WACKEN OPEN AIR 2015
30 Ιουλίου – 1 Αυγούστου
Η αγωνία μεγάλη, η προσμονή μηνών έφτανε στο τέλος της και η επιστροφή στη βόρεια Γερμανία και το χωριουδάκι του Wacken, θα ήταν σύντομα γεγονός. Δυστυχώς η ταλαιπωρία που μας περίμενε ήταν δίχως τελιωμό και η αποστολή του Rock Hard, έμελλε να περάσει από χίλια κύματα μέχρι να καταφέρει να μπει στο ρυθμό του φεστιβάλ.

Αν και οι διοργανωτές είναι έμπειροι, αν και το φεστιβάλ έμπαινε στην 26η συνεχόμενη χρονιά του, αν και το σλόγκαν τους είναι “Με βροχή ή με ήλιο”, ήταν φανερό πως φέτος, η βροχή θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο στη διεξαγωγή. Από τις προηγούμενες μέρες υπήρχαν ανακοινώσεις, προειδοποιώντας για τη βροχή και την κακή κατάσταση του χώρου, δεδομένου του οτι τα χωράφια που φιλοξενούν το φεστιβάλ, δεν θα κατάφερναν να στεγνώσουν. Αναμενόμενο λοιπόν να υπάρχουν ουρές από αυτοκίνητα, λάσπη μέσα κι έξω από το φεστιβαλικό περιβάλλον. Αυτό όμως που δεν περιμέναμε να αντιμετωπίσουμε, ήταν η ελλειπής σήμανση, οι τεράστιες αποστάσεις που έπρεπε να διανύσουμε, τα λεωφορεία (shuttle-bus) που σταματούσαν νωρίς, αλλά πάνω από όλα, οι λανθασμένες υποδείξεις των υπεύθυνων ασφαλείας.
Σε συνάρτηση με την κακοκαιρία και την βροχόπτωση λοιπόν, αυτό μας κόστισε ολόκληρη την παραμονή του WOA, χάνοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τους πρωτοεμφανιζόμενους THE GENTLE STORM (ειρωνικό έ;), τους NEW MODEL ARMY τους EUROPE κλπ. Δεν μας πτοεί τίποτα όμως κι έτσι δώσαμε κανονικά το παρών σε όλες τις κανονικές ημέρες του φεστιβάλ και παρακάτω σας προσκαλούμε να πάρετε μια γεύση του τι παρακολουθήσαμε, εν μέσω βροχής, ατελείωτης λάσπης (πρέπει να είμαστε πλέον γνώστες κάθε είδους λάσπης, σε επίπεδο που ανταγωνιζόμαστε αγρότες και γεωπόνους) και καταρρακτώδους… heavy metal!!!
Πέμπτη 30 Ιουλίου – 1η ημέρα

H Πέμπτη ξημέρωσε με υποσχέσεις, αλλά και πολλές απογοητεύσεις. Ο ένας μας κολλημένος στην Αθήνα να βρίζει το πρακτορείο του γιατί δεν μπήκε στην πρωινή πτήση και ο άλλος να βρέχεται στο χώρο του φεστιβάλ, οργώνοντας με γαλότσες τα Γερμανικά χωράφια του βορρά, ενώ το κρύο (Αύγουστος έφτασε σχεδόν κι όμως η μέρα δεν ξεπέρασε τους 15 βαθμούς) έμοιαζε αντίπαλος στην προσπάθειά μας. Η μέρα θα έκλεινε με τους SAVATAGE στη σκηνή όμως, οπότε τίποτε δε θα μας πτοούσε.

Η πρώτη μεγάλη στιγμή του φεστιβάλ έφτασε νωρίς, όταν η Συμφωνική ορχήστρα των Ενόπλεων Δυνάμεων, θα εμφανιζότανε σε μία σπάνα συνεργασία με τον μικρό γίγαντα της εγχώριας σκηνής, τον κύριο Udo Dirkscneider. Μπορεί να τον έχουν πάρει τα χρόνια, μπορεί να έχει παχύνει, μπορεί να μην έχει βελτιώσει τη φωνή του, όμως ο Γερμανός Bon Scott, προσελκύει τα βλέμματα και ζεσταίνει περίπου 25.000 κόσμου που βρίσκεται μπροστά στην σκηνή, με έξυπνες επιλογές από την τεράστια καριέρα του.

Είναι εκπληκτικό να βλέπεις καλλιτέχνες, που ξέρουμε πόσο μικρή απήχηση έχουν στη χώρα μας, να έχουν τέτοια ανταπόκριση. Κοινό κάθε ηλικίας, να ευχαριστιέται τα κλασικά τραγούδια της προσωπικής τους καριέρας (“Animal house”, “Mean machine”, “Faceless world”, “Princess of the dawn”), αλλά και να ευχαριστιέται κάποιες πιο περίεργες επιλογές (“Cut me out” από το “Holy”).
H ορχήστρα φρόντισε να ανοίξει με κάποια soundtracks, έκανε αισθητή την παρουσία της με κάποια κρουστά στη διάρκεια της συναυλίας, με ένα φανταστικό σόλο σαξόφωνο, αλλά και στο “Trainride in Russia”, αλλά η κορυφαία στιγμή ήταν σίγουρα το “Metal heart”.

Συνεχίσαμε Γερμανικά με IN EXTREMO, μία μπάντα που φημίζεται για τις εμφανίσεις της και σίγουρα δε θα μπορούσε να απογοητεύσει μπροστά σε τέτοιο κοινό, εντός έδρας. Με μόλις δύο επιλογές από το τελευταίο “Kunstraub”, φρόντισαν να παίξουν πολλά από τα singles τους, ώστε να αφήσουν τις καλύτερες εντυπώσεις. Έτσι, ακούσαμε τα “Liam”, “Frei zu sein”, “Zigeunerskat”, “Erdbeermund”, “Vollmond” κ.ά.
Ενώ η μέρα περνούς,ε ο ήχος άρχισε να σκληραίνει. Οι εμφανίσεις των Σλοβένων NOCTIFERIA, του Αμερικάνου ROB ZOMBIE και των Σουηδών DARK TRANQUILLITY, μας άναψαν τα αίματα.

Οι πρώτοι, ήταν μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις για μένα, αφού το γκρουβάτο, σύγχρονο death metal, φάνηκε πως μπορεί να ανταγωνιστεί και επί σκηνής όλες τις μεγάλες μπάντες, ενώ έχουν έναν αξιόλογο τραγουδιστή, στο πρόσωπο του Poposki. Μπορεί η δισκογραφία τους να είναι εκτεταμένη, όμως τα νεώτερα είναι πιο ελκυστικά και ολοκληρωμένα, για όσους θέλουν να τους ψάξουν. Από την άλλη, ο Shock-rocker ή μοντέρνος Alice Cooper, ήταν καλύτερος από την περσινή του εμφάνιση στο Hellfest. Με τις αναγκαστικές αναφορές σε WHITE ZOMBIE (“Super-charger heaven”, “More human than human”, “Thunder kiss ‘65”), στάθηκε όπως πάντα σε δικό του υλικό, ενώ μπόλιασε το σετ και με διασκευές ή αναφορές σε τρίτους. Απολαυστικός επί σκηνής και με τον John 5 να κερδίζει χώρο, ως ο μικρός του αδερφός.

Τέλος, οι αγαπητοί DARK TRANQUILLITY έτυχαν απίστευτης υποδοχής, γεμίζοντας την τέντα στην οποία έπαιζαν. Παρότι με τα 3/5 της μπάντας, απέδωσαν εξαιρετικά και έκαναν τις χιλιάδες του κόσμου από κάτω να χτυπιέται στο μεγαλύτερο μέρος της εμφάνισής τους. Ο Stanne ήταν κατενθουσιασμένος και μας είπε πως παρόλο που προτιμάει τα shows σε clubs γενικότερα, κάτι τέτοιες στιγμές σε φεστιβάλ είναι αυτές που ξεχωρίζουν για αυτόν, όταν είναι τόσος ο κόσμος και με τέτοια ανταπόκριση στο show σου. Μιλώντας με τον Stanne, παράλληλα, έπαιζαν οι QUEENSRYCHE (τη μέρα της συνέντευξης) και σταμάτησε γιατί τους αναγνώρισε μέσα από τη δημοσιογραφική τέντα, ενθουσιασμένος με το κομμάτι που έπαιζαν εκείνη τη στιγμή (ανάθεμα αν θυμόμουνα και ποιό). Μας μίλησε και για τα σχέδιά τους για νέο δίσκο, λέγοντας πως θέλουν πάλι να πειραματιστούν όπως κάνουν πάντα όταν ετοιμάζουν δίσκο, αφού δε θέλουν να επαναλαμβάνουν λάθη που θεωρούν ότι κάνουν, όπως είπε χαρακτηριστικά. Έχουν ιδέες, αλλά όχι κάτι έτοιμο ακόμα. Μετά τα καλοκαιρινά φεστιβαλ θα ξεκινήσουν κανόνικα τις διαδικασίες για το δίσκο. Επίσης, απέρριψε τη φήμη που υπήρχε για περιοδεία “The gallery”, γελώντας, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι θα ήταν καλή ιδέα όμως. Του είπαμε να το κάνει έστω στην επέτειο του “The mind’s I”.

Πίσω στα του live, Παίζοντας κομματάρες όπως “Final resistance”, “Misery’s crown”, “Therein”, “The lesser faith”, “The treason wall”, έκαναν σβέρκους να υποφέρουν. Βέβαια, υποστήριξαν και το πιο πρόσφατο “Construct” και μας άφησαν με χαμόγελα στα πρόσωπά μας.

Σε μία σχετικά ήπια συναυλιακά ημέρα, οι THE QUIREBOYS και THE ANSWER, συνέπαισαν με τους headliners, υπονομεύοντας τις εμφανίσεις τους, παρότι και οι δυο είναι εκρηκτικοί. Οι Ιρλανδοί μας αφιέρωσαν λίγη ώρα από την ημέρα τους για μία όμορφη συζήτηση που θα δημοσιεύσουμε ξεχωριστά.

Έχοντας μόλις βραδιάσει, η συγκίνηση είχε φτάσει στο ζενίθ και ο κόσμος προσήλθε στις κεντρικές σκηνές. Εκεί οι SAVATAGE θα εμφανιζόταν μετά από μιάμιση σχεδόν δεκαετία, για μία σπάνια και μοναδική φορά, παράλληλα με την μετενσάρκωσή τους, την TRANS-SIBERIAN ORCHESTRA.
To να βλέπεις μπροστά σου ξανά μετά από τόσα χρόνια την παρέα από την Φλόριδα να ανοίγει με το “Gutter ballet”, σε γεμίζει ρίγη συγκίνησης. Ο κύριος Jon Oliva σαν μαέστρος διεύθυνε από τα πλήκτρα του την παράσταση των SAVATAGE, που φρόντισε να μας καθηλώσει και να μας εξιτάρει συνάμα. Πώς άλλωστε, όταν δίπλα του βλέπαμε τον Chris Caffery, πίσω από τα τύμπανα τον Jeff Plate, στο μπάσο τον Johnny Lee Middleton, τον Al Pitrelli να συμπληρώνει και τον Zachary Stevens να τραγουδάει καλύτερα από ότι τον έχουμε ακούσει τα τελευταία 15 χρόνια. Συνεχόμενα εγκεφαλικά με “24 hours ago”, με τον Jon Oliva να στέκεται αξιόλογα στα δύσκολα – για την ηλικία του – φωνητικά, το “Edge of thorns”, το κορυφαίο “Jesus saves” και το “The storm” να υπενθυμίζει το ξεκίνημα των TSO και σε εμάς το κορυφαίο “Wake of Magellan”. To πρώτο όνειρο έκλεισε με άφταστες εκτελέσεις των “Dead winter dead” και “Hall of the mountain king”.

Το αποψινό μεγαλείο, ήταν η συνύπαρξη της πρώτης με τη δεύτερη μορφή του συγκροτήματος. Όπως άλλωστε μας δήλωνε κατηγορηματικά ο Jon Oliva, οι TSO είναι η συνέχεια των SAVATAGE και η μετάβαση ήταν υπέροχη απόψε στις δύο μεγαλύτερες σκηνές του WOA. Έτσι, βγήκε η ορχήστρα στην διπλανή σκηνή για να ξεκινήσει με το “The hourglass” και τα μέλη των SAVATAGE να έχουν ενσωματωθεί με τους υπόλοιπους και τον Stevens να κάνει ντουέτο με τον Andrew Ross.

H φαντασμαγορική εμφάνιση συνεχίστηκε με τραγούδια και από τις δυο πορείες, άλλα τραβηγμένα, άλλα προσαρμοσμένα και άλλα πιο πιστά εκτελεσμένα. Πάντα ντυμένα υπέροχα με λέιζερ και φώτα που έκαναν πιο εκθαμβωτική την παρουσία τους, ενώ φωτιές και πυροτεχνήματα πλαισίωναν τους μουσικούς. Στα υπόλοιπα τραγούδια, μια χορωδία με 4 άνδρες και 4 γυναίκες φρόντιζαν για τα απίστευτα μέρη που τόσο απολαμβάνουμε σε κομμάτια όπως το “Morphine child” (έκπληξη για μένα) και το “Another way”, και τους τραγουδιστές να εναλασσονται, χαρίζοντάς μας μοναδικές ερμηνείες. Άλλωστε ποιά άλλη μπάντα/ορχήστρα μπορεί να έχει τον Jeff Scott Soto και τον Russel Allen σε δεύτερα φωνητικά;;;
Το όνειρο του Paul O’Neill είχε πραγματοποιηθεί με το που εμφανίστηκαν ταυτόχρονα σε δυο σκηνές, όλοι οι μουσικοί, με τους SAVATAGE στη μία και τους TSO στην άλλη! Με συχρονισμένο φωτισμό, απίστευτα video-walls και φωτιές να ξεπηδούν από τις σκηνές. Με 24 τραγουδιστές, 4 κιθαρίστες, 2 drummers, 2 μπασίστες και – αν μέτρησα σωστά – 4 πιανίστες, συν τα έγχορδα, καταλαβαίνετε πως μας είχε σηκωθεί η τρίχα από την συγκίνηση και τα μάτια μας είχαν βουρκώσει. Πώς να συγκρίνεις λοιπόν αυτό που ζούσαμε στις εκτελέσεις του “Believe” και του “Chance”; Αν η φωνή του Zachary Stevens για χρόνια μας συντρόφευε, απόψε αυτό ξεπερνιόταν, αφού είχαν προστεθεί οι φωνές του Russel Allen, του Jeff Scott Soto αλλά και των υπολοίπων.

Το όνειρο δεν μπορούσε να διαρκεί για πάντα και μετά από ένα δίωρο, ολοκληρώθηκε μέσα σε ζεστά χειροκροτήματα που αντάμειψαν την τόλμη και την επιμονή του O’Neill που έχει βαλθεί να καινοτομήσει σε κάθε δυνατό επίπεδο και να κάνει τους TSO να ξεπεράσουν κάθε όριο που μπορεί να έχει τεθεί. Φανταστείτε πως το συνολικό κόστος της παραγωγής, που θα ήταν μοναδική και δε συγκρίνεται με τις περιοδείες, έφτασε τα 2 εκατομμύρια δολλάρια και ήταν πολλαπλάσιο της αμοιβής τους. Όπως, όμως μας είπε ο Paul O’Neill, ήταν κάτι που το θέλανε πολύ και αυτή θα ήταν η μοναδική φορά που θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους και να παρευρεθούν όλα τα μέλη της TSO μαζί.

Για όλους εμάς που περιμέναμε να ξαναδούμε τους SAVATAGE να επιστρέφουν, πρέπει να παραδεχτούμε πως ούτε στα καλύτερά μας όνειρα δεν μπορούσαμε να τους φανταστούμε να κάνουν τέτοια επιστροφή. Κάποιοι λένε για πιο αργές εκτελέσεις των κομματιών, κάποιοι παραπονιούνται για τη συνεχόμενη προώθηση του σήματος των TSO (ακόμα και σε κομμάτια των SAVATAGE, όπως το “Morphine child”) στα video walls. Δεκτό ως ένα βαθμό. Πρέπει να χωνέψουμε όμως, πως οι TSO είναι η συνέχεια των SAVATAGE και το μόνο μέλλον που μπορεί να έχει η μουσική τους. Περισσότερες λεπτομέρειες στην αποκλειστική συνέντευξη με τον Jon Oliva και τον Zachary Stevens που έπεται.

Αυτή η βραδιά θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην μνήμη αυτών που την παρακολούθησαν και πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να ξεπεράσει (ακόμα και σε οπτικο-ακουστικό επίπεδο) αυτή την εμφάνιση. Μέχρι και η πανσέληνος έκανε την εμφάνισή της, τρυπώντας τα σύννεφα κι εξαφανίζοντας την βροχή (επιτέλους). Χαλάλι η ταλαιπωρία της ημέρας, χαλάλι το τρέξιμο, η βροχή, η υπερβολική λάσπη, ακόμα και το γεγονός ότι ο Φραγκίσκος έβλεπε το live… μονόμποτος, αφού σκίστηκε ο πάτος (!) της μπότας και είχε μείνει στις λάσπες με τη μία κάλτσα. Μπορείς όμως να παραπονεθείς;
Παρασκευή 31 Ιουλίου – 2η ημέρα

Με τον καιρό να βελτιώνεται λοιπόν, χαράξαμε νωρίς πορεία για την πιο μεγάλη σε διάρκεια ημέρα. Από νωρίς ακούσαμε τους ANGRA να αναμετρούν τις δυνάμεις τους πριν μπει το μεσημέρι, ανταγωνιζόμενοι τους EPICA που έπαιζαν παράλληλα στην άλλη σκηνή. Βλέπωντας αργότερα ένα ζευγάρι, με τον άντρα να φορά τη μπλούζα των Βραζιλιάνων και την κοπέλα τη μπλούζα των Ολλανδών, λίγο έλλειψε να τους ρωτήσω τι είδε ο καθένας. Εμείς πρέπει να υπογραμμίσουμε πως οι ANGRA συνεχίζουν να κάνουν εξαιρετικές εμφανίσεις, ακόμα κι όταν το σετ τους είναι μικρό.

Μία μπάντα που όλο και μεγαλώνει και είναι σταθερή αξία στις live εμφανίσεις της, είναι οι ENSIFERUM. Μεσημέρι; Ε και; Η μπύρα και το party δεν έχουν όρια για τους πολεμιστές, τόσο πάνω, όσο και κάτω από τη σκηνή. Τίμησαν μεν το πολύ καλό τελευταίο άλμπουμ τους με κομμάτια όπως τα “Heathen horde”, “Axe of judgement”, αλλά και το προσωπικά λατρεμένο λόγω του μεσαίου σημείου του “Two of spades”, το συνδύασαν δε και με κομματάρες όπως τα “Twilight tavern”, “Treacherous gods”, “From afar” και “Burning leaves” μεταξύ άλλων. Εξαιρετικοί, μακάρι να μας επισκεφθούν και πάλι στην Ελλάδα, γιατί είναι σε πολύ καλή φόρμα!
Αυτοί που εξέπληξαν θετικά ήταν οι SEPULTURA. Η τετράδα μπήκε ορεξάτη και με την βοήθεια των συννέφων, αν και μεσημεριάτικα, εξαπέλυσε επίθεση για να ταλαιπωρήσει όλους εμάς που βρεθήκαμε για να γιορτάσουμε την επετειακή τους περιοδεία για τα 30 χρόνια τους. Με επιλογές από όλη τη δισκογραφία τους, δεν άφησαν κανένα παραπομενεμένο. Οι εκτελέσεις των “Arise”, “Refuse/Resist.” ήταν άριστες, ενώ τα παλιά “Inner self”, “Troops of doom” ταιριάζουν απόλυτα με τον πιο σύγχρονο, βρώμικο ήχο τους και στέκουν καλά δίπλα σε “Choke” και “Kairos” ηχητικά, αλλά κάνουν και τα νεώτερα να φαίνονται υποδεέστερα πιστεύω.
Μετά χωριστήκαμε για να δούμε από λίγο δυο μπάντες με τελειώς διαφορετικό ήχο. Από την μία οι παλαιότεροι αλλά και πιο μαλακοί THE POODLES έτυχαν σχετικά μικρής ανταπόκρισης στην WET σκηνή, αλλά έδειχναν να τα δίνουν όλα μεσημεριάτικα. Από την άλλη, οι KVELERTAK, σε μία από τις δυο κεντρικές σκηνές, είχαν μεγάλο κοινό, παραπάνω χρόνο και φρόντισαν να μας δώσουν μία καλή ιδέα της εκφραστικότητάς τους επί σκηνής, ακόμα καλύτερη από αυτή που μας είχαν δώσει στην Αθήνα σαν support στους MEGADETH. Μάλιστα το back n’ roll τους φαίνεται να έχει φοβερή απήχηση στην Γερμανία.

Αν και οι Σουηδοί AT THE GATES είναι πάντα μια πρόκληση, το death metal τους έμεινε σε δεύτερη μοίρα, αφού τους δώσαμε μόνο λίγο από τον χρόνο μας. Άλλωστε είναι μία μπάντα που έχουμε δει τόσες φορές και όταν έχεις και διάφορες άλλες υποχρεώσεις, οι επιλογές δεν είναι πάντα εύκολες. Πάντως, μπορεί να λέμε για κλισέ και ποζεριές, αλλά όταν ακούς τον Lindberg να φωνάζει “Wacken, do you like Death Metal?” σε κάνει λίγο να κοκκινίζεις. Τα “At war with reality”, “Death and labyrinth” παίχτηκαν μαζί με το “Slaughter of the soul” και η εμπειρία τους κράτησε σε εγρήγορση το μεγάλο αριθμό κόσμου που βρέθηκε στην Black stage για αυτούς.

Λίγο πιο πέρα, είχαμε την ευκαιρία να δούμε την τελευταία μορφή των STRATOVARIUS, μία μπάντα που έχει δείξει πως λάθος την έχουμε παραγκωνίσει στην Ελλάδα, αφού φαίνεται πιο υγιής από ποτέ, έχει ξαναβρει τη συνθετική της φόρμα και συναυλιακά φροντίζει να χορτάσει τον κόσμο της με τα πιο γνωστά της κομμάτια. Πολύ ευχαριστηθήκαμε τραγούδια σαν το “Black diamond”, “Against the wind”, “Paradise” “Eagleheart”, “Unbreakable”, ενώ έκλεισαν με το δημοφιλές “Hunting high and low”.

Αφού έχουν ετοιμάσει ήδη την επόμενη δισκογραφική τους δουλειά, βρήκαμε την ευκαιρία να τους συναντήσουμε, οπότε και θα διαβάσετε σύντομα το τι είχαν να μας πουν. Πάντως, αν και κάποια από τα πολύ ψηλά μέρη ο Kotipelto αδυνατεί να τα αποδώσει πιστά (λογικό θα μου πείτε), η μπάντα έδειξε σε καλή καστάσταση και έπαιξαν πραγματικά καλά.

Μετά από ένα γρήγορα διάλειμμα, τρέξαμε να δούμε τους Αμερικάνους QUEENSRYCHE, που επίσης ετοίμασαν νέο άλμπουμ, επίσης έχουν νέα μορφή και είναι πραγματικά απίστευτοι συναυλιακά! Η προσθήκη του Todd La Torre, έχει επιτρέψει στους παλαιότερους να αποδίδουν πιστά τα παλαιότερα τραγούδια τους, οπότε σταθερά δίνουν έμφαση στην προ-”Promised land” εποχή. Σίγουρα η προσπάθειά τους να επανασυνδεθούν με το κοινό τους έχει πιάσει και επιλέγοντας τραγούδια σαν τα “NM156”, “En force”, “The whisper”, πραγματικά μας κερδίζουν. Ακόμα και τραγούδια που δεν είχαν εξαφανιστεί από τον καιρό του Tate, όπως το “Take hold of the flame”, ακούγονται πιο ειλικρινή σήμερα. Βέβαια, όσες φορές και αν βιώσεις ύμνους όπως τα “Breaking the silence”, “The needle lies” και “Eyes of a stranger”, δεν αρκούν. Ευτυχώς και το επερχόμενο “Condition human” φαίνεται πως κινείται σε τέτοια μουσικά μονοπάτια, οπότε και συναυλιακά θα έχουμε πολλές πιθανότητες να τα ξαναβιώσουμε.
Το δίλημμα OPETH ή ANNIHILATOR, ήταν αρκετό για να μας χωρίσει πάλι. Παρκολουθήσαμε το μεγαλύτερο μέρος και των δύο λοιπόν. Η επιστροφή του Jeff Waters στο μικρόφωνο, φούντωνε την προσμονή για περισσότερους ύμνους από την “King of the kill” περίοδο. Όντως, το ομώνυμο τραγούδι ήρθε γρήγορα για να μας αποζημιώσει, όπως αργότερα το αγαπημένο “Second to none”. Άλλες κορυφαίες στιγμές, όπως τα “WTYD”, “Set the world on fire”, “Phantasmagoria”, ήταν ότι πρέπει για να ανάψουν τα αίματα. Βέβαια, με το “Suicide society” να φτάνει στα ράφια σύντομα, δεν μπορούσε να μην παίξει και δυο νέα κομμάτια. Πρέπει να πω, πως το ομώνυμο μετά που άνοιξε την εμφάνισή τους, μου καρφώθηκε στο μυαλό και για το groove-άτο riff, αλλά και για το ρεφραίν. Έκλεισαν με “Alison hell” και “Human insecticide”, τα οποία όμως τα πιάσαμε από μακριά αφού οι υποχρεώσεις μας είχαν κάνει να απομακρυνθούμε.

Οι OPETH από την άλλη, έχουν καταλήξει να είναι ένα στοίχημα συναυλιακά. Τζογάρεις, παίρνεις το ρίσκο και κάποιες φορές σου βγαίνει. Αυτή δε βγήκε και τόσο. Με ένα περίεργο setlist και αρκετά υποτονικό, με “Eternal rains will come”, “Cusp of eternity”, “The drapery falls”, “To rid the disease”, “The devil’s orchard”, “Heir apparent”, “The grand conjuration” και “Deliverance”, με έναν Akerfeldt να ταυτίζεται σε «ενέργεια» με τη μουντάδα του καιρού και τις λάσπες και με το βράδυ να μην έχει έρθει ακόμα, η εμφάνιση των Σουηδών δεν είναι από αυτές που θυμάσαι, όπως άλλες που έχουμε βιώσει. Μπύρα, κουβέντα με φίλους και καλά περάσαμε γενικότερα.

Η πρώτη μουσικά μεγάλη απογοήτευση, ήρθε με τους DREAM THEATER. Οι τρομεροί prog-metallers, εκτός από το όχι και τόσο φεστιβαλικό setlist, είχαν τον James LaBrie σε πολύ άσχημη μέρα. Άνοιξαν με το “Afterlife”, στο οποίο όπως πάντα ζορίζεται, αλλά δυστυχώς και σε όλα τα υπόλοιπα κινήθηκε σε ρηχά νερά.

Τα “Spirit carries on”, “Metropolis” και “Burning my soul”, είναι εξίσου δύσκολα για αυτόν και μόνο στα πιο πρόσφατα “Look behind the veil” και “Bridges in the sky” φάνηκε να νιώθει άνετα. Σίγουρα η υπόλοιπη μπάντα απέδωσε πολύ καλά, ο ήχος τους δεν ήταν και ο καλύτερος όμως. Περιμέναμε περισσότερα είναι η αλήθεια.

Αν και χάσαμε τους DEATH ANGEL, όταν τους μιλήσαμε φάνηκαν ενθουσιασμένοι με την ανταπόκριση του Γερμανικού κοινού. Η παρέα από την Αμερική έχει δουλέψει ήδη στον δίσκο που θα διαδεχθεί το φοβερό “The dream calls for blood” και ελπίζουμε να το ακούσουμε σύντομα.

Πήραμε και μια καλή γεύση από τους ARMORED SAINT, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μπάντες της χρονιάς, που τους ξανασυναντήσαμε ακριβώς 15 χρόνια αργότερα στο ίδιο μέρος. Οποιαδήποτε άλλη μπάντα θα δυσκολευόταν να παρουσιάσει τραγούδια όπως τα “Win hands down” και “An exercise in debauchery” δίπλα σε “March of the saint” και “Raising fear”, αλλά οι Αμερικάνοι κατάφεραν όχι μόνο αυτό, αλλά και να μαγέψουν τον κόσμο τους. Ελπίζω να τους πετύχουμε σε ολοκληρωμένη εμφάνιση, ώστε να τους απολαύσουμε όπως τους αρμόζει. Άλλωστε μορφές όπως ο Joey Vera και ο John Bush, είναι χάρμα οφθαλμών.

Οι BLACK LABEL SOCIETY προσέλκυσαν πάρα πολύ κόσμο και δεν ξέρω αν μπορώ να τον εκτιμήσω, αλλά ήταν κάπου στους 30 με 35 χιλιάδες. Με όλα τα γνωστά τους κλισέ και με τραγούδια που συνηθίζουν να παίζουν ζωντανά (βλέπε “Suicide messiah”, “Bleed for me”, “Stillborn” κλπ), σίγουρα τους αποζημίωσαν. Η μορφή του Zakk Wylde γεμίζει την τεράστια σκηνή και ο όγκος τους ηχητικά ήταν αρκετός από μόνος του για να επαναφέρει τον ενθουσιασμό. Η μπάντα έχει πραγματικά βελτιωθεί υπερβολικά τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ έχει εμπλουτίσει και τον κατάλογό της με πολλά καλά τραγούδια, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός τέτοιου φεστιβάλ, παίζοντας 75 λεπτά σε ιδανικό σημείο της ημέρας. Αν μας άφηνε η λάσπη θα χτυπιόμασταν και παραπάνω.
Το Wacken φέτος ήταν ως ένα βαθμό και φεστιβαλ συναυλιακών απωθημένων, αφού για διάφορους λόγους δεν είχα δει κάποιες μπάντες, ακόμα και αν είχαν έρθει Αθήνα. Οι IN FLAMES λοιπόν, μπορεί βλακωδώς να μου είχαν «ξεφύγει» τότε στην περιοδεία του “Clayman” (ακόμα κλαίω), αλλά αυτή τη φορά, επιτέλους θα τους έβλεπα. Headliners της δεύτερης ημέρας και σαν τέτοιοι έπαιξαν και λειτούργησαν επί σκηνής! Ο υπέροχος φωτισμός που έδινε χαρακτήρα μυστηρίου, τα samples με avant-garde αισθητική που προϊδέαζαν ταυτόχρονα για το “Only for the weak” και η «εντολή» του Anders για “jump”, ξεκίνησαν το show των Σουηδών. Βέβαια, μακάρι να μπορούσαμε να “jump” ρε άνθρωπε, αλλά έπρεπε να σηκώσουμε και κάτι πόντους λάσπης για να ξεκολλήσουν τα πόδια. Όπως και να ‘χει, στα 16 κομμάτια του set τους, οι IN FLAMES τίμησαν το νέο τους άλμπουμ, “Siren charms”, με τα “Everything’s gone”, “Paralyzed” και “Rusty nail”, τα οποία είναι η αλήθεια ακούγονται πολύ καλύτερα live, αλλά ως εκεί, ενώ τα υπόλοιπα 13 έφταναν χρονολογικά μέχρι το “Clayman”, προσπερνώντας τα προηγούμενα 4 άλμπουμ τους.
Μερίδα του λέοντος το “A sense of purpose”, ενώ όταν στο ίδιο set ακούς τα “Deliver us”, “Cloud connected”, “The quiet place”, “The mirror’s truth”, “Take this life”, “My sweet shadow” και “Bullet ride” μεταξύ άλλων, δε μπορείς παρά να περάσεις πολύ καλά! Σε συνδυασμό με τον ήχο και τα παιξίματα του συγκροτήματος, τα υπέροχα πραγματικά φώτα, αλλά και τη σπουδαία δουλειά στα video walls, οι IN FLAMES ήταν οι πραγματικοί headliners της δεύτερης μέρας και ίσως θα έπρεπε να είναι πάνω και από τους RUNNING WILD, αλλά μίλησε η έδρα εννοείται. Αυτό που δε με κάνει να γράφω διθυράμβους για αυτή την εμφάνιση, είναι ο Anders Friden, ο οποίος ήταν μέτριος φωνητικά, ειδικά στα καθαρά του, αλλά και πολύ περίεργος (για να είμαι ευγενικός) σαν frontman και στα κενά από τα τραγούδια. Η κούραση της ώρας όμως, η όρεξη για αυτή τη μπάντα σε live (αφού Ελλάδα δεν παίζει να τους ξαναδούμε ποτέ, εκτός μεγάλου θαύματος) και η καλή παρέα, πέρασε τον Anders σε δεύτερη μοίρα. Μάγκες οι Σουηδοί live!

Αυτοί που θα έπρεπε να είναι μάγκες από την άλλη και δεν ήταν, έστω και αν ήταν το δεύτερο απωθημένο της ημέρας για μένα, ήταν οι RUNNING WILD. Οι WITHIN TEMPTATION δε μπορούσαν με τίποτα να νικήσουν στην «κόντρα» ενάντι σε IN FLAMES και RUNNING WILD, όσο και αν είναι συμπαθέστατοι.
Τεράστιο απωθημένο ο Rolf και οι πειρατές του, έστω και αν εδώ και πολλά χρόνια δεν είναι και στην καλύτερη κατάσταση συνθετικά, είναι αυτές οι δισκάρες μέχρι και το 1998 που σημαδεύουν! Μετά λοιπόν και τους IN FLAMES, η προσμονή για RUNNING WILD είχε φτάσει στο τέλος, όμως με το «καλησπέρα» άρχισε η ξενέρα. Χαμηλά ο ήχος, ΚΑΚΟΣ και η κρυάδα τόση που το “Under jolly roger” που άνοιξε τη συναυλία δε με στέλνει στα ουράνια όπως περίμενα, αλλά το τραγούδι, τραγούδι και προς το παρόν δε χαλιόμαστε. Η συνέχεια όμως δεν ήταν αυτή που περίμενα, στο μυαλό μου έστω. Μπορεί να είχαμε 4 κομμάτια που παίχτηκαν πρώτη φορά live (“Riding on the tide”, “Locomotive”, “Bloody island” σαν πρώτο encore και “Soldiers of fortune”), μπορεί να είχαμε την παγκόσμια πρεμιέρα του “Into the west”, μπορεί να είχαμε “Riding the storm”, “Bad to the bone”, “Genghis Khan”, “Little big horn”, “White masque”, όμως δεν είχαμε ΤΙΠΟΤΑ από ΔΙΣΚΑΡΕΣ όπως “Port royal”, “Black hand inn”, “Masquerade”, “The rivalry”, τουναντίον, είχαμε 4 κομμάτια από “Resilient” και “Shadowmaker” και ένα παντελώς αχρείαστο και αδιάφορο drum solo σε set 15 κομματιών. Μπορεί οι πειρατές να είναι σπουδαίοι ιστορικά, μπορεί ακόμα η απήχησή τους στη Γερμανία να είναι μεγάλη, μπορεί να ήταν απωθημένο σαν αγάπη παλαιότερων χρόνων, αλλά η χαρά που περίμενα δεν ήρθε στο αναμενόμενο μέγεθος και δυστυχώς αρκετοί που είδαμε το live και τα λέγαμε τις επόμενες μέρες, μοιραζόμαστε την ίδια άποψη. Όμως είδαμε RUNNING WILD επιτέλους διάολε!

Με ανάμικτα συναισθήματα λοιπόν, με τρελή κούραση από τα περισσότερα από 20 χιλιόμετρα περπατήματος-τρεξίματος μέσα στη λάσπη για να προλάβουμε να απολαύσουμε και μπάντες, αλλά και να κάνουμε και συνεντεύξεις, να παρευρεθούμε σε συνεντεύξεις τύπου κλπ, έκλεισε μουσικά η δεύτερη μέρα του φετινού Wacken. Η ημέρα ήταν πραγματικά δύσκολη, με τις μετακινήσεις να είναι μέσα σε πολύ λάσπη κάνοντας την ζωή μας… χωράφι και με την θερμοκρασία να ακουμπά τους 7 βαθμούς!Το ηθικό όμως παρέμενε στα ύψη! Έτσι το κλείσιμο των υποχρεώσεν, μας βρήκε εξουθενωμένους, να σερνόμαστε προς το κρεββάτι μας, για να αναπληρώσουμε τις δυνάμεις μας, προκειμένου να ευχαριστηθούμε το Σάββατο.
Σάββατο 1η Αυγούστου – 3η ημέρα

Ο ουρανός είχε ανοίξει και η θερμοκρασία θα ήταν γύρω στους 5 βαθμούς υψηλότερη. Σίγουρα η διάθεσή μας ήταν πιο θετική, αν και το σώμα μας δεν υπάκουε από την κούραση. Πάραυτα, η αρχή έγινε νωρίς και εκτός από κάποια ραντεβού, ακούσαμε λίγο από KHOLD. Πώς τους έπαιξε παιχνίδι ο καιρός και βγήκαν καταμεσήμερο (12:00) και για πρώτη μέρα με ήλιο! Ότι πρέπει για το black των Νορβηγών. Αν και νωρίς, είχαν ανταπόκριση, με αρκετές χιλιάδες κόσμου στην Black σκηνή, που ήταν μια από τις δύο κύριες σκηνές.

Λίγο πιο δεξιά, μερικά λεπτά μετά της μία η ώρα, οι POWERWOLF δημιούργησαν ατμόσφαιρα headliner. Όχι μόνο προσέλκυσαν τεράστιο κοινό (μπορεί και 30 χιλιάδες), αλλά έβλεπες τον κόσμο να συμμετέχει τραγουδώντας και ευχαριστώντας με τα τραγούδια τους. Ξεκίνησαν με το “Sanctified with dynamite” και όλοι μπήκαν γρήγορα στο κλίμα. Το θεατρικό τους στοιχείο ήταν έκδηλο με τα κουστούμια τους, το βάψιμό τους και το τεράστιο backdrop.

Τραγούδια από το ολόφρεσκο “Blessed and possessed” (το ομώνυμο και το “Armata strigoi” για παράδειγμα) αναμίχθηκαν με παλαιότερα (“Coleus sanctus”, “Army of the night”) και με το κλασικό, αλλά ογκώδες ύφος τους, στάθηκαν αντάξιοι των απαιτήσεων. Ήταν μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις του φεστιβάλ για εμάς, αφού δεν μπορούσαμε να περιμένουμε τέτοια ανταπόκριση. Στο στοίχημα παίζεται ότι η επομενη εμφάνισή τους εκεί θα είναι σε υψηλότερη θέση του billing.
![]()
Μία άλλη έκπληξη, επίσης θετική, θα ερχόταν από τη μικρότερη Headbanger stage, πάλι από Σουηδική μπάντα, τους AVATAR. Τα παληκάρια απο το Γκέτεμποργκ έχουν δουλέψει πολύ, έχουν βελτιωθεί σε τεράστιο βαθμό και έχουν επίσης ενσωματώσει πολλά θεατρικά στοιχεία στην σκηνική παρουσία κι έτσι καταφέρνουν να αναβαθμίσουν τα ήδη κολλητικά τραγούδια τους. Τα δυό τελευταία τους άλμπουμ, συνδυάζουν σκοτεινή goth ατμόσφαιρα, με industrial στοιχεία, μελωδίες και groove-άτους ρυθμούς. Φαίνεται πως έχουν αφήσει πίσω τους το αδιάφορο ξεκίνημά τους και πατούν στα “Smells like a freakshow”, “Hail the apocalypse”, “Let it burn” κλπ. Καλή περίπτωση.

Μπορεί να ήταν η μέρα των JUDAS PRIEST, όμως ο «άρρωστος» (λέγε με Φραγκίσκο Σαμοΐλη) είναι «άρρωστος» και ήταν η μέρα του “Tales from the thousand lakes”. Τι κι αν είχε ήλιο (μας έσκισες που μας έσκισες καιρικά, βρήκες στιγμή να έχεις καλοκαίρι) με ελάχιστες εξαιρέσεις συνεφειάς, τι κι αν ήταν μεσημέρι, οι Φινλανδοί AMORPHIS με το επικό αριστούεργημά τους, κατάφεραν και μάζεψαν πραγματικά πολύ κόσμο μπροστά από τη σκηνή. Πολύ περισσότερο από όσο ίσως περιμέναμε και με φοβερή ανταπόκριση.

Το intro “Thousand lakes” σε συνδυασμό με το υπέροχο backdrop με το εξώφυλλο του “Black winter day EP” μας προετοιμάζουν και για την επόμενη 1 ώρα, οι Φινλανδοί πραγματοποιούν το όνειρο κάθε πωρωμένου με το παρελθόν τους οπαδού τους. Το “Tales…” αποδίδεται ολόκληρο, με τα κομμάτια να είναι ακριβώς στη σειρά που είναι και στο δίσκο.

Δε μας έφτανε αυτό όμως, μιας και δεν αρκεί για να γεμίσει το set, και οι AMORPHIS δίνουν στον κόσμο και ένα “Vulgar necrolatry”, αλλά και 3 κομμάτια από το “Elegy”, τα “Better unborn”, “Against widows”, “My kantele” και «κλείνουν» με το “Folk of the north” από το ΕΡ του “Black winter day”, για να μας αποτελειώσουν. Σπουδαία εμφάνιση (και δε μιλάει απλά το fan-boy εδώ), πιστή απόδοση των κομματιών, σε ένα live που έφερε χαμόγελα σε όσους το παρακολούθησαν και «έσβησε» ένα ακόμη τεράστιο απωθημένο από τον προσωπικό συναυλιακό χάρτη. Μακάρι να το βλέπαμε ξανά, στην Ελλάδα, σε club. Πάντως εκεί ήμασταν και Έλληνες, αλλά και Κύπριοι!

Σειρά για τους Καναδούς DANKO JONES, οι οποίοι φέρουν το όνομα του κιθαρίστα / συνθέτη / τραγουδιστή / showman και παρότι μόλις τρεις, καταφέρνουν να μαγνητίσουν την προσοχή πολλών χιλιάδων. Η μόνη μπάντα στην οποία ταίριαζε το ηλιόλουστο απόγευμα, τραγούδησε για σχέσεις, γυναίκες και σεξ δείχνοντας οτι περισσότερο από θεατρινισμούς, χρειάζεται καλή μουσική για να διασκεδάσεις το πλήθος.

Η μουσική τους είναι για πάρτυ και σίγουρα ευχαριστηθήκαμε περισσότερο την ζωντανή τους εμφάνιση, από τις στούντιο δουλειές τους. Μπάντα που τη βλέπεις και περνάς καλά και αυτό ακριβώς έγινε και στη Γερμανία. Αν τους πετύχετε πουθενά έξω, μην τους χάσετε.

Μία μπάντα που τρώει ΤΕΡΑΣΤΙΟ σπρώξιμο από το Wacken, είναι οι BEYOND THE BLACK. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι η δεύτερη εμφάνισή τους στο φεστιβάλ, έχοντας μόλις ένα δίσκο που βγήκε φέτος, ενώ η τραγουδίστριά τους, Jennifer Haben, εμφανίστηκε και με τους ROCK MEETS CLASSIC, τραγουδώντας και το «χιτάκι» τους, αλλά και τον ύμνο του Wacken, κάτι που έκανε και στο σόου της μπάντας της. Η τέντα με τη σκηνή που εμφανίστηκαν οι BEYOND THE BLACK πάντως ήταν υπερβολικά γεμάτη, με τον κόσμο να ξέρει και να συμμετέχει στα τραγούδια και την ανταπόκριση να είναι τόση που δεν το πίστευα. Οι Γερμανοί WITHIN TEMPTATION πάντως στέκονται εξαιρετικά στη σκηνή, έχουν πιασάρικα και ωραία τραγούδια και μία γλυκύτατη frontwoman με πολύ καλή φωνή. Next big thing της χώρας.

Με το φεστιβάλ να μπαίνει στην τελική του ευθεία, η τρίτη συμφωνική ορχήστρα του τριημέρου, έπαιρνε θέση στην τεράστια Black stage. To ROCK MEETS CLASSIC είναι ένα μεγάλο project του Mat Sinner (SINNER, PRIMAL FEAR) που έχει γιγαντωθεί και καλεί πασίγνωστους καλλιτέχνες να παίξουν μαζί διάφορα γνωστά τραγούδια τους.

Στην παρούσα του μορφή, είχαμε την ευκαιρία να ευχαριστηθούμε 4 πολύ διαφορετικούς τραγουδιστές, ενώ στην μπάντα που έπαιζε με τους Τσέχους μουσικούς, ήταν ο Alex Beyrodt (VOODOO CIRCLE, PRIMAL FEAR) o Oliver Hartmann (AT VANCE, AVANTASIA) και άλλοι.

Η πρώτη καλεσμένη, τραγουδίστρια των BEYOND THE BLACK που μόλις είχαν παίξει σε άλλη σκηνή, με την πανέμορφη παρουσία της τράβηξε τα βλέμματα. Σύντομα όμως ήταν η εξαιρετική φόρμα του Joe Lynn Turner που μας ενθουσίασε και ιδιαίτερα όταν εκτέλεσε το “Stargazer”, αν και τα “I surrender” και “Spotlight kid” ήταν εξίσου καλά. Γρήγορα το ύφος άλλαξε με τον ντόπιο Michael Kiske σε μια απίστευτη εκτέλεση του “A little time”, που εκτοξέυτηκε με την ορχήστρα και την χορωδία. Ακόμα και ανεπιτυχής επιλογή του “Kids of the century”, ήταν καλή, αλλά σίγουρα το “I want out” ήταν το ζενίθ της βραχυπρόθεσμης εμφάνισής του.

Αυτό που έγινε όμως με τον Dee Snider απλά δεν συγκρίνεται. Ο άνθρωπος ήταν αεικίνητος και εκτίναξε όλη την εμπειρία. Εκτός από τα αναμενόμενα “We’re not gonna take it” και “I wanna rock” που είχαν τεράστια ανταπόκριση από το τεράστιο κοινό που είχε πλέον συσσωρεύσει, μέχρι το συγκινητικό “The price” που αφιέρωσε στον αδικοχαμένο AJ Pero. Τέλος έκλεισαν με το “Highway to hell”, και το Wacken είχε πάρει φωτιά! Επειδή η ορχήστρα συνεργάζεται εδώ και 5 χρόνια με την μπάντα του Mat Sinner, γνωρίζουν πολύ καλά πως να συμβάλλουν στα τραγούδια, αλλά αυτό που πραγματικά εκτοξεύει την ικανοποίηση είναι η επιλογή καλών τραγουδιστών. Υπέροχη εμφάνιση.

Οι BLOODBATH, με τον Nick Holmes στα φωνητικά, ήταν ένα ακόμη στοίχημα. Προσωπικά, χαμένο και αυτό. Δυστυχώς ο Holmes δεν είναι για τέτοια μπάντα, γιατί καλό το στούντιο, αλλά στο live όλα είναι διαφορετικά. Τόσο φωνητικά, όσο και σαν παρουσία, δεν ταιριάζει με το ύφος των Σουηδών. Μπορεί να ακούσαμε κομματάρες όπως τα “So you die”, “Soul evisceration”, “Unite in pain”, “Like fire”, “Cry my name”, αλλά την παράσταση έκλεψε το «κλείσιμο» της εμφάνισης των Σουηδών, με τον θεούλη Dan Swano να ανεβαίνει στη σκηνή σαν guest για να παίξουν το “Eaten”. Σίγουρα το highlight μίας εμφάνισης που ήταν καλή, αλλά από μπάντα που περιμένεις (;) περισσότερα.

Αρέσει δεν αρέσει, οι SABATON είναι φαινόμενο της εποχής μας στο γενικότερο power metal αλλά και metal χώρο. Και μπορεί να τους έχουμε δει και στη χώρα μας, μπορεί να βλέπουμε τόσο κόσμο στα live τους έξω, μπορεί για πολλούς να μην είναι κάτι το τρομερό, μπορεί πολλά, αλλά η εμπειρία του να τους δεις σε ένα τέτοιο φεστιβαλ και σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις του κόσμου, σε κάνει (ακόμα και να τους «μισείς» που λέει ο λόγος) να παραδεχθείς ότι αυτή η μπάντα, είναι ότι πρέπει για live!

Ένα live με το περισσότερο crowd-surfing που έχω προσωπικά ζήσει, αφού κυριολεκτικά κάθε λεπτό γυρνούσαμε τα κεφάλια μας για να δούμε αν και από που μας έρχονται νέοι «αερομεταφερόμενοι» ή για να σηκώσουμε κάποιον ή κάποια ή και κάποιους (είχαμε και double crowd surfing τρομάρα τους) ή απλά να σπρώξουμε τη βαρκούλα του θεούλη που πήγε άνετος! Σε μια στιγμή νομίζαμε ότι είμαστε σε γραμμή παραγωγής κάποιας βιομηχανίας με τις 3 σειρές «αερομεταφερόμενων» να έχουν συνεχή ροή. Υπέροχο συναίσθημα σε όλο το live, χαμόγελα παντού, φωνές, συμμετοχή, γιορτή, μπύρες, φιλίες με επίγειους και εναέριους ανθρώπους, σε μία εμφάνιση χαλαρά στις 5 κορυφαίες του φεστιβαλ, ουσιαστικά λόγω του απίστευτου παλμού και της σύνδεσης που έχει το Γερμανικό κοινό με τους SABATON. Εντυπωσιακό πραγματικά.

Ειδικά η αλλαγή από τη μπάντα του “Gott mit uns” στο ρεφραίν σε “Noch ein bier” (“ακόμη μία μπύρα”), ενός συνθήματος που δονούσε συνέχεια την ατμόσφαιρα και έβρισκε ανταπόκριση από τον εξαίρετο και γρήγορο σαν frontman Joakim Broden. Ή ο χαμός μετά την συνεχή απαίτηση για το “Swedish pagans” και την εκτέλεσή του από τη μπάντα. Μπορεί να μην ήταν τόσο καλοί όσο στην Αθήνα παικτικά, να είχαν θέματα με ήχο, αλλά περνούσες πραγματικά υπέροχα. Setlist κλασικό της περιοδείας τους, με κάποιες μικροαλλαγές όπως το “Panzerkampf” για παράδειγμα και όχι κάποιο σαν το “40:1” μέσα, με 6 κομμάτια από το τελευταίο τους άλμπουμ, αλλά και με τα απαραίτητα «χιτ» τους, οι Σουηδοί ήξεραν τι έκαναν όταν έπαιρναν την απόφαση να κινηματογραφήσουν αυτή την εμφάνιση για DVD. Με έτρωγε όμως να έπαιζαν και ένα “Coat of arms”, έτσι για να ακούσω τόσες χιλιάδες Γερμανούς να το τραγουδάνε, για το χαβαλέ της υπόθεσης. Όπως και να ‘χει, υπεράξιοι ακόμη και για headliners!

Όταν ήρθε η ώρα των JUDAS PRIEST και με την πρόσφατη αναφορά του Rock Hard στην εμφάνισή τους στην Αθήνα, οι προσδοκίες μας ήταν πολύ χαμηλές. Δεν παύει να μιλάμε για έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του heavy metal και σίγουρα ένα συγκρότημα που δεν μπορείς εύκολα να παραμελήσεις. To “Dragonaut” μπήκε με εξαιρετικό ήχο και φωτισμό αντάξιο του μεγέθους τους. Δεκαπέντε τραγούδια αργότερα και τα συναισθήματά μας, αν και κάπως ανάμικτα, ήταν κυρίως θετικά.

Σίγουρα η τετράδα των Travis-Hill-Faulkner-Tipton έκαναν μια εγγυημένα καλή εμφάνιση. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει η φωνή του Rob Halford άλλωστε. Το περίεργο ήταν πως οι ψηλές του κραυγές, ήταν άκρως επιτυχημένες, ακόμα και σε σημεία του “Beyond the realms of death”, του “Painkiller” ή στο κλείσιμο του “Victim of changes”. Από την άλλη όμως, πολλά από τα μεσαία και χαμηλά, δεν μπορούσαν καν να πατήσουν στις νότες που έπρεπε. Λίγο ο ενθουσιασμός του κόσμου, λίγο του οτι έχουμε χρόνια να τους δούμε και κάτι που γουστάρουμε τα ψηλά του Metal God, περάσαμε καλά και τραγουδήσαμε ύμνους (“Metal god”, “Hellbent for leather”, “Jawbreaker”, “Electric eye”, “Breaking the law”, “You’ve got another thing comin’”) ενω λίγο μετά τα μεσάνυχτα έκλεισαν όπως άρμοζε με το “Living after midnight”.
Μην μας κακολογήσετε που αγνοήσαμε τους CRADLE OF FILTH. Πραγματικά θέλαμε να δούμε τους Βρετανούς, ειδικά μετά το νέο ανέλπιστα πολύ καλό άλμπουμ που έβγαλαν. Όμως εκτός από την τεράστια κούραση, θέλαμε να μας μείνει μια καλή γεύση από τους PRIEST, ενώ είχαμε και πολύ δρόμο.
Αν κάτι από τα πιο περίεργα του WOA θα θέλαμε να εξερευνήσουμε, αυτό ήταν το συγκρότημα των WALTARI, αλλά μετά από τέτοια ταλαιπωρία και με τους Φινλανδους να έπονται μετά τις 2 το πρωί, όπως και τους SUBWAY TO SALLY, δεν μπορούσαμε να το αντέξουμε. Όπως επίσης (γενικότερα μιλώντας) και τους έταιρους Φινλανδούς, τους STEVE ‘N’ SEAGULLS που δεν «έκατσε» καμία ώρα που να μπορέσουμε να τους δούμε, αλλά έτσι πάνε αυτά.
Έτσι, σε ένα τετραήμερο γεμάτο από πολλά χιλιόμετρα, κάθε είδους λάσπης, κατεστραμένα παπούτσια, συνεντεύξεις, φωτογραφικές απόπειρες, αποκλειστικότητες, βρεγμένα ρούχα, αλλά και τόνους καλής μουσικής, πήραμε τον δρόμο για το Αμβούργο. Χάσαμε πολλές μπάντες, όμως δε μπορείς να τα έχεις όλα, καθώς είδαμε πράγματα που θα θυμόμαστε! Μην μας ρωτήσετε αν θα επιστρέψουμε του χρόνου. Αν ξεχαστεί η ταλαιπωρία και μείνει μόνο η γλυκιά ανάμνηση από τις τεράστιες εμφανίσεις που ζήσαμε, ίσως και να το συζητήσουμε. Τα ζητάει και ο οργανισμός μας είναι η αλήθεια, παρόλα τα «στραβά» που έκατσαν. Άλλωστε η καλή παρέα, σε συνδυασμό με ωραία μουσική, διορθώνει πολλά άσχημα. Είναι και αυτή η νοοτροπία που έχουν έξω στα φεστιβάλ, που απλά περνάνε καλά, ακούγοντας τόσα και διαφορετικά πράγματα. Άλλη συζήτηση αυτή. Noch ein bier!!!

Κείμενο: Φραγκίσκος Σαμοϊλης & Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης
Φωτογραφίες: Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης















>



