
Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να γράψω που να μην έχει χιλιοειπωθεί για τον Thomas Börje Forsberg, τον “Quorthon” των BATHORY, τούτον τον μύθο του «σκληρού ήχου», με αφορμή την επερχόμενη εμφάνιση των BLOOD FIRE DEATH στο Rock Hard Festival Greece στις 11 Σεπτεμβρίου, της all-star tribute μπάντας στον πανύψηλο Σουηδό και την μπάντα του… Μετρημένοι στα δάκτυλα όσοι στέκονται στο ίδιο επίπεδο με αυτόν. Προσωπικότητα οικουμενική, αναγνωρίσιμη, καθολικά αποδεκτή, με θεόρατη «σκιά» στην εκκίνηση και στην εξέλιξη του «μαυρομεταλλικού γίγνεσθαι» κι ανεκτίμητη συνεισφορά στη διαμόρφωση της παγανιστικής/φολκλορικής σκηνής.
Χαρακτήρας ιδιαίτερος, δεν επεδίωξε επιτυχία, καταξίωση, φήμη. Φύσει απόμακρος, αδιάφορος για ότι συνέβαινε στη μουσική βιομηχανία, ουδέποτε ακολούθησε κάποια συγκεκριμένη νόρμα. Οδηγό είχε μόνο την καρδιά. Κάποιοι τον αποκάλεσαν «μοναχικό οραματιστή», εγώ θα τον έλεγα «αληθινό άνθρωπο». Κάθε συζήτηση περί “goat” (εννοώ τον “greatest of all time” και όχι τράγο, αν και θα μπορούσα, if you know what I mean) στο black metal τον θέλει, δικαίως, μέσα. Πιθανότατα όντως να είναι, ποιος μπορεί άλλωστε να απορρίψει ελαφρά τη καρδία την πρωτοκαθεδρία κάποιου που άλλαξε το DNA της ακραίας μουσικής;
Ήταν όμως τεράστιο το αποτύπωμά του και στον επικό μεταλλικό ήχο. Ξέρεις, η αποτίμηση των όποιων πεπραγμένων, γίνεται με ασφάλεια πάντα από τον ιστορικό του μέλλοντος. Αυτός θα κληθεί να αξιολογήσει και τον Quorthon. Και θα διαπιστώσει, με ψυχρή ματιά, πως ο αδάμαστος καλλιτέχνης που συνέθεσε με γνώμονα την σκανδιναβική παράδοση, τις βόρειες αξίες, τον αγνό ηρωισμό και τους μεγάλους κλασσικούς, ξεφεύγοντας από κάθε όριο «πεζού υπολογισμού», χάραξε νέο δρόμο, δημιουργώντας την πλέον ωμή, πρωτόλεια, ανόθευτη μορφή επικού metal που ακούστηκε ποτέ.
Το ονόμασαν “Viking metal”. Χαζομάρα κι αυτή θα πεις, αλλά τουλάχιστον πιότερο περιγραφική. Ποιοι; Σίγουρα όχι ο ίδιος, ούτε οι ENSLAVED που θεωρούνται οι αμέσως επόμενοι προπάτορες κι ας έγερναν εμφανώς προς το black metal. «Νονοί» ήταν η μουσική «δημοσιογραφία» (τέλος πάντων) και οι ίδιοι οι οπαδοί, διότι πολύ απλά, εκείνο το metal δεν έμοιαζε με τίποτ’άλλο και όλοι αδυνατούσαν να το περιγράψουν με τους ήδη γνωστούς όρους. Δεν ήταν heavy, δεν ήταν doom, δεν ήταν black, δεν ανήκε σε καμία από τις γνωστές κατηγορίες!

Η επιρροή των MANOWAR στον πάλαι ποτέ Ace, παραπάνω από «κυρίαρχη». Ωστόσο, ο ίδιος ήταν Ευρωπαίος, δεν καταγόταν από τις Η.Π.Α. Για τον Quorthon, το ηρωικό/πολεμικό στοιχείο των Νεοϋορκέζων ασφυκτιούσε, μην πω χαραμιζόταν, στα “rock ‘n’ roll”, “heavy metal” όριά του. Όφειλε να έχει μεγαλύτερες «διαστάσεις», να φαντάζει κολοσσιαίο, πολύ πιο σκοτεινό και φυσικά να μην «σνομπάρει», εν αγνοία του έστω, μια πολιτισμική κληρονομιά αιώνων.
Το πήρε λοιπόν και του έδωσε διαφορετικό ύφος, άλλον τόνο. Οι πλέον ψυχαναγκαστικοί, ανακαλύπτουμε το σημείο μηδέν στο βασικό riffing του “Enter the eternal fire”, προς χάριν όμως των «νορμάλ» (χεχε), αναφέρεται σαν το σημείο καμπής των γεγονότων, εκεί όπου ο «διακόπτης γύρισε», η αρχή και το τέλος του κολοσσιαίου, black/thrash κατά τ’ άλλα, μνημείου, “Blood fire death”, ήτοι το ομώνυμο κομμάτι και το “Oden’s ride over Nordland”/”A fine day to die”.
Άργησε χαρακτηριστικά να παραδεχτεί πόσο πολύ τον επηρέασαν τραγούδια όπως τα “Secret of steel”, “Gates of Valhalla”, “Blood of my enemies” και “Battle hymn”. Ανησυχούσε για τυχόν συγκρίσεις, φοβόταν τη ρετσινιά του «αντιγραφέα». Τελικά, δεν τη γλύτωσε, τον είπαν ως και «κλέφτη». Δεν πειράζει. Αφενός παρθενογένεση, εν προκειμένω στη μουσική, δεν υπάρχει, αφετέρου «οι μεγάλοι κλέβουν, οι μέτριοι αντιγράφουν».
Τι κι αν είχε δεδομένες αδυναμίες… Ήταν τόσο «μάγκας», που τις μετέτρεψε σε προτερήματα! Δεν ήταν καλλίφωνος, «σωστός» τραγουδιστής. Και τι με τούτο; Τραγουδούσε «από ψυχής», σβήνοντας μονοκονδυλιά με φωνή αγνή, απαίδευτη, τραχιά, αμέτρητους τραγουδιστές του ωδείου. Στο κάτω-κάτω, για στάσου… Αναγράφεται κάπου ότι όποιος τραγουδά επικά, οφείλει να έχει πτυχίο Μονωδίας;!;

Δεν είχε κλασσική παιδεία, ήταν αυτοδίδακτος. Κι όμως, η αγάπη για συνθέτες όπως οι Wagner, Beethoven, Chopin, Haydn, Holst και η οξυδέρκειά του, τον έκαναν «μετρ» των ενορχηστρώσεων και των χορωδιών. Τις πολυμελείς ορχήστρες, τις αντικατέστησε με απανωτά “layers” κιθάρας. Τις χορωδίες, δίχως να κινδυνεύουν να ακουστούν “cheesy”, με πολλαπλά κανάλια της δικής του φωνής. Και έβαλε γενικά reverb… πολύ reverb!
Την έλλειψη τεχνικής δεξιοτεχνίας, την μετέτρεψε σε «άποψη». Μα τα δόντια του Jörmungandr, οι BATHORY δίδαξαν τι σημαίνει «minimal μπάντα»! Βουνίσιος, δασώδης, σπηλαιώδης, όπως θες πες τον, ήχος, μεγαλειώδης σε βαθμό αποσβολωτικό, «απλωτά» – όπως απλώνεται η Σκονική (Skåne) Πεδιάδα – ακόρντα, λιτά leads, μια ταπεινή, ακουστική κιθάρα σε ρόλο πρωταγωνιστικό, μόνη της ή πάνω από συμπαγή, ηλεκτροδοτούμενα ρυθμικά μέρη… και άσε το ρίγος να φτάνει μέχρι το μεδούλι!
Ως άλλος παραμυθάς, από την εποχή των θρύλων, επινόησε τόπους φανταστικούς, που έμοιαζαν αληθινοί. Ο κόλπος του Asa, που πήρε το όνομά του από τον Asa Drake, κατά κόσμον C. Dean Andersson, συγγραφέα της “sword & sorcery” τριλογίας “Bloodsong Saga” και μετέπειτα προσωπικό του φίλο. Το παρακείμενο Δάσος του Αιωνίου Σκότους, σπαρμένο με τα οστά νεκρών Βίκινγκ, τόσο αρχαίο, που τα ψηλόκορμα δέντρα σκοτεινιάζουν τον ουρανό με τα μακριά, φυλλώδη κλαδιά τους.
Με τους BATHORY, τα samples από ήχους της φύσης και της καθημερινής ζωής ήσαν συχνότατα, βοηθώντας την περιγραφική ικανότητα να φτάσει στον ύψιστο βαθμό. Αυθυποβάλλεσαι, θαρρείς ότι παρακολουθείς ταινία κι ακούς το soundtrack της. O σκανδιναβικός Μεσαίωνας δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κάποιον αξιότερο να τον τραγουδήσει, από τον γιο του Stig Börje “Boss” Forsberg. Άλλωστε, όσοι ακολούθησαν και προσπάθησαν (επιτυχημένα ή όχι) να κάνουν το ίδιο, επί της ουσίας αυτόν αντέγραψαν.

Ο Quorthon προσέγγισε πολιτιστικά ζητήματα υποκειμενικά, ουσιαστικά και ποτέ μισαλλόδοξα. Έγραψε ύμνους προς τους αρχαίους θεούς, τη Μητέρα Γη, διαχώρισε τη θέση του ειδικώς από τη χριστιανική Σουηδία και γενικώς από τον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Ωστόσο, με το πλήρωμα του χρόνου, δε δίστασε να αναθεωρήσει παρελθοντικές απόψεις και πρότερα «πιστεύω», δείχνοντας το ανήσυχο πνεύμα του.
Δεν ήθελε τον άνθρωπο απαθή, να περιμένει τη φορά των πραγμάτων. Τον ήθελε δημιουργικό, να δράττει κάθε ευκαιρία. Με τα σωστά και τα λάθη, δεν έχει σημασία. “Damned he who sits still and curse woe the dark but will do not a thing to light the torch, to shed the light… for him the dark is all within” έγραψε κάποτε και τουλάχιστον αυτός, έκανε πράξη όσα κήρυττε. Οποιεσδήποτε και να είναι οι απόψεις σου γύρω από όσα γράφει, είναι αδύνατον να μείνεις απαθής μπροστά στην πένα του.
Δυστυχώς, «έφυγε» νωρίς, πιθανόν δίχως να αγγίξει τη δική του, προσωπική κορυφή. «Οι Bathory δε θα υπάρχουν σε 10 χρόνια από τώρα», είχε πει προφητικά, το 1995. Διαισθανόταν άραγε από τότε πως ο χρόνος του τελείωνε, σαν τον Van Zant που έλεγε ότι δε θα φτάσει τριάντα ετών ή είχε δρομολογήσει όλες του τις κινήσεις, ώστε να αποχωρήσει, καλλιτεχνικά, με το κεφάλι ψηλά; Ποιος ξέρει… Το «αίνιγμα» διατηρήθηκε ακέραιο και ο Quorthon, λόγω και του εσωστρεφή χαρακτήρα που είχε εν ζωή, έλαβε σχεδόν «μυθικές διαστάσεις».
Σαν τα κομμάτια που ακολουθούν.
Φυσικά για την επιλογή τους, θα υπάρξουν ενστάσεις. Αναμενόμενο, όταν πρέπει να διαλέξεις μέσα από μια πληθώρα εξαιρετικών συνθέσεων. Όμως ο γράφων τα επέλεξε, διότι θεωρεί ότι πρόκειται για τραγούδια όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικά της επικής πλευράς του Ανδρός κι ενδεικτικά του συνθετικού του μεγαλείου.
Και το πρώτο κατά σειρά, δε θα ήταν άλλο από το…

“Blood fire death” (“Blood fire death”, 1988)
“Now choose your weapons and fall in the line
Choose well your colors and follow the sign”
Η ιδανική μετάβαση από τον έναν «κόσμο» στον άλλον. Ο Σουηδός πήρε τα “Gates of Valhalla” και “Revelation (Death’s Angel)”, τα βούτηξε στην (black metal) πίσσα, έβαλε χορωδίες, ακουστικές κιθάρες και… voilà! Δίχως να εξετάζουμε εάν είναι ή όχι το καλύτερό τους κομμάτι, αν έπρεπε να σωθεί ένα συνθετικό δείγμα των ηρωικών BATHORY, για να έχουμε τη δυνατότητα να ξαναφτιάξουμε ολόκληρο το Viking metal, αυτό δε θα μπορούσε να είναι άλλο από το μεγάλο manifesto με τίτλο “Blood fire death”. Μνημειώδες τραγούδι, τίποτα λιγότερο.
“Song to hall up high”/”Home of once brave” (“Hammerheart”, 1990)
“I know you watch over me, Father of all the past
And all that will ever be, you are the first and the last”
Οι γλάροι κρώζουν, συνοδεύοντας τον νεκρό στο τελευταίο του ταξίδι. Ακουστική κιθάρα και μελωδικές φωνές, μελαγχολικός τόνος, υποβλητικό συναίσθημα. «Odin, πατέρα θεών και ανθρώπων, άνοιξε τις πύλες της Valhalla για να υποδεχθείς και τη δική μου ψυχή όταν έρθει η ώρα», μονολογείς… μα γρήγορα οργίζεσαι. Εμβατηριακό (περίπου) black metal riffing και ερμηνεία στα όρια της απόγνωσης, συνοδεύουν τώρα το «κατηγορώ» προς όσους δεν υπερασπίστηκαν πολιτισμικά τη γη των Βίκινγκ και την «παρέδωσαν» στον Χριστιανισμό. Από τις πιο «φορτισμένες» στιγμές των BATHORY, το όμοιο με του “For whom the bell tolls” finale, δεν χτυπά διόλου άσχημα.
“One rode to Asa Bay” (“Hammerheart”, 1990)
“The rumors told of a man, who had come from the other side the seas
Carrying gold cross around neck in chain and spoke in strange tongue of peace”
Το πιο δημοφιλές, αναγνωρίσιμο τραγούδι του γκρουπ. Επίσης το μοναδικό video clip του, που χρηματοδοτήθηκε και γυρίστηκε από τον Quorthon, με τον ίδιο μέλος του cast. Ο ψηλός, στο αποκορύφωμα της νέας του φιλοσοφικής στάσης, έχοντας αφήσει πια πίσω του την αποκρυφιστική/σατανική black metal θεματολογία, υπέρ της προχριστιανικής – παγανιστικής, μιλά για τη διείσδυση του Χριστιανισμού στην Σκανδιναβία και τον σταδιακό εκχριστιανισμό της. Στην πορεία είπαμε, θα γεμίσει αμφιβολίες και θα βάλει μπόλικο νερό στο κρασί του, αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αν δεν υπήρχαν οι BATHORY, θα έπρεπε να τους εφεύρουμε, μόνο και μόνο για τούτο το έπος.
“Prologue/Twilight of the gods/Epilogue” (“Twilight of the Gods”, 1991)
“There is a serpent in every Eden, slick as grease and cold as ice
There is a lie in every meaning, rest assured to fool you twice”
Οι αρχαίες πεποιθήσεις είναι ψευδείς, οι θεοί είναι απλώς μύθοι και «θρόνος ψηλά στον ουρανό, δεν υπάρχει»… Εσύ όμως συνεχίζεις. Βάζεις τη βελόνα στο “Götterdämmerung”, αλλάζεις τον τίτλο της επερχόμενης δουλειάς σου από “Through blood by thunder” σε “Twilight of the gods” και γράφεις Wagner-ικό metal όχι όπως το φαντάζεσαι, μα όπως πρέπει! Οι κιθάρες μοιάζουν με την «ανάσα του Δράκου» (κοινώς, ομίχλη), όταν κατεβαίνει την πλαγιά του βουνού, τα τύμπανα σείουν τα θεμέλια της Γης, το μπάσο ακολουθεί διακριτικά ώσπου να «ξεσπαθώσει» με τρόπο MANOWAR-ικό κι εσύ, όταν δεν αναλαμβάνεις χορωδιακό ρόλο, βγάζεις τα εσώψυχά σου ως πρώτη φωνή…

“Bond of blood” (“Twilight of the Gods”, 1991)
“Father who art in the sky, hold thy hand above me
Mighty is the raging waves, on which I ride”
Μια κάπως διαφορετική εκδοχή του (first wave of) black metal έπους “In nomine Satanas”. Το ακούσαμε στην συλλογή “Jubileum III”, προερχόμενο από τα εν πολλοίς ακυκλοφόρητα “Valhalla sessions”, γραμμένο κάπου μεταξύ του “Under the sign of the black mark” και των ηχογραφήσεων των “Blood fire death” και “Blood on ice”. Ο Quorthon κρατά την εισαγωγή αυτούσια, βγάζει τη «μαυρίλα», βάζει σκανδιναβική doom-ίλα, «καθαρίζει» τα φωνητικά και αλλάζει εντελώς τους στίχους. Στη θέση του διαλόγου μεταξύ ανθρώπου – Εξαποδώ, έχουμε πάλι την προσευχή ενός Βίκινγκ, ο οποίος αυτήν τη φορά αδημονεί να επιστρέψει κοντά στους αγαπημένους του.
“Man of iron” (“Blood on ice”, 1996)
“I have learned to speak the tongue of animal
I have learned to read the signs in bark and snow”
Όσο εμείς θεωρούσαμε πως ο ψηλέας «τα είπε όλα» με τα “Hammerheart” και “Twilight of the Gods”, εκείνος έβγαζε από το συρτάρι το “Blood on ice” και έκλεινε, μαζί με στόματα ασεβών τσουτσεκιών, εμφατικά την πραγματική Viking τριλογία. Ο μοναδικός επιζών του χωριού από εκείνη την επιδρομή των καβαλάρηδων με έμβλημα το Δικέφαλο Κτήνος, κάτι μεταξύ ανθρώπου και θηρίου, αναζητών την εκδίκηση, «ξανασυστήνεται» μετά από δεκαπέντε χρόνια περιπλάνησης στους αγριότοπους. Το όλο σκηνικό είναι εντελώς κινηματογραφικό, θυμίζει OST μεσαιωνικής υπερπαραγωγής και ο γίγαντας, μονάχος με μια κιθάρα ανά χείρας, ανατριχιάζει τον ακροατή…
“The lake” (“Blood on ice”, 1996)
“But with my two eyes in the depths my vision is supreme
I see all things that can’t be seen but not my hand held out in front of me”
Τι ατμόσφαιρα… τί refrain! Ο μόνος που δεν έσκισε ρούχα για αυτό το συνταρακτικό έπος, πρέπει να ήταν ο ίδιος ο Quorthon. Το θεωρούσε «ένα τραγούδι, όπως όλα τα άλλα»… Ναι, καλά! Ο ήρωας οδεύει προς την εκπλήρωση του πεπρωμένου του. Εκλεκτός του Odin, χωρίς καρδιά στα στήθη ώστε να είναι άτρωτος, κάτοχος του μαγικού σπαθιού Tyrfing και αφέντης του υπερφυσικού αλόγου Sleipnir. Τώρα, ρίχνει τα μάτια του σε μια μαγική λίμνη, αποκτά όλη την συμπαντική γνώση και επιπλέον δεν χρειάζεται να κοιτάξει κατάματα το Κτήνος, κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης. Η «Σκέψη» (Huginn) και η «Μνήμη» (Muninn), τα κοράκια του Odin, θα είναι οι οφθαλμοί του.
“Lake of fire” (“Destroyer of worlds”, 2001)
“The quivering meat conception, deflorate the virgin fair
Succumb to your own passion, receive the garland made from angel’s hair”
Από λίμνη σε λίμνη το πάμε… Αφήνουμε τα δάση της Τάιγκα και ταξιδεύουμε στον Αλντεμπαράν, στον «νότιο οφθαλμό του Ταύρου», στον «δικό μας» Λαμπαδία και σε μια φλεγόμενη λίμνη, όπου λαμβάνουν χώρα τα βασανιστήρια των καταδικασμένων ψυχών. Κοίτα, η προσπάθεια να «γεφυρωθούν» ξανά η επική και η «ακραία» πλευρά στο “Destroyer of worlds”, όπως στο “Blood fire death”, έπεσε στο κενό. Μόνο τα «ηρωικά» στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Αλλά όταν ξεκίνησε το “Lake of fire”, δεν σου κρύβω πως αναφώνησα, γεμάτος ενθουσιασμό, «πάμε για νέα εποποιία!». Και πώς αλλιώς να αντιδρούσα, όταν μιλάμε περί σύνθεσης πολύ κοντά στο «πνεύμα» της εποχής του “Twilight of the Gods”;

“Ring of gold” (“Nordland I”, 2002)
“Silver, the moon high over pond of water calm and dark
Woe, mist, the breath of the dragon, sweeping down mountain side”
Τρεις ακουστικές κιθάρες, δύο φωνές σε αντίθετη αρμονία και η φύση ως ηχητικό… φόντο. Οτιδήποτε περισσότερο, μάλλον θα «έβλαπτε», παρά θα «ωφελούσε». Η ερωτική μπαλάντα “Ring of Gold” ναι μεν δε διεκδικεί δάφνες «πρωτοτυπίας» στιχουργικά αλλά μουσικά, μαγεύει! Βέβαια, ποιος νοιάζεται για «πρωτότυπα σενάρια», όταν πρόκειται για ρομάντζο; Απλά πράγματα θέλουμε. Έναν πολεμιστή ο οποίος πρέπει να αφήσει την αγαπημένη του, ακολουθώντας την ορδή στον πόλεμο, μιας κι έφτασε η εποχή των επιδρομών κι ένα χρυσό δακτυλίδι, για να της θυμίζει την ακλόνητη αγάπη του…
“Foreverdark woods” (“Nordland I”, 2002)
“We rest by the fire, the shadows come to life by its light
Three brothers, sons of white wolf, observed by the eyes of the night”
Η εισαγωγή ξυπνά μνήμες… Ποδοβολητά αλόγων, δασοπούλια, η ροή του ποταμού, metal και μαντολίνο, χορωδίες και πολεμικά τύμπανα, όλα στήνουν έναν πανηγυρικό, ηρωικό χορό ενώ ο Quorthon, ο απαίδευτος και άτεχνος, τα δίνει όλα σε μια συγκλονιστική ερμηνεία γεμάτη δέος, σεβασμό και φόβο. Ό,τι δηλαδή αισθανόταν ο ένας από τους τρεις αδερφούς, της φυλής του Λευκού Λύκου, όσο παρατηρούσε το (σχεδόν στοιχειωμένο) «Δάσος του Αιωνίου Σκότους», καθοδόν προς τον κόλπο της Asa, όπου επρόκειτο να ενωθούν με τον ερωτευμένο πολεμιστή του “Ring of gold” και τους υπολοίπους συντρόφους. Συγκλονιστικό έπος, μα τον Heimdallr! Instant classic!
“The land” (“Nordland II”, 2003)
“This land is mine to the end of time, none it shall claim or conquer
The mountains high: the endless sky, the forests and the sea”
Ένα πελώριο ηχητικό τείχος από οκτώ (!) κιθάρες, η μία επάνω στην άλλη. Βροντώδη τύμπανα, φόρος τιμής στο “Headless cross”. Μια θεσπέσια lead μελωδία αντάμα με χορωδία. Ο τιτάνας, να τραγουδά ωσάν βραχνιασμένος πολέμαρχος. Η ορδή επιστρέφει, το άλλοτε πιτσιρίκι του “Baptised in fire and ice” μέστωσε «στη φωτιά και τον πάγο» και μόνον ένα τέτοιο κομμάτι θα του άξιζε! Για τον αντίκτυπο της “Nordland Saga”, μια βόλτα στο διαδίκτυο, θα σε πείσει. Ενθουσίασε παλαιούς ακροατές, προσέλκυσε όσους αγνοούσαν ή δεν κατάφεραν να «νιώσουν» με το δύσπεπτο, απαιτητικό παρελθόν, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για νέους, επίδοξους συνεχιστές. Γεγονός εκπληκτικό, αν αναλογιστούμε ότι το ημερολόγιο έδειχνε 2002…
“The wheel of the Sun” (“Nordland II”, 2003)
“As the night divides the day: the dark will come to everyone
Fear will strike the hearts of all: the hearts of all both old and young”
Ένας φόρος τιμής στον ζωοδότη Ήλιο, τον κεντρικό άξονα του ημερολογίου, το σύμβολο της ζωής, της αναγέννησης και του φωτός, πρωταγωνιστή σε όλες τις αρχαίες θρησκείες. Ο Τροχός του Ήλιου περιγράφει την ίδια τη ζωή. Όπως ο ήλιος αρχικά ανατέλλει και στη συνέχεια δύει για να αφήσει χώρο στη νύχτα, έτσι και ο άνθρωπος αρχικά γεννιέται και στη συνέχεια πεθαίνει, αδυνατώντας να αποφύγει το πεπρωμένο. Το θέμα φίλε είναι, τι κάνει στο ενδιάμεσο… τι «χνάρι» αφήνει.
“As sure as it is true once we all shall die: true it is not all men lives
A king shall fall: a child be born: the gods will take and gods will give”
Αν υπάρχει ένα έπος – σύνοψη του τι ήταν, είναι και θα είναι ο «ηρωικός» Σουηδός, αυτό είναι το “The wheel of the Sun”. Η δεύτερη μεγαλύτερη σε διάρκεια σύνθεση των BATHORY, μετά το “Twilight of the Gods”, με παραπάνω από δώδεκα λεπτά διάρκειας. Μια μεγαλειώδης, αρχέγονη τελετουργία, φορέας των συναισθημάτων της λύπης, του δέους, της θεϊκής οργής. Άκου τις νότες, διάβασε τους στίχους, αφουγκράσου την ένταση… ειλικρινά, αδυνατώ να σκεφτώ ιδανικότερο Κύκνειο Άσμα, συγκλονιστικότερο αποχαιρετισμό στα Εγκόσμια, από/για τον δίμετρο σκάλδο από την Στοκχόλμη.
Η τελευταία σελίδα είχε γυρίσει. Το codex gigas των BATHORY, έκλεινε.
Εις το επανιδείν, Thomas.
Δημήτρης Τσέλλος













