ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Illusions”
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Gerhard Magin
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Felix
Κιθάρα – Lotte Forst
Πλήκτρα – Katrin Jullich
Μπάσο – Harald Heine
Drums – Markus Jullich
Πίσω στα mid 90s, την εποχή που άνθιζε το gothic metal, το doom/death και λοιπά «ατμοσφαιρικά» παρακλάδια του heavy metal (τότε είχαμε και το γενικότερο όρο «ατμοσφαιρικό metal» αν θυμάμαι καλά), μία από τις μπάντες που είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον των απανταχού οπαδών αυτών των ιδιωμάτων, ήταν οι Γερμανοί CREMATORY. Τα δύο πρώτα άλμπουμ τους, “Transmigration” (1993) και “…Just dreaming” (1994) και ειδικά το πρώτο, είχαν δημιουργήσει μία σχετική «φασαρία» γύρω από το όνομά τους, όμως οι περισσότεροι τους έμαθαν με το τρίτο και για πολλούς μέχρι και σήμερα καλύτερο άλμπουμ τους, το “Illusions”. Σεπτέμβριος του 1995 λοιπόν και οι Γερμανοί κυκλοφορούν ένα δίσκο που χαρακτηρίζεται cult στο χώρο και όχι άδικα είναι η αλήθεια. Μπορεί τα πλήκτρα της Katrin να είναι απλά, τόσο σε παίξιμο, όσο και σε ήχους, όμως η ατμόσφαιρα που δημιουργεί, κάνει και με το παραπάνω για τη μουσική της μπάντας. Ο Felix πίσω από το μικρόφωνο, με τα κάτι σαν brutal φωνητικά του, δίνει την απαραίτητη «σκοτεινίλα», ενώ οι groove-άτες κιθάρες και τα lead του Lotte Forst (του οποίου η αποχώρηση λίγα χρόνια μετά θα σημάνει και την ολοκληρωτική αλλαγή στον ήχο της μπάντας) είναι οι απαραίτητες για αυτό το είδος μουσικής. Mid tempo συνθέσεις, άλλοτε πιο «ζωντανές», άλλοτε τελείως ατμοσφαιρικές και μαύρες, με ωραίες μελωδίες, και έναν ήχο που ακροβατεί μεταξύ του μελωδικού doom/death και του gothic metal. Το μεγάλο «χιτ» του συγκροτήματος, το “Tears of time” (που μετά του άλλαξαν τα φώτα με τις παραλλαγές του, κάτι σαν τους W.A.S.P. και το “Wild child” ένα πράγμα) και μέσω του κλασικού του βίντεο (η σκηνή με τη σκόνη να φεύγει μέσα από τα χέρια του Felix όταν λέει τους στίχους “like the dust in your hands” δεν ξεχνιέται), έδωσε στο δίσκο την προσοχή που χρειαζότανε, όμως δεν ήταν το μόνο κομμάτι που έκανε αυτό το άλμπουμ να θεωρείται σημαντικό στο συγκεκριμένο χώρο. Το “My way”, η προσωπική αδυναμία, το “Lost in myself”, το “The beginning of the end” και το “Dreams of dancing”, συμπληρώνουν μία εξαιρετική πεντάδα μαζί με το “Tears of time”, που δικαιολογεί το ντόρο που έκανε ο δίσκος και την ώθηση που απέκτησε η μπάντα μετά από αυτό. Η συνέχειά τους δισκογραφικά όμως, τους έκανε να βαλτώσουν για κάποια χρόνια, μέχρι που αποφάσισαν να το γυρίσουν σε πιο industrial gothic μονοπάτια και είτε να χάσουν παλιούς οπαδούς, είτε να αποκτήσουν καινούργιους, αλλά σε καμία των περιπτώσεων και παρά τα 12 συνολικά άλμπουμ τους, να αποκτήσουν τη δημοτικότητα που είχε φανεί τότε ότι θα αποκτούσαν. Όπως και να ‘χει, το “Illusions”, μαζί με το διάδοχό του, το «κόκκινο άλμπουμ» (“Crematory” – 1996), είναι δίσκοι που πρέπει να έχει στη δισκοθήκη του ή έστω να έχει ακούσει και πολύ, όποιος ασχολείται με το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Προσωπικά, η κορυφαία στιγμή της gothic metal εποχής τους.
ΟΝΟΜΑ ALBUM: “The haunted”
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Brian Slagel, Scott Burns, SIX FEET UNDER
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Chris Barnes
Kιθάρες – Allen West
Μπάσο – Terry Butler
Ντραμς – Greg Gall
Τα πρώτα άλμπουμ των CANNIBAL CORPSE, είχαν σκάσει ως κεραυνός εν αιθρία στο χώρο του death metal, κυρίως λόγω των πολύ ακραίων φωνητικών του Chris Barnes. Δεν ήταν μόνο πολύ σκληρά στα χαμηλά τους, αλλά έβγαζε και κάτι υψίσυχνες στριγκλιές, που ήταν trademark. Όταν ανακοινώθηκε η αποχώρηση (ή μάλλον εκδίωξη) του Barnes από τους CANNIBAL και η κυκλοφορία του “The haunted” από τους SIX FEET UNDER, όλοι αναρωτιούνταν τι διαφορές θα μπορούσαν να έχουν αυτά τα δύο σχήματα. Εκτός από τις προσωπικές διαφορές που ήταν και παραμένουν αγεφύρωτες ανάμεσα στους CANNIBAL και τον Barnes, από τον ήχο του “The haunted”, καταλαβαίνει κανείς ότι και οι μουσικές διαφορές τους πρέπει να ήταν παρόμοιες. Εκεί που το πρώην συγκρότημά του, έπαιζε με υπερηχητικές ταχύτητες και πολύ τεχνικά, πλέον με τους SIX FEET UNDER, ο Barnes πήγε στο άλλο άκρο. Πολύ αργά τραγούδια (σε στιγμές, απελπιστικά αργά), πολύ απλές φόρμες και πολύ groove. Α, κι επιπλέον εκείνος ήταν ο βασικός συνθέτης, ενώ παλιότερα έγραφε μόνο στίχους. Μαζί του, είχε πλέον τον Allen West, κιθαρίστα των OBITUARY και MASSACRE, τον Terry Butler, μπασίστα των DEATH, MASSACRE και άλλων (ξέρετε, αυτό το καλόπαιδο που πρωτοστάτησε στην αδιανόητη περιοδεία των DEATH χωρίς τον Chuck Schuldiner) και τον Greg Gall. Το να βρουν συμβόλαιο, μάλλον δεν ήταν δύσκολο, αφού ο γκουρού της Metal Blade, Brian Slagel, που είχε και τους CANNIBAL CORPSE στην ίδια εταιρία, έσπευσε να τους υπογράψει, αλλά και να αναλάβει την παραγωγή του άλμπουμ, μαζί με το γκρουπ και τον πανταχού παρών, ακόμα και τότε, Scott Burns, που είχε πάρει εργολαβία εκείνα τα χρόνια όποιο death metal γκρουπ κινούνταν στην ευρύτερη περιοχή της Florida των Η.Π.Α. Ο ήχος του γκρουπ, που πολύ απλουστευμένα μπορεί να περιγραφεί ως «οι OBITUARY με τα φωνητικά των CANNIBAL CORPSE», στην αρχή, ξένισε πολύ κόσμο και μαζί με την εμμονή του Barnes για τη μαριχουάνα (πολύ που μας ενδιαφέρει εν ολίγοις), οδήγησε πολύ κόσμο στο να σταθεί απέναντι στους SIX FEET UNDER και να γίνουν ένα εντελώς love / hate συγκρότημα (μεταξύ μας, ήρθαν και τα διαβόητα άλμπουμ διασκευών τους, που είναι ότι χειρότερο έχει παράγει η μουσική βιομηχανία, για να κάνουν πιο έντονα αυτά τα συναισθήματα). Παρόλα αυτά, το “The haunted”, μαζί με το επόμενο άλμπουμ τους, “Warpath”, παραμένουν από τις κορυφαίες στιγμές ενός σχήματος που είναι στην τέταρτη θέση των πωλήσεων στο death metal στην Αμερική, όλων των εποχών. Το all-time hit, “Lycanthropy” (μόνο σε μένα τα ντραμς θυμίζουν FEAR FACTORY;;;), το ΕΝΤΕΛΩΣ OBITUARY “Beneath the black sky” και το εναρκτήριο “The enemy inside”, θα έλεγα ότι ξεχωρίζουν, μέσα από έναν δίσκο που περιέχει και αρκετές μέτριες στιγμές όμως, όπως το απίστευτα μονολιθικό “Human target” ή το προχειρότατο τελείωμα του “Suffering in ecstasy”. Θα πρέπει να τονίσουμε, ότι στο “The haunted”, ο Barnes αποφεύγει τα ψιλά φωνητικά και βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα growls, που ταίριαζαν περισσότερο με τη μουσική του δίσκου. Τώρα αν οπωσδήποτε θέλετε τη γνώμη μου για το γκρουπ και τον δίσκο, να πω απλά ότι αν θέλω να ακούσω ένα groovy death metal σχήμα, με αργούς ρυθμούς, προτιμώ χίλιες φορές τους BOLT THROWER, παρά αυτούς εδώ…
Κείμενο CREMATORY: Φραγκίσκος Σαμοΐλης
Κείμενο SIX FEET UNDER: Σάκης Φράγκος






>

![A day to remember… 8/4 [IHSAHN] Ihsahn](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/04/Ihsahn-arktis-sbit-218x150.jpg)

