A day to remember… 9/8 [CINDERELLA]

0
64
Cinderella






















Cinderella

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Night songs” – CINDERELLA
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury / Polygram
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Johns
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tom Keifer – Κιθάρα, φωνητικά
Eric Brittingham – Μπάσο
Jeff LaBar – Κιθάρα
Fred Coury – Drums

I need a shot of gasoline…

H αλήθεια είναι πως αν γνώριζες τους CINDERELLA μόνο από μια φωτογραφία του 1986, δύσκολα θα μάντευες τι πραγματικά ήταν επί της ουσίας, αυτή η μπάντα. Υπήρχε βλέπετε μια πολύ συγκεκριμένη εξωτερική ομοιότητα σχεδόν σε όλες τις μπάντες του λεγόμενου hair metal, και όχι μόνο… Μακριά και φουλ στην λακ μαλλιά, δερμάτινα ρούχα, σκισμένα κουρέλια έντονα χρώματα, φουλάρια, make up και …μουσικοί που έμοιαζαν να έχουν βγει ακριβώς από το ίδιο session φωτογράφισης με όλες τις μπάντες της εποχής. Και είναι απολύτως λογικό χωρίς να έχεις ακούσει ούτε μία νότα, να αποφασίσεις ότι ξέρεις ήδη τι πρόκειται να ακούσεις. Πολύ χαρακτηριστική επίσης, η περίπτωση των GREAT WHITE όπου και σε αυτούς αλλού σε πήγαινε η εμφάνιση και αλλού η μουσική τους.. Συμφωνείτε δεν συμφωνείτε, αυτό είναι μια αλήθεια που δεκαετίες τώρα επιλέγουμε να αγνοούμε και να αποσιωπούμε. Κάπου εκεί βρίσκεται όλη η παράξενη ιστορία αλλά και η αλήθεια για τους CINDERELLA.

Πίσω από αυτή την εικόνα υπήρχε μια μπάντα που είχε μεγαλώσει με πολύ διαφορετικές μουσικές επιρροές και ακούσματα. Υπήρχε ένας τραγουδιστής (και τραγουδοποιός) που άκουγε πολύ blues (B.B. King, Muddy Waters, Johnny Winter, Albert King κλπ) άκουγε ROLLING STONES, LED ZEPPELIN, τραγουδούσε σαν τον Steven Tyler των AEROSMITH, γούσταρε AC/DC, μα κιθαριστικά του άρεσαν πολύ και οι UFO της Schenker περιόδου. Δίπλα του ο υπέροχος Jeff LaBar, ένας κιθαρίστας επίσης βουτηγμένος στα ηλεκτρικά blues με σαφείς επιρροές από Page και Jeff Beck. Όταν ο LaBar μπήκε στην εικόνα, η κιθαριστική πλευρά των CINDERELLA άρχισε να αποκτά διαφορετική υπόσταση, αλλά και το βάθος που επιδίωκε ο Keifer. Υπήρχε, με έναν τρόπο, ολόκληρη η ιστορία του αμερικανικού και βρετανικού rock πριν από αυτούς. Κι όμως, όταν οι CINDERELLA βγήκαν μπροστά στο κοινό με το “Night songs”, η εποχή αποφάσισε να τους βάλει σε ένα πολύ συγκεκριμένο «κουτί», σε μια κατηγορία μαζί με δεκάδες άλλους γιατί απλά αυτό επιτάσσονταν από την εποχή, αυτή ήταν η συνταγή της επιτυχίας των 80s. Μην νομίζετε πως ήταν μόνο αυτοί, σχεδόν στο σύνολο τους αυτές οι μπάντες, οδηγήθηκαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε αυτή την κατεύθυνση. Δεν ήταν δικό τους λάθος, ίσως και να ήταν επιλογή τους, ίσως και να ήταν αυτός ο μόνος δρόμος προς τα μεγάλα ακροατήρια, ίσως στην παρούσα φάση αυτό μπορούσαν να κάνουν μόνο. Ευτυχώς για τους CINDERELLA, αυτό το πρώτο βήμα, το έκαναν με πολύ ορθό, ποιοτικό και πειστικό τρόπο.

Από το Los Angeles μέχρι τη Νέα Υόρκη και από τη Φιλαδέλφεια μέχρι το New Jersey, υπήρχαν εκατοντάδες νέες μπάντες που περίμεναν να συμβεί κάτι. Οι CINDERELLA απλώς έτυχε να εμφανιστούν ακριβώς τη στιγμή που το σύμπαν αποφάσισε να τους δώσει την ευκαιρία και μαζί με το σύμπαν συμμάχησε και ο Jon Bon Jovi.

Η μουσική τους διαδρομή, όμως, είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Ο Tom Keifer μεγάλωσε στην περιοχή της Φιλαδέλφειας, σε ένα περιβάλλον όπου το rock δεν ήταν απλά ένας αστικός μύθος. Ήταν κάτι που μπορούσες να ακούσεις από το διπλανό σπίτι, από ένα αυτοκίνητο που περνούσε στον δρόμο, από μια μπάντα που έπαιζε σε κάποιο μικρό club. Ο ίδιος έχει πει πώς, ως νεότερος, παρακολουθούσε τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς να παίζουν στα garage και πώς ένα riff των CREAM, το “Sunshine of your love”, ήταν από τα πρώτα hard rock πράγματα που έμαθε να παίζει, όταν άρχισε στο λύκειο να ασχολείται με την μουσική.

Αυτά όλα έχουν σημασία, γιατί όταν μιλάμε σήμερα για τους CINDERELLA, είναι εύκολο να ξεκινήσουμε από το 1986 και να κοιτάξουμε προς τα μπρος. Αν το κάνουμε όμως αντίστροφα, θα δούμε την μπάντα διαφορετικά. Δεν βλέπουμε έναν τραγουδιστή που αποφάσισε να φτιάξει μια glam metal μπάντα επειδή αυτό ήταν το ρεύμα της εποχής. Βλέπουμε έναν μουσικό που είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί το δικό του μουσικό μονοπάτι από τις μέρες του σχολείου. Τα blues ήταν εκεί. Το hard rock ήταν εκεί. Οι κιθάρες των LED ZEPPELIN, των UFO ήταν εκεί. Οι ROLLING STONES ήταν εκεί μαζί και οι AEROSMITH, οι AC/DC! Και κάπου πιο πίσω υπήρχε και η μεγαλύτερη σχολή του rock, οι BEATLES. Όχι ως ο ήχος που θα μπορούσες να δείξεις με το δάχτυλο μέσα σε ένα riff των CINDERELLA, αλλά ως υπενθύμιση ότι ένα τραγούδι μπορεί να είναι μεγαλύτερο από την παραγωγή του, την εποχή του ή την εικόνα που το περιβάλλει. Χρόνια αργότερα, μιλώντας για τη διαδικασία συγγραφής, θα εξηγούσε ότι ένα καλό τραγούδι πρέπει να μπορεί να σταθεί ακόμη και με ένα μόνο όργανο, αρκεί να υπάρχουν η μελωδία και οι στίχοι. Αν το τραγούδι είναι δυνατό, τότε η παραγωγή μπορεί να του αλλάξει το «χρώμα», όχι όμως την ουσία και αυτό εξηγεί πολλά για τους CINDERELLA. Εξηγεί γιατί η ιστορία τους δεν αρχίζει πραγματικά με το “Shake Me”, αλλά αρχίζει με τον Keifer να σώζει τον εαυτό του από τα ναρκωτικά και να προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να γράψει τραγούδια που να ακούγονται σαν δικά του, και ας έχουν την επήρεια των αγαπημένων του καλλιτεχνών. Πολύ πριν από τα εκατομμύρια πωλήσεων, πριν το ακριβό δισκογραφικό συμβόλαιο.

Η σκηνή της Φιλαδέλφειας και του New Jersey ήταν σκληρό σχολείο. Οι μπάντες έπρεπε να παίξουν, να ανέβουν στη σκηνή και να αποδείξουν ότι μπορούν να κρατήσουν ένα κοινό για δύο ώρες. Ο Keifer δεν ήθελε να περάσει όλη του τη ζωή απλώς παίζοντας σε clubs.

Οι CINDERELLA σχηματίστηκαν μέσα από σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί στην τοπική σκηνή. Ο Eric Brittingham ήταν ήδη φίλος με τον Keifer από προηγούμενα σχήματα και οι δυο τους άρχισαν να χτίζουν τον πυρήνα της μπάντας. Τα πρώτα μέλη δεν έμειναν. Ο κιθαρίστας Michael Schermick και ο drummer Tony Destra αποχώρησαν και δημιούργησαν αργότερα τους BRITNY FOX. Αυτά είναι γεγονότα που σε μια τυπική βιογραφία θα περνούσαν σε δύο γραμμές. Όμως κάθε μουσικός που έφευγε άφηνε πίσω του ένα ερώτημα. Μπορεί αυτή η μπάντα να συνεχίσει; Και κάθε καινούργιος μουσικός φέρνει μαζί του μια νέα πιθανότητα.

Οι CINDERELLA έπαιζαν, έγραφαν, έκαναν πρόβες και περίμεναν. Έπρεπε να τους δει ο σωστός άνθρωπος. Ο σωστός άνθρωπος εμφανίστηκε, αλλά όχι ακριβώς όπως θα περιμέναμε ή όπως συμβαίνει συνήθως. Εμφανίστηκε ο Gene Simmons των KISS, αλλά… Δεν κατάφερε τίποτα! Μερικές φορές όμως, το σύμπαν δίνει και δεύτερες ευκαιρίες.

Ο Jon Bon Jovi έτυχε να βρίσκεται στη Φιλαδέλφεια εκείνη την περίοδο, όταν είδε τους CINDERELLA να παίζουν. Δεν τους γνώριζε, ούτε ήταν φίλοι, οι μουσικοί βλέπουν συνεχώς άλλους μουσικούς, δεν είναι δα αυτό και κάτι το ιδιαίτερο. όμως εντυπωσιάστηκε. Πήγε στη Mercury/PolyGram και μίλησε για τους CINDERELLA στον Derek Shulman ο οποίος είχε την θέση του record executive. Αυτός του απάντησε πως ήδη τους είχε τσεκάρει αλλά δεν είχε ενθουσιαστεί ιδιαίτερα. Ο Shulman ήταν επιφυλακτικός, ο Bon Jovi, αντίθετα, ήταν ενθουσιώδης και επέμενε. Πίεσε τον Shulman να τους ξαναδεί και βρέθηκε μαζί του στην επόμενή τους εμφάνιση, συνεχίζοντας να επιμένει για αυτούς, καθ’ όλη τη διάρκεια του set. Και τον έπεισε! Τελικά οι CINDERELLA υπέγραψαν στην Mercury. Εδώ υπάρχει ένας μικρός μύθος που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε, ότι ο Jon Bon Jovi έπαιρνε ποσοστά από τις πωλήσεις των CINDERELLA επειδή τους βοήθησε να βρουν συμβόλαιο. Τεκμηρίωση που χρειάζεται για να παρουσιάσουμε ως γεγονός κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει. Αντίθετα, ο μπασίστας των CINDERELLA, ο Eric Brittingham, έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν ζήτησε τίποτα για τη βοήθειά του. Απλά όταν η μπάντα υπέγραψε, σύμφωνα με τον ίδιο, το μόνο που ζήτησε ήταν ένα πράγμα, να κάνουν πλατινένιο δίσκο.

Έτσι, οι CINDERELLA βρέθηκαν ξαφνικά σε έναν κόσμο που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε πολύ μακρινός, και εκεί έπρεπε να αποδειχθεί αν όσα είχαν κάνει μέχρι τότε μπορούσαν να μεταφερθούν σε ένα άλμπουμ. Δεν θα ήταν ψέμα να πούμε ότι οι CINDERELLA δεν είναι ακριβώς η μπάντα που ακούγεται στο “Night songs”, και αυτό δεν είναι προσβολή. Πολλές μπάντες τις βλέπεις να βρίσκουν τα πατήματά τους ή ακόμα και την ταυτότητά τους στο δεύτερο και τρίτο τους άλμπουμ. Ο ίδιος ο Tom Keifer το έχει πει άλλωστε με πολύ πιο ενδιαφέρον τρόπο πως όταν μπήκαν να γράψουν το πρώτο άλμπουμ, ήταν ακόμη ανέτοιμοι. Δεν γνώριζαν πραγματικά πώς να μεταφέρουν απόλυτα αυτό που είχαν στο μυαλό τους, στα ηχεία ενός μεγάλου στούντιο. Και όπως συχνά πυκνά γίνεται το πρόβλημα αυτό της απειρίας, θα το έλυνε ένας παραγωγός. Ο Andy Johns.

Ο Johns δεν ήταν ένας τυχαίος παραγωγός και μηχανικός ήχου. Είχε ήδη δουλέψει με μερικά από τα σημαντικότερα rock άλμπουμ και το πλεονέκτημά του ήταν πως ήξερε πολύ καλά τη διαφορά ανάμεσα στο να ηχογραφείς μια μπάντα και στο να αποτυπώνεις τη δύναμή της. Οι CINDERELLA είχαν όλα τα καλά του κόσμου. Είχαν τις ιδέες, είχαν την τεχνική, είχαν την έμπνευση, αλλά αυτό που φυσιολογικά δεν είχαν ακόμα, ήταν η εμπειρία να τα μετατρέψουν όλα αυτά και να τα ενσωματώσουν σε ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Φανταστείτε επίσης πως υπήρχαν περίπου 60 ή 70 τραγούδια από τα οποία έπρεπε να επιλέξουν. Και τελικά έπρεπε να διαλέξουν εκείνα που μπορούσαν να αντιπροσωπεύσουν ποιοι ήταν εκείνη τη στιγμή. Αυτό είναι το “Night songs”. Αλλά δεν είναι η οριστική εικόνα των CINDERELLA και αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Γιατί σήμερα, ακούγοντας το θαυμάσιο “Night songs” πρώτα, μετά το “Long cold winter” και το “Heartbreak station” ή το “Still climbing” είναι εύκολο να πεις ότι οι CINDERELLA ήταν πάντα μια blues rock μπάντα που απλώς έτυχε να φοράει glam ρούχα.

Η αλήθεια είναι λίγο πιο σύνθετη. Το “Night songs” είναι περισσότερο hard rock, πιο άμεσο, πιο επιθετικό, είναι εναρμονισμένο με το περιβάλλον του 1986. Ο δίσκος ήταν ένας πιο basic hard rock και στη συνέχεια, άλμπουμ με το άλμπουμ, με την μία επιτυχία να διαδέχεται την άλλη, η μπάντα ξεκαθάρισε τον ήχο της βήμα-βήμα!

Το “Night songs” κυκλοφόρησε το 1986 και δεν έγινε από την πρώτη εβδομάδα το τεράστιο άλμπουμ που ξέρουμε σήμερα, η επιτυχία του χτίστηκε σταδιακά. Η μπάντα συνέχισε να περιοδεύει, τα τραγούδια άρχισαν να βρίσκουν κοινό και το κλασικό πια “Nobody’s Fool” έδωσε στον δίσκο μια δεύτερη ζωή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το άλμπουμ έφτασε τελικά στο Νο. 3 του Billboard και πιστοποιήθηκε αρχικά χρυσό, μετά πλατινένιο και στη συνέχεια διπλά πλατινένιο. Το 1991 η RIAA το πιστοποίησε τριπλά πλατινένιο. Αυτό σημαίνει ότι η επιτυχία του δεν ήταν πυροτέχνημα. Ήταν ένας δίσκος που, αντί να εξαντληθεί γρήγορα, συνέχιζε να βρίσκει κοινό για καιρό μετα την κυκλοφορία του.

Όμως εδώ υπήρξε μια παρεξήγηση που ως ένα σημείο ακολούθησε την μπάντα για πάντα. Πολλές φορές βιαζόμαστε να απαντήσουμε σε ερωτήματα τα οποία δεν ξαναθέτουμε, ποτέ ξανά στον αυτό μας. Έτσι ο κόσμος είχε ήδη αποφασίσει τι ήταν οι CINDERELLA. Glam metal και hair metal, ένα ακόμα συγκρότημα της εποχής, πιο σκληρό μεν, αλλά αυτό. Και η ίδια η μπάντα δεν μπορούσε να κάνει πολλά για να το αλλάξει, ή μήπως, δεν ήθελε να το αλλάξει ακόμη; Γιατί ας είμαστε δίκαιοι. Οι CINDERELLA δεν ήταν μια blues μπάντα που κατά λάθος βρέθηκε με glam αμφίεση. Το “Night songs” είναι πραγματικά ένα κορυφαίο album του 1986 και δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε. Έχει την αισθητική, την παραγωγή, την ένταση και τη μελωδικότητα της εποχής. Το λάθος μας βρίσκεται αλλού, στο πως θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν όλο. Μέχρι να έρθει το “Long cold winter” και η εικόνα να αρχίζει να ξεκαθαρίζει, τα blues γίνονται πιο φανερά, οι συνθέσεις να ωριμάζουν διαφορετικά. Μπορεί να μην είχαν ποτέ ξανά τον «βρώμικο» και επιθετικό ήχο του “Night songs”, όμως παρότι είναι πιο ακατέργαστο ως άλμπουμ, είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της εποχής που έδειξε μια μπάντα σκληρή, δυνατή και με ατόφιες rock ρίζες. Και για αυτό το αγαπάμε τόσο πολύ ακόμα και σήμερα και ποτέ δεν το θεωρήσαμε fake, αντίθετα το ακούμε και το βλέπουμε ως ένα εξαιρετικό πρώτο βήμα μιας μπάντας που ποτέ δεν μας απογοήτευσε, αντιθέτως μας γοήτευσε.

Οι CINDERELLA τότε ήταν μια νέα rock μπάντα που είχε πολλά να μάθει, αλλά πιστεύω σήμερα, πως ήξερε ήδη κάτι πολύ σημαντικό, ότι κάτω από τη μόδα υπάρχει πάντα ένα τραγούδι και αν το τραγούδι είναι αρκετά καλό, κάποια στιγμή η μόδα φεύγει, αλλά το τραγούδι μένει. Και έτσι, no matter what, το “Night songs” έχει βρει την σωστή θέση του στην ιστορία και πολύ φυσιολογικά και απολύτως δικαίως την θέση του στην δισκοθήκη των περισσότερων από εμάς.

Δημήτρης Σειρηνάκης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here