
ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “2112” – RUSH
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: RUSH & Terry Brown
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Μπάσο/ Φωνητικά – Geddy Lee
Κιθάρες – Alex Lifeson
Τύμπανα – Neil Peart
Από το 1968 μέχρι το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1974, οι Καναδοί RUSH λειτουργούσαν σαν tribute band των Cream και των Led Zeppelin. Δεν ήταν παράλογο, άλλωστε τα περισσότερα hard rock συγκροτήματα της Αμερικής κινούνταν σε παρόμοιο στυλ. Όμως, μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ, έγιναν κάποιες καίριες αλλαγές. Η πιο σημαντική ήταν η συνάντηση τους με τον Terry Brown. Μετά τις αρχικές, όχι τόσο καλές ηχογραφήσεις, στο Toronto Sound Studio γνώρισαν τον Brown, ο οποίος βαθμιαία ανέλαβε την παραγωγή και ανέδειξε τον πραγματικό ήχο τους. Από τότε και για τα επόμενα οκτώ χρόνια και δέκα άλμπουμ (οκτώ studio και δύο live), ο Brown ήταν ο σταθερός συνεργάτης τους πίσω από την κονσόλα του παραγωγού.
Το συγκρότημα είχε αρχίσει να παίζει support σε ονόματα όπως οι Uriah Heep και ο Rory Gallagher, αφήνοντας πίσω τις μέρες των τοπικών μπαρ. Η επόμενη αλλαγή, που άλλαξε ριζικά τη μοίρα τους, ήταν η αποχώρηση του αρχικού ντράμερ John Rutsey και η άφιξη του Neil Peart. Ο Rutsey δεν συμφωνούσε με την επιθυμία του μπασίστα και τραγουδιστή Geddy Lee και του κιθαρίστα Alex Lifeson να πειραματίζονται με πιο σύνθετα, προοδευτικά κομμάτια, καθώς προτιμούσε το πιο ευθύ, παραδοσιακό rock. Ο κύριος λόγος όμως ήταν η υγεία του: ήταν διαβητικός και οι απαιτήσεις των περιοδειών έγιναν απαγορευτικές. Μετά από μια καθοριστική οντισιόν, ο Peart πήρε τη θέση του. Η έκπληξη ήταν ότι, πέρα από το εκπληκτικό παίξιμο, ο Peart είχε και σπάνιο ταλέντο στο γράψιμο στίχων. Πραγματικός βιβλιοφάγος, διάβαζε τα πάντα, από επιστημονικές εργασίες μέχρι μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας.
Το νέο ταξίδι των RUSH ξεκίνησε με το εκπληκτικό “Fly by night” (1975). Οι συνθέσεις έγιναν πιο μακροσκελείς και πολύπλοκες και στην μουσική τους, η προοδευτική προσέγγιση των Yes, Genesis και King Crimson συνδυάστηκε με την ένταση των Black Sabbath και Led Zeppelin. Αυτή η κατεύθυνση έγινε ακόμα πιο έκδηλη στο τρίτο άλμπουμ, το υπέροχο “Caress of steel” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Δυστυχώς, δεν το συμμερίστηκε και πολύς κόσμος τότε. Το άλμπουμ θεωρήθηκε υπερβολικά περίπλοκο και προοδευτικό για το αμερικανικό κοινό, μία αγορά όπου το progressive rock (με ελάχιστες εξαιρέσεις τύπου Pink Floyd) δεν είχε την ίδια μαζική απήχηση όπως στην Ευρώπη. Οι διαφορές στη μουσική βιομηχανία και το πολιτισμικό background (μπλουζ για τους Αμερικάνους, κλασική παιδεία για τους Ευρωπαίους) έπαιξαν τον ρόλο τους. Η χλιαρή υποδοχή του “Caress of steel” δημιούργησε μεγάλη πίεση.
Η εταιρεία τους, Mercury Records, ζητούσε ολικό επαναπροσδιορισμό: πιο εμπορικό υλικό, μικρότερα τραγούδια, πιο ραδιοφωνικά, σε σημείο που οι μάνατζερ της μπάντας Ray Danniels και Cliff Burnstein πήραν σαφείς οδηγίες να στρέψουν το συγκρότημα σε πιο «ασφαλή» φόρμουλα. Όπως είπε αργότερα ο Lifeson, τους είχαν πει ξεκάθαρα: «κανένα μεγάλο τραγούδι, τίποτα που να μην παίζεται εύκολα στο ραδιόφωνο». Με άλλα λόγια, η Mercury τους ζητούσαν να γίνουν κάτι που δεν ήταν. Εκεί ακριβώς οι Rush πήραν τη σημαντικότερη απόφαση της καριέρας τους: να αγνοήσουν πλήρως τις οδηγίες. Αντί να μαζευτούν, έκαναν το ακριβώς αντίθετο. Γεμάτοι απογοήτευση αλλά και θυμό, επέλεξαν να επαναλάβουν τη φόρμουλα του “Caress of steel”, αλλά αυτή τη φορά με τον δικό τους τρόπο. Και έγραψαν ένα εικοσάλεπτο κομμάτι που καταλαμβάνει ολόκληρη την πρώτη πλευρά του δίσκου. Και, ακόμα πιο εμφατικά, το στιχουργικό περιεχόμενο θα ήταν δια χειρός Peart και εμπνευσμένο από την συγγραφέα Ayn Rand, για την οποία αξίζει, σε αυτό το σημείο, να πούμε λίγα λόγια.
Ρωσίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και σεναριογράφος, η Rand έφυγε από τη Σοβιετική Ένωση σε ηλικία 21 ετών και μετακόμισε στην Αμερική. Έγινε γνωστή με τα best-seller “The Fountainhead” και “Atlas shrugged” («Κοντά στον Ουρανό» και «Ο Άτλας Επαναστάτησε» στα ελληνικά), καθώς και για το φιλοσοφικό σύστημα που ονόμασε Αντικειμενισμό. Σε ένα διάλειμμα από την συγγραφή του “The Fountainhead” έγραψε τη νουβέλα “Anthem” («Ύμνος»), η οποία περιγράφει έναν δυστοπικό κόσμο όπου η λέξη «εγώ» έχει απαγορευτεί και έχει αντικατασταθεί από το «εμείς». Η σχέση του Peart με το έργο της Rand δεν ήταν καινούρια. Το κομμάτι που άνοιγε το “Fly by night” είναι το “Anthem”, το οποίο ο Peart βάπτισε και έγραψε τους στίχους του εμπνευσμένος από την ομώνυμη νουβέλα. Μάλιστα, το 1977, όταν οι RUSH ίδρυσαν τη δική τους εταιρεία, την ονόμασαν Anthem Records.
Πίσω στο φθινόπωρο του 1976 που υλοποιούνταν το τέταρτο άλμπουμ, οι ιδέες περί ατομικότητας και φιλελεύθερης κοινωνίας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα που ακούμε σήμερα στην πρώτη πλευρά. Τα λογοτεχνικά ερεθίσματα του Peart δεν περιορίζονταν μόνο στην Ayn Rand. Διάβαζε φανατικά επιστημονική φαντασία, όπως τα έργα του Samuel R. Delany (συγγραφέα των βραβευμένων “Babel-17”, “The Einstein Intersection”, “Nova” και της σειράς “Return to Nevèrÿon”). Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, ήταν φυσικό και επόμενο το Διάστημα, με τα μακρινά, κρυφά και μυστηριώδη του σημεία να γίνει το παρασκήνιο της ιστορίας που θα στερέωνε το σύμπαν του “2112”, όπως τελικά ονομάστηκε το εικοσάλεπτο έπος και, τελικά, το νέο άλμπουμ.
To “2112” ξεκινάει εντυπωσιακά με τα διαστημικά synthesizer του “Overture” και την φράση “…and the meek shall inherit the Earth”, η οποία πάρθηκε από την Καινή Διαθήκη (κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, στους Μακαρισμούς). Κάπου διακρίνεται κι ένα απόσπασμα από το “1812 Overture” του Τσαϊκόφσκι, ένας μικρός φόρος τιμής από τον Ρώσο συνθέτη στην μάχη των Ρώσων απέναντι στην εισβολή του Ναπολέοντα, στην μάχη του Μποροντίνο, όπου ο γαλλικός στρατός πέτυχε μία πύρρεια νίκη, που τον ανάγκασε να υποχωρήσει, με τον σκληρό ρωσικό χειμώνα να τον αποδεκατίζει κατά την υποχώρηση. Αυτό έγινε 3 αιώνες πριν από την ιστορία που αφηγείται ο ανώνυμος ήρωας στο 2112.
Ο ανώνυμος ήρωας του “2112” ζει σε έναν μακρινό γαλαξία, σε έναν πλανήτη που μοιάζει με τη Γη, και συγκεκριμένα στην πόλη Megadon. Η ζωή κυλάει αδιάφορα και μονότονα κάτω από τον γκρίζο ουρανό και τα χλωμά Δίδυμα Φεγγάρια. Σε αυτόν τον πλανήτη, η κοινωνία διοικείται από το Ιερατείο της Σύριγγος. Το Ιερατείο ελέγχει, μέσα από υπερυπολογιστές, κάθε πτυχή της καθημερινότητας, παρέχοντας «ενημέρωση» και «διασκέδαση» μέσω της εφημερίδας “Temple Paper” και της τηλεόρασης “Templevision”. Το Κόκκινο Αστέρι της Ηλιακής Ομοσπονδίας είναι το σύμβολο της ειρήνης που ακολούθησε τον μεγάλο πόλεμο του 2062, αλλά και της ισοπεδωτικής εξουσίας που καταπνίγει την ατομικότητα (“The Temples of Syrinx”).
Μια μοιραία μέρα, μια τυχαία περιπλάνηση οδηγεί τον ήρωα σε μια κρυφή σπηλιά πίσω από έναν μικρό καταρράκτη. Εκεί ανακαλύπτει ένα αρχαίο μουσικό όργανο – μια κιθάρα. Με λίγο κούρδισμα αρχίζει να παίζει. Δειλά στην αρχή, με όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην συνέχεια δημιουργεί μουσική. Η χαρά του είναι τόσο μεγάλη που νιώθει την ανάγκη να τη μοιραστεί με τους συνανθρώπους του και κυρίως με την ίδια την εξουσία, πιστεύοντας ότι η μουσική μπορεί να κάνει ευτυχισμένους και άλλους (“Discovery”). Το Ιερατείο όμως δεν μοιράζεται την χαρά του. Τον ψέγει και τον κατακρίνει επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει ότι οι Ιερείς καλύπτουν ήδη όλες τις πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου. Τον προτρέπουν επιθετικά να εγκαταλείψει τις ανόητες προσπάθειες να αναβιώσει κάτι από την παλιά εποχή που οδήγησε την κοινωνία σε πόλεμο και καταστροφή. Μάταια προσπαθεί ο ανώνυμος ήρωας να τους αλλάξει γνώμη. Η κιθάρα καταστρέφεται, και αυτός δέχεται την χλεύη του Ιερατείου (“Presentation”).
Ο ήρωας επιστρέφει σπίτι του μοναχικός, προσπαθεί να ηρεμήσει και πέφτει να κοιμηθεί. Ο ύπνος του είναι ανήσυχος. Βλέπει ένα όραμα (“Oracle: The dream”): μια μυστηριώδης μορφή τον ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, στην εποχή από όπου προήλθε η κιθάρα. Βλέπει την εξέλιξη του πνεύματος και τα ανθρώπινα επιτεύγματα στη Γη, που βρίσκεται έτη φωτός μακριά. Αποκαλύπτεται ότι η μεγάλη παλαιά φυλή συνεχίζει να ακμάζει και θα έρθει η στιγμή που θα εμφανιστεί για να γλιτώσει την κοινωνία του από τις τυραννικές δαγκάνες της Ηλιακής Ομοσπονδίας και να γκρεμίσει ό,τι πρεσβεύει ο Ναός της Σύριγγος και το Ιερατείο.

Συγκλονισμένος, επιστρέφει στη σπηλιά (“Soliloquy”). Με το κελάρυσμα του καταρράκτη σαν μοναδική υπόκρουση, συνειδητοποιεί πόσο δύσκολο είναι να ζει κάτω από το απολυταρχικό καθεστώς. Η μόνη του παρηγοριά είναι ότι στον θάνατο θα βρει επιτέλους ειρήνη. Πάνω που είναι έτοιμος να παραδώσει πνεύμα, έρχεται η σωτήρια επέμβαση που ονειρεύτηκε (“Grand Finale”). Οι Παλαιοί από τη Γη φτάνουν, υποτάσσουν τους πλανήτες της Ηλιακής Ομοσπονδίας, γκρεμίζουν το Ιερατείο, καταρρίπτουν το τυραννικό Κόκκινο Αστέρι και επαναφέρουν την πολυπόθητη ελευθερία. Αυτή είναι η επίσημη ερμηνεία, που οι RUSH αποκάλυψαν στην επανέκδοση του “2112” το 2012. Μέχρι τότε, η επικρατούσα ανάγνωση ήταν πιο τραγική: Τα λόγια «We have assumed control» στο τέλος του κομματιού, σηματοδοτούν το τέλος της αντιεξουσιαστικής εξέγερσης του ατόμου, και ταυτόχρονα, το τραγικό τέλος του ανώνυμου ήρωα, ο οποίος αυτοκτονεί πριν προλάβει να δει τη λύτρωση.
Πάνω σε αυτή την αρχική ερμηνεία του τέλους, δηλαδή τον βίαιο τερματισμό της επανάστασης από το Ιερατείο, πολλοί κριτικοί, παραδόξως, έσπευσαν να ταυτίσουν τη νίκη του Ιερατείου με ένα «νεογέννητο φασιστικό σερί» των RUSH. Αντί να δουν το τέλος ως καταδίκη του αυταρχικού κανόνα, κατέληξαν ότι για τους RUSH – όπως και για την Rand – ο ατομικισμός ισοδυναμεί με φασισμό. Η Rand θεωρούνταν από πολλούς, εκ πρώτης όψεως, «φασίστρια», και η σύνδεση του συγκροτήματος μαζί της τους έβαλε αυτόματα στην ίδια κατηγορία. Ακόμα και οι οπαδοί τους έπεσαν στην ίδια παγίδα. Σε ανεπίσημη έρευνα, πάνω από 70% πίστευαν ότι οι RUSH πήραν το μέρος του Ιερατείου. Η σύγχυση προήλθε κυρίως από την αντίθεση στην ενορχήστρωση: το πιο βαρύ, επιθετικό κομμάτι χρησιμοποιήθηκε για τους ολοκληρωτικούς ιερείς, ενώ το πιο ήπιο και μελωδικό για τον ανώνυμο ήρωα. Πάντως, με τα χρόνια, οι fans ξαναείδαν την ιστορία του “2112” με διαφορετικό μάτι, συμπεραίνοντας ότι η progressive rock φαντασία των ουτοπικών κόσμων δεν ισοδυναμεί απαραίτητα πολιτική δήλωση.
Το μόνο σίγουρο ήταν πως όλες αυτές οι νύξεις στη Rand δεν βοήθησαν καθόλου στις (έτσι κι αλλιώς όχι και τόσο καλές) σχέσεις των RUSH με τον Τύπο. Ωστόσο, πέρα από τη Rand και τον ατομικισμό, το “2112” είχε ένα πιο εσωτερικό, καλλιτεχνικό μήνυμα. Οι RUSH ήθελαν να δείξουν ότι θα παραμείνουν αλύγιστοι στις προσταγές της δισκογραφικής τους εταιρείας για μικρότερα, πιο εμπορικά τραγούδια. Με θεατρικότητα και στοχευμένη μουσική έκφραση, η ομώνυμη rock opera της πρώτης πλευράς εξέφρασε οργή, παράπονο για την αδικία και αποφασιστικότητα να διατηρήσουν την καλλιτεχνική τους ακεραιότητα με κάθε κόστος. Δεν ήταν πολιτικό μανιφέστο κατά του κολεκτιβισμού. Ήταν άρνηση να αφήσουν άλλους να επιβάλλουν τα θέλω τους στο συγκρότημα. Μία αντίδραση ενάντια σε όσους πίστευαν ότι ήταν πάνω από αυτούς.
Πέρα από το μνημειώδες “2112”, υπάρχει και μία δεύτερη πλευρά στο άλμπουμ, η οποία λειτουργεί ως αντίβαρο, καθώς οι RUSH, χωρίς να εγκαταλείπουν την ταυτότητά τους, παρουσιάζουν πιο προσιτές συνθέσεις, αποδεικνύοντας ότι μπορούν να κινηθούν και σε πιο «προσβάσιμα» πλαίσια χωρίς να χάνουν την ποιότητά τους, ενώ παράλληλα ελαφρύνουν λίγο το κλίμα, μετά το υποβλητικό, οπερατικό κομμάτι της πρώτης πλευράς.
Η δεύτερη πλευρά ξεκινάει με το εξωτικό “A passage to Bangkok”, μία φανταστική περιπλάνηση ανά τον κόσμο, που περιελάμβανε χώρες όπως η Κολομβία, το Μεξικό, η Τζαμάϊκα, το Μαρόκο, η Ταϊλάνδη, το Αφγανιστάν, καθώς και το Νεπάλ και τον Λίβανο. Μόνο που δεν πρόκειται για μία απλή ταξιδιωτική καταγραφή. Αν παρατηρήσατε, οι χώρες που αναφέρονται έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Την παραγωγή, διάθεση και χρήση ναρκωτικών ουσιών, από την απλή μαριχουάνα, τα παραισθησιογόνα «μανιτάρια», μέχρι την άκρως καταστρεπτική ηρωίνη και την πανάκριβη κοκαΐνη. Αντλώντας έμπνευση από ταξιδιωτικά μυθιστορήματα που είχε διαβάσει, ο Peart περιγράφει ένα φανταστικό (δεν είχαν πάει ποτέ σε κάποιο από τα μέρη που αναφέρουν στο τραγούδι) οδοιπορικό στο πλαίσιο ναρκοτουρισμού. Γίνεται αναφορά σε “δακτυλίους καπνού”, «όνειρα από πίπες», «διάφορα αρώματα» και φιλόξενοι ντόπιοι που “γυρίζουν και προσφέρουν” την εκάστοτε «σοδειά» τους. Τα μέλη του συγκροτήματος, πάντως, πέρα από ένα απλό τσιγαριλίκι, δεν είχαν δώσει αφορμή με εξάρτηση τους σε ναρκωτικά, που γενικότερα αποτελούσε μάστιγα για την rock σκηνή της δεκαετίας του ’70 (και φυσικά και αργότερα). Η εικονική αυτή προσέγγιση ήταν μία μάλλον αβλαβής και ανάλαφρη διέλευσή τους από τον κόσμο των ναρκωτικών.
Το “The Twilight Zone” που ακολουθεί, είναι ένα πολύ ωραίο, ατμοσφαιρικό κομμάτι, το οποίο εμπνεύστηκαν από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, που έτρεξε στο αμερικανικό δίκτυο CBS για 5 σεζόν, από το 1959 έως το 1964. Φανατικοί φίλοι της σειράς, είχαν ήδη αφιερώσει το προηγούμενο τους άλμπουμ “Caress Of steel”, στον δημιουργό της σειράς, Rod Serling, ο οποίος ήταν και γνωστός ως o “angry young man” του Hollywood, καθώς συγκρούστηκε με στελέχη της τηλεόρασης και χορηγούς για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως η λογοκρισία, ο ρατσισμός και ο πόλεμος. Δύο επεισόδια της σειράς, το «Will the Real Martian Please Stand Up?» (1961) και το «Stopover in a Quiet Town» (1964) είναι η πηγή της έμπνευσης για τους στίχους του The Twilight Zone. Και τα δύο αναφέρονται σε επαφή με εξωγήινα όντα, μέσα από συναρπαστικά σενάρια μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας. Το πρώτο για μία κούρσα μεταξύ Αρειανών και Αφροδιτιανών για τον αποικισμό της Γης, ενώ το δεύτερο για μία οικογένεια που καταλήγει να είναι ένα παιχνίδι (κυριολεκτικά). Απλές ιστορίες, με εκπληκτικές ανατροπές, και μία περίεργη αίσθηση του χιούμορ ταιριασμένη με ελαφρά ειρωνεία. Επίσης, ήταν και το πρώτο single από το “2112”, με το υπό-κομμάτι «The Temples Of Syrinx», από την πρώτη πλευρά του άλμπουμ, να ακολουθεί.
Το ανάλαφρο Led Zeppelin-ικό “Lessons” που ακολουθεί, είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση. Όχι τόσο λόγω θέματος, αλλά λόγω του ότι είναι μία αποκλειστική σύνθεση του Alex Lifeson, με τον ίδιο να συνεισφέρει και στίχους. Κάτι από ανεμελιά και νοσταλγία, για να φωτίσει λίγο την πιο σκοτεινή πλευρά που εξυφαίνεται με τα άλλα κομμάτια. Σαν παιχνίδισμα, απλά υπάρχει για να αποτελέσει γέφυρα για το επόμενο κομμάτι.
Με την συνδρομή του γραφίστα Hugh Syme, το επόμενο κομμάτι, με τίτλο “Tears”, έρχεται να αγγίξει ευαίσθητες χορδές. Μία μπαλάντα, από τις λίγες και άριστες των RUSH, αποκλειστική σύνθεση του Geddy Lee αυτή την φορά, ο οποίος επιμελήθηκε στίχους και μουσική. Ο Hugh Syme, εκτός από τα πλήκτρα στο “Tears”, παίζει και τα synthesizer που ακούγονται στην εισαγωγή του “2112”, αλλά ακόμα πιο σημαντικό, είναι ο υπεύθυνος του artwork στο άλμπουμ (ευτυχώς εκτός από την φωτογραφία του συγκροτήματος). Το “Tears” είναι από τους αφανείς ήρωες της δισκογραφίας των RUSH, ένα τραγούδι για την απομάκρυνση και την απώλεια, που στοιχειώνει τον ακροατή με την μελωδία του. Η αίσθηση αυτή μουσικά αποδίδεται με το βάθος και τις εναλλαγές από το mellotron του Syme.
Ένα τέτοιο άλμπουμ θα όφειλε να κλείσει με ένα δυναμικό κομμάτι, τόσο σε μουσική όσο και στο γενικότερο νόημα του. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε το “Something for nothing”. Ένας τίτλος που εμπνεύστηκε ο Peart από ένα graffiti που είδε τυχαία στο Los Angeles. «FREEDOM ISN’T FREE» έγραφε σε εκείνο τον τοίχο, και αμέσως άναψε ιδέες στον Peart και τον ξαναοδήγησε στο μονοπάτι της Ayn Rand. Με αφετηρία αυτές τις εικόνες, μιλάει για την αυτοεκπλήρωση του ανθρώπου, από την άποψη ότι δεν πρέπει απλά να περιμένουμε να μας έρθουν όλα στο πιάτο, αλλά πρέπει να καταβάλλουμε μόχθο και κόπο και προσωπική δουλειά για να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε στην ζωή, με όπλο την ελεύθερη βούληση και την ελεύθερη λήψη αποφάσεων, κάτι που ταίριαζε και με την εργασιακή κουλτούρα του ίδιου του συγκροτήματος. Αν και άβολο στην σκέψη, δεν παύει να είναι αλήθεια. Μάλιστα, στο ίδιο πλαίσιο, ο Peart υποστήριξε ότι όλοι αυτοί οι ύμνοι στο ανήσυχο αμερικάνικο πνεύμα και την κουλτούρα του ανοιχτού δρόμου έφεραν μια χροιά απόλαυσης, μια αναγνώριση των κακουχιών της περιπετειώδους ζωής, τροφοδοτούσε την ιδέα ότι η περιπλάνηση θα μπορούσε να είναι ακούσια εξορία και ελευθερία μαζί, και εν τέλει, ερχόταν η κατανόηση ότι η ελευθερία δεν ήταν δωρεάν.
Το εξώφυλλο του 2112 είναι, κατά την άποψη μου, από τα πιο εμβληματικά στην ιστορία του rock. Στο κέντρο δεσπόζει ο “Starman”: ένας γυμνός άντρας που στέκεται όρθιος, με τα χέρια υψωμένα, μπροστά στο Κόκκινο Αστέρι της Ηλιακής Ομοσπονδίας, το σύμβολο του τυραννικού Ιερατείου της Σύριγγος. Ο “Starman” είναι ο ίδιος ο ανώνυμος ήρωας του άλμπουμ, ο άνθρωπος που ανακαλύπτει την κιθάρα, εξεγείρεται και παλεύει για την ελευθερία και την ατομικότητα. Το artwork, όπως προαναφέρθηκε, είναι δημιούργημα του Hugh Syme, ο οποίος από τότε έγινε ο μόνιμος καλλιτεχνικός συνεργάτης των RUSH. Στο εσωτερικό gatefold υπάρχει η διάσημη (και αρκετά αμήχανη) φωτογραφία με τα τρία μέλη ντυμένα με λευκές ρόμπες και φουλάρια, σαν να συμμετέχουν σε κάποιο άλλου τύπου σόου! Η ιδέα ανήκε σε έναν φωτογράφο μόδας που τους έντυσε στα λευκά και έβαλε ανεμιστήρα να φυσάει τα ρούχα, μια εικόνα που ακόμα και σήμερα κάνει τον Alex Lifeson να γελάει όταν τη θυμάται. Πέρα από κάθε αμηχανία όμως, το εξώφυλλο είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την ιστορία: ο γυμνός άνθρωπος απέναντι στο σύμβολο της εξουσίας είναι η οπτική δήλωση της αντίστασης ενάντια στον ολοκληρωτισμό.
Το “2112” άλλαξε την μοίρα του συγκροτήματος μια για πάντα, αποτέλεσε θεμέλιο λίθο στην εξέλιξη του μουσικού παρακλαδιού που θα ονομαζόταν progressive metal, και αγαπήθηκε όσο λίγα άλμπουμ, τόσο από τους οπαδούς των RUSH, όσο και γενικότερα από το αμερικάνικο κοινό, που επιζητούσε το δικό του progressive rock μουσικό όχημα. Στον Καναδά έφτασε στο νο. 5 των charts, ενώ στις ΗΠΑ πήγε μόλις μέχρι το νο. 61 του Billboard, όπου έμεινε για 37 εβδομάδες, όντας και το πρώτο άλμπουμ τους που μπήκε στα πρώτα 100 του εν λόγω chart. Ωστόσο, με τα χρόνια, που άρχισε να ωριμάζει στις συνειδήσεις του κοινού, το “2112” έγινε 3 φορές πλατινένιο (όπερ σημαίνει πάνω από 3 εκ. αντίτυπα σε πωλήσεις), και παγίωσε τους RUSH στην κορυφή ως ένα από τα πιο πειραματικά και εντυπωσιακά συγκροτήματα της εποχής τους. Περιόδευσαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη και, επιπλέον, από τις ζωντανές ηχογραφήσεις των συναυλιών τους στην ιδιαίτερη τους πατρίδα, το Toronto, προέκυψε η επόμενη τους κυκλοφορία, το ζωντανό “All the world’s a stage” που κυκλοφόρησε κι αυτό το 1976. Από την κυκλοφορία του και έπειτα, το “2112” φιγουράρει ψηλά στις δημοσκοπήσεις και στις λίστες με τα σημαντικότερα και πιο αγαπημένα progressive rock άλμπουμ όλων των εποχών. Και παρόλο που οι RUSH γνώρισαν ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία στα χρόνια που ακολούθησαν (με αποκορύφωμα το φοβερό “Moving pictures” του 1981), ήταν αυτό το λατρεμένο, τέταρτο άλμπουμ τους, το “2112” που πρώτο κέρδισε πανηγυρικά την καρδιά και το μυαλό όλων των οπαδών των RUSH, και όχι μόνο.
Κώστας Τσιρανίδης







>

![A day to remember… 22/4 [STRATOVARIUS] Stratovarius](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/04/Stratovarius-Episode-wtb-218x150.jpg)
![A day to remember… 21/4 [ACCEPT] Accept](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/04/Accept-russian-roulette-sbit-218x150.jpg)