A day to remember… 15/1 [ACCEPT]

0
14
Accept






















Accept

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Predator” – ACCEPT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA/BMG Ariola
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Wagener
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Udo Dirkschneider
Κιθάρες – Wolf Hoffmann
Mπάσο – Peter Baltes
Τύμπανα – Michael Cartellone

Η δεκαετία των 90s αποτέλεσε δημιουργικό βάλτο για πολλά καθιερωμένα heavy metal συγκροτήματα που είχαν διαπρέψει τα προηγούμενα χρόνια. Μετά την έλευση του grunge και την άνοδο «εναλλακτικότερων» τάσεων, που έκλεψαν τα φώτα της δημοσιότητας από τα κραταιά συγκροτήματά των 80s, πολλές μπάντες έσπευσαν είτε να προσαρμόσουν τον ήχο τους πάνω στα νέα δεδομένα ή να πειραματιστούν με ήχους και στυλ λίγο διαφορετικότερα από αυτά που μέχρι τότε είχαν συνηθίσει το κοινό τους.

Το πρώτο μισό των 90s δεν άφησε ανεπηρέαστους τους Γερμανούς metal γίγαντες από το Solingen, τους ACCEPT. Οι ACCΕPT, που είχαν γράψει την δική τους λαμπρή ιστορία εντός των 80s, βρέθηκαν σε μία καθοδική πορεία, η οποία πρακτικά ξεκίνησε από το (πολύ καλό κατ‘ εμέ) “Eat the heat”, όπου ο frontman-σημαία του συγκροτήματος, Udo Dirkschneider είχε αποχωρήσει και την θέση του είχε αναλάβει ο Αμερικάνος David Reece. Το “Eat the heat” ξένισε το παραδοσιακό κοινό των ACCEPT, που βρήκαν περισσότερα ενδιαφέροντα ακούσματα στο προσωπικό ντεμπούτο του Udo Dirkschneider, με τίτλο “Animal house”, και το οποίο, σαν υλικό, προοριζόταν για το διάδοχο άλμπουμ του “Russian roulette” (1986) και δόθηκε στον τραγουδιστή προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για το άλμπουμ του.

Η απαξίωση του “Eat the heat”, έβαλε τους ACCEPT σε ένα στρόβιλο κρίσης, στέλνοντας παράλληλα το μήνυμα πως η πιο μελωδική και «εμπορική» τους πλευρά δεν ήταν το ίδιο αποδεκτή με το καταιγιστικό heavy metal παρελθόν τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, ένας σοβαρός τραυματισμός του ντράμερ Stephen Kaufmann στην πλάτη, του στέρησε την θέση του πίσω από τα τύμπανα και αντικαταστάθηκε προσωρινά από τον Ken Mary (πρώην Chastain, Fifth Angel, Alice Cooper και House of Lords). Παράλληλα, μεγάλωναν ολοένα και περισσότερο οι εντάσεις του μεταξύ του τραγουδιστή David Reece με την υπόλοιπη μπάντα.

Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο αρνητική που το συγκρότημα να σταματήσει τις δραστηριότητες του και να μπει στον πάγο επ’ αόριστο. Ο αεικίνητος Peter Baltes συμμετείχε στο “Savage amusement” των SCORPIONS, στο “Up from the ashes” του Don Dokken και στο “Face the truth” του John Norum τα επόμενα χρόνια. Ο κιθαρίστας Wolf Hoffmann αφιέρωσε τον χρόνο του στις αγαπημένες του εικαστικές τέχνες, ενώ ο Kaufmann ανέλαβε την παραγωγή ενός ζωντανού άλμπουμ των ACCEPT, με τίτλο “Staying a life” (1990) και με ηχογραφήσεις από την ιαπωνική περιοδεία του “Metal heart”, κάμποσα χρόνια πίσω. Αυτή η κυκλοφορία ήταν και η αφορμή να καθίσουν ξανά όλοι μαζί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να συζητήσουν μία ενδεχόμενη επανασύνδεση τους.

Τελικά η κλασική σύνθεση των Dirkschneider, Hoffmann, Kaufmann και Baltes επανασυνδέθηκε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσει ένα αξιόλογο comeback άλμπουμ με τίτλο “Objection overruled” (1993). Με το ηθικό αναπτερωμένο και το συγκρότημα να βρίσκει ξανά τον εαυτό του μετά από χρόνια, κυκλοφόρησαν αμέσως μετά το “Death row”, το οποίο, δυστυχώς, δεν έκανε την ίδια αίσθηση και παρ΄ όλο που είχε καλά στοιχεία, πέρασε λίγο χαμηλότερα στο ραντάρ των fans. Δεν ξέρω ποιο ήταν το αίτιο ή το αποτέλεσμα, αλλά οι διαφωνίες μεταξύ του Udo και του Wolf γύρισαν πάλι στο προσκήνιο και τα προβλήματα επανήλθαν. Σε αυτό το άλμπουμ, ο ντράμερ τους Stefan Kaufmann άφησε το συγκρότημα εξαιτίας του παλιού του τραύματος στην πλάτη.

Η τριάδα-πυρήνας που έμεινε στο συγκρότημα το επόμενο διάστημα άρχισε να δουλεύει στο επόμενο άλμπουμ το 1995 και επέλεξαν να το ηχογραφήσουν επί αμερικανικού εδάφους, χρησιμοποιώντας τα 16th Ave. Sound Studios σε μία από τις σημαντικότερες μουσικές πόλεις των ΗΠΑ, το Nashville. Τα συγκεκριμένα στούντιο δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με τον σκληρό ήχο. Ενδεικτικά, μέχρι τότε από εκεί τα πιο «σκληρά» άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει, ήταν τα “In the Kingdom” του «χριστιανικού» metal σχήματος των WHITECROSS, το “Time to burn” των hard rockers GIANT και το “These days” των BON JOVI.  Για την θέση πίσω από την κονσόλα, επιλέχθηκε ο παραγωγός και συμπατριώτης τους Michael Wagener. Εκτός από τον Udo στα φωνητικά, τον Hoffmann στις κιθάρες και τον Baltes στο μπάσο, επιστρατεύθηκε ο Αμερικάνος Michael Cartellone, με προϋπηρεσία στο διάσημο supergroup των DAMN YANKEES. Τους στίχους τους ανέλαβε, για μία ακόμη φορά, η σύζυγος του Wolf, Gaby Hoffmann, γνωστή και ως Deaffy.

Το νέο άλμπουμ τιτλοφορήθηκε “Predator”, θεωρητικά επειδή είχε έναν πιο heavy και επιθετικό ήχο, αλλά περίπλεξε κάπως την δημιουργική χημεία στο συγκρότημα. Μουσικά, τα κλασικά συστατικά των ACCEPT είναι εκεί: λίγο AC/DC με JUDAS PRIEST, λίγο παλιοί SCORPIONS αλλά υπάρχει και μία πινελιά από τα grooves των 90s. Υπάρχει η χαρακτηριστική κι αγαπημένη αγριοφωνάρα του Udo, οι κλασικότροπες αλλά και ανατολίτικες επιρροές του Hoffmann καθώς και μία πιο μοντέρνα προσέγγιση από τον Baltes, ο οποίος, επιπλέον, συνεισφέρει και φωνητικά σε τρία τραγούδια. Και δυστυχώς αυτή η πρωτοβουλία θεωρήθηκε από αρκετούς ως η «αχίλλειος πτέρνα» του άλμπουμ, όπως θα δούμε παρακάτω, καθώς φαίνεται να διαταράσσει την ροή του τελικού αποτελέσματος. Το “Predator” κυκλοφόρησε τριάντα χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1996, και, δυστυχώς, έφερε στο φως την τοξικότητα και τις παθογένειες που σκούπιζαν όλη την προηγούμενη χρονιά κάτω από το χαλάκι.

Οι ACCEPT ξεκινούν με το τύπου AC/DC “Hard attack” και συνεχίζουν ακόμη ορμητικότερα με το “Crossroads”, ένα από τα τρία τραγούδια που τραγουδάει ο Baltes. Ακολουθεί το βαρύ “Making me scream”, με το επιθετικό “Diggin’ in the dirt” να ακολουθεί σε ένα groovy ύφος που δεν μας είχαν συνηθίσει οι ACCEPT. Μέχρι τώρα, ο ακροατής θα προσπαθεί να αποφασίσει αν έχει κάτι καλό στα χέρια του, το άλμπουμ δεν διαθέτει τον αξιομνημόνευτο ύμνο που θα καρφωθεί αυτόματα στο κεφάλι.

Το άλμπουμ συνεχίζει να παρουσιάζει διακυμάνσεις με τραγούδια όπως τα “Lay it down” και “It ain’t over yet”. Όχι, δυστυχώς αυτοί δεν είναι οι ACCEPT που ξέρουμε και αγαπάμε. To “Predator” πιο πολύ ακούγεται σαν ένα jam session που ηχογραφήθηκε επαγγελματικά, παρά σαν ένα συνολικό έργο που προσεγγίστηκε μεθοδικά και δουλεμένα. Το σκοτεινό, ομώνυμο “Predator” δίνει λίγο νεύρο, ξυπνώντας το αποκοιμισμένο λιοντάρι του Solingen, έρχεται και λίγο αγαπημένο speed με το “Crucified” και το ιλιγγιώδες riff του “Take out the crime” να φτιάξει η κατάσταση. Στο “Don’t give a damn”, που θυμίζει λίγο εποχή “Eat the heat”, οι ACCEPT παραμένουν λειτουργικοί και καθώς το άλμπουμ πλησιάζει στο τέλος του, ακούμε το αξιόλογο “Run through the night”, μόνο και μόνο για να κατακρημνιστεί το άλμπουμ στον τερματισμό του με το τελείως άκυρο κλείσιμο του “Primitive”, έναν ηχητικό αχταρμά που μιμείται τον Prince και την Janet Jackson, και την φωνή του Baltes να στέλνει για ύπνο και τον πιο υπομονετικό οπαδό της μπάντας.

Το τι έφταιξε μπορεί να το κρίνει ο καθένας, όμως για εμένα το “Predator” είχε τα λάθος ντραμς –πολύ άνευρος ο Castellone για τα δεδομένα των ACCEPT – , μία παραγωγή που δεν τους ταίριαζε – ένα από τα σπάνια ολισθήματα του Wagener -, αρκετά άχρωμα και εκνευριστικά filler τα οποία φαίνεται να γράφτηκαν στο πόδι και συνολικά μία ασύνδετη ακουστική εμπειρία που σε τίποτα δεν θυμίζει κάτι από τα κλασικά άλμπουμ τους.

Χωρίς συνοχή και αποπροσανατολισμένο συνθετικά, το “Predator” έσυρε άδοξα τους ACCEPT μέσα σε μία τρύπα από την οποία έκαναν να βγουν αρκετά χρόνια. Το άλμπουμ μπήκε σε διάφορα ευρωπαϊκά chart (υψηλότερη θέση στην Φινλανδία, στο νο. 27) αλλά η ζημιά είχε γίνει. Μετά από μικρό αριθμό εμφανίσεων για την προώθηση του δίσκου, οι ACCEPT διαλύθηκαν ξανά και επανεμφανίστηκαν για μερικές φεστιβαλικές εμφανίσεις και μια ιαπωνική περιοδεία το 2005, με τον Herman Frank στις δεύτερες κιθάρες και τον Stefan Schwarzmann στα ντραμς. Μετά από αυτό δεν δόθηκε συνέχεια και ο θρυλικός Udo αποχώρησε μια για πάντα από τους ACCEPT. Όμως, τον Μάιο του 2009, το συγκρότημα, με  νέο τραγουδιστή στο πρόσωπο του Mark Tornillo (πρώην T.T.QUICK) επέστρεψε δριμύτερο στην δισκογραφία με ένα εντυπωσιακό άλμπουμ στο “Blood of the nations” (2010), όπου άρχισε ξανά να δίνει εντυπωσιακά δείγματα γραφής 14 ολόκληρα χρόνια μετά το κακόμοιρο “Predator”, κερδίζοντας πίσω με εμφατικό τρόπο τους fans που αποχαιρέτησε με τόσο άδοξο τρόπο το 1996.

Κώστας Τσιρανίδης

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here