επηρέασε βαθιά όχι μόνο την ψυχολογία των δύο αδερφών αλλά και ολόκληρη την κατεύθυνση του δίσκου.
Όταν οι GOJIRA επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη για να συνεχίσουν τις ηχογραφήσεις, πολλά από τα τραγούδια που είχαν ήδη γραφτεί δεν τους εξέφραζαν πλέον. Ο Mario Duplantier έχει αναφέρει ότι μεγάλο μέρος του υλικού επανεξετάστηκε ή ξαναγράφτηκε, καθώς η συναισθηματική κατάσταση του συγκροτήματος είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Οι περιβαλλοντικές και φιλοσοφικές θεματικές που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες δουλειές τους έδωσαν τη θέση τους σε ζητήματα όπως η απώλεια, η θνητότητα, η μνήμη και η αποδοχή του πένθους.
Ο τίτλος “Magma” γεννήθηκε μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οι αδερφοί Duplantier παρομοίασαν τα συναισθήματά τους με το λιωμένο πέτρωμα που παραμένει εγκλωβισμένο βαθιά κάτω από τη Γη μέχρι να βρει διέξοδο και να εκραγεί. Ο Mario έχει εξηγήσει ότι το όνομα αποτύπωνε ιδανικά το μείγμα αναμνήσεων, φόβου, θλίψης και εσωτερικής πίεσης που βίωναν εκείνη την περίοδο. Ίσως γι’ αυτό το “Magma” ακούγεται τόσο διαφορετικό από κάθε προηγούμενη δουλειά των GOJIRA. Είναι ο πιο προσωπικός και συναισθηματικά εκτεθειμένος δίσκος της καριέρας τους. Ο Joe Duplantier τραγουδά περισσότερο από ποτέ, ενώ οι ερμηνείες του αποκαλύπτουν μια ευαλωτότητα που σπάνια συναντούσε κανείς στα προηγούμενα άλμπουμ. Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι αντιμετώπιζε πάντοτε τα καθαρά φωνητικά με κάποια συστολή, θεωρώντας τη φωνή του περισσότερο ακόμη ένα όργανο μέσα στις συνθέσεις παρά το κεντρικό τους στοιχείο.
Το “Low lands”, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας τους και στην περιοχή Landes όπου μεγάλωσαν, αποτελεί ίσως την πιο φορτισμένη στιγμή ολόκληρου του δίσκου. Την ίδια στιγμή, τα “Stranded”, “Silvera” και “Only pain” διατηρούσαν την ένταση και την επιθετικότητα που περίμενε κανείς από τους GOJIRA, αλλά μέσα από μια πιο λιτή και στοχευμένη προσέγγιση. Ο Mario έχει μάλιστα σχολιάσει με χιούμορ ότι οι απλές ρυθμικές επιλογές του “Stranded”, τις οποίες ορισμένοι θεώρησαν «υπερβολικά απλές», ήταν απολύτως συνειδητή επιλογή προκειμένου να υπηρετηθεί καλύτερα το τραγούδι.

Από μουσικής άποψης, το “Magma” αποτέλεσε ίσως το πιο τολμηρό βήμα της πορείας των GOJIRA. Η μπάντα απομακρύνθηκε από τις εκτεταμένες progressive δομές του “The way of all flesh” και από την κοσμική, επική διάσταση του “From Mars to Sirius”, προτιμώντας πιο συμπαγείς συνθέσεις και πιο άμεση έκφραση. Παρ’ όλα αυτά, το χαρακτηριστικό groove, τα ιδιόμορφα ρυθμικά μοτίβα, τα pick-scrapes του Joe και η μοναδική δυναμική του Mario πίσω από τα τύμπανα παρέμειναν αναλλοίωτα.
Με την κυκλοφορία του τον Ιούνιο του 2016, το “Magma” ξάφνιασε αρκετούς οπαδούς. Κάποιοι δυσκολεύτηκαν να αποδεχτούν τη στροφή προς έναν πιο μελωδικό και ατμοσφαιρικό ήχο. Ωστόσο, οι εξαιρετικές κριτικές και η απήχηση του δίσκου απέδειξαν πολύ γρήγορα ότι οι GOJIRA δεν προσπαθούσαν να γίνουν πιο εμπορικοί. Αντίθετα, είχαν δημιουργήσει το πιο ειλικρινές άλμπουμ της καριέρας τους.
Η ανταπόκριση υπήρξε εντυπωσιακή. Το άλμπουμ πούλησε περίπου 17.000 αντίτυπα στις Ηνωμένες Πολιτείες την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του και εισήλθε στο Billboard 200 στο Νο24, σημειώνοντας την υψηλότερη θέση που είχαν πετύχει ποτέ μέχρι τότε οι GOJIRA.
Η περιοδεία που ακολούθησε αποδείχθηκε καθοριστική. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου, οι GOJIRA πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη έως τότε headline περιοδεία τους στη Βόρεια Αμερική, έχοντας μαζί τους TESSERACT, παίζοντας σε ολοένα μεγαλύτερους χώρους και επιβεβαιώνοντας ότι το κοινό τους είχε πλέον διευρυνθεί σημαντικά. Παράλληλα, άρχισαν να εμφανίζονται ολοένα και ψηλότερα στο roster μεγάλων φεστιβάλ, ενώ οι headline συναυλίες τους προσέλκυαν συνεχώς μεγαλύτερο κοινό.
Το σημαντικότερο βήμα ήρθε όταν επιλέχθηκαν από τους METALLICA για εμφανίσεις στο πλαίσιο της “WorldWired” tour. Οι James Hetfield και Robert Trujillo είχαν εκφράσει επανειλημμένα τον θαυμασμό τους για το συγκρότημα και η έκθεση που απέκτησαν μέσω αυτών των συναυλιών υπήρξε τεράστια. Ο Joe Duplantier έχει περιγράψει ως σχεδόν σουρεαλιστική την εμπειρία του να παίζει μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες θεατές κάθε βράδυ, τονίζοντας παράλληλα πως οι METALLICA τους αντιμετώπισαν με σεβασμό και όχι σαν ένα τυπικό support συγκρότημα.
Το αποκορύφωμα ήρθε το 2017 με τις πρώτες υποψηφιότητες Grammy της καριέρας τους. Το “Silvera” προτάθηκε στην κατηγορία Best Metal Performance, ενώ το ίδιο το “Magma” βρέθηκε υποψήφιο για Best Rock Album. Για ένα συγκρότημα που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 παίζοντας death metal σε μικρά clubs της νοτιοδυτικής Γαλλίας, η παρουσία του στα Grammy φάνταζε σχεδόν αδιανόητη. Ο Mario Duplantier έχει δηλώσει πως η μπάντα δυσκολευόταν να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε εκείνη την περίοδο.
Ανατρέχοντας σήμερα στο “Magma”, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από ένα ακόμη επιτυχημένο άλμπουμ των GOJIRA. Είναι ο δίσκος που τους οδήγησε από την αναγνώριση του underground στη διεθνή καταξίωση. Κυρίως όμως είναι η αποτύπωση μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου της ζωής τους, κατά την οποία η μουσική λειτούργησε ως μέσο κάθαρσης και επιβίωσης.
Παρότι γεννήθηκε μέσα από το πένθος, οι ίδιοι οι Duplantier έχουν επιμείνει ότι το “Magma” δεν είναι ένα άλμπουμ για τον θάνατο, αλλά για τη ζωή. Μέσα από την απώλεια δημιούργησαν έναν δίσκο που λειτούργησε ως κάθαρση για τους ίδιους και ταυτόχρονα τους έφερε σε ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο από αυτό που είχαν ποτέ φανταστεί.
Did you know that:
- Ορισμένα riff του “Magma”, όπως ιδέες για τα “The shooting star” και “The cell”, είχαν γραφτεί ήδη από το 2013 μέσα στο tour bus της μπάντας κατά τη διάρκεια περιοδείας με τους SLAYER.
- Το μεγαλύτερο μέρος της σειράς των τραγουδιών στο “Magma” καθορίστηκε από τον Mario Duplantier, ο οποίος πέρασε εβδομάδες δοκιμάζοντας διαφορετικές εκδοχές μέχρι να βρει τη σωστή ροή του άλμπουμ.
- Το “Pray” βασίζεται σε μια ρυθμική άσκηση που ο Mario δούλευε για χρόνια στα τύμπανα, πριν εξελιχθεί τελικά σε ολοκληρωμένο τραγούδι.
- Ο Joe Duplantier έχει αναφέρει ότι δεν χρησιμοποιεί προηχογραφημένα φωνητικά στις ζωντανές εμφανίσεις των GOJIRA, ακόμη και στα πιο απαιτητικά σημεία των τραγουδιών.
- Κατά την κατασκευή του Silver Cord Studio, οι αδερφοί Duplantier περνούσαν ολόκληρες ημέρες κάνοντας χειρωνακτικές εργασίες, θυμίζοντας, όπως έχουν πει οι ίδιοι, τις παιδικές τους ημέρες όπου κατασκεύαζαν καταφύγια και ξύλινες κατασκευές κοντά στις ακτές της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Αντίστοιχη DIY προσέγγιση είχαν ακολουθήσει και νωρίτερα στην καριέρα τους, όταν είχαν μετατρέψει έναν εγκαταλειμμένο αχυρώνα στο Landes Forest της νοτιοδυτικής Γαλλίας σε χώρο πρόβας και ηχογραφήσεων, τον οποίο ονόμασαν “Le Studio de Milans” την περίοδο του “The link”.
Κώστας Αλατάς











![A day to remember… 16/6 [METAL CHURCH]](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/06/metal-church-a-light-sbit-218x150.jpg)

