
Έχοντας ήδη αρχίσει να γράφουν νέο υλικό αλλά μη μπορώντας να εντοπίσουν έναν κατάλληλο αντικαταστάτη στο μικρόφωνο, ο Dave πρότεινε τότε να αναλάβει ο ίδιος τα φωνητικά, «για να κάνει τη ζωή όλων πιο εύκολη». Πιεζόμενος από την αμερικάνικη εταιρεία τους, η οποία έλεγε ότι ήθελε το νέο υλικό να ακούγεται «περισσότερο σαν τους κλασικούς VITUS», ζήτησε συμβουλές από έναν παλιό του φίλο, τον πρώτο τραγουδιστή τους, τον Scott Reagers, αλλά το ένα πράγμα έφερε το άλλο και τελικά ο Reagers συμφώνησε να ξαναμπεί στην μπάντα.
Από ότι φαίνεται, ο Chandler, μπουχτισμένος από όλα όσα είχε τραβήξει με την μπάντα [να μην ξεχνάμε και την επεισοδιακή αποχώρηση, ή απόλυση για άλλους, του Scott “Wino” Weinrich με τον οποίο ναι μεν είχαν ηχογραφήσει τον καλύτερο δίσκο τους μέχρι τότε, “Born Too Late” (1986), αλλά από την άλλη η εμμονή του με την άλλη του μπάντα, THE OBSESSED (είδατε τι έκανα εδώ;)], οδήγησε τα πράγματα στα άκρα, έβγαλε όλο του τον θυμό, απογοήτευση αλλά και λύπη (είχε χάσει και την μητέρα του πρόσφατα) στα καινούργια τραγούδια. Η εταιρεία τους ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με το καινούργιο υλικό που όχι μόνο τους έκλεισε ένα στούντιο στο Βερολίνο (το νεκροταφείο του εξώφυλλου είναι εκεί) αλλά και μπόρεσαν να προσλάβουν ως παραγωγό τον Harris Johns (HELLOWEEN, VOIVOD, SODOM, KREATOR). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κάνουν τον δίσκο με τον πιο μεταλλικό, κρυστάλλινο ήχο της καριέρας τους.
Η αλήθεια είναι ότι όλη η μπάντα είναι τελείως on fire από την πρώτη νότα μέχρι την τελευταία, και μπορεί κάποιος να νιώσει την προσπάθειά τους να μας δώσουν έναν τελευταίο δίσκο (έτσι τουλάχιστον νόμιζαν) πριν τους καταπιεί το σκοτάδι. Ειδική μνεία, προσωπικά δίνω στον Reagers, ο οποίος τελειοποίησε σε αυτόν τον δίσκο τις επιρροές που είχε, όχι μόνο μουσικές αλλά και κινηματογραφικές: δηλωμένος φαν του Alice Cooper, Vincent Price και του Bela Lugosi, μας μεταφέρει με την θεατρική και πολύ εκφραστική φωνή του, σε σκοτεινές κατακόμβες και τεράστια κάστρα.
Το αποτέλεσμα ήταν τόσο καλό που αποφάσισαν να βγουν σε περιοδεία για μια τελευταία φορά, και η θετική ανταπόκριση τους έκανε να ξανασκεφτούν την «συνταξιοδότησή» του. Ο Reagers αρνήθηκε να συνεχίσει γιατί έχοντας έξι παιδιά, χρειάζονταν μια πιο σταθερή δουλειά κι εκείνο τους έκανε να τα ξαναβρούν με τον Wino στις αρχές του 21ου αιώνα για ένα ακόμα δίσκο (“Lillie: F-65”). Δυστυχώς, το “Die Healing” θα ήταν και ο τελευταίος δίσκος με τον Armando Acosta που πέθανε το 2010. Πιστοί στην αρχή τους να μην ακολουθούν τους κανόνες, ούτε καν τους δικούς τους, ακολούθησε μια δεύτερη αποχώρηση του Wino και η δεύτερη επιστροφή του Reagers με τον οποίον συνεχίζουν μέχρι τώρα. Αλλά εάν δεν ήταν τόσο ανατρεπτικοί σε όλα (η πρώτη τους εταιρεία ήταν η γνωστή για τις hardcore εκδόσεις της, SST Records, κι έπαιζαν βρώμικο doom μέσα στα 80s του thrash και glam metal) δεν θα ήταν η μπάντα που ξέρουμε και αγαπάμε.
Γιώργος Γκούμας















