FUZZING NATION Interview (Άγγελος Ιωαννίδης)

0
76
Fuzzing Nation










Fuzzing Nation

“My amp is hot and now I know, my time is coming, here I go!”

 

Οι FUZZING NATION κυκλοφόρησαν στις αρχές του έτους το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο “Mothertruck”, δίνοντας σάρκα και οστά σε ένα μουσικό τοπίο, που βάζει στην ίδια πρόταση τις ατελείωτες περιπλανήσεις σε αχανείς, postapocalyptic αμμόλοφους και τα γκρουβάτα riffs. Με αφορμή αυτό όσο και τα μελλοντικά τους σχέδια, συνομιλήσαμε με τον τραγουδιστή και κιθαρίστα της μπάντας, Άγγελο Ιωαννίδη.

 

Πως πάρθηκε η απόφαση να δημιουργήσετε την μπάντα και να ακολουθήσετε τον heavy/stoner rock ήχο, δεδομένου ότι προέρχεστε από σχήματα με πιο metal υπόβαθρο;
Το metal ήταν και θα είναι πάντα κομμάτι της μουσικής μας ταυτότητας. Μέσα από αυτό μεγαλώσαμε, αυτό υπηρετήσαμε για πολλά χρόνια και αναπόφευκτα έχει αφήσει το αποτύπωμά του στον τρόπο που σκεφτόμαστε και γράφουμε μουσική. Όταν όμως δημιουργήθηκαν οι FUZZING NATION, δεν είπαμε ποτέ «πάμε να κάνουμε μια stoner μπάντα». Απλώς βρεθήκαμε, ξεκινήσαμε να τζαμάρουμε και αυτός ο ήχος βγήκε από μόνος του. Μας φάνηκε τόσο φυσικό, που δεν υπήρχε λόγος να το πιέσουμε προς κάποια άλλη κατεύθυνση. Νομίζω ότι όσο μεγαλώνεις, όχι μόνο σαν μουσικός αλλά και σαν άνθρωπος, σταματάς να δίνεις τόση σημασία στις ταμπέλες. Δεν σε ενδιαφέρει αν αυτό που γράφεις χαρακτηρίζεται ως metal, stoner ή heavy rock. Το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να είναι αληθινό  και να νιώθεις ότι αυτή η μουσική σε εκφράζει. Αυτό ακριβώς βρήκαμε στους FUZZING NATION και γι’ αυτό συνεχίζουμε να ακολουθούμε αυτόν τον δρόμο.

 

Mothertruck”, πρώτος δίσκος και μάλιστα concept. Από που αντλήσατε την έμπνευση γι’αυτό και πείτε μας μερικά λόγια για το περιεχόμενο του.
Η ιδέα για το “Mothertruck” ξεκίνησε εντελώς αυθόρμητα. Σε μια πρόβα, ο Λευτέρης (τύμπανα) εμφανίστηκε φορώντας ένα καπέλο που έγραφε “MotherTrucker” και εκείνη τη στιγμή μου ήρθε η ιδέα. Η λέξη έγινε τελικά “Mothertruck” και άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου η εικόνα ενός τεράστιου φορτηγού που διασχίζει έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο, σε αισθητική που θυμίζει Mad Max. Από εκεί και πέρα, η ιστορία άρχισε να χτίζεται μόνη της. Ο πρωταγωνιστής αναζητά ένα μυστηριώδες κλειδί, το οποίο, σύμφωνα με έναν μύθο, μπορεί είτε να δώσει ξανά ζωή στον κόσμο, είτε να τον οδηγήσει στην οριστική καταστροφή του. Ουσιαστικά, κάθε κομμάτι είναι και μία διαφορετική σκηνή αυτού του ταξιδιού, σαν να παρακολουθείς μια ταινία να ξετυλίγεται κομμάτι-κομμάτι.

 

Έρημος, postapocalyptic σκηνικά, κυνηγητά με αμάξια και φορτηγά. Που ποντάρατε τις μάρκες σας; Mad Max, Escape from New York ή Dune;
Αδιαμφισβήτητα στο Mad Max. Όχι γιατί θέλαμε να μεταφέρουμε τον κόσμο του αυτούσιο στη μουσική μας, αλλά γιατί πάντα μας γοήτευε αυτή η cult αισθητική του. Είναι ένας κόσμος που διαδραματίζεται στο μέλλον, μετά από μια ολοκληρωτική καταστροφή, αλλά, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια ωμή rock ‘n’ roll ενέργεια που διαπερνά τα πάντα. Ο ατελείωτος δρόμος, η σκόνη, η επιβίωση και η αίσθηση ότι συνεχίζεις να προχωράς ακόμα κι όταν όλα γύρω σου έχουν καταρρεύσει, είναι τα στοιχεία που δημιούργησαν τον κόσμο του “Mothertruck”.

 

Γράψατε και ηχογραφήσατε το άλμπουμ με αναλογικά μέσα. Ήταν εξαρχής συνειδητή επιλογή ή θεωρήσατε πως απλά ταίριαζε καλύτερα σε αυτό που θέλατε να βγάλετε από πλευράς ήχου;
Η επιλογή του αναλογικού ήχου δεν έγινε μόνο για το “Mothertruck”. Είναι κάτι που έχουμε αποφασίσει από την αρχή ως μπάντα και είναι μέρος της φιλοσοφίας μας. Και τα προηγούμενα δύο EP μας ηχογραφήθηκαν με την ίδια προσέγγιση. Για εμάς η διαδικασία ξεκινάει από τα βασικά: πραγματικοί ενισχυτές, μικρόφωνα μπροστά στις καμπίνες, fuzz pedals, φυσικά τύμπανα και γενικά μια πιο «παραδοσιακή» προσέγγιση στην ηχογράφηση. Θέλουμε ο ήχος να έχει την αίσθηση και τη ζωντάνια των 70s, εκεί όπου η μπάντα έμπαινε στον χώρο και έγραφε σαν σύνολο, με όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν μια ηχογράφηση να έχει προσωπικότητα. Δεν είναι θέμα νοσταλγίας ή προσπάθειας να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Απλώς αυτός ο τρόπος ηχογράφησης ταιριάζει απόλυτα στη μουσική που παίζουμε και στον ήχο που θέλουμε να βγάλουμε. Θέλουμε όταν ακούς FUZZING NATION να νιώθεις ότι υπάρχει μια πραγματική μπάντα πίσω από τον ήχο και όχι μια ψηφιακή over-edited ηχογράφηση.

 

Αν υπάρχει ένα κομμάτι που θεωρείτε ότι αντιπροσωπεύει και συνοψίζει αυτό που θέλετε να πετύχετε με το “Mothertruck”, ποιο είναι αυτό και γιατί;
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις ένα μόνο κομμάτι, γιατί το “Mothertruck” είναι ένας δίσκος με μουσική πολυπολιτισμικότητα και αρκετές διαφορετικές αποχρώσεις. Κάθε τραγούδι έχει τον δικό του ρόλο μέσα στην ιστορία και αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό κομμάτι του ταξιδιού. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω ένα, χωρίς πολλή σκέψη, θα ήταν το πρώτο κομμάτι του δίσκου, το “Burning Roads”. Θεωρώ ότι είναι αυτό που σε βάζει αμέσως στον κόσμο του “Mothertruck”. Περιγράφει το τοπίο στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία, αυτή την αίσθηση ενός μετα-αποκαλυπτικού κόσμου και ενός ατελείωτου δρόμου αναζήτησης που βρίσκεται στον πυρήνα του δίσκου.

Disco κουπλέ και hardcore punk πάνε μαζί ή συναντιούνται κάπου στη μέση; Αναφέρομαι στα “The elders code” και “I dont believe” που ήταν για μένα οι ευχάριστες εκπλήξεις του δίσκου.
Για εμάς πάνε μαζί, γιατί δεν ξεκινάμε ποτέ με τη λογική ότι κάτι πρέπει να ανήκει σε ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος. Αυτό που κοιτάμε πρώτα είναι το τι χρειάζεται το ίδιο το κομμάτι για να λειτουργήσει και πως εξυπηρετείται καλύτερα. Όταν δουλεύουμε ένα κομμάτι, αφήνουμε χώρο σε όλα τα στοιχεία που μπορούν να του δώσουν χαρακτήρα. Αν ένα σημείο χρειάζεται ένα πιο «disco» groove ή μια πιο hardcore punk ενέργεια, τότε αυτά τα στοιχεία μπαίνουν στη σύνθεση. Για εμάς δεν είναι αντίφαση με το stoner ύφος μας, αλλά διαφορετικές αποχρώσεις που τελικά υπηρετούν το ίδιο αποτέλεσμα.

 

Διακρίνω επίσης πως το χτίσιμο γύρω από ένα δυνατό και στιβαρό κιθαριστικό riff είναι η βάση της τεχνοτροπίας σας. Εξυπηρείται καλύτερα η συγκεκριμένη δυναμική από το γεγονός πως δεν υπάρχει δεύτερη κιθάρα στην σύνθεση σας;
Πάντα μου άρεσε η φιλοσοφία των power trios και γενικότερα το να υπάρχει μία κιθάρα μέσα σε μια μπάντα. Θεωρώ ότι έτσι η κιθάρα έχει περισσότερο «αρμονικό» χώρο να αναπνεύσει, τόσο στη σύνθεση όσο και στους τυχόν αυτοσχεδιασμούς. Παράλληλα, αυτό δίνει τη δυνατότητα στο μπάσο να έχει έναν πραγματικά ισότιμο ρόλο μέσα στη δημιουργία. Δεν το βλέπουμε απλώς σαν ένα όργανο που ακολουθεί την κιθάρα, αλλά σαν ένα βασικό κομμάτι της σύνθεσης, με δική του μελωδική παρουσία και χαρακτήρα. Πάντα το μπάσο συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των riffs, δίνοντας το βάρος, το groove και μια διαφορετική διάσταση στο τελικό αποτέλεσμα. Όσον αφορά τη σύνθεση, ναι, τις περισσότερες φορές όλα ξεκινούν από ένα riff. Ένα βασικό κιθαριστικό θέμα είναι η αφετηρία και γύρω από αυτό χτίζονται όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του κομματιού. Είναι ένας τρόπος γραφής που μας βγαίνει φυσικά και πιστεύουμε ότι αποτελεί σημαντικό μέρος της ταυτότητας των FUZZING NATION.

 

Πως προέκυψε η συνεργασία σας με την Argonauta Records;
Όταν ολοκληρώθηκαν οι ηχογραφήσεις, το mix και το master του “Mothertruck”, ξεκινήσαμε να στέλνουμε το υλικό σε διάφορες δισκογραφικές εταιρείες. Η ανταπόκριση που είχαμε ήταν πολύ θετική, αλλά τελικά επιλέξαμε την Argonauta Records για μια σειρά από λόγους. Ήταν μια ευρωπαϊκή εταιρεία, κάτι που έκανε τη συνεργασία πιο άμεση και πρακτική, έχει στο roster της μπάντες που κινούνται σε παρόμοιο μουσικό χώρο με εμάς και, πάνω απ’ όλα, μας κέρδισε η επαγγελματική της προσέγγιση. Από την πρώτη στιγμή υπήρχε σωστή επικοινωνία και μέχρι σήμερα η συνεργασία μας είναι πραγματικά άψογη.

 

Πέρυσι τέτοιο καιρό έλαβε χώρα το Back to the Beginning και το αποχαιρετιστήριο live του Ozzy Osbourne με τους BLACK SABBATH. Μιας και τους τιμήσατε με μερικές διασκευές στο δικό σας live στο An, θεωρείτε πως ήταν το ιδανικό αντίο αλλά και το κλείσιμο ενός κεφαλαίου που δύσκολα θα ξαναβιώσουμε στην εποχή του Spotify και των social media;
Το κεφάλαιο των BLACK SABBATH δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ. Οι SABBATH δεν είναι απλώς μια μπάντα ή μια εποχή, είναι η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ο  σκληρός ήχος. Τα riffs τους έχουν χαραχτεί τόσο βαθιά σε πολλές γενιές μουσικών και ακροατών. Για εμάς, όπως και για πολλούς που μεγάλωσαν με αυτή τη μουσική, οι BLACK SABBATH θα είναι πάντα μια σταθερή αναφορά και μια πηγή έμπνευσης. Τα τραγούδια τους έχουν αυτή τη διαχρονικότητα που δεν επηρεάζεται από εποχές, μόδες ή από τον τρόπο που καταναλώνεται σήμερα η μουσική. Το αποτύπωμά τους θα συνεχίσει να υπάρχει όσο υπάρχουν μουσικοί που κινούνται στο χώρο του σκληρού ήχου.

 

Το stoner rock ταβάνιασε την προηγούμενη δεκαετία από πλευράς δημοφιλίας, ξεφούσκωσε επί πανδημίας και μοιάζει να ψάχνει τα πατήματα του τα τελευταία χρόνια. Η υπερπροβολή του δημιούργησε τελικά κορεσμό ή απλά τα περιθώρια εξέλιξης του ήταν εξαρχής ελάχιστα;
Το stoner rock, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι μια μόδα που εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε. Είναι πλέον ένα διαχρονικό ιδίωμα του σκληρού rock ήχου, με ρίζες που πηγαίνουν πολύ πιο πίσω από τη δεκαετία του ’90. Για πολλούς από εμάς, η βάση του βρίσκεται βαθιά στη δεκαετία του ’70, σε εκείνη την εποχή όπου διαμορφώθηκαν πολλά από τα στοιχεία του heavy ήχου. Στη δεκαετία του ’90 το ιδίωμα αναζωπυρώθηκε παράλληλα με το grunge, μέσα από μπάντες όπως οι KYUSS και οι MONSTER MAGNET, οι οποίες έδωσαν μια νέα διάσταση σε αυτόν τον ήχο. Από το 2010 και μετά, το stoner έχει πλέον καθιερωθεί ως ένα σταθερό κομμάτι της παγκόσμιας rock σκηνής, με μεγάλα φεστιβάλ που είναι αφιερωμένα αποκλειστικά σε αυτόν τον χώρο και με μια πολύ ενεργή κοινότητα γύρω του. Ίσως η μεγαλύτερη δύναμή του είναι ότι δεν είναι ένα κλειστό είδος. Είναι ένας πολυσυλλεκτικός ήχος που μπορεί να αγκαλιάσει στοιχεία από heavy metal, doom, ψυχεδέλεια, blues και hard rock, αφήνοντας χώρο στις μπάντες να δημιουργήσουν τη δική τους ταυτότητα. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που πιστεύω ότι θα συνεχίζει να υπάρχει και να εξελίσσεται.

 

Σε εγχώριο επίπεδο, μπορούμε τελικά να μιλάμε για σκηνή ή απλά για μερικά συγκροτήματα που κατάφεραν σε βάθος χρόνου να ξεχωρίσουν από τα υπόλοιπα;
Σε εγχώριο επίπεδο, θεωρούμε ότι μπορούμε να μιλάμε για σκηνή εδώ και πολλά χρόνια. Η Ελλάδα έχει μια πολύ δυνατή παρουσία στον χώρο του stoner και μέσα από αυτή τη σκηνή έχουν ξεχωρίσει πολλές μπάντες με σημαντική πορεία. Από πολύ νωρίς οι NIGHTSTALKER αποτέλεσαν μια από τις πιο σημαντικές μπάντες του είδους, έχοντας καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλη αναγνώριση, εντός και εκτός Ελλάδας. Στη συνέχεια ακολούθησαν συγκροτήματα όπως οι PLANET OF ZEUS, οι 1000MODS και οι VILLAGERS OF IOANNINA CITY, που έδειξαν ότι η ελληνική σκηνή μπορεί να σταθεί επάξια σε διεθνές επίπεδο. Παράλληλα, αν κοιτάξει κάποιος το σημερινό συναυλιακό τοπίο, θα δει ότι υπάρχει μια πολύ ενεργή σκηνή με πολλές εξαιρετικές μπάντες που συνεχίζουν να δημιουργούν και να εξελίσσονται. Πιστεύουμε ότι πολλές από αυτές έχουν όλα τα στοιχεία για να ξεχωρίσουν ακόμα περισσότερο στο μέλλον.

 

Από πλευράς συναυλιών ποια είναι τα επόμενα σας σχέδια; Υπάρχει περίπτωση να παίξετε σύντομα και στο εξωτερικό;
Από πλευράς συναυλιών, αυτό που μπορούμε να ανακοινώσουμε μέχρι στιγμής είναι μια μικρή περιοδεία στη Γερμανία τον Δεκέμβριο του 2026. Γενικότερα, όμως, στόχος μας είναι να είμαστε όσο πιο ενεργοί γίνεται συναυλιακά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Όλα τα νέα σχετικά με τα επόμενα live μας, τις εμφανίσεις και τις δράσεις της μπάντας ανανεώνονται συνεχώς στα επίσημα social media μας και στην επίσημη ιστοσελίδα των FUZZING NATION, όπου μπορεί κάποιος να ενημερώνεται άμεσα για ό,τι ανακοινώνεται.

 

Για κλείσιμο και αφού σας ευχαριστήσω για την συνέντευξη, θα ήθελα να μας προτείνετε τρία άλμπουμ που θεωρείτε ότι αποτελούν ιδανική καλοκαιρινή συνοδεία (αλλά όχι για παραλία και ρακέτες).
Θέλουμε να σε ευχαριστήσουμε κι εμείς Πάνο για αυτή την πολύ ουσιαστική συνέντευξη και για τον τρόπο που προσέγγισες τη μουσική μας. Όσο για τα τρία άλμπουμ που θα προτείναμε για το καλοκαίρι, θα ξεκινούσαμε με KYUSS και το “Blues for the red sun”. Είναι ένας δίσκος που για εμάς αποτελεί σημείο αναφοράς, με τεράστια επιρροή στον stoner ήχο και μια ατμόσφαιρα που παραμένει μοναδική μέχρι σήμερα. Δεύτερη επιλογή θα ήταν οι ΜONSTER MAGNET με το “Powertrip”, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς και αναγνωρίσιμους δίσκους τους, με αυτή τη μίξη heavy rock, ψυχεδέλειας και τεράστιων riffs που τους έκανε ξεχωριστούς. Τρίτη επιλογή θα ήταν το πιο πρόσφατο άλμπουμ των NIGHTSTALKER, το “Return from the point of no return”, γιατί αποδεικνύει για μια ακόμη φορα ότι η μπάντα αυτή έχει αυθεντική rock ‘n roll ψυχή!!!

Πάνος Δρόλιας

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here