A day to remember… 9/8 [RATT]

0
54
Ratt






















Ratt

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dancing undercover” – RATT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Beau Hill
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Stephen Pearcy
Κιθάρες – Robbin Crosby
Κιθάρες – Warren DeMartini
Mπάσο – Juan Croucier
Τύμπανα – Bobby Blotzer

Το 1986, κανένα μέρος στον κόσμο του heavy metal δεν ήταν πιο φανταχτερό από την ηλιόλουστη Sunset Strip του Hollywood. Αυτός ο δρόμος με τα clubs και τα ατελείωτα πάρτι αποτελούσε το επίκεντρο του glam metal στην Αμερική, όπου καθημερινά γεννιόνταν νέα συγκροτήματα και οι scouts των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών αναζητούσαν, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, τα επόμενα μεγάλα αστέρια της σκηνής. Σε αυτό το περιβάλλον, εξέχοντα ρόλο κατείχαν οι RATT, γέννημα-θρέμμα της συγκεκριμένης περιοχής, που έκαναν πάταγο ήδη από το 1983, όταν κυκλοφόρησαν το πρώτο, ομώνυμο EP τους. Το LP που ακολούθησε την επόμενη χρονιά, με τίτλο “Out of the cellar”, όχι μόνο σημείωσε τεράστια επιτυχία, αλλά καθόρισε, σε μεγάλο βαθμό, τον ήχο του glam metal.

Το δεύτερο άλμπουμ τους, “Invasion of your privacy” (1985), επιβεβαίωσε ότι η επιτυχία των RATT δεν ήταν συγκυριακή. Αν και δεν έφτασε τις πωλήσεις του προκατόχου του, ανέδειξε αρκετά δυνατά hits ώστε να κρατήσουν το συγκρότημα ψηλά, τόσο στα charts όσο και στις playlists του MTV, που τότε αποτελούσε το κύριο μουσικό μέσο αναφοράς και μπορούσε να εκτοξεύσει καριέρες, οδηγώντας σε εκατομμύρια πωλήσεις. Οι RATT, μαζί με τους Mötley Crüe, καθιερώθηκαν ως βασικοί εκφραστές του συγκεκριμένου ιδιώματος, σε μια περίοδο κατά την οποία ο ανταγωνισμός άρχισε να γίνεται ολοένα εντονότερος. Στον ίδιο χώρο δραστηριοποιούνταν συγκροτήματα όπως οι QUIET RIOT, οι DOKKEN και οι TWISTED SISTER, ενώ μικρότερα ονόματα ακολουθούσαν κατά πόδας, μαρκάροντας στενά τα μεγάλα συγκροτήματα. Ταυτόχρονα, εκτός Los Angeles και σε ένα τελείως διαφορετικό μουσικό τοπίο, ένα νέο κύμα συγκροτημάτων, όπως οι METALLICA, οι SLAYER, οι MEGADETH και οι ANTHRAX, κέρδιζε διαρκώς έδαφος, προσελκύοντας ολοένα μεγαλύτερο μέρος του νεανικού κοινού που αναζητούσε κάτι λιγότερο φανταχτερό και, κυρίως, πιο επιθετικό.

Πλέον, είχε δημιουργηθεί ένα νέο είδος πίεσης για τους RATT. Με τη glam metal σκηνή σε πλήρη έξαρση, δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση. Από το 1984 μέχρι το 1986, το συγκρότημα βρισκόταν διαρκώς είτε σε περιοδεία είτε στο στούντιο. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο κιθαρίστας Warren DeMartini, μετά την ολοκλήρωση των εμφανίσεων τους στην Ιαπωνία για την περιοδεία του “Invasion of your privacy”, υπήρχε η προσμονή ότι επιτέλους θα έκαναν ένα διάλειμμα για να χαλαρώσουν. Αντί γι’ αυτό, ο manager τους ανακοίνωσε ότι είχε ήδη κλείσει στούντιο για το νέο άλμπουμ. Οι RATT απλώς δεν ήταν έτοιμοι. Τις δηλώσεις του DeMartini επιβεβαίωσε και ο ντράμερ Bobby Blotzer, ο οποίος αποκάλυψε χρόνια αργότερα ότι είχε δοθεί μη επιστρέψιμη προκαταβολή περίπου 50.000 δολαρίων για το στούντιο. Αυτό τους ανάγκασε να κλειστούν εκεί και να σπαταλούν εκατοντάδες δολάρια καθημερινά σε χρόνο ηχογράφησης, αντί να μπουν στο στούντιο με ολοκληρωμένο υλικό. Φαίνεται πως η εταιρεία τους, η Atlantic Records, ενδιαφερόταν κυρίως να «πάει τάπα» τους RATT για να τους αρμέξει. Το δόγμα ήταν απλό: όσο ένα συγκρότημα βρίσκεται στην κορυφή, δεν σταματά.

Έτσι, λοιπόν, ενώ η εξωτερική εικόνα παρέμενε απαστράπτουσα, στο εσωτερικό του συγκροτήματος η κατάσταση ήταν τεταμένη. Στα live τους, η επικοινωνία μεταξύ των μελών είχε μειωθεί αισθητά. Ο τραγουδιστής Stephen Pearcy προτιμούσε να απομονώνεται στο καμαρίνι του, κάτι που δεν καθόταν καλά με τους υπόλοιπους. Σαν να μην έφτανε αυτό, σε μία εμφάνιση των RATT με τους BON JOVI υπήρξε επεισόδιο του τραγουδιστή με τον Jon Bon Jovi, καθώς ο τελευταίος θεώρησε ότι οι headliners περιόριζαν σκόπιμα τη χρήση της σκηνής από το support συγκρότημα. Και, δυστυχώς, δεν ήταν μόνο ο Pearcy η αχίλλειος πτέρνα του συγκροτήματος.

Ο κιθαρίστας Robbin Crosby είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται σταδιακά στον εθισμό στην ηρωίνη, κάτι που αργότερα παραδέχθηκε και ο ίδιος. Όπως περιέγραψε, μετά την εξάντληση της προηγούμενης περιοδείας άρχισε να κάνει ηρωίνη, πιστεύοντας ότι μπορούσε να τη διαχειριστεί, χωρίς να αντιλαμβάνεται πόσο γρήγορα θα έχανε τον έλεγχο. Κάτι που και οι υπόλοιποι, σε κάποια φάση, επιβεβαίωσαν. Μεγάλες περιοδείες, πολλά χρήματα, ατελείωτα πάρτι, κοκαΐνη, αλκοόλ και ένας γενικότερος τρόπος ζωής που έμοιαζε με τρένο να τρέχει με σπασμένα τα φρένα. Όπως είχε πει και ο DeMartini, η γενιά τους πίστευε πως δεν θα επαναλάμβανε τα λάθη των ειδώλων της από τις προηγούμενες δεκαετίες. Τελικά, συνέβη ακριβώς το αντίθετο.

Παρά τις δυσκολίες, οι RATT πήραν ορισμένες συνειδητές καλλιτεχνικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, το νέο άλμπουμ δεν θα είχε την παραδοσιακή “must” power ballad, που πλέον αποτελούσε απαραίτητο συστατικό σχεδόν κάθε εμπορικού hard rock άλμπουμ της εποχής. Αντ’ αυτού, επέλεξαν έναν πιο άμεσο, σκληρό και γρήγορο προσανατολισμό, με τα τραγούδια να κινούνται πιο κοντά στο heavy metal. Ωστόσο, το συνεκτικό αποτέλεσμα στο οποίο στόχευαν θα ήταν προϊόν πέντε διαφορετικών μουσικών που λειτουργούσαν ανεξάρτητα. Όπως δήλωσε ο DeMartini, οι RATT δεν ήταν πλέον πραγματική μπάντα σε αυτό το σημείο. Ο καθένας έγραφε μόνος του στο σπίτι του και οι ιδέες γεννιούνταν απομονωμένα. Κάθε μέλος έφερνε σχεδόν ολοκληρωμένες συνθέσεις ή riffs, τα οποία προσπαθούσαν να ενώσουν κατά την προπαραγωγή του άλμπουμ. Αλλά ούτε και αυτό το απλό στάδιο πραγματοποιήθηκε όπως θα έπρεπε. Ο Pearcy απουσίαζε κατά το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας, δυσκολεύοντας την κατάσταση ακόμη περισσότερο, και εξαιτίας αυτής της απουσίας αρκετά τραγούδια ολοκληρώθηκαν ουσιαστικά μέσα στο στούντιο. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, η κατάσταση έγινε τόσο δύσκολη, ώστε πολλές φορές ο παραγωγός Beau Hill, που είχε συνεργαστεί με την μπάντα και στα δύο προηγούμενα άλμπουμ, έπρεπε να επιβληθεί δυναμικά προκειμένου να προχωρήσει η δουλειά. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, διότι διαφορετικά δεν θα τελείωναν ποτέ.

Παρά το γεγονός ότι ο Beau Hill διατήρησε τον χαρακτηριστικό καθαρό ήχο που τον είχε κάνει περιζήτητο παραγωγό της δεκαετίας του ’80, το νέο άλμπουμ, που βαπτίστηκε “Dancing undercover”, ακουγόταν αισθητά λιγότερο «γυαλισμένο» από τα προηγούμενα RATT. Οι κιθάρες βρίσκονται συνεχώς στο προσκήνιο, οι ενορχηστρώσεις είναι λιγότερο περίπλοκες, οι διάρκειες των τραγουδιών παραμένουν μικρές, με ελάχιστες περιττές επαναλήψεις, και το αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο μια μπάντα που παίζει σχεδόν ζωντανά στο στούντιο παρά ένα υπερβολικά επεξεργασμένο προϊόν της MTV εποχής.

Στο “Dancing undercover”, ο Warren DeMartini αναδεικνύεται ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής των RATT, προσφέροντας πιο επιθετικά riffs και ώριμα σόλο. Αυτό συνέβη καθώς ο Robbin Crosby αποφάσισε οικειοθελώς να αποχωρήσει από τα κιθαριστικά leads, αναγνωρίζοντας την τεχνική υπεροχή του DeMartini, διατηρώντας ωστόσο την παρουσία του σε δύο σόλο. Παρά τις προσωπικές του περιπέτειες με τις καταχρήσεις, ο Crosby παρέμεινε σιωπηρά ο αρχιτέκτονας των συνθέσεων, συνυπογράφοντας πέντε τραγούδια και σφραγίζοντας τη συνολική αισθητική του άλμπουμ. Παράλληλα, ο μπασίστας Juan Croucier λειτούργησε ως ο αφανής MVP, συνυπογράφοντας έξι τραγούδια και προσφέροντας δεύτερα φωνητικά. Τέλος, ο Bobby Blotzer έδωσε έναν πιο «ζωντανό» και επιθετικό χαρακτήρα στον δίσκο με την έντονη παρουσία του πίσω από τα τύμπανα, ενώ παράλληλα σημείωσε μία από τις σπάνιες συνθετικές του συμμετοχές σε τραγούδι.

Το “Dancing undercover” αποτελεί τον πιο συμπυκνωμένο, άμεσο και ηχητικά επιθετικό δίσκο της κλασικής περιόδου των RATT. Με συνολική διάρκεια μόλις 35 λεπτών, μοιρασμένη σε δέκα σύντομες συνθέσεις, επικεντρώνεται σε καθαρόαιμο, γρήγορο hard rock, με κοφτά riffs και περισσή ενέργεια. Η πρώτη πλευρά ανοίγει δυναμικά με το “Dance”, το οποίο γράφτηκε τελευταίο, μετά από πίεση του Beau Hill για ένα κομμάτι που θα πήγαινε για single, όπως και έγινε, φτάνοντας στο νο. 59 του αμερικανικού singles chart. Ο DeMartini εμπνεύστηκε το χαρακτηριστικό εισαγωγικό riff από το “Baba O’Riley” των WHO, δημιουργώντας μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εισαγωγές της δισκογραφίας τους. Παρά το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκε σε τεράστιο hit, η συνεχής προβολή του στο MTV και η συμπερίληψή του στη δημοφιλή σειρά “Miami Vice” («Οι Σκληροί του Μαϊάμι») το κατέστησαν αρκετά αναγνωρίσιμο. Ακολουθεί το “One good lover”, ένα μάλλον υποτιμημένο τραγούδι με έντονο blues και swing χαρακτήρα, που φέρει τη συνθετική σφραγίδα του Robbin Crosby και θυμίζει τις πρώιμες ημέρες του συγκροτήματος.

Στο “Drive me crazy”, οι ταχύτητες ανεβαίνουν αισθητά, με το riff να κινείται σε heavy μονοπάτια, ενώ τα ντραμς του Bobby Blotzer προσδίδουν μια σχεδόν speed ένταση. Το κομμάτι ξεχωρίζει επίσης επειδή φιλοξενεί ένα από τα τελευταία σημαντικά σόλο του Robbin Crosby στους RATT. Το δεύτερο single του δίσκου, “Slip of the lip”, αποτυπώνει την κλασική “sleaze” αισθητική του συγκροτήματος μέσα από ένα απλό αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό riff και ένα υποδειγματικό solo του DeMartini, που συνδυάζει περίτεχνα το legato με τη blues φρασεολογία. Η πρώτη πλευρά ολοκληρώνεται με το αγαπημένο “Body talk”, ίσως την βαρύτερη και πιο επιθετική σύνθεση στην ιστορία της κλασικής περιόδου των RATT. Το βασικό riff υπήρχε για χρόνια στο αρχείο του DeMartini, όμως ο Juan Croucier ήταν εκείνος που, υπό την πίεση του χρόνου, τακτοποίησε τα φωνητικά, πρόσθεσε νέες συγχορδίες και ολοκλήρωσε το τραγούδι μέσα σε μία μόνο ημέρα. Με τα καταιγιστικά ντραμς του Blotzer και την ωμή ερμηνεία του Stephen Pearcy, το “Body talk” κέρδισε καθολική αποδοχή, ενώ η παρουσία του στο soundtrack της ταινίας “The Golden Child” («Το Χρυσό Παιδί») με τον Eddie Murphy τού προσέφερε σημαντική επιπλέον δημοσιότητα.

Η δεύτερη πλευρά διατηρεί αμείωτη την ένταση, ξεκινώντας με το “Looking for love”, ένα αρκετά μελωδικό κομμάτι που βασίζεται στο στιβαρό μπάσο του Croucier και σε ένα από τα καλά solo του Crosby. Πολλοί οπαδοί το θεωρούν ένα από τα κορυφαία deep cuts της δισκογραφίας τους, υποστηρίζοντας ότι διέθετε μεγαλύτερη εμπορική δυναμική από τα επίσημα singles. Στο “7th Avenue”, ο ρυθμός γίνεται αισθητά πιο βαρύς, σκοτεινός και bluesy. Η σύνθεση αυτή ξεφεύγει από την ταχύτητα του υπόλοιπου δίσκου και εστιάζει στο groove, προαναγγέλλοντας τη μουσική κατεύθυνση που θα ακολουθούσε η μπάντα στα επόμενα άλμπουμ της.

Το “It doesn’t matter” αναδεικνύει ξανά τη σημαντική συνθετική προσφορά του Juan Croucier. Διαθέτει έντονο ρυθμό, πιασάρικο refrain και στίχους που εκπέμπουν ένα θετικό μήνυμα αποδοχής της διαφορετικότητας, αποτελώντας αγαπημένη επιλογή των fans. Προς το τέλος του άλμπουμ, το “Take a chance” αποτελεί σημείο τριβής μεταξύ των φίλων του συγκροτήματος. Ορισμένοι το κατατάσσουν ως το μοναδικό filler του δίσκου, λόγω της απουσίας κάποιου ιδιαίτερα αξιομνημόνευτου riff, ενώ άλλοι το θεωρούν μια αξιοπρεπή σύνθεση που απλώς αδικείται επειδή διαδέχεται μια συμπαγή σειρά τραγουδιών. Το άλμπουμ κλείνει με το “Enough is enough”, τη μοναδική σύνθεση που συνυπογράφουν και τα τέσσερα βασικά συνθετικά μέλη, οι DeMartini, Crosby, Croucier και Pearcy. Η χαλαρή εισαγωγή αποτελεί μια ασυνήθιστη πινελιά για τα δεδομένα του δίσκου, πριν το κομμάτι εξελιχθεί σε ένα κλασικό mid-tempo hard rock τραγούδι. Αν και μια μερίδα των fans θα προτιμούσε μια πιο εντυπωσιακή κορύφωση για το κλείσιμο, το “Enough is enough” λειτουργεί ως η απαραίτητη εκτόνωση μετά από τριάντα πέντε λεπτά ασταμάτητης ηχητικής επίθεσης.

Το εξώφυλλο του “Dancing undercover” ήταν μία ακόμη επιλογή της μπάντας, αυτή τη φορά σε καθαρά αισθητικό επίπεδο. Οι πανέμορφες κοπέλες των προηγούμενων εξωφύλλων αντικαταστάθηκαν από ασπρόμαυρα πορτρέτα των μελών του συγκροτήματος, με στόχο να προβληθεί μια πιο «σοβαρή» εικόνα. Σε κάποιους φάνηκε ότι η μπάντα ωρίμασε, με κάποιον τρόπο, ενώ σε άλλους άφησε την εντύπωση ότι έχασε ένα μέρος της χαρακτηριστικής, ηδονικής αισθητικής της. Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή δεν ήταν αμελητέα. Για ένα συγκρότημα που μέχρι τότε είχε επενδύσει τόσο έντονα στην οπτική του ταυτότητα, η επιλογή να βάλει για πρώτη φορά τα ίδια τα μέλη στο επίκεντρο του εξωφύλλου έμοιαζε σχεδόν σαν δήλωση ότι οι RATT ήθελαν πλέον να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως μπάντα και λιγότερο ως ομορφόπαιδα της Sunset Strip.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη δημιουργία του, το “Dancing undercover” μόνο αποτυχία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Όταν κυκλοφόρησε πριν από 40 χρόνια, το άλμπουμ έφτασε στο Νο. 26 του αμερικανικού Billboard, ενώ, βάσει πωλήσεων, πιστοποιήθηκε πλατινένιο στις Η.Π.Α. και χρυσό στον Καναδά και την Ιαπωνία, επιβεβαιώνοντας ότι οι RATT παρέμεναν ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά ονόματα της glam metal σκηνής. Ωστόσο, οι αριθμοί, σε μια δεύτερη ανάγνωση, έλεγαν και μια άλλη ιστορία. Το ντεμπούτο τους, “Out of the cellar”, είχε ξεπεράσει τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ. Το επόμενο, “Invasion of your privacy”, είχε φτάσει περίπου τα δύο. Το “Dancing undercover” σταμάτησε περίπου στο ένα εκατομμύριο δίσκους σε πωλήσεις. Η καθοδική πορεία ήταν εμφανής και αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί σε ένα σύνολο αιτιών. Πρώτον, από το άλμπουμ απουσίαζε ένα πραγματικά μεγάλο hit, αντίστοιχο του “Round and Round” ή του “Lay It Down”. Δεύτερον, δεν υπήρχε η απαραίτητη power ballad, η οποία, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, αποτελούσε σχεδόν αναγκαίο μέσο για επιτυχία στο ραδιόφωνο. Και τρίτον, υπήρχε ολοένα αυξανόμενος ανταγωνισμός. Εκτός από τους φίλους τους Mötley Crüe, οι BON JOVI κατέκλυσαν τα ραδιόφωνα, το MTV και τα charts, με το τρίτο τους άλμπουμ, “Slippery when wet”. Μαζί τους άρχισαν να ανεβαίνουν και οι CINDERELLA από τη Φιλαδέλφεια, ενώ στην πίσω αυλή των RATT, οι POISON είχαν ήδη κυκλοφορήσει, με μεγάλη επιτυχία, το δικό τους ντεμπούτο, “Look what the cat dragged in”, αλλάζοντας πίστα από support σχήμα σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις του glam.

Με τα video clip των “Dance”, “Slip of the lip” και “Body talk” να προβάλλονται συχνά στο MTV, οι RATT βγήκαν σε μία ακόμη περιοδεία, για την προώθηση του “Dancing undercover”, και επιβεβαίωσαν ότι παρέμεναν σημαντική συναυλιακή ατραξιόν. Μαζί τους εμφανίστηκαν κατά διαστήματα οι Poison, οι Cinderella, οι Cheap Trick, οι Queensrÿche και οι Vinnie Vincent Invasion. Αξίζει να σημειωθεί πως, όταν οι POISON αντικαταστάθηκαν προσωρινά από τους Queensrÿche, η προσέλευση του κοινού στις συναυλίες μειώθηκε αισθητά και επέστρεψε στα καθιερωμένα επίπεδα μόνο όταν επέστρεψαν οι POISON. Αυτό δεν λέει κάτι αρνητικό για τους Queensrÿche, αλλά περισσότερο αποδεικνύει πόσο ραγδαία ανέβαινε το εμπορικό προφίλ των POISON την περίοδο 1986-1987. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Robbin Crosby παραδέχτηκε για την παρουσία των Queensrÿche ότι: «… ήταν το λάθος μείγμα. Γιατί εμείς ήμασταν μία πάρτι μπάντα ενώ αυτοί ήταν κάτι πιο σκοτεινό. Προσωπικά μου άρεσαν, αλλά ήταν, απλά, ένας κακός συνδυασμός».

Η πρώτη εμπορική υποχώρηση των RATT ήταν πραγματική και δεν μπορεί να αγνοηθεί, όπως πραγματική ήταν και η αδυναμία του συγκροτήματος να αξιοποιήσει πλήρως το υλικό του, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου αρκετά τραγούδια ολοκληρώνονταν ουσιαστικά στο στούντιο και ακόμη και το βασικό single προέκυψε από την ανάγκη να βρεθεί, την τελευταία στιγμή, ένα τραγούδι με εμπορικές προδιαγραφές. Ωστόσο, το άλμπουμ συνολικά απέδειξε ότι οι RATT δεν είχαν χάσει ούτε την ικανότητα να γράφουν δυνατά riffs ούτε εκείνη τη χαρακτηριστική ισορροπία ανάμεσα στον ρυθμό, τη μελωδία και τη σκληράδα που τους είχε οδηγήσει στην κορυφή. Οι απόψεις των fans για το “Dancing undercover” παραμένουν διχασμένες, με την πρώτη πλευρά να θεωρείται από πολλούς σχεδόν αψεγάδιαστη, ενώ η δεύτερη εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας. Το άλμπουμ ακούγεται σαν το στιγμιότυπο μιας μπάντας που βρισκόταν ήδη υπό πίεση, που είχε αρχίσει να χάνει τη συνοχή της, αλλά εξακολουθούσε να διαθέτει αρκετή έμπνευση και προσωπικότητα ώστε να δημιουργήσει ένα άλμπουμ που ξεχωρίζει. Η εμπορική του δυναμική μπορεί να περιορίστηκε, αλλά τέσσερις δεκαετίες αργότερα το “Dancing undercover” ακούγεται ως το άλμπουμ που μας δείχνει, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, τι συνέβαινε πραγματικά μέσα στους RATT, την περίοδο που η λάμψη τους άρχισε να φθίνει.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here