
Ο 13ος στούντιο δίσκος των Vikings του death metal, AMON AMARTH, με τίτλο “The All father awakens”, είναι έτοιμος για κυκλοφορία στις 2 Οκτωβρίου και η συντακτική ομάδα του Rock Hard γράφει την άποψή της για το νέο αυτό άλμπουμ.

Θυμάμαι τις πρώτες δύο φορές (ιδιαίτερα την πρώτη) που ήρθαν οι AMON AMARTH, που ήρθαν στο Gagarin το 2007, για την περιοδεία του “With Oden on our side”, που το κοινό, αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από death metallers. Περνούσαν τα χρόνια, οι Σουηδοί μεγάλωναν με γεωμετρική πρόοδο, έπαιζαν ολοένα σε περισσότερο κόσμο, μέχρι που το 2023, ήταν headliners στο Release, με πολλές χιλιάδες κόσμου από κάτω.
Ποιο ήταν το στοιχείο που τους μεγάλωσε; Μα φυσικά, πέρα από το marketing, το image των Viking ή οτιδήποτε άλλο, οι πολλές μελωδίες που έβαζαν στη μουσική τους, κάνοντάς τους πιο προσιτούς στο νεαρό κόσμο και απομακρύνοντας σχεδόν οριστικά τους παραδοσιακούς death metallers (που τους είχαν παρακολουθήσει στην πρώτη τους συναυλία).
Ναι, εμείς που είμαστε άνω των 40 (εντάξει, αρκετά παραπάνω), έχουμε γίνει χειρότεροι από τους γέρους του Muppet Show. Θέλουμε τα γκρουπ να παίζουν όπως τα γνωρίσαμε και μόλις αποκτήσουν δημοφιλία σε νεαρότερες ηλικίες, αμέσως τα ξεγράφουμε. Όπως έγινε και με τους ARCH ENEMY, ένα πράγμα. Μαντέψτε όμως, έτσι γιγαντώθηκαν αυτά τα γκρουπ και παίζουν σε υπερπολλαπλάσια κοινά, πέρα του γεγονότος ότι προσελκύουν περισσότερο κόσμο στο metal, κάτι που η αγαπημένη μας μουσική, έχει πολύ μεγάλη ανάγκη.
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Διότι οι AMON AMARTH, με τον επερχόμενο δίσκο τους, “The Allfather awakens”, νομίζω ότι έφτασαν σ’ ένα σημείο που μπορούν να κάνουν κυριολεκτικά ό,τι γουστάρουν. Μπαλάντα σε φάση “Game of thrones” (που οι ίδιοι ονόμαζαν “The campfire song”); Μέσα και πρώτο single μάλιστα. Τραγούδια με τις χαρακτηριστικές μελωδίες που φέρνουν «αναγούλα» στους μεγαλύτερους σε ηλικία, οι οποίοι τα κατονομάζουν «κλασικό metal με death φωνητικά»; Μπόλικα και απ’ αυτά. Και μάλιστα πρώτης γραμμής, απόλυτα συναυλιακά, που σου μένουν στο μυαλό.
Επειδή έχουν μεγαλώσει τόσο πολύ όμως, μπορούν ακόμα και να γυρίσουν στο -όχι πολύ μακρινό- παρελθόν τους, με τραγούδια όπως το “Oden’s hunt”, το “Allfather awakes” (που είναι το “Guardian of Asgaard” των 20s) και το κορυφαίο “Ascending like an eagle” που κλείνει τον δίσκο και σε κάνει να θέλεις να το ακούσεις από την αρχή.
Το “The great heathen army” ήταν ένα αρκετά καλό άλμπουμ, τα δύο προηγούμενα, τα είχα βρει αρκετά νερόβραστα, τούτο εδώ όμως είναι από το πολύ πάνω ράφι. Τραγούδια προσεγμένα σε κάθε λεπτομέρεια, όλα θα μπορούσαν να παιχτούν live και να προκαλέσουν πανζουρλισμό (ναι, και τράβηγμα κουπιού, στην τελική γιατί όχι; Δικιά τους πατέντα είναι, οι υπόλοιποι ας βρουν κάτι άλλο). Προσωπικά το απόλαυσα όσο και τους δίσκους πριν το “Deceiver of the Gods”. Και δεν κάθομαι στα οικογενειακά τραπέζια με τη νεολαία. Αμέ!
8,5 / 10
Σάκης Φράγκος

Με αυτά και με εκείνα, φτάσαμε τα 13 άλμπουμ AMON AMARTH! Σοβαρό νούμερο.
Για να είμαι τίμιος, κάπου στα “Surtur rising” και “Deceiver of the Gods”, είχε αρχίσει η προσωπική μου μουσική απομάκρυνση από τους Σουηδούς. Δεν ήμουν και δεν είμαι οπαδός του στυλ που υιοθέτησαν πλήρως ειδικά μετά από αυτά τα άλμπουμ, όπου έπαιζαν περισσότερο heavy metal, λίγο power, με τα φωνητικά του Hegg, παρά αυτό με το οποίο τους μάθαμε και αγαπήσαμε όσοι το κάναμε αυτό. Δεκτό φυσικά, ότι εμπορικά, εκτοξεύθηκαν και καλά κάνουν οι άνθρωποι και ακολουθούν αυτό που πουλάει γι’ αυτούς! Δεν θα κρίνουμε εμείς τι θα παίζει η κάθε μπάντα. Απλά μπορούμε να λέμε αν μας αρέσει ή όχι.
Δισκογραφικά λοιπόν, προσωπικά πάντα, από το 2013 ειδικά και μετά, υπάρχει μία πολύ μεγάλη ποιοτική πτώση για τους AMON AMARTH. Kαι αυτό με έκανε να βάλω με μεγάλη επιφυλακτικότητα το άλμπουμ. Αυτό που μου έδινε όμως κάποιες ελπίδες, ήταν κάποια από τα singles που είχαν επιλέξει. Όχι το “Eight legs of thunder”, που πέραν της μουσικής και το βίντεο ήταν… κάπως (δεν κατάλαβα ποτέ γιατί έγιναν cowboys ξαφνικά, αν και η αγάπη των Σουηδών για την Αμερικανική κουλτούρα είναι τεράστια), αλλά τα “We rule the waves” και “Gjallarhorn”, που πέραν του ότι είναι πολύ ωραία, είχαν και στοιχεία που είχαν παραμελήσει αρκετά οι Σουηδοί και έδιναν έναν ωραίο αέρα νοσταλγίας.
Ο δίσκος λοιπόν, είναι μια χαρά! Έκπληξη προσωπικά, όμως όντως, είναι μια χαρά άλμπουμ! Ναι, έχει τα πιο σύγχρονα ας πούμε στοιχεία της μπάντας, με τραγούδια επικεντρωμένα αποκλειστικά στο να είναι sing-along hits για τις συναυλίες, όμως δεν είναι η πλειοψηφία και επιπλέον έχει και πραγματάκια. Ωραία και αρκετά πραγματάκια! Αρχικά, έχει δύο τραγούδια που τα λες και “ρίσκο” για τους ίδιους, με τη λογική ότι δεν είναι και τόσο οικεία στο ότι ξέραμε για 12 άλμπουμ. Ειδικά το ένα. Και αυτό το ένα είναι το “Upphaf”, όπου για πρώτη φορά Vikings go acoustic. Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα το τελικό αποτέλεσμα, όμως μου άρεσε πολύ η δοκιμή! Το δεύτερο, είναι το “Kvasir’s blood”, το οποίο και μου άρεσε κιόλας αρκετά, γιατί μου αρέσουν και οι RAMMSTEIN, αλλά και το λίγο industrial/gothic metal. Ναι, δεν είναι AMON AMARTH θα πει (δικαίως) κάποιος, όμως η φωνή του Hegg το κάνει οικείο. Αλλάξτε τη φωνή του σε λίγο πιο RAMMSTEIN, PAIN, MOONSPELL, κάτι και έχετε άλλο κομμάτι. Έχει και την εξέλιξη μετά το δεύτερο ρεφρέν που το φέρνει τελείως στα μέτρα τους. Προσωπικά μου άρεσε πολύ!
Από εκεί και πέρα, με μεγάλη χαρά, άκουσα τραγούδια που με πήγαν πίσω στο χρόνο. Αυτό το πιο “σκοτεινό” ύφος των Σουηδών, το πιο επικό (του δικού τους τρόπου), πράγματα που μου είχαν λείψει στη μουσική τους. Ειδικά μετά το ακουστικό κομμάτι, η συνέχεια είναι πιο κλασική AMON AMARTH, τουλάχιστον της περιόδου “With Odin on our side” και “Twilight of the thunder God” ας πούμε. Και σε στιγμές κοιτάει και λίγο πιο πίσω. Accept all cookies δηλαδή και με χαρά!
To “Die with a war cry” που έρχεται καπάκια μετά το ακουστικό, σε κάνει να πεις ένα “ώπα” (όχι για να σπάσεις κάνα πιάτο, το άλλο το ώπα). Σκοτεινό, groove-άτο, έχει και αυτά τα Σουηδο-blackened περάσματα που μας έχουν (καλο)μάθει οι AMON… όμορφα! Το “Raven God”, είναι στα πιο σύγχρονα melodeath μονοπάτια, με την μελαγχολία του, με το groove του, καλό! Το ομότιτλο μετά, φεύγει από την κατάσταση της “θύμησης”, αλλά είναι ευπρόσδεκτο. Από αυτά τα straight groove-άτα κομμάτια που ξέρουν καλά πως να τα γράφουν, χωρίς όμως cheesy πράγματα και που σε κάνουν να κουνάς ρυθμικά το κεφάλι σου! Πολύ καλά! Τα δύο τελευταία όμως, είναι εμπρός-πίσω που λέγανε και στο Κολοκοτρωνίτσι. To “Oden’s hunt” ανεβάζει ταχύτητες, τσαμπουκά και έχει ΡΕΦΡΕΝ που αναφωνείς “ΝΑΙ ρε φίλε”! Πολύ ωραίο κομμάτι, ρεφρενάρα, όλα! Και τέλος, το “Ascending like an eagle”, έρχεται τόσο να κλείσει το δίσκο σωστά και όμορφα (αυτό το μεσαίο σημείο με το δίσολο…….), αλλά να κάνει και ένα ωραίο δίδυμο με το “Oden’s hunt” και να μπορούσαν να είναι και τα δύο σε κάποιον από τους παλαιότερους δίσκους της μπάντας που πολλοί οπαδοί τους αναπολούν.
Για μία μπάντα της εμπορικότητας των AMON AMARTH, αυτός ο δίσκος είναι “μαγκιά”. Επιτέλους δεν κάθονται στη νόρμα που τους ανέβασε κατακόρυφα εμπορικά, βγαίνουν από το λεγόμενο comfort zone των τελευταίων άλμπουμ και μας δίνουν έναν πολύ ποικιλόμορφο δίσκο, με νέα στοιχεία σε κάποια τραγούδια, με επαναφορά άλλων που έλειψαν ΠΑΡΑ πολύ, πάντα μέσα από το πρίσμα του σήμερα (και καλά κάνουν). Δεν με νοιάζει να βγάλουν “With Oden…”. Όλες οι μπάντες εξελίσσονται και στην τελική είναι και επαγγελματίες. Με νοιάζει να βγάζουν άλμπουμ που να γουστάρω και να είναι αντάξια της ποιότητάς τους. Και αυτό ακριβώς είναι το “The Allfather awakens”… έκπληξη ρε φίλε!
8 / 10
Φραγκίσκος Σαμοΐλης
Κάθε νέο άλμπουμ των AMON AMARTH αποτελεί για εμένα μια μικρή σημαντική στιγμή, καθώς πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα εδώ και αρκετές δεκαετίες. Αναμένοντας, λοιπόν, την κυκλοφορία του “The Allfather awakens”, όπως συνέβη και με τις προηγούμενες δουλειές τους, ο δείκτης των προσδοκιών μου είχε πέσει κάπως. Οι τελευταίες τους κυκλοφορίες, με μια περισσότερο εμπορική και κλασική heavy metal αισθητική στον ήχο τους, μπορεί να κατάφεραν να αγγίξουν έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό ακροατών, προσωπικά όμως δεν με γέμισαν στον ίδιο βαθμό με τις εξαιρετικές δουλειές του παρελθόντος, εκείνες για τις οποίες πραγματικά δυσκολεύομαι να βρω ψεγάδι.
Τα πράγματα, ωστόσο, στο “The Allfather awakens” είναι διαφορετικά. Και, ευτυχώς, είναι διαφορετικά προς το καλύτερο. Οι AMON AMARTH δεν ανακάλυψαν τον τροχό με το νέο τους πόνημα. Κάθε άλλο. Πατούν με απόλυτη σιγουριά πάνω στο γνώριμο μοτίβο τους και δεν επιχειρούν κάποια θεαματική αλλαγή κατεύθυνσης. Ξέρουμε, λοιπόν, τι πρόκειται να ακούσουμε. Μελωδικό death metal, με το heavy metal στοιχείο να έχει πλέον υπερισχύσει σε αρκετά σημεία, και τα growls του Johan Hegg να κρατούν σταθερά το death metal DNA στο προσκήνιο. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει το “The Allfather Awakens” καλύτερο στα δικά μου αυτιά;
Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση. Κοινώς, τα τραγούδια είναι καλύτερα. Είναι πιο άμεσα, πιο πιασάρικα, σου μένουν από το πρώτο άκουσμα και, το σημαντικότερο, φέρνουν ξανά στην επιφάνεια χαρακτηριστικά της ταυτότητας των AMON AMARTH από διαφορετικές περιόδους της καριέρας τους. Και αυτό είναι κάτι που μου είχε λείψει. Έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ δέκα τραγουδιών, το οποίο απόλαυσα πραγματικά από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς σε κανένα σημείο να αισθανθώ την ανάγκη να πατήσω το skip.
Θα ξεκινήσω από τα τρία singles που προηγήθηκαν της κυκλοφορίας του άλμπουμ. Το “Ghallarhorn” αποτελεί, θα έλεγα, το τυπικό τραγούδι που θα μπορούσε να ανοίξει ένα άλμπουμ των AMON AMARTH της μεσαίας περιόδου τους. Και ναι, έτσι θέλουμε τα τραγούδια των Σουηδών. Βλέπε “War of the Gods”, “First kill”, “Deceiver of the Gods” – και δεν βάζω το “Twilight of the thunder God”, γιατί αυτό είναι σχεδόν ιεροσυλία. Ταχύτητα, δύναμη, ένα ρεφρέν που σε κάνει να θέλεις να ξεσκίσεις το λαρύγγι σου και, φυσικά, αυτή η RUNNING WILD αίσθηση που του ταιριάζει απόλυτα. Το “Eight legs of thunder” είναι μια ωδή στο κλασικό heavy metal, κλείνοντας πονηρά το μάτι και σε όλους εκείνους τους νεότερους οπαδούς των AMON AMARTH που θα το γουστάρουν απόλυτα. Δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει από τους Σουηδούς, είναι όμως ένα τραγούδι που ξέρει ακριβώς τι θέλει να κάνει και το κάνει αποτελεσματικά. Η μεγάλη, προσωπική μου έκπληξη ήρθε με το ακουστικό “Upphaf”. Πρέπει να είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα καθαρά ακουστικό τραγούδι από τους AMON AMARTH και, κατά τη γνώμη μου, είναι πάρα πολύ καλό. Διαφορετικό, ατμοσφαιρικό, με έντονη τη Viking αισθητική τους, αποτελεί μια επιλογή που δεν περιμένεις απαραίτητα από τους AMON AMARTH, αλλά τελικά τους βγαίνει στο απόλυτο.
Φεύγοντας από τα singles, έρχονται τα ακόμη καλύτερα νέα, με πρώτο το “Kvasir’s blood”. Ένα πομπώδες, groove-άτο, mid-tempo ποδοπάτημα, με ωραία leads και, κάπου στη μέση, την επιστροφή εκείνων των γρήγορων riffs που αγαπήσαμε σε ολόκληρη την καριέρα τους. Το “Die with a War Cry” κινείται επίσης σε mid-tempo ρυθμούς, με ασήκωτα βαριές κιθάρες και τα growls του Johan Hegg να προσδίδουν μια ωραία σαπίλα που είχε ανάγκη το άλμπουμ. Στη συνέχεια έρχεται το εξαιρετικό “Raven God”, το οποίο εύκολα προκαλεί ανατριχίλες. Το riff στο κουπλέ μοιάζει να έχει ξεπηδήσει κατευθείαν από την εποχή του “With Oden on our side” και μόνο αυτό αρκεί για να κερδίσει πόντους στις δικές μου προτιμήσεις. Ακολουθεί το ομώνυμο “The Allfather awakens”, το τρίτο mid-tempo τραγούδι του άλμπουμ, το οποίο αποδεικνύεται εθιστικό από την αρχή μέχρι το τέλος. Και αν τα πράγματα πήγαιναν ήδη καλά μέχρι εδώ, οι AMON AMARTH φροντίζουν να κρατήσουν για το τέλος τα πιο δυνατά τους χαρτιά.
Προηγείται το “Oden’s Hunt”, το τραγούδι που με έκανε να μονολογήσω «επιτέλους, μου λείψατε». Εδώ βρίσκουμε το μελωδικό Viking death metal που οι ίδιοι έχουν υπηρετήσει τόσο καλά σε τραγούδια όπως τα “Live for the kill”, “Asator” και “Destroyer of the universe” και, αν μου επιτρέπεται, να πάω ακόμη πιο πίσω, θα προσθέσω τα “Bleed for ancient Gods” και “A fury divine”. Είναι ακριβώς εκείνη η αίσθηση που περίμενα να ακούσω ξανά από τους AMON AMARTH και που, προσωπικά, μου είχε λείψει. Το άλμπουμ κλείνει με το “Ascending like an angel”, το οποίο ακολουθεί την ίδια γενικότερη λογική, αλλά με περισσότερο μελωδικό, επικό και ντελικάτο χαρακτήρα. Ένας ιδανικός επίλογος για έναν δίσκο που, προς μεγάλη μου χαρά, επαναφέρει αρκετά από τα στοιχεία των AMON AMARTH που επιζητούσα εδώ και αρκετά χρόνια.
Το γεγονός ότι άκουσα ένα άλμπουμ των AMON AMARTH και το ευχαριστήθηκα πραγματικά από την αρχή μέχρι το τέλος, για εμένα λέει πολλά. Ως πιστός οπαδός της μπάντας, αναγνωρίζω την ανάγκη τους να μεγαλώσουν το κοινό τους και να προσελκύσουν περισσότερους οπαδούς. Καταλάβαινα, λοιπόν, τις διαφορετικές κατευθύνσεις και επιλογές που ακολούθησαν, ειδικά στις δύο τελευταίες δουλειές τους, ακόμη κι αν δεν με κέρδισαν στον ίδιο βαθμό. Με το “The Allfather awakens”, όμως, θεωρώ ότι βρίσκουν τη χρυσή τομή. Καταφέρνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη νέα τάξη πραγμάτων και στο φυσικό τους DNA, χωρίς να κάνουν πίσω από τον ήχο που έχουν πλέον διαμορφώσει, αλλά και χωρίς να ξεχνούν τι ήταν αυτό που έκανε τους AMON AMARTH τόσο ξεχωριστούς.
Και, τελικά, παραδίδουν το καλύτερο άλμπουμ τους εδώ και περίπου μία δεκαετία.
“Thou wilt, Allfather, that well I relate, old tales I recall of men long ago”
8,5 / 10
Δημήτρης Μπούκης

Οι AMON AMARTH επικαλούνται των πατέρα των θεών και προσπαθούν να τους αφήσουν όλους ευχαριστημένους. Το καταφέρνουν όμως; Για να δούμε.
Ο νέος δίσκος είναι η χαρά του live. Σχεδόν κάθε κομμάτι έχει και ένα catchy ρεφρέν το οποίο προορίζεται να το γκαρίζει το κοινό στις αν μη τι άλλο πληθωρικές συναυλίες των Σουηδών Βίκινγκς. Προσέξτε όμως. Δεν είναι μόνο οι ευκολομνημόνευτες φράσεις που σου κολλάνε στο μυαλό. π.χ. We are – We are Vikings. ή ” 8 legs of thunder” . Είναι και οι μελωδίες. Μάλιστα. Τα ρεφρέν των AMON AMARTH στην πλειοψηφία τους είναι τραγουδιστικά στον νέο δίσκο. Μη φανταστείτε ότι έγιναν ξαφνικά RHAPSODY (OF FIRE) αλλά έχουν υπόνοια μελωδίας στη φωνή. Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Αρχικά γιατί έχεις έναν τραγουδιστή growler. Μάλιστα αν είσαι οπαδός της παλιάς καλής εποχής που η μπάντα έπαιζε σα να είχε μόλις κατεβεί από το βουνό κρατώντας άψητα παϊδάκια στην οδοντοστοιχία, αυτή η προσέγγιση μπορεί να σε ξενίσει. Από την άλλη όμως βρισκόμαστε σε μία εποχή που τα συγκροτήματα όχι μόνο πρέπει να εξελίσσονται αλλά και να κρατάνε τον κόσμο στα live αν θέλουν να επιβιώσουν. Επομένως αυτές οι έξτρα μελωδικές φόρμες που γίνονται όλο και πιο συχνές τα τελευταία χρόνια ίσως είναι το κλειδί της επιτυχίας για τη μπάντας. Έτσι γραπώνουν νεαρά κοινά και μένουν διαρκώς στην επιφάνεια έχοντας μετατραπεί από ένα επικό – viking death metal σχήμα σε ένα συναυλιακό φαινόμενο με τεράστιο εμπορικό value. Προσωπικά αυτή η πιο μελωδική – εμπορική κατεύθυνση δεν με τρέλανε. Σε κάποια μου άρεσε πολύ, σε κάποια με αφήνει λίγο μουδιασμένο. Έχει ενδιαφέρον ο πειραματισμός στο κομμάτι “Upphaf” που είναι ένα πλήρως ακουστικό τραγούδι. Προφανώς ο Johan Hegg δεν τραγουδάει αλλά απαγγέλει με μια ημιβρώμικη φωνή. Το εγχείρημα θα αρέσει σίγουρα. Προσωπικά, δεn μου έκανε κλικ.
Όμως ο δίσκος δεν μένει εκεί. Το “Υγκντρασσιλ” του Allfather έχει μεγάλες ρίζες του απλώνονται στα βάθη του παρελθόντος των AMON AMARTH. Αν ήταν βινύλιο, η δεύτερη πλευρά έχει ταυτότητα πιο σκοτεινή και ωμή. Ορισμένα τραγούδια όπως το “Die With a Warcry” μου θύμισαν στακάτο death των 90s. Ο δίσκος δεν θεωρώ ότι έχει κακά κομμάτια απλώς εμένα με τράβηξαν λίγο περισσότερο οι πιο βαρβαρικές συνθέσεις. (ποιος θα μου το ‘λεγε). Σε πάει όμως τρένο μέχρι το τέλος. Ειδικά το τέλος… Κλείνει με ένα κομμάτι που έπαθα πλάκα και θεωρώ είναι από τα καλύτερα της νέας τους δουλειάς. Το “Ascending like an eagle”. Έπος.
Προφανώς όλη η θεματολογία του δίσκου έχει να κάνει με τον Όντιν ο οποίος ονομάζεται και Allfather – Πατέρας των πάντων ή ValFather πατέρας της σφαγής. Οπότε όλα τα κομμάτια έχουν συνάφεια με θέματα από τη μυθολογία του Σκανδιναβού θεού.
Είτε ανήκεις στους λάτρεις της πιο γυαλισμένης εποχής των AMON AMARTH είτε στα Όρκ που κατοικούν ακόμα στο βουνό του χαμού ο Allfather δεν σε αφήνει παραπονεμένο.
7,5 / 10
Άρης Λάμπος

Το Gjallarhorn ηχεί όχι για να σημάνει τον ερχομό του Ragnarok, αλλά την επιστροφή των AMON AMARTH οι οποίοι είναι οπλισμένοι με την 13η δουλειά τους. Ερχόμενοι από ένα σερί δίσκων που ακολουθεί μία ασφαλή πεπατημένη με τραγούδια ικανά να σταθούν σε συναυλιακές αρένες και να μείνουν όρθια, και αρκετή έμφαση στο κλασικό Heavy Metal, καλούνται να αποδείξουν κατά πόσο μπορούν να αντεπιτεθούν και να κερδίσουν τις εντυπώσεις για άλλη μια φορά. Και μα τον Odin, τα καταφέρνουν! Παρά τις ξεκάθαρες αναφορές σε αυτόν στους τίτλους αλλά και στο εξώφυλλο, το “The Allfather awakens” δεν είναι concept δίσκος γύρω από τον πατέρα του νορβηγικού πάνθεον, αλλά τα τραγούδια περιστρέφονται γύρω από αυτόν.
Αυτή τη φορά δεν έχουμε μία επανάληψη του “The great heathen army” μιας και τα βασικά συστατικά του νέου άλμπουμ είναι διαφορετικά. Πίσω από την κονσόλα της παραγωγής θα βρούμε τον Jacob Hansen ο οποίος πήρε τη σκυτάλη από τον Andy Sneap. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ηχογραφήθηκαν οι συνθέσεις. Αντί να μπει στο στούντιο με τελειωμένο ρεπερτόριο για να ηχογραφήσει το συνολικό αποτέλεσμα, η μπάντα έχτισε την κυκλοφορία αυτή κομμάτι κομμάτι. Η λούπα είναι σύνθεση, τελειοποίηση, ηχογράφηση και πάμε στο επόμενο. Και αυτή η προσέγγιση δούλεψε. Γέννησε ποικιλία και δέκα ενδιαφέροντα τραγούδια όπου όλα φαίνονται προσεγμένα, χωρίς να δίνει κάποιο την εντύπωση ότι συμπεριλήφθηκε τσαπατσούλικα για να προλάβουν προθεσμίες.
Επικό, επιθετικό, μελωδικό και περιπετειώδες είναι μόλις μερικά από τα επίθετα τα οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Το εναρκτήριο “Gjallarhorn” ξερνάει riffs και οι οπαδοί σηκώνουν τα drinking horns στον αέρα για να τσουγγρίσουν ευχαριστημένοι. Στο “Kvasir’s blood” έχουμε νικητή το ρυθμικό σκέλος που δημιουργεί ένα μοναδικό groove, σαν από στρατιώτες οι οποίοι χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Ως απόδειξη ότι οι Σουηδοί ήθελαν να ξεφύγουν από το καλούπι στο οποίο είχαν μπει στέκεται το “Upphaf”, η πρώτη τους ακουστική προσπάθεια. Ωραία σύνθεση με επικό μανδύα, η οποία πείθει για τραγούδι που θα ηχούσε στις αίθουσες της Valhalla. Οι Vikings όμως δεν ξεκουράζονται για πολύ, αφού αμέσως μετά ανοίγουν οι ουρανοί με το “Die with a warcry”, σύνθεση που χάνει σε δύναμη μόνο από το καταστροφικό “Oden’s hunt”. Το τελικό χτύπημα έρχεται από το “Ascending like an eagle”, ένα πραγματικό έπος ισάξιο των δημιουργών του.
Σαν οπαδός των πιο μελωδικών μορφών της σκληρής μουσικής (power, symphonic κτλ.), το “The Allfather awakens” με άφησε κάτι παραπάνω από ευχαριστημένο. Από τα heavy μουσικά θέματα, όπου αν έλειπαν τα φωνητικά του Johan Hegg θα νόμιζες ότι ακούς κλασικό μέταλ, την επιστροφή στα πατροπαράδοτα death πεδία στα οποία γαλουχήθηκαν, μέχρι και όλα τα ενδιάμεσα. Οι AMON AMARTH σμιλεύουν ένα εξαιρετικό μουσικό κράμα το οποίο μας κάνει να αισθανόμαστε περήφανοι, όταν λέμε πως εν έτει 2026 ακόμα βγαίνει καλή μουσική.
8,5 / 10
Παύλος Παυλάκης












