Home Στήλες Somewhere back in time A day to remember… 29/9

A day to remember… 29/9 [IRON MAIDEN]

0
56
Maiden
















Maiden

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Somewhere in time” – IRON MAIDEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: ΕΜΙ
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Martin Birch
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Bruce Dickinson – φωνητικά
Dave Murray – Κιθάρες, guitar synthesizer
Adrian Smith – Κιθάρες, guitar synthesizer
Steve Harris – Μπάσο, bass synthesizer
Nicko McBrain – ντραμς

Το 1986 οι IRON MAIDEN δεν είχαν τίποτα να αποδείξουν, μιας και κόσμος του heavy metal δικαίως τους αποθέωνε και με σειρά από σαρωτικά άλμπουμ δεν έδειχναν κανένα σημάδι αδυναμίας. Το “The Number of the Beast”, το “Piece of Mind” και το “Powerslave” είχαν ήδη καθιερώσει το συγκρότημα ως την μεγαλύτερη δύναμη του παγκόσμιου heavy metal, με σοβαρές διακρίσεις και πωλήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και συνεχείς επιτυχίες στα βρετανικά charts. Αν και στην Αμερική το Top 10 των άλμπουμ δεν θα το κατακτούσαν, την ίδια στιγμή, οι sold out περιοδείες τους γέμιζαν ασφυκτικά αρένες και στάδια, έτσι η παρουσία τους στην αμερικανική αγορά γινόταν ολοένα και ισχυρότερη. Είχαν ήδη μετατρέψει το όνομά τους σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς και είχαν ολοκληρώσει μια ακόμα περιοδεία που έμοιαζε περισσότερο με άθλο αντοχής παρά με συνηθισμένο συναυλιακό κύκλο. Το “World slavery tour” (331 μέρες και 187 shows) είχε εξαντλήσει ανθρώπους και μηχανές, αλλά τώρα η εξουθενωμένη μπάντα ήταν υποχρεωμένη να κάνει μια στάση. Η κυκλοφορία του “Live after death” θα τους έδινε μόνο μια ανάσα όμως. Όταν οι MAIDEN μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το “Somewhere in time”, δεν ήταν η μπάντα που αναζητούσε την αναγνώριση, αλλά αναζητούσε την φόρμουλα που δεν θα τους έριχνε από εκεί ψηλά που είχαν φτάσει μόλις μέσα σε μια τριετία. Αυτό είναι που κάνει το “Somewhere in time” τόσο ενδιαφέρον και γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον εάν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες πίεσης κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε ένας τελικά τόσο λαμπρός δίσκος.

Ο γενικότερος κανόνας λέει πως οι μπάντες αλλάζουν όταν πιέζονται αλλά και πολλές φορές αποτυγχάνουν γιατί δεν εξελίσσονται! Η πίεση έρχεται όταν οι πωλήσεις πέφτουν, όταν η έμπνευση στερεύει, όταν το κοινό αρχίζει να στρέφει το βλέμμα του αλλού ή όταν πρέπει να παραμείνουν στην κορυφή. Ή μήπως και το γεγονός ότι όταν υπάρχουν όχι μόνο καλοί μουσικοί αλλά και ισχυρές προσωπικότητες, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά; Οι MAIDEN ενώ βρίσκονταν στην ισχυρότερη θέση της καριέρας τους, ένιωσαν πίεση για το επόμενο βήμα τους και αυτό δεν είναι παράδοξο. Μετά από ένα διάλειμμα τεσσάρων μηνών, θα μπορούσαν εύκολα να επαναλάβουν τη συνταγή του “Powerslave”, να προσφέρουν στο κοινό ακριβώς αυτό που περίμενε και να συνεχίσουν ακάθεκτοι την πορεία τους. Κανείς δεν θα τους κατηγορούσε γι’ αυτό. Όταν μαζεύτηκαν για να οργανώσουν το καινούργιο τους άλμπουμ, η κατάσταση ως προς το που θα πήγαιναν δεν ήταν ξεκάθαρη από την αρχή, τουλάχιστον όχι στον μυαλό όλων. Η πρόταση του Dickinson για μια νέα μουσική κατεύθυνση με άξονα τους JETHRO TULL και DEEP PURPLE και οι αντίστοιχες συνθέσεις που έφερε απορρίφθηκαν από τον Steve Harris και ίσως εκεί να εντοπιστεί μια πρώτη ρωγμή. O Dickinson είχε βέβαια τον κοινό νου να μην φύγει από την από την μπάντα, αλλά τρόπον τινά απομακρύνθηκε και δεν συμμετείχε στην δημιουργική διαδικασία εκουσίως. Έτσι για πρώτη φορά στα credits δεν θα τον βλέπαμε, ενώ η ευθύνη των συνθέσεων μετατέθηκε αυτομάτως σε Smith και Harris. Ο ένας θα αναλάμβανε τις πιο hit δημιουργίες και ο άλλος τις πιο επικές στιγμές. Εκ του αποτελέσματος σήμερα, βλέπουμε πως αντί να επιλέξουν τον ασφαλή δρόμο τελικά, αποφάσισαν να προχωρήσουν μπροστά.

Στο τετράμηνο break που είχαν στην διάθεση τους οι Harris και Smith πειραματίστηκαν πολύ με τα πλήκτρα αφού τα Roland GR-700 guitar synth και τα JX-8P keyboards εκείνα τα χρόνια ήταν εξαιρετικά δημοφιλή. Και αυτόν το πειραματισμό τελικά τον αποτύπωσαν με τρόπο που ακόμη και σήμερα προκαλεί εντύπωση. Όλα αυτά έγιναν ανώδυνα; Όχι. Έγιναν εύκολα; Ούτε. Το κλίμα με τον Dickinson χάλασε, ο Smith ανέλαβε έναν ρόλο που δεν είχε αναλάβει ξανά πριν νιώθοντας μεγάλη πίεση, ο Harris επέμενε σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, νέα τολμηρά στοιχεία ενέταξαν στην μουσική τους, οι σχέσεις μέσα στο συγκρότημα βασίζονταν σε εξαιρετικά λεπτές ισορροπίες, ο Martin Birch για πρώτη φορά είχε αμφιβολίες. Και η πίεση καραδοκούσε σε κάθε ανάσα..

Το “Somewhere in time” παρά το γεγονός πως δημιουργήθηκε μέσα στην πίεση, δεν είναι ένας δίσκος που έχει έναν επιφυλακτικό, διστακτικό ή κουρασμένο χαρακτήρα. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές του εκπέμπει μια σχεδόν αφοπλιστική αυτοπεποίθηση και σίγουρα εκπέμπει και λάμψη. Γιατί παρα τις δυσκολίες του οι MAIDEN εκείνη την εποχή δεν ήταν η μπάντα που θα υποχωρούσε στο οτιδήποτε και παρά τις εσωτερικές εντάσεις το συνθετικό και εκτελεστικό επίπεδο δεν επηρεάστηκαν, το αντίθετο μάλιστα. Οι κιθάρες ακούγονται μεγαλύτερες, οι ενορχηστρώσεις πιο περίπλοκες, οι συνθέσεις θα έλεγα πως είναι πιο απαιτητικές και η αισθητική του συγκροτήματος αλλάζει ακολουθώντας μια φουτουριστική αισθητική, αρκετά τολμηρή για το 1986, αλλά και πολύ ελκυστική.

Αυτός είναι ο λόγος που το “Somewhere in time”, και παρά την συνθετική απουσία του Dickinson, τα πειραματικά του στοιχεία και την εσωτερική ένταση μέσα από την οποία σφυρηλατήθηκε, μπορεί να εκληφθεί ως κάτι περισσότερο από ένα ακόμη επιτυχημένο άλμπουμ των IRON MAIDEN. Γιατί παρόλη την εσωτερική διαμάχη τους, γίνονται πιο σύνθετοι, πιο τεχνικοί, πιο σύγχρονοι και πιο τολμηροί. Ενσωματώνουν νέους ήχους, διευρύνουν το μουσικό τους λεξιλόγιο και παρουσιάζουν μια εικόνα που απέχει σημαντικά από οτιδήποτε είχαν κάνει μέχρι τότε. Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις αλλαγές δεν χάνουν ούτε στιγμή την ταυτότητά τους. Οι IRON MAIDEN εδώ αλλάζουν και ακούγονται περισσότερο σαν τον εαυτό τους! Η δύναμη παραμένει, οι μελωδίες παραμένουν, η χαρακτηριστική αίσθηση επικού στοιχείου επεκτείνεται, ενώ το συγκρότημα διεύρυνε τα όρια του χωρίς να εγκαταλείπει τίποτα από όσα το έφεραν στην κορυφή. Οι IRON MAIDEN δεν άφησαν τίποτα πίσω τους ταυτόχρονα όμως τόλμησαν να κοιτάξουν προς το μέλλον και βγήκαν από αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο ισχυροί. Γι’ αυτό το “Somewhere in time” επί της ουσίας είναι μια δήλωση κυριαρχίας.

Κι όμως, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι αυτή η επίδειξη δύναμης, αν κοιτάξεις από μακριά, το πραγματικό βάθος του άλμπουμ δεν βρίσκεται μόνο στον ήχο, στην παραγωγή ή στη φουτουριστική αισθητική του. Βρίσκεται στις ιστορίες που επιλέγουν να αφηγηθούν. Γιατί πίσω από έναν δίσκο που τελικά έδειξε στοιβαρότητα, κρύβεται μια συλλογή τραγουδιών που επιστρέφει διαρκώς σε θέματα πολύ διαφορετικά από τον πόλεμο την κατάκτηση, τον θρίαμβο. Μιλά πιο πολύ για κάτι που στο “Powerslave”, άρχισε πολύ δειλά να φαίνεται. Τον χρόνο, τον εγκλωβισμό μας σε αυτόν, την θνητότητα.. Κάποιες φορές απροκάλυπτα, άλλες πιο έμμεσα.

Το “Wasted years” είναι μια υπενθύμιση ότι η ζωή συνεχίζει να κυλά πιο γρήγορα όσο εμείς δεν εκτιμάμε τον χρόνο. Το “Caught somewhere in time” τοποθετεί τον ακροατή μέσα σε μια σχεδόν υπαρξιακή περιπλάνηση στον χρόνο, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον μοιάζουν να χάνουν τα όριά τους. Στο “Stranger in a strange land” η απομόνωση μετατρέπεται σε κεντρικό θέμα, καθώς ο πρωταγωνιστής βρίσκεται κυριολεκτικά και μεταφορικά αποκομμένος από τον κόσμο γύρω του. Τα “Déjà vu” και “Heaven can wait” πραγματεύονται ξανά τον χρόνο που πιθανόν επαναλαμβάνεται αλλά και τελειώνει. Ακόμη και το μεγαλειώδες “Alexander the Great”, που στην επιφάνειά του μοιάζει με μια επική εξιστόρηση κατακτήσεων, αφηγείται τελικά τη ζωή ενός ανθρώπου που κατέκτησε σχεδόν τα πάντα, αλλά δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη μοίρα που περιμένει κάθε θνητό.

Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον χρόνο, και την αδυναμία μας να τον ελέγξουμε, την μνήμη, την μοναξιά ανεξάρτητα από την πηγή της έμπνευσης, από όπου κι αν αυτή προέρχεται, είτε από προσωπικές εμπειρίες, είτε από την λογοτεχνία ή την ιστορία. Κι έτσι, πίσω από το φουτουριστικό περιβάλλον, τις τεχνολογικές αναφορές και την αίσθηση της προόδου, το “Somewhere in time”, μετατρέπεται σε έναν στοχασμό πάνω στη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο, τη μνήμη και τη θνητότητα. Χωρίς να είναι ένα concept άλμπουμ, δείχνει να έχει μια κεντρική ιδέα που βασάνιζε τους δημιουργούς του και θέλησαν να ασχοληθούν πιο πολύ με αυτή. Είναι ο δίσκος όπου έδειξαν ότι μπορούσαν να κοιτάξουν πολύ πιο μακριά από τα όρια του heavy metal χωρίς να χάσουν ούτε στιγμή τον προσανατολισμό τους. Εκεί όπου άλλοι θα προστάτευαν τη συνταγή της επιτυχίας τους, εκείνοι προτίμησαν να την διακινδυνεύσουν. Εκεί όπου άλλοι θα επαναλάμβαναν όσα ήδη γνώριζαν, εκείνοι επέλεξαν να αναζητήσουν νέους δρόμους και όχι με τον εύκολο τρόπο.

Το αποτέλεσμα ήταν η απόδειξη ότι το συγκρότημα είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου μπορούσε να επαναπροσδιορίζει τους δικούς του κανόνες. Να γίνεται πιο σύνθετο χωρίς να χάνει τη δύναμή του. Πιο σύγχρονο χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα του. Πιο φιλόδοξο χωρίς να χάνει την αμεσότητά του και εκεί βρίσκεται η ουσία του δίσκου. Όχι στα synthesizers, ούτε στο φουτουριστικό εξώφυλλο, ούτε καν στις αμέτρητες λεπτομέρειες που κρύβονται στα τραγούδια του ή στο εξώφυλλο του, αυτά είναι τα τολμηρά βήματα μόνο. Πίσω όμως από αυτά κρύβεται η αυτοπεποίθηση με την οποία μια μπάντα στο απόγειό της και εν μέσω κρίσης, αποφάσισε να διευρύνει τα όρια της και να βγει από αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο ισχυρή μουσικά. Το “Somewhere in time” ακριβώς επειδή δημιουργήθηκε κάτω από συνθήκες αντίξοες και ρήξης έδειξε ότι ο οργανισμός των IRON MAIDEN, όχι απλά άντεξε την πίεση και επιβίωσε, αλλά από αυτή την μάχη προόδευσε κιόλας. Για αυτό θα το επαναλάβω για ακόμα μια φορά. Το “Somewhere in time” ήταν δήλωση κυριαρχίας.

Did you know that:

Και επειδή μας αρέσουν τα bonus και ενθουσιάζεται ο Φράγκος όταν γράφω πολλά, ιδού:

Ο «πόλεμος» των Guitar Synthesizers

Ήταν η πρώτη φορά που οι MAIDEN θα χρησιμοποίησαν τεχνολογία guitar synths, κάτι που προκάλεσε σοκ στους παραδοσιακούς metal οπαδούς. Ο Adrian Smith και ο Steve Harris άρχισαν να πειραματίζονται με τα νέα αυτά «παιχνίδια», με τον Dickinson να διαφωνεί έντονα, θεωρώντας το ρίσκο αυτό θα στοίχιζε στον ήχο τους. Δεν ήταν όμως ο μόνος που είχε επιφυλάξεις. Ο Martin Birch (γνωστός και με το παρατσούκλι “The Headmaster” ή «Ο Λυκειάρχης» λόγω του αυστηρού αλλά δίκαιου τρόπου που διοικούσε το στούντιο) ήταν ένας παραδοσιακός rock παραγωγός ο οποίος λάτρευε τον φυσικό, ωμό και βαρύ ήχο της κιθάρας. Όταν ο Adrian Smith και ο Steve Harris του παρουσίασαν για πρώτη φορά τις ιδέες τους χρησιμοποιώντας guitar synthesizers (τα Roland GR-700 που λέγαμε…), η πρώτη αντίδραση του Birch δεν ήταν καθόλου θετική και επικράτησε σκεπτικισμός και ανησυχία εκ μέρους του. Η ένστασή του ήταν ότι οι IRON MAIDEN θα έχαναν την metal ταυτότητά τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, έκαναν και μια ακόμα ριζική αλλαγή που κρατήθηκε σχεδόν μυστική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Χρησιμοποίησαν τους ολοκαίνουργους τότε, ενισχυτές Gallien-Krueger 250RL. Αυτό το μικρό, hi-tech μηχάνημα έδωσε στις κιθάρες των Adrian Smith και Dave Murray εκείνον τον πολύ χαρακτηριστικό, «γυαλισμένο» και φουτουριστικό ήχο που ακούγεται στο άλμπουμ. Στο στούντιο προκάλεσε ατέλειωτες συζητήσεις για το αν πρόδιδαν τις ρίζες τους και ο φτωχός ο Birch είχε να διαχειριστεί και αυτή την αλλαγή. Όταν συνδύασαν τα synths με τους νέους ενισχυτές, ο ήχος ήταν εξαιρετικά «ξερός» και κομπρεσαρισμένος. Όμως ο έμπειρος παραγωγός, αντί να τους απαγορεύσει τη χρήση τους, λειτούργησε ως φίλτρο. Έβαλε έναν πολύ αυστηρό κανόνα στο στούντιο. Τα synths δεν θα αντικαθιστούσαν τις κιθάρες, αλλά θα τις τόνιζαν. Δούλεψε ατέλειωτες ώρες στη μείξη (ειδικά στα Electric Lady Studios της Νέας Υόρκης) για να θάψει τις συχνότητες των synths πίσω από τα metal riff των Smith και Murray. Ήθελε ο ακροατής να νιώθει μια φουτουριστική ατμόσφαιρα, αλλά να συνεχίζει να ακούει heavy metal. Η ιστορία τον δικαίωσε!

Η ρήξη Bruce Dickinson και Steve Harris: Η αρχή του τέλους για την πρώτη εποχή.

Το “Somewhere in time” ήταν το σημείο όπου η σχέση του Bruce Dickinson και του Steve Harris άλλαξε. Ήταν η πρώτη φορά που έγινε ξεκάθαρο ότι οι δύο άντρες είχαν εντελώς διαφορετικό όραμα για το μέλλον της μπάντας και τα μονοπάτια τους πήγαιναν αλλού. Ο Dickinson ένιωσε βαθιά προσβεβλημένος όταν ο Harris απέρριψε τις ιδέες του. Ο Harris πίστευε ότι οι MAIDEN έπρεπε να γίνουν πιο progressive και επικοί, ενώ ο Bruce ήθελε κάτι πιο κλασσικό και πιο seventies. Δεν είναι ότι το υλικό που έφερε ο Dickinson δεν άρεσε στον Harris, του άρεσε, μα το θεώρησε και προφανώς δικαίως ότι δεν ταίριαζε με την μπάντα! Όταν ο Harris του είπε ουσιαστικά «αυτά δεν είναι για τους IRON MAIDEN», ο τραγουδιστής δεν το δέχτηκε και αποτραβήχτηκε. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στην Ολλανδία και τις Μπαχάμες, συμπεριφέρθηκε σαν υπάλληλος που απλά ερχόταν στο στούντιο για να τραγουδήσει αυτά που είχαν γράψει οι άλλοι. Ένιωθε εντελώς αποκομμένος από τη δημιουργική διαδικασία του δίσκου. Τίποτα όμως από όλα αυτά εκείνα τα χρόνια δεν βγήκε προς τα έξω ή επηρέασε την πορεία της μπάντας. Η ένταση εκτονώθηκε προσωρινά στο επόμενο άλμπουμ, το “Seventh son of a seventh son”, όπου ο Harris δέχτηκε πολλές από τις ιδέες του Dickinson για ένα concept άλμπουμ. Αυτό όμως ήταν μια παύση εχθροπραξιών προσωρινή, γιατί στο μυαλό του Dickinson γεννήθηκε η ιδέα της αποστασιοποίησης από την μπάντα. Συνειδητοποίησε ότι αν ήθελε να εκφράσει τις αυστηρά δικές του μουσικές, έπρεπε να το κάνει εκτός MAIDEN. Αυτό οδήγησε στην κυκλοφορία του πρώτου του σόλο άλμπουμ, το 1990 και, τελικά, στην αποχώρησή του από το συγκρότημα τρία χρόνια αργότερα, για να τα ξαναβρούν και να επιστρέψει το 1999.

Adrian Smith

Ο Adrian Smith βρέθηκε άθελά του στο επίκεντρο της κόντρας μεταξύ Harris και Dickinson, λειτουργώντας ως ο δημιουργικός κυματοθραύστης του άλμπουμ. Ενώ οι δύο ισχυρές προσωπικότητες των IRON MAIDEN βρίσκονταν σε πλήρες δημιουργικό και ψυχολογικό αδιέξοδο, ο Smith ήταν εκείνος που εκμεταλλεύτηκε το κενό και έσωσε τον δίσκο, αλλά αυτό είχε το τίμημά του. Όταν ο Steve Harris απέρριψε τις ιδέες του Bruce Dickinson, χρειαζόταν επειγόντως υλικό που να ταιριάζει στο heavy metal όραμά του, αλλά με μια νέα, φρέσκια πινελιά. Ο Adrian Smith είχε αρχίσει να πειραματίζεται κρυφά στο σπίτι του με τα guitar synthesizers. Όταν ο Harris άκουσε τις ιδέες του Smith, ενθουσιάστηκε. Ο Smith προσέφερε ακριβώς αυτό που έψαχνε ο αρχηγός, μοντέρνο, πιασάρικο heavy metal με φουτουριστικό ήχο. Έτσι, του έδωσε το «πράσινο φως» να ηγηθεί συνθετικά, παραμερίζοντας ουσιαστικά και πρακτικά τον Dickinson. Αυτή η ξαφνική ανάδειξη του Smith σε κύριο συνθέτη του πρόσθεσε τεράστιο άγχος. Έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις του Harris για επικά κομμάτια, στην απογοήτευση του Dickinson που ένιωθε παραγκωνισμένος, και στον παραγωγό Martin Birch που απαιτούσε την τελειότητα και δεν συμπαθούσε τα synths.

Dave Murray

Η αντίδραση του Dave Murray σε όλη αυτή την ανακατάταξη και την ένταση ήταν… η απόλυτη ηρεμία. Ενώ ο Bruce Dickinson ήταν στα πρόθυρα ψυχολογικής κατάρρευσης, ο Steve Harris πίεζε για την τελειότητα και ο Adrian Smith ένιωθε το βάρος όλου του δίσκου στους ώμους του, παρέμεινε ο κλασικός, χαλαρός εαυτός του. Ο Dave Murray είναι ο μοναδικός, μαζί με τον Steve Harris, που βρίσκεται στους IRON MAIDEN από την πρώτη μέρα, η φιλοσοφία του ήταν πάντα απλή όπως έλεγε και ο ίδιος, «Μου δίνεις την κιθάρα, μου λες τι να παίξω, βγαίνω και το παίζω τέλεια». Δεν τον ενδιέφερε ποτέ η πολιτική της μπάντας, ούτε το ποιος θα πάρει τα περισσότερα credits. Όταν είδε τον Smith να αναλαμβάνει τα ηνία, δεν ένιωσε καμία ζήλεια, αντίθετα, χάρηκε που κάποιος άλλος έβγαζε το φίδι από την τρύπα συνθετικά. Αγκάλιασε την τεχνολογία των synths, και βρήκε τα guitar synthesizers αρκετά διασκεδαστικά. Δεν κάθισε να ασχοληθεί με τις τεχνικές λεπτομέρειες και τον προγραμματισμό τους (αυτό το έκανε ο Adrian Smith), αλλά όταν του έδωσαν να παίξει τα lead μέρη, ενθουσιάστηκε με τον «διαστημικό» ήχο. Το δικό του solo στο “Deja-Vu” (το μοναδικό κομμάτι στο άλμπουμ που συνυπογράφει) είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς ο Dave ενσωμάτωσε τα synths στο κλασικό, στυλ παιξίματός του. Έγινε η γέφυρα μεταξύ των δύο πλευρών. Λόγω του εξαιρετικά φιλικού και πράου χαρακτήρα του, ο Dave ήταν ο μόνος με τον οποίο μπορούσαν να μιλήσουν όλοι εκείνη την περίοδο. Άκουγε τα παράπονα του Bruce χωρίς να παίρνει το μέρος του εναντίον του Steve. Στήριζε τον Adrian Smith στις ατέλειωτες ώρες που περνούσαν στα Wisseloord Studios στην Ολλανδία γράφοντας παρέα τα κιθαριστικά μέρη του άλμπουμ. Ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τις ισορροπίες στο στούντιο όταν η ατμόσφαιρα γινόταν ηλεκτρισμένη. Στην πραγματικότητα, η στάση του, ήταν καθοριστική για να μην διαλυθεί η μπάντα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Η ικανότητά του να μένει έξω από τις κόντρες των Harris-Dickinson λειτούργησε ως η κόλλα που κράτησε το γκρουπ ενωμένο.

Δημήτρης Σειρηνάκης

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here