ΟΝΟΜΑ ALBUM: “Shovel headed kill machine”
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Gary Holt
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρα – Gary Holt
Φωνητικά – Rob Dukes
Κιθάρα – Lee Altus
Τύμπανα – Paul Bostaph
Μπάσο – Jack Gibson
Το άλμπουμ της επανένωσης των EXODUS, το “Tempo of the damned” του 2004, έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία, αφού ήταν ένας ανέλπιστα καλός thrash δίσκος, όταν ακόμα το κίνημα της αναβίωσης του thrash metal δεν είχε φτάσει στο ζενίθ του, με μπάντες να εμφανίζονται από το πουθενά και όλους τους γερόλυκους των 80’s να επανασυνδέονται με ή χωρίς λόγο, με δίσκους ή μόνο για περιοδείες… Πολύς κόσμος περίμενε με αγωνία το “Shovel headed kill machine”, που βγήκε την αμέσως επόμενη χρονιά, όμως έμελλε να έχει πολλές και βασικές αλλαγές. Επειδή αυτό που κάνει την πρώτη εντύπωση είναι πάντα τα φωνητικά, ο Steve “Zetro” Souza έφυγε από το συγκρότημα, μετά από συνεχείς και έντονες διαμάχες σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο με την αδιαμφισβήτητο ηγέτη του γκρουπ, Gary Holt (τώρα και στους SLAYER). Μάλιστα ο Holt, εκτός από την ανακοίνωση που είχε βγάλει, στην οποία ήταν ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στον –πρώην τότε, νυν τη στιγμή που μιλάμε- τραγουδιστή των EXODUS, είχε καταφερθεί με σκληρά λόγια και σε συνέντευξη που είχαμε κάνει στο έντυπο τότε ROCK HARD, κάτι που πάντα με έκανε να απορώ για το λόγο που επέστρεψε πέρυσι στο γκρουπ ο Souza… Όπως και να έχει, ο Rob Dukes, ο οποίος θεωρούνταν από τους πιο παραδοσιακούς thrashers ως πιο hardcore τραγουδιστής, πιο μοντέρνος να το θέσουμε απλά το ζήτημα, από την άλλη όμως, σ’ αυτόν τουλάχιστον το δίσκο, ακουγόταν πιο “Souza” από ποτέ. Επίσης, για πρώτη φορά από την ίδρυση των EXODUS, αποχώρησε και το «έτερον ήμισυ» του Gary Holt, ο κιθαρίστας Rick Hunolt, ο οποίος βρήκε άξιο αντικαταστάτη στο πρόσωπο του Lee Altus, που παίζει κιθάρα και στους HEATHEN. Αυτές δεν ήταν όμως και οι μοναδικές αλλαγές, αφού ο αρχικός τους ντράμερ, ο Tom Hunting, αποχώρησε λόγω προβλημάτων υγείας για δεύτερη φορά και οι EXODUS προσέλαβαν γι’ αυτόν το δίσκο τον «πολύ» Paul Bostaph, αφού μόλις είχε επιστρέψει ο Dave Lombardo στους SLAYER και είχε μείνει χωρίς δουλειά… Με τρία βασικά γρανάζια της μηχανής να είναι εντελώς καινούργια, ο Holt προσπάθησε και μας παρέδωσε έναν πολύ αξιοπρεπή δίσκο, ο οποίος κινούνταν στα ίδια πλαίσια, χονδρικά, με το “Tempo of the damned”. Υπήρχαν δηλαδή συνθέσεις που ξεπερνούσαν τα 7 λεπτά σε διάρκεια (οι οποίες όμως και από κάποιο σημείο και μετά κουράζουν, ιδιαίτερα το “Altered boy”), τρομερή κιθαριστική δουλειά, αλλά και κάποια πιο groovy σημεία με αρκετά μοντέρνα παραγωγή, που δεν είναι αυτό ακριβώς που περιμένω από τους EXODUS. Δηλαδή κομμάτια όπως το “Raze” ή το “.44 magnum opus” (ένα σύγχρονο “The last act of defiance”) και το ομώνυμο “Shovel headed kill machine”, είναι εξαιρετικά δείγματα γραφής, ο υπόλοιπος δίσκος όμως είναι λίγο άνισος και σε σημεία ακούγεται επαναλαμβανόμενος και βαρετός (φυσικά με εξαιρέσεις και σημεία σε τραγούδια όπως το “Deathamphetamine” για παράδειγμα, που κόβουν την ανάσα). Σίγουρα δεν ανήκει στην ελίτ των άλμπουμ των Αμερικάνων thrashers, δεδομένων όμως των πολύ ακραίων ανακατατάξεων που είχαν στη σύνθεσή τους, νομίζω πως ήταν ότι καλύτερο μπορούσαμε να ακούσουμε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο απ’ αυτούς κι ως έτσι οφείλουμε να το δούμε τώρα που έχουν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από την κυκλοφορία του.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: Seven Seals
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mat Sinner, Charlie Bauerfeind, Stefan Leibing
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ralf Scheepers
Κιθάρα – Tom Naumann
Κιθάρα, πλήκτρα – Stefan Leibling
Μπάσο, δεύτερα φωνητικά – Mat Sinner
Drums – Randy Black
Ακόμη και σήμερα, 10 χρόνια και 4 δίσκους μετά, το “Seven seals” παραμένει το αγαπημένο μου άλμπουμ από τους Γερμανούς heavy/power metallers PRIMAL FEAR. Έχοντας ξεκινήσει με 4 πολύ καλά μεν, αλλά αρκετά εως πολύ JUDAS PRIEST-ικά άλμπουμ δε, η μπάντα των Mat Sinner, Tom Naumann και Ralf Scheepers, είχε μία σταθερά ανερχόμενη πορεία. Μέχρι που ήρθε εκείτο το “Devil’s ground” το 2004, για να διακόψει αυτό το σερί, ως το χειρότερο (μέχρι τότε) άλμπουμ τους. Ένα μόλις χρόνο μετά όμως, οι Γερμανοί ξανάρχονται και κυκλοφορούν το καλύτερο (προσωπικά τουλάχιστον) άλμπουμ τους μέχρι και σήμερα. Το “Seven seals” είναι ένα άλμπουμ 9 κομματιών (και μίας διασκευής στο “A question of honour” των SINNER), χωρίς fillers. Δε ξέρω αν η διαφοροποίηση στο εξώφυλλο (η macot τους είναι σαν logo και δεν τη δείχνει όπως στα 5 προηγούμενα σαν φωτογραφία/σκηνή) ήταν εσκεμμένα ταυτόχρονη με αυτή της μουσικής, όμως το άλμπουμ έρχεται για να αποτινάξει σε τεράστιο βαθμό τον «αέρα» των JUDAS PRIEST από το συγκρότημα, να δείξει έναν πολύ πιο προσωπικό ήχο των PRIMAL FEAR και ταυτόχρνονα έναν πολύ πιο ποικίλο. Πάντα διατηρώντας την ποιότητα στα κομμάτια, ασχέτως του ύφους τους. Είτε σε power-ίλες (“Demons & angels”, “Rollercoaster”), είτε σε mid tempo και groove-άτα κομμάτια (“Seven seals”, “Diabolus”), είτε θυμίζοντας HELLOWEEN (“The immortal ones”), είτε σε πιο heavy φόρμες (“Carniwar”). Στιχουργικά υπάρχει ένα χαλαρό concept στο δίσκο, το οποίο έχει να κάνει με την κλασική μάχη μεταξύ της κόλασης και του παραδείσου, αλλά και το πως αυτή θα επηρεάσει τους δαίμονες και τους αγγέλους. Η συνέχεια, με τα “New religion” («κονταροκτυπιέται» με το “Devil’s ground” για το ποιο είναι το χειρότερο άλμπουμ της καριέρας τους) και “16.6”, δυστυχώς δεν ήταν η αναμενόμενη. Ευτυχώς που με τα δύο τελευταία άλμπουμ τους από την άλλη και ειδικά το περσινό “Delivering the black”, δείχνουν να ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους. Αν δεν το έχετε ακούσει, ακόμα και αν δεν πολυγουστάρετε τη μπάντα, αλλά σας αρέσει το heavy/power metal, ακούστε το, γιατί αξίζει.
Κείμενο EXODUS: Σάκης Φράγκος
Κείμενο PRIMAL FEAR: Φραγκίσκος Σαμοΐλης
Χαρά Νέτη & Παναγιώτης ‘The Unknown Force’ Γιώτας






>



