Πέρασαν κιόλας έξι χρόνια από την εποχή του “Nostradamus”. Έξι χρόνια από την τελευταία στούντιο δουλειά των JUDAS PRIEST, η οποία δίχασε τους οπαδούς της περισσότερο και από το “Turbo lover” (για την ακρίβεια απογοήτευσε πάρα πολύ κόσμο). Όλοι περιμέναμε με ανυπομονησία το “Redeemer of souls”, αφού υπήρχε μία σχετική ασάφεια σχετικά με το αν θα είναι ο τελευταίος τους δίσκος, αν θα ξαναπεριοδεύσουν κι όλα αυτά (απαντήσεις μπορείτε να διαβάσετε σε λίγες μέρες, στη συνέντευξη που μας έδωσαν οι JUDAS PRIEST).
Σίγουρα, δεν περιμένουμε από τους PRIEST να ξαναεφεύρουν το heavy metal, δεν περιμένουμε το νέο “Painkiller” ή “British steel” (αν και πολύ θα θέλαμε), αλλά σίγουρα περιμένουμε ένα δίσκο αντάξιο του ονόματός τους, ο οποίος να έχει τα χαρακτηριστικά για τα οποία τους λατρέψαμε. Αν θέλετε την άποψή μου, το “Redeemer of souls”, είναι ένας εξαιρετικά αξιοπρεπής δίσκος. Μοντέρνος σε πολλά σημεία (αν έχετε το Θεό σας, έχει αυτούσιο ένα riff του “Scarred” των DREAM THEATER, σε γέφυρα στο “Down in flames”, το οποίο επαναλαμβάνεται κιόλας), κλασικότατος σε πάρα πολλά άλλα, με αρκετά γρήγορα τραγούδια, όπως το “Halls of Valhalla”, που θαρρώ ότι θα παίζουν συνεχώς live για όσα χρόνια περιοδεύσουν ακόμα κι έγινε αμέσως ένα από τα αγαπημένα μου από το γκρουπ. Η παραγωγή είναι old-school κι αυτό δίνει έναν διαφορετικό τόνο στο δίσκο, η κιθαριστική δουλειά των Tipton-Faulkner (η πρώτη του στούντιο δουλειά με τους JUDAS PRIEST), είναι πολύ καλή και η φωνή του Halford σε πολύ καλά επίπεδα, χωρίς να χρειάζεται να υπερβάλλει.
Από τραγούδια τώρα, ήδη ανέφερα το αγαπημένο μου “Halls of Valhalla” το οποίο ξεχωρίζει μακράν από το δίσκο. Πολύ συμπαθητικά τα “Dragonaut” και “Redeemer of souls” που ανοίγουν το δίσκο (κλασικά PRIEST, χωρίς μεν να είναι κάτι το συγκλονιστικό, αλλά είναι αυτό που περιμένεις από το συγκρότημα). Στο γκρουπ αρέσει πολύ το “March of the damned” που σκοπεύουν να το εντάξουν στο setlist τους, προσωπικά με άφησε αδιάφορο και προτιμώ περισσότερο το ρυθμικότατο “Down in flames” ή το “Hell & back” που ο ρυθμός του φέρνει στο μυαλό το “Metal Gods” ή το “Grinder”. Αρκετά καλό και το μακροσκελέστερο ίσως τραγούδι του δίσκου (λίγο κάτω από 6 λεπτά), το “Secrets of the dead”, με τον doomy ρυθμό και το uptempo “Battle cry”. Η μπαλάντα “Beginning of the end”, που κλείνει το άλμπουμ, δυστυχώς δεν είναι και η καλύτερη που έχουν γράψει (καλομάθαμε με ύμνους όπως το “Before the dawn”, το “Angel” ή το ‘Beyond the realms of death”).
Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τη στάνταρ έκδοση του δίσκου, με τα 13 τραγούδια. Υπενθυμίζουμε ότι η διπλή έκδοση του άλμπουμ, θα περιέχει αρκετά bonus τραγούδια, οπότε το συνολικό πακέτο γίνεται ακόμα πιο ελκυστικό. Άκουσα το δίσκο αρκετές φορές συνεχόμενα και μπορώ να πω ότι και την όγδοη φορά τον ευχαριστήθηκα. Έβγαλα εντελώς από το μυαλό μου τα κομμάτια που είχαμε ακούσει από το youtube και συγκεντρώθηκα στο σύνολο, το οποίο είναι παραπάνω από αξιοπρεπές. Εντάξει, σε καμία των περιπτώσεων δεν φτάνει τα μεγαλεία του παρελθόντος, υπάρχουν κάποια fillers ανάμεσα στα 13 τραγούδια, είναι όμως πολύ καλύτερος από πολλούς PRIEST wannabes και σε τελικά ανάλυση… The Priest is back!!! Χρειάζεστε πολλά περισσότερα λόγια;
7,5 / 10
Σάκης Φράγκος












