A day to rmeember… 29/4 [MANOWAR]

0
24
Manowar








>








Manowar

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Louder than Hell” – MANOWAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Geffen Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: George Marino, Ehab G. Haddad, Rich Breen, John Pettigrass
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Eric Adams – Φωνητικά
Karl Logan – Κιθάρες
Joey DeMaio – Μπάσο
Scott Columbus – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
David Campbell – Διεύθυνση ορχήστρας

Στα τέλη των 80s με αρχές των 90s, οι MANOWAR, έχοντας κυκλοφορήσει έξι δίσκους που τους είχαν κάνει, τουλάχιστον σε εμπορικό επίπεδο, τη μεγαλύτερη υπερδύναμη του επικού heavy metal παγκοσμίως, αντιμετώπιζαν δύο απανωτές κρίσεις. Οι μακαρίτες Ross the Boss και Scott Columbus είχαν διαδοχικά δει την πόρτα της εξόδου και τα μελλούμενα έμοιαζαν γρίφος. Όχι όμως για τον αρχηγό Joey DeMaio. Εκείνος, ψύχραιμος, ήξερε καλά τι έπρεπε να γίνει. Χρειαζόταν όχι απλά καινούργια μέλη, αλλά πρωτίστως καινούργια «φλόγα».

Κινούμενος σαν το παλιό, καλό τμήμα scouting του Ajax, τη βρήκε στα πρόσωπα δύο παντελώς αγνώστων μουσικών, που του βγήκαν «λίρα εκατό»: Ο ενθουσιώδης, πληθωρικός David Shankle των PARADOXX (μετέπειτα RADAKKA), αντικατέστησε πανάξια τον Ross the Boss και ο Kenny Earl “Rhino” Edwards (πλέον Kenny Robert Earl), απεδείχθη ένα εμφανέστατο step-up πίσω από τα τύμπανα, στη θέση του Columbus, ο οποίος υποτίθεται είχε φύγει από το γκρουπ για να αφοσιωθεί στη φροντίδα του άρρωστου γιού του… που τελικά, ποτέ δεν ήταν άρρωστος.

Με αυτό το line-up, οι MANOWAR θα κυκλοφορούσαν το μέχρι ώρας πιο μεγαλεπήβολο, υποτιμημένο και ακραίο (δεν πρόκειται περί λάθους) άλμπουμ τους, το εξαίσιο “The Triumph of Steel”. Για τα επόμενα δύο χρόνια θα έπαιζαν «σερί» ανά την υφήλιο και θα πετύχαιναν τη μεγαλύτερη, ως τότε, δυνατή αναγνώριση, αποδεικνύοντας τις τεράστιες δυνατότητές τους… όταν βέβαια αποφάσιζαν να παίξουν όπως έπρεπε και όπως μπορούσαν (άλλη πονεμένη ιστορία αυτή).

Το 1994, το συμβόλαιο με την Atlantic έληξε, με τους MANOWAR να μην επιθυμούν ανανέωση. «Η Atlantic μας έταξε τα άστρα και μας έδωσε ένα τηλεσκόπιο», θα δήλωνε περιγραφικά ο Adams. Κοινώς, θεωρήθηκε ότι η εταιρεία δεν υποστήριξε όσο έπρεπε τη μπάντα, στο κυνήγι της μεγάλης, παγκόσμιας mainstream επιτυχίας. Και όταν λέμε «παγκόσμιας», ας μην κρυβόμαστε, εννοούμε τις Η.Π.Α. Στη Λατινική Αμερική και στη Γηραιά Ήπειρο – ειδικότερα στα κεντρικά και νότια αυτής – οι MANOWAR είχαν έτσι κι αλλιώς ένα πολύ καλό εμπορικό status. Θεωρούνταν ένα σημαίνον mainstream όνομα. Απλά, δεν ήταν “arena band”.

Ο Joey DeMaio είχε κάνει προσπάθειες προς εκείνη την κατεύθυνση άλλες δύο φορές, το 1987 με το “Fighting the world” και το 1988 με το “Kings of metal”. Θα είχε και μια τρίτη ευκαιρία, τη μεγαλύτερη, θεωρητικά, απ’ όλες, όταν η τεράστια Geffen κι ο υπερεπιτυχημένος manager John Kalodner, θέλοντας να εντάξουν ένα heavy metal σχήμα στο roster, θα του πρότειναν συμβόλαιο, ρίχνοντας στο τραπέζι έναν πακτωλό χρημάτων και κάνοντας μια προσφορά «που κανείς δε θα μπορούσε να αρνηθεί». Κι ο Joey δεν την αρνήθηκε.

Παράλληλα, οι MANOWAR ήρθαν και πάλι αντιμέτωποι με αλλαγές στην σύνθεση. Την ώρα που παρουσίαζε ένα επεισόδιο της σειράς Headbanger’s Ball στο MTV, o DeMaio ανακοίνωσε, εντελώς απροσδόκητα, την αποχώρηση του David Shankle, συστήνοντας παράλληλα τον κιθαρίστα των glam hard rockers ARC ANGEL, Karl Logan (κατά κόσμον, Karl Mojaleski), ως τον αντικαταστάτη του.

Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την αποχώρηση του Shankle δεν έγιναν γνωστές στην εκπομπή παρά αργότερα, μέσω του Τύπου, διά στόματος του ετέρου κοινοβουλευτικού εκπροσώπου, Eric Adams: «Ο Dave έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του στην κλασσική κιθάρα, σε ανώτατο επίπεδο. Έπαιζε όλη μέρα – κάθε μέρα το ‘Hail and kill’ στην κλασσική κιθάρα και στο τέλος ‘ερωτεύτηκε’ τον ήχο της», ήταν η επίσημη τοποθέτηση.

Ακόμη πιο απροσδόκητη, ήταν η «μετά βαΐων και κλάδων» επιστροφή του Scott Columbus στη φυσική του θέση. Ναι, κλάσεις ανώτερος ο Rhino ως παίκτης, όπως καλύτερος του Scott ήταν φυσικά και ο Donnie Hamzik, δεν το συζητάμε καν, αλλά στην συνείδηση του Army of Immortals ένας ήταν, είναι και θα είναι ο drummer του γκρουπ… Αυτός με το μουστάκι.

Κι εγένετο “Louder than Hell”. Η είδηση για την επικείμενη κυκλοφορία του, ήρθε κατά τον συνήθη τότε τρόπο, μέσα από τα περιοδικά και τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Το εξώφυλλο του Ken Kelly, δίχως να είναι το αριστούργημα του προηγούμενου δίσκου, είχε για άλλη μια φορά δημιουργήσει θετικό έως και ενθουσιώδες αντίκτυπο και όλοι περιμέναμε τις πρώτες δισκοκριτικές, για να μάθουμε πώς ακούγονταν πλέον οι «Βασιλείς του Metal».

Τζάμπα η αδημονία… Με τον σπουδαίο George Marino επικεφαλής της παραγωγής, τούτος δω έμελλε να είναι ο μέχρι τότε χειρότερος δίσκος των MANOWAR. Το επικό συναίσθημα των Αμερικανών, δεν υπήρχε πουθενά, το άλμπουμ ήταν γεμάτο απλοϊκά heavy metal τραγουδάκια, με rock ‘n’ roll συναίσθημα/ύφος. Προσοχή! Απλοϊκά, όχι απλά. Πώς να το πω… παιδικά! Γιατί απλό, απλούστατο είναι για παράδειγμα και το “Blood of my enemies”, αλλά είναι παραπάνω από ΣΟΒΑΡΟ τραγούδι.

Ίσως βέβαια, η απλοϊκή μουσική να μην έχανε τόσους πόντους, αν δεν συνοδευόταν από παιδικούς στίχους. Νομίζω πως κάπου εδώ, ξεκινά και το «ανέκδοτο» με τον Manowar lyrics generator. Οι MANOWAR ασχολούνται εμμονικά με την υπεράσπιση του heavy metal που κινδύνευε (από ποιους άραγε;), τον metal τρόπο ζωής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφιερώνουν όλα τα καινούργια τραγούδια, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, στους οπαδούς τους και εγώ αναρωτιέμαι πώς φτάσαμε από αυτό:

“Far beyond the sun across the western sky
Reach into the blackness find a silver line
In a voice I whisper a candle in the night
We’ll carry all our dreams on a single beam of light”

Σε αυτό:

“The gods made heavy metal and they saw that it was good
They said to play it louder than hell we promised that we would
When losers say its over with you know that it’s a lie
The gods made heavy metal and it’s never gonna die”

… και απάντηση δεν παίρνω.

Χαρακτηριστική της δυναμικής του δίσκου, ήταν και η πτώση της απόδοσης του Eric Adams, σε επίπεδα… γήινα. Λογικό! Από τι να εμπνευστεί ο άνθρωπος; Χρειάζεται να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό, για να τραγουδήσεις το “Number 1” ή το “Outlaw”; Όσο για δηλώσεις τύπου «το ‘King’ είναι το καλύτερο κομμάτι που τραγούδησα ποτέ» ή «δουλέψαμε πολύ τα κομμάτια μέχρι να βγουν τέλεια, για παράδειγμα αυτή είναι η 57η εκδοχή του ‘Brothers of metal’», αναγνωρίζω το «πνεύμα» τους και γι’ αυτό, τις ακούω βερεσέ.

Σε «ψυχρούς» αριθμούς, το “Louder than Hell” σίγουρα δεν κατέστη εμπορική αποτυχία. Οι οπαδοί του γκρουπ σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική ήταν πολυπληθείς και έβαζαν το χέρι στην τσέπη αβίαστα. Όσον αφορά μάλιστα τη χώρα μας, πούλησε τα αναμενόμενα και σε ήρεμη ατμόσφαιρα, μακριά από την απίστευτη πόλωση που είχε καλλιεργηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, δεν έπιασε τα αναμενόμενα σε σχέση με αυτά που είχαν επενδύσει η Geffen και ο John Kalodner (οι λόγοι γνωστοί), με αποτέλεσμα να μην υπάρξει δεύτερος δίσκος υπό την ιδία εταιρεία.

Πιο πάνω είπαμε ότι, για χρόνια, το “Louder than Hell” θεωρείτο (δικαίως) το χειρότερο MANOWAR άλμπουμ, με διαφορά από το επόμενο. Πλέον, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τα «πρωτεία» έχουν περάσει στο ΑΝΕΚΔΙΗΓΗΤΟ “The Lord of Steel”, στη δεύτερη θέση (από το τέλος) έρχεται το “Gods of war”, αυτό το υπέρτατο «έπος» ατελείωτης βαρεμάρας και το “Louder than Hell”, δίχως να έχει κερδίσει βαθμούς στην πορεία των ετών, ακούγεται πολύ πιο ευχάριστα από τις δυο προαναφερθείσες σαβούρες.

Άσε που, επί προσωπικού, μου θυμίζει χρόνια αγνά, ρομαντικά και χωρίς σκοτούρες, οπότε μου είναι αδύνατον να το αντιπαθήσω… Και βάζω στοίχημα πως αρκετοί της γενιάς μου, το ίδιο νιώθουν! Λοιπόν, καλά τα είπαμε, φεύγω τώρα, πάω να ακούσω το “Return of the warlord” και να φανταστώ πως «ρίχνω μπουκέτο στον καθηγητή μου», επειδή «δε με άφηνε να καβαλάω μηχανές» και «να ακούω heavy metal».

Μη μου πεις ότι το πίστεψες, ε;

Did you know that:

– Τα “Number 1”, “Courage” και “Brothers of metal pt. 1” ήταν γραμμένα από το 1986 και δεν είχαν βρει θέση στο “Fighting the world”; Δουλεύτηκαν εκ νέου και συμπεριλήφθηκαν στον δίσκο. “Brothers of metal pt. 2” δεν ακούσαμε ποτέ, γιατί αυτό είχε ήδη γραφτεί και ήταν το “Metal warriors”. Τσαχπινιά;

– Το instrumental “Today is a good day to die” ήταν μια προσπάθεια να υμνηθούν οι Ινδιάνοι Lakota; Αρχικά είχε στίχους και τον τίτλο “Hoka hey!”, που ΔΕΝ σημαίνει “Today is a good day to die”, όπως λέγεται, αλλά “let’s go!”, “let’s roll!” ή στα Ελληνικά, «πάμε!». Και επειδή ήταν η πολεμική κραυγή του Τρελού Αλόγου στη μάχη του Little Big Horn, πιο ταιριαστό είναι να τη μεταφράσουμε μάλλον ως «απάνω τους!», ή κάτι τέτοιο. Μουσικά, αν κι έχει καλές προθέσεις, αποτυγχάνει να «πιάσει» το PINK FLOYD (!) συναίσθημα, στο οποίο στοχεύει.

– Το “Return of the warlord”, είναι η συνέχεια του “Warlord” από το “Into glory ride”.

– Το “Louder than Hell” ήταν ο πρώτος δίσκος δίχως solo μπάσο; Το «κενό», καλύφθηκε με το αστείο κιθαριστικό solo “My spirit lives on”.

Δημήτρης Τσέλλος

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here