LION’S SHARE – “Inferno” (Metalville)

0
17
Share








>








Share

Η επανασυγκρότηση/επανασύσταση ακόμα και ενός καλλιτέχνη που λάτρεψα στον καιρό της ακμής του, ανέκαθεν με έφερνε μπροστά σε μια σειρά από αμείλικτα ερωτηματικά. Ερωτηματικά που αφορούσαν κατά κύριο λόγο στο κατά πόσο είναι αγνές οι προθέσεις του αλλά και το ποια είναι εκείνα τα συστατικά που θα κατορθώσουν να τον επανεντάξουν στην σύγχρονη δισκογραφία. Ελάχιστες είναι εκείνες οι περιπτώσεις που έχω μείνει άναυδος με την ποιότητα του νέου πονήματος και αισθητά λιγότερες όσες μπορούν ευθέως να τοποθετηθούν δίπλα στα παρελθοντικά τους έργα δίχως να υστερούν σε οποιαδήποτε σύγκριση.

Οι Σουηδοί LION’S SHARE κυκλοφόρησαν την τελευταία studio δουλειά τους (έκτη στην σειρά) το 2009 με τίτλο “Dark hours” για το οποίο δεν θα συνιστούσε υπερβολή να εξάρουμε το σκοτεινό ύφος του heavy/power metal που ακολουθούσαν και τους διαχώριζε από την πιο μελωδική/πιο εύπεπτη -αν μου επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός- προσέγγιση των περισσότερων ομόηχών τους. Καλοπαιγμένο υλικό, συνθέσεις με λόγο ύπαρξης και την χαρακτηριστική ερμηνεία του Nils Patrick Johansson, γνώριμο μας από την συμμετοχή τους στους WUTHERING HEIGHTS, Richard Andersson’s SPACE ODYSSEY,  CIVIL WAR και φυσικά τους ASTRAL DOORS με τους οποίους δισκογραφεί ακόμα. Μαζί με τον κιθαρίστα Lars Chriss αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα της μπάντας από το ξεκίνημα της, στοιχείο που δεν διαφοροποιείται ούτε στο “Inferno”.

Τι αποζητούν οι LS το 2026; Ο μεταλλικός λόγος που αρθρώνουν είναι σε θέση να συγκινήσει τους οπαδούς του ιδιώματος ή μήπως αποτελούν κακέκτυπο του παρελθόντος; Η παραδοχή είναι απλή. Οι Σουηδοί ως λαός έχουν πάρει από μικρή ηλικία τις σωστές μουσικές βάσεις και με ότι καταπιάνονται φροντίζουν να το πράττουν με απόλυτο επαγγελματισμό αλλά και τον δέοντα σεβασμό τόσο στους εαυτούς τους όσο και στο κοινό που απευθύνονται. Είτε μιλάμε για AOR/hard rock είτε για black metal. Τα παραδείγματα άφθονα και προς πάσα κατεύθυνση. Η πρώτη αλλαγή που παρατηρείται με το πρώτο άκουσμα είναι η μετατόπιση του ήχου από το heavy/power σε ένα ύφος που συγγενικά διαθέτει περισσότερες ομοιότητες με τον ήχο των BLACK SABBATH/RAINBOW/DIO δηλαδή με το μεγαλείο του Ronnie James Dio και το τεράστιο αποτύπωμα που έχει αφήσει στην μουσική μας. Ομοίως και ψήγματα από Axel Rudi Pell. Ένας συνδυασμός από υπερβολικά heavy riffing Sabbathικής επινόησης, με solos που αποτίνουν φόρο τιμής στον Ritchie Blackmore εποχής Ουράνιου Τόξου και όλα αυτά με φωνητικά που ηχούν σαν πιο βαριά έκδοση του RJD…

Μετατόπιση, λοιπόν, ηχητική, που έχω την αίσθηση ότι ταιριάζει γάντι στην χροιά του Johansson που δίνει ορισμένες πολύ όμορφες ερμηνείες συνεπικουρούμενος από την εξάχορδη του Chriss που παίρνει φωτιά καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου. Και αν το ξεκίνημα ηχεί λίγο “μουδιασμένο” και αναγνωριστικό, η συνέχεια είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακή -τηρουμένων πάντα των αναλογιών και των προσδοκιών- με αρκετά κομμάτια να διαγωνίζονται για την άτυπη κατάκτηση της κορυφαίας στιγμής του άλμπουμ. Μεταξύ αυτών τα “The lion’s trial”, “Baptized in blood”, “Chain child”, “Run for your life”.  Αναμφίβολα μία από τις απρόσμενες εκπλήξεις της χρονιάς, το “Inferno” θέλω να πιστεύω ότι σηματοδοτεί την έναρξη μίας δεύτερης, ακόμα πιο δυναμικής, πορείας στο μονοπάτι που οι δημιουργοί του επιτυχώς επαναχάραξαν.

7 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here