LACUNA COIL – CRIMSON GLORY and more (Chania Rock Festival, Day 2, 2/8)

0
122
Lacuna Coil






















Lacuna Coil

(Το report της πρώτης ημέρας του Chania Rock Festival είναι εδώ)

Κυριακή δύο Αυγούστου, ημέρα δεύτερη του Chania Rock Festival και το ξεκίνημα έγινε με τους Χανιώτες VEIL OMEGA. Πρόκειται για ένα νεοσύστατο γκρουπ, το μοναδικό τοπικό στο φεστιβάλ φέτος, που παίζει ένα gothic death που ακολουθεί πιστά στα χνάρια των πρώιμων PARADISE LOST και MOONSPELL. Έχοντας κάποια θέματα στον ήχο αλλά και λίγο άγχος, πράγμα καθόλου σοβαρό ή απροσδόκητο για ένα νέο συγκρότημα, οι Χανιώτες άρχισαν στα δέκα πρώτα λεπτά να ζεσταίνονται αρκετά γρήγορα και να δένουν με τους φίλους του γκρουπ που είχαν μαζευτεί μπροστά στη σκηνή που φορούσαν και τα μπλουζάκια του γκρουπ. Αφού πήραν μπρος, συνέχισαν με αυτοπεποίθηση και όρεξη να παρουσιάζουν υλικό που θα ακούσουμε και σε έναν επερχόμενο δίσκο. Ομολογώ πως αν και μου άρεσε αυτό που άκουσα, θα ήθελα να τους δω να αποκτούν το δικό τους αυθεντικό μουσικό αποτύπωμα, κάτι που λογικά δεν θα αργήσει να γίνει.

Στη συνέχεια είχαμε μια από τις μεγάλες εκπλήξεις του φεστιβάλ, τους Κύπριους ARS NOTORIA, οι οποίοι είχαν κερδίσει το 2025 το διαγωνισμό Γιώργος Μανουσέλης αλλά, λόγω ανωτέρας βίας, εμφανίστηκαν τώρα. Θα έλεγα πως τα παιδιά παίζουν ουσιαστικά ένα ιδιόρρυθμο prog metal αναμειγνύοντας διάφορες τάσεις και επιρροές, συχνά ετερόκλητες που όμως δένουν με κάποιο τρόπο χωρίς το τελικό αποτέλεσμα να παραξενεύει. Τα κομμάτια τους έχουν αποκλειστικά ελληνικό στίχο που ενίοτε η πολύ δυναμική τους frontwoman τραγουδά και ενίοτε απαγγέλει με στόμφο δίνοντας ένα ιδιαίτερο ερμηνευτικό στίγμα.

Η μπάντα φάνηκε απολύτως δεμένη και με χημεία πάνω στη σκηνή παρασύροντας το κοινό που είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Πάνω στη σκηνή, οι ARS NOTORIA ήταν κινητικότατοι και φάνηκαν σαν μια μπάντα με αρκετά χρόνια εμπειρίας και με απόλυτη πίστη στο προσωπικό τους μουσικό όραμα καθώς δεν συμβαίνει συχνά να ακούμε ελληνικές metal μπάντες με ελληνικό στίχο. Στα θετικά ήταν και ο μεστός και καθαρός ήχος με τη μπάντα να μπορεί άνετα να διοχετεύσει την ενέργεια του στο κοινό. Εντύπωση ιδιαίτερη έκανε το rhythm section με έναν μπασίστα που έπαιζε με σχεδόν κάθε τεχνική, με τους ρυθμούς να αλλάζουν από μέτρο σε μέτρο μαζί με τη διάθεση και τη μελωδία καθώς, όπως είπα, οι ARS NOTORIA παίζουν ένα κράμα που το λες και απρόβλεπτο ακόμα και εκκεντρικό. Τους ταιριάζει όμως απόλυτα και ξέρουν πώς να το εκμαιεύσουν στο κοινό…

… Κάτι που δεν μπορώ να πω για το επόμενο γκρουπ ή, μάλλον, ντουέτο, τους Ισπανούς ETJM που παίζουν instrumental djent/prog στο στυλ των ANIMALS AS LEADERS. Μόνο που το πολύπλοκο ρυθμικό σκέλος και το τεχνικό παίξιμο των τελευταίων που εξυπηρετεί τη σύνθεση και τη μελωδία, εδώ είναι αυτοσκοπός μ’ έναν κιθαρίστα που παίζει ουσιαστικά ασκήσεις τεχνικής πολύ γρήγορα και με την παραμόρφωση στο τέρμα και τον ντράμερ να προσπαθεί να τον ακολουθήσει μ’ ένα στείρο παίξιμο. Μιλάμε δηλαδή για ένα τάχα μου γκρουπ που εκπροσωπείται κατά κόρον από έναν κιθαρίστα που μάλλον δεν ακούει τον εαυτό του, χωρίς επίγνωση του πόσο απίστευτα κουραστικός καταντά με τις υπερβολικές ταχύτητες και την τεχνική για την τεχνική προσέγγιση του. Ο ήχος τους ήταν πολύ μπουκωμένος με τα εφέ στη κιθάρα να δημιουργούν χάος και την μπότα στα ντραμς να μας χτυπά αλύπητα. Το κοινό είχε αρχίσει να μειώνεται μπροστά και να ανταποκρίνεται στο αμήχανο κάλεσμα του κιθαρίστα εξίσου αμήχανα. Όταν κατέβηκαν από τη σκηνή, δεν ήμουν ο μόνος που ένιωσε ανακούφιση.

Φίλιππος Φίλης

Η επιστροφή των CRIMSON GLORY επί σκηνής ήταν ένα μεγάλο στοίχημα τόσο λόγω της μακρόχρονης απουσίας τους, όσο και για την προφανή ή μη προφανή αντικατάσταση κάποιων μελών. Ο νέος δίσκος που προστέθηκε πρόσφατα στο ενεργητικό τους είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και είναι μία πλήρης αντιπροσώπευση της μπάντας εν έτει 2026. Πάμε λοιπόν να δούμε πώς στάθηκε το γκρουπ χωρίς τους Midnight και Jon Drenning.

Παρά τη νέα μουσική που έγραψαν, το μεγαλύτερο βάρος έπεσε στα δύο πρώτα αριστουργήματα, με μόλις δύο συνθέσεις από το “Chasing the hydra”. Έχουν αρχίσει δειλά-δειλά να προσθέτουν υλικό, μιας και μέχρι πρόσφατα διάλεγαν μόνο το “Pearls of dust”, με το “Angel in my nightmare” να είναι νέα προσθήκη. Από άποψη setlist δεν νομίζω να υπάρχουν παράπονα όταν η αρχή γίνεται με τα “Valhalla”, “Dragon lady”, “Lady of winter” και “Where dragons rule”. Ο ήχος σαν ποιότητα ήταν αρκετά καλός με όλα τα όργανα να είναι ευδιάκριτα και τη φωνή να έχει το βάρος που της αξίζει. Από το ρυθμικό κομμάτι δεν έχω κάποιο παράπονο παικτικά, έχω όμως στο πλαίσιο της συνολικής εμφάνισης μιας και ο Jeff Lords ήταν μόνιμα στερεωμένος προς τα πίσω και κινούταν ελάχιστα, σαν να ήθελε να κρυφτεί. Ο Ben Jackson κύριος στις ρυθμικές κιθάρες, ενώ ο Mark Borgmeyer απέδωσε πολύ καλά τα κυρίως leads, βάζοντας τη δική του πινελιά στα solos.

Εκεί που ξεκινάνε οι ενστάσεις μου είναι στον Travis Wills. Είναι πολύ καλός τραγουδιστής με ωραία φωνή, αλλά δεν μπορεί να απογειώσει τα κλασικά κομμάτια στο επίπεδο που πρέπει. Η χροιά του είναι τρομερά κοντά σε αυτή του Midnight, αλλά δυστυχώς από μόνο του δεν αρκεί. Έτσι λοιπόν όταν περιμένεις να ακούσεις τις κορυφές στα “Where dragons rule” ή “Mask of the Red Death”, αυτές δεν έρχονται ποτέ και έτσι μένει στον αέρα μία αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Θα προτιμούσα έναν τραγουδιστή με διαφορετική χροιά, ο οποίος όμως θα μπορούσε να καθηλώσει στο ερμηνευτικό κομμάτι. Αποτυχημένη προσπάθεια και το “Lost reflection” το οποίο είναι ένα από τα πιο σπαρακτικά κομμάτια που έχουν γραφτεί ποτέ, με τη live εκδοχή του να χάνει σε συναίσθημα καθώς και στην κορύφωση με την τσιρίδα. Για να είμαι δίκαιος, στις καινούριες συνθέσεις που γράφτηκαν πάνω στη φωνή του απέδωσε τέλεια και μπορώ να πω πως τις χάρηκα πολύ.

Ο κόσμος από την άλλη είχε διαφορετική άποψη από μένα, αφού φάνηκε να το διασκεδάζει και με το παραπάνω. Στην τελική είχαμε μπροστά μας τους CRIMSON GLORY να παίζουν αυτά τα τόσο σπουδαία τραγούδια. Δεν ήταν κακή εμφάνιση, αλλά από όνομα τέτοιου βεληνεκούς περιμένω την πλήρη ισοπέδωση, όπως έκαναν οι SAVATAGE στην Αθήνα πριν λίγες μέρες, ή οι NEVERMORE στο Wacken (από ό,τι μπόρεσα να δω στο επίσημο βίντεο, το οποίο δίνει πολύ καλή γεύση). Μπορεί λοιπόν από μένα να διαβάσετε μία διχασμένη γνώμη, αλλά κρατήστε πως έτυχαν θερμής υποδοχής από το υπόλοιπο κοινό και σίγουρα αξίζει να τους δείτε εάν δοθεί η ευκαιρία. Το μεγαλύτερο ερώτημα βέβαια είναι ένα: Πόσοι πιστοί ξεχύθηκαν στην παραλία των Χανίων την επόμενη μέρα ψάχνοντας την μπάντα, η οποία είπε πως θα βρίσκεται εκεί και πως μας περιμένει για να παρτάρουμε μαζί τους;

Οι Ιταλοί LACUNA COIL μου είχαν ξεφύγει όσες φορές έπαιξαν Αθήνα και είναι από τα λίγα συναυλιακά απωθημένα που μου μένουν. Αυτό διορθώθηκε με την εμφάνισή τους στα Χανιά, μιας και δεν θα άφηνα για πολλοστή φορά χαμένη την ευκαιρία να τους δω σε ελληνικό έδαφος. Δεν είχα θέσει ψηλές προσδοκίες, δεν ήξερα τι να περιμένω, και αυτοί με τη σειρά τους ανέβηκαν με αέρα κατακτητή, δίνοντας μία από τις καλύτερες συναυλίες της χρονιάς. Και είναι πολλές.

Με το καλημέρα μέσω του “Layers of time”, έγινε ξεκάθαρο πως θα ζούσαμε μία τέλεια βραδιά με άριστο ήχο και τα μέλη στην καλύτερη δυνατή απόδοση. Το γεγονός πως είχαν φτάσει στο νησί λίγες μέρες νωρίτερα και είχαν χρόνο να ξεκουραστούν, σε συνδυασμό με το ζέσταμα που έκαναν στο Wacken αμέσως πριν, ήταν το τέλειο κοκτέιλ για αυτό το αποτέλεσμα. Οι Cristina Scabbia και Andrea Ferro ήταν σε δαιμονισμένη φόρμα και ο κόσμος έπιασε αμέσως αυτή την ενέργεια διοχετεύοντάς τη πίσω, συμμετέχοντας σε όλη τη διάρκεια του live.

Η μπάντα έχει δουλέψει πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια και μετά από ένα εκτεταμένο διάστημα αναζητήσεων, έχει βρει τον πραγματικό της εαυτό στον ακραίο ήχο και τα σκοτεινά ντυσίματα. Η μοντέρνα αυτή εκδοχή των LACUNA COIL θέλει την Cristina να μοιράζεται ισόποσα το φωνητικό μέρος με τον Andrea, ο οποίος, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως το “Spellbound”, τραγούδησε με brutal φωνητικά και screams. Και είναι κάτι που τους πάει γάντι. Παραδέχομαι πως το “Sleepless empire” είναι αρκετά επιθετικό για τα δεδομένα που θέλω το συγκρότημα να παίζει, αλλά ζωντανά αποδόθηκε τόσο άψογα που δεν αφήνει περιθώρια για κάποιο παράπονο. Το ίδιο συμβαίνει και με το “Comalies XX”. Σαν δουλειά δεν μπορώ με τίποτα να το ακούσω έναντι της πρωτότυπης εκδοχής, αλλά βοηθάει το συγκρότημα να φέρει τα τραγούδια αυτά στο σήμερα, κάτι που έγινε με το “Heaven’s a lie XX” και πραγματικά λειτούργησε φοβερά.

Οι LACUNA COIL του 2000 δεν υπάρχουν πια, επομένως ακολουθώντας αυτή τη στρατηγική καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα ωραία δομημένο setlist χωρίς φάλτσα, που κυλάει ομαλά. Αυτό δεν σημαίνει πως έλειπαν trademark στιγμές. Ο κόσμος τραγούδησε το “Enjoy the silence” με τον ίδιο ενθουσιασμό που χτύπαγε παλαμάκια στο “Our truth” και φώναζε “we fear nothing” στο “Nothing stands in our way”. Από το πρόσφατο μέρος της δισκογραφίας τους μου άρεσαν πραγματικά όλες οι επιλογές, είτε πρόκειται για τα “Reckless”, “Hosting the shadow”, “Gravity”, “Oxygen”, είτε για το άκρως πιασάρικο “I wish you were dead”.

Κατά τη διάρκεια της συναυλίας μία σκέψη πέρναγε συνεχώς από το μυαλό μου. Το πόση ενέργεια βγάζουν και το πόσο δυνατό και heavy είναι το παίξιμό τους. Ο Richard Meiz βασάνιζε τα τύμπανα δίχως αύριο, ενώ οι Marco Zelati και Daniele Salomone ήταν πραγματικοί βράχοι δίπλα στους δύο τραγουδιστές στους οποίους αναφερθήκαμε ήδη. Πειράζει να τα πούμε άλλη μια φορά; Μα τι φωνή αυτή η Cristina, ακούγεται καλύτερα από την εποχή του “Karmacode”, ενώ ο Andrea έχει κάνει κτήμα του την τεχνική των ακραίων φωνητικών και απέδωσε χωρίς να ζορίζεται στο ελάχιστο. Κάπως διαφορετικά τους είχα στο μυαλό μου, γιατί αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν μια επίθεση μοντέρνου METAL, με όλα τα γράμματα κεφαλαία.

Το άλλο πράγμα που εισέβαλε στο μυαλό μου όταν η βραδιά έφτασε στο τέλος της με τα “Swamped” και “Never dawn”, είναι πως δεν είχα το παραμικρό παράπονο για το setlist. Στη θεωρία ναι, θα ήθελα επιλογές μέσα από τα “Unleashed memories” και “Delirium”, ενώ δεν θα έλεγα όχι σε μεγαλύτερη συμμετοχή του “Comalies”. Αλλά δεν με ενδιαφέρει στο ελάχιστο, γιατί πρόκειται για εμφάνιση επιπέδου Champions League. Είδαμε μία τεράστια μπάντα η οποία έφερε αστείρευτο επαγγελματισμό, διατηρώντας παράλληλα αυθορμητισμό χωρίς να φαίνεται στημένη. Δεν με ενδιαφέρει να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου. Οι συναυλίες είναι βιωματικές και ο καθένας τις ζει διαφορετικά. Όπως λοιπόν ήμουν αυστηρός με τους CRIMSON GLORY, έτσι θα είμαι απόλυτα σωστός απέναντι στους LACUNA COIL. Δεν μπορώ να σκεφτώ λοιπόν κάποιον λόγο για τον οποίον δεν θα έμεινε κανείς ευχαριστημένος από τέτοια απόδοση, ενώ είμαι σίγουρος πως θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου για πάρα πολύ καιρό.

Παύλος Παυλάκης
Φωτογραφίες: Μανώλης Βαρούχας

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here