HELLFEST 2014 (20-22 Ιουνίου)











"/>





IMG 0756136 συγκροτήματα. Εκατόν. Τριάντα. Έξι. Συγκροτήματα. To Ηellfest γιγαντώνεται σε ένα μουσικό γεγονός, συγκεντρώνοντας τα σπουδαιότερα συγκροτήματα του ακραίου ήχου. Πολύ αδρά, λοιπόν: έχουμε 6 σκηνές, οι οποίες ανά 3 παίζουν ταυτόχρονα, για πρώτη φορά φέτος. Αυτό καθιστά αρκετά δύσκολες και τολμηρές τις μετακινήσεις από σκηνή σε σκηνή. Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο, το πρώτο πράγμα που θα αντικρίσεις στα δεξιά σου είναι οι δύο μεγάλες κλειστές σκηνές Altar και Temple, οι οποίες εδράζονται κάτω από μία κοινή τεράστια τέντα. Oι δύο “ακραίες” σκηνές του φεστιβάλ είναι τοποθετημένες σε γωνία περίπου 100 μοιρών η μία με την άλλη με τρόπο τέτοιο ώστε, αν κάθεσαι στη μέση, να μπορείς να τις παρακολουθήσεις και τις δύο κάνοντας μία μικρή στροφή. Στην Altar παρελαύνει όλη η death/ grind ελίτ των τελευταίων 20 χρόνων, ενώ η Temple φιλοξενεί τα black metal συγκροτήματα. Ακριβώς απέναντι, στα δεξιά της κεντρικής εισόδου και λίγο στο βάθος, υπάρχει η σχετικά μικρότερη Valley στην οποία εδράζεται όλη η stoner/ sludge/ doom αφρόκρεμα.
Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο, λοιπόν. Αφήνεις το σύμπλεγμα των τριών σκηνών στα δεξιά σου και προχωράς όλο ευθεία. Αρκετά ευθεία. Θα αντικρίσεις τις δύο μεγάλες κεντρικές σκηνές, Mainstage01 και Mainstage02. Μεγάλες, επιβλητικές, τοποθετημένες δίπλα δίπλα. Μπαίνοντας από την κεντρική σκηνή, προχωράς όλο ευθεία αλλά δεν φτάνεις μέχρι τις σκηνές. Κόβεις αριστερά. Περνάς το “Land of muscadet” (εκεί έχει δέντρα και τραπεζάκια και κρασί). Περνάς τις τουαλέτες. Προχωράς κι άλλο. Προχωράς όσο πάει. Εκεί θα βρεις την Warzone, τον παράδεισο του σύγχρονου punk/hardcore/ metalcore.
Σε μία προσπάθεια να καλύψουμε όσο περισσότερο μουσικό έδαφος μπορούμε, παρουσιάζουμε 3 διαφορετικές καταγραφές. 3 συντάκτες αναμετρώνται με 136 συγκροτήματα σε 3 παράλληλα, ενίοτε συγκλίνοντα οδοιπορικά, με όσο το δυνατόν λιγότερες αλληλεπικαλύψεις είναι εφικτό. Enjoy!

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

IMG 0479Όγδοη συνεχόμενη φορά που το Rock Hard παρευρίσκεται στο Hellfest της Γαλλίας και παρά την όποια οικειότητα έχει δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια δυστυχώς κάποια μικρομπερδέματα με τις πιστοποιήσεις και η υπερβολική κίνηση στους δρόμους που είχε προηγηθεί είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουμε τους WEEKEND NACHOS και CONAN. Παρατηρώντας τις αλλαγές σε λειτουργικά θέματα του festival υπό τον black metal βομβαρδισμό των IMPIETY από τη Σιγκαπούρη στην Temple stage κατευθυνόμαστε προς την Valley stage και βλέπουμε τους Αμερικανούς CASPIAN, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί νωρίτερα μέσα στη χρονιά τη χώρα μας. Με δυνατό και πολύ καθαρό ήχο οι CASPIAN κατάφεραν να δημιουργήσουν την ατμόσφαιρα των δίσκων τους με στρώματα ηχοχρωμάτων να γεμίζουν το χώρο και τις ακτίνες του ήλιου ντάλα μεσημέρι να βρίσκουν τρόπο να εισχωρούν στα πλαϊνά της σκηνής.
Καθώς κατευθυνόμαστε προς τις κεντρικές σκηνές, στην ΜainStage01 οι N.W.O.B.H.M. παλαίμαχοι SATAN έχουν ήδη ξεκινήσει και η χαρακτηριστική φωνή του Brian Ross (BLITZKRIEG) μας καλεί κοντά τους. Με υλικό να προέρχεται αποκλειστικά από το κλασικό “Court in the act” και το πολύ καλό άλμπουμ της επιστροφής τους τριάντα χρόνια μετά “Life sentence”, με εξαίρεση το “Oppression” από τις μακρινές demo εποχές της μπάντας, οι SATAN αποτέλεσαν μία ευχάριστη έκπληξη και σίγουρα μία δόση αληθινού old school metal για όσους νεότερους είχαν παρευρεθεί στην διπλανή MainStage02 από νωρίς περιμένοντας υπομονετικά τους TOXIC HOLOCAUST. Το καυτό thrash του Joel Grind και της παρέας του έσφυζε metal αδρεναλίνης και κλισαδούρας και παρά το γεγονός ότι έπαιζαν σε μία θεόρατη σκηνή για τα δεδομένα τους ήταν εκρηκτικοί. Μπορεί το “Chemistry of consciousness” να αποτελεί την πιο πρόσφατή τους δουλειά, αλλά οι TOXIC HOLOCAUST δεν μασάνε από τέτοιες τυπικότητες και τραγούδια όπως τα  “Awaken the serpent”, “Reaper’s grave”, “War is hell”, “666”, “Bitch”, “Wild dogs” και “Metal attack” τίναξαν τη σκόνη από πάνω τους και μας αποχαιρέτησαν με το φοβερό “Nuke the cross”.
Βάζοντας στοίχημα με την υπόλοιπη παρέα για το αν θα αντέχαμε ένα ολόκληρο τραγούδι από τους POWERMAN 5000 που ακολουθούσαν, η μπάντα του αδερφού του Rob Zombie, Spider One επανέφερε μνήμες nu-metal παρακμής και ψευτο-industrial όγκου και όπως φύγει-φύγει τσεκάραμε τους Γάλλους LOUDBLAST, οι οποίοι ακούγονταν αρκετά καλά με τους συμπατριώτες τους να τους τιμούν γεμίζοντας την Altar stage. Στην Temple οι Αυστραλοί DESTROYER 666 «αρματωμένοι» όπως συνήθως ξαμόλησαν το black thrash τους αλλά δυστυχώς παρακολουθήσαμε μονάχα τα “Rise of the predator” και “Raped” από τα άλμπουμ “Phoenix rising” και “Cold steel… for an iron age” αντίστοιχα μιας και στη Main Stage02 o Billy Milano βρισκόταν στη σκηνή με τους M.O.D. “What’s up Hellfest? We’re M.O.D. and I fucked your mother in the 80’s”. Με αυτόν τον τρόπο μας καλωσόρισε ο πενηντάχρονος Billy Milano και το “Aren’t you hungry” από πρώτο τους άλμπουμ “U.S.A. for M.O.D.” αποτέλεσε το εναρκτήριο τραγούδι του set με τα “Get a real job” και “Imported society” να ακολουθούν ενώ έπαιξαν και τα “No glove no love” και “True colors” από το “Gross misconduct”. Ο Billy Milano ευχαρίστησε αρκετές φορές τους διοργανωτές του Hellfest για την πρόσκληση αν και δεν το περίμενε να τους βάλουν να παίξουν στη MainStage και τα “Thrash or be thrashed” και “Let me out” ήταν τα τελευταία τραγούδια που ακούστηκαν από M.O.D., αφού πρώτα είχε προτρέψει το κοινό να κατεβάσει παράνομα τα τραγούδια τους μιας και οι ίδιοι δεν έχουν πάρει ποτέ φράγκο για τα πρώτα τους άλμπουμ. Η διασκευή στο “I love livin’ in the city” των FEAR ξεσήκωσε τον κόσμο και η συνέχεια άνηκε αποκλειστικά σε τραγούδια από την περίοδο των S.O.D. Το “Kill yourself” το αφιέρωσε στον Scott Ian ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια που ακούστηκαν από το κλασικό “Speak English or die” ήταν τα “Milano mosh”, “Fuck the middle east” (αφιερωμένο στους George W. Bush και Barack Obama), “Pussy whipped”, “Fist banging mania”, “Speak English or die” και “United forces”. Ομολογουμένως περάσαμε μια χαρά βλέποντάς τους όπως και πολύ καλή ήταν και η μπάντα που τον συνόδευε.
Rob ZombieΠλησιάζοντας προς την Temple για τους IMPALED NAZARENE, ακούγαμε μέχρι έξω τον Mika Luttinen να τρομοκρατεί τους πάντες ουρλιάζοντας τους στίχους του “Sadhu Satana” λίγο πριν κλείσουν με το “Total war – winter war” από το “Suomi Finland perkele”. Στη MainStage01 o Rob Zombie παραδίδει ένα show πιο λιτό από αυτό που μας είχε προσφέρει προ τριετίας στον ίδιο χώρο και λιγότερο extravagant υπό το φως του ηλίου και προλαβαίνουμε τα “Sick bubblegum, “Never gonna stop (The red, red kroovy)” και “House of 1000 corpses”. Προσωπικά με ξενερώνει η έντονη αμερικανιά που βγάζει εδώ και πολλά χρόνια πλέον  και γενικότερα η solo καριέρα του και για το τέλος δεν διστάζει να διασκευάσει το “Am I evi?”των DIAMOND HEAD σε ένα κοινό που το πολύ να το έχει ακούσει από τη διασκευή των METALLICA και κλείνει με ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια των WHITE ZOMBIE, το groove-άτο “Thunder kiss ’65” στο  οποίο παρεμβάλλονται μέρη από τα “Enter sandman” και “School’s out” των METALLICA και Alice Cooper αντίστοιχα όπως επίσης κι ένα solo από τον αρκετά ταλαντούχο κιθαρίστα και πρώην μέλος των MARILYN MANSON, John 5.
Οι SEPULTURA από τη μεριά τους βγήκαν και διέλυσαν ότι υπήρχε μπροστά τους. Είναι εκπληκτικό πως ο Andreas Kisser και οι υπόλοιπο καταφέρνουν και διατηρούν τους Seps σε τέτοια φόρμα. Εμφανίστηκαν στη MainStage02 με το “The Vatican” από το τελευταίο τους άλμπουμ “The mediator between head and hands must be the heart” και συνέχισαν με το “Kairos” αποδεικνύοντας πως μπορούν να στηριχτούν στο νέο τους υλικό. Δεν ξέρω αν τους τσάντισε κανείς στα παρασκήνια αλλά ο Derrick Green φαινόταν θιγμένος, πιθανότατα από τις τελευταίες δηλώσεις του Max Cavalera και ο λόγος που έβγαλε πριν το “Propaganda” έδειχνε ότι έχει σιχαθεί να ακούει από τον καθέναν ότι οι SEPULTURA δεν έχουν λόγο ύπαρξης και η εκτέλεση που ακολούθησε ήταν ισοπεδωτική. Ο νέος τους drummer Eloy Casagrande είναι εκπληκτικός drummer, πιθανότατα ο καλύτερος που θα μπορούσε να κάτσει πίσω από το drum-kit των Seps αυτή τη στιγμή και είναι πραγματικά απόλαυση να τον βλέπεις να παίζει. Τα “Impending doom” και “Manipulation of tragedy” διαδέχονται τα “Convicted in life” και “Dusted” από τα “Dante ΧΧΙ” και “Roots” αντίστοιχα ενώ το σερί Refuse/Resist”, “Arise”, “Ratamahatta”, “Polícia” και “Roots bloody IMG 0119roots” αποτέλεσαν το ιδανικό κλείσιμο μιας εκπληκτικής εμφάνισης. Δυστυχώς οι GODFLESH δεν εμφανίστηκαν στην ώρα τους στη Valley μιας και δεν είχαν φτάσει καν στο Clisson και απ’ ότι μας ενημέρωσαν θα έβγαιναν μετά τους headliners ELECTRIC WIZARD οπότε κατευθυνθήκαμε κατευθείαν προς την Altar για να δούμε τους DEATH TO ALL και για την ακρίβεια τα ¾ του line του θεϊκού “Human” των DEATH. Αν και την ίδια ώρα έπαιζαν οι SLAYER η τέντα ήταν γεμάτη και όταν ο Sean Reinert άρχιζε να παίζει την εισαγωγή του “Flattening of emotions” ανατρίχιασα σε τέτοιο βαθμό που πλησίασα όσο το δυνατόν πιο κοντά στη σκηνή. Παρά τις όποιες ενστάσεις έχουμε για το εν λόγω tribute μπάντα προσωπικά κρατώ ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να ξανακούσω ζωντανά όλους αυτούς τους ύμνους που έγραψε πριν αρκετά χρόνια ο τεράστιος Chuck Schuldiner και ειλικρινά όταν έβλεπα τον Steve DiGiorgio να παίζει τις περίπλοκες μπασογραμμές τους, τον Paul Masvidal στην άλλη άκρη της σκηνής με ένα μόνιμο χαμόγελο και τον Max Phelps (CYNIC) να παίζει με την signature BC Rich κιθάρα του Chuck και να αποδίδει σε ικανοποιητικό βαθμό τα μέρη του και τα φωνητικά ήμουν ευτυχισμένος. Στην αρχή τουλάχιστον…  Ας πάρουμε όμως τα θετικά πρώτα. Αμέσως μετά το “Flattening…” ακολούθησαν τα “Leprosy”, “Left to die”, “Suicide machine”, “Spiritual Healing” και “Within the mind”. Φοβερή επιλογή τραγουδιών ειδικά για εμάς που αρκετά από αυτά δεν είχαν παιχτεί στην εκπληκτική συναυλία των DEATH το 1998 στη χώρα μας. Για το “Crystal mountain” ανέβασαν τον Hannes Grossmann των Γερμανών prog deathsters OBSCURA, ο οποίος απέδωσε άριστα το drumming του Gene Hoglan αλλά δυστυχώς η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη μιας και ο Steffen Kummerer, κιθαρίστας/τραγουδιστής των OBSCURA που ανέβηκε για τα “Spirit crusher” και “Symbolic” μας έσπασε τα νεύρα με τα τεχνικά προβλήματα που αντιμετώπισε και ακόμη περισσότερο που δεν έκαναν κάτι για να τα λύσουν. Σε όλα αυτά προσθέστε και την όλη συμπεριφορά του DiGiorgio ο οποίος πείραζε συνέχεια τον Max Phelps, ψιθυρίζοντας του συνέχεια κάτι στο αυτί βγάζοντας μία χαβαλέ διάθεση που δεν ταίριαζε καθόλου με το ύφος των τραγουδιών και αποδεικνύεται για άλλη μία φορά περίτρανα το IMG 0461πόσο εμβληματική φιγούρα ήταν ο Chuck επί σκηνής που όσο ανώτεροι τεχνικά καταρτισμένοι κι αν ήταν οι μουσικοί που τον πλαισίωναν, ο ίδιος ήταν 100% η ψυχή των DEATH. Προσωπικά βλέποντάς τους εκτίμησα την ειλικρίνεια του Chuck να διαλύσει τους DEATH όταν ο ίδιος δεν ήθελε να συνεχίσει στο death metal ύφος που τον έκανε γνωστό και αυτό που έβγαζαν σε μένα οι DTA ήταν ίσως αυτό που ήθελε να αποφύγει. Γιατί για να παίξεις death metal πρέπει να γουστάρεις και να νιώθεις death metal. Ο Chuck δεν γούσταρε να παίζει πλέον και άλλαξε πλεύση ενώ οι DTA αποδίδουν ικανοποιητικά αυτό το υλικό απλά λόγω βιωμάτων. Αν και τα μέλη που το απαρτίζουν κάνουν άριστη δουλειά στις μπάντες τους στην προκειμένη περίπτωση είναι απλά μία tribute μπάντα. Το κλείσιμο με τα “Zombie ritual”, “Baptized in blood” και “Pull the plug” με είχαν βρει ήδη ξενερωμένο από τις παραπάνω σκέψεις. Μακάρι μετά το “Within the mind” να έφευγα να προλάβω τουλάχιστον το τελευταίο μέρος του set των SLAYER.
Η τελευταία μπάντα που εμφανίστηκε στην Temple ήταν οι Νορβηγοί ENSLAVED οι οποίοι τα τελευταία χρόνια αποτελούν μία σταθερή αξία για να παρακολουθήσεις ζωντανά. Δίνοντας έμφαση στο πρόσφατο και πιο ψυχεδελικό prog παρελθόν τους, ξεκίνησαν με το “Death in the eyes of dawn” από το τελευταίο τους άλμπουμ “Riitiir” παίζοντας αργότερα και το ομώνυμο τραγούδι. Ο ήχος ήταν αρκετά καλός και αποδίδουν όπως πάντα άριστα το υλικό τους ενώ πρέπει να επισημανθεί η σημαντική βοήθεια του keyboard-ίστα Herbrand Larsen στα φωνητικά. Για τη συνέχεια “Ruun” και “Ethica odini”, “Convoys to nothingness” από το “Monumension” και “As fire swept clean the Earth” από το “Vertebrae” για να κλείσουν με το “Allfaðr Oðinn” από το πάλαι ποτέ Viking black metal παρελθόν τους και τις ημέρες του “Hordanes land”.
Κώστας Αλατάς

IMG 1502Ξεκινάμε νωρίς νωρίς, με χαρούμενη καρδιά για τον χώρο του φεστιβάλ. Μία απόσταση είκοσι λεπτών την καλύπτουμε σε περίπου μία (1) ώρα – IRON MAIDEN ένεκα – με αποτέλεσμα όταν φτάνουμε να έχει πάει ήδη μεσημέρι. Αποχαιρετώ με θλίψη την μοναδική ενδεχομένως ευκαιρία που είχα και θα έχω στη ζωή μου να δω ζωντανά τον συνδυασμό powerviolence-sludge των WEEKEND NACHOS, και τρέχω προς τις δύο “ακραίες” σκηνές (χοντρικά Temple για black, Altar για grind/ death), όπου πιάνω θέση για τους IMPIETY. Ιστορικό συγκρότημα, σημαντική εμφάνιση, η οποία ωστόσο χαντακώνεται – εν μέρη από την ώρα, κυρίως όμως από τον ήχο. Αν και θα ανέμενα το παραδοσιακής κοπής, θρασίζον death/black που παίζει το τρίο από την Σιγκαπούρη να μπορεί να αποδοθεί εύκολα με όλο τον όγκο, τις κιθάρες και τον τσαμπουκά του, ακούω μόνο ένα καταιγιστικό drumming το οποίο θαμπώνει τα πάντα. Τα μόνα στοιχεία για το τι ακούμε προέρχονται από τον ρυθμό των φωνητικών και τα σολαρίσματα, που σκάνε αναπάντεχα μέσα στον ηχητικό χαμό. Και φυσικά, ένα κοινό το οποίο, 1 το μεσημέρι και με κακό ήχο, δεν ανταποκρίνεται. Κρίμα μεν, αναγνωρίζω ένα “Τorment in fire” προς το τέλος δε, και οδεύω στην διπλανή σκηνή, όπου ακολουθούν οι BLOCKHEADS. Δεδομένου ότι αποτελούν μία από τις πιο αξιοπρόσεχτες grind παρουσίες των τελευταίων δεκαπέντε και πλέον χρόνων, με εξαιρετικά προσεκτική και εκλεκτική δισκογραφία, με μεγάλες ενδιάμεσες απουσίες, μας πιάνουν απροετοίμαστους με μία από τις καλύτερες εμφανίσεις όλου του τριημέρου. Σαράντα λεπτά ακατάπαυστης ενέργειας με εντυπωσιακό δέσιμο, εντυπωσιακό ήχο και έναν εντυπωσιακό frontman να αλωνίζει τη σκηνή και να κρατάει το κοινό σε συνεχή εγρήγορση ανάμεσα στα κομμάτια. Παίζουν στην έδρα τους, είναι άνετοι, καταιγιστικοί, με απίστευτη αίσθηση ρυθμού και τρομερή συνοχή.
Μετά την επίθεση αυτή, οδεύω προς την Valley αναμένοντας λίγη ανακούφιση από τους DOWNFALL OF GAIA. Θεωρούνται ένα από τα πιο ελπιδοφόρα συγκροτήματα στο χώρο τους, και απ’ ότι φαίνεται από την απόδοσή τους επί σκηνής, καθόλου άδικα. To Hellfest είναι μία από τις πρώτες στάσεις της περιοδείας τους, με καινούριο drummer στο line up. Βγαίνουν απίστευτα δεμένοι και έχουν όγκο, καταλαμβάνουν χώρο. Ισορροπούν μουσικά σε ένα αρκετά δύσκολο σκοινί, συνδυάζοντας post-black με πολύ δυνατές ατμόσφαιρες και sludge στοιχεία. Ζωντανά έχουν ακριβώς την δόση επιθετικότητας και μελωδίας που απαιτείται ώστε να σε κρατούν σε εγρήγορση με κάθε γύρισμα, σε κάθε νότα. Εξαιρετικός ήχος, υπνωτιστική, γεμάτη ενέργεια παρουσία. Ένα πέρασμα από M.O.D και DESTROYER 666 επιβεβαιώνει τα εξής δύο γεγονότα Πρώτον, τα mainstages είναι δύσκολα ανεκτά με 30+ βαθμούς κελσίου υπό τον Γαλλικό ήλιο. Δεύτερον, οι Αυστραλοί black/thrashers είναι κλασική live αξία, ωστόσο ο ήχος της Temple εξακολουθεί να είναι υπερβολικά αδιαφοροποίητος. Ακολουθούν στην Altar οι IMG 2121HAIL OF BULLETS και η ακολουθία των εξαιρετικών εμφανίσεων συνεχίζεται. Πάνω στην σκηνή βρίσκονται πέντε εξαιρετικοί σε αυτό που κάνουν μουσικοί και παραδίδουν άψογα αυτό που κάνουν καλύτερα: βαρύ, ογκώδες old school death metal της ASPHYX/ BOLT THROWER σχολής. Μπορείς να αισθανθείς τις δονήσεις του rhythm section με κάθε χτύπημα στα slow/ mid σημεία. Η φωνή του Van Drunnen ξεσκίζει, το κοινό ακολουθεί, oι lead κιθάρες είναι καθηλωτικές, ωστόσο φεύγω περίπου στη μέση για να προλάβω το δεύτερο μισό του σετ των THERAPY? Οι οποίοι παίζουν την ίδια ώρα στην mainstage02. Είναι σε εξαιρετική φόρμα και αποδίδουν τα κομμάτια τους με ένα ανάλαφρο groove. O Cairns έχει μία χαρακτηριστική αψιά ένταση στις στουντιακές δουλειές η οποία, μάλλον αναμενόμενα, δεν βγήκε στη σκηνή. Αυτό που βγήκε ήταν ένα groove-άτο συγκρότημα με πιασάρικα, εθιστικά κομμάτια και μπόλικη ενέργεια επί σκηνής η οποία μεταδόθηκε στο κοινό. Έκλεισαν με μία -μάλλον χαβαλετζίδικη- διασκευή στο “Breaking the law”…
… και μετά το ευχάριστο χορευτικό “νοσταλγικό” διάλειμμα επιστρέφουμε στην Altar, όπου εμφανίζονται οι NOCTURNUS AD, ή αλλιώς AFTER DEATH, και τέλος πάντων για να μην αναλωνόμαστε στις κόντρες των Αμερικάνων, μιλάμε ουσιαστικά για τον Mike Browning με original line up των NOCTURNUS. Επιμένουμε old school death λοιπόν, τώρα όμως βρισκόμαστε στην Florida, και τώρα έχουμε μπροστά μας ένα συγκρότημα με αρκετά ιδιόμορφες για την εποχή και το είδος του progressive μουσικές επιρροές. Ξεκινούν με το “Lake of fire” και βεβαιώνομαι πως ναι, κατορθώνουν να συνδυάσουν αβίαστα τον old school Florida dm χαρακτήρα τους με τα πλήκτρα και τις κιθάρες και ναι, ο ήχος είναι εξαιρετικός. Και σιγά σιγά συνειδητοποιώ πως ακούμε ολόκληρο το “The Key”, την παρθενική – και καλύτερη – κυκλοφορία των NOCTURNUS. Οι Αμερικάνοι αποδίδουν με όλη την μελωδικότητα, την επιθετικότητα και την ενέργεια που της αρμόζει και κλείνουν με δύο MORBID ANDEL διασκευές στα “Demon Seed” και “Angel of Disease”. Από κάθε άποψη εξαιρετική, συγκινητική εμφάνιση.
Το death metal σερί σπάει με KYLESA, οι οποίοι εμφανίζονται στην Valley. Με τρομάζουν οι πρόσφατες εμφανίσεις τους, τόσο από μουσική άποψη, όσο και από άποψη απόδοσης. Ξεκίνησαν με ένα απίστευτο σερί τεσσάρων κομματιών από το “Spiral Shadow” και φάνηκε αμέσως τόσο η συναυλιακή δυνατότητα του συγκεκριμένου άλμπουμ, όσο και το ότι βρίσκονται σε εξαιρετική φόρμα. H Laura είχε αυτήν την εξαιρετική υπνωτιστική και ταυτόχρονα τσαμπουκαλεμένη φωνή. Ο ήχος είναι απόλυτα εξισορροπημένος, με τους 2 drummer να δένουν άρτια, χωρίς να καπελώνουν καθόλου τις κιθάρες. Τα πάντα ακούγονταν ακριβώς όπως έπρεπε, όσο έπρεπε. Το συγκρότημα χειρίζεται πολύ όμορφα και δεμένα τις εναλλαγές στα κομμάτια – από τα βαριά sludge μέρη στα ψυχεδελικά περάσματα. Έκλεισαν με το “Said and done” μία εξαιρετικά γεμάτη, χορταστική εμφάνιση, μετά την οποία συρθήκαμε πίσω στην Altar, αναμένοντας τους KATAKLYSM. Οι Καναδοί είναι παλιοί γνώριμοι του φεστιβάλ. Ξεκινούν με το “Like Animals” από την τελευταία τους δουλειά, παίζοντας μπροστά σε ένα κοινό σχετικά μικρό αλλά φανατικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ο κόσμος έχει σωρευτεί στην Mainstage01 για να δει IRON MAIDEN. Συμπαγείς, γεμάτοι ενέργεια, με έναν ωραίο, ογκώδη ήχο και τις κιθάρες να διαγράφονται πεντακάθαρα.
Electric WizardΑκολουθεί ένα αρκετά συγκεχυμένο δίωρο: Υπέρτατη ματαίωση, καθώς διαπιστώνουμε ότι οι GODFLESH δεν θα παίξουν την προγραμματισμένη ώρα λόγω καθυστερημένης άφιξης, αλλά θα παίξουν κάποια ασαφή στιγμή, αργότερα (εν τέλει έπαιξαν κάποια ασαφή στιγμή μετά τους ELECTRIC WIZARD….). Υπέρτατη αγωνία, καθώς ολόκληρος ο κεντρικός χώρος του φεστιβάλ καθώς παίζουν οι IRON MAIDEN έχει κατακλυστεί από κόσμο και είναι σχεδόν απροσπέλαστος, συνεπώς το να καταφέρουμε να τους δούμε ήθελε αρκετά κότσια και υπομονή. Υπέρμετρη συγκίνηση (ανάμικτη με κάτι όχι και τόσο καλό), γιατί αυτό είναι το κοντινότερο που θα φτάσουμε ποτέ σε live των DEATH. Και αφού λοιπόν συμβαίνουν όλα τούτα, μόλις το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα, έρχεται η ώρα των ELECTRIC WIZARD. Aναμενόμενα καταπληκτικοί. Η μουσική τους ντύνεται βήμα βήμα, οι μελωδίες στις κιθάρες χτίζονται η μία πάνω στην άλλη, παίρνουν το χρόνο τους, επαναλαμβάνονται, επαναλαμβάνονται κι άλλο, αυξάνονται σε ένταση. Κάθε τους εμφάνιση είναι μία κλιμακούμενη σπείρα έντασης. Η εμφάνισή τους είχε χαρακτήρα τελετουργικό, με ουσίες και οινοπνεύματα να κυκλοφορούν στην ατμόσφαιρα και την Valley να σείεται από τα μπάσα καθώς οι Άγγλοι επαναπροσδιόριζαν για άλλη μία φορά την λέξη “βάρος” στη μουσική. Διέτρεξαν τις καλύτερες στιγμές τους παίζοντας ένα τέταρτο με είκοσι λεπτά περισσότερο από το προγραμματισμένο. Ξεδίπλωσαν ένα εξαιρετικό set list ξεκινώντας με το “Supercoven”, περνώντας μέσα από κομμάτια όπως “Black mass”, “Dopethrone” και “Witchcult today”, για να κλείσουν με το επιβλητικό “Funeralopolis”. Eξαιρετικό κλείσιμο, σε μία εξαιρετική μουσικά μέρα.
Μαριλένα Σμυρνιώτη

triviumΝωρίς και με την θερμοκρασία να πλησιάζει τους 30 βαθμούς, οι Αμερικάνοι αστέρες του σύγχρονου metal, TRIVIUM, πάτησαν το σανίδι και φρόντισαν να δώσουν μια δυνατή παράσταση, αντάξια της φήμης τους. Μπορεί ο Matt Heaffy να φέρνει περισσότερο σε Αμερικανο-κολλεγιόπαιδο, αλλά το σετ των TRIVIUM, με αρκετές αναφορές στα γνωστά τους κομμάτια, είναι ιδανικό για φεστιβάλ, με μπόλικη αδρεναλίνη. Από το “Strife” και το βαρβάτο “Built to fall” μέχρι το κορυφαίο “Anthem” και το απίστευτο “In waves” μας ταλαιπώρησαν ευχάριστα. Ένα από τα καλά του να βλέπεις τέτοιες μπάντες σε φεστιβάλ, είναι ότι δεν σε κουράζουν με ένα δίωρο σετ. Τα 9 τραγούδια ήταν ιδανικά.
Οι Αμερικάνοι DEATH ANGEL ήταν από τις μεγαλύτερες ατραξιόν για μένα, αφού βρίσκονται στην καλύτερη φόρμα της καριέρας τους, με φοβερές δισκάρες και οι αλλαγές σε διοικητικό επίπεδο τους οδήγησαν στην ακύρωση όλης της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής περιοδείας τους. Παρά τις 3 αλλαγές στην μέρα και ώρα της εμφάνισής τους, που εν μέρη νευρίασαν την μπάντα, για μένα η παρουσία τους μετά τα μεσάνυχτα ήταν ιδανική. Βασίστικαν στο “Dream calls for blood” και απέδειξαν πως είναι περισσότερο μια σύγχρονη thrash μπάντα, παρά μια επανασύνδεση που στηρίζεται στην νοσταλγία, όπως άλλωστε φανερώνει και η ποιότητα των πρόσφατων δίσκων τους. Παρόλα αυτά, τα κλασικά, “Evil priest”, “Mistress of pain” φρόντισαν να ενώσουν το παρελθόν με το παρών. Έτσι στην ίδια μέρα ευχαριστήθηκα τους μόνους σιτεμένους καλλιτέχνες που τραγουδούν για “Necrophilliac” και “Evil priest”  δίχως να ακούγονται γραφικοί!
Μέσα στην ζέστη του μεσημεριού, οι TURISAS ήταν καλή αφορμή για να μπω στην τέντα και να δω λίγο από την εμφάνισή τους. Δίχως να παινευτώ, αφού είδα μόνο τα 4 πρώτα τραγούδια, μπορώ να πω ότι οι Φιλανδοί αντάμειψαν τις 3 χιλιάδες κόσμου, με δυναμικές εκτελέσεις των “For your own good”, “Battle metal”, “The great escape” με τον ιδρώτα από την γεμάτη ενέργεια προσπάθειά τους, να μην αλλοιώνει τα μπογιατισμένα τους πρόσωπα.
IMG 8127Με το σκοτάδι να έχει πέσει για τα καλά, οι Αμερικάνοι βράχοι του thrash, ήρθαν για να επιβεβαιώσουν πως αξίζουν να συνεχίζουν την κληρονομιά του ονόματος των SLAYER. Δίχως να μπούμε σε αναλύσεις για τα μέλη, τόσο ο Gary Holt όσο και ο Paul Bostaph ήταν άριστοι στις εκτελέσεις τους και όταν ένα συγκρότημα έχει απαιτητικούς οπαδούς, αυτό είναι σημαντικό. Αν και δυσκολεύτηκα στην αρχή, αυτό που βασάνισε τα αυτιά μου και πόνεσε το σβέρκο μου ήταν το κλείσιμο με “Seasons…”, “…mask”, “Raining…”, “Black magic” (oh yeah), “South…” και “Angel…”. Άντε μετά να παραπονεθείς για το “Hate worldwide” ή το “Implode”. Βράχοι!!!
Με τις εμφανίσεις των IRON MAIDEN, ή αποσπάσματα αυτών να έχουν διαρρεύσει στο διαδίκτυο, οι προσμονή μου δεν ήταν μεγάλη. Σίγουρα η παρουσία τους παραμένει ένα μεγάλο γεγονός και ως οι πρώτοι headliners του φεστιβάλ, είχαν προσελκύσει ένα τεράστιο αριθμό κοινού. Παρότι ο ήλιος δεν είχε ακόμη δύσει, η εξάδα εξαπέλυσε την επίθεσή της και φρόντισε να μας χορτάσει με τον διαχρονικό τους ήχο και την πετυχημένη φαντασμαγορική τους παράσταση. Όπως θα γνωρίζετε, στηρίχθηκαν στο “7th son of a 7th son”, που παραμένει από τα αγαπημένα μου άλμπουμ των MAIDEN, οπότε τραγούδια όπως το ομώνυμο, ή το “Moonchild” αποτελούν ευχάριστες νότες στο καθόλα γνώριμο σετ. Παρουσιάζοντας μια ανανεωμένη εκδοχή του “Maiden England” λοιπόν, με την παλιοπαρέα να έχει κέφια και τον συνοδοιπόρο Eddie, να ξεσηκώνει τον κόσμο, με ήχο κρυστάλλινο και πιστές εκτελέσεις κέρδισαν το χειροκρότημα που δικαιούται κάθε μπάντα που διατηρεί μια τέτοια αξιομνημόνευτη πορεία. Καλύτεροι κι απ’ ό,τι περιμέναμε.
Οι SEPTIC FLESH έκλεισαν την βραδιά και κατάφεραν να τραβήξουν το μεγαλύτερο κοινό που έμεινε μετά τους IRON MAIDEN. Με τους Γάλλους να αρέσκονται στο ακραίο metal των συμπατριωτών μας και με το φρέσκο “Titan” να αποτελεί φοβερό όπλο στις αποσκευές τους οι Έλληνες ισοπέδωσαν ότι είχε μείνει όρθιο. Με τα νέα “Order of Dracul”, “Burn”, “Prototype” να ακούγονται καλοπροβαρισμένα λίγο πριν την επερχόμενη Αμερικάνικη περιοδεία τους (oh yes), αλλά και τα πολυπαιγμένα “Communion”, “Persepolis”, “Pyramid God” να αντηχούν τεράστια μπροστά σε τόσες χιλιάδες κόσμου, η εμφάνιση των SEPTIC FLESH μας έκανε περήφανους.
Γιώργος Κουκουλάκης

Hellfest – Day 2
ΣΑΒΒΑΤΟ 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

Είχαμε μια περιέργεια για το πως θα ακούγονταν οι WALKING PAPERS. Με καταγωγή από το Seattle και μέλη στη σύνθεση τους όπως ο Duff McKagan (GUNS N’ ROSES, VELVET REVOLVER) και Barrett Martin (SCREAMING TREES, MAD SEASON) και τους Benjamin Anderson και Jeff Angell από τους THE MISSIONARY POSITION, o ήχος τους δεν προδίδει την ιδιαίτερη πατρίδα τους μιας και κινιούνται σε πιο blues rock μονοπάτια με όμορφα soul μέρη στα πλήκτρα. Βέβαια στις 3 το μεσημέρι με κόντρα τον ήλιο και τον κόσμο να πηγαινόερχεται από τη μία σκηνή στην άλλη δεν κατάφερα τους απολαύσω όσο θα ήθελα αλλά αποτέλεσαν ένα ευχάριστο διάλειμμα από τις υπόλοιπες ακραίες μπάντες του billing. Στην Temple οι SKYCLAD είχαν ξεκινήσει το δικό τους πανηγύρι με τα “Inequality street” και “Penny dreadful” από το “Irrational anthems” για να συνεχίσουν με τα “The parliament of fools” και “Anotherdrinkingsong” τα οποία και αποτέλεσαν τα μοναδικά τραγούδια από τη περίοδο χωρίς τον Martin Walkyier. Αφού κάλεσαν στη σκηνή τον πρώην κιθαρίστα τους Dave Pugh το υπόλοιπο set-list βασίστηκε αποκλειστικά στα τέσσερα πρώτα άλμπουμ με τραγουδάρες όπως τα “The sky beneath my feet”, “The widdershins jig” και “Cardboard city”. Οι SKYCLAD φαίνονται εντελώς ανανεωμένοι πλέον στα live, θυμίζοντας τις ένδοξες εποχές στο Ρόδον, με έναν άξιο Kevin Ridley στο μικρόφωνο που μπορεί να μην έχει τη βαρύτητα του προκατόχου του αλλά συνεργάζεται μαζί τους από την αρχή της καριέρας τους. Το ομώνυμο τραγούδι διαδέχτηκε ο ύμνος “The declaration of indifference”, ένα από τα χαρακτηριστικά τους τραγούδια το “Spinning Jenny” και κλείσιμο με το “Thinking allowed?”. Περάσαμε όμορφα σίγουρα!
ClutchΠέρυσι είχα απογοητευθεί με την ακύρωση της εμφάνισης των GORGUTS αλλά φέτος μας το ξεπλήρωσαν με τον καλύτερο τρόπο. Έχοντας επιστρέψει δισκογραφικά με το “Colored sands” και τον Luc Lemay να πλαισιώνουν πλέον φοβεροί μουσικοί όπως οι Colin Marston (BEHOLD THE ARCTOPUS, DYSRHYTHMIA, KRALLICE), Kevin Hufnagel (DYSRHYTHMIA) και o νέος τους drummer Patrice Hamelin (MARTYR) οι κατά 2/4 γαλλοκαναδοί technical deathsters ήταν εκπληκτικοί. Με πολύ καλό ήχο ξεκίνησαν με τέσσερα πρώτα τραγούδια από την τελευταία τους δουλειά όπου κατάφεραν και τα απέδωσαν όπως ακριβώς ακούγονται στην studio εκτέλεσή τους και έβγαζαν μάτια με αυτά που έβλεπες να γίνονται πάνω στη σκηνή. Η βουτιά στο παρελθόν έγινε με το “Orphans of sickness” από το “The erosion of sanity” του 1993 για να εξελιχθεί σε avant garde/prog όργιο με τα “Nostalgia”, “Inverted” και “Obscura” από τα άλμπουμ “Obscura” και “From wisdom to hate”. Μία εκπληκτική εμφάνιση από τους άρχοντες του είδους. Η Valley έχει γεμίσει ήδη ασφυκτικά και αρκετός κόσμος παρακολουθεί τους CLUTCH αρκετά μέτρα έξω από τη τέντα. Τους έχω δει αρκετές φορές τα τελευταία 8 χρόνια, σε διάφορους χώρους και πάντα σκοτώνουν. Το ίδιο ακριβώς συνέβη κι εδώ. Με set-list που βασίστηκε κατά κύριο λόγο στο “Earth rocker” με εκπλήξεις όπως τα “One eye dollar” από το “Jam room”, το ολοκαίνουριο “Sidewinder” και κλασικά όπως τα “The Mob goes wild”, “The regulator” και “Electric worry”.
Headliners της Altar stage ήταν οι CARCASS οι οποίοι ήταν απλά τέλειοι. Με το intro του “1985” να ακούγεται από τα ηχεία οι Άγγλοι deathsters παίζουν τις πρώτες νότες του “Buried dreams” με εκπληκτικό ήχο και απίστευτα heavy και καθαρό που διατηρήθηκε μέχρι το τέλος. Το “Incarnated solvent abuse”  μαζί με τα “Corporal jigsore quandary” ήταν τα μοναδικά τραγούδια που ακούστηκαν από το “Necroticism – Descanting the insalubrious” αλλά ακούστηκαν τα “Reek of putrefaction”, “Genital grinder” και “Exhume to consume” από τα αρχαία “Reek of putrefaction” και “Symphonies of sickness” με τον κιθαρίστα Bill Steer να τραγουδάει κανονικότατα τα μέρη του όπως στους δίσκους. Ο Jeff Walker μας ευχαρίστησε αρκετές φορές που επιλέξαμε να δούμε αυτούς και όχι τους AVENGED SEVENFOLD που έπαιζαν την ίδια ώρα στην MainStage02 και στηρίζουμε το αληθινό metal. Τα νέα μέλη έχουν δέσει εντελώς με τους παλαιότερους και παίζουν πολύ καλύτερα σε σύγκριση με τα πρώτα live της επανασύνδεσης. Από τη τελευταία τους δουλειά, “Surgical steel” ακούστηκαν τα  “Cadaver pouch conveyor system”, “Noncompliance to ASTM F899-12 standard” (το οποίο διακόπηκε από το “This mortal coil”, “The granulating dark satanic mills” ,”Unfit for human consumption”, και “Captive Bolt Pistol” και έκλεισαν με το “Heartwork” ενώ είχε προηγηθεί το intro του “Ruptured in purulence” και το outro του “Carneous cacoffiny” στο τέλος. Η δεύτερη μέρα έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο. Άξιοι!
Κώστας Αλατάς

Η δεύτερη μέρα του φεστιβάλ προμηνύεται εξίσου δυνατή. Ελάχιστο πέρασμα από SUPURATION και BUCKCHERRY μαζί με τον πρωινό καφέ, και φύλλο πορείας προς την Valley όπου εμφανίζονται οι SUBROSA. Χωρίς να έχω ιδιαίτερη τριβή με τη μουσική τους, πηγαίνω περισσότερο από περιέργεια για να δω πώς θα λειτουργήσει ο συνδυασμός δύο βιολιών – ηλεκτρικής κιθάρας στη σκηνή. Το γυναικοκρατούμενο συγκρότημα από τη Γιούτα κυριάρχησε άνετα – λιτές παρουσίες, στατικές με ένα επιβλητικό τρόπο. Άφησαν τη μουσική να ξεδιπλωθεί αργά, βαριά, με όλες τις sludge βρώμικες καταβολές τους. Τα δύο βιολιά και η κιθάρα δένουν τόσο αρμονικά ώστε είναι πραγματικά δύσκολο – και άνευ νοήματος να αναζητήσεις τον κάθε ήχο ξεχωριστά. Αυτή η πολύ διαφορετική μυστηριακή ηχητική ποιότητα που έχουν αποτυπώθηκε εξαιρετικά, σε μία εμφάνιση εξαιρετικά δεμένη, βαριά, μυστηριακή και υπνωτιστική ταυτόχρονα. Έκλεισαν με το “The Usher” μία από τις πιο άρτιες εμφανίσεις του τριημέρου, και τώρα σειρά έχουν οι INCANTATION.  Μεγάλο συγκρότημα, μεγάλη αδυναμία, και μόνο η παρουσία τους στη σκηνή προκαλούσε δέος. “Emanciated holy figure”, “Carrion prophecy”, “The ibex moon”, “Profanation”, “Impending diabolical conquest”, “Shadows of the ancient empire”, “Vanquish in vengence” – ενδεικτικά κομμάτια ενός setlist – ανθολογίας μίας τεράστιας δισκογραφίας. Βασανιστικά αργές ταχύτητες, ογκώδεις, στιβαρές κιθάρες και φυσικά τα βορβορώδη φωνητικά του McEntee, τα οποία κυριάρχησαν στην εμφάνιση των Αμερικάνων.
IMG 0039Αλλαγή σκηνικού, καθώς ακολουθούν οι WITCH MOUNTAIN, οι οποίοι μόλις δύο μέρες πριν είχαν εμφανιστεί στο 6 d.o.g.s. Έχοντας παρακολουθήσει το συγκρότημα στο παρελθόν σε αρκετά μικρότερο venue, διαπιστώνω πως διαθέτουν την απαιτούμενη ενεργητικότητα και το απαιτούμενο βάρος για μεγάλο φεστιβάλ. Άλλη μία γυναίκα κατακλύζει τη σκηνή. H Uta διαθέτει μία εξαιρετικά απαλή, βαθιά και ταυτόχρονα κρυστάλλινη και δυνατή φωνή η οποία παρασέρνει εύκολα το κοινό της Valley. Προσθέτει μία εντελώς διαφορετική, ιδιοσυγκρασιακή blues διάσταση στον κλασσικό doom χαρακτήρα του συγκροτήματος και κυριαρχεί στη σκηνή. Ό,τι πρέπει για τούτη την ζεστή, μεσημεριανή ώρα. Συνέχεια με άλλο ένα κλασικό revival, SHIRENC PLAYS PUNGENT STENCH λοιπόν. Άλλη μία πονεμένη ιστορία επιμέλειας ονόματος συγκροτήματος, αυτό όμως δεν εμποδίζει τον Shirenc (a.k.a. Don Cochino) να είναι ενεργός εδώ και ένα χρόνο, παίζοντας ζωντανά κομμάτια PUNGENT STENCH από τα τρία πρώτα άλμπουμ – και αυτο ακριβώς έκανε και στο Hellfest. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, το συγκρότημα παρουσιάστηκε εξαιρετικά δεμένο, με τις συνθέσεις να αναδεικνύονται από έναν άψογο old school dm ήχο που έριχνε βάρος στις κιθάρες, οι οποίες πρωτοστατούσαν τόσο στα rhythm όσο και στα lead σημεία.
Ακολουθεί ένα οδοιπορικό καθώς παίζουν ταυτόχρονα σε τρεις σκηνές οι DAGOBA, ACID KING και SHINING. Για όποιον έχει όρεξη για βόλτες και περιέργεια να παρακολουθήσει και τους τρεις, αυτό σημαίνει πως αντιστοιχούν 10 λεπτά ακρόασης στο κάθε συγκρότημα αν υπολογίσεις και τις αποστάσεις. Αποφασίζω πως δεν με παίρνει και χώνομαι όσο πιο μπροστά μπορώ στην Temple προκειμένου να δω τους SHINING. Ανεξαρτήτως γούστου, είναι μάλλον κοινά αποδεκτό πως μιλάμε για ένα συγκρότημα με εντυπωσιακές δυνατότητες live και για έναν frontman ο οποίος διαθέτει καθαρόαιμη στόφα performer. Φευ. Όσο και να προσπαθεί ο Kvarforth, αυτό που προκύπτει είναι ένα θορυβώδες συνονθύλευμα. Προσπαθώ να μετακινηθώ με την ελπίδα ότι δεν ακούω καλά λόγω θέσης, ωστόσο η πολύ κακή ακουστική και οπτική της (ανηφορικής, πλην όλων των άλλων προβλημάτων) Temple με απογοητεύει διαρκώς. O ζεστός black n’ blues ήχος τους έχει εξανεμιστεί. Καταφέρω να διακρίνω κάποια στιγμή το κιθαριστικό κόψιμο του “Lat oss ta allt fran varandra”, ωστόσο δεν έχει νόημα η παραμονή μου στην Temple και εντέλει όση ώρα απομένει αφιερώνεται στους εξαιρετικούς DAGOBA.
IMG 7945Μετά το πέρας των GORGUTS, οι οποίοι συνεχίζουν το απίστευτο σερί που συμβαίνει εδώ και δύο μέρες στην Altar, οδεύουμε προς της Mainstage02 καθώς έχει έρθει η ώρα των HATEBREED. Πλησιάζει ήδη 8 και ο κόσμος έχει ήδη συσσωρευτεί στον κεντρικό χώρο του φεστιβάλ. Η μουσική των HATEBREED είναι πολύ χαρακτηριστικά “festival friendly”. Στιβαρό rhythm, υψηλή ενεργητικότητα, best-of setlist και πιασάρικα ρεφρέν. Ο Jasta παίζει με το κοινό, και σύσσωμος ο κόσμος, μέχρι το βάθος, ανταποκρίνεται: σηκώνονται μπλούζες στον αέρα, χέρια, ακούγονται φωνές, ακούγονται τα ρεφραίν, δημιουργούνται “dancing pits”. Το κοινό παρτάρει ξέφρενα και είναι εντυπωσιακό να βρίσκεσαι μέσα σε έναν όγκο τόσων χιλιάδων ανθρώπων ο οποίος κινείται σαν μία μεγάλη μάζα. Παίζουν ένα γεμάτο, χορταστικό σετ λιστ με το “Ghosts of War” των SLAYER να διασκευάζεται ως φόρος τιμής στον Hanneman. Κλείνουν αναμενόμενα με τα “Destroy everything” και “I will be heard”, προκαλώντας τεράστιο hype. Πολύ ταιριαστά ακολουθούν στις κεντρικές σκηνές οι SOYLFLY, ωστόσο έχει έρθει η ώρα των BRUTAL TRUTH. Πρόκειται για σημαντική εμφάνιση. Εν όψει της επικείμενης απόσυρσης του Dan Lilker από την ενεργό δράση, αυτή θα είναι μία από τις τελευταίες συναυλίες τους πριν διαλυθούν. Αυτό προσδίδει ένα συγκινητικό, νοσταλγικό τόνο στην ατμόσφαιρα. Ο Kevin Sharp είναι άμεσος, συγκινητικός και επικοινωνιακός. Ξεκινώντας το σετ τους ο ήχος είναι αρκετά συγκεχυμένος. Το γεγονός αυτό αφαιρεί αρκετά από την απόδοσή τους, αν και δεν εμποδίζει καθόλου το κοινό από το να επιδίδεται σε ανελέητο σφυροκόπημα. Να όμως που περνά η ώρα, τα πράγματα αρχίζουν να καθαρίζουν, και  καθώς γυρνούν πίσω στο κλασικό, σπουδαίο “Exreme conditions…”, με τον ήχο να έχει πια αποκτήσει τον όγκο και την ισορροπία που χρειάζεται, επικρατεί ο απόλυτος πανικός. Σεβασμός σε ένα σπουδαίο συγκρότημα.
Ακολουθούν οι MONSTER MAGNET στην Valley, η οποία τελικά είναι υπερβολικά μικρή για να φιλοξενήσει τα συγκροτήματα που της έχουν “ανατεθεί” σήμερα, με τον stoner/ sludge ήχο να έχει τόσο μεγάλη απήχηση τα τελευταία χρόνια. Προηγήθηκαν οι CLUTCH με μία πραγματικά εντυπωσιακή εμφάνιση στην κατάμεστη Valley, ανεβάζοντας τον πήχη στο Θεό, άρα δύσκολα τα πράγματα για τον Wyndorf και την παρέα του. Το ότι έχουν ανανεωθεί συνθετικά έχει φανεί από το εξαιρετικό, “εσωτερικό”, πιο προσωπικό και ψυχεδελικό “Last patrol”. Aπό την πρώτη κιόλας νότα, η ανανέωση αυτή αποτυπώνεται στη σκηνή. To συγκρότημα – με έναν Mundell απόντα –  έχει απίστευτο δέσιμο. Οι προθέσεις και οι διαθέσεις τους γίνονται ξεκάθαρες από την πρώτη, ταξιδιάρικη νότα του “Superjudge”. Mε το reverb να δίνει και να παίρνει, τον Wyndorf σε εξαιρετική φόρμα και την κιθάρα να γονατίζει, οι MONSTER MAGNET πραγματικά έδειξαν ένα άλλο, περισσότερο ψυχεδελικό, trippy πρόσωπο πράγμα που φάνηκε και στο setlist, το οποίο προήλθε από τις τέσσερεις πρώτες κυκλοφορίες τους: “Medicine”, “Nod scene”, “Dopes to infinity”, “Tractor”, “Twin earth”, Look to your orb..” και καταιγιστικό τέλος με “Powetrip” και “Spacelord”. Στον ίδιο χώρο ακολουθεί η παρέα του Anselmo, PHILIP H. ANSELMO & THE ILLEGALS. Για ένα σύντομο φεγγάρι το Hellfest προωθούσε την εμφάνιση αυτή στηριζόμενο στο όνομα των PANTERA – με τον ίδιο τρόπο που προωθούσε τους tribute ουσιαστικά DEATH TO ALL ως DEATH. Κανείς δεν έκρυψε τις προσδοκίες για ένα live tribute στους PANTERA ωστόσο ο Anselmo, μάλλον προς τιμήν του, εστίασε στο σύνολο της προσωπικής του δισκογραφίας. Ξεκίνημα με “Hellbound” και από εκεί και πέρα μία σειρά κομματιών από το προσωπικό του “Walk through exits only”. Ακούγεται ένα κάπως πεσμένο “Death rattle” και στη συνέχεια ο Anselmo μνημονεύει τους SUPERJOINT RITUAL με “Fuck your enemy” και “Waiting for the turning point” να ανεβάζουν λίγο την ένταση. Και κάπου εδώ το πράγμα αρχίζει να γίνεται σοβαρά κουραστικό. H ώρα είναι πολύ προχωρημένη και ο Anselmo, κατά τα φαινόμενα και κατά τα λεγόμενά του, είναι σε «χημικά προκεκλημένη υπερδιέγερση». Κοινώς, μάλλον τύφλα, που δεν είναι πρόβλημα, αλλά μιλάει πολύ.  Κάτι η ακατάσχετη φλυαρία του, η οποία στοχεύει στο να προκαλέσει οπαδικά συναισθήματα σε ένα κουρασμένο (και ενήλικο) κοινό, κάτι τα κομμάτια καθαυτά (η προσωπική πορεία του Anselmo έχει σχετικά άνισες στιγμές), κάτι η εν γένει κουρασμένη απόδοση των Illegals, ο κόσμος αδειάζει σταδιακά την Valley, μαζί κι εμείς. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Λίγη ρομαντζάδα από δω με AEROSMITH, λίγο χάζι από κει με CARCASS, πάει και τούτη η μέρα….
Μαριλένα Σμυρνιώτη

dagobaΕπειδή η δεύτερη μέρα ήταν βουτηγμένη στο hard rock, ο καλοκαιρινός καιρός συμβάδιζε με την διάθεση. Νωρίς οι SKID ROW ανέβασαν την θερμοκρασία με καλή επιλογή κλασικών ύμνων όπως το “Youth gone wild” “Monkey business” “18 and life” “Slave to the grind” με λιγότερο αναμενόμενες αλλά εξίσου γεμάτες εκτελέσεις των “Riot act”, “Get the fuck out” , “Big guns” και κάτι πιο φρέσκο όπως το “Kings of demolition”. Αν και έχω πετύχει τον Sollinger σε καλύτερη μέρα, η μπάντα θέρισε και ήταν ό,τι καλύτερο.
Όσο φορτισμένη κι αν ήταν η ατμόσφαιρα στην συνέντευξη τύπου, με τους λιγομίλητους και σαρκαστικούς EXTREME, τόσο εκρηκτική ήταν η σκηνική τους παρουσία. Παρότι πρόσφατα τίμησαν το “Pornograffiti”, σήμερα αναφέρθηκαν σε όλη τους την πορεία με “Kid ego”, “Play with me”, “Cupid’s dead”, “It (‘s a monster)”, “Deacadence dance” και κλείνοντας με το “Comfortably dumb”. Οι EXTREME ήταν χορταστικοί, ενεργητικοί και επικοινωνιακοί, ακόμα και στο “More than words”, που σίγουρα δεν είναι ιδανικό για καταστάσεις φεστιβαλικές, αλλά πέρα από κάθε προσδοκία, έκανε καμιά δεκαριά χιλιάδες κόσμου να το τραγουδά δυνατά το καταμεσήμερο. Εύχομαι να τους δω και σε κλαμπ σύντομα.
Κάπου ανάμεσα στα δυο συγκροτήματα της Ανατολικής ακτής, οι BUCKCHERRY, ως άξιοι συνεχιστές του βρώμικου r’n’r του Los Angeles, ήρθαν να ταράξουν την Γαλλική ηλιόλουστη μέρα με μια απίστευτη ενέργεια και τα anthem-ικά τους κομμάτια. Μας έκαναν να λικνιστούμε ασύστολα και ξεδιάντροπα με τραγουδάρες όπως το “All night long” και το “Lit up”, ακόμα και στο πιο αργόσυρτο “Sorry” ή το δυναμικό “Gluttony”. Βέβαια κλείνοντας τον περιορισμένο τους χρόνο με το “Crazy bitch” μας άφησαν με το χαμόγελο χαραγμένο στο ιδρωμένο μας πρόσωπο.
Παρακολουθώντας διακριτικά την ανοδική πορεία των DAGOBA, και την μετεξέλιξή τους σε μια μοντέρνα δύναμη του Ευρωπαϊκής σκηνής, ήθελα να τους δω ζωντανά και τι καλύτερο από το να παίζουν εντός έδρας. Οι Γάλλοι τους υποδέχτηκαν θερμά και παίζοντας στην κεντρική σκηνή, είχαν αρκετές χιλιάδες κόσμου να χοροπηδά ρυθμικά στο groove τους. Ξεκινώντας με το “I, reptile” από το τελευταίο “Post mortem nihil est” έδειξαν τις άγριες διαθέσεις τους και διατήρησαν το εκμοντερνισμένο και σκληρο-PANTERA στυλ τους στα 7 κομμάτια που ακολούθησαν. Στα αξιομνημόνευτα και τα “The great wonder”, “The man you’re not”.
Από τις ευχάριστες στιγμές (δεν θα πω εκπλήξεις) της ημέρας, η φρεσκάδα μιας από τις πιο αειθαλείς μπάντες του rock. Οι DEEP PURPLE, μου φάνηκε πως είχαν όρεξη να τζαμάρουν λες και έπαιζαν στο California Jam, πριν 40 χρόνια, αφού ξεχείλωσαν σχεδόν κάθε τραγούδι. Έτσι χιλιοπαιγμένες συνθέσεις όπως τα “Space truckin’”, “Smoke on the water”, “Perfect strangers” και “Black night” κέντριζαν το ενδιαφέρον με προσθήκες άλλωστε από τον Morse, άλλοτε από τον Glover κι άλλοτε από τον Airey. Δεν μπορούν πολλοί παππούδες να τραγουδούν στίχους όπως το “I got a certan little girl she’s on my mind” και μην κοκκινίζουν, όπως μπορεί ο Ian Gillan.
aeroΓια τους νεώτερους, η βραδιά έκλεισε φαντασμαγορικά, καθώς οι Αμερικάνοι, έφεραν αρκετά κιλά πυροτεχνημάτων, μεγάλη ποσότητα αερίου για να βγάζουν φλόγες σε συνάρτηση με τους κλασικομεταλικά ριφάκια και την μοντέρνα αισθητική τους. Οι AVENGED SEVENFOLD, πουλάνε σαν ζεστό ψωμί στη χώρα τους και με Χολιγουντιανές εμφανίσεις όπως η αποψινή, καταλαβαίνει κανείς, πώς είναι δυνατόν (αφού σίγουρα δεν είναι οι συνθέσεις τους). Αν και στηρίχθηκαν στο ανούσιο “Hail to the king”, για μένα ήταν κομμάτια όπως το “Afterlife”, το “Critical acclaim” και το “Bat country” που έκαναν το χρόνο που τους αφιέρωσα να αξίζει.
Λίγοι καλλιτέχνες περιοδεύουν δίχως λόγο (το “Music for another dimension” έχει ήδη παλιώσει) και πάλι καταφέρνουν να συγκινήσουν. Πόσοι εξηντάρηδες, καταφέρνουν να ντύνονται με στρας, λαμέ κουστούμια, γυαλιστερά μποτάκια ή φανταχτερά καπέλα και πολύχρωμες σάρπες και να μην σου φαίνονται γελοίοι; Ε, αυτοί είναι οι AEROSMITH. Μια μπάντα που πατάει γκάζι ακόμα και 40 χρόνια μετά. Με μια καθαρόαιμη ροκ επιλογή τραγουδιών, που πατούσε δυνατά στην δεκαετία του ’70 και φρόντιζε να ευχαριστήσει τον οπαδό της κάθε δεκαετίας. Από τα παλιά, καθαρόαιμες εκτελέσεις των “Train kept a rollin’”, “Same old song and dance”, “Rats in the cellar”, “Mama kin”, “Sweet emotion”. Από τα χρόνια του MTV, κομματάρες όπως τα “Eat the rich”, “Love in an elevator”, “Dude looks like a lady”, “Cryin’” και το πλατινένιο “I don’t wanna miss a thing”, ενώ και από τα πιο πρόσφατα, “Oh yeah”, “Freedom fighter” (δυστυχώς έπρεπε να τραγουδήσει κι ο Perry). To σετ, αλλά και οι ηλεκτρισμένες εκτελέσεις, φανερώνουν τους AEROSMITH διατεθιμένους να ροκάρουν. Τώρα εκτός από το “Train…” έπαιξαν και το “Come together” των BEATLES, ενώ θα μπορούσαν να παίξουν περισσότερα δικά τους (αν και πλέον έχουν κάνει και τις δυο διασκευές “δικές τους”), κάτι που φανερώνει πως είτε γουστάρουν οι ίδιοι να τζαμάρουν όπως παλιά, είτε πως… δεν μπορούν να συμφωνήσουν στο τι θα παίξουν. Πάντως ως πραγματικοί headliners, οι AEROSMITH, ήταν υπέροχοι. Σχεδόν έκλαψα στο “Dream on”, όταν ο Joe Perry, ανέβηκε στο λευκό πιάνο του Tyler για να σολάρει. Δηλαδή αν αυτοί δεν είναι οι επιτομή των rock stars, τότε ποιοί θα ήταν;
Γιώργος Κουκουλάκης

ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014
IMG 1473Η κούραση των δύο προηγούμενων ημερών είχε ως αποτέλεσμα να φτάσουμε στο festival 12 το πρωί με αποτέλεσμα να χάσουμε τους YEAR OF THE GOAT, BLUES PILLS και SCORPION CHILD. Προλάβαμε όμως οριακά τους Νορβηγούς old-school death metallers OBLITERATION, με μέλη των NEKROMANTHEON και AURA NOIR και το κλείσιμο της εμφάνισής τους με το “The worm that gnaws in the night”. Κατευθυνόμαστε γρήγορα προς την MainStage02 για να προλάβουμε από την αρχή μία από τις αγαπημένες μου νέες μπάντες, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τους Σουηδούς IN SOLITUDE. Αφού δημιούργησαν την κατάλληλη ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας το “Fire (Luke 12:49)” της Sister Irene O’connor, τα πέντε μαυροφορεμένα μέλη της μπάντας μπούκαραν με το “Sister”. Η πιο σκοτεινή, σχεδόν dark wave κατεύθυνση τους ταιριάζει απόλυτα και σε live περιβάλλον που η heavy metal αισθητική υπερισχύει δημιουργεί έναν όμορφο συνδυασμό. Η εμφάνισή τους παρά το γεγονός ότι βγήκαν στις 12:50, με τον ήλιο κατακέφαλα και σε μια αχανή σκηνή, οι IN SOLITUDE ικανοποίησαν τους οπαδούς τους και έδείξαν με τον καλύτερο τρόπο στους αδαείς τι πρεσβεύουν. Το set-list βασίστηκε αποκλειστικά στην τελευταία τους δουλειά με “Death knows where”, “A buried sun”, “Lavender”, “Horses in the ground” και “He comes” και παρότι αποτελεί μία από τις αγαπημένες τους δουλειές του έπρεπε να τιμήσουν με κάποιον τρόπο και τις προηγούμενες δύο δουλειές τους.
Ακριβώς δίπλα οι CROWBAR στη MainStage01 ξεκινούν με το “The cemetery angels”, με τον τραγουδιστή/κιθαρίστα και ψυχή της μπάντας Kirk Windstein πλήρως αφοσιωμένο σε αυτούς πλέον να αμολάει τα παχιά του riff και μετά “High rate extinction”, “Walk with knowledge wisely”, “The lasting dose” “All I had I gave” και “Planets collide” ικανά να μετατρέψουν σε βάλτο τον περιβάλλοντα χώρο αλλά εμείς τους αποχαιρετάμε στα γρήγορα γιατί στην Altar έχουν ήδη ξεκινήσει οι ULCERATE κι εμείς δεν έχουμε σκοπό να τους χάσουμε. Μια μέρα πριν στην ίδια σκηνή οι GORGUTS ήταν ισοπεδωτικοί και σήμερα οι Νεοζηλανδοί έφτασαν τα ίδια επίπεδα απόδοσης με επίσης ψαρωτικό παίξιμο, ειδικά από τον drummer τους, Jamie Saint Merat. Ο ήχος ήταν ταιριαστός και αναδείκνυε τα περίπλοκα θέματα που έπαιζαν και είτε αυτά προέρχονταν από το πιο πρόσφατο υλικό του “Vermis” είτε από τραγούδια όπως τα “Cold becoming” “Dead oceans” και “Everything is fire” από τις δύο προηγούμενες δουλειές τους. Στη Valley είχαμε κάποιου είδους stoner νεκρανάσταση μιας και εμφανίστηκαν οι Σουηδοί LOWRIDER. Ίσως κάποιοι να τους θυμάστε από ένα split που είχαν κυκλοφορήσει το 1999 με τους NEBULA και το μοναδικό full-length άλμπουμ τους “Ode to Io” του 2000. Θυμίζουν έντονα τους KYUSS αν και live ηχούν αρκετά πιο σκληροί. Ξεκίνησαν με τα “Caravan” και “Dust Settlin’” και για την υπόλοιπη ώρα τα αυτιά μας βούιζαν από το overdrive. Τους διαδέχτηκαν οι BLACK TUSK από τη Savannah της Georgia οι οποίοι κι αυτοί μας μπούκωσαν με το sludge τους αν και προσωπικά δεν τρελαίνομαι με τις studio δουλειές τους και αράξαμε λιγάκι στο Extreme Market για να κανα βινύλιο, cd κτλ.
AnnihilatorΣτη MainsStage02 οι Καναδοί ANNIHILATOR κατάφεραν να μας κερδίσουν, μιας και ο Jeff Waters έχει συγκεντρώσει μουσικούς δίπλα του που μπορούν να αποδώσουν άριστα υλικό από όλες τις περιόδους της μπάντας, με πιστό σύντροφο στο πλάι του από το 2003 τον Dave Padden. Ξεκίνησαν με το “Smear campaign” όπου μαζί με το “No way out” ήταν τα μοναδικά τραγούδια από το τελευταίο τους άλμπουμ, “Feast” και από και πέρα είχε μόνο κλασικά τραγούδια από τις τέσσερις πρώτες δουλειές των ANNIHILATOR.με τo “King of the kill” να δίνει το έναυσμα και τα “Set the world on fire”, “Road to ruin” και “Alison hell” να ακολουθούν. Ο Jeff Waters παραμένει απόλαυση να τον βλέπεις να παίζει με τόση άνεση τα διαστρεμμένα θέματά τους όπως πχ στο “Brain dance” το οποίο αποτέλεσε μία ευχάριστη έκπληξη. Τέλος ο αποχαιρετισμός ήταν εντελώς old-school και τσίτα με τα “Phantasmagoria” και “Human Insecticide”. Οι DARK ANGEL ανακοινώθηκαν τη τελευταία στιγμή αντικαθιστώντας τους MEGADETH οι οποίοι ακύρωσαν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία λόγω θανάτου του αδερφού του David Ellefson και προσωπικά δεν μας χάλασε καθόλου αυτή η αλλαγή. Μπορεί αρχικά αυτή η επαναδραστηριοποίηση να είχε λίγο δράμα στην αρχή αλλά φαίνεται ότι πλέον έχει ξεκαθαρίσει εντελώς το τοπίο. Το “Darkness descends” είναι ύμνος και υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να γίνεται πανικός κάτω από τη σκηνή αλλά αυτό που έβλεπα πάνω στη σκηνή δεν με γράπωνε από τα μούτρα. Η εικοσάχρονη αποχή έχει αφήσει τα σημάδια πάνω τους και φαινόντουσαν σαν να μη ξέρουν πως να φερθούν πάνω στη τεράστια σκηνή. Ειδικά ο Ron Rinehart αν και συμπαθής σου προκαλούσε μια δυσφορία όπως τον έβλεπες να βολτάρει δεξιά-αριστερά στη σκηνή. Γενικά η εξωτερική εικόνα δεν βοηθούσε πολύ τα μέλη της μπάντας, με εξαίρεση βέβαια τους Eric Meyer και Gene Hoglan αλλά από την άλλη ο καταιγισμός των riff και το μανιώδες παίξιμο ισορροπούσαν την όλη εμφάνιση και ειδικά όταν άκουγες τραγούδια όπως τα “We have arrived”, “The burning of Sodom”, “Time does not heal”, “No one answers” και “Never to rise again”. Πριν παιχτεί το “Death is certain (Life is not) o Rinehart μας θύμισε ότι οι στίχοι είχαν γραφτεί από τον Gene Hoglan επηρεασμένος από τον θάνατο ενός συγγενικού του προσώπου και μας ζήτησε να κάνουμε ενός λεπτού σιγή για τα αγαπημένα μας πρόσωπα που έχουμε χάσει και στο μυαλό μου πήγε αμέσως στους BRUTAL TRUTH όπου την προηγούμενη μέρα και με περισσότερο attitude είχαν αφιερώσει στη μνήμη ενός φίλου τους που είχε πεθάνει από καρκίνο, το “Fuck cancer”. Μας αποχαιρέτησαν με τα “Merciless death” και “Perish in flames” και μας άφησαν με ανάμεικτα συναισθήματα και την απορία για το αν θα υπάρξει συνέχεια και πως θα είναι αυτή.
Αφού περάσαμε μια σύντομα βόλτα από τους TURBONEGRO στη Warzone όπου γινόταν το αδιαχώρητο καταλήξαμε για άραγμα στην Altar όπου έπαιζαν οι OPETH. Ομολογώ ότι τα τελευταία χρόνια αποφεύγω οτιδήποτε έχει σχέση με τους OPETH είτε αυτό αφορά δισκογραφική του δουλειά ή επίσκεψη τους για live στη χώρα μας. Γι’ αυτόν τον λόγo ίσως και να ευχαριστήθηκα αυτή τους την εμφάνιση και να ανέχτηκα τις ιστορίες του Mikael Åkerfeldt για όταν αγόρασε το “Destiny” των SAXON. Ο ήχος ήταν πάρα πολύ καλός και στη μία ώρα που είχαν στη διάθεσή τους έπαιξαν τα “The devil’s orchard”, “Heir apparent”, “Hope leaves”, “Deliverance” και “Blackwater park” και εμάς να αποχαιρετάμε στις 2:30 τα ξημερώματα τo Hellfest προσμένοντας την ώρα που θα πετάγαμε από πάνω μας ρούχα με σκόνη και ιδρώτα τριών ημερών και λέγοντας ατάκες του τύπου «δεν την παλεύω άλλο, τελείωσε για μένα το Hellfest» αλλά δεν μας πιστεύει κανείς πλέον αφού τα ίδια λόγια ακούγονται τη συγκεκριμένη στιγμή τα τελευταία οκτώ χρόνια.
Κώστας Αλατάς

IMG 1565To line up της τελευταίας μέρας του Hellfest είναι από κάθε άποψη, ό,τι μουσική και να ακούει κανείς, ονειρώδες. Με τους YEAR OF THE GOAT να ανοίγουν το φεστιβάλ μία εξαιρετικά ανίερη ώρα, 10.30 το πρωί, χάνουμε τους πρώτους γύρους συγκροτημάτων. Με μεγάλη ανυπομονησία παρά το παράταιρο της ώρας και του εκτυφλωτικού ήλιου, χωνόμαστε στα άδυτα της Temple για THE RUINS OF BEVERAST. Kαι γινόμαστε μάρτυρες μίας συγκλονιστικής εμφάνισης. Ο von Meilenwald πλαισιώνεται από μία εξαιρετική ομάδα μουσικών. Σφιχτοδεμένο, επιθετικό, με ογκώδη drums black metal, εναλλάσσεται με αργόσυρτα, βαριά drone μέρη. Η παρουσία και ιδίως η βορβορώδης φωνή του frontman είναι απόλυτα υποβλητική. Το αποτέλεσμα, μέσα σε μόλις σαράντα λεπτά, είναι μία συναυλιακή εμπειρία στουντιακού επιπέδου – συν ένα τσικ μυστικισμού επιπλέον.. Ακολουθεί το μεγαλύτερο δίλημμα στο οποίο έχω βρεθεί ποτέ, CROWBAR vs ULCERATE, επιλέγω τους δεύτερους και έχω την τιμή να παρακολουθήσω μία εξαιρετική, υψηλού επιπέδου  εμφάνιση από τους Νεοζηλανδούς. Έχω εξίσου υψηλές προσδοκίες από τους REPULSION, οι οποίοι ακολουθούν στην Altar, ωστόσο διαψεύδομαι. Κάτι ο μπερδεμένος ήχος, κάτι μία γενικότερη αίσθηση βιασύνης που φαίνεται να διακατέχει τους Αμερικάνους το αποτέλεσμα είναι ηχητικά μπερδεμένο και σχετικά ασύνδετο. Τα solos εμφανίζονται κι εξαφανίζονται από το πουθενά. Παρά το εξαιρετικό set list (ουσιαστικά ακούστηκε σχεδόν όλο το “Horrified”, συν δύο διασκευές σε SLAYGHTER και VENOM) η εμφάνιση των REPULSION άφηνε μία γεύση λίγο πρόχειρη.
Δυστυχώς δεν εμφανίζονται οι URFAUST όπως αναμενόταν, έτσι παραμένουμε στην Alter  την σκυτάλη παίρνουν οι UNLEASHED και η παρέλαση της αφρόκρεμας του κλασικού death ήχου συνεχίζεται. Παραδοσιακή μουσική αξία, ψημένοι στα live και παλιοί γνώριμοι του Hellfest, οι Σουηδοί κάνουν μία πολύ καλή εμφάνιση. Ο Hedlund είναι επιβλητικός και θεατρικός, χειρίζεται εξαιρετικά τη φωνή του και διατηρεί άψογη επικοινωνία με το κοινό. Ξεκίνησαν με δίδυμο “Blood of lies” – “Triumph of genocide” και κατόρθωσαν, μέσα στα 50 λεπτά που είχαν στην διάθεσή τους, να διατρέξουν σχεδόν όλη τη δισκογραφία τους. Αν και ο ήχος ήταν πράγματι κάπως μπερδεμένος στην αρχή, σύντομα ξεκαθάρισαν τα πράγματα και έπεσε το βάρος που έπρεπε στις κιθάρες. Το riff-based old school dm που παίζουν αποδίδεται στη σκηνή πολύ στρωτά και δυναμικά. Ακολουθεί ένα δίωρο νοσταλγικών μουσικών περιπλανήσεων μέσα από ANNIHILATOR και DARK ANGEL, και εν τέλει έρχεται η ώρα των BEHEMOTH. Έχουν αναλάβει ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο. Παίζουν ακραία μουσική, ωστόσο καλούνται από την Mainstage02 να απευθυνθούν σε ένα κοινό το οποίο περιμένει να δει SOUNDGARDEN, EMPEROR και BLACK SABBATH. Και μάλιστα κάτω από άπλετο φως. Αρκετός κόσμος χαζεύει τους Πολωνούς από μακριά, υπάρχει όμως μία τεράστια μερίδα του κοινού η οποία έχει συγκεντρωθεί στον κεντρικό χώρο μπροστά στη σκηνή και όσο περνά η ώρα το πλήθος αυξάνεται. Οι BEHEMOTH εμφανίζονται με πλήρη εξάρτηση παρά τη ζέστη – φωτιές, στολές, κουκούλες, full corpse paint. Ξεκινούν με ένα πολύ επιβλητικά δοσμένο “Blow your trumpets Gabriel” και είναι προφανές ότι ξέρουν τι κάνουν. Πάρα πολύ καλός ήχος, βαρύς, με καθαρές κιθάρες, έναν εντυπωσιακό Nergal – τόσο σαν φωνή όσο και σαν παρουσία. Γεμίζουν με μεγάλη άνεση την κεντρική σκηνή, ο κόσμος ανταποκρίνεται στον συνδυασμό επιθετικότητας και μελωδίας που βγάζουν, καταφέρνουν να αποδώσουν όλη την δηλητηριώδη ατμόσφαιρα της μουσικής τους. Εξαιρετικοί performers σε μία ζωντανή, γεμάτη ενέργεια εμφάνιση. Κλείνουν εντυπωσιακά με το “O Father O Satan O Sun”, φορώντας μάσκες και με μία έκρηξη χαρτοπόλεμου στο τέλος.
IMG 1616Και τώρα εμφανίζονται οι EMPEROR. Εδώ θα χρειαστεί να μιλήσω προσωπικά, γιατί πρόκειται για τον βασικότερο λόγο που με έφερε στο φεστιβάλ, για ένα από τα πρώτα συγκροτήματα με τα οποία γαλουχήθηκα και πιο συγκεκριμένα, για ένα άλμπουμ το οποίο σημαίνει πολλά για μένα κάτι περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια τώρα. Είναι η δεύτερη φορά που επαναδραστηριοποιείται το συγκρότημα μετά την οριστική (?) διάλυσή του προκειμένου να περιοδεύσει. Αυτήν τη φορά η αφορμή είναι τα 20 χρόνια κυκλοφορίας του “In the nightside eclipse”, και ναι, θα παιχτεί ολόκληρο. Το συγκρότημα εμφανίζεται στη σκηνή απλά, πολύ λιτά, με μόνα αξεσουάρ το κυριλέ μαύρο γυαλί του Ihsahn και το σετ με τις φλόγες μπροστά από τη σκηνή. Χωρίς φώτα, άλλωστε ήταν ακόμη μέρα, προς τη δύση της. Είναι εν γένει χαρακτηριστικά ακίνητοι, ωστόσο  καταφέρνουν να είναι τρομαχτικά επιβλητικοί. Ο Ihsahn έχει μία φοβερή ένταση στην στάση του σώματος και στο πρόσωπό του και αυτό μεταδίδεται άμεσα στο κοινό. Πίσω από το drum kit βρίσκεται ο Faust. Στο μπάσο ο Sechdamon και στα πλήκτρα ο Einar Solberg. Κάθε έναρξη, κάθε μελωδικό κόψιμο των πλήκτρων, κάθε κραυγή του Ihsahn, τα βίωνα ως ανατρίχιασμα. Από εκεί και πέρα, κάτι παίρνεις και κάτι χάνεις. Ήμουν μπροστά, συνεπώς έχανα αρκετά από ήχο. Το “In the nightside eclipse” είναι ένα από τα πιο παγωμένα, ατμοσφαιρικά, “προσωπικά” bm άλμπουμ που έχουν γραφτεί και θα γραφτούν ποτέ. Με το μπάσο και τη μπότα να είναι στο τέρμα, με τον όγκο που εξασφάλιζε ένα σετ τεράστιων ηχείων και μία αξιοπρεπής ηχοληψία, χανόταν ένα σημαντικό μέρος της ουσίας -της μαγείας- της συγκεκριμένης μουσικής. Eπιπλέον ο Faust ναι μεν είναι εμβληματική για το συγκρότημα φυσιογνωμία, δεν διαθέτει όμως την τεχνική ικανότητα του Trym. Στα “I am the black wizards” και “Inno a satana”, είτε αυτό έχει να κάνει με την φύση των κομματιών είτε με το ότι μετακινήθηκα, είχαν πλέον απογειωθεί. Έκλεισαν με δύο κομμάτια από το πρώτο τους demo, το ομώνυμο “Wrath of the tyrant” και το “Ancient Queen”. Σηκώθηκαν, μας χαιρέτησαν, φωτογραφήθηκαν. Έμεινα με μία περίεργη γεύση απόλυτου δέους γι’ αυτό που είχα μόλις παρακολουθήσει και μίας ελαφριάς απογοήτευσης, σαν να μου βεβήλωσαν λιγάκι κάτι δικό μου. Διότι βάζοντας σε ένα κουτάκι την υποκειμενική εμπειρία και την σπουδαιότητα της συγκεκριμένης εμφάνισης, τον προηγούμενο γύρο συναυλιών που είχαν δώσει το ’07 ήταν σαφώς αρτιότεροι.
geniki3Αν και πλέον είναι αργά, το φεστιβάλ για πολύ κόσμο έχει ήδη τελειώσει, σέρνω το κουφάρι μου στην Temple για να προλάβω όσο όσο από τους 1349. Έχω βρεθεί πολλές φορές σε θέση να τους δω live και πλέον ξέρω πως είναι απόλυτα σταθερή live αξία. Σε μία εξαιρετική συγκυρία της τύχης, φτάνοντας πετυχαίνω το “Riders of the apocalypse”. Δεδομένου ότι παίζουν ταυτόχρονα με τους BLACK SABBATH, έχουν μεγάλο κοινό. Αποδίδουν εξαιρετικά, έχουν έναν δεμένο, συμπαγή ήχο – οδοστρωτήρα και φυσικά ένα παραδοσιακού τύπου, μεγάλης κλίμακας bm stage show. Από εκεί και πέρα, κάτι η κούραση, κάτι που τελειώνουν οι SABBATH και αρχίζει να συσσωρεύεται πλήθος ατελείωτο στο πίσω μέρος της σκηνής, δεν κάθομαι πολύ. Μόλις τελειώσουν τον μασίφ μουσικό ογκόλιθο που ονομάζεται “Serpentine sibilance”, αρχίζω να διασχίζω τον χώρο του φεστιβάλ για να ανακαλύψω – για πρώτη φορά φέτος – πού βρίσκεται κρυμμένη η Warzone. Διότι, ναι, το Hellfest θα κλείσει με TURBONEGRO και πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο τρόπο. Προσεγγίζω τη σκηνή λίγο πριν ξεκινήσουν, και είναι ήδη ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Πρώτο κομμάτι το “Back to Dungaree High” και ξαφνικά η κούραση 3 ημερών εξανεμίζεται. Ο ήχος είναι εξαιρετικός. Το συγκρότημα έχει απίστευτη όρεξη και φρεσκάδα παρά το προχωρημένο της ώρας και αυτό μεταδίδεται σε ένα κοινό το οποίο τραγουδάει μανιωδώς και χορεύει ξέφρενα καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ. Ενδεικτικά “You give me worms”, “All my friends are dead”, “Blow me (like the wind)”, “Wasted again”, “Get it on”. Βγαίνουν για encore και παίζουν μεταξύ άλλων μία διασκευή στο “Money for nothing” των DIRE STRAITS και τέλος το “I got erection” φωνάζοντας στη σκηνή τον Nick Oliveri. Χιουμοριστικό, βλάσφημο, χαβαλετζίδικο rock’n’roll πάρτυ. Πραγματικά, δεν θα μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί το Hellfest με καλύτερο τρόπο…
Μαριλένα Σμυρνιώτη

Τέτοια φεστιβάλ, μας δίνουν την ευκαιρία να ευχαριστηθούμε τεράστια ονόματα του σύγχρονου μουσικού τοπίου που δύσκολα σταματούν στη χώρα μας. Τρανό παράδειγμα, τα μεγάλα ονόματα της τελευταίας ημέρας, με τους ALTER BRIDGE να είναι οι πρώτοι. Με μια δισκάρα όπως το “Fortress” να έχει εδραιώσει την υστεροφημία τους, οι σχετικά νεαροί, αλλά ήδη καταξιωμένοι Αμερικάνοι “σκότωσαν” στο πέρασμά τους. Σύγχρονο ογκώδες heavy rock, που αποτυπώνονται εξίσου καλά συναυλιακά και με τον πιο χαρισματικό τραγουδιστή των τελευταίων ετών. Τίμησαν και τα 4 άλμπουμ τους, με μοντέρνους ύμνους, όπως το “Ties that bind”, το υπέροχο “Addicted to pain” και τον δυναμίτη “Cry of Achilles”. O Myles Kennedy είναι απίστευτος και χαίρομαι που είχα την δυνατότητα να τον ευχαριστηθώ εδώ, παρέα με τον ηγέτη Mark Tremonti. Το rock έχει ανάγκη τέτοια ταλέντα.
AngraΦρέσκια όρεξη; Ο Ιταλός στο μικρόφωνο; Η Νεανική αγάπη μου; Το Λατινοαμερικάνικο ταμπεραμέντο; Τι φταίει δεν ξέρω, αλλά οι ANGRA εκείνη την ημέρα, μας γέμισαν ξανά ελπίδες πως υπάρχει μέλλον σε αυτή την μπάντα. Με τον Fabio Lione να πατά σωστά σε δύσκολα τραγούδια που πρωτοερμήνευσε ο Matos (“Angels cry”, “Nothing to say”, “Lisbon”, “Carry on”), ξέχασα αμέσως τις μέτριες εμφανίσεις του Falaschi. Οι Βραζιλιάνοι έχουν περάσει πολλά δεινά, αλλά όντας στο δρόμο για το στούντιο (διαβάστε την συνέντευξη που κάναμε), η σημερινή τους απόδοση, μας γεμίζει αισιοδοξία. Αν και στα τραγούδια του Edu (“Spread your fire”, “Waiting silence”, “Rebirth”), o Fabio δεν έχει την χροιά που έκανε αγαπητό τον προκάτοχό του (στο στούντιο πάντα), όλος ο κόσμος φάνηκε να το απολαμβάνει. Άλλωστε η Γαλλία είχε αγκαλιάσει το συγκρότημα από τα πρώτα του βήματα.
Με τεράστια ονόματα να ανταγωνίζονται στις κεντρικές στιγμές, οι SOUNDGARDEN είχαν την ευτυχία να παίξουν μετά τους BEHEMOTH και πριν τους EMPEROR!!! Οι επιζήσαντες της σκηνής του Seattle έχουν μεταμορφωθεί σε classic rock υπερμπάντα, εν μέρη αντιφάσκοντας τις αρχές της ίδιας τους της σκηνής (όπως και οι PEARL JAM, ή οι ALICE IN CHAINS βέβαια). Όσο κι αν προσπαθούσε να μου χαλάσει την διάθεση ο μπασίστας τους με την – ας πούμε – πανκ προσέγγισή του στην συναυλία, εγώ επικέντρωσα το ενδιαφέρον μου στον αλάνθαστο Kim Thayil, και τον συναισθηματικό Chris Cornell. Παρόλα αυτά, είναι εμπειρία να βιώνεις εκτελέσεις του “Rusty cage”, ή του “Spoonman”. Αν και δεν καταλαβαίνω την απουσία νέων τραγουδιών, δεν χαλάστηκα με τις επιλογές τους: “Searching with my good eye closed”, “Outshined”, “Black hole sun”, “My wave”, “The day I tried to live”, “Jesus Christ pose”, “Fell on black days” και “Beyond the wheel” ήταν αρκετά για την πρώτη SOUNDGARDEN εμπειρία μας.
Με τις φήμες να οργιάζουν ότι αυτή θα ήταν η τελευταία περιοδεία των BLACK SABBATH κάθε εμφάνισή τους, αποτελεί και τεράστιο γεγονός (αν και οι φήμες διαψεύστηκαν αργότερα). Το “13”, όπως έπρεπε, ήταν αξιοπρεπέστατο και η αποψινή βραδιά εξίσου αξιοπρεπέστατη για τους γερόλυκους, καταπονημένους Βρετανούς. Αν και κάποια τραγούδια (“War pigs”, “Iron man”, “NIB”, “Paranoid”, “Black Sabbath”) ήταν δεδομένα, η απόδοση των Iommi και Osbourne ήταν το ζητούμενο για το πόσο ικανοποιημένους θα μας άφηναν. Ο πρώτος ως ο αειθαλής ηγέτης, δεν έδειχνε κουρασμένος, παρά την μεγάλη του περιπέτεια με τον δεύτερο να εμφανίζει κάποια σημάδια, που όμως είναι αμελητέα μπροστά στην ΚΑΛΥΤΕΡΗ του περιοδεία εδώ και κάτι δεκαετίες, από πλευράς ερμηνείας. Ο Ozzy, εμφανώς προσεκτικός για να μην κουραστεί, δυσκολεύτηκε σε ozzyκάτι “Age of reason” και “Fairies wear boots”, αλλά δεν μας απογοήτευσε. Ο Butler αξιόπιστος όπως πάντα και ο συνδετικός κρίκος Tommy Klufetos, ήταν εξίσου σημαντικοί στην ποιοτική διασκέδαση που μας προσέφεραν οι SABBATH, αλλά η ταπεινή αλήθεια είναι πως τα βλέμματα ήταν καρφωμένα στους Iommi / Osbourne. Το πρώτο τραγούδι που ερωτεύτηκα ήταν το “Children of the grave” κι ευτυχώς το ακούσαμε στο Hellfest, κάνοντας το ταξίδι (ναι…) να αξίζει. Όταν γράφεται ιστορία μπροστά στα μάτια σου, τότε σιγουρέψου πως έχεις τα μάτια σου ανοιχτά! Οι BLACK SABBATH θα αποσυρθούν αργά ή γρήγορα (μπορείτε να βάζετε στοιχήματα), όμως βραδιές σαν κι αυτές τσιμπάς τον εαυτό σου για να σιγουρευτείς ότι δεν ονειρεύεσαι.
Γιώργος Κουκουλάκης

Φωτογραφίες: Γιώργος Κουκουλάκης
Γενικές φωτογραφίες, φωτογραφίες headliners: OZIRITH.com / HELLFEST PROD

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here