VAN HALEN – “OU812” – Worst to best

0
55
Van Halen








"/>



Van Halen

Αν ζούσες στις ΗΠΑ του 1988 θα ήταν απολύτως αδύνατο να αγνοήσεις τους VAN HALEN. Το συγκρότημα των αδελφών Eddie και Alex Van Halen, του μπασίστα Michael Anthony και του (νέου) τους τραγουδιστή, Sammy Hagar, ήταν παντού, από τα στερεοφωνικά των εφήβων μέχρι τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις κάθε σπιτιού. Οι VAN HALEN είχαν εδραιωθεί πλέον μετά από 10 χρόνια δισκογραφίας και ισάριθμα χρόνια επιτυχιών, που πλέον είχαν γίνει η βιτρίνα του αμερικάνικου hard rock, έχοντας μεταλλαχθεί από ένα συγκρότημα γεμάτο εκρηκτικότητα, υπερβολή και απελευθέρωση σε έναν θεσμό της αμερικανικής μουσικής παραγωγής.

Έχοντας στερηθεί το νο. 1 των charts από το “Thriller” του Michael Jackson (στο οποίο είχε πάρει μέρος και ο Eddie Van Halen, παίζοντας το θρυλικό κιθαριστικό σόλο στο “Beat it”) με τον David Lee Roth στα φωνητικά, τους λόγους και τα … ακροβατικά, καθώς κυκλοφόρησαν το “1984”, ξεκίνησε μία σειρά αλλαγών, με κυριότερη την αποχώρηση του Roth και την έλευση του Hagar, ο οποίος διέθετε πιο «γυαλισμένα» και «ακίνδυνα» χαρακτηριστικά από τον προκάτοχο του. Αυτή η πιο φιλική εκδοχή των VAN HALEN (ή VAN HAGAR, όπως τους χαρακτήρισαν ορισμένοι) έπιασε αμέσως τον παλμό της εποχής και με το καλημέρα κατέκτησε το νο.1, κυκλοφορώντας το “5150” (1986). Δύο χρόνια αργότερα, επιβεβαίωσαν την πρωτοκαθεδρία τους, ως αναπόσπαστο (πλέον) μέρος των αμερικανικών media, με ένα ακόμη νο. 1 καθώς κυκλοφόρησαν το “OU812”. Με 4 top-40 singles, έναν άκρως επαγγελματικό και προσεγμένο ήχο και με περισσή ενέργεια και ένταση, το “OU812” κατάφερε να πουλήσει πάνω από 4 εκ. αντίτυπα στις ΗΠΑ και να προσθέσει ένα ακόμη αστέρι στον πίνακα των VAN HALEN.

The “OU812” countdown:

  1. “A apolitical blues” (3:51)

Υπάρχει λόγος για τον οποίο αυτό το κομμάτι κατατάσσεται τελευταίο στη λίστα. Αυτή η διασκευή στο ομώνυμο τραγούδι των LITTLE FEAT αποτελεί μια πλήρη τονική αναντιστοιχία στο άλμπουμ. Προστέθηκε ως bonus track μόνο για την έκδοση του CD και είναι τελείως παράταιρο με την κομψή, υψηλής ενέργειας pop-metal ορμή που έχει χτίσει το υπόλοιπο άλμπουμ. Το βασικό πρόβλημα εδώ είναι η προσπάθεια του Eddie στην country-blues slide κιθάρα που ακούγεται κλινική και απογυμνωμένη, ενώ η αποστασιοποιημένη από την «ψυχή» των blues, ερμηνεία του Sammy Hagar επίσης δεν ακούγεται και τόσο αυθεντική. Πρόκειται για ένα χαλαρό πείραμα στο στούντιο,  το οποίο η πλειονότητα των θαυμαστών των VAN HALEN παραβλέπει σε κάθε παίξιμο του άλμπουμ.

  1. Sucker in a 3 piece” (5:55)

Aαυτό το τραγούδι αποτελεί μια τεράστια χαμένη ευκαιρία. Μουσικά, τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα είναι ένα εξαιρετικό παράθυρο στην χαοτική ιδιοφυΐα του εγκεφάλου του Eddie, μια ​​παιδική χαρά πειραματισμών στην ηλεκτρική κιθάρα. Εκεί, όμως, έρχεται το μοιραίο χτύπημα, που δεν είναι άλλο από την στιχουργική έμπνευση του Sammy Hagar. Η αφήγηση αφορά μία όμορφη γυναίκα που κάνει διακοπές με έναν πλούσιο, φαλακρό, και μεγαλοστέλεχος σε εταιρεία τύπο, διαθέτοντας μερικούς από τους χειρότερους στίχους της “VAN HAGAR” εποχής. Στην ουσία πρόκειται για ένα cringy ρεσιτάλ γκρίνιας. Από τους fans απορρίπτεται ευρέως ως ένα φτηνό, χαμηλής κατηγορίας κομμάτι, αποδεικνύοντας ότι η εντυπωσιακή κιθαριστική δουλειά δεν μπορεί να σώσει ένα κακό στιχουργικά τραγούδι.

  1. Source of infection” (4:01)

Εδώ έχουμε ένα κατεξοχήν παράδειγμα κορυφαίου παιχτικού ταλέντου που σαμποτάρεται πλήρως από τεμπέλικη σύνθεση του τραγουδιού. Σε καθαρά ηχητικό επίπεδο, το κομμάτι είναι ένα masterclass. Ο Eddie επιδίδεται σε ένα ξέφρενο εναρκτήριο κιθαριστικό μπαράζ ενώ γύρω στο 2:30, ο ακροατής απολαμβάνει την σπάνια εκτέλεση ενός διπλού σόλο. Επιπρόσθετα, το rhythm section των Alex Van Halen και Michael Anthony θεμελιώνει το κομμάτι με δυναμικό τρόπο. Ωστόσο, το τραγούδι γρήγορα καταρρέει κάτω από το βάρος της δικής του βιαστικής σύνθεσης. Οι Hagar και Eddie Van Halen αργότερα παραδέχτηκαν ότι ήθελαν να αστειευτούν με το τραγούδι, γράφοντας ανοησίες. Όταν ο στιχουργός σου κυριολεκτικά αυθαίρετα τροποποιεί τους αρχικούς στίχους με επιφωνήματα και μονολεκτική slang επειδή δεν είχε προετοιμάσει τίποτα άλλο, το τραγούδι είναι καταδικασμένο να γίνει filler.

  1. Feels so good” (4:31)

Το “Feel so good” αποτελεί δείγμα της ηχητικής υπερβολής των τελών της δεκαετίας του ’80. Οδηγούμενο από το φωτεινό (και κυρίαρχο) συνθεσάιζερ του, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως pop rock. Ίσως το κύριο μειονέκτημα εδώ είναι η παραγωγή: η εξαιρετικά επεξεργασμένη αισθητική του συνθεσάιζερ συχνά επικρατεί της rock βάσης του συγκροτήματος, συμβάλλοντας κάπως στην «λεπτή» ηχητική φύση του άλμπουμ. Για κάποιους, είναι ένα υπερβολικά pop τραγούδι, ωστόσο, το τραγούδι εξισορροπεί μέσω της καθαρής και μελωδικής δεξιοτεχνίας. Το ρεφρέν είναι εξαιρετικά ανεβαστικό, υποστηριζόμενο ιδανικά από τις παγκοσμίου κλάσης φωνητικές αρμονίες του Michael Anthony. Ακριβώς τη στιγμή που το κομμάτι εξατμίζεται σε κάτι πολύ αιθέριο, ο Eddie Van Halen εισάγει ένα εντυπωσιακό σόλο, καθιστώντας το “Feels so good” ως μία ένοχη απόλαυση.

  1. Black and blue” (5:26)

Παρά την επιλογή του ως το πρώτο single του άλμπουμ, το “Black and Blue” δίνει την αίσθηση ότι είναι κάπως ανέμπνευστο. Αυτό το τραγούδι μοιάζει σαν να είναι συναρμολογημένο από ασύνδετα κομμάτια, χρησιμοποιώντας μια σειρά από mid-tempo riffs, που ο Eddie θα μπορούσε εύκολα να είχε γράψει ενώ παρακολουθούσε αφηρημένα τηλεόραση. Αυτό επιδεινώνεται από την ελάχιστης προσπάθειας στιχουργική δουλειά του Hagar, που βασίζεται σε τυπικά σεξουαλικά κλισέ της δεκαετίας του ’80 και όπου λείπει το έξυπνο πνεύμα που χαρακτήριζε την μπάντα. Παρά αυτά τα ελαττώματα, το τραγούδι κατέχει μια σταθερή θέση επειδή ο ιστορικός του ρόλος είχε σημασία. Η κυκλοφορία αυτού του αρκετά δυνατού hit καθησύχασε αρχικά τους πιο σκληροπυρηνικούς οπαδούς των VAN HALEN ότι δεν είχαν παραδοθεί πλήρως στις μπαλάντες μετά το “5150”. H γεμάτη ενέργεια εκτέλεση του, τα απαραίτητα φωνητικά του Anthony και ένα φλογερό σόλο από τον Eddie, κατάφεραν να στείλουν το “Black and blue” στο νο. 1 του US Mainstream Rock chart των ΗΠΑ.

  1. “A.F.U. (Naturally wired)” (4:30)

Αυτός ο ύμνος χάνει οριακά μια υψηλότερη θέση λόγω μερικών ξεπερασμένων στοιχείων, όπως (κυρίως) οι τετριμμένοι στίχοι του Hagar. Εκεί, όμως, που το κομμάτι  λάμπει είναι η ακατέργαστη και ασυμβίβαστη ποιότητα του. Παρακάμπτοντας εντελώς τις εμπορικές φιλοδοξίες για single, το “A.F.U. (Naturally wired)” ξεκινάει με τον ρυθμό των ντραμς του Alex Van Halen, χτυπώντας σαν μια τεράστια περιστρεφόμενη μηχανή και «λοκάρει» σε μια γρήγορη κίνηση με τον Michael Anthony. Αυτή η βάση επιτρέπει στον Eddie να αναδιαμορφώσει πλήρως την κιθάρα του, απελευθερώνοντας ένα μοναδικό riff και ένα σόλο πέρα ​​από το όριο των τριών λεπτών που ακούγεται σαν ένα σπορ αυτοκίνητο που τρέχει στον αυτοκινητόδρομο με κομμένα φρένα. Εδώ η καθαρή και ανόθευτη αδρεναλίνη αντικαθιστά με επιτυχία την ραδιοφωνική λάμψη.

  1. “Finish what ya started” (4:24)

Η μόνη κριτική που μπορεί να ασκηθεί σε αυτό το μεγαθήριο είναι η χιουμοριστική διττή προσέγγιση για το ανεκπλήρωτο σεξ, ένα θέμα βαθιά ριζωμένο στους παιχνιδιάρικους rock ύμνους της δεκαετίας του ’80. Ωστόσο, το “A.F.U. (Naturally wired)” αποτελεί ένα masterclass στυλιστικής ευελιξίας. Γραμμένο προς το τέλος των ηχογραφήσεων του άλμπουμ, αφού ο Eddie εμφανίστηκε στο σπίτι του Hagar με μια ακουστική κιθάρα και ένα μπουκάλι ουίσκι, το κομμάτι δεν επιδίδεται στα τυπικά κιθαριστικά πυροτεχνήματα του Eddie, αλλά τα αντικαθιστά με ιδέες από country και blues. Το ακουστικό groove του Eddie αποδεικνύει ότι δεν χρειαζόταν έναν τοίχο από Marshall για να επιβεβαιώσει την θέση του στην κορυφή των θεών της κιθάρας. Διαθέτοντας ένα μεταδοτικό ρυθμικό swing και άψογες φωνητικές αρμονίες, το τραγούδι αυτό αντιπροσωπεύει μια από τις πιο έξυπνες συνθέσεις της εποχής Hagar.

  1. Cabo Wabo” (7:04)

Με διάρκεια άνω των επτά λεπτών, αυτό το «κινηματογραφικό» τραγούδι κινδυνεύει να χαρακτηριστεί υπερβολικά μακροσκελές σε αντίθεση με την τακτική των VAN HALEN, ενώ η χρήση του ως προσχέδιο τρόπου ζωής για τη μελλοντική αυτοκρατορία της τεκίλας του Hagar το καθιστά κάπως ευάλωτο στον εμπορικό σκεπτικισμό. Αν το δούμε, όμως, καθαρά ως ένα μουσικό ταξίδι, αυτά τα μικρά παράπονα ξεχνιούνται μέσα σε ένα ηλιόλουστο και βαρύ blues rock κομμάτι. Το “Cabo Wabo” αποτυπώνει την ίδια την ταυτότητα των “VAN HAGAR”. Την εποχή του David Lee Roth, υπήρχε ένα αίσθημα αποκλειστικότητας και ιδιωτικότητας, σχεδόν VIP θέσης στον κόσμο των VAN HALEN. Εδώ, όμως υπάρχει μία ευρύτερη και πιο «γήινη» πρόσκληση στο πάρτι. Το παίξιμο του Eddie σε όλη την εκτεταμένη διάρκεια της σύνθεσης είναι αριστοτεχνικό, συνδυάζοντας άψογα ακουστικές υφές 12χορδων με μια βαριά μετάβαση στη μέση του τραγουδιού, που με την σειρά της καταλήγει σε ένα λαμπρό, χαλαρό outro jam.

  1. “Mine all mine” (5:14)

Μία θέση πριν την κορυφή, οι VAN HALEN προβαίνουν στην έντονη εισαγωγική δήλωση του άλμπουμ και που είναι η στιγμή όπου το “OU812” υπερβαίνει την εποχή του. Η τεταμένη εισαγωγή στο συνθεσάιζερ, αρχικά παραπέμπει –ξανά- στην pop υπερβολή των τελών της δεκαετίας του ’80, αλλά γρήγορα δίνει τη θέση της σε μία βαριά κιθαριστική «καταιγίδα». Αυτό που κάνει αυτό το κομμάτι να ξεχωρίζει είναι το πρωτοφανές συναισθηματικό του βάρος. Βασανισμένος από ένα εξαντλητικό δεκαήμερο γράφοντας στίχους, ο Sammy Hagar έσκαψε βαθύτερα από ποτέ και καταπιάνεται με τον εσωτερικό φόβο. Το “Mine all mine” είναι ο απόλυτος ύμνος για τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς των VAN HALEN και του “OU812”, που ισορροπεί πετυχημένα μεταξύ εμπορικής δυναμικής και του ασυμβίβαστου rock του συγκροτήματος.

  1. When it’s love” (5:39)

Δεν νομίζω να περιμένατε κάποιο άλλο τραγούδι στην κορυφή αυτού του “Worst to best”. Το “When it’s love” έχει πλέον καθιερωθεί ως ένας κλασικός ύμνος των VAN HALEN και ως το γνωστότερο και δημοφιλέστερο τραγούδι του “OU812”, που ακούγεται μέχρι και σήμερα στα classic rock ραδιόφωνα, παγκοσμίως. Οι πιο ασυμβίβαστοι hard rockάδες και οι φανατικοί της David Lee Roth εποχής ιστορικά απέφευγαν αυτό το τραγούδι, θεωρώντας τα τεράστια πλήκτρα του και την αθεράπευτα ρομαντική ενέργεια του του ως «προδοσία» της αρχικής ταυτότητας του συγκροτήματος. Όμως, τα δεδομένα και η αντικειμενική ποιότητα της σύνθεσης το στεφανώνουν ως τον αδιαμφισβήτητο «νικητή» του δίσκου. Πρόκειται για μια άψογα επεξεργασμένη power μπαλάντα και ένα μνημειώδες pop rock αριστούργημα. Ο Eddie Van Halen ξεκινάει να παίζει μια άψογη, εκλεπτυσμένη ενορχήστρωση, παντρεύοντας μια ρυθμική βάση με μια αξέχαστη, σαρωτική μελωδία, ενώ παίζει και ένα σόλο το οποίο κατά δήλωση του ίδιου αποτέλεσε έναν φόρο τιμής στον Eric Clapton. Πάνω σε αυτό το άψογο μουσικό έδαφος, ο Sammy Hagar προσφέρει μια παθιασμένη, καθοριστική για την καριέρα του στους VAN HALEN, φωνητική ερμηνεία. Το “When it’s love” είναι το χαρακτηριστικό βαρέων βαρών hit που εδραίωσε την ταυτότητα των “VAN HAGAR” παγκοσμίως, αποδεικνύοντας ότι η μελωδική τους προσέγγιση θα μπορούσε να ξεπεράσει κάθε σκεπτικισμό και να κυριαρχήσει στα charts, φτάνοντας και αυτό στο νο. 1 του Billboard Mainstream Rock και στο νο.5 του γενικού Billboard Hot 100.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here