A day to remember… 9/9 [DEEP PURPLE]

0
917

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Bananas” – DEEP PURPLE
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2003
ΕΤΑΙΡΙΑ: EMI
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Bradford
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ian Gillan
Κιθάρες – Steve Morse
Πλήκτρα – Don Airey
Mπάσο – Roger Glover
Τύμπανα – Ian Paice

Το 2003 ήταν μία, αν μη τι άλλο, αξιομνημόνευτη χρονιά. Στην χώρα μας, η ανεργία ήταν κάτω από 10% και το δημόσιο χρέος έφτανε μόλις τα 168 δισ. Ευρώ (σήμερα είναι 400 δισ. Ευρώ). Στα σινεμά προβαλλόταν το τρίτο μέρος της τριλογίας του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», με τίτλο «Η Επιστροφή του Βασιλιά», που κέρδισε και το Βραβείο Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, μαζί με άλλα δέκα Βραβεία Όσκαρ για ισάριθμες υποψηφιότητες σε άλλες κατηγορίες. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, με πρωτεργάτη τον Γερμανό προπονητή Otto Rehhagel, προκρίθηκε στα τελικά του Euro 2004, όπου έμελλε να γράψει ιστορία κατακτώντας για πρώτη (και από ό,τι φαίνεται για μοναδική φορά “in our lifetime” που λένε και στο Νησί) το τρόπαιο.

Αν αυτές οι εικόνες κατάφεραν να σας μεταφέρουν κάπως πίσω στον χρόνο, δύο δεκαετίες πριν (ναι, τόσος χρόνος πέρασε, όσο και να μετράτε και να ξαναμετράτε στο μυαλό σας δεν αλλάζει), σίγουρα δεν θα μπορείτε να θυμηθείτε τι έκαναν εκείνη την χρονιά οι DEEP PURPLE, ακόμα κι αν το προσπαθήσετε. Και για καλό λόγο.

Οι PURPLE είχαν να κυκλοφορήσουν νέο στούντιο άλμπουμ από το “Abandon” του 1998, οπότε και ακολούθησε περιοδεία μέχρι τα μέσα του 1999. Έπειτα, ο οργανίστας τους Jon Lord, με τη βοήθεια του Ολλανδού μουσικολόγου και συνθέτη (και fan των PURPLE) Marco de Goeij, αναπαρήγαγε με πολύ κόπο αλλά και μεράκι το μεγαλεπήβολο “Concerto for Group and Orchestra” και λέω αναπαρήγαγε διότι η αρχική παρτιτούρα είχε χαθεί! Παίχτηκε για άλλη μια φορά στο Royal Albert Hall τον Σεπτέμβριο του 1999 και το γεγονός αποτυπώθηκε στο “In Concert with the London Symphony Orchestra” (2000), που περιείχε, εκτός από το προαναφερθέν έργο, τραγούδια από τις προσωπικές καριέρες των μελών των PURPLE, καθώς και guest εμφανίσεις από καλλιτέχνες όπως ο Ronnie James Dio, οι Steve Morse Band και την Αγγλίδα τραγουδίστρια και συνθέτρια Sam Brown. Το 2001, κυκλοφόρησαν και άλλα live της μπάντας, από εμφανίσεις τους στην Αυστραλία και την Ιαπωνία, στην σειρά “The Soundboard Series”.

Ήδη από το 2001, ο Lord ένιωθε διχασμένος μέσα του, καθώς κινούνταν σε διαφορετική κατεύθυνση από την υπόλοιπη μπάντα. Είχε κουραστεί μετά από 18 χρόνια συνεχόμενων περιοδειών και ηχογραφήσεων και σε μία επιστολή προς τους υπόλοιπους στο συγκρότημα, ζήτησε να κάνουν μία παύση ενός χρόνου, προκειμένου να ξεκουραστούν. Όταν αυτό το αίτημά του απορρίφθηκε από την μπάντα, ο Lord πήρε την τελική απόφαση του. «Άρχισα να χάνω τον ύπνο μου, σκεπτόμενος διαρκώς ότι δεν μπορούσα να βρω έναν τρόπο να συνδυάσω τα καθήκοντα μου στους DEEP PURPLE και να έχω χρόνο να συγκεντρωθώ και να γράψω το είδος της μουσικής που ήταν στην καρδιά μου. Ήταν η πιο δύσκολη απόφαση της ζωής μου, να φύγω από το συγκρότημα που είχα ιδρύσει και αγαπούσα για σχεδόν 35 χρόνια».

Ο Lord άφησε τους DEEP PURPLE μετά από μια sold out συναυλία στο Ipswich της Αγγλίας, στις 19 Σεπτεμβρίου 2002, όπου το κοινό φώναζε το όνομά του καθώς έφευγε από τη σκηνή. «Θα κάνω μια μακρά και ζωντανή σόλο καριέρα», είπε ο Lord εκείνο το βράδυ. Το θρυλικό μέλος των PURPLE είχε δηλώσει ότι «το να φύγω από τους DEEP PURPLE ήταν εξίσου τραυματικό όπως πάντα υποψιαζόμουν ότι θα ήταν… και περισσότερο – αν καταλάβετε τι εννοώ». Ο Lord έδωσε την σκυτάλη στον μεγάλο Don Airey, ο οποίος ήρθε στο συγκρότημα, αρχικά, ως προσωρινός αντικαταστάτης. Ο Airey, παλιός γνώριμος του μπασίστα Roger Glover από την θητεία του στους RAINBOW του Ritchie Blackmore, στα “Down to Earth” (1979) και “Difficult to cure” (1981), ανέλαβε καθήκοντα μετά από έναν τραυματισμό του Lord στο γόνατο, που ναι μεν γιατρεύτηκε σχετικά ανώδυνα, αλλά στάθηκε η αφορμή καθώς φαίνεται, να αποχωρήσει ο τελευταίος, αφήνοντας την θέση πίσω από τα πλήκτρα – σήμα κατατεθέν του ήχου των PURPLE – στον πρώτο. Οι δύο μουσικοί μοιράζονταν την σκηνή από την 17η Μαρτίου 2002, οπότε και ο Airey πρωτοεμφανίστηκε με την μπάντα στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας. Σε αυτή την περιοδεία και λίγες μέρες μετά την αποχώρηση του Lord, περιλαμβανόταν και ένα αξιομνημόνευτο διήμερο εμφανίσεων στον Λυκαβηττό (24 και 25 Σεπτεμβρίου), με την πρώτη βραδιά λίγο … πεσμένη, εν μέρει και εξαιτίας της αδιαθεσίας του κιθαρίστα Steve Morse, αλλά με το συγκρότημα να ρεφάρει την επόμενη βραδιά σε μία από τις πολύ καλές τους εμφανίσεις επί ελληνικού εδάφους.

Με τον Lord οριστικά εκτός συγκροτήματος και έχοντας ολοκληρώσει τις συναυλιακές τους υποχρεώσεις εντός του 2022, οι PURPLE αποφάσισαν να γράψουν νέο υλικό για το 17ο άλμπουμ τους. Έτσι, με το νέο έτος, η «νέα» μπάντα που αποτελούνταν από τους Ian Gillan (φωνητικά), Roger Glover (μπάσο), Ian Paice (ντραμς), Steve Morse (κιθάρα) και Don Airey (πλήκτρα) μετέβη στο Los Angeles και συγκεκριμένα στα Royaltone Studios, για να συναντηθούν με τον νέο τους παραγωγό, Michael Bradford και να ξεκινήσουν ηχογραφήσεις. Ο Bradford, καταξιωμένος μπασίστας και παραγωγός από το Detroit, είχε συνεργαστεί με πλειάδα καλλιτεχνών, μεταξύ αυτών, η Madonna και ο Kid Rock. Αφού συναντήθηκε με τον manager της μπάντας Bruce Payne, δέχτηκε να συνεργαστεί στο επερχόμενο άλμπουμ. Αυτή θα ήταν και η πρώτη φορά μετά την επανασύνδεση της μπάντας με το “Perfect Strangers” (1984), όπου το συγκρότημα, είτε συλλογικά είτε μέσω του Roger Glover, δεν θα εμπλεκόταν στην παραγωγή του δίσκου. Ο Bradford, πέρα από την παραγωγή, βοήθησε και σε τρεις νέες συνθέσεις.

Τα 11 τραγούδια που προέκυψαν από αυτά τα sessions διάρκειας 6 εβδομάδων, μεταξύ Γενάρη και Φλεβάρη του 2003, συν ένα σύντομο ορχηστρικό κομμάτι του Morse, θα αποτελούσαν το 17ο άλμπουμ των DEEP PURPLE, που έλαβε τον όχι και τόσο αναμενόμενο τίτλο, “Bananas”. Ο Ian Gillan έδωσε μία εξήγηση γι’ αυτή την επιλογή, πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ. «Προέκυψε από μια φωτογραφία που είδαμε, με έναν Βιετναμέζο που είχε φορτώσει μία τεράστια ποσότητα μπανανών σε ένα είδος τρίκυκλου τροχοφόρου, με αυτόν να σπρώχνει περπατώντας…και σε κάνει να σκέφτεσαι πόσα πληρώθηκε αυτός ο τύπος για να κάνει αυτή την δουλειά… ίσως μία δεκάρα ή, τέλος πάντων, κάτι πολύ λίγο, και τα κέρδη από την δουλειά του πηγαίνουν σε άλλους, άλλοι κερδίζουν από αυτόν…είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται στον Τρίτο Κόσμο, αλλά και στα αγγλικά όταν κάτι είναι μπανάνες σημαίνει πως είναι κάτι τρελό, παράλογο…κάτι που ισχύει και για τις μπανάνες και για τους ξηρούς καρπούς (nuts)». Συνεχίζοντας στο κάπως … ιδιαίτερο μονοπάτι του συλλογισμού του, ο τραγουδιστής συνέχισε λέγοντας «τώρα υπάρχει και το θέμα των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων… είδα την φωτογραφία, την οποία βρήκε ο Roger Glover σε μία αυστραλιανή εφημερίδα και του είπα ότι είναι μία φανταστική ιδέα για ένα τίτλο άλμπουμ, είναι μία λέξη που ανοίγει τόσους πολλούς δρόμους».

Δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι τα άλματα σκέψης του Gillan, αν στην συνέντευξη αυτή δεν ήταν … υποβοηθούμενα, ήταν αρκετά … περιπετειώδη! Κατά μία άλλη θεωρία, ο τίτλος αναφέρεται σε μία φημολογούμενη, τραγελαφική διάταξη της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, που προβλέπει για τα καταστήματα τροφίμων να πουλάνε …. ίσιες μπανάνες! Η φωτογραφία, πάντως, στο εξώφυλλο του “Bananas” είναι του manager τους, Bruce Payne.

Το “House of Pain” που ξεκινάει το άλμπουμ και είχε κυκλοφορήσει και ως single (χωρίς επιτυχία, παρά μόνο στην Ουγγαρία που πήγε στο νο. 12) με b-side το “Contact lost” του Steve Morse, καθιστά το “Bananas” πολλά υποσχόμενο. Το “Contact lost”, που live παρουσιαζόταν πολύ καλύτερο από το απλό ενάμιση λεπτό του δίσκου, γράφτηκε από τον Morse για το πλήρωμα του διαστημικού λεωφορείου “Columbia”, το οποίο σκάφος διαλύθηκε κατά την είσοδο του στην ατμόσφαιρα της Γης, με αποτέλεσμα το πλήρωμα να σκοτωθεί ακαριαία. Η Ινδή αστροναύτης Kalpana Chawla, μέλος του πληρώματος, ήταν οπαδός των DEEP PURPLE και είχε πάρει μαζί της στο διάστημα τα άλμπουμ “Machine head” και “Purpendicular”, καθώς και το “Down to Earth” των RAINBOW. Τα CD του συγκροτήματος που είχε η αστροναύτης μαζί της, βρέθηκαν στο έδαφος και η NASA τα χρησιμοποίησε ως μέρος μνημείου αφιερωμένου στην μνήμη των μελών της αποστολής.

Συμπαθητικό και το αυτό-αναφορικό στον ερμηνευτή Gillan, “Sun goes down”, που ακολουθεί, χωρίς αυτό να ισχύει για το Dylan-ικό (και δεύτερο single) “Haunted” που το διαδέχεται, σε ένα τραγούδι κάπως ξένο προς το στυλ των PURPLE με έγχορδα από τον έμπειρο Βρετανό μαέστρο και μουσικό Paul Buckmaster και δεύτερα φωνητικά από την Beth Hart! Πιστεύω πως αν το τραγουδούσε η ίδια η Hart σε κάποια δική της δουλειά, θα ακουγόταν πιο ταιριαστό και μάλλον καλύτερο. To “Razzle dazzle” είναι απλά εντάξει, το ίδιο και το “Silver tongue” όπου φαίνεται λίγο η επιρροή του παραγωγού, ο οποίος συνυπογράφει και το τύπου DIRE STRAITS “Walk on”, το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι του άλμπουμ.

To “Picture of innocence”, που έχει την σφραγίδα της προηγούμενης σύνθεσης της μπάντας, με τον Jon Lord, και στίχους που κατακρίνουν τους πολιτικούς, δεν κάνει καμιά μεγάλη διαφορά στο συνολικό αποτέλεσμα, όπως και το “I got your number” που έρχεται μετά και θυμίζει λίγο “Cascades: I’m not your lover” από το “Purpendicular” του 1996. Υποθέτω ότι αυτά τα δύο τραγούδια ήταν ιδέες που ξεθάφτηκαν από παλιότερα sessions για να χρησιμοποιηθούν εδώ, χωρίς να κάνουν ιδιαίτερη διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα, ομολογουμένως. Το σίγουρο είναι, πάντως, πως ακούγεται πολύ το παρελθόν του Steve Morse σε Dixie Dregs και KANSAS, τόσο στα παιξίματα του όσο και στις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών.

Το “Never a word” θα μπορούσε να είναι και b-side των GENESIS από την δεκαετία του ’70, ακούγεται ευχάριστα, το ομώνυμο “Bananas” κουράζει λίγο με τον ρυθμό του, ομοίως και το “Doing it tonight”. Στιχουργικά, έχουν ενδιαφέρον, παρόλαυτα μουσικά δεν είναι τόσο PURPLE όσο θα περίμενε κανείς. Το άλμπουμ κλείνει με το “Contact lost”.

Τέτοια μέρα, λοιπόν, πριν 20 χρόνια, κυκλοφόρησε το “Bananas”, εν μέσω ανάμικτων κριτικών. Κάποιοι είδαν ένα πρωτότυπο και ενδιαφέρον άλμπουμ, άλλοι πάλι είδαν μία φόλα επικών διαστάσεων, κατά πάσα πιθανότητα το χειρότερο ή το αμέσως χειρότερο πριν το χειρότερο άλμπουμ των DEEP PURPLE. Εμπορικά, η τόλμη τους να παίξουν με διάφορα στυλ και να βγουν, άνετα μεν κάπως αδιάφορα δε, από το γνωστό τους στυλ, δεν ανταμείφθηκαν με πωλήσεις, παρά μία φαινομενική επιτυχία στα charts, πλην Ηνωμένου Βασιλείου που πάτωσε στο νο. 85, ενώ στις ΗΠΑ ήταν σαν να μην κυκλοφόρησε. Μόνο στην Ρωσία έγινε χρυσό, ξεπερνώντας τα 10 χιλιάδες αντίτυπα σε πωλήσεις. Στην χώρα μας πήγε στο νο. 2 (!), η υψηλότερη θέση σε chart παγκοσμίως, ανέβηκε στα top-10 της Γερμανίας, της Τσεχίας, της Φινλανδίας, της Ρωσίας και της Αργεντινής, μπήκε σε αρκετά top-20 στην Ευρώπη, αλλά μέχρι εκεί. Στην Ιαπωνία, παραδοσιακό προπύργιο του συγκροτήματος, το “Bananas” βυθίστηκε στο νο. 212! Φαίνεται πως η απόσυρση του Lord δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως, ενώ η κακή επιλογή τίτλου και εξώφυλλου δεν βοήθησαν και πολύ, η αλήθεια είναι. Με κάποιο τρόπο, οι λάθος επιλογές είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο από όποια θετικά στοιχεία είχε να επιδείξει το άλμπουμ. Χαρακτηριστικό είναι πως μετά το “Bananas”, η δισκογραφική τους, EMI, δεν ανανέωσε το μεταξύ τους συμβόλαιο.

Οι πάντα αεικίνητοι PURPLE, πάντως, στην τέταρτη δεκαετία τους, δεν πτοήθηκαν και βγήκαν σε μία εκτενή περιοδεία, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει με το πέρας των ηχογραφήσεων, τον Μάϊο και συνεχίστηκε μέχρι και τον Νοέμβριο του 2004, οπότε και ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στο επόμενο άλμπουμ τους. Καλώς ή κακώς, το “Bananas”, παρά τις λίγες ποιοτικές στιγμές του, πέρασε και δεν άγγιξε, περνώντας στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και περιμένοντας, ίσως, να εκτιμηθεί κάπου στο μέλλον.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here