
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Slippery when wet” – BON JOVI
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury / PolyGram
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Bruce Fairbairn
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jon Bon Jovi – Φωνητικά
Richie Sambora – Κιθάρα, φωνητικά
Alec John Such – Μπάσο
Tico Torres – Drums
David Bryan – πλήκτρα, φωνητικά
“We’ve got to hold on to what we’ve got…”
Κάτσε λίγο μαζί μου… Ξέρεις, αυτή είναι μια ιστορία επιτυχίας, μια ιστορία επιμονής, υπομονής, αφοσίωσης, μια ιστορία με happy end, αλλά και με πολύ προσπάθεια, πολύ άγχος, ένταση και αγωνία. Είναι μια ιστορία όχι μόνο για το πως φτιάχτηκε το “Slippery when wet”, ούτε μόνο πως απογείωσε τους BON JOVI, πιο πολύ είναι μια ιστορία ενός άλμπουμ το οποίο φτιάχτηκε για τα μεγάλα ακροατήρια, του άλμπουμ που διαμόρφωσε εν πολλοίς τον εμπορικό rock ήχο από την αρχή μέχρι το τέλος. ‘Η μήπως τελικά είναι μια ιστορία που θα έπρεπε να διηγηθεί όχι το πως, αλλά το από τι φτιάχτηκε ένα τέτοιο άλμπουμ! Φίλε … είναι πολύ ενδιαφέρουσα και λίγο περίεργη αυτή η ιστορία αυτή των BON JOVI.
Όταν βγήκε το “Slippery…”, για τον πολύ κόσμο, έμοιαζε σαν να εμφανίστηκε από το πουθενά. Σαν μια μπάντα να ξύπνησε ένα πρωί και να είχε ξαφνικά τρία από τα μεγαλύτερα τραγούδια της δεκαετίας. Μόνο που ξέρουμε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε έτσι απλά, ούτε έτσι δια μαγείας και σίγουρα οι BON JOVI ούτε ήταν και ούτε ήθελαν να γίνουν one (..or three) hit wonder band.
Λίγο αν γυρίσεις το χρόνο πίσω, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Πέντε νεαροί από το New Jersey προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν είναι η μπάντα που θα κάνει δύο καλούς δίσκους και θα χαθεί. Έχουν όρεξη, έχουν φιλοδοξία, έχουν σίγουρα μερικά καλά τραγούδια, αλλά τους λείπει εκείνο το ένα πράγμα που χωρίζει τις καλές μπάντες από τις πραγματικά μεγάλες. Η βεβαιότητα για το ποιοι είναι! Αλλά ναι, ξέχασα να σας πως και κάτι ακόμα, έχουν και ένα τελεσίγραφο στα χέρια τους από την Mercury. «Ή θα κάνετε το breakthrough, ή θα χάσετε το συμβόλαιό σας», με άλλα λόγια είναι σε μια φάση do or die.
Για τον John Francis Bongiovi Jr, η πρώτη πραγματικά μεγάλη ευκαιρία ήρθε νωρίτερα απ’ όσο περίμενε. Ο ξάδελφός του, Tony Bongiovi, ήταν συνιδιοκτήτης του περίφημου Power Station Studio στη Νέα Υόρκη, ενός από τα σημαντικότερα στούντιο της εποχής, μιας και εκεί οι David Bowie, Madonna, Bruce Springsteen και άλλοι, είχαν ηχογραφήσει τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους. Ήταν τόσο διάσημα να φανταστείτε, ώστε ένα από τα πιο διάσημα supergroup των 80s, πήραν το όνομα τους, από αυτά. Μαντέψτε ποιο… Εκεί, λοιπόν, όπου ηχογραφούσαν μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής βιομηχανίας, ο νεαρός Jon βρέθηκε να κάνει κάθε δουλειά που μπορούσε να του ανατεθεί. Σκούπιζε, κουβαλούσε εξοπλισμό, έφτιαχνε καφέδες, παρακολουθούσε σιωπηλά τις ηχογραφήσεις. Για κάποιους ήταν αγγαρεία. Για εκείνον ήταν ένα εισιτήριο σε έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στους δίσκους του.
Και όπως βλέπετε, υπάρχει μια ανακολουθία την ιστορία μας. Οι περισσότεροι νέοι μουσικοί περνούν τα πρώτα τους χρόνια προσπαθώντας να μπουν σε ένα μεγάλο στούντιο. Ο Jon πέρασε τα δικά του παρατηρώντας από κοντά πώς λειτουργούσε αυτός ο κόσμος. Έβλεπε παραγωγούς να επιμένουν σε μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι ακροατές δεν θα πρόσεχαν ποτέ, τραγουδιστές να επαναλαμβάνουν την ίδια φράση ξανά και ξανά μέχρι να αποδώσουν ακριβώς το συναίσθημα που αναζητούσαν και κιθαρίστες να σπάνε τις χορδές της κιθάρας από τα νεύρα τους! Και, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, ένα μάθημα που θα τον συνόδευε σε όλη του την καριέρα, του έγινε καθημερινός τρόπος σκέψης. Πως ένα τραγούδι ή μια καλή μελωδία μπορεί να σε βάλει σε ένα δωμάτιο ηχογράφησης, αλλά οι άνθρωποι με τους οποίους θα το φτιάξεις είναι εκείνοι που μπορούν να σε κρατήσουν μέσα σε αυτό.
Οι πρώτες προσπάθειες δεν είχαν τίποτα το μυθικό. Υπήρχαν πρόβες, μικρές εμφανίσεις, άφθονες κακές ή καλές κριτικές, αλλαγές μουσικών, απογοητεύσεις και εκείνη η καθημερινή αβεβαιότητα που γνωρίζει κάθε μπάντα πριν αποκτήσει όνομα. Δεν είχε ακόμη τους BON JOVI όπως τους γνωρίζουμε. Είχε όμως την ανάγκη να δημιουργήσει μια σταθερή μπάντα και όχι να έχει δίπλα τους εφήμερους μουσικούς.
Και κάποια στιγμή, αφού ο κορμός της μπάντας φαίνονταν να είχε διαμορφωθεί, εμφανίστηκε ο άνθρωπος που θα άλλαζε οριστικά αυτή την προσπάθεια. Και εδώ μπαίνει στο κάδρο ο Richie Sambora. Και όταν σας λέω ότι μπήκε στο κάδρο, εννοώ πως ο Sambora μπήκε στην μπάντα ουσιαστικά με το έτσι θέλω! Φίλος με τον Alec John Such, είδε μια εμφάνιση της μπάντας, ενημέρωσε τον Jon Bon Jovi ότι ο Dave Sabo, δεν είναι κατάλληλος για αυτούς, την άλλη μέρα πήγε σε μια πρόβα μαζί τους και μέχρι το βράδυ είχαν γράψει τα “Burning for love” και “Come back”.
Δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις τον ρόλο του Richie αν τον περιορίσεις στη λέξη «κιθαρίστας». Είναι ακριβής φυσικά, αλλά ανεπαρκής στην ουσία. Εκτός από κιθάρα, έπαιζε πιάνο, είχε μάθει drums, σαξόφωνο και μπάσο. Είχε ήδη ηχογραφήσει άλμπουμ και παραλίγο να είχε ενταχτεί στους KISS. Ο Sambora δεν μπήκε απλώς για να γεμίσει τη θέση της ηλεκτρικής κιθάρας. Έφερε μαζί του έναν διαφορετικό τρόπο να ακούει τα τραγούδια, διαφορετικές επιρροές, διαφορετική αίσθηση της μελωδίας και, κυρίως, την ικανότητα να σταθεί απέναντι στον Jon όχι ως μουσικός που θα εκτελούσε τις ιδέες του, αλλά ως συνεργάτης που θα μπορούσε να τις αμφισβητήσει, να τις συμπληρώσει και να τις κάνει μεγαλύτερες. Αυτή την τελευταία λεπτομέρεια να την θυμάστε. Γιατί αυτό είναι το πρώτο από τα υλικά από τα οποία θα φτιαχτεί, το “Slippery when wet”. Η σχέση Jon και Richie, δυο μουσικών με διαφορετικές επιρροές και άλλο βλέμμα στην μουσική.
Και στους BON JOVI συνέβη κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον, οι διαφορές τους άρχισαν να λειτουργούν υπέρ τους. Ο Jon είχε την εμμονή με το τραγούδι, τη δομή, τη μελωδία, την επικοινωνία με το κοινό. Ο Richie είχε τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται την κιθάρα, τις αρμονίες, τα riffs, τις δεύτερες φωνές, τα blues, τις soul γραμμές. Αλλά όσο περισσότερο έγραφαν μαζί, τόσο περισσότερο άρχιζε να δημιουργείται κάτι που κανείς από τους δύο δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει μόνος του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είχαν βρει ήδη τη συνταγή από την πρώτη στιγμή. Χρειάστηκε πρώτα να αποτύχουν λίγο για τα δεδομένα της εποχής, να κάνουν λάθη και δύο άλμπουμ πρώτα μέχρι να βρουν την απόλυτη ισορροπία που ήθελαν. Το πρώτο άλμπουμ των BON JOVI είχε το “Runaway”, και ένα πλήθος υπέροχων συνθέσεων. Ήταν όμως ακόμη μια newcomer μπάντα που προσπαθούσε να καταλάβει πώς να μετατρέψει την ενέργεια των clubs σε κάτι μεγαλύτερο, μια μπάντα που ακόμα δεν είχε βρει τον δικό της ήχο. Το δεύτερο το “7800° Fahrenheit”, ήρθε γρήγορα και βιαστικά. Δεν είχαν την πολυτέλεια να περιμένουν αφού η δισκογραφική ήθελε το επόμενο βήμα τους γρήγορα. Η μπάντα έπρεπε να περιοδεύσει και η αγορά είχε ήδη αρχίσει να γίνεται πιο ανταγωνιστική. Το “7800°…” ήταν πιο σκοτεινό αλλά δεν ήταν μια μεγάλη εμπορική αποτυχία, όμως δεν ήταν και η εκτόξευση που περίμεναν. Και εδώ αρχίζει να εμφανίζεται ένα από τα πιο σημαντικά συστατικά του “Slippery…”, αυτό που είπαμε και παραπάνω για ένα τελεσίγραφο… Η πίεση! Αυτή που νιώθει μια μπάντα όταν ξέρει ότι έχει ήδη πάρει μια ευκαιρία και τώρα πρέπει να αποδείξει ότι την άξιζε και με το παραπάνω! Γιατί το επόμενο άλμπουμ δεν μπορούσε να είναι απλώς άλλο ένα άλμπουμ. Ήταν καταδικασμένο ή να τους διαλύσει, ή ευλογημένο και να τους πάει εκεί που λίγοι φτάνουν. Και μεταξύ μας, αυτό ήταν πρόβλημα αλλά, ήταν και η ευκαιρία τους!

Στις αρχές του 1986 ο Jon και ο Richie άρχισαν να γράφουν για το τρίτο άλμπουμ. Η διαδικασία ξεκίνησε στο υπόγειο του σπιτιού της οικογένειας Sambora και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα Century Studios στο Sayreville, όπου η μπάντα μπορούσε να γράφει και να κάνει πρόβες σε ένα σχετικά μικρό χώρο, ο οποίος στην παρούσα φάση τους έκανε να νιώθουν άνετα. Υπάρχει μια λεπτομέρεια που λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνεται, δεν κάθισαν να γράψουν δέκα τραγούδια για έναν δίσκο, έγραψαν πάρα πολλά. Υπάρχουν διαφορετικές αναφορές για τον ακριβή αριθμό, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια, το υλικό ήταν πολύ περισσότερο από αυτό που μπορούσε να χωρέσει σε έναν δίσκο.
Όμως εδώ να κάνουμε ένα stop. Περιμένετε!
Να βάλουμε στην εικόνα μια μορφή που θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στην επιτυχία της μπάντας, αλλά και δεκάδων άλλων καλλιτεχνών φυσικά. Ο Paul Stanley των KISS, τους είχε μιλήσει για τον Desmond Child, που μαζί είχαν συνθέσει το “I was made for loving you”. Όταν, με τις ευλογίες της Mercury, ο Desmond Child ταξίδεψε στο New Jersey, στις αρχές του 1986 για να συναντήσει τον Jon και τον Richie και κατέβηκαν όλοι μαζί στο περίφημο υπόγειο του σπιτιού της μητέρας του Sambora, η ιστορία των BON JOVI άρχισε να αλλάζει. Η ίδια η επίσημη ιστορία των BON JOVI αναφέρει ότι το υλικό που θα γινόταν το “Slippery…”άρχισε να σχηματίζεται εκεί, πριν η μπάντα ταξιδέψει στο Vancouver για να συναντήσει τον Bruce Fairbairn και τον Bob Rock. Και εδώ αρχίζει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία ολόκληρης της υπόθεσης, γιατί ο Desmond Child δεν ήρθε για να τους αντικαταστήσει ή να επιβληθεί στους BON JOVI, αλλά ήρθε για να προσθέσει κάτι. Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια, η μπάντα είχε ήδη τραγούδια, και είχε τους Jon και τον Richie. Αυτό που χρειαζόταν ήταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να κοιτάξει το υλικό από λίγο μεγαλύτερη απόσταση και να καταλάβει ποιο σημείο του τραγουδιού μπορούσε να φτιαχτεί έτσι ώστε θα το τραγουδούσε όλος ο κόσμος. Και να που ένα ακόμα υλικό μας φανερώνεται, η διάθεση για συνεργασία!
Και όταν σας είπα ότι είναι κάπως περίεργη η ιστορία του “Slippery..”, εδώ μπορώ να αναφέρω κάτι που δεν ξέρω εάν το έχει κάνει άλλη μπάντα ποτέ. Το λεγόμενο “The Pizza Pie Jury”. Όσο ήταν στα στα Century Studios στο Sayreville, στη γωνία του δρόμου βρισκόταν μια τοπική πιτσαρία, το Enzo’s Pizza, που σήμερα ονομάζεται Angelo’s. Αυτή αποτελούσε το βασικό στέκι των εφήβων της περιοχής. Καθώς η μπάντα είχε μια πληθώρα από τραγούδια, ο Jon Bon Jovi διέκρινε πως ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβει ποια κομμάτια πιθανόν να γίνονταν επιτυχίες, ήταν να ρωτήσει το ίδιο το κοινό που αγόραζε τους δίσκους τους, τη νεολαία. Πήγε στην πιτσαρία και κάλεσε περίπου 30 παιδιά μέσα στο στούντιο. Τους έβαζαν να ακούσουν τα demos και, τρώγοντας πίτσα, τα παιδιά έδιναν την ειλικρινή τους γνώμη, δείχνοντας ποια τραγούδια τους ξεσήκωναν και ποια όχι. Και όμως αυτή η «επιτροπή της πίτσας» αποδείχθηκε σωτήρια. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, αν δεν υπήρχαν αυτά τα παιδιά, μερικά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια τους, ίσως να μην είχαν μπει ποτέ στον δίσκο. Περίπου τριάντα παιδιά βρέθηκαν έτσι να συμμετέχουν, με έναν τρόπο σχεδόν απίστευτο σήμερα, στην επιλογή του υλικού. Σκέψου το για λίγο… Είχαν γύρω τους μια παρέα πιτσιρικάδων που άκουγε τα τραγούδια και έλεγε ποια τους άρεσαν. Αυτό δεν είναι ο τρόπος που συνήθως φανταζόμαστε τη δημιουργία ενός ιστορικού rock άλμπουμ. Και εδώ έχουμε ακόμα ένα υλικό για να απαντήσουμε στο από τι φτιάχτηκε το “Slippery…”. Φτιάχτηκε και από το ίδιο το κοινό του! Δεν έγονε τεράστιο επειδή οι BON JOVI ξαφνικά θα ξεχάσουν ποιοι είναι, έγινε τεράστιο επειδή έμαθαν να παίρνουν αυτό που είναι, να το επικοινωνούν και να το κάνουν κατανοητό σε εκατομμύρια ανθρώπους, ακριβώς επειδή έδωσαν αξία στην άποψή τους.
Όμως φίλοι μου, δεν έχουμε ακόμα πιθανώς όλα τα συστατικά στο τραπέζι. Χρειαζόταν και ένας παραγωγός που θα μπορούσε να πάρει όλα αυτά τα κομμάτια και να τα ενώσει. Μέχρι τώρα έχουμε ήδη μαζέψει αρκετά από τα υλικά. Την πείνα. Την πίεση. Τον Jon και τον Richie, την εμπειρία των δύο πρώτων άλμπουμ, τα νέα τραγούδια. Τον Desmond Child και το The Pizza Pie Jury. Και εδώ έρχεται ο Bruce Fairbairn, ο άνθρωπος που θα έπρεπε να τα κάνει όλα να ακούγονται σαν ένα και μαζί του, ο Bob Rock. Μέχρι τότε το “Slippery…” , ούτε καν έτσι λέγονταν, ούτε είχε αρχίσει ακόμη να μοιάζει με το άλμπουμ που ξέρουμε, όμως είχε αρχίσει να αποκτά τις προϋποθέσεις για να γίνει. Τώρα, μπορούμε να πάμε στο Βανκούβερ, στα Little Mountain Sound Studios εκεί όπου όλα αυτά θα έπρεπε να γίνουν ήχος. Και όταν όλα τελείωσαν εκεί, ο ήχος των BON JOVI ήταν τόσο αστραφτερός, τόσο εντυπωσιακά καθαρός και δυναμικός, που δημιουργήθηκε η λεγόμενη «σχολή του Βανκούβερ». Μετά την επιτυχία των BON JOVI, συγκροτήματα όπως οι AEROSMITH, οι AC/DC και οι METALLICA έτρεξαν εκεί για να αποκτήσουν αυτόν ακριβώς τον ήχο.
Ο Jon Bon Jovi ήξερε τον Bruce Fairbairn επειδή του άρεσε η ποιότητα παραγωγής στη δουλειά του στο δίσκο “Without Love” των BLACK ‘N BLUE (1985). Το Βανκούβερ όμως, δεν ήταν απλώς ένας άλλος προορισμός για τους BON JOVI. Ήταν μια αλλαγή περιβάλλοντος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλη η προσπάθεια για το τρίτο άλμπουμ είχε γίνει μέσα στη γνώριμη πραγματικότητα του New Jersey. Πρόβες, τραγούδια, συζητήσεις, αλλαγές, άνθρωποι που μπαινόβγαιναν, πίτσες και πιτσιρικάδες που έλεγαν τη γνώμη τους για τα demos. Ήταν μια διαδικασία σχεδόν οικογενειακή. Η ώρα της κρίσης είχε φτάσει, και βρέθηκαν σε ένα τεράστιο στούντιο που δεν γνώριζαν, με έναν παραγωγό που δεν γνώριζαν πραγματικά και με έναν μηχανικό ήχου ο οποίος, χωρίς να το ξέρει ακόμη κανείς, θα γινόταν ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα στην ιστορία του ήχου της μπάντας, αλλά και λίγα χρόνια αργότερα θα έκανε την παραγωγή σε ακόμα ένα άλμπουμ που θα γίνονταν και αυτό ένα από τα πιο πετυχημένα στην ιστορία της μουσικής. Guess what! Ο Bob Rock δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος πίσω από την κονσόλα.
Η μπάντα ήρθε στο στούντιο με τα τραγούδια της, έκανε προπαραγωγή και τα βασικά όργανα γράφτηκαν ζωντανά. Όλα έπρεπε να λειτουργήσουν γρήγορα. Δεν υπήρχε χρόνος για ατελείωτες αναζητήσεις. Το άλμπουμ έπρεπε να αποκτήσει σώμα και ψυχή, γιατί πλέον ο χρόνος τους πίεζε. Είχε φτάσει η ώρα όπου έπρεπε να μπουν όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο και να αποδείξουν ότι τα τραγούδια που είχαν δουλέψει τόσο καιρό μπορούσαν να σταθούν όταν έπαυαν να είναι απλά και μόνο demos. Και το “Livin’ on a prayer” δεν ήταν καν ακόμα αυτό που μάθαμε εμείς! Όμως ο έμπειρος Tico Torres έπρεπε να δώσει όγκο, ο Alec John Such έπρεπε να δημιουργήσει το χαμηλό κέντρο της μπάντας, ο Richie έπρεπε να βάλει τις κιθάρες του χωρίς να πνίξει τα τραγούδια, o David Bryan να δίνει χρώμα χωρίς να κυριαρχεί, και ο Jon έπρεπε να τραγουδήσει σαν να πίστευε την κάθε λέξη, σαν μην υπάρχει αύριο. Και όλοι μαζί έπρεπε να ακούγονται σαν ένα. Αυτό είναι το σημείο όπου η λέξη “χημεία” αρχίζει να αποκτά πραγματικό νόημα. Βλέπεις, δεν μπορείς να κατασκευάσεις από το μηδέν τη χημεία τεσσάρων ανθρώπων που παίζουν μαζί. Αυτή είτε υπάρχει, είτε όχι. Στους BON JOVI υπήρχε και στον Καναδά άρχισε να ακούγεται επιτέλους. Ο Richie Sambora θα έλεγε αργότερα ότι το “Slippery…” ήταν σχεδόν σαν το πρώτο πραγματικό τους άλμπουμ, όχι επειδή οι δύο προηγούμενοι δίσκοι δεν είχαν αξία, αλλά επειδή τότε ήταν που αισθάνθηκε ότι η μπάντα έγινε πραγματικά μπάντα.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί μας επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα στο οποίο βρίσκουμε σταδιακά απαντήσεις. Από τι φτιάχτηκε αυτός ο δίσκος; Μέχρι εδώ έχουμε ήδη μερικές απαντήσεις. Από την αποτυχία να φτάσουν εκεί που ήθελαν. Από την πίεση, και την ανάγκη να μεγαλώσουν. Από την εμπιστοσύνη μεταξύ του Jon και του Richie. Από την επιλογή να αφήσουν ανθρώπους απ’ έξω να ακούσουν τα τραγούδια και να τους πουν ποια λειτουργούν. Από την απόφαση να συνεργαστούν με τον Desmond Child. Και τώρα από την εμπιστοσύνη σε έναν παραγωγό και έναν μηχανικό που μπορούσαν να τους βοηθήσουν να μετατρέψουν όλο αυτό το υλικό σε ήχο. Και όμως ακόμα υπήρχε ένα ακόμα πρόβλημα. Το πιο μεγάλο ίσως, τα τραγούδια. Γιατί μπορείς να έχεις τα πάντα, αλλά αν δεν έχεις τραγούδια, δεν έχεις άλμπουμ, αλλά οι BON JOVI είχαν ένα σωρό τραγούδια ακόμα και μετα το The Pizza Pie Jury.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα ιστορία αρχίζει εδώ για το “Slippery..” Δεν πιστεύω να βαρεθήκατε, ε;
Το τραγούδι που σήμερα θεωρούμε σχεδόν συνώνυμο με το όνομα BON JOVI, το “Livin’ on a prayer”, δεν ήταν εξαρχής η προφανής επιλογή. Ο Desmond Child έχει πει ότι το τραγούδι ήταν ανάμεσα σε δεκάδες συνθέσεις που εξετάζονταν, και ότι ο Jon δεν ήταν ιδιαίτερα πεπεισμένος. Για εκείνον, το “You give love a bad name” είχε εκείνη τη στιγμή τον πιο άμεσο, anthemic χαρακτήρα που θεωρούσε απαραίτητο, ενώ το “Prayer..” δεν είχε ακόμη αυτή τη μορφή που ακούσαμε. Ο Richie και ο Child επέμεναν, αλλά ακόμα τότε το τραγούδι δεν ήταν έτοιμο, ήταν απλά ένα τραγούδι που μπορούσε να γίνει …κάτι. Ο Richie το άκουσε διαφορετικά. Ο Desmond το άκουσε διαφορετικά. Ο Bruce Fairbairn το άκουσε διαφορετικά. Και τελικά ο Jon χρειάστηκε να το ξανακούσει κι εκείνος. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά “υλικά” του δίσκου. Η ικανότητα να αλλάζεις γνώμη. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι. Για έναν τραγουδοποιό, το να παραδεχτεί ότι ένα τραγούδι που ο ίδιος δεν θεωρεί ακόμη σπουδαίο μπορεί να γίνει καλύτερο στα χέρια κάποιου άλλου, απαιτεί εμπιστοσύνη. Και αυτή η εμπιστοσύνη υπήρχε. Υπήρξε μια διαδικασία μέσα από την οποία το τραγούδι άρχισε να αλλάζει. Το μπάσο άλλαξε, τα drums αποκτούν άλλη δυναμική, οι κιθάρες βρίσκουν τον χώρο τους, τα πλήκτρα δημιουργούν εκείνη την επική ατμόσφαιρα που ανοίγει το τραγούδι, και κάποια στιγμή ο Richie ψάχνει μέσα στον εξοπλισμό του και εμφανίζεται πίσω με το talk box. Ένα μικρό μηχάνημα, με ένα παράξενο εφέ. Και ξαφνικά ένα τραγούδι που υπήρχε ήδη, αποκτά ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ηχητικά χαρακτηριστικά της δεκαετίας. Ο Fairbairn ο Child και ο Sambora δούλεψαν πάνω στο συγκεκριμένο εφέ, ενώ η ενορχήστρωση του τραγουδιού συνέχισε να χτίζεται αλλιώς. Και εδώ, αν θέλεις, μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο.
Γιατί το “Prayer…” είναι σχεδόν ολόκληρη η φιλοσοφία του “Slippery….”. Δεν ήρθε έτοιμο, δεν υπήρξε ένας ιδιοφυής δημιουργός που μπήκε στο δωμάτιο και είπε “έχω το τραγούδι”. Υπήρχε μια ιδέα, μετά ήρθε ο Jon, μετά ο Richie, μετά ο Desmond, μετά ο Fairbairn και ο Bob Rock. Και όλοι άφησαν κάτι πάνω του. Αυτό είναι το “από τι”. Από ανθρώπους που ήταν αρκετά σίγουροι για τον εαυτό τους ώστε να συνεισφέρουν, αλλά και αρκετά ανοιχτοί ώστε να δεχτούν ότι κάποιος άλλος μπορεί να δει κάτι που εκείνοι δεν είχαν δει ακόμη. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα που χρειάζεται μια μεγάλη μπάντα. Να μην ερωτεύεται τόσο πολύ την πρώτη της ιδέα ώστε να μην μπορεί να τη βελτιώσει. Οι BON JOVI το κατάλαβαν τότε, και δεν το κατάλαβαν θεωρητικά. Το κατάλαβαν δουλεύοντας, μέσα σε ένα studio στο Βνακούβερ. Με έναν παραγωγό που πίστευε στο τραγούδι, με έναν κιθαρίστα που επέμενε, με έναν συνθέτη που έβλεπε δυνατότητες και με έναν frontman/συνθέτη που, τελικά, ήταν αρκετά σοφός ώστε να πει: «OK, ας το δοκιμάσουμε.» Και αυτό το «ας το δοκιμάσουμε», θα άλλαζε την ιστορία τους.
Και κάπως έτσι ένα τραγούδι αρχίζει να μας εξηγεί πως ολόκληρο το άλμπουμ δεν φτιάχτηκε από μια ιδιοφυΐα, αλλά φτιάχτηκε από ανθρώπους που άκουγαν ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι τεράστιο πλεονέκτημα. Γιατί αν ο Jon είχε πει «εγώ ξέρω, αυτό το τραγούδι δεν είναι αρκετά καλό» και είχε τελειώσει εκεί η συζήτηση, σήμερα δεν θα μιλούσαμε γι’ αυτό και η ιστορία των BON JOVI δεν θα ήταν αυτή που ξέρουμε.
Το “Slippery…” άρχισε να γίνεται αυτό που έγινε επειδή κανένας τελικά δεν είχε όλη την απάντηση μόνος του. Ήταν ένας δίσκος που φτιάχτηκε από το ταλέντο όταν αυτό συνάντησε την εμπιστοσύνη, την πίεση, την εμπειρία και την ικανότητα των σωστών ανθρώπων να ακούσουν και να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον.
Και τότε τον Αύγουστο του 1986, συνέβη κάτι που καμία μπάντα δεν μπορεί να προγραμματίσει πραγματικά. Το άλμπουμ άρχισε να ξεφεύγει από τα χέρια τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι BON JOVI είχαν δουλέψει για να φτιάξουν τον καλύτερο δίσκο που μπορούσαν. Είχαν γράψει δεκάδες τραγούδια, είχαν πετάξει άλλα τόσα, είχαν αλλάξει ενορχηστρώσεις, είχαν ακούσει ανθρώπους που εμπιστεύονταν και είχαν μπει στο στούντιο με την πίεση να μην αποτύχουν, γιατί αλλιώς θα μετατρέπονταν σε “what if” case study! Τώρα όμως ο δίσκος δεν τους ανήκε πια, είχε φύγει από τα χέρια τους και ανήκε στον κόσμο.
Το “Slippery when wet” κυκλοφόρησε στις 18 Αυγούστου 1986 στη Βόρεια Αμερική. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 23 Ιουλίου, είχε ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο single του δίσκου, το παγκόσμιο hit “You give love a bad name”, (Νο1 στο Billboard Hot 100 ) προετοιμάζοντας το έδαφος για τον εμπορικό θρίαμβο που ακολούθησε. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να αρχίσει να ανεβαίνει. Τον Νοέμβριο ακολούθησε το “Livin’ on a prayer”, το οποίο έφτασε επίσης στην κορυφή, το “Wanted dead or alive”, το “Never say goodbye”. Το άλμπουμ έμεινε για 8 εβδομάδες στο Νο1 του Billboard 200, και συνολικά 46 εβδομάδες παρακαλώ στο Top 10, μέχρι που τελικά έγινε ένα από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ στην ιστορία.
Σας κούρασα; Ελάτε να κάνουμε ένα διάλλειμα, ας πούμε και κάτι διαφορετικό εδώ, κάτι πιο …πεζό! Μια λεπτομέρεια που συχνά παραβλέπεται, το “Wanted dead or alive” και η unplugged εμφάνιση των Jon και Richie, στις 6 Σεπτεμβρίου 1989, στα MTV Video Music Awards στο Λος Άντζελες, ήταν η αφορμή να δημιουργηθεί το θρυλικό MTV Unplugged, αλλά και μια σειρά από unplugged άλμπουμ από δεκάδες μπάντες. Οι executives του MTV ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ από την ατμόσφαιρα και την τεράστια αποδοχή αυτής της «γυμνής» εμφάνισης, που αποφάσισαν αμέσως να δημιουργήσουν μια ολόκληρη εκπομπή βασισμένη σε αυτό το concept. Αλλά αυτή η εμφάνιση απέδειξε και κάτι άλλο. Η εμφάνιση αυτή είχε αφήσει άναυδο το κοινό και τους κριτικούς. Μέχρι τότε, η βιομηχανία πίστευε ότι οι hair metal μπάντες βασίζονταν μόνο στα εφέ, την εμφάνιση και την παραγωγή του στούντιο. Ο Jon και ο Richie όμως απέδειξαν ότι τα τραγούδια τους ήταν σπουδαία ακόμα και με μια απλή κιθάρα.
Επιστρέφοντας πίσω, ο ταξιδευτής του χρόνου μπορεί να έχει ακόμα μια απορία. Οι αριθμοί, όσο εντυπωσιακοί κι αν είναι, δεν εξηγούν πραγματικά τίποτα μερικές φορές. Το σημαντικό ερώτημα είναι, γιατί αυτά τα τραγούδια; Γιατί οι BON JOVI; Γιατί τότε και γιατί αυτός ο δίσκος; Και κάπου εδώ μπορούμε να κάνουμε πλέον μια διαπίστωση. Το μεγαλύτερο του επίτευγμα, δεν είναι μόνο οι αριθμοί και τα νούμερα πωλήσεων. Το “Slippery…” δεν κατάφερε απλώς να γίνει εμπορικό. Κατάφερε κάτι άλλο. Κατάφερε αυτή την εμπορικότητα να την κάνει ανθρώπινη, να μοιάζει απολύτως φυσική. Και ξαφνικά εκείνη η μπάντα του New Jersey που κάποτε έπρεπε να αποδεικνύει ότι αξίζει να υπάρχει, είχε γίνει μία από τις μεγαλύτερες rock μπάντες στον κόσμο.
Όμως, το “Slippery…” ήταν παράλληλα το άλμπουμ που τους έκανε μεγάλους, αλλά ταυτόχρονα και αυτό που τους ανάγκασε να ζήσουν με τις συνέπειες της επιτυχίας του, και αυτό είναι το τελευταίο κομμάτι της ιστορίας που πρέπει να μας ενδιαφέρει. Γιατί είναι μεν διαπιστωμένο πως έχει φτιαχτεί από πάθος, αγωνία, ταλέντο, συνεργασία, εμπιστοσύνη και φιλοδοξία. Αλλά όταν γίνει επιτυχία τέτοιου μεγέθους, αυτομάτως πάει και προσκολλάται επάνω του, σαν μικρόβιο ακόμα ένα υλικό που έχει «αρρωστήσει» πολλούς. Η προσδοκία. Και αυτή, πολλές φορές, είναι πολύ πιο δύσκολο να την διαχειριστείς από όλα τα υπόλοιπα. Αλλά οι BON JOVI δεν ήταν πλέον η μπάντα που θα μπορούσε να στριμωχτεί στην γωνία από κανέναν και τίποτα.
Και κάπου εδώ, ίσως αξίζει να γυρίσουμε στην αρχή. Από τι φτιάχτηκε τελικά το “Slippery when wet”; Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο όμορφη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Το “Slippery…” δεν φτιάχτηκε μόνο από μουσική. Φτιάχτηκε από ανθρώπους. Από ανθρώπους που ήθελαν πολύ να ανέβουν στην κορυφή, που δεν φοβήθηκαν το do or die, που αμφέβαλαν, που τόλμησαν, επέμειναν, πίστεψαν, που άκουσαν στο τέλος ο ένας τον άλλον, και εμπιστεύτηκαν τον περίγυρό τους. Και έτσι βρέθηκαν όλοι μαζί την κατάλληλη στιγμή, στο κατάλληλο μέρος, με τα σωστά τραγούδια στα χέρια τους. Κάπου εκεί, στο Βανκούβερ, ή στο New Jersey, δεν βρίσκεις απλά την ιστορία του πώς μια μπάντα έγινε μεγάλη. Είναι η ιστορία του από τι χρειάστηκε να φτιαχτεί για να γίνει μεγάλη.

ΥΓ: Για εσάς που θέλετε όχι τόσο την θεωρία, αλλά πιο χειροπιαστά στοιχεία, εδώ σας έχω! Εδώ είναι μερικά από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία, ρεκόρ και αριθμούς που αφορούν το “Slippery…” και όχι μόνο:
- Παρέμεινε στο Νο1 του αμερικανικού Billboard 200 για 8 εβδομάδες. Μάλιστα, οι 8 αυτές εβδομάδες δεν ήταν όλες συνεχόμενες, καθώς το άλμπουμ ανεβοκατέβαινε στην κορυφή μεταξύ των τελευταίων μηνών του 1986 και των αρχών του 1987, λόγω του τεράστιου ανταγωνισμού της εποχής.
- Έμεινε συνολικά 38 εβδομάδες μέσα στο Top 5.
- Έμεινε 46 εβδομάδες μέσα στο Top 10, ένα απίστευτο επίτευγμα για τη σταθερότητα των πωλήσεών του.
- Ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Billboard ως το κορυφαίο σε πωλήσεις άλμπουμ ολόκληρου του 1987 στις ΗΠΑ.
- Έχει πουλήσει περισσότερα από 28 εκατομμύρια αντίτυπα φυσικού προϊόντος (LP+CD+Cassettes) παγκοσμίως, γεγονός που το κατατάσσει ως ένα από τα εμπορικότερα rock άλμπουμ όλων των εποχών, μέσα στα πρώτα πενήντα χοντρικά.
- Αν συνυπολογίσουμε τους σύγχρονους τρόπους μετρήσεως πωλήσεων, βρίσκεται στην ενδέκατη θέση των πλέον πιο πετυχημένων άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής με περίπου 58.000.0000 EAS.
- Diamond Status: Έχει ανακηρυχθεί 15 φορές πλατινένιο (Diamond status) στις ΗΠΑ, έχοντας ξεπεράσει εκεί τα 15 εκατομμύρια πωλήσεις σε φυσικό προϊόν.
- Έγινε το πρώτο hard rock άλμπουμ στην ιστορία που έβγαλε δύο συνεχόμενα No. 1 singles στο Billboard Hot 100 (“You give love a bad name” και “Livin’ on a prayer”).
- Αναδείχθηκε το No. 1 άλμπουμ σε πωλήσεις για το έτος 1987 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
- MTV Video Music Awards: Το βίντεο κλιπ του “Prayer…” κέρδισε το βραβείο Best Stage Performance στα VMA του 1987, εδραιώνοντας την εικόνα τους ως απόλυτη stadium band.
- Το δισεκατομμύριο του Spotify: Το “Prayer…” ανήκει στο κλειστό κλαμπ των τραγουδιών που έχουν ξεπεράσει το 1,5 δισεκατομμύριο streams στο Spotify, αποδεικνύοντας ότι ο δίσκος συνεχίζει να παράγει τεράστια κέρδη 40 χρόνια μετά.
Πριν από την κυκλοφορία του δίσκου, η Mercury Records έβλεπε τους BON JOVI ως μια «συμπληρωματική» μπάντα που δεν είχε φέρει τα αναμενόμενα κέρδη με τα δύο πρώτα άλμπουμ. Όταν όμως άρχισε η υστερία, στην εταιρία πάθανε σοκ και έγιναν τα εξής:
- Τα εργοστάσια κοπής βινυλίων και κασετών στις ΗΠΑ δεν προλάβαιναν να καλύψουν τη ζήτηση του άλμπουμ. Δούλευαν 24 ώρες το 24ωρο, καθώς αυτό πουλούσε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα την εβδομάδα.
- Η Mercury άλλαξε αμέσως στάση και έδωσε στη μπάντα απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία, τεράστιο budget για τα επόμενα βίντεο κλιπ και τη δυνατότητα να επιλέγουν μόνοι τους πλέον τους συνεργάτες τους.
“You give love …if you were a woman… is a Place on Earth”
Ο Desmond Child είχε γράψει αρχικά τη μουσική και τη μελωδία του ρεφρέν για μια μπάντα που λεγόταν BORDERLINE, με τον τίτλο “If you were a woman (and I was a man)”. Όμως το ερμήνευσε τελικά η Bonnie Tyler, στο άλμπουμ “Secret dreams and forbidden fire”. Το κομμάτι δεν πήγε καλά στην Αμερική. Ο Desmond Child, νιώθοντας ότι η μελωδία άξιζε να γίνει Νο1, πήγε στο υπόγειο της μητέρας του Richie Sambora, άλλαξε τους στίχους μαζί με τον Jon και τον Richie, και το μετέτρεψαν στο “You give love a bad name”. Αλλά ως γάτα με πέταλα που είναι, τι έκανε μετά; Το “Heaven is a Place on Earth” για την Belinda Carlisle όπου το 1987 και πήγε και σε Αγγλία και Αμερική στο …Νο1!
Θέλετε και δεύτερο encore;
Bruce Fairbairn:
Ο Fairbairn, όπως ήταν λογικό από μερίδα οπαδών δέχτηκε αρκετά αυστηρή κριτική για το τρόπο που «γυάλισε» τον ήχο της μπάντας, κάνοντάς τον πολύ προσιτό για τα μεγάλα ακροατήρια. Όταν όμως το άλμπουμ «κάθησε» Νο1 για 8 εβδομάδες, ο Fairbairn ήταν αυτός που τελικά είχε το πάνω χέρι σε όλα. Απέδειξε περίτρανα ότι το hard rock μπορούσε να γίνει φιλικό για το ραδιόφωνο και τις αρένες, χωρίς να χάσει τη δύναμη και τον όγκο του σε κανένα επίπεδο.
Όσοι τον γνώριζαν περιέγραφαν τον Fairbairn ως έναν πολύ συγκροτημένο, ευγενικό και προσγειωμένο χαρακτήρα. Δεν άφησε την επιτυχία να του πάρει τα μυαλά. Αντί να επιδοθεί σε αλόγιστα πάρτι, είδε την επιτυχία ως το τέλειο διαβατήριο για να κάνει τα Little Mountain Sound Studios το απόλυτο κέντρο του μουσικού κόσμου. Και το έκανε. Εξαργύρωσε την επιτυχία αρχικά με τους AEROSMITH. Καθώς απολάμβανε τους BON JOVI να κατακτούν την κορυφή, ο Fairbairn έκλεισε αμέσως την επόμενη μεγάλη του συνεργασία. Οι AEROSMITH, βλέποντας τον θόρυβο που έκανε το “Slippery..” τον πλησίασαν αμέσως. Ο Fairbairn μπήκε ξανά στο στούντιο και μαζί τους έκανε το “Permanent Vacation” και στη συνέχεια τα “Pump” και “Get a grip” ανασταίνοντας κυριολεκτικά την καριέρα τους, παρέα με τον John Kalodner. Φυσικά μετα από τόσες επιτυχίες έγινε ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών και η Mercury τον εμπιστεύονταν με κλειστά μάτια. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα για το επόμενο βήμα των BON JOVI, η δισκογραφική και η μπάντα δεν σκέφτηκαν κανέναν άλλον, επέστρεψαν στο Βανκούβερ και ο Fairbairn τους έφτιαξε το εξίσου σαρωτικό “New Jersey”. Μέχρι τον ξαφνικό θάνατο του σε ηλικία μόλις 49 ετών, είχε απογειώσει την καριέρα του δουλεύοντας συνεχώς στο πιο ψηλό επίπεδο με μπάντες όπως οι AC/DC, KISS, SCORPIONS, INXS, POISON, VAN HALEN…
Bob Rock:
Ο Bob Rock (και όχι ο …Rob) ήταν ο μηχανικός ήχου και ο υπεύθυνος για τη μίξη του “Slippery…”, λειτουργώντας ως άμεσος συνεργάτης του Bruce Fairbairn. Αν και το όνομά του δεν ήταν ακόμα στην πρώτη γραμμή, η δουλειά του σε αυτόν τον δίσκο άλλαξε την καριέρα του. Ονομάστηκε ως ο δημιουργός του «Ήχου του Βανκούβερ». Ήταν ο άνθρωπος που τοποθέτησε τα μικρόφωνα και βρήκε τον τρόπο να ηχογραφήσει τα τύμπανα του Tico Torres και τις κιθάρες του Richie Sambora έτσι ώστε να ακούγονται σαν να παίζουν ζωντανά σε στάδιο. Η επιτυχία του άλμπουμ, αλλά ακολούθως και του “New Jersey” (και του “Keep the faith” πιο μετά), τον μετέτρεψε αμέσως από μηχανικό ήχου σε περιζήτητο παραγωγό. Βλέποντας τον απίστευτο, συμπαγή ήχο που έδωσε ο Rock στο “Dr. Feelgood” των MOTLEY CRUE αλλά και στους BON JOVI φυσικά, οι METALLICA τον προσέλαβαν για να κάνει την παραγωγή στο θρυλικό “Black album” το 1991 και σε όλα τα άλμπουμ τους που ακολούθησαν, μέχρι και το “St. Anger”. Γενικότερα η συνεργασίες του ως παραγωγός περιλαμβάνουν τους CULT, SKID ROW, OFFSPRING, Bryan Adams, David Lee Roth και δεν περιορίστηκε μόνο στην rock μουσική αλλά δούλεψε και με jazz και ποπ καλλιτέχνες.
Tico Torres:
Πριν ενταχτεί στους BON JOVI, είχε συμμετάσχει ζωντανά ή στο στούντιο σε ηχογραφήσεις και περιοδείες διάσημων καλλιτεχνών, μετρώντας συμμετοχές σε δεκάδες άλμπουμ. Chuck Berry, Alice Cooper, Pat Benatar, Cher, Stevie Nicks, Frankie and the Knockouts κ.α. Αρχές της δεκαετίας των 80s απέρριψε τόσο τον R. Blackmore και τους RAINBOW, όσο και τον Ozzy! Ακολούθως μετά πήγε στους BON JOVI.
Ο «συνδετικός κρίκος» των BON JOVI:
Όταν ο Jon Bon Jovi κέρδισε το πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο χάρη στην επιτυχία του “Runaway”, έπρεπε να φτιάξει μια μόνιμη μπάντα. Ο Alec John Such ήταν από τους πρώτους που επιστρατεύτηκαν και λειτούργησε ως ο απόλυτος συνδετικός κρίκος: Έφερε τον Tico Torres, με τον οποίο είχε παίξει στους PHANTOM’S OPERA, αλλά και τον Richie Sambora, με τον οποίο είχε παίξει στους THE MESSAGE.
POWER STATION:
Το supergroup των THE POWER STATION (με μέλη των DURAN DURAN, τον Robert Palmer και τον Tony Thompson των CHIC) πήρε το όνομά του επειδή εμπνεύστηκε και ηχογράφησε ολόκληρο το ντεμπούτο άλμπουμ του στα θρυλικά Power Station Studios της Νέας Υόρκης το 1984 αρχές 85. Ο μπασίστας John Taylor πρότεινε το όνομα τόσο ως φόρο τιμής στο «καλύτερο στούντιο του κόσμου», όσο και επειδή ταίριαζε απόλυτα με τον γεμάτο ένταση και ηλεκτρική ενέργεια ήχο τους. Αν δεν θυμάστε γιατί σας το γραφώ αυτό, πηγαίνετε στην αρχή του κειμένου, στα πρώτα χρόνια που ο Jon Bon Jovi δούλευε εκεί.
Andy Taylor:
Καμία σχέση. Τέλος κειμένου! Αρκετά ε;
Δημήτρης Σειρηνάκης











![A day to remember…09/08 [MOTORHEAD] Motorhead](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/08/Motorhead-Orgasmatron-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 9/8 [CINDERELLA] Cinderella](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/08/Cinderella-Night-songs-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 9/8 [THERION] Therion](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/08/Therion-Theli-front-218x150.jpg)