Sunday, April 5, 2026




Home Blog

LACUNA COIL interview 2006 (Cristina Scabbia)

0
Lacuna

Lacuna

“Ready to conquer the world”

Τον Απρίλιο του 2006, όταν οι LACUNA COIL είχαν κυκλοφορήσει έναν από τους κορυφαίους τους δίσκους, το “Karmacode”, το έντυπο Rock Hard τους είχε βάλει στο πρώτο του εξώφυλλο εκείνο το μήνα. Στα πλαίσια της «επίσκεψής» μας στα θέματα του εντύπου για τα είκοσι χρόνια, ας θυμηθούμε τι είχε πει ο Σάκης Φράγκος με την Cristina Scabbia πάντα με φωτογραφίες εποχής.

Μία από τις πιο συμπαθείς παρουσίες στο χώρο του metal, είναι η τραγουδίστρια των LACUNA COIL, Cristina Scabbia. Με την προηγούμενη δουλειά τους, οι LACUNA COIL έγιναν το γκρουπ με τις υψηλότερες πωλήσεις στην Αμερική για την εταιρία τους, τη Century Media, και λογικά οι προσδοκίες για το “Karmacode” ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Το γκρουπ κατάφερε να αποδείξει ότι δεν είναι φωτοβολίδα κι ότι δεν επηρεάζεται από την εμπορική επιτυχία κυκλοφορώντας έναν ιδιαίτερα αξιόλογο δίσκο, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα κάνει μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Η Cristina το πρωί της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου μίλησε με το ROCK HARD για πολλή ώρα και τα σημαντικότερα μέρη της συνέντευξης μπορείτε να τα διαβάσετε ευθύς αμέσως…

Καλημέρα Σάκη… Σου άρεσε ο δίσκος μας;

Χα! Αν κι εγώ υποτίθεται ότι κάνω τις ερωτήσεις, να σου πω ότι το βρίσκω ένα βήμα μπροστά από το “Comalies” κι ομολογώ ότι δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο από εσάς αν κρίνω από το hype και την πίεση που πιθανώς είχατε από τους οπαδούς, τον τύπο και πιθανώς τη δισκογραφική σας εταιρία.
Να σου πω την αλήθεια, δεν νιώσαμε κάποιου είδους πίεση επειδή -ξέρεις κι εσύ καλύτερα από μένα- ότι δεν υπάρχει κάποιο συστατικό ή μυστικό για την επιτυχία. Δεν μπορείς να πεις με σιγουριά πως αν δώσεις κάτι συγκεκριμένο στον κόσμο, θα λειτουργήσει οπωσδήποτε. Τα πράγματα αλλάζουν καθημερινά κι είναι αδύνατο να γράψεις κάποιο τραγούδι που να αρέσει σε όλο τον κόσμο. Αποφασίσαμε λοιπόν –όπως πάντα- να κάνουμε ό,τι είναι να κάνουμε, να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας και τελικά φαίνεται ότι ο κόσμος με τον οποίο έχουμε μιλήσει μέχρι τώρα, γουστάρει το “Karmacode”. Αυτό μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους.

Πιστεύεις πω το γεγονός ότι δεν έχει διαρρεύσει ακόμη στο internet θα σας βοηθήσει;
Ναι, γιατί απ’ όσο ξέρω, το μόνο κομμάτι που μπορεί να βρει κανείς είναι το “Our truth”, το πρώτο μας single, το οποίο έχει ήδη κυκλοφορήσει στο soundtrack του “Underworld”. Δεν έχουμε πρόβλημα με το internet, αλλά μου αρέσει να κρατάμε κάποια στοιχεία σαν έκπληξη στους οπαδούς μας. Πάντα ήθελα να πηγαίνω να αγοράζω το δίσκο των αγαπημένων συγκροτημάτων μου, να νιώθω τη συγκίνηση όταν βάζω το δισκάκι στο CD-player για πρώτη φορά και όλη αυτή την ιεροτελεστία.

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές, αν κρίνω από το γεγονός ότι στάλθηκαν υδατογραφημένα CD εκτός των άλλων, ότι είστε η απόλυτη προτεραιότητα της εταιρίας σας. Το γεγονός ότι είστε το πρώτο σχήμα της Century Media που πούλησε πάνω από 100.000 αντίτυπα στις ΗΠΑ, επηρέασε καθόλου τη διαδικασία σύνθεσης των κομματιών στο δίσκο;
Καθόλου! Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι περίμεναν από εμάς κάτι πιο απλό και πιο εμπορικό, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι είχαμε αρκετή επιτυχία. Δεν επηρέασε τη σύνθεση των κομματιών. Είμαστε υπερήφανοι που έχουμε πουλήσει περισσότερα CD από οποιοδήποτε άλλο σχήμα της Century Media, αλλά πρόκειται μόνο για αριθμούς και δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργικότητα όταν γράφεις καινούργια κομμάτια.

Πως πιστεύεις ότι σας βοήθησε η συμμετοχή σας στο Ozzfest κι από εμπορικής πλευράς κι από άποψη αναγνωρισιμότητας;
Μπορεί να μην μοιραστήκαμε στην ίδια σκηνή με τους BLACK SABBATH, τους JUDAS PRIEST ή τους SLAYER, αφού παίξαμε στη δεύτερη σκηνή, ήμασταν όμως το πιο διαφορετικό σχήμα απ’ όλα. Είχαμε εντελώς διαφορετικό στιλ και σίγουρα κερδίσαμε πολλούς νέους οπαδούς. Μάλιστα μετά το τέλος του φεστιβάλ, είχαμε πουλήσει τους περισσότερους δίσκους στον πάγκο του merchandise από όλες τις άλλες μπάντες που συμμετείχαν. Μόνο οι SLIPKNOT μας πέρασαν, οι οποίοι είχαν κυκλοφορήσει καινούργιο δίσκο. Εκτός των άλλων όμως, περάσαμε καταπληκτικά, γνωρίσαμε πολλούς νέους ανθρώπους κι αποκτήσαμε πολύ σημαντικές εμπειρίες.

Νομίζω ότι ο ήχος του “Karmacode” είναι πιο φρέσκος και θα έλεγα πιο προσανατολισμένος προς την αμερικάνικη ήπειρο.
Αν μιλάμε για τον ήχο των οργάνων, τότε συμφωνώ 100% μαζί σου. Θεωρώ ότι το “Karmacode” είναι ένας δημιουργικός συνδυασμός επιρροών από την Ευρώπη όσον αφορά τη σύνθεση, τη μελαγχολία, το πάθος, τη μελωδία και τη μουσικότητα κι από την Αμερική αναφορικά με το στομφώδη ήχο και την αμερικάνικη παραγωγή. Κάθε δίσκος που ακούς από την Αμερική έχει πιο «μεγάλο» ήχο.  Είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για τον πιο δυναμικό δίσκο που έχουμε κάνει.

…παρόλο που χρησιμοποιείτε τον ίδιο παραγωγό!!! Σε κάποιες από τις συζητήσεις που έχουμε κάνει παλιότερα, μου είχες εκμυστηρευτεί την αγάπη σου για τους KORN. Ο ήχος του μπάσου είναι παρόμοιος!!!
Ναι, αλλά είναι ένας από τους πάρα πολλούς ήχους που έχουμε στο δίσκο και είχαμε στο μυαλό μας όταν μπήκαμε στο στούντιο. Μπορεί εμείς να γουστάρουμε τον ήχο των KORN κι όντως ό ήχος του μπάσου αλλά και της κιθάρας σε κάποια σημεία να θυμίζει αυτούς, αλλά σου επαναλαμβάνω ότι είναι ένας από τους εκατοντάδες που έχουμε χρησιμοποιήσει…

Τα αντρικά φωνητικά αυτή τη φορά είναι λιγότερο brutal από ποτέ. Σας βγήκε φυσικά ή αποφασίσατε εκ των προτέρων να μην χρησιμοποιήσετε τέτοιου είδους φωνητικά;
Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες brutal. Υπάρχουν σημεία που είναι πιο ακραία τα φωνητικά χωρίς να χρειαστεί ο Andrea να «γκαρίζει». Πιστεύω ότι είναι καλύτερο να δείχνει κανείς το ταλέντο του με καθαρά φωνητικά, από το να τσιρίζει χωρίς λόγο. Τα συγκεκριμένα κομμάτια πάντως χρειάζονταν μόνο καθαρά φωνητικά, αλλά είναι πιο δυναμικά από ποτέ, παρόλο που δεν «φωνάζει».

Με ποιον τρόπο πιστεύεις ότι το “Karmacode” είναι διαφορετικό από το “Comalies”;
Είναι σίγουρα διαφορετικά. Υπάρχουν διαφορετικές επιρροές, ακόμα και tribal στοιχεία στο “Karmacode” αλλά κι επιρροές από αραβική μουσική τις οποίες μπορεί κανείς να ακούσει στα φωνητικά. Έχουμε πλέον πολύ περισσότερες εμπειρίες και μπορούμε πλέον να γράψουμε πιο εύκολα ένα καλό κομμάτι.

Πως καταλήξατε στον τίτλο “Karmacode”;
Είναι ένας τίτλος τον οποίο τον σκέφτηκε ο Andrea (σ.σ. φωνητικά). Ψάχναμε έναν τίτλο που να είναι «πνευματικός», μοντέρνος. Η λέξη “karma” είναι η τέλεια λέξη που αντιπροσωπεύει τέλεια αυτό το «πνευματικό» μέρος που θέλαμε να δείξουμε, χωρίς καμία σύνδεση με θρησκεία ή κάτι τέτοιο. Το «κάρμα» είναι όλα αυτά που έκανες στο παρελθόν κι όλα αυτά που θα συμβούν στο μέλλον ή στην επόμενη ζωή σου. Η λέξη “code” από την άλλη, είναι η τέλεια λέξη για να δείξει την έννοια του μοντέρνου, αν σκεφτείς για παράδειγμα τον «κώδικα Da Vinci». Θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την αντίθεση.

Η αντίρρησή μου αφορά το εξώφυλλο. Δεν ξέρω αν απεικονίζει τέλεια αυτό που θέλετε να μεταδώσετε με τον τίτλο, αλλά μου φαίνεται αρχικά αντιαισθητικό κι όχι τόσο “Lacuna Coil”…
Αυτό που βλέπεις, είναι μόνο το εξώφυλλο. Φαίνεται ένα κεφάλι να ανοίγει και βλέπεις μέσα στο booklet το εσωτερικό του. Όλα μπορεί να ταιριάζουν ή να μην ταιριάζουν με το συγκρότημα! Για πρώτη φορά δώσαμε τη δουλειά σ’ ένα πρακτορείο που έκανε εξαιρετική δουλειά. Όταν δεις το τελικό αποτέλεσμα θα διαπιστώσεις και μόνος σου ότι είναι πολύ καλύτερο από αυτό που βλέπεις στο internet. Επιπλέον, πρέπει να σκεφτείς ότι είναι απλά ένα εξώφυλλο. Για μας, το πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε έναν καλό δίσκο.

Είχα βρεθεί στο Λονδίνο τον Οκτώβριο και διαπίστωσα από πρώτο χέρι πόσο δημοφιλείς είστε στη Μεγάλη Βρετανία. Προσπάθησα να βρω εισιτήριο για να σας παρακολουθήσω και ήταν όλα sold out στην περιοδεία που κάνατε εκεί ελάχιστες μέρες αφότου ανακοινώθηκαν οι εμφανίσεις σας… Κάνατε και ηλεκτρικά και ακουστικά show. Μήπως σκέφτεστε να κυκλοφορήσετε κάποιο DVD ή κάποιο ακουστικό CD κάποια στιγμή;
Δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά τώρα. Μπορεί ας πούμε κάποια κομμάτια να κυκλοφορήσουν σε single ή σε δίσκους σαν bonus tracks. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δεν έχουμε κατά νου να κυκλοφορήσουμε κάποιο ακουστικό άλμπουμ ή κάτι παρόμοιο. Αυτό το παρεΐστικο κλίμα που επικρατεί σε ακουστικά show, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε CD εύκολα. Όσον αφορά το DVD, έχουμε άπειρο υλικό, αλλά δεν θέλουμε να προσφέρουμε μόνο μία συναυλία μας. Δεν έχει ενδιαφέρον. Θέλουμε να δώσουμε υλικό από backstage, τι συμβαίνει πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και διάφορα τέτοια. Χρειάζεται πολύ χρόνο…

Και να μη θέλατε εσείς, σίγουρα η εταιρία σας θα σας πιέσει!!!
Δεν είναι πως δε θέλουμε, απλά το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι πραγματικά κάτι το ξεχωριστό. Να σκεφτείς ότι στην πρώτη έκδοση του “Karmacode” θα υπάρχει ένα 10λεπτο video όπου «στριμώξαμε» πράγματα που συνέβησαν τα τρία τελευταία χρόνια και δυσκολευτήκαμε αφάνταστα για να τα χωρέσουμε μέσα σε 10 λεπτά!!!

Δεν είναι η πρώτη φορά που κομμάτι σας εμφανίζεται σε soundtrack. Το “Our truth” υπάρχει στο soundtrack του δεύτερου μέρους της ταινίας “Underworld”. Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε με αυτό τον τρόπο το πρώτο σας single;
Δεν το επιλέξαμε εμείς. Απλά μας ζήτησαν αν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το “Our truth” στο soundtrack και το δεχτήκαμε. Μας άρεσε η ιδέα, συνέβη μόνο το soundtrack να κυκλοφορήσει πριν το δίσκο μας. Δεν έγινε εσκεμμένα για να παρουσιάσουμε το τραγούδι μας με αυτόν τον τρόπο. Το συγκεκριμένο κομμάτι πάντως το είχαμε παίξει και σε καλοκαιρινά φεστιβάλ πέρυσι…

Για ποιον λόγο επιμένετε να προωθείτε τη δουλειά σας και μέσω των soundtrack; Αν έχω όλες τις συμμετοχές σας, υπάρχουν τραγούδια σας σε soundtrack των ταινιών: “The cave”, “Alone in the dark”, “Resident evil” και σ’ αυτήν εδώ…
Ίσως να ευθύνεται το γεγονός ότι έχουμε επηρεαστεί από τη μουσική των soundtrack. Μάλλον όμως θα πρέπει να ρωτήσεις τους ανθρώπους που κάνουν αυτές τις συλλογές για ποιον λόγο επιλέγουν τη μουσική μας!!! (γέλια)

Είναι κατά κάποιον τρόπο παράδοση για σας να έχετε ένα τραγούδι με ιταλικούς στίχους… Στο “Karmacode” είναι το “Without fear”…
Προσπαθήσαμε να το κάνουμε στα αγγλικά αλλά δεν λειτουργούσε όσο καλά θέλαμε. Δεν το κάναμε επίτηδες. Απλά δεν ακουγόταν καλά με αγγλικούς στίχους.

Λίγο πριν μου είπες ότι είστε αρκετά επηρεασμένοι από soundtrack. Μάλλον το τραγούδι στο οποίο είναι πιο εμφανείς αυτές οι επιρροές είναι το “In visible light”. Αυτό και κατά τη γνώμη μου είναι και το πιο περίπλοκο κομμάτι που έχετε συνθέσει.
Σίγουρα! Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Είχαμε συνθέσει κι άλλα δύο τραγούδια που τελικά δεν μπήκαν στο δίσκο, τα οποία είναι ακόμα πιο περίπλοκα. Στο “In visible light” χρησιμοποιήσαμε πραγματικά βιολιά.

Για ποιον λόγο επιλέξατε να διασκευάσετε το “Enjoy the silence” των DEPECHE MODE;
Μας αρέσει πολύ το τραγούδι κι έχουμε ακούσει πολλές διασκευές σ’ αυτό οι οποίες δεν μας ικανοποιούσαν όμως… Θεωρήσαμε ότι είναι ενδιαφέρον να βάλουμε γυναικεία φωνητικά, επιπλέον μελωδικές γραμμές, να το κάνουμε ακόμα πιο σκοτεινό. Αυτό που είναι περίεργο είναι πως στο τέλος ακούγεται σαν ένα ακόμη τραγούδι των LACUNA COIL.

Να πάμε λίγο στο προηγούμενο άλμπουμ σας. Ήθελα να σε ρωτήσω για ποιον λόγο είχατε 3 διαφορετικές εκτελέσεις στο video του “Heavens a lie”;
Το πρώτο video ήταν κάτι σαν bonus για τους οπαδούς που θα αγόραζαν το “Comalies”. Ήταν κάτι σαν backstage του δίσκου. Μετά όμως αποφασίσαμε να κάνουμε στην Αμερική ένα «κανονικό» video clip, με προϋπολογισμό, styling κι όλα τα πράγματα που απαιτούνται για να γίνει κάτι επαγγελματικό.

Γιατί δεν χρησιμοποιήσατε τον Patric Ullaeus στο video clip του “Our truth”; Δεν μείνατε ικανοποιημένοι από αυτά που κάνατε μαζί του;
Δεν μπορείς να μένεις με τους ίδιους ανθρώπους δίπλα σου συνέχεια. Χρειάζονται αλλαγές. Ήμασταν ικανοποιημένοι φυσικά, αλλά θέλαμε κάποια διαφορετική σκηνοθετική άποψη και ιδέες.

Θα ξεκινήσετε σε λίγο περιοδεία με τον Rob Zombie στην Αμερική. Έχετε σχέδια για την Ευρώπη;
Όχι προς το παρόν. Δεν μπορούμε να κάνουμε πλάνα για όλο το χρόνο. Συνεχώς έρχονται πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις και θα επιλέξουμε πότε είναι ο κατάλληλος χρόνος. Υπάρχει το management μας που ασχολείται με αυτά τα θέματα, αφού εμείς είμαστε απασχολημένοι με το promotion και το δίσκο μας.

Ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη…
Ελπίζω να τα πούμε σύντομα από κοντά!!!

Femalefronted bands

Ρωτήσαμε τη γνώμη της Cristina για συγκροτήματα που έχουν γυναίκες τραγουδίστριες. Ιδού τι μας απάντησε:

THE GATHERING: Η Anneke είναι απίστευτη. Φοβερά ταλαντούχα τραγουδίστρια και πολύ ενδιαφέρον άτομο. Είναι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα στη μουσική βιομηχανία και μπορώ να πω ότι είναι φανταστική.

THEATRE OF TRAGEDY: Περιοδεύαμε μαζί πριν χρόνια και συνάντησα την Liv Kristine πάλι πρόσφατα. Παρόλο που δεν έχουμε το ίδιο στιλ, πιστεύω ότι είναι καλή τραγουδίστρια. Εκτιμώ πάρα πολύ που προσέχει τόσο πολύ την εικόνα της και το θεωρώ πολύ σημαντικό αυτό. Νομίζω ότι το στιλ που έχει τώρα ταιριάζει περισσότερο με τον χαρακτήρα της. Απορώ πως υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι δεν δίνουν καμία σημασία στο image ενώ είναι μέρος της δουλειάς τους… Την καινούργια τραγουδίστριά τους, δεν την ξέρω δυστυχώς.    

EVANESCENCE: Πραγματικά δεν ξέρω τι να πω εδώ. Δεν γνωρίζω την Amy Lee προσωπικά. Ξέρω ότι έχει έρθει σε κάποιες συναυλίες μας αλλά έφυγε χωρίς να συναντηθούμε. Σίγουρα δεν υπάρχει κάποιος ανταγωνισμός ανάμεσά μας όμως…

ARCH ENEMY: Η Angela Gossow είναι cool. Είχαμε κάνει κάποτε μία κοινή φωτογράφηση στο Παρίσι για ένα περιοδικό και κάναμε πολύ πλάκα κατά τη διάρκειά της όσο ποζάραμε. Περνάμε πολύ ωραία κάθε φορά που συναντιόμαστε σε φεστιβάλ κτλ.

EPICA: Δυστυχώς δεν γνωρίζω καλά τη μουσική τους. Αυτό που ξέρω είναι ότι η Simone Simmons έχει καλή φωνή και είναι πολύ όμορφη με καλό στήσιμο πάνω στη σκηνή.

NIGHTWISH: Συνάντησα μία φορά την Tarja αλλά δεν είναι ο τύπος που μιλάει πάρα πολύ. Τη συγκεκριμένη φορά που παίζαμε μαζί, απλά τελείωσε το show τους κι έφυγε αμέσως. Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτήν δηλαδή προσωπικά επειδή δεν τη γνωρίζω. Τα υπόλοιπα παιδιά των NIGHTWISH είναι πολύ φιλικά πάντως.

WITHIN TEMPTATION: Δεν ξέρω τίποτα για τη μουσική τους, ούτε τους έχω συναντήσει.

Σάκης Φράγκος

QUEENSRYCHE interview 2006 (Geoff Tate)

0
Queensryche

Queensryche

“Operation: Open your mind”

 Ας γυρίσουμε και πάλι το χρόνο 20 χρόνια πίσω, την εποχή του έντυπου Rock Hard, όπου ο Σάκης Φράγκος, είχε κάνει μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον Geoff Tate, που τότε ακόμα τραγουδούσε στους QUEENSRYCHE, για την κυκλοφορία του “Operation: Mindcrime II”, πάντα με φωτογραφίες εποχής…

Ίσως το σπουδαιότερο concept στην ιστορία της σκληρής μουσικής, είναι σαφέστατα το “Operation: Mindcrime”. Οι QUEENSRYCHE μετά από μακρά περίοδο αμφισβήτησης και στασιμότητας, αποφάσισαν να τολμήσουν τη συνέχεια αυτού του μνημειώδους δίσκου και κατάφεραν να αποστομώσουν όλους τους επικριτές τους (ανάμεσα στους οποίους ομολογώ ότι ήμουν κι εγώ). Μαζεύοντας τα κομμάτια μου από τις συνεχείς ακροάσεις του δίσκου, προσπάθησα να στριμώξω μέσα σε μισή ώρα που είχαμε στη διάθεσή μας, κάποια από τα πράγματα που ήθελα να ρωτήσω μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στη μουσική, έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσεις να συζητάς και να ακούς ενδιαφέροντα πράγματα… Κυρίες και κύριοι, ο Geoff Tate…

Γεια σου Geoff. Προτού ξεκινήσουμε οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι ένας από εκείνους που δεν τους άρεσαν σχεδόν καθόλου τα “Hear in the now frontier”, “Q2K” και “Tribe” και δεν ήξερα τι να περιμένω από το “Operation: Mindcrime II”. Όταν το άκουσα όμως κατάπια τη γλώσσα μου!!!
(γέλια) Ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου!!!

Έχεις δηλώσει ότι έγραψες το sequel στο “Operation: Mindcrime” εξαιτίας της παρούσας πολιτικής κατάστασης και της πίεσης από τους οπαδούς. Μέχρι πριν από δύο χρόνια συνεχώς αρνιόσουν όμως αυτή την προοπτική. Τι συνέβη τελικά και άλλαξες γνώμη;
Ο βασικός λόγος ήταν ότι η ιστορία χρειαζόταν ένα τέλος και θεώρησα ότι η κατάλληλη στιγμή ήταν τώρα. Οι καιροί είναι τόσο ίδιοι με το τέλος της δεκαετίας του ’80. Αφού να σκεφτείς ότι οι ΗΠΑ έχουν ακόμα για πρόεδρο έναν Bush. Τότε ήταν ο πατέρας, τώρα ο γιος. Καμία διαφορά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το “Operation…” είναι το αγαπημένο άλμπουμ των οπαδών μας και κάναμε ολόκληρη περιοδεία σχεδόν για 18 μήνες παίζοντας το δίσκο αυτό ολόκληρο. Συνεχώς μας ρωτούσαν τι έγινε με τον Nikki, ποιος σκότωσε τη Mary κτλ. Δεν σου κρύβω όμως ότι σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξε ο Bruce Dickinson!!! Όταν ήμασταν σε περιοδεία με τον Rob Halford και τους IRON MAIDEN τρώγαμε μαζί και μου αποκάλυψε ότι ήταν οπαδός του “Operation…” κι είχε τις ίδιες απορίες με τους οπαδούς. Στην πορεία της συζήτησης μου είπε κάτι που θεώρησα πολύ σημαντικό. «Γιατί δεν δίνεις μία φορά στους οπαδούς σας αυτό που ζητάνε;» Σκέφτηκα ότι σαν γκρουπ έχουμε κάνει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα από εκείνη την εποχή κι έπειτα, όπου μάλλον είχε φτάσει η στιγμή να κάνουμε κάτι τέτοιο. Άνοιξα λοιπόν το laptop μου κι έφτιαξα ένα φάκελο με την ονομασία “Nikki”. Εκεί έβαζα τις σκέψεις μου για πολύ καιρό ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έχω τόσο υλικό που μου επέτρεπε να ολοκληρώσω την ιστορία. Ήταν πολύ απλό μετά να συμφωνήσει και το υπόλοιπο συγκρότημα και να φτάσουμε σ’ αυτόν το δίσκο.

Μήπως έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή σας να κάνετε τη συνέχεια του “Operation: Mindcrime” το γεγονός ότι τα τελευταία σας άλμπουμ δεν είχαν και τόσο μεγάλη απήχηση και εμπορική επιτυχία;
Δεν νομίζω ότι το “Tribe” για παράδειγμα δεν πήγε καλά εμπορικά…

Δεν μπορείς όμως να το λες εσύ αυτό από τη στιγμή που έχετε ένα άλμπουμ σαν το “Empire” το οποίο έχει πουλήσει κάποια εκατομμύρια αντίτυπα.
Δεν έχεις άδικο, αλλά ξέρεις κι εσύ πολύ καλά ότι τέτοιες πωλήσεις είναι αδύνατο πλέον να επαναληφθούν… Δεν είναι και το καλύτερο συναίσθημα να γεμίζεις αρένες και τώρα πλέον να παίζεις σε clubs και να τα γεμίζεις μετά βίας… Η αλήθεια είναι όμως ότι το “Tribe” ήταν ένας πολύ επιτυχημένος δίσκος για τα δεδομένα της εποχής που βγήκε κι έτσι πρέπει πλέον να κοιτάζουμε τα πράγματα. Το εμπόριο βρίσκεται σε μία φάση διάλυσης, εταιρίες κλείνουν και οι πωλήσεις έχουν πέσει κατακόρυφα. Ο κόσμος βλέπει ότι αφού δεν πούλησε κάποιος δίσκος πολύ σημαίνει ότι δεν είναι και καλός, κάτι που είναι εντελώς λανθασμένο, αλλά συνάδει με τις μέρες που διανύουμε.

Είχες καθόλου στο μυαλό σου τον Chris DeGarmo όταν ξεκινήσατε τις ηχογραφήσεις;
Ο Chris ήταν ένα πολύ μεγάλο μέρος των QUEENSRYCHE. Συνεργαστήκαμε και στο “Tribe” σε κάποια κομμάτια, αλλά δεν είχε και τόσο ενθουσιασμό ώστε να θέλει να περιοδεύσει μαζί μας ή να ξαναγράψει κάποια κομμάτια. Νομίζω ότι θα ήταν ανεδαφικό να προσπαθήσουμε να κάνουμε μία σχέση να «ξανανιώσει» από τη στιγμή που δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό. Εκτός των άλλων θα ήταν πολύ άδικο για τον Mike Stone που τον αντικατέστησε. Έχει δουλέψει πολύ για το συγκρότημα και μαζί με μένα και τον παραγωγό μας Jason Slater έγραψε σχεδόν όλο το δίσκο. Ήμασταν κλεισμένοι για περισσότερους από τρεις μήνες στο σπίτι μου, μέναμε μαζί και γράφαμε τραγούδια συνεχώς. Ήταν μία εξαιρετικά επίπονη διαδικασία που όμως νομίζω ότι άξιζε τον κόπο.

Υπάρχουν κάποια πολύ διακριτικά σημεία μέσα στο δίσκο που θυμίζουν το πρώτο μέρος της ιστορίας με πιο χαρακτηριστικό την εισαγωγή του “The hands”. Τι άλλο κάνατε για να δείξετε ότι πρόκειται όχι μόνο για τη στιχουργική συνέχεια του “Operation…” αλλά επίσης και για τη μουσική;
Ξεκινήσαμε με την προϋπόθεση πώς ο ακροατής θα ακούσει το ένα μέρος πίσω από το άλλο. Άρα έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να κινούνται και τα δύο μέρη στο ίδιο μουσικό ύφος. Για να ξαναζωντανέψουν τα συναισθήματα που είχαν δημιουργηθεί ακούγοντας το πρώτο άλμπουμ, μεταφέραμε μουσικά θέματα από το πρώτο μέρος σε κομμάτια του “Mindcrime II” όπως ήδη έχεις διαπιστώσει σύμφωνα με αυτά που μου είπες. Οι κιθάρες ρυθμίστηκαν από D σε E, κάτι που και τότε ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Για να έχουμε όσο το δυνατόν όμοια ατμόσφαιρα με τότε αγοράσαμε παλιά μηχανήματα εγγραφής, σαν αυτά που χρησιμοποιήσαμε το 1988. Αυτό ήταν μεγάλη πρόκληση και μας φάνηκε πολύ περίεργο, γιατί  σαν μουσικός ενδιαφέρεσαι πάντα για την εξέλιξη. Συνήθως δεν κοιτάς πίσω. Από την άλλη ήταν μία ενδιαφέρουσα άσκηση. Θέλαμε ο ακροατής  να ακούει και τους δύο δίσκους στη συνέχεια και να μπορεί να μεταφέρει την ιστορία χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Στην ουσία δεν ήταν ένα βήμα πίσω γιατί ο δίσκος έπρεπε μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο να είναι μοντέρνος. Γι’ αυτό αλλάξαμε τον ήχο των drums, ο  οποίος στο πρώτο μέρος ακούγεται σε όλα τα τραγούδια μονοδιάστατος, δουλεύοντας με περισσότερα drumkits. Διαφορετικές κιθάρες βοήθησαν επίσης στο να ακουστεί το καθένα από τα νέα κομμάτια μοναδικό.

Για τα φωνητικά σου, μου επιτρέπεις να πω ότι τραγουδάς τόσο ψηλά για πρώτη φορά μετά το “Empire”…
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τρόπος που τραγουδούσα στους δίσκους που ακολούθησαν ήταν εύκολος. Οι κιθάρες ήταν πιο χαμηλοκουρδισμένες κι αυτό δυσκόλευε έναν τραγουδιστή σαν κι εμένα που έχω μεγάλο εύρος στη φωνή μου, όσο κι αν φαίνεται αυτό οξύμωρο.  Τώρα έχω καλύτερη αίσθηση της μελωδίας!!!

Ήταν στα σχέδιά σας να πάρετε τον Rob Halford να κάνει τον Dr. X στην αρχή, όπως είχε διαρρεύσει στο internet;
Όχι… Απλά είχαμε ανακοινώσει ότι θα υπάρχει κάποιος ειδικός καλεσμένος στο δίσκο κι ο κόσμος ορμώμενος από την καλοκαιρινή περιοδεία μας με τους JUDAS PRIEST έσπευσε να υποθέσει ότι θα τραγουδά ο Halford. Από την πρώτη στιγμή όμως είχαμε στο μυαλό μας τον Ronnie James Dio. Είχαμε περιοδεύσει μαζί του στις αρχές της δεκαετίας του ’80, είχα τραγουδήσει στο “Stars” κι έχουμε βρεθεί πολλές φορές σε φεστιβάλ κτλ. Μόλις του το πρότεινα, ζήτησε να ακούσει το κομμάτι κι αμέσως δέχτηκε. Όλα έγιναν αστραπιαία. Είναι ένας θρύλος και η απόδοσή σε ένα τόσο απαιτητικό κομμάτι είναι μοναδική.

Είχατε βάλει στο site σας το “Im American” και το “Hostage” σε MP3, σε ποιότητα bootleg. Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο συγκρότημα; Θέλω να πω ότι ακούγονται πολύ χειρότερα από αυτό που έχουμε ως αποτέλεσμα στο δίσκο και μπορεί κάποιοι να είχαν απογοητευθεί τελείως… Είναι κρίμα γιατί πρόκειται για σπουδαία κομμάτια…
Δεν ξέρω αν είναι τόσο κακή η ποιότητα, έπρεπε όμως να προστατεύσουμε το υλικό μας. Προσπαθούμε να συμβαδίζουμε με την εποχή μας όπου όλος ο κόσμος κατεβάζει τραγούδια από το internet και είπαμε να του τα προσφέρουμε εμείς από το site μας ώστε να πάρει μία ιδέα για το τι θα ακούσει.

Είχατε διαλέξει το “The hands” σαν πρώτο single αν δεν κάνω λάθος και μετά αποφασίσατε να χρησιμοποιήσετε το “Im American”. Γιατί έγινε αυτή η αλλαγή πλάνων; Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά τραγούδια. Το ένα είναι ευθύ και γρήγορο, με σαφείς αιχμές για τη χώρα σας και το άλλο έχει πολλές αναφορές στο “Operation: Mindcrime I”.
Στην πραγματικότητα και τα δύο θα είναι single. Tο “I’m American” θα είναι το πρώτο single στην Αμερική και το “The hands” στην Ευρώπη. Ήδη έχουμε γυρίσει το video clip για το “I’m American” κι έχει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες σκηνές, αναφορές στον πόλεμο του Ιράκ κτλ… Θα το δεις και θα καταλάβεις…

Έχετε περιγραφεί σαν “thinking mans band”. Στις μέρες μας όμως και ιδιαίτερα στο heavy metal, πολύ λίγα γκρουπ καταπιάνονται με σοβαρά ζητήματα, παρά προτιμούν να ασχολούνται με φανταστικές όσο και ιστορίες για party ή αιματοχυσίες.  Μήπως τελικά νιώθετε φυλακισμένοι σε ένα μουσικό είδος που δεν ενδιαφέρεται για ιδεώδη;
Δεν νιώθουμε καθόλου έτσι. Προσωπικά ενδιαφέρομαι πάρα πολύ για την κουλτούρα, τη φιλοσοφία, τον πολιτισμό. Είμαι μουσικός, καλλιτέχνης κι αισθάνομαι ότι έχω χρέος να προσπαθώ με τη μουσική μου να βγάζω τον εαυτό μου και τα πιστεύω μου.

Έχεις στο μυαλό σου να γράψεις κάποιο βιβλίο ή σενάριο για την ιστορία του “Operation: Mindcrime”;
Αυτή τη στιγμή γράφω κάποια βιβλία και κοντεύουμε να τελειώσουμε το σενάριο του “Operation: Mindcrime” ώστε να γυριστεί σε ταινία. Ο ατζέντης μας θα το προωθήσει κι ελπίζω η παραγωγή να ξεκινήσει φέτος.

Είναι αλήθεια ότι θα παρουσιάσετε τα δύο μέρη του δίσκου ζωντανά επί σκηνής με ηθοποιούς;
Ακριβώς. Θα έχουμε επί σκηνής ηθοποιούς που θα υποδύονται όλους τους ρόλους που υπάρχουν στην ιστορία, surround ήχο ώστε ο κόσμος να έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται στην καρδιά της συναυλίας, video walls. Θέλουμε να παρουσιάσουμε κάτι πρωτοποριακό και πολύ έντονο. Έχουμε κάνει τα πλάνα μας και δουλεύουμε ακόμη πάνω σε αυτό, ώστε να μπορούμε να παρουσιάσουμε το show μας ακόμα και σε club, σε περίπτωση που οι πωλήσεις των εισιτηρίων κι η δημοτικότητά μας σε κάποιες περιοχές δεν μας επιτρέπουν να παίξουμε σε θέατρα ή αρένες… Οι βραδιές θα είναι όλες “An evening with QUEENSRYCHE” και θα παίζουμε για περισσότερες από δύο ώρες. Στα πλάνα μας είναι να ξεκινήσουμε από την Αμερική γύρω στον Αύγουστο αυτή την περιοδεία καθώς θα μας πάρει πολύ χρόνο η προετοιμασία, αλλά θα δούμε αν κάνουμε και κάτι νωρίτερα (σ.σ. μην ξεχνάτε ότι η συνέντευξη έγινε στις 15/2!!!).   

Έχεις θεωρήσει το “Operation: Mindcrime” σαν ένα τείχος για το γκρουπ, το οποίο ποτέ δεν σας άφησε να ακολουθήσετε το καλλιτεχνικό σας όραμα;
Κάθε γκρουπ παθαίνει κάτι τέτοιο σε παρόμοιες περιπτώσεις. Οι άνθρωποι μεταχειρίζονται τη μουσική σαν αριθμούς, στατιστικά, βραβεία. Η μουσική όμως είναι τέχνη. Δεν έχει λογική αυτό που γίνεται. Η μουσική είναι προσωπική έκφραση κι όχι ανταγωνισμός. Έτσι δουλεύει όμως η μουσική βιομηχανία για κάθε συγκρότημα. Ευτυχώς εμείς είχαμε επιτυχία με τρεις δίσκους…

Φτάνοντας στο τέλος, θα ήθελα φυσικά να σε ρωτήσω να μου πεις εν συντομία τη συνέχεια της ιστορίας… (ευγενικά αρνήθηκε στη ξεκίνημα να κάνει μία ανάλυση track by track ώστε να αφήσει τον καθένα να ερμηνεύσει την ιστορία όπως θέλει).
Στο τέλος του “Operation: Mindcrime” βρήκαμε τον πρωταγωνιστή μας, τον Nikki, στη φυλακή. Σιγά-σιγά επανέρχεται η μνήμη του και καταλαβαίνει πώς έφτασε σ’ αυτή την κατάσταση. Η μόνη του επαφή με την πραγματικότητα είναι μέσω της τηλεόρασης. Το κύριο θέμα του δίσκου είναι η εκδίκηση και πώς μπορεί να επηρεάσει την προσωπικότητά σου, σε σημείο ώστε να παίρνεις αποφάσεις για τις οποίες δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέπειες θα υπάρχουν. Ουσιαστικά η ιστορία ξεκινά στο “The hands”. Ο Nikki αναζητά τον Dr. X, τον οποίο θεωρεί και αποκλειστικό υπεύθυνο της δολοφονίας της Mary και στο τέλος έρχεται σε σύγκρουση μαζί του. Μεγάλο ρόλο παίζει κι η Mary όπου παρουσιάζεται σαν τη συνείδηση του Nikki. Δεν μπορώ να σου πω άλλα πράγματα όμως. Το μόνο που θα σου πω ακόμα είναι πως το τέλος δεν είναι χαρούμενο όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες ιστορίες…

Σάκης Φράγκος

RAINBOW – “Straight between the eyes” – Worst to best

0
Rainbow

Rainbow

Το 1982, οι RAINBOW βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο της πορείας τους. Η αποχώρηση του Ronnie James Dio λίγα χρόνια νωρίτερα είχε ήδη αλλάξει ριζικά τον χαρακτήρα του συγκροτήματος, o ερχομός, η σύντομη παραμονή, το “Down to earth”, και η αποχώρηση του Graham Bonnet ήταν ένα σοκ, ενώ η είσοδος του Joe Lynn Turner και η κυκλοφορία του “Difficult to cure” σηματοδότησε μια σαφή μετατόπιση προς έναν πιο προσιτό, μελωδικό και ραδιοφωνικό ήχο. Παράλληλα, η ευρύτερη σκηνή του hard rock στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, μικρότερη διάρκεια τραγουδιών, μεγαλύτερη έμφαση στο ρεφρέν και παραγωγές που ευνοούν την καθαρότητα και την άμεση αναγνωρισιμότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η κυκλοφορία του “Difficult to cure” από την μία ακολουθούσε την πιο εμπορική προσέγγιση που ήθελε ο Blackmore από την άλλη ήταν για αυτόν δύσκολο να απωλέσει εντελώς την πολύ αιχμηρή hard rock προσέγγιση που τον χαρακτήριζε είτε με τους DEEP PURPLE είτε με τους προγενέστερους RAINBOW. Η ποιότητα στην μουσική ήταν πάντα εκεί, αλλά το ερώτημα παρέμενε ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα της μπάντας, αφού κανείς δεν μπορούσε να έχει τίποτα δεδομένο όταν έχεις να κάνεις με έναν μουσικό σαν τον Man in Black.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το “Straight between the eyes” δεν προκύπτει ως καλλιτεχνική στροφή της στιγμής, αλλά μοιάζει ως αποτέλεσμα μιας ήδη διαμορφωμένης στρατηγικής. Το συγκρότημα φαίνεται να έχει καταλήξει σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα, hard rock με κάποια AOR στοιχεία, βασισμένο σε δομές που μπορούν να λειτουργήσουν τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στη ζωντανή εκτέλεση, προσπαθώντας πάντα μέσα σε αυτά τα πλαίσια να χωρέσει τα blues, τις κλασσικές επιρροές μαζί με το αυθόρμητο και αστραφτερό hard rock της κιθάρας του Blackmore. Υπό αυτό το πρίσμα, θέτω ένα ερώτημα: Θα μπορούσε μια μπάντα με την αισθητική και την μουσική των FOREIGNER να έχει κιθαρίστα έναν Blackmore ή έναν Malmsteen; Κολλάνε αυτά τα πράγματα μεταξύ τους; Όμως οι RAINBOW της εποχής του Turner έθεσαν αυτόν τον εξαιρετικά δύσκολο στόχο.. Τα κατάφεραν; Όσο και εάν είμαι υπέρμαχος του εξαιρετικού hard rock που έπαιξαν σε αυτά τα τρία άλμπουμ, θα ομολογήσω ότι θέλησαν να ταιριάξουν σχετικά ανόμοιες rock νοοτροπίες.

Όπως σε κάθε του δισκογραφική του εμφάνιση έτσι και εδώ ο Ritchie Blackmore εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό και κεντρικό δημιουργικό άξονα, ωστόσο η προσέγγισή του είναι πιο συγκρατημένη σε σχέση με το παρελθόν. Από την άλλη πλευρά, ο Joe Lynn Turner αποδεικνύεται κομβικός για την επιτυχία αυτής της κατεύθυνσης. Η ερμηνευτική του προσέγγιση, πιο καθαρή και ελεγχόμενη, ευνοεί την ανάδειξη των μελωδιών και των ρεφρέν, στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα του δίσκου. Η φωνή του δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει το παρελθόν του συγκροτήματος, αλλά να εξυπηρετήσει μια διαφορετική αισθητική λογική. Συνολικά, το “Straight between the eyes” εντάσσεται πλήρως στο κλίμα της εποχής του, χωρίς ωστόσο να χάνει την κομβική σύνδεσή του με την ταυτότητα των RAINBOW και των DEEP PURPLE. Σημαντικός παράγοντας επίσης στο τελικό αποτέλεσμα είναι ο ρόλος του David Rosenthal στα πλήκτρα, ο οποίος προσφέρει μια πιο Αμερικάνικη έκφραση στο άλμπουμ όταν αυτό απαιτείται, και μια πιο “Lord” αισθητική όταν οι συνθέσεις γίνονται πιο δυναμικές. Γενικά πρόκειται για έναν δίσκο που δεν επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το είδος, αλλά να λειτουργήσει αποτελεσματικά μέσα σε αυτό με μια πιο FM όσο γίνεται αισθητική.

The “Straight between the eyes” countdown:

  1. Rock fever”

Αντιπροσωπεύει την πιο απλή και ευθύγραμμη πλευρά του άλμπουμ. Βασισμένο σε μια παραδοσιακή hard rock φόρμα, χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις, λειτουργεί κυρίως ως filler κατά τη γνώμη μου. Η δομή του είναι προβλέψιμη και ελάχιστα αποτελεσματική, με έμφαση σε μια classic rock 70s φόρμα. Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλα κομμάτια του δίσκου, στερείται ενός στοιχείου που θα το διαφοροποιούσε ουσιαστικά, είτε αυτό αφορά τη μελωδία, είτε κάποιο ιδιαίτερο κιθαριστικό σημείο. Για παράδειγμα το “Jealous lover” που ακολουθούσε την ίδια δομή είναι απείρως πιο ενδιαφέρον και πετυχημένο ως σύνθεση.

  1. Tite squeeze”

Με το “Tite Squeeze”, οι RAINBOW εισάγουν ένα πιο funk στοιχείο, διαφοροποιούμενοι από την πιο τυπική προσέγγιση του υπόλοιπου άλμπουμ. Η ρυθμική βάση είναι πιο χαλαρή θα έλεγα, που δίνει στο κομμάτι έναν ανάλαφρο χαρακτήρα, το αποτέλεσμα δείχνει να μην έχει την ίδια αντοχή σε επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Η σύνθεση δεν στερείται ενδιαφέροντος, αλλά δεν διαθέτει την ίδια συνθετική ποιότητα ή τη μελωδική αμεσότητα άλλων στιγμών του δίσκου.

  1. Power”

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κομμάτια του δίσκου, βασισμένο σε mid-tempo ρυθμό και σαφή συναυλιακό προσανατολισμό. Η ενορχήστρωση είναι συγκρατημένη, με τον Ritchie Blackmore να ενσωματώνει τα κιθαριστικά του μέρη στο σύνολο χωρίς να τα προβάλλει υπερβολικά. Στις live εκτελέσεις νομίζω ότι λειτουργεί πιο καλά πάντως, γιατί πρόκειται για ένα κομμάτι που πιθανότατα αποδίδει καλύτερα σε ζωντανό περιβάλλον, όπου η απλότητά και η συμμετοχή του κοινού λειτουργούν υπέρ του. Όπως και να έχει, από την πρώτη μέρα που το άκουσα, δεν μου τράβηξε ποτέ τη προσοχή, και εξακολουθεί να κάνει το ίδιο και σήμερα.

  1. Miss mistreated”

Μια πολύ όμορφη και δυναμική σύνθεση που αποτελεί μία από τις πιο σαφείς αναφορές στο παρελθόν του συγκροτήματος, τόσο σε επίπεδο τίτλου όσο και αισθητικής. Αντλεί στοιχεία από τη bluesy προσέγγιση που χαρακτήριζε παλαιότερες περιόδους, ενσωματώνοντάς τα όμως σε μια πιο σύγχρονη, για την εποχή, παραγωγή. Η ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το νέο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του κομματιού, ενώ η δομή παραμένει σαφώς προσανατολισμένη στη μελωδία και στο ρεφρέν. Η κιθάρα διατηρεί ρόλο-κλειδί, χωρίς όμως να απομακρύνεται από το συνολικό ύφος του άλμπουμ. Στα θετικά του η ερμηνεία του Turner.

  1. Eyes of fire”

Η πιο δραματική και εσωστρεφής στιγμή του “Straight between the eyes”. Διαφοροποιούμενο αισθητά από τον συνολικό, πιο άμεσο και μελωδικό χαρακτήρα του άλμπουμ. Μια προσπάθεια που φέρνει στο μυαλό στιγμές όπως το “Gates of Babylon” αφού οι κλίμακες είναι ξεκάθαρα ανατολίτικές. Ένα από τα κρυφά διαμάντια της δισκογραφίας των RAINBOW. Η σύνθεση βασίζεται περισσότερο σε ατμόσφαιρα παρά σε ξεκάθαρη μελωδική κορύφωση, γεγονός που περιέργως λειτουργεί ως πλεονέκτημα και όχι ως αδυναμία. Η ερμηνεία είναι εξαιρετική, κινείται σε πιο χαμηλούς τόνους, με έμφαση στην ατμόσφαιρα και στο συναίσθημα αλλά όχι στην ένταση, ενώ η κιθαριστική παρουσία του Ritchie Blackmore είναι θεμελιώδης και πιο καθοριστική από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του άλμπουμ. Απλά το μειονέκτημά του είναι πως βρίσκεται σε μια κυκλοφορία η οποία συνολικά έχει πολύ διαφορετικό χαρακτήρα.

  1. Death alley driver”

Το “Death alley driver” αποτελεί την πιο δυναμική στιγμή του δίσκου, λειτουργώντας ως βασικό σημείο αναφοράς για την κιθαριστική ταυτότητα των RAINBOW. Σε αντίθεση με την πιο συγκρατημένη προσέγγιση άλλων κομματιών, εδώ ο Ritchie Blackmore υιοθετεί έναν πιο επιθετικό ρόλο, με riff και solo που επαναφέρουν στοιχεία της παλαιότερης αισθητικής του συγκροτήματος. Η σύνθεση διατηρεί υψηλό επίπεδο ενέργειας και η ερμηνεία του Turner προσαρμόζεται πλήρως σε αυτό το πιο έντονο πλαίσιο, προσδίδοντας την απαραίτητη αίσθηση ότι μπορεί να ανεβάσει τόνους εύκολα. Συνολικά, το κομμάτι λειτουργεί ως η πιο δυναμική έκφραση του δίσκου, συνδυάζοντας τη μελωδική κατεύθυνση της εποχής με στοιχεία της παλαιότερης ταυτότητας της μπάντας. Αδερφάκι του “Spotlight kid” και ξαδέρφι του “Highway star”.

  1. “Tearin’ οut my heart”

Αποτελεί ένα από τα πιο ρυθμικά και άμεσα κομμάτια του άλμπουμ, με σαφή προσανατολισμό στη δυναμική εκτέλεση. Μια μπαλάντα που θα δώσει ξαφνικά ένταση και θα ανεβάσει τους τόνους και μετα θα χαλαρώσει πάλι. Πολύ δυναμικό και με πολύ συναίσθημα τραγούδι! Η κιθαριστική παρουσία του Ritchie Blackmore είναι θα έλεγα πολύ λειτουργική, με ιδιαίτερες εξάρσεις, εστιάζοντας κυρίως στο συναίσθημα. Αντίστοιχα, ο Turner αποδίδει το κομμάτι με σταθερότητα, πολύ εκφραστικός και με έντονη φόρτιση. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στην live εκτέλεση του “Tearin’ οut my heart”, όπου του προσθέτουν ακόμα ένα ολόκληρο μέρος, που δεν υπάρχει στην στούντιο εκτέλεση, και πραγματικά το απογειώνουν, με το Blackmore να δίνει πραγματική μάχη με την κιθάρα του. Αξίζει να το ακούσετε! Μια από τις πιο ολοκληρωμένες στιγμές των RAINBOW γενικότερα!

  1. “Bring on the night (Dream chaser)”

Εξαιρετική σύνθεση, εξαιρετικό ρεφρέν! Το “Bring on the night (Dream chaser)” ξεχωρίζει για τον πιο ατμοσφαιρικό και μελωδικό του χαρακτήρα. Σε αντίθεση με άλλα κομμάτια που βασίζονται στην άμεση δυναμική, εδώ η έμφαση δίνεται στη σταδιακή ανάπτυξη και στη συναισθηματική απόδοση. Τα φωνητικά βρίσκονται στο επίκεντρο, με μια ερμηνεία που αξιοποιεί πλήρως τη μελωδική γραμμή. Η παραγωγή ενισχύει αυτή την προσέγγιση, με το φανταστικό loop στην φωνή κατά την διάρκεια του ρεφρέν! Πρόκειται για ένα κομμάτι που εκπροσωπεί την πιο εμπορική χροιά της μπάντας και κερδίζει άμεσα τον ακροατή, αποτελώντας μία από τις πιο ουσιαστικές συνθέσεις του δίσκου. Παρόλα αυτά, νομίζω πως πρόκειται για το πιο υποτιμημένο τραγούδι στην ιστορία της μπάντας.

  1. Stone cold”

Το “Stone cold” αποτελεί το πιο εμπορικά προσανατολισμένο κομμάτι του άλμπουμ, λειτουργώντας ουσιαστικά ως το βασικό του single. Η δομή είναι υποδειγματική για το είδος, σαφής, με ισχυρό ρεφρέν και ξεκάθαρη μελωδική κατεύθυνση. Η ερμηνεία του Turner είναι καθοριστική, καθώς αναδεικνύει πλήρως τη δυναμική του τραγουδιού, ενώ η κιθαριστική προσέγγιση του Ritchie Blackmore παραμένει απόλυτα ελεγχόμενη, υπηρετώντας τη σύνθεση αντί να κυριαρχεί σε αυτή. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι που ενσωματώνει όλα τα χαρακτηριστικά του AOR/hard rock της εποχής, χωρίς να χάνει τη συνοχή του μέσα στο άλμπουμ, ένα πραγματικό διαμάντι της συνθετικής διάνοιας του Ritchie Blackmore. Από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχουν στο ρεπερτόριο τους, το οποίο όμως κατακρίθηκε πολύ όταν κυκλοφόρησε. Αλλά με τέτοια ποιότητα, μελωδία και ατμόσφαιρα, σήμερα νομίζω ότι έχει πια πάρει την θέση του στην δισκογραφία της μπάντας, και αυτή είναι πολύ ψηλά.

Το “Straight between the eyes” δεν είναι άλμπουμ που μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένο από το χρονικό και μουσικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε. Σε μια περίοδο όπου το hard rock προσαρμόζεται σε νέα μέσα προβολής και σε διαφορετικές εμπορικές απαιτήσεις, οι RAINBOW επιλέγουν συνειδητά να κινηθούν προς μια πιο άμεση και προσβάσιμη μορφή έκφρασης. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε πολλαπλά επίπεδα. Πρώτον, στη δομή των τραγουδιών. Δεύτερον, στην παραγωγή του Roger Glover, ο ήχος είναι καθαρός, ισορροπημένος και προσανατολισμένος στη μεγιστοποίηση της ευκρίνειας. Τρίτον, στη διάρκεια των τραγουδιών και ροή του άλμπουμ, που αποφεύγει τις υπερβολές και διατηρεί μια σταθερή δυναμική. Σε επίπεδο δισκογραφίας, το “Straight between the eyes” δεν αποτελεί κορυφή αλλά ούτε και σημείο καμπής αντίστοιχο με προηγούμενες κυκλοφορίες των RAINBOW. Ωστόσο, λειτουργεί ως ένα αντιπροσωπευτικό και καλοδομημένο δείγμα της πιο εμπορικής περιόδου τους, με σαφή στόχευση και συνεπή εκτέλεση.

Η παρουσία του Ritchie Blackmore εξακολουθεί να είναι καθοριστική, όχι όμως με τον τρόπο που χαρακτήριζε τις προηγούμενες φάσεις του συγκροτήματος, ούτε είναι χαοτική με επιμονή στα ατελείωτα σόλο. Οι παρεμβάσεις του είναι πιο επιλεκτικές, πιο εγκεφαλικές και λειτουργούν ως σημεία αναφοράς που χαρακτηρίζουν όμως το άλμπουμ. Ο Turner, από την πλευρά του, καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις που προέρχονται από την πορεία της μουσικής που επιλέγει ο Blackmore, η σταθερότητα και η καθαρότητα της φωνής του ενισχύουν τη συνοχή, και συμβάλλουν στην εμπορική του προσβασιμότητα, χωρίς να το καθιστούν ρηχό ή απρόσωπο.

Εν τέλει, η αξία του δίσκου έγκειται στην ικανότητά του να αποτυπώνει με ακρίβεια μια συγκεκριμένη φάση της μπάντας και της ευρύτερης σκηνής τα χρόνια που κυκλοφόρησε. Αν το δείτε από αυτή την οπτική πλευρά, πρόκειται για μια δουλειά που παραμένει λειτουργική, συνεκτική και ουσιαστική. Παρόλα αυτά το απόλυτο δείγμα της πιο εμπορικής μορφής των RAINBOW θα έρθει ένα χρόνο αργότερα και θα ονομάζεται “Bent out of shape”, ένα άλμπουμ state of art!

Δημήτρης Σειρηνάκης

Underground Halls Vol. 234 – CRUEL FORCE & TOMORROW’S OUTLOOK

0
halls

halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CRUEL FORCE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Haneda”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Shadow Kingdom Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Michael Doll (aka Carnivore) – Φωνητικά
Kevin M. (aka Teutonic Slaughter) – Κιθάρες
Spider – Μπάσο
GG Alex – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Tidal
YouTube
Spotify

Αλήθεια τώρα, πόσες και πόσες φορές έχετε ακούσει την έκφραση «ώριμο» για ένα άλμπουμ μιας μπάντας, με πρόσχημα την αλλαγή στον ήχο της και το αποτέλεσμα να είναι ένα ωραιότατο γεώμηλο; Ευτυχώς σε αυτήν την κατηγορία ΔΕΝ ανήκει το Haneda, το τέταρτο άλμπουμ των Γερμανών speed/thrashers CRUEL FORCE. Εδώ οι αγαπημένοι μου αυτοί λεβέντες, παρουσιάζουν την πιο ώριμη αλλά συνάμα ίσως την καλύτερη δουλειά τους και πάμε να τα πούμε λίγο πιο αναλυτικά.

Το Dawn of the axe του 2023, ήταν ένα εξαιρετικό άλμπουμ. Το συμπεριέλαβα στη λίστα μου με τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς και αν θες να διαβάσεις για αυτό, μπες στο vol. 154 όπου ο Δημήτρης τα εξηγεί αναλυτικότατα. Στο “Haneda” όμως, οι CRUEL FORCE έχουν ένα κάπως διαφορετικό πρόσωπο, καθώς απομακρύνονται κάπως από τις proto-black επιρροές τους. Από την άλλη δείχνουν να πατούν πιο γερά σε πιο καθαρόαιμες thrash ρίζες, εξερευνώντας παράλληλα και άλλες παραμέτρους, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι άκρως εντυπωσιακό.

Από την εισαγωγή του μονόλεπτου instrumental “The cross”, καταλαβαίνει κανείς ότι κάτι διαφορετικό έχουν ετοιμάσει εδώ οι CRUEL FORCE. Το “Whips-a-swinging” που σκάει αμέσως μετά επιβεβαιώνει και με το παραπάνω το γεγονός αυτό. Δύο πράγματα αμέσως προκαλούν εδώ την προσοχή: Τα ένα είναι το κόψιμο στο μέσον του κομματιού που θυμίζει με ωραίο τρόπο το ανάλογο στο “Wake up dead” των MEGADETH. Το δεύτερο είναι η εμφανής εκτελεστική βελτίωση των μελών της μπάντας, ιδίως του Slaughter στις κιθάρες, κάτι που θα γίνει ακόμα πιο έντονο στα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου.

Συνέχεια χωρίς ανάσα με το απίστευτο “Savage Gods” που παραπέμπει στους WHIPLASH εποχής “Power and pain” ενώ το “Sword of iron” που ακολουθεί κινείται στα ίδια εξαιρετικά πλαίσια, με το εντελώς hard rock solo του, που ακούγεται σαν tribute στον συμπατριώτη τους θεό Michael Schenker, να κλέβει την παράσταση. Και οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ. Το “Crystal skull” που ακολουθεί είναι το πρώτο αμιγώς instrumental της μπάντας όπου μέσα σε πέντε λεπτά οι CRUEL FORCE ξεδιπλώνουν με μαεστρία τις μουσικές τους αρετές.

Ανέφερα παραπάνω ότι η μπάντα δεν έχει απομακρυνθεί εντελώς από τις black metal επιρροές της και στα τρία επόμενα κομμάτια, τα “Warlords”, “Black talon” και “Titan’s awakening”, ενώ κατά βάση επικρατεί το thrash, τα ψήγματα του black είναι ευδιάκριτα, δείχνοντας ότι «το αίμα νερό δεν γίνεται». Όσο για το ομώνυμο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο, έχουμε άλλη μία έκπληξη, καθώς μιλάμε για ένα εννιάλεπτο έπος, που του δίνει τον άτυπο τίτλο του μεγαλύτερου σε διάρκεια τραγουδιού της καριέρας τους (ξεπερνώντας κατά δύο λεπτά το “Realm of sands” από το προηγούμενο άλμπουμ τους) το οποίο εντυπωσιάζει με τις φοβερές εναλλαγές του.

Πολύ το αναλύσαμε όμως και πάμε στο «δια ταύτα». Το “Haneda” είναι το πιο ώριμο, το πιο ποικιλόμορφο και ίσως το καλύτερο άλμπουμ των CRUEL FORCE μέχρι στιγμής. Ενδεχομένως οι πιο παραδοσιακοί οπαδοί τους, να τους κατηγορήσουν για ξεπούλημα και απομάκρυνση από τις ρίζες τους. Μην πέσετε όμως σε αυτήν την παγίδα, γιατί θα χάσετε την ευκαιρία να ακούσετε έναν από τους καλύτερους thrash δίσκους της χρονιάς. Εγώ προειδοποίησα και αμαρτίαν ουκ έχω!

(8,5 / 10)

Θοδωρής Κλώνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: TOMORROW’S OUTLOOK
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Black waves”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Battlegod Productions/Sörvik Rock Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tony Johannessen – Φωνητικά
Øystein Kvile Hanssen – Κιθάρες
Valentino Francavilla – Κιθάρες
Andreas Stenseth – Μπάσο
Tobias Øymo Solbakk – Τύμπανα
Trond Nicolaisen – Σύνθεση, στίχοι, management
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Facebook
Spotify
Instagram
Deezer
Tidal
YouTube

Οι TOMORROWS OUTLOOK, μέχρι τώρα, περνούσαν συνεχώς κάτω από τον πήχη. Ο λόγος; Η θέληση που έδειχναν για σπουδαία πράγματα, στα όρια της μεγαλομανίας, η οποία δεν συνοδευόταν από τα ανάλογα αποτελέσματα. Τόσο το πρώτο τους άλμπουμ, με τίτλο “34613” (2012), όσο και το δεύτερο κατά σειρά, το A voice unheard (2018), χαρακτηρίζονταν από μια πληθώρα καλεσμένων μουσικών (αν ξεκινήσω να αναφέρω ποιος και τι, θα μας πάρει η νύχτα), όλοι τους σημαίνοντα ως και θρυλικά ονόματα, αλλά στην καλύτερη απλά αξιόλογα αποτελέσματα, όσον αφορά το επίπεδο των συνθέσεων. Δίχως να μπορούν να εκμεταλλευτούν τους καλεσμένους τους, οι Νορβηγοί ακούγονταν σαν ένα από τα τόσα και τόσα metal σχήματα που έχουν κάθε καλή διάθεση, θέλουν, αλλά στο τέλος αδυνατούν να κάνουν το βήμα παραπάνω.

Κι έρχεται που λες το Black waves, να αλλάξει τελείως την άποψη που είχα σχηματίσει. Τι μου επιφύλαξε η ακρόασή του; Μια μεγάλη έκπληξη! Οι TOMORROW’S OUTLOOK άφησαν στην άκρη τα μεγαλεπήβολα σχέδια, τα οποία τελικά μάλλον μια τρύπα στο νερό κατάφεραν, «μαζεύτηκαν», απέκτησαν σταθερό line-up, έγιναν ΚΑΝΟΝΙΚΟ συγκρότημα και τώρα πια, στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις. Επίσης, επιστράτευσαν τον Rado Javor, που ανέλαβε να τους βγάλει επιτέλους από τα ερασιτεχνικά standards όσον αφορά το artwork – ειδικά αυτό του ντεμπούτου είναι το λιγότερο αστείο, μην πω τίποτε άλλο – και τον πολύπειρο μάστορα Sascha Paeth, στη θέση του παραγωγού.

Εκεί όμως που η βελτίωση είναι θεαματική και πραγματικά τους «έβγαλα το καπέλο» όσον αφορά την αλλαγή της εικόνας τους προς το καλύτερο, είναι σε αυτό που μετρά περισσότερο όλων και δεν είναι άλλο από τη μουσική, τα τραγούδια. Ηχητικά λοιπόν, οι TOMORROW’S OUTLOOK έχουν πλήρως κατασταλάξει σε αυτό που τους ταιριάζει περισσότερο, κρατούν το heavy/power metal που έπαιζαν στους δύο προηγούμενους δίσκους, το προσαρμόζουν απόλυτα στις δικές τους ικανότητες (μη γράφοντας τραγούδια για τον τάδε και τον δείνα) κι έτσι παίζουν, κατά το κοινώς λεγόμενον, «πολύ καλή μπάλα».

Η βασικότερη επιρροή των Νορβηγών είναι ο Bruce Dickinson, με δίσκους όπως το “Accident of Birth” και “Tyranny of souls” και οι post – 2000 IRON MAIDEN. Και με σημείο εκκίνησης αυτούς, επεκτείνονται προς το (σοβαρό) europower, ευρωπαϊκές μπάντες που ναι μεν παίζουν power metal αλλά αυτό είναι «διαφορετικής» υφής, σαν τους TAD MOROSE και προς κλασσικότερα των κλασσικών heavy metal σχήματα, σαν τους RUNNING WILD. Η μουσική τους είναι εμπνευσμένη, άρτια εκτελεσμένη και εξαίσια ερμηνευμένη, με έναν ήχο καθαρό και δυνατό και μεγάλο ατού τον Tony Johannessen, ο οποίος, σαφέστατα επηρεασμένος από τον Bruce Dickinson, αποδεικνύεται σε ιδανικό ερμηνευτή των νέων τραγουδιών.

Άλλη μια πτυχή της επιμέλειας που δείχνει το συγκρότημα στο πως «πλασάρει» το υλικό του, είναι κι αυτή του καλογραμμένου φολκλορικού concept που αποτελεί την πηγή έμπνευσης μεγάλου μέρους των στίχων. Το “Black waves” είναι ένα άλμπουμ εμπνευσμένο σε σημαντικό ποσοστό από την ιστορία, τους μύθους και τη λαϊκή παράδοση των παρακτίων οικισμών της αφιλόξενης, σκληρής Νορβηγικής Θάλασσας και δίχως να έχω στίχους μπροστά μου, από τα όσα ακούω, είναι πολύ ωραία δοσμένο και μπορώ να πω πως «σηκώνει» και συνέχεια, υπό τη μορφή διλογίας ή και τριλογίας.

Πάνω σε αυτό, επειδή πληροφορούμαστε ότι η μπάντα βρίσκεται σε συνθετικό οργασμό και ήδη δουλεύει (!) το υλικό της επόμενης δουλειάς της, να πω ότι δε θα ήθελα να βιαστεί. Ας δουλέψει τα κομμάτια μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο κι ας αφήσει το “Black waves” να κάνει τον «κύκλο» του. Η βιασύνη, σε περιπτώσεις σαν αυτή, συνήθως δε βγάζει σε καλό. Γενικά όμως, το ρεζουμέ είναι πως οι TOMORROW’S OUTLOOK μπαίνουν για τα καλά στην κούρσα με τα πολύ αξιόλογα σχήματα, από τα οποία τουλάχιστον εγώ, περιμένω πολύ καλά πράγματα στο εγγύς μέλλον. Όσοι πιστοί στο σοβαρό, μετρημένο, δυναμικό heavy/power metal, προσέλθετε. Έχει και διασκευή στους ARIA μέσα, στο “The calm”.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 3/4 [QUEENSRYCHE]

0
Queensryche

Queensryche

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Operation: Mindcrime II” – QUEENSRYCHE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Rhino / Warner Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jason Slater
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Geoff Tate – φωνή
Michael Wilton – κιθάρες
Eddie Jackson – μπάσο
Mike Stone – κιθάρες

Το πρώτο μέρος του  “Operation: Mindcrime” ήταν σίγουρα ένας δίσκος σταθμός για την ιστορία του heavy metal. Όπως συμβαίνει όμως σχεδόν πάντα με τα sequel, το δεύτερο μέρος ποτέ δεν μπορεί να φτάσει το μεγαλείο του πρώτου. Έχει αναλυθεί ανελλιπώς το πόσο μέτριος δίσκος είναι το  “Operation: Mindcrime II”. Δεν θα αναλώσω τις επόμενες γραμμές στο να συγκρίνω το κάθε τραγούδι του πρώτου με του δεύτερο. Αυτή η σύγκριση είναι αχρείαστη, και σίγουρα υποβαθμίζει την προσπάθεια που έκανε ο Geoff Tate στο part II. Η αναφορά στον τραγουδιστή, αντί στο συγκρότημα, δεν είναι τυχαία, αφού ο Tate είναι αποκλειστικά ο κινητήριος μοχλός αυτής της δουλειάς.

Μπορεί ο δίσκος να φέρει το λογότυπο του συγκροτήματος, μπορεί όλα τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να αναφέρονται (εκτός του Rockenfield), όμως στην πραγματικότητα δεν είναι διόλου μία συλλογική δουλειά. Αντιθέτως είναι το μουσικό παιδί αποκλειστικά του τραγουδιστή, μαζί με τον Jason Slater, τον οποίο διάλεξε για να κάνει την παραγωγή και ουσιαστικά μαζί να συνθέσουν να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν. Ίδιο τους τα πήγαν τόσο καλά που θα συνεργαζόταν μαζί αρκετές φορές και στο μέλλον. Παρά την ανώμαλη σχέση μεταξύ τους, οι QUEENSRYCHE είχαν περιοδεύσει το 2005, παίζοντας ολόκληρο το πρώτο “Mindcrime” και προετοιμάζοντας το έδαφος για το δεύτερο. Για όλους εμάς όμως που ελπίζαμε στο ότι το δεύτερο αυτό σκέλος θα είναι ισάξιο του πρώτου, το αποτέλεσμα μας απογοήτευσε οικτρά. Ούτε οι κιθάρες, ούτε οι φωνητικές γραμμές, ούτε τα τύμπανα μπορούσαν να συγκριθούν. Ακόμα και σε επίπεδο παραγωγής, όπως και οι μελωδίες ή τα χορωδιακά ρεφρέν μας έλειπαν και μας λείπουν.

Όταν το 1988 η QUEENSRYCHE κυκλοφόρησαν το “Operation: Mindcrime”, εμπορικά δεν περίμεναν ότι θα φτάσει την επιτυχία που τελικά έφτασε, όμως η επιτυχία αυτή δεν ήρθε όσο γρήγορα όσο θα ήθελαν. Συγκεκριμένα, ακόμα και στην περιοδεία με τους METALLICA, η ανταπόκριση του κοινού μπορεί να ήταν θετική αλλά οι πωλήσεις δεν έφταναν τα επιθυμητά νούμερα, με την πίεση από την εταιρεία τους να μεγαλώνει. Η καταξίωση ήρθε μετά την κυκλοφορία και την επιτυχία του επόμενου τους δίσκου ,του “Empire” το οποίο ήρθε δύο ολόκληρα χρόνια αργότερα. Ακόμα και με το “Promised land”, του 1994, οι QUEENSRYCHE είχαν τεράστια ανταπόκριση στην αγορά, δίχως να ακολουθούν μια συγκεκριμένη μουσική φόρμουλα.

Η καμπή όμως ήρθε μετά και συγκεκριμένα από το 1997 και το “Hear in the now frontier”, έως και το 2006 που κυκλοφόρησε το “Operation: Mindcrime II”. Αυτή η μουσική ατονία του συγκροτήματος μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες. Η αποχώρηση του βασικού σύνθετη και κιθαρίστα Chris DeGarmo, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 90, oι διαμάχες ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος, αλλά και γενικότερη εμπορική κάμψη του μουσικού αυτού είδους εκείνη την περίοδο.

Έτσι σε πολλούς το δεύτερο αυτό μέρος έχει μείνει ως η πιο πετυχημένη δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος μετά το 1994 κάτι με το οποίο εγώ προσωπικά διαφωνώ, διότι είτε σας αρέσει είτε όχι, άλμπουμ όπως το “Q2K” ή το “Hear…” είναι πολύ ανώτερα από αυτό. Δεν είναι ούτε επανάσταση, δεν είναι ούτε καινοτομία, δεν είναι ούτε καν νοσταλγία. Μουσικά το άλμπουμ αναμασάει πολλές από τις συνθετικές ιδέες τόσο του πρώτου μέρους όσο και των άλμπουμ που τόσο πολύ κατέκρινε το fan base του συγκροτήματος τα προηγούμενα χρόνια. Για να μην τα ισοπεδώνουμε όλα πρέπει να αναφέρουμε ότι το  “Operation: Mindcrime II” έχει αρκετές σοβαρές και ευχάριστες μουσικές ιδέες. Τραγούδια όπως το “I’m American” (όσο κι αν με εκνευρίζουν τα κακο-προγραμματισμένα τύμπανα), “One foot in hell”, “Hostage”, “The hands”, “Signs say go”, “Hostage”, “The hands” είναι αξιόλογα. Παράλληλα όμως πατάει αρκετά και στα προηγούμενα τρία άλμπουμ τα οποία ο περισσότερος κόσμος θάβει. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να βρούμε ομοιότητες με το “Q2K”, το “Hear in the now frontier” και το “Tribe”, σε συνθέσεις όπως το “Speed of light” και το “Signs say go” για παράδειγμα.

Η ιστορία, μας μεταφέρει 18 χρόνια αργότερα (όσα δηλαδή πέρασαν από την κυκλοφορία τους πρώτου μέρους). Ο Nikki βγαίνει από την φυλακή και έχει σκοπό να εκδικηθεί τον Dr. X. Βέβαια η ιστορία του “Operation: Mindcrime II” δεν είναι πολύ απλή. Αντιθέτως, έχει αρκετές αλλαγές σκηνικού, τροπής, κάποια περιστατικά τα οποία είναι τελείως απρόσμενα, αν και σε γενικές γραμμές η πλοκή δεν έχει μεγάλο βάθος. Ξεχωριστή αναφορά αξίζει να γίνει στο τραγούδι “The chase”, όπου ο Tate κάνει ντουέτο με τον θεό Ronnie James Dio, ο οποίος δέχτηκε να τραγουδήσει τα μέρη που αντιστοιχούν στον Dr. X για ένα και μόνο τραγούδι. Τόσο η χροιά του ταλαντούχου αυτού τραγουδιστή, όσο και η θεατρική του ερμηνεία αλλά και οι ερωταποκρίσεις με τον Tate, δημιουργούν μια καταπληκτική ατμόσφαιρα η οποία ανεβάζει πάρα πολύ την αξία αυτού του τραγουδιού.

Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά περίσσιες σάλτσες ή υπερβολικό αλατοπίπερο και δεν έχουν σχεδόν τίποτα να προσφέρουν στο τελικό αποτέλεσμα και στην υστεροφημία αυτής της κυκλοφορίας. Επειδή πιστοί φίλοι του συγκροτήματος υπάρχουν πάρα πολλοί στην χώρα μας, γνωρίζω ότι πολλοί απ’ αυτούς είναι κολλημένοι είτε στον τίτλο, είτε στην ιστορία, είτε στο ντουέτο, η απλά στην φωνή του Geoff Tate και εξυμνούν το άλμπουμ. Όμως αν πραγματικά βγάλουμε τις παρωπίδες και ασχοληθούμε με αυτό που έχει πραγματικά σημασία, δηλαδή τις ερμηνείες και τις συνθέσεις, τότε εύκολα θα κατανοήσουμε ότι η συγκεκριμένη κυκλοφορία με τα βίας ξεπερνάει το μέτριο. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως η ομαδική δουλειά, δεν μπορεί να ξεπεραστεί από την μονόπλευρη προσπάθεια. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν φτάνει ούτε κοντά. Δεν είναι τυχαίο, πως σήμερα, 20 χρόνια αργότερα, ουδείς ασχολείται με το δεύτερο μέρος, ενώ όλοι μας εξακολουθούμε να προσκυνούμε το πρώτο.

Did you know that:

  • Οι εσωτερικές διαμάχες είχαν γιγαντωθεί για τα καλά. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το μονόπλευρο κουπί του Tate. Ναι, λατρεύουμε την φωνή του και εύκολα θα αγκαλιάζαμε την επέκταση της ιστορίας του Nikki, όμως μουσικά το άλμπουμ είναι ρηχό, άνευρο και σε μεγάλο βαθμό ακούγεται κυνικό. Αν και μέχρι σήμερα δεν έχουν μαθευτεί όλες οι λεπτομέρειες, λέγεται πως τόσο ο Wilton, o Jackson όσο και ο Rockenfield, ήταν αντίθετοι στο να ασχοληθούν με το concept και να επιστρέψουν στο μουσικό ύφος του “Mindcrime”.
  • Η κόντρα με τον Scott Rockenfield είχε πια πάρει άλλη τροπή. Σε σημείο που ο drummer, δεν ακούμπησε… ούτε μπαγκέτα στο άλμπουμ. Ο τραγουδιστής προτίμησε να βάλει ακόμα και ψηφιακά τύμπανα (στο “I’m American”) από το να τον φέρει να παίξει. Βέβαια, ακόμα και τα μέρη του Michael Wilton στις κιθάρες και του Eddie Jackson στο μπάσο αντικαταστάθηκαν, ή απλά γράφτηκαν δίχως αυτούς.
  • Η συνεργασία με τον Jason Slater θα συνεχιζόταν για αρκετά χρόνια, ακόμα και στα προσωπικά σχήματα του Geoff Tate.
  • Το management επίσημα το έτρεχε η σύζυγος του Geoff Tate, η Suzan Tate (μήπως κάποιοι κάνουν παραλληλισμούς με τους SEPULTURA και την κυρία Cavalera;) κάτι που σίγουρα μεγάλωνε το χάσμα ανάμεσα στον τραγουδιστή και τους υπόλοιπους. Αυτή η ιστορία ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα, το 2005, όταν και άρχισε να ζωντανεύει η ιδέα για την προσέγγιση της ιστορίας του “Operation: Mindcrime”, κάτι που έμελλε να το παρατραβήξουν και να τους οδηγήσει στα δικαστήρια λίγα χρόνια αργότερα.

Γιώργος “One foot in Hell” Κουκουλάκης

A day to remember… 03/04 [LACUNA COIL]

0
Lacuna

Lacuna

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Karmacode” – LACUNA COIL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:
Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:
Waldemar Sorychta
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Cristina Scabbia
Φωνητικά – Andrea Ferro
Μπάσο, keyboards, programming – Marco Coti Zelati
Drums – Cristiano Mozzati
Κιθάρες – Cristiano Migliore
Κιθάρες – Marco Biazzi

Κάποια πράγματα για το “Karmacode” των LACUNA COIL είχαμε πει και πέρυσι τέτοιο καιρό, όταν ο υποφαινόμενος κλήθηκε να βάλει τα τραγούδια τους σε αξιολογική σειρά. Επειδή όμως μιλάμε για τον ίσως καλύτερο δίσκο της πολυάριθμης δισκογραφίας των Μιλανέζων, καλό θα ήταν να πούμε και δύο λογάκια παραπάνω, ώστε να γίνει αντιληπτό γιατί δικαιούται να φέρει τον τίτλο του καλύτερου. Άλλωστε ήταν και αυτό που τους έφερε την παγκόσμια αναγνώριση.

Το φορτίο που είχε να κουβαλήσει το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν αρκετά βαρύ, καθώς έπρεπε να διαδεχτεί το άκρως επιτυχημένο “Comalies”. Οι περιοδείες ήταν ασταμάτητες, το gothic metal σαν genre εξακολουθούσε να πουλάει, όμως έπρεπε να γίνει το επόμενο βήμα, ώστε το brand LACUNA COIL να μείνει στην επικαιρότητα. Τρία χρόνια λοιπόν μετά την επίσημη κυκλοφορία του “Comalies”, ο συνθετικός πυρήνας Zelati/Scabbia/Ferro, παρέα με τους τότε συνοδοιπόρους τους, μπαίνουν για τελευταία φορά στα ένδοξα Woodhouse Studios και με την κλασική καθοδήγηση του Waldemar Sorychta είχαν την τεχνογνωσία να δημιουργήσουν κάτι που θα έφερε επάξια το όνομα του συγκροτήματος στο εξώφυλλο.

Εν τέλει, σχεδόν ένα χρόνο μετά, το “Karmacode”  θα βρίσκονταν στις προθήκες των δισκοπωλείων και θα έκανε πάλι πάταγο. Αν και υπήρχαν πιο εμπορικές κατευθύνσεις στις περισσότερες συνθέσεις, με ακρογωνιαίο λίθο το single “Closer”, ως αντιστάθμισμα υπήρχαν και συνθέσεις που θεωρούνται κλασικές. Το “Our truth” έχω πει ξανά ότι είναι για εμένα το πλέον χαρακτηριστικό LACUNA COIL track, τα “In visible light” και “To the edge” κάνουν γέφυρες με τον πρότερο έντιμο βίο της, ενώ ακόμη και ο επίλογος με τη διασκευή του “Enjoy the silence” ενθουσίασε μέχρι και τον ίδιο τον Dave Gahan των DEPECHE MODE.

Το τέταρτο άλμπουμ για λογαριασμό της Century Media (που δισκογραφούν ανελλιπώς στην ίδια εταιρία από το ξεκίνημά τους μέχρι σήμερα) από την παρέα της Cristina Scabbia ήταν και αυτό που ήταν και το πιο μοσχοπουλημένο στην ιστορία της εταιρίας. Οι ανά τον κόσμο αρένες πολλαπλασιάστηκαν, οι mainstream ραδιοφωνικοί παραγωγοί ανέφεραν on air το όνομά τους και το ίδιο το συγκρότημα δεν θα ήταν ίδιο από το σημείο αυτό μέχρι και σήμερα. Το “Karmacode” ήταν το εφαλτήριο για να ξεφύγουν (έστω και για λίγο) από τα στενά metal πλαίσια και να αναγνωριστούν από ευρύτερα ακροατήρια.

Γιώργος Κόης

MALTA METAL WEEKEND με EUROPE, KREATOR, DORO και πολλούς άλλους

0
Malta

Malta

Το 2025 εξαπολύσαμε για πρώτη φορά ένα νέο θηρίο στη Μεσόγειο: το concept του MALTA METAL WEEKEND δεν έκανε απλώς ντεμπούτο – εξερράγη! Με γίγαντες όπως οι DREAM THEATER, OPETH και APOCALYPTICA να ηγούνται της επίθεσης, σπάσαμε τη σιωπή και ταρακουνήσαμε το νησί μέχρι τα θεμέλιά του.

Αλλά δεν τελειώσαμε μαζί σου.

Το 2026, η τρέλα επιστρέφει πιο εκδικητική από ποτέ. Ετοιμάσου για τρεις νύχτες ηχητικής καταστροφής αυτόν τον Νοέμβριο, καθώς καταλαμβάνουμε ξανά το Eden Arena, στην καρδιά του St. Julians. Για ένα μεγάλο weekend, μετατρέπουμε την πρωτεύουσα της νυχτερινής ζωής του νησιού σε ένα αληθινό καταφύγιο από ατσάλι.

ΤΡΕΙΣ ΝΥΧΤΕΣ. ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ. ΧΩΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΛΑΣΗΣ. ΑΠΟΛΥΤΟ ΧΑΟΣ.

Είτε λατρεύεις το Extreme Metal, είτε ζεις για τους θρύλους του Classic Metal, είτε αναζητάς την ψυχή του Melodic Metal, έχουμε το οπλοστάσιο για να ικανοποιήσουμε την πείνα σου. Οι ενισχυτές βουίζουν. Η σκηνή είναι έτοιμη. Ετοιμάσου για headbanging μέχρι τελικής πτώσης. Το MALTA METAL WEEKEND έρχεται για σένα…

DAY 1 – ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ:

KREATOR
PARADISE LOST
OMNIUM GATHERUM
ANGELCRYPT

DAY 2 – ΣΑΒΒΑΤΟ 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ:

DORO
DIRKSCHNEIDER – παίζοντας το Balls To The Wall των ACCEPT
CANDLEMASS
ANVIL
ANCHORITE

DAY 3 – ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ:

EUROPE – The Final Countdown 40th Anniversary Tour
ADRIAN VANDENBERG – My Whitesnake Years
GUS G. ft. RONNIE ROMERO
ATOMIC FLAME

(πλήρη βιογραφικά όλων των συγκροτημάτων περιλαμβάνονται στο EPK)

Ετοιμάσου να ζήσεις το απόλυτο metal festival στο Malta Metal Weekend, που θα πραγματοποιηθεί από 13 έως 15 Νοεμβρίου 2026 στο Eden Arena, στο St. George’s Bay, St. Julians, Μάλτα. Οι πόρτες ανοίγουν στις 17:00 κάθε ημέρα, ενώ εισιτήρια για μεμονωμένες ημέρες αλλά και πακέτα τριημέρου είναι διαθέσιμα ΤΩΡΑ.

ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ:

https://www.maltametalweekend.com

SOCIAL MEDIA :

Facebook: https://www.facebook.com/maltametalweekend

Instagram: https://www.instagram.com/MaltaMetalWeekend

X.com: https://x.com/MaltaMetalWkend

TikTok: https://www.tiktok.com/@maltametalweekend

Youtube: https://www.youtube.com/@MaltaMetalWeekend

ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ:

Για ακόμη μία φορά, το φεστιβάλ MALTA METAL WEEKEND πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Rock Hard.

Το Rock Hard είναι ένας από τους παλαιότερους και σημαντικότερους οργανισμούς heavy metal παγκοσμίως και ένα από τα κορυφαία περιοδικά στην Ευρώπη από την ίδρυσή του στη Γερμανία το 1983.

Κυκλοφορεί ως περιοδικό σε Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Γαλλία και Ιταλία, με εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες κάθε μήνα και ακόμη περισσότερους ακόλουθους στα social media. Με τα χρόνια, το Rock Hard έχει ταυτιστεί με την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία, τιμώντας το παρελθόν ενώ ταυτόχρονα δίνει έμφαση στο παρόν και το μέλλον της heavy metal μουσικής. Οι συνεντεύξεις, οι κριτικές δίσκων και το αποκλειστικό περιεχόμενό του αποτελούν σημείο αναφοράς και πυροδοτούν συζητήσεις μεταξύ των φίλων της heavy μουσικής.

JAPAN FESTIVAL: 4-5 Απριλίου στο εκθεσιακό κέντρο Περιστερίου

0
Japan

Δελτίο Τύπου

5ο επετειακό Japan Festival 2026

Ένα διήμερο γεμάτο Ιαπωνία!

4 και 5 Απριλίου στο Εκθεσιακό Κέντρο Περιστερίου.

 

Η μεγαλύτερη γιορτή για τον Ιαπωνικό πολιτισμό επιστρέφει! Δεκάδες καλλιτέχνες, φωτογράφοι, καλλιγράφοι, cosplayers, ακαδημαϊκοί, συγγραφείς, κομίστες mangaka, gamers, ικεμπανίστες, χειροτέχνες, αθλητές, μουσικοί και χορευτές θα ταξιδέψουν το ελληνικό κοινό στην μαγεία της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου στις 4 και 5 Απριλίου, στο Εκθεσιακό Κέντρο Περιστερίου. Εκεί θα συναντηθούν όψεις του σύγχρονου, αλλά και του παραδοσιακού πολιτισμού της για να αποτυπώσουν την ακαταμάχητη γοητεία της Ιαπωνίας.

Ο απόλυτος cosplay διαγωνισμός θα πλημμυρίσει την κεντρική σκηνή του 5ου επετειακού Japan Festival και χαρισματικοί cosplayers θα ζωντανέψουν αγαπημένους anime και manga χαρακτήρες για να διεκδικήσουν το μεγάλο έπαθλο, ένα ταξίδι ζωής όπου οι νικητές θα εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στο Cosplay Contest της Hiroshima!

Παράλληλα, το φεστιβάλ θα κάνει zoom σε όλα όσα αγαπάμε για την Ιαπωνία μέσα από το διαγωνισμό φωτογραφίας, όπου φωτογράφοι καλούνται να αποτυπώσουν με τις κάμερές τους την ομορφιά και την αισθητική της Ιαπωνίας, όπου και αν αυτή φανερώνεται!

Οι χάρτινες ήρωες των manga θα γίνουν ξανά πρωταγωνιστές και οι δημιουργοί mangaka ετοιμάζονται να ακονίσουν τα μολύβια τους και να διασταυρώσουν τις πένες τους για το διεθνή διαγωνισμό Manga του 5ου Japan Festival!

Οι εκπλήξεις δεν σταματούν εκεί! Φέτος το φεστιβάλ επεκτείνεται με επιπλέον χώρους και οι επισκέπτες θα μπορούν να ανακαλύψουν συλλεκτικές χειροτεχνίες από 80 crafters, μοναδικά προϊόντα από 40 καταστήματα, να εμπνευστούν απο τις εικαστικές εκθέσεις 20 καλλιτεχνών, να εντρυφήσουν στην Ιαπωνική κουλτούρα μέσα από 65 workshops, να εμβαθύνουν τις γνώσεις τους μέσα από 15 ομιλίες, να παρακολουθήσουν προβολές ταινιών, anime και ντοκιμαντέρ, να ακονίσουν το μυαλό τους παίζοντας παραδοσιακά επιτραπέζια παιχνίδια, να δοκιμαστούν σε retro κονσόλες, αλλά και να συγκινηθούν από τους performers της κεντρικής σκηνής του Japan Festival!

Η προπώληση εισιτηρίων ανοίγει στις 14 Φεβρουαρίου!

Website, εισιτήρια, social media: https://linktr.ee/japanfestivalgr

Tο Ιαπωνικό Φεστιβάλ ανανεώνει και φέτος την υποστήριξή του στο Be the Miracle.

Το Japan Festival είναι μία διοργάνωση της Rising Sun Productions:

Παναγιώτης Άγριος (Υπεύθυνος Διοργάνωσης, Δημόσιες Σχέσεις)

Ντορίτα Παπαδόδημα (Οργάνωση & Εκτέλεση Παραγωγής)

Επιμέλεια εικαστικών εκθέσεων: Ομάδα Artkor

 

Yatta! Τα καταφέραμε!

Το 5ο επετειακό Japan Festival μπαίνει στην τελική ευθεία με ανανεωμένο πρόγραμμα! Δεκάδες workshops, ομιλίες, live streaming, συναυλίες, performances, cosplay, εικαστικές εκθέσεις, ρετρό κονσόλες και πολλά ακόμη, σε περιμένουν εκεί που χτυπάει η καρδιά της Ιαπωνίας!

 

Σύζευξη πολιτισμών

Η Ambassador του φεστιβάλ Κική Κόδα θα μεταφέρει τους επισκέπτες νοερά στην Ιαπωνία μέσα από μία ομιλία για τη νοοτροπία, την καθημερινή ζωή και τον τρόπο σκέψης των Ιαπώνων, ενώ ο καθηγητής Κόσουκε Φουκούντα, PhD, μέσα από τις μελέτες του για το έργο και τα ταξίδια του Νίκου Καζαντζάκη στην Ιαπωνία, θα διαφωτίσει το κοινό σε άπταιστα ελληνικά για την εμπειρία του συγγραφέα στην Οσάκα το 1935. Οι φίλοι του φεστιβάλ θα έχουν την ευκαιρία να γράψουν τα δικά τους χαϊκού, να διεγείρουν τη φαντασία τους και να αφυπνιστούν ως προς τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Ιαπωνίας υπό την καθοδήγηση της ψυχολόγου Σταυρούλα Σανίδα Μ.Sc., ή να παρακολουθήσουν το ντοκιμαντέρ “The Lit-up calm” του Hisashi Arima που αφηγείται την συγκινητική ιστορία των κατοίκων της πόλης Suzu μετά από δύο καταστροφικούς σεισμούς και την προσπάθειά τους να επαναφέρουν την ετήσια γιορτή matsuri στην πλήρη του αίγλη, βρίσκοντας την κινητήριο δύναμη να ξαναχτίσουν την πόλη τους. Θα μπορούν, επίσης, να βυθιστούν σε ένα σύμπαν από αμέτρητους μύθους, θεούς, αυτοκράτορες, θρύλους, πνεύματα και αλλόκοτες ιστορίες που αποκτούν πρόσωπο και φωνή στο βιβλίο του Ανδρέα Πατσαλίδη, γνωστού και ως Τζαπανέσκ, που θα παρουσιάσει το βιβλίο του ΤΖΑΠΑΝΕΣΚ και θα συνομιλήσει με όσους μοιράζονται την ίδια αγάπη για τον κόσμο της Ιαπωνίας.

 

Ο οπτικός λυρισμός της Ιαπωνίας

Οι Ιάπωνες συνηθίζουν να βλέπουν την ομορφιά σε κάθε τι που τους περιβάλλει, ακόμα και στα παλιά, τα φθαρμένα, τα ατελή, τα ταπεινά και τα τυχαία. Η λιτή γοητεία των παραδοσιακών τεχνών της Ιαπωνίας δηλώνει το παρόν στο Japan Festival. Η Νεκταρία Δασακλή, Συντηρήτρια Αρχαιοτήτων, θα συστήσει στο κοινό το Kintsugi, την παραδοσιακή τεχνική επισκευής κεραμικών με χρυσό που έρχεται να θεραπεύσει το σπασμένο αντικείμενο αναγνωρίζοντας τη φθορά ως φορέα μνήμης και αξίας, ενώ η Μαιτρ της ιαπωνικής καλλιγραφίας Mizuki Imamura θα προσφέρει μια βαθιά Ιαπωνική εμπειρία: μέσα από την αφοσίωσή της στη δεξιοτεχνία του πινέλου, θα μυήσει τους επισκέπτες στη “ζώσα τέχνη” του Shodo, όπου κάθε πινελιά συναντά την πνοή του καλλιτέχνη.

 

Στις αίθουσες του φεστιβάλ, ένας κόσμος ομορφιάς θα αναδυθεί με την Χρυστάλλα Καραϊσαρίδου και την Ikebana, την ιαπωνική τέχνη της αναζωογόνησης του άνθους που μπορεί αφυπνίσει το έμφυτο κάλλος που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο, ενώ η ιαπωνική μάσκα Oni στο εργαστήριο του Diabolu περιμένει τους επισκέπτες να τη μεταμορφώσουν μέσα από τη διαδικασία της ζωγραφικής και του μοντελισμού.

 

Οι άπειρες δυνατότητες ενός απλού υλικού συναρπάζουν την Alex Lucky Origami, μια Πολιτικό Μηχανικό που έχει διπλώσει εκατοντάδες χαρτιά origami και εντοπίζει την άρρηκτη σύνδεσή τους με τα μαθηματικά ή τη γεωμετρία, όπως στην περίπτωση του αρχιτέκτονα Masahiro Chatani που χρησιμοποίησε origami για να αναπαραστήσει σχέδια σε τρεις διαστάσεις, ανοίγοντας νέες προοπτικές πειραματισμού με το φως και την σκιά. Ύμνος στην εφευρετικότητα των Ιαπωνων είναι και το Rakugo, μια μορφή αφήγησης ιστοριών που επινόησαν βουδιστές μοναχοί για να κάνουν πιο θελκτικά τα κηρύγματα τους. Ο Kimochi – από τους πιο ταλαντούχους αφηγητες Rakugo στην Ιαπωνία – θα ξετυλίξει αστείες και λυπητερες ιστορίες αποκλειστικά για το κοινό του φεστιβάλ.

 

Μεταξύ 1794–1795 ένας καλλιτέχνης που εργαζόταν με το όνομα Tōshūsai Sharaku δημιούργησε πάνω από 140 ξυλογραφίες Ukiyo-e με ηθοποιούς Kabuki, παλαιστές σούμο κ.α. και στη συνέχεια εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος. Προσεγγίσεις στο έργο του μυστηριώδη καλλιτέχνη Sharaku και τα σημεία σύγκλισης με το έργο του Henri de Toulouse-Lautrec θα ανιχνεύσει η Νεκταριάννα Κ. Σαλιβέρου. Την μαγεία των manga – κληρονομιά των ukiyo-e σύμφωνα με ορισμένους μελετητές – θα γνωρίσουν από έναν βραβευμένο Έλληνα mangaka που ζει και εργάζεται στην Ιαπωνία, τον Gyro Doujima, με την παρουσίασή του και το εντυπωσιακό live painting που θα ετοιμάσει ειδικά για το φεστιβάλ.

 

Το Pop Culture στα καλύτερά του

Η κεντρική σκηνή θα φιλοξενήσει τον απόλυτο διαγωνισμό cosplay με headliners τις Yvaine Dazzling και Olivia Chan που θα παρουσιάσουν την επική αναμέτρηση των πιο ταλαντούχων cosplayers της χώρας! Οι νικητές θα ταξιδέψουν στην Ιαπωνία στο διεθνές Pop Culture Festival της Hiroshima όπου θα εκπροσωπήσουν την Ελλάδα!

 

Η λάμψη της “Sailor Moon” θα φωτίσει την κεντρική σκηνή με την μουσικοχορευτική cosplay performance που θα παρουσιάσουν οι THE SUPERNOVAS σε συνεργασία με την Blue Hair Veela, ενώ η Ελληνίδα cosplayer και crafter AngieV θα μοιραστεί τα μυστικά της για την τέλεια cosplaying πόζα και φωτογράφηση σε ένα μοναδικό workshop. Όσο για τους “ψαγμένους” fans, αυτοί θα μπορούν δοκιμάσουν τις γνώσεις τους στον πιο ανατρεπτικό Anime Quiz Game με οικοδεσπότη τον γνωστό voice actor και ραδιοφωνικό παραγωγό Τάσο Νταπαντά από το Greek Otaku Radio, και να κερδίσουν συλλεκτικά δώρα, αλλά και exclusive anime merchandise!

 

Μουσική: πέρα από σύνορα

Ξεχωριστός καλεσμένος για φέτος είναι ο Ιάπωνας μουσικός παραγωγός και ερμηνευτής KOHEI με τα εκφραστικά φωνητικά και έμπνευση από την J-pop και J-rock, που συνδυάζει την ποπ κουλτούρα με live εμφανίσεις γεμάτες ενέργεια και υπόσχεται μια συναυλία γεμάτη συγκινήσεις!

 

Τα αγαπημένα “λαϊκά” της Ιαπωνίας, τραγούδια της περιόδου Showa, θα γεμίσουν τη σκηνή με πάθος και συναίσθημα μέσα από τις ερμηνείες του συναρπαστικού Άγγλου τραγουδιστή LJ English, με τις δυνατές ερμηνείες και τα υπέροχα tailor made κοστούμια του, ενώ η W♪shcheerful θα συστήσει στο ελληνικό κοινό ένα ευρύ φάσμα της ιαπωνικής μουσικής, ξεκινώντας από τις νοσταλγικές μελωδίες του kayōkyoku μέχρι τη σύγχρονη J-pop.

 

Το μακρινό 2007 ο Δημήτρης Ραπακούσιος άκουσε για πρώτη φορά το Tsugaru shamisen – ένα έγχορδο της Βόρειας Ιαπωνίας – και ταξίδεψε 8 φορές στο Aomori, τη γενέτειρα αυτού του οργάνου, για να μαθητεύσει δίπλα στον μεγάλο Shibutani Kazuo Sensei. Ο βιρτουόζος πλέον του shamisen θα μοιραστεί στην σκηνή του Japan Festival τους ήχους και τις μουσικές της αγροτικής αυτής περιοχής που αντηχουν το βαρύ της χειμώνα, το γλυκό φθινόπωρο, και την άνοιξη των ανθισμένων κερασιών.

 

Bushidō, «Ο Δρόμος του Πολεμιστή»

Το Ιαπωνικό Φεστιβάλ τιμά τον τρόπο ζωής των σαμουράι και τη συνεισφορά τους στις πολεμικές τέχνες και προσκαλεί τους καλύτερους δασκάλους για να συστήσουν τις πρακτικές τους! Η πιο αναγνωρίσιμη πολεμική τέχνη της Ιαπωνίας, το Καράτε ή “Άδειο Χέρι”, ξεκίνησε στα νησιά Ryukyu της Okinawa και αργότερα το στυλ Shotokan που δίδασκε ο Funakoshi Sensei εξαπλώθηκε σε όλη την υφήλιο: ο Σάββας Μαστραππάς, 8 Dan, που έχει αγωνιστεί σε διεθνή πρωταθλήματα, έχει διακριθεί σε πανελλήνια καιθ έχει υπάρξει προπονητής της Εθνικής Ομάδας του Fudokan-Shotokan Karate, θα βρεθεί στο φεστιβάλ μαζί με τους συνεργάτες του για να παρουσιάσουν αυτή την απαράμιλλη πολεμική τέχνη. Πιο πνευματικό είναι το Aikido, που δεν απαιτεί μυϊκή δύναμη, αλλά πλήρη εναρμόνιση με την κίνηση του αντιπάλου ώστε να επιτευχθεί το μέγιστο αποτέλεσμα· οι Sensei Παναγιώτης Άγριος από το Athens Bushido Center και ο Sensei Χρήστος Κουτελιέρης από το Hellenic Inochikan Aikikai θα συστήσουν στο φεστιβάλ αυτή τη τέχνη που εστιάζει στην προσωπική ανάπτυξη. Ξεχωριστή θέση έχουν και οι πολεμικές τέχνες της Okinawa, το Yuishinkai και το Ryukyu Kobujutsu, που θα εκπροσωπήσει ο Νίκος Τσουπάκης με περισσότερα από 25 χρόνια συνεχούς διδασκαλίας.

 

Μυαλό κοφτερό σαν katana

Οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να ακονίσουν το μυαλό τους με ιαπωνικά επιτραπέζια παιχνίδια στρατηγικής. Υπό την καθοδήγηση του πιστοποιημένου Δασκάλου Πέτρου Ζαζάνη θα ανακαλύψουν τι κάνει τόσο εθιστικό το Go – το παλαιότερο ίσως επιτραπέζιο παιχνίδι του κόσμου – ή να πειραματιστούν με τους γρήγορους ρυθμούς και τις ανατροπές του Οθέλλο μαζί με τον Ανδρέα Λίτσα της Ένωσης Ελλήνων Παικτών Οθέλλο. Με τον Κώστα Βλάχο θα εξερευνήσουν παραδοσιακά παιχνίδια όπως το Mahjong, το Shogi ή τις “λουλουδοκάρτες” Hanafuda – ενός παιχνιδιού που διαμορφώθηκε την περίοδο Edo και σήμερα ο μεγαλύτερος ενεργός κατασκευαστής Χανάφουντα είναι η Nintendo που ξεκίνησε το 1889.

 

Κοσμική ενέργεια

Το 9 Star Ki είναι μία μέθοδος Ιαπωνικής Αστρολογίας που προσφέρει ένα ολοκληρωμένο σύστημα ανάλυσης του χαρακτήρα και των ταλέντων ενός ανθρώπου, αλλά και της δυναμικής του στη ζωή ή τις σχέσεις· οδηγός στα μυστικά των άστρων θα είναι ο Φάνης Χαζάκης, ενώ η δασκάλα Reiki και Life Coach Naoko Ishikawa θα μυήσει το κοινό του φεστιβάλ στο ki, έναν όρο που περιγράφει την αναπνοή, το πνεύμα και τη φύση των πραγμάτων, μια δύναμη ζωής που υπάρχει παντού, αλλά και την ιαπωνική face lifting μέθοδο.

 

Αυτά και άλλα πολλά σε περιμένουν στο επετειακό 5ο Japan Festival! Μην το χάσεις!

 

 

JOE LYNN TURNER: Live στο Gagarin 205 τον Σεπτέμβριο

0
Turner

Turner

27 Σεπτεμβρίου
Gagarin 205

JOE LYNN TURNER

Performing the greatest hits of Rainbow, Deep Purple & classic rock favorites

O Joe Lynn Turner έρχεται στο Gagarin στις 27 Σεπτεμβρίου! Η θρυλική φωνή του AOR που τόσο λατρεύτηκε μέσα από τις συνεργασίες του με τους Rainbow, Yngwie Malmsteen’s Rising Force και Deep Purple, θα παρουσιάσει τα hits της μεγάλης καριέρας του, καθώς και classic rock favorites.

Η εντυπωσιακή μουσική πορεία του Joe Lynn Turner εκτείνεται σε πέντε δεκαετίες. Ίδρυσε τους Fandango το 1977 και τραγούδησε σε τέσσερις δίσκους. Μετά από πρόσκληση του Ritchie Blackmore, βρέθηκε στους Rainbow. Τα φωνητικά του έδωσαν ώθηση στο πρωτοποριακό άλμπουμ “Difficulty to Cure” που έγινε χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1981. Ένα χρόνο αργότερα, ξεχώρισε στο “Straight Between the Eyes”, με τη μεγάλη επιτυχία «Stone Cold». Το 1988 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Odyssey” μαζί με τον περίφημο βιρτουόζο Yngwie Malmsteen για το project του Rising Force. Έπειτα, συνεργάστηκε ξανά με τον Blackmore για το άλμπουμ Slaves and Masters των Deep Purple. Παράλληλα, έχει κυκλοφορήσει και 11 προσωπικούς δίσκους, ενώ έχει συνεργαστεί στις ηχογραφήσεις πολλών καλλιτεχνών (Cher, Billy Joel, Riot, Bonnie Tyler, κλπ).

Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα.

 

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
26€, 28€

Η προπώληση εισιτηρίων γίνεται από τo www.more.com, τα καταστήματα Public και το υπόλοιπό δίκτυο του More.

Πληροφορίες: www.detoxevents.gr / 2109636489

NMB (NEAL MORSE BAND) – “L.I.F.T” (Inside Out)

0
NDB

NDB

Με το άκουσμα του πρώτου single από το νέο άλμπουμ των NMB ομολογώ ότι χάρηκα πολύ όχι μόνο γιατί είναι ένα ωραίο κομμάτι (έστω και σε μονταρισμένη μορφή) αλλά γιατί διαπίστωσα πως ο Mike Portnoy θα κρατήσει το σχήμα αυτό ανάμεσα στα πολλά που αναγκαστικά άφησε πίσω του με την επιστροφή στους DREAM THEATER. Πρόκειται για το μοναδικό σχήμα στο παρόν που ηγείται από τον Neal Morse και στο οποίο νιώθω ότι ακούω το γνώριμο σύμπαν του μουσικού από το Nashville αλλά όχι σαν μια σόλο δουλειά πλαισιωμένη από ταλαντούχους μουσικούς στο προσκείμενο.

Οι NMB, άσχετα από το όνομα του ιδρυτή στον τίτλο, είναι ένα αυτοτελές σχήμα που γράφει μουσική σαν σύνολο με γνώμονα τις εμμονές του Morse, κάτι που βοηθά τον αγαπητό μου prog δημιουργό να βρίσκει γνήσια έμπνευση και να μην επαναλαμβάνεται σε σημείο που να κουράζει (πόσες φορές έχω γράψει για την κούραση που επιφέρει κάθε καινούργιο ατελέσφορο project του Morse και πως τα έχουμε ακούσει όλα πολλάκις).  Έτσι λοιπόν, το πέμπτο άλμπουμ του γκρουπ με τον τίτλο “L.I.F.T” τους βρίσκει σε καλή φόρμα παίζοντας το γνώριμο prog rock τους με όρεξη και μεταδοτική ενέργεια.

Μπορεί ο δίσκος να μην αποτελεί κάτι το ρηξικέλευθο (νομίζω πως από βετεράνους του είδους, δεν μπορούμε πλέον να αναμένουμε κάτι όντως ρηξικέλευθο) αλλά, όπως συνέβη και με το “Parasomnia” και τους DREAM THEATER, ένιωσα τη θέρμη και αγαλλίαση του οικείου, την αίσθηση πως, μετά από μια μακρά απουσία, έχω γυρίσει στο σπίτι μου όπου νιώθω άνεση και ασφάλεια. Και αυτό δεν είναι καθόλου κακό, ειδικά όταν μιλάμε για ένα καλογραμμένο άλμπουμ με συγκεκριμένο μουσικό αποτύπωμα και συνοχή.

Έχοντας αυτό υπόψη, το “L.I.F.T” συνοψίζει όμορφα και σε ένα φιλικό προς τον (prog) ακροατή πακέτο, λίγο-πολύ όλη τη δισκογραφία του γκρουπ. Πιο συγκεκριμένα, ηχεί σαν μια μίξη του αριστουργηματικού “The similitude of a dream” και του τελευταίου, πιο pop, “Innocence and danger” με ένα concept πάνω στην αναζήτηση του Θείου που πλέον δεν με εκπλήσσει ούτε ενδιαφέρει ιδιαίτερα (κάτι που μου δίνει το έναυσμα να συγκεντρωθώ στη μουσική). Το άλμπουμ είναι σίγουρα φιλόδοξο με την γνωστή overture τύπου εισαγωγή και την μεγάλη κατακλείδα με μια επική prog μπαλάντα που συνεπαίρνει με το συναίσθημα.

Το άλμπουμ ακούγεται μονοκόμματα μιας και κάθε κομμάτι ρέει στο επόμενο χωρίς διάλειμμα. Ανάμεσα στους δύο πόλους, υπάρχει πολλή μα πολύ μουσική, περιπετειώδης συνθέσεις με απίστευτες εναλλαγές (αυτό το “Hurt people” κατεβάζει σαγόνια) και μια ιδανική μίξη των GENESIS, MARILLION, DREAM THEATER και SPOCK’S BEARD με τις pop καταβολές του Morse που μας πάνε στην gospel, την country και singer/songwriter παράδοση αλλά, πάνω απ’ όλα, στους BEATLES. Δηλαδή, κλασσικός Neal Morse μόνο που εδώ έχει τον Mike Portnoy να κρατάει τα μπόσικά και τον υπέρ ταλαντούχο Eric Gilette στην κιθάρα, ως έναν νεότερο John Petrucci, που τραγουδά με ένταση και μια νεανική ενέργεια. Επίσης, έχει ξεκάθαρα βελτιωθεί πάρα πολύ ως τραγουδιστής (και ως ντράμερ και πληκτράς, δηλαδή ένας ολοκληρωμένος μουσικός).

Αν μη τι άλλο, με το περιπετειώδες όσο και μετρημένο παίξιμο του και την εκπληκτική του ερμηνεία στο μικρόφωνο, ο Gilette είναι ο MVP του γκρουπ. Και ναι, ομολογώ πως σε φάσεις αναφωνώ «νισάφι πια» με τα υπερβολικά χαρούμενα κομμάτια και περάσματα που υμνούν τον Θεό και την αγάπη του, αλλά μετά βρίσκω τον εαυτό μου να σιγοτραγουδά αυτά τα ρεφραίν και τις μελωδίες. Πως τα καταφέρνει ο Neal Morse και γράφει συνέχεια, μα πραγματικά συνέχεια, τόσο πιασάρικα και μεταδοτικά κομμάτια δεν ξέρω. Στο τέλος βρίσκω τον εαυτό μου να τραγουδά για την αγάπη του Θεού και την αναγέννηση του ανθρώπου ομολογώντας πως ο Morse τα κατάφερε πάλι. Και κατάφερε να γράψει μαζί με τους Gilette, Portnoy, Randy George και Bill Hubauer έναν κλασσικό NMB δίσκο που υπόσχομαι θα ικανοποιήσει κάθε οπαδό του είδους και ειδικά του γκρουπ και του τρομερού διδύμου Morse/Portnoy ειδικότερα.

8 / 10

Φίλιππος Φίλης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece