Friday, February 13, 2026




Home Blog

NEVERMORE: Ανακοίνωσαν τα νέα μέλη και τα σχέδιά τους για το μέλλον

0
Nevermore
Photo by Ola Englund
Nevermore
Photo by Ola Englund

Οι θρυλικοί εκπρόσωποι του heavy metal NEVERMORE υπέγραψαν με τη Reigning Phoenix Music. Το συγκρότημα καλωσορίζει επίσης στο line-up τον Jack Cattoi στην κιθάρα, τον Semir Özerkan στο μπάσο και τον νέο τραγουδιστή Berzan Önen. Για να παρουσιάσουν το νέο σχήμα, η πρώτη ζωντανή εμφάνιση των NEVERMORE θα πραγματοποιηθεί την 1η Απριλίου 2026 στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκία.

Για αυτό το νέο κεφάλαιο, ο κιθαρίστας Jeff Loomis και ο ντράμερ Van Williams μοιράζονται: «Είμαστε ενθουσιασμένοι που ανακοινώνουμε ότι οι Nevermore υπέγραψαν επίσημα με τη Reigning Phoenix Music! Ήταν προφανές από την αρχή ότι ήταν ο ιδανικός συνεργάτης για τη νέα εποχή των Nevermore. Το πάθος τους για τη metal μουσική σε συνδυασμό με το εκτεταμένο επαγγελματικό υπόβαθρο της ομάδας τους έκανε την επιλογή εύκολη. Ανυπομονούμε να επιστρέψουμε στη σκηνή μπροστά στους οπαδούς μας στην Κωνσταντινούπολη την 1η Απριλίου και είμαστε εξίσου ενθουσιασμένοι να ολοκληρώσουμε τη συγγραφή και τη δημιουργία του νέου άλμπουμ των Nevermore!»

Ο συνιδρυτής της Reigning Phoenix Music, Gerado Martinez, σχολιάζει την ένταξη των NEVERMORE στο roster της RPM: «Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν πόσο περήφανη και ενθουσιασμένη είναι η RPM με την προοπτική να αποτελεί μέρος του επόμενου κεφαλαίου των Nevermore. Ως οπαδός τους από το 1995 όταν τους είδα σε περιοδεία με τους Death, παρακολούθησα ολόκληρη τη μουσική τους πορεία και ανυπομονώ για όσα έρχονται.»

Σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Ola Englund, οι NEVERMORE κυκλοφόρησαν ένα ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει τις πρόβες τους τον Ιανουάριο της φετινής χρονιάς στο Swans Neck Soundworks στο Väderstad της Σουηδίας. Περιλαμβάνοντας δυναμικές, ωμές εκτελέσεις κομματιών τους όπως τα «The River Dragon Has Come», «Engines of Hate» και «The Heart Collector», προσφέρει μια συναρπαστική ματιά στη νέα εποχή του συγκροτήματος.

Η ταινία δείχνει επίσης τον κιθαρίστα Jeff Loomis και τον ντράμερ Van Williams να συζητούν την απόφασή τους να επαναφέρουν τους NEVERMORE, να παρουσιάζουν τα νέα μέλη και να αποκαλύπτουν τις σκέψεις τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ακροάσεων. Επιπλέον, οι Loomis και Williams μοιράζονται νέα για επερχόμενες εμφανίσεις σε φεστιβάλ μέσα στο 2026 και τα μελλοντικά σχέδια των NEVERMORE.

Εισιτήρια και πληροφορίες για τη συναυλία στην Κωνσταντινούπολη, μπορείτε να βρείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο:
https://www.bubilet.com.tr/istanbul/etkinlik/nevermore

Max Cavalera: Έφυγε από τη ζωή η κόρη του, Christina…

0
Cavalera

Cavalera

Νέα μεγάλη απώλεια για την οικογένεια του Max και της Gloria Cavalera, αφού ανακοίνωσαν τον θάνατο της κόρης τους, Christina, που -εκτός των άλλων- ήταν και tour manager των SOULFLY. Να θυμίσουμε ότι η Christina, είχε χάσει τον γιο της (και εγγονό του Max), Moses, λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, το 2004…

Τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένεια του αγαπημένου μας καλλιτέχνη…

Ιδού και η ανακοίνωση:

“Με μεγάλη θλίψη και βαριά καρδιά ο Max και η Gloria και ολόκληρη η οικογένεια Cavalera ανακοινώνουν την απώλεια της αγαπημένης τους κόρης, αδελφής και μητέρας Christina. Μετά από μια παρατεταμένη μάχη με ασθένεια, βρήκε γαλήνη μαζί με τους δύο γιους της, Adam και Moses, και τον αδελφό της Dana. Άφησε πίσω της τις δύο κόρες της, έξι αδελφούς (Nick, Jonathan, Richie, Jason, Zyon και Igor) και την αδελφή της Roxanne. Η Christina θα μνημονεύεται για πάντα ως πρωτοπόρος στον χώρο της metal, punk και rock μουσικής, καθώς εργάστηκε από το underground μέχρι στάδια και αρένες σε όλο τον κόσμο, αλλά και ως διαχρονική έμπνευση και πρωτοπόρος για τις γυναίκες στη μουσική βιομηχανία. Είχε ένα χαμόγελο που μπορούσε να φωτίσει κάθε χώρο, ένα πάθος για τη ζωή ασύγκριτο και μια δύναμη ψυχής που την έκανε ξεχωριστή και αξέχαστη. Όσοι τη γνώρισαν το γνωρίζουν καλά. Θα μας λείπεις μέχρι το τέλος του κόσμου, Christina. Παρακαλούμε σεβαστείτε την ηρεμία και την ιδιωτικότητά μας σε αυτή τη δύσκολη περίοδο και στην πορεία μας χωρίς εκείνη.”

A day to remember…12/02 [IMMOLATION]

0
Immolation

Immolation

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Here in after” – IMMOLATION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Wayne Dorell/IMMOLATION
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, μπάσο – Ross Dolan
Κιθάρες – Robert Vigna
Κιθάρες – Tom Wilkinson
Drums – Craig Smilowski

Μετά τον πάταγο του “Dawn of possession” (1991) και τις καταστροφικές περιοδείες για τη προώθηση, οι death metal τιτάνες της Νέας Υόρκης IMMOLATION, βρέθηκαν σε αναζήτηση εταιρείας. Στα πλαίσια αυτού, ετοίμασαν και ένα ωραιότατο promo το οποίο κυκλοφόρησε το ’94, με 3 κομμάτια – “Away from God”, “Towards earth” και “Christ’s cage”.  Κατέληξαν να βρίσκουν εν τέλει το σπίτι τους στην Metal Blade. Είχε περάσει μπόλικος χρόνος ως τότε (δεδομένου ότι πολλές μπάντες τότε έβγαζαν και σε συναπτά έτη δουλειές). Όχι πως αυτό πτόησε το συγκρότημα, που έβγαλε μέσω της Repulse μια συλλογή με όλα τα demos μαζεμένα επ’ ονόματι “Stepping on angels….before dawn” (1995), κερδίζοντας επιπλέον χρόνο.

Με τον Wayne Dorell στο τιμόνι της παραγωγής, αλλά και με το εκπληκτικό για ακόμα μια φορά εξώφυλλο του Andreas Marschall, να σε τραβάει να το ακούσεις. Να πω κάτι μια και το ανέφερα. Τα δύο εξώφυλλα στο μυαλό μου (“Dawn of possession” και “Here in after”), μου μοιάζουν σαν να λένε μια ιστορία. Οι δαίμονες που σφάζουν αγγέλους στο πρώτο και έπειτα, όταν στο δεύτερο, προσγειώνονται στη Γη και από εκεί συνεχίζεται η ιστορία τους. Η δε χρωματική αντίθεση, όλα τα λεφτά! Δεν θα είχα, προσωπικά, καμία αντίρρηση να γίνει ταινία αυτό! Τέλος πάντων, στο θέμα μας, στις 12 Φεβρουαρίου 1996, μια μέρα σαν τη σημερινή, το δεύτερο άλμπουμ των IMMOLATION, “Here in after” κυκλοφορεί και οπλοφορεί!

Το υπέρτατο “Nailed to gold” που ανοίγει το δίσκο, ανεβάζει το επίπεδο τεχνικά, εισάγοντας μας έτι περαιτέρω στον χαρακτήρα της μπάντας. Το δε riff του ρεφρέν είναι από τα αγαπημένα μου riffs της μπάντας γενικά με τη στιχάρα “HOW FOOLISH CAN THEY BE, TO WORSHIP SUCH A KING, WHO WAS CROWNED AND HUNG BETWEEN TWO THIEVES?”. Οι υπέροχες δυναμικές του Craig Smilowski στο “Burn with Jesus” όσο και στο καταστροφικό ομώνυμο (ALL OF US IN PAIN, TOGETHER!). Από την άλλη, το υπέροχα βαρύ “I feel nothing” με το θεόρατο κύριο riff του, δείχνει μια έτερη δύναμη των IMMOLATION, οι οποίοι μπορούν να γίνουν ισοπεδωτικοί, χωρίς να γκαζώσουν, αλλά και ενίοτε, “μελαγχολικοί” για τα δεδομένα τους. Ναι, το είδαμε και στο “Dawn of possession” αυτό, βεβαίως-βεβαίως, αλλά εδώ είναι σαφώς πιο εξελιγμένα τα πράγματα.

Μιλώντας για εξέλιξη, ας σταθούμε στο “Away from God” που προέρχεται από το προ διετίας demo, που τα έχει όλα: γκάζια, γκρούβα, μελαγχολία και ασήκωτη βαρύτητα. Tα πιο καθαρόαιμα γκαζωμένο “Towards earth”/”Under the supreme” διαλύουν τα άλατα του σβέρκου με χαρακτηριστική ευκολία, ειδικά το πρώτο με το καθαρά συναυλιακό φινάλε του που το κλείνει κυκλικά, αλλά και το δεύτερο με τα υπέροχα ασήκωτα riffs του. Το κλείσιμο με το “Christ’s cage” στα σχεδόν 6 λεπτά, το λες και ακόμα πιο τολμηρό για τον ήχο τους, παρότι ακούς 100% IMMOLATION εκεί μέσα, άλλο που είναι κατά βάση το πιο αργό κομμάτι του δίσκου. Κι όμως είναι τίγκα στις δυναμικές και τις ωραίες αλλαγές! Κάπως έτσι, ολοκληρώνονται τα ούτε 38 λεπτά του δίσκου.

Οι περιοδείες ξεκίνησαν αμέσως για τη προώθηση του “Here in after” με την πρώτη Αμερικάνικη να είναι με SIX FEET UNDER και INTERNAL BLEEDING, την Ευρωπαική με CANNIBAL CORPSE και GRAVE, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις ήταν στο πλευρό τους οι VADER, BRUTAL TRUTH, ROTTING CHRIST, SINISTER, KRABATHOR και ASPHYX. Η συνέχεια θα επεφύλασσε περισσότερη συνέπεια χρονικά, αλλά και μεγάλη ποιότητα μουσικά, η οποία δεν θα έφευγε ποτέ ως και τις ημέρες μας που περιμένουμε με ανυπομονησία κάθε καινούργια τους δουλειά (οι γραμμές γράφονται εν αναμονή του “Descent” τον Απρίλιο).

Και όμως, το “Here in after” στέκει ακόμα εκεί, αγέρωχο, 30 χρόνια μετά, ως άλλο ένα σπουδαίο σκαλοπάτι σε μια από τις πλέον σπουδαίες και συμπαγείς δισκογραφίες στο death metal.

Did you know that?

– Σε μια από τις σπουδαιότερες στιγμές, τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, μια εμφάνιση τους στη Κρακοβία, βιντεοσκοπήθηκε για την Πολωνική τηλεόραση! Μπορείτε να το βρείτε στο YouTube και να το απολαύσετε!

– Τελευταίος δίσκος των IMMOLATION με Craig Smilowski στα τύμπανα, αλλά και τελευταίος με το παλιό λογότυπο, μέχρι που το “Atonement” (2017) που το επανέφερε θριαμβευτικά!

– Πολλές οι επανεκδόσεις του, ωστόσο αυτή που ξεχωρίζει είναι της Church Of Vinyl το 2023, σε βινύλιο και εναλλακτικό εξώφυλλο (δηλαδή εστιασμένο στην μια πλευρά του κανονικού εξωφύλλου), η οποία έχει τη μαγκιά όπως ανοίγεις το jacket του, να εμφανίζει όλο το εξώφυλλο αλλά και να κάνει pop-up μια ακόμα λεπτομέρεια. Για τους λάτρεις του συγκεκριμένου format, αξίζει!

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 12/2 [SKYCLAD]

0
Skyclad

Skyclad

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Irrational anthems” – SKYCLAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kevin Ridley, Doug Cook, Gordon Vicary
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Martin Walkyier – Φωνητικά
Steve Ramsey – Κιθάρες
Graeme English – Μπάσο, κλασσική κιθάρα
Georgina Biddle – Βιολί, fiddle, πλήκτρα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Paul Smith – Τύμπανα

“D.J.s, V.J.s, pimps and trollops, never mind music – this is bollocks!”

Όποτε αναλαμβάνω να γράψω παρελθοντικά κείμενα που αφορούν δίσκους της δεκαετίας του ’90, αυτούς που με «βρήκαν» να πηγαίνω σχολείο και να τους ζω όσο το δυνατόν πιο έντονα, αυτούς που «έπιασαν» τόσον εμένα όσο και τους συνομηλίκους μου “in real time”, που λένε, νιώθω… κάπως. Είναι λες και μπαίνω σε ένα πολύ έντονο χωροχρονικό ταξίδι, ενώ παράλληλα σκέφτομαι όλα τα «ήμουνα νιος και γέρασα» και «τα καημένα τα νιάτα, τι γρήγορα που περνούν» του κόσμου! Ό,τι δηλαδή συμβαίνει και τώρα με το “Irrational anthems” των αγαπημένων μου SKYCLAD, που κλείνει τριάντα χρόνια από όταν κυκλοφόρησε κι εγώ νομίζω ότι κυκλοφόρησε προχθές…

Πολύ σημαντικός δίσκος. Κι αυτό γιατί, πέραν της αλλαγής στην σύνθεση της μπάντας με τις αποχωρήσεις του drummer και ιδρυτικού μέλους Keith Baxter, καθώς και του επί χρόνια κιθαρίστα Dave Pugh και της αλλαγής εταιρικής στέγης (Massacre αντί της Noise), ήταν ο πρώτος όπου οι SKYCLAD επαναπροσδιόρισαν το στυλ τους. Και αν η ιδέα του «κουαρτέτου» τελικά περιορίστηκε μόνον στα «χαρτιά», καθώς πολύ γρήγορα στην σκηνή οι Βρετανοί έγιναν, όπως απαιτούσε η λογική, έξι, η ηχητική αλλαγή κράτησε μέχρι σήμερα.

Οι SKYCLAD από τούτο δω το αριστούργημα παύουν να παίζουν το τέλειο μείγμα φολκλορικού heavy/thrash που ακούγαμε μέχρι το “The silent whales of lunar sea” (όχι τόσο σε αυτό, η αλήθεια είναι) και ρίχνουν όλο τους το βάρος στο folk, κάνοντας τον ήχο τους πιο ήπιο και καθαρό. Μόνον η διασκευή στο “Sabre Dance” του Aram Khachaturian, στέκει να υπενθυμίζει τι έπαιζαν κάποτε οι αγαπημένοι μας χωριάτες, με τον έντονο speed/thrash χαρακτήρα της.

Μια απόφαση την οποία αλλιώς την εισπράξαμε τότε, αλλιώς τώρα. Τότε, η κίνηση αυτή ενθουσίασε τους οπαδούς και τόνωσε τις τάξεις του γκρουπ με καινούργιους. Καλά, μη φανταστείς ορδές νέων ακροατών, ωστόσο αν οι SKYCLAD έπιασαν κάποια στιγμή το peak της εμπορικότητάς τους και ακούστηκαν περισσότερο, με το “Irrational anthems” το έκαναν. Τώρα, αν διαβάσεις στο internet τις γνώμες του κόσμου, υπάρχει μια σεβαστή μερίδα ακροατών/οπαδών, που δεν την επικροτεί. Γκρίνια για τη χαμένη αγριότητα, γκρίνια για τα πιο μελωδικά φωνητικά, γκρίνια για το βιολί που έχει χάσει τον ρόλο του…. Είναι το παράδοξο, ή μάλλον, ένα από τα πολλά παράδοξα του διαδικτύου αυτό.

Προσωπικά δεν ξέρω αν χάθηκε η αγριάδα ή αν το βιολί έχασε τον ρόλο του (καταλαβαίνεις το νόημα της φράσης), ξέρω όμως πως με το άλμπουμ αυτό λάβαμε μια χούφτα ακόμη ύμνους, έτσι, να έχουμε να ακούμε στο διηνεκές και να τους ζητάμε στις συναυλίες: “Inequality street” (all time classic με ακόμη πιο all time classic video clip), “The wrong song”, “Penny dreadful” (η ψυχή του party), “No deposit, no return” (λυρισμός διαστρικού επιπέδου), “History lessens” (αιώνιο)… Όχι πως ο υπόλοιπος δίσκος πήγαινε πίσω, αλλά ειδικά σε τούτα δω τα άσματα οι Βρετανοί πιάνουν κορυφή και κοιτάζοντας τους από κάτω που προσπαθούν να τους φτάσουν, σκάνε από τα γέλια.

Μουσικά ο Steve Ramsey έχει πάρει επ’ ώμου όλες τις κιθάρες με θαυμαστά αποτελέσματα, η νεοφερμένη Georgina Biddle πατά πια καλά στα πόδια της και δε θα άφηνε τη θέση της μέχρι σήμερα, όσο για τον στιχουργό και ποιητή της καρδιάς μας, ο Martin όσο γλυκός γίνεται, σε σχέση με το παρελθόν, στην ερμηνεία του, άλλο τόσο καυστικός παραμένει στους στίχους του. Η κριτική του στρέφεται επί παντός υπευθύνου για κάθε είδους κοινωνική ανισότητα, εξαπάτηση και χειραγώγηση και προς όλους όσους εμπλέκονται στην εμπορευματοποίηση της Τέχνης, που πλήττει την καλλιτεχνική ακεραιότητα και το όραμα του δημιουργού.

Και στις συναυλίες; Χα! Extra, extra, read all about it!” φώναζαν στους άλλους, όλοι όσοι τους έβλεπαν. «Τρεχάτε να δείτε το συγκρότημα live, άλλο να σας το λέω, άλλο να το βλέπετε!». Όντως, οι SKYCLAD των 90s, ειδικά της περιόδου 1992-1999, ήταν ένας πραγματικός ανεμοστρόβιλος επί σκηνής. Στην πατρίδα μας δε, λατρεύτηκαν στην κυριολεξία, σε βαθμό που θα μπορούσαν να γεμίζουν δέκα μέρες σερί το Ρόδον και την Υδρόγειο, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, δίχως να μένει απούλητο ούτε μισό εισιτήριο!

Αυτά τα ολίγα για το “Irrational anthems”. Τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, είναι πια ένα από τα διαχρονικά και κλασσικά άλμπουμ που έδωσε η απίστευτη δεκαετία του ’90, συγκαταλέγεται στους πέντε καλύτερους δίσκους των SKYCLAD και θα παραμείνει ένα σημείο αναφοράς για το folk metal… που στην τελική, οι ίδιοι το δημιούργησαν. Οι SKYCLAD, που μπορεί να μην έγιναν το εμπορικό όνομα που θα έπρεπε να είναι βάσει ποιότητας, τουλάχιστον όμως έβαλαν την τυπική υπογραφή στη φήμη τους ως μια από τις ποιοτικότερες μπάντες όλων των εποχών στον ευρύτερο σκληρό ήχο. Δεν τα λες και λίγα όλα αυτά…

Δημήτρης Τσέλλος

MAYHEM interview (Attila Csihar)

0
Mayhem
Photo by Agnes Köhler, Nima Taheri, Joyce Van Doorn. Editing by Daniele Valeriani
Mayhem
Photo by Agnes Köhler, Nima Taheri, Joyce Van Doorn. Editing by Daniele Valeriani

“The mysteries of death”

Οι βετεράνοι blacksters, MAYHEM, μόλις κυκλοφόρησαν το “Liturgy of death”, εφτά χρόνια μετά το “Daemon”. Επειδή οι Νορβηγοί (με τον Ούγγρο τραγουδιστή), δεν κυκλοφορούν δίσκους αρκετά συχνά, ο Σάκης Φράγκος δεν έχασε την ευκαιρία, με τη βοήθεια του Λευτέρη Τσουρέα, να πετύχει τον frontman του σχήματος, Attila Csihar (προφέρεται Αττίλα Τσιχάρ, όπως μας είπε ο ίδιος) και να μιλήσουν για τα νέα του συγκροτήματος, αλλά και τις συγκρίσεις με το παρελθόν. Πάρτε ανάσα, γιατί ακολουθεί μεγάλη σε μέγεθος συνέντευξη!

 

Γεια σας, έχουμε τον Attila από τους MAYHEM. Μπορείς να προφέρεις το επίθετό σου; Είναι Csihar ή πώς προφέρεται;
Ναι, γεια σας φοβεροί φίλοι από την Ελλάδα, γεια σας. Ναι, το όνομά μου είναι Csihar. Έτσι προφέρεται. Το “CS” στα ουγγρικά προφέρεται σαν «τσ» (che), οπότε Attila Csihar — αυτή είναι η σωστή προφορά.

Οι MAYHEM θα κυκλοφορήσουν (σ.σ. μόλις κυκλοφόρησε για την ακρίβεια, πλέον) ένα νέο άλμπουμ με τίτλο «Liturgy of Death». Ας ξεκινήσουμε με αυτό. Τι παρακίνησε δημιουργικά το συγκρότημα αυτή τη φορά και τι θέλατε να ενσαρκώνει αυτός ο δίσκος που δεν ενσάρκωναν οι προηγούμενοι;
Αυτό είναι το έβδομο άλμπουμ μας και μόλις ολοκληρώσαμε την περιοδεία για τα 40 χρόνια. Είναι απίστευτο, είναι καταπληκτικό ότι καταφέραμε να φτάσουμε τόσο μακριά στη μουσική. Ήταν περίπου πριν από τρία χρόνια όταν αρχίσαμε πραγματικά να μιλάμε για το επόμενο άλμπουμ και τότε μου ήρθε ένα θέμα: ο θάνατος. Μου ήρθε απλώς, κάπως εκδηλώθηκε μέσα μου. Σκεφτόμουν τι να κάνουμε, ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα των MAYHEM — αν όχι το τελευταίο. Και συνειδητοποίησα ότι είναι κάπως το θεμέλιο των πάντων, όλων των σκοτεινών τεχνών, όχι μόνο του black metal. Αν κοιτάξεις τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική — ακόμη και τις φιλοσοφίες, τις θρησκείες — είναι ένα τόσο βαθύ θέμα. Και τώρα είμαι 55 ετών. Σκέφτηκα ότι ίσως έχω ωριμάσει αρκετά για κάτι τέτοιο. Έτσι ξεκίνησε.
Τότε αρχίσαμε να δουλεύουμε και έστειλα τα πρώτα μου σκίτσα στους κιθαρίστες, τον Morten και τον Charles, δηλαδή τον Teloch και τον Ghul, αν προτιμάτε. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε demo και προσχέδια μπρος-πίσω. Εκεί ξεκίνησαν όλα. Και βρέθηκα μπροστά σε μια πολύ μεγάλη πρόκληση: να γράψω στίχους πάνω σε αυτό το θέμα.
Επίσης, κάποια μέλη μας έχουν φύγει από τη ζωή — ίσως αυτό να συνδέεται και με την περιοδεία των 40 χρόνων και να μας επηρέασε. Γιατί κάθε άλμπουμ που κάνω είναι αφιερωμένο σε εκείνα τα παιδιά, ειδικά αυτό. Τόσο στον Euronymous όσο και στον Dead, που έχουν πεθάνει. Έχουμε, ας πούμε, τον θάνατο μέσα στην οικογένεια.
Και επιπλέον, αυτό το θέμα είναι απολύτως οικουμενικό, αφού τα πάντα πεθαίνουν, όλοι πεθαίνουν κάποια στιγμή, όλα αλλάζουν συνεχώς. Είναι ένα πολύ βαθύ φιλοσοφικό θέμα. Και — δεν μου αρέσει αυτή η λέξη — αλλά μάλλον είναι το πιο «εμπορικό» θέμα που θα μπορούσα να σκεφτώ, γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει σκεφτεί ποτέ τον θάνατο. Όλα αυτά, κάπως, κορυφώθηκαν σε αυτόν τον δίσκο.
Ο τίτλος «Liturgy of Death» προέκυψε αργότερα. Είχαμε ήδη κάποια τραγούδια και σκεφτόμασταν πώς να ονομάσουμε «αυτό το μωρό». Δεν ήθελα να ονομάσω το άλμπουμ απλώς «Death». Έτσι καταλήξαμε στο «Liturgy of Death», που είναι λίγο σαν άσματα για τους νεκρούς ή έχει μια τελετουργική σημασία. Είναι σαν μια τελετή. Έτσι προέκυψε.

Mayhem

Υπήρξε ένα σημαντικό κενό ανάμεσα στις στούντιο κυκλοφορίες σας τα τελευταία 15 χρόνια, όχι μόνο με αυτό το άλμπουμ, αλλά και μετά το «Daemon». Πώς εξηγείτε αυτό το διάστημα ανάμεσα στους δίσκους; Είναι ζήτημα σύνθεσης; Είναι στρατηγική απόφαση; Ή απλώς ο φυσικός ρυθμός των MAYHEM;
Νομίζω είναι λίγο απ’ όλα. Δεν κάνουμε ποτέ άλμπουμ απλώς για να κάνουμε έναν δίσκο, για να έχουμε μια δικαιολογία. Αν σκεφτείς ότι έχουμε επτά άλμπουμ σε 40 χρόνια, αυτό είναι περίπου έξι χρόνια κατά μέσο όρο, αν το διαιρέσεις.
Επίσης αυτή τη φορά υπήρξε και ο COVID. Όταν ολοκληρώθηκε το “Daemon” και αρχίσαμε την περιοδεία, τότε μας χτύπησε η πανδημία και επηρέασε το συγκρότημα πολύ άσχημα, γιατί μόλις ξεκινούσαμε την περιοδεία. Αυτό καθυστέρησε τα πάντα τουλάχιστον για δύο χρόνια. Οπότε κι αυτό πρέπει να υπολογιστεί.
Κανονικά μάς παίρνει τουλάχιστον δύο με τρία χρόνια για να γράψουμε ένα τέτοιο άλμπουμ. Και δεν είναι συνεχής δουλειά φυσικά. Eίναι σαν να «αιωρείται» και να δουλεύουμε πάνω του περιοδικά, επιστρέφοντας σε αυτό, στέλνοντας νέες ιδέες, συναρμολογώντας τα κομμάτια.
Οπότε νομίζω ότι όλα αυτά συνέβαλαν και έτσι πέρασαν επτά χρόνια. Είναι τρελό. Αλλά ναι, πιστεύω ότι και o COVID το καθυστέρησε λίγο αυτή τη φορά.

Ηχητικά, πολλοί υποστηρίζουν ότι το συγκρότημα πλέον κινείται πιο κοντά στον χώρο του “De Mysteriis Dom. Sathanas». Είναι συνειδητή επιλογή ή απλώς οργανικό αποτέλεσμα της χημείας του συγκροτήματος;
Νομίζω ότι είναι οργανικό. Αν κοιτάξεις την ιστορία, κάπως πάντα υπήρχε μια περίοδος δύο άλμπουμ. Αν το δεις, το «De Mysteriis Dom. Sathanas» ήταν κάπως μετά το «Wolf’s Lair Abyss», τουλάχιστον είχε μια σχέση με αυτό. Βέβαια ήταν διαφορετική σύνθεση και όλα αυτά, αλλά κάπως το πήραν από εκεί. Είχε την ίδια ατμόσφαιρα. Μετά, το «Grand Declaration of War» και το «Chimera» ήταν σαν μία εποχή, η εποχή του Maniac, του Blasphemer και του Rune, και κάπως συνδέονταν. Έπειτα, το «Ordo Ad Chao», όταν επέστρεψα, και το «Esoteric Warfare» — αυτά σίγουρα συνδέονται μεταξύ τους. Και τώρα το «Daemon» και το «Liturgy of Death» επίσης συνδέονται κάπως, νομίζω.
Απλώς συμβαίνει, δεν είναι προσχεδιασμένο. Δεν το σχεδιάζουμε έτσι. Όμως νομίζω ότι το «Daemon» προέκυψε αφού κάναμε ολόκληρη την περιοδεία του «De Mysteriis Dom. Sathanas». Πιστεύω ότι αυτό μας επηρέασε κάπως να δημιουργήσουμε το «Daemon». Ήταν σαν μια τομή από την προηγούμενη εποχή. Και τώρα, με τα 40 χρόνια, νομίζω ότι αυτό το άλμπουμ κάπως συνοψίζει ολόκληρη την ιστορία των MAYHEM. Είναι πολύ καθολικό. Αγκαλιάζει όλη την ιστορία της μπάντας. Έχει πολλά στοιχεία από το παρελθόν, αλλά νομίζω ότι είναι και φρέσκο και έχει ακόμα και πειραματικά στοιχεία. Είναι λίγο απ’ όλα ίσως. Αλλά δεν ξέρω — ο χρόνος θα δείξει. Είναι ενδιαφέρον. Δεν είναι προσχεδιασμένο. Τίποτα δεν είναι προσχεδιασμένο. Δεν λέμε ότι πρέπει να ακούγεται έτσι ή αλλιώς. Απλώς προκύπτει.

Πώς απαντάς σε όσους υποστηρίζουν ότι οι Mayhem απλώς προσπαθούν να αναπαραγάγουν την ατμόσφαιρα του «De Mysteriis…» αντί να προχωρήσουν μπροστά;
Δεν ξέρω. Ο καθένας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Εμείς απλώς κάνουμε αυτό που κάνουμε. Ο καθένας είναι ελεύθερος να πει ή να κρίνει ό,τι θέλει. Δεν είναι αυτή η πρόθεση. Θα ήταν χαζό. Το «De Mysteriis Dom. Sathanas» είναι αυτόνομο έργο, είναι μια ενότητα. Δεν νομίζω ότι θα είχε νόημα να το αναπαράγουμε. Αλλά είναι μέρος μας. Το παίζουμε. Και μας επηρεάζει, ειδικά οι ζωντανές εμφανίσεις, γιατί αυτό κάνουμε πολύ πλέον.
Σήμερα όλοι μας είμαστε επαγγελματίες με την έννοια ότι ζούμε από τη μουσική. Με αυτή την έντονη περιοδεία δεν θα είχαμε καν χρόνο για κανονική δουλειά, ακόμα κι αν θέλαμε. Αυτό μας επηρεάζει. Προσωπικά, μου αρέσει πολύ και η εποχή του «Ordo…» και του «Esoteric Warfare». Αυτοί οι δίσκοι είναι πολύ σημαντικοί για την καρδιά μου. Νομίζω ότι ίσως χρειάζονται ακόμα χρόνο για να τους «πιάσει» ο κόσμος, ειδικά το «Esoteric Warfare». Ήταν τρομακτικό άλμπουμ, μιλούσε για τον έλεγχο του νου, πιο γήινα πράγματα. Μετά από αυτά τα γήινα θέματα, μου αρέσει να επιστρέφω σε πιο εσωτερικά, πιο αποκρυφιστικά μονοπάτια.
Αν κάποιος δεν του αρέσει ο δίσκος, είναι απολύτως εντάξει. Θυμάμαι όταν κυκλοφορήσαμε το «Ordo…», η πρώτη κριτική που διάβασα ήταν ουγγρική και έλεγε ότι αυτός ο δίσκος είναι τόσο απίστευτα λάθος και κακός που συνιστούσε να αγοράσετε μπύρες αντί για το CD. Και σκέφτηκα «γαμώτο, τέλειο». Μετά από λίγο καιρό πήραμε το Νορβηγικό Grammy για τον δίσκο. Οπότε, ό,τι να ’ναι.
Και με τους TORMENTOR στα ‘80s, όταν ξεκινήσαμε, δεχόμασταν κακές κριτικές. «Το metal πρέπει να ενώνει», «τι είναι αυτό με τον Σατανά», «είστε πολύ τρελοί». Αυτή η αρνητική προπαγάνδα τελικά μας βοήθησε, γιατί γίναμε πολύ δημοφιλείς στην Ουγγαρία. Είχαμε ήδη κοινό χιλίων ατόμων λίγα χρόνια μετά την αρχή.
Έμαθα στη ζωή μου να μην δίνω μεγάλη σημασία σε ό,τι λένε οι άλλοι. Αν κάποιος πιστεύει ότι προσπαθούμε να ξανακάνουμε το «De Mysteriis…», είναι εντάξει. Δεν είναι ο στόχος. Προκύπτει φυσικά. Σε αυτόν τον δίσκο ίσως έχεις δίκιο σε κάποια σημεία, αλλά ήταν περισσότερο σαν σκοτεινό χιούμορ. Για παράδειγμα, «Funeral of Existence» σχεδόν σαν «Funeral Fog», ή στίχοι όπως «Deathlike Silence». Αλλά αυτό είναι και οι MAYHEM. Αν κάναμε άλλο ένα «Mysteriis…», γιατί όχι; Είναι ελευθερία τέχνης. Στεκόμαστε στην καλλιτεχνική ελευθερία. Είναι βασική φιλοσοφία των MAYHEM. Οπότε ναι, όταν το σκέφτομαι, έχει λογική αυτό που λες. Αλλά υπήρχε και λίγο σκοτεινό χιούμορ εκεί.

Η μπάντα φαίνεται εξαιρετικά δεμένη και πειθαρχημένη ζωντανά. Θα έλεγες ότι η τωρινή σύνθεση είναι η πιο «δεμένη» από τότε που επέστρεψες;
Νομίζω πως ναι. Και έχουμε μεγάλη εμπειρία. Είναι η πιο σταθερή σύνθεση για το μεγαλύτερο διάστημα, περίπου δέκα χρόνια τώρα. Αυτό βοηθά. Ο Morten και ο Charles είναι εκπληκτικοί κιθαρίστες. Ο Hellhammer είναι τρελός ντράμερ. Ο Necrobutcher είναι σταθερό θεμέλιο. Χαίρομαι πολύ όταν ακούω μετά τις συναυλίες ότι ακουστήκαμε δεμένοι και δυνατοί.
Προσωπικά, εξασκούμαι σχεδόν κάθε μέρα. Η μουσική και τα φωνητικά είναι η ζωή μου. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτό. Στη γιόγκα κάνω chanting, δουλεύω την αναπνοή μου. Παλιά έκανα cardio, τώρα κάνω πολύ plank, γιατί δυναμώνει τον κορμό και τους μυς που χρησιμοποιώ για τα φωνητικά, το διάφραγμα. Όλα συνδέονται με τη μουσική.
Το χόμπι μου είναι το hi-fi. Λατρεύω να ακούω μουσική. Έχω οικογένεια φυσικά, αλλά πέρα από αυτό, όλα είναι μουσική. Καμιά φορά οδηγώ τη Harley μου, αλλά κι αυτό μουσική είναι — ο ήχος της μηχανής. Δεν κάνω μεγάλες διαδρομές, μόνο μέσα στη Βουδαπέστη.
Δεν γινόμαστε νεότεροι. Είναι εντυπωσιακό που ίσως ακουγόμαστε καλύτερα μετά από 40 χρόνια. Δεν ξέρω πώς. Προπονούμαι πολύ. Στην τελευταία περιοδεία παίζαμε δίωρο σετ. Είναι σαν μαραθώνιος. Τα πιο απαιτητικά σωματικά είναι τα ντραμς και τα φωνητικά. Νιώθω τιμή που παίζω κάθε βράδυ με τον Jan Axel (Hellhammer). Είναι σπουδαίος καλλιτέχνης και μας εμπνέει.
Δεν κρατάμε τίποτα πίσω. Δεν υπάρχει πιο σημαντική και λιγότερο σημαντική συναυλία. Κάθε βράδυ δίνουμε το μέγιστο. Μερικές φορές μικρές σκηνές καταλήγουν να είναι οι πιο έντονες συναυλίες, με πλήρη επαφή με το κοινό.
Για μένα, ο σκοπός της μουσικής είναι το live. Λατρεύω το στούντιο, αλλά η ουσία είναι η σκηνή. Να αντιμετωπίζεις το κοινό, να διοχετεύεις την ενέργεια, να μπαίνεις σε μία φάση να νιώθεις την αντανάκλαση από τον κόσμο. Αυτό είναι εκπληκτικό. Και όλα αυτά κορυφώνονται εκεί, νομίζω.

Η ταινία “Lords of Chaos συνέβαλε στο να ανακαλύψει μια νέα γενιά τη μυθολογία γύρω από τους MAYHEM, παρόλο που το συγκρότημα δεν ενέκρινε αυτού του είδους την απεικόνιση. Εσύ και ο Necrobutcher έχετε μιλήσει ανοιχτά εναντίον της. Κέρδισαν οι MAYHEM μια νέα γενιά θαυμαστών; Νεότερους οπαδούς;
Νομίζω πως ναι. Και αυτό είναι εκπληκτικό. Δεν το είχαμε σκεφτεί έτσι. Να τι έγινε: όταν εμφανίστηκε αυτή η ταινία, είχε ήδη προηγηθεί συζήτηση με έναν Ιάπωνα σκηνοθέτη που ήθελε να κάνει ταινία για τους MAYHEM, με αμερικανική παραγωγή. Δεν έγινε ποτέ. Πάντα υπήρχαν τέτοια πράγματα γύρω μας — ντοκιμαντέρ, DVD. Εμείς ποτέ δεν τα κάναμε αυτά. Απλώς δίναμε μια συνέντευξη και κάποιος το κυκλοφορούσε. Αυτό ήταν κάπως αγενές, αλλά έτσι έγινε.
Όταν ακούσαμε για το “Lords of Chaos” και είδαμε το σενάριο, είπαμε «με τίποτα». Ή θα γίνει ακριβώς όπως θέλουμε ή σηκώνουμε το μεσαίο δάχτυλο. Δεν μπορούσαμε να το δεχτούμε. Αργότερα γνώρισα τον σκηνοθέτη, τον Jonas Åkerlund, που είναι πολύ καλός και έπαιζε ντραμς στους BATHORY — ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα. Θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα.
Του είπα όμως: «Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν είμαστε οι SEX PISTOLS. Όταν έγινε το “Sid and Nancy”, το συγκρότημα είχε ήδη διαλυθεί. Εμείς λειτουργούμε ακόμη. Αν κάποιος κάνει μια χαζή ταινία για εμάς, τι θα σκεφτούν οι οπαδοί; Ότι πουλήσαμε την ψυχή μας στο Hollywood; Πού είναι η κληρονομιά; Πού είναι η ακεραιότητα;». Έπρεπε να πούμε όχι.
Παράξενο όμως: η ταινία γυρίστηκε στην Ουγγαρία. Η οικογένειά μου είναι στον κινηματογράφο — η πρώην σύντροφός μου, ο γιος μου, η κόρη μου. Ο γιος μου έχει σπουδάσει σκηνοθεσία. Και όταν γύρισα από μια περιοδεία στη Νότια Αμερική, μου είπαν: «Μάντεψε — ο γιος σου θα σε υποδυθεί στην ταινία». Τον βρήκαν μέσω πρακτορείου, είδαν ότι μοιάζει ακριβώς όπως ήμουν τότε και του πρότειναν τον ρόλο.
Στην αρχή δεν ήξερα τι να κάνω, αλλά ήταν ήδη αργά. Τελικά νομίζω ότι βγήκε εντάξει. Το πρόβλημά μου είναι ότι η ταινία εστιάζει στη «σαβούρα» και όχι στη μουσική. Ήμασταν μπάντα. Παίζαμε μουσική. Μην το ξεχνάτε. Κατά τ’ άλλα, η ταινία είναι καλοφτιαγμένη, οι ηθοποιοί καλοί. Ήμουν παρών στη σκηνή που καίνε την εκκλησία — ήταν πραγματική εκκλησία. Βλέπω νέους ανθρώπους στις συναυλίες μας. Είναι ενδιαφέρον. Σκέφτομαι τον εαυτό μου στα 15, όταν έπαιζα στους TORMENTOR το 1985. Τότε οι BLACK SABBATH μού φαίνονταν «γέροι», ενώ ήταν μόλις 15 χρόνια μπάντα. Τώρα οι MAYHEM είναι 40 χρόνια στη σκηνή. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς μας βλέπουν αυτά τα παιδιά.
Βλέπουμε μέχρι και τρεις γενιές στις συναυλίες μας — παιδί με ωτοασπίδες, πατέρας και παππούς. Είναι τρελό. Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Κι εγώ στα 15 ήμουν ήδη τρελός. Τους χαιρετώ.

Ανέφερες δύο φορές τους TORMENTOR. Παραμένουν σημαντικό καλλιτεχνικό όχημα για σένα;
Ναι. Παίζουμε ακόμη. Ερχόμαστε και στην Ελλάδα. Παίζουμε με την ίδια σύνθεση από το 1987 — είναι απίστευτο. Οι TORMENTOR επηρέασαν τους MAYHEM. Δεν γνώριζα τους MAYHEM πριν με προσεγγίσουν. Το παράξενο είναι ότι στους TORMENTOR το καλλιτεχνικό μου όνομα ήταν Mayhem. Φαντάσου. Μετά με προσέγγισε συγκρότημα που λεγόταν MAYHEM.
Ήμουν αγαπημένος τραγουδιστής του Dead. Έχω δει γράμματά του όπου έλεγε ότι οι TORMENTOR ήταν η μόνη μπάντα που του άρεσε τότε. Δεν τον γνώρισα ποτέ. Οι TORMENTOR ήταν το «λύκειό» μου. Παίξαμε 50–100 συναυλίες στα ‘80s όταν ήμουν 15–19 ετών. Οι MAYHEM δεν έπαιζαν καν ζωντανά τότε. Οι MAYHEM είναι στην κορυφή της πυραμίδας για μένα, αλλά οι TORMENTOR είναι πάντα εκεί. Ίσως πρέπει να κάνουμε και νέο άλμπουμ.

Πιστεύεις ότι η μυθολογία και η δημοσιότητα επισκίασαν τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα των πρώτων χρόνων;
Νομίζω πως ναι. Αλλά ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Ήμουν εκεί. Ήμουν 22 όταν τραγούδησα στο «De Mysteriis…». Ο Varg ήταν νεότερος. Όταν άκουσα το «Deathcrush», μου άρεσε, αλλά ήταν πιο punk. Αγαπώ το punk. Όταν όμως άκουσα τα demo του «De Mysteriis…», έπαθα σοκ. Δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο. Ήταν εντελώς νέα προσέγγιση. Άκουγα SLAYER, BATHORY, αλλά αυτό ήταν διαφορετικό. Η δομή, οι συνθέσεις, τα τύμπανα, τα riffs — όλα. Ήταν φουτουριστικό, φρέσκο, σκοτεινό, με συναίσθημα και ταχύτητα. Δεν θα ξεχάσω πώς ένιωσα.
Πάντα πίστευα ότι η μουσική ήταν το σημαντικό. Τώρα ο κόσμος μιλά για τα υπόλοιπα. Ο Varg υπήρξε φίλος μου. Ο Euronymous ήταν πολύ κοντινός μου φίλος. Έχω μείνει στα σπίτια τους. Δεν έχω μιλήσει με τον Varg από τότε. Νομίζω του αρέσει η προσοχή των media. Εμένα μου αρέσει να επηρεάζω μέσω της μουσικής, όχι μέσω δηλώσεων.

Έχοντας δουλέψει με Euronymous, Blasphemer και Teloch, ποιες είναι οι διαφορές τους;
Όλοι είναι εξαιρετικοί και διαφορετικοί. Ιδιοφυΐες. Θα έβαζα και τον Charles (Ghul), που έχει γράψει σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων άλμπουμ. Ο Euronymous είχε τεράστιο όραμα. Μιλούσε για περιοδείες σε ιστορικούς χώρους όπως το Hammersmith. Ο Blasphemer ήταν απίστευτα δημιουργικός, με αδιανόητο riffing. Στεναχωρήθηκα πολύ όταν έφυγε. Ο Morten (Teloch) είναι φανταστικός συνθέτης, αυτοδίδακτος, έμαθε κιθάρα σε γκαράζ, πήγε στους GORGOROTH και μετά στους MAYHEM. Το έχει μέσα του.

Ζητώ συγγνώμη, αλλά το link της συνέντευξης θα λήξει και δεν έχουμε άλλο χρόνο… Σε ευχαριστώ πολύ.
Γαμώτο, ελπίζω να τα πούμε σύντομα.

Σάκης Φράγκος (με την πολύτιμη βοήθεια του Λευτέρη Τσουρέα)

SACRIFICIAL DEATH – “Absolute katharsis” (Soman)

0
Sacrificial

Sacrificial

Το death/thrash σχήμα των SACRIFICIAL DEATH από την Αθήνα, έχει βρεθεί πολλές φορές μπροστά μου τα τελευταία δύο χρόνια, σε διάφορες περιστάσεις. Είτε σε σχετικά festival, είτε support σε σχετικά και μη σχήματα, ένα όμως είναι το μόνο σίγουρο. Τα παλικάρια αυτά, δεν αστειεύονται, φτύνουν φωτιές και κατεβάζουν γουστόζικα riffs ενώ το κάνουν! Πραγματικά, τρομερά υψηλό παικτικό επίπεδο από το “Glory of the dead” EP. Πλέον ήρθε η ώρα να μιλήσουν και με full-length δίσκο. O τίτλος αυτού; “Absolute katharsis” και κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από την Soman records.

Εδώ έχουμε μια περίπτωση που το υλικό δοκιμάστηκε και “ψήθηκε” συναυλιακά, προτού κυκλοφορήσει σε studio εκδοχή. Το αποτέλεσμα; Η συναυλιακή φόρα της μπάντας, μεταφέρθηκε στα 32 και κάτι λεπτά του “Absolute catharsis” στο στούντιο. Υλικό κομμένο και ραμμένο για κύκλους και βρωμόξυλο, βαπτισμένο στους SLAYER, SODOM, KREATOR και DEATH ενώ από μεταγενέστερες μπάντες οι δικοί μας SUICIDAL ANGELS και LEGION OF THE DAMNED έρχονται κατά νου. Τα δε διπλά φωνητικά, φέρνουν και λίγο από DEICIDE στο μυαλό. Όλα τα καλά του κόσμου δηλαδής! Τα παιδιά είναι οπαδοί και φαίνεται στο πως γράφουν αλλά και στο πως παίζουν.

Το εναρκτήριο “Flesh of deceit (death to humanity)” σου εξηγεί το όνειρο από την αρχή! Στον αντίποδα το ποικιλόμορφο ομώνυμο (μέχρι και blastbeats ακούμε), το “Glory of the dead” και το “Fetch us their souls” δείχνουν τη πιο περιπετειώδη φύση της μπάντας που παίζει με τις δυναμικές μέσα στο ευθύ και αιματοβαμμένο της μοτίβο (το παικτικό επίπεδο που λέγαμε παραπάνω). Φυσικά, οι καθαρόαιμοι οδοστρωτήρες “Eternal damnation”, “Baptized in blood and fear” (με την εφιαλτική του εισαγωγή) και το φινάλε “Abysmal wrath”/“Demise of the ritual”, αναλαμβάνουν να διαλύσουν το σβέρκο σου με γούστο και στυλ!

Όλα αυτά, ντυμένα με τη παραγωγή του Βαγγέλη Γιαλαμά (FRAGILE VASTNESS) που αναδεικνύει τα πάντα με όγκο, καθαρότητα και επιθετικότητα. Σοφή η επιλογή της επανηχογράφησης και του “Fetch us their souls” και του “Glory of the dead”, δείχνοντας πως εξελίχθηκαν αυτά τα κομμάτια σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (υπενθυμίζω η μπάντα υπάρχει βαριά 5 χρόνια!). Εν κατακλείδι, οι SACRIFICIAL DEATH με το “Absolute katharsis” λένε “καλησπέρα σας, ήρθαμε!” στον μουσικό κόσμο, με μια γερή κλωτσιά στα μούτρα. Προσωπικά, νιώθω μεγάλη χαρά όταν το αγαπημένο μου ιδιώμα βγάζει νέο αίμα, το οποίο να διεκδικεί με αξιώσεις από την αρχή τη θέση του!

Αν είσαι thrasher και δη στην ακραία πλευρά του είδους, το “Absolute katharsis” θα σου ανοίξει τη καρδιά. Νιώθω επίσης πως ακόμα δεν έχουμε δει όλα όσα μπορούν να κάνουν. Παρόλα αυτά, ήδη μας δείχνουν ότι πρέπει να τους παρακολουθούμε στενά και αυτό είναι το σημαντικότερο!  Εύγε λεβέντες μου!

8 / 10

Γιάννης Σαββίδης

MOB RULES – “Rise of the ruler” (ROAR)

0
Mob Rules

Mob Rules

Η χρονιά που μας άφησε, εκτός από ορισμένες κυκλοφορίες που -σε προσωπικό επίπεδο πάντα- φρόντισαν να κινήσουν αρχικά την περιέργεια μου και εν συνεχεία την απόλυτη προσοχή μου, σηματοδότησε την ταυτόχρονη δισκογραφική επιστροφή τριών σχημάτων από την Γερμανία που από την απαρχή της δισκογραφική τους πορείας φροντίζω να παρακολουθώ στενά. Ο λόγος, φυσικά, για τους PRIMAL FEAR, BRAINSTORM και MOB RULES. Κι αν για τους δύο πρώτους, έχουμε συνηθίσει σχεδόν κάθε δύο χρόνια νέο άλμπουμ, οι MR είχαν να μας απασχολήσουν από εκείνο το μνημειώδες “Ghost reborn” του 2018. Ένα live to 2019 (“Beast over Europe”) καθώς και η επετειακή συλλογή  των 30 τους χρόνων με τίτλο “Celebration day: 30 years of Mob Rules” δεν στάθηκαν ικανά να μας ξεδιψάσουν…  Ο σκοπός τους ήταν να κρατήσουν στον αφρό το όνομα τους μέχρι την έλευση της δέκατης studio δουλειάς τους, δίχως ιδιαίτερες φανφάρες και ατέρμονες επικοινωνιακές “επιθέσεις”. Με ταπεινότητα και σεβασμό στους εαυτούς τους αλλά και σε όσους τους ακολουθούν όλα αυτά τα χρόνια.

Η δικαίωση έρχεται ιδανικά με το “ROTR”! Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όσες φορές κι αν το έχω ακούσει, διαπιστώνω πως ποιοτικά βρίσκεται ένα -μικρό- σκαλοπάτι πιο κάτω από τους προκατόχους του (ειδικότερα από το “Ethnolution A.D.” και μετά). Ενδεχομένως να ευθύνεται η μεγάλη δισκογραφική αποχή, ίσως πάλι η έμπνευση του παρελθόντος να είχε “χτυπήσει” ταβάνι. Σε καμία περίπτωση δεν διαθέτει έλλειψη ποιότητας ή καταδεικνύει μία σύναξη μουσικών σε όχι ιδιαίτερα δημιουργικό φεγγάρι. Και πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά από την στιγμή που αναφερόμαστε σε ικανότατους μουσικούς και συνθέτες που βρίσκουν με ευκολία τον τρόπο να μας παρουσιάσουν άρτια δομημένες συνθέσεις και πάμπολλες στιγμές που “μας υποχρεώνουν” να συνεχίζουμε απτόητοι τις ακροάσεις. Πρόκειται για υλικό που κερδίζει με το σπαθί του την πλήρη αφοσίωσή μας και με την πάροδο του χρόνου αποδεικνύεται ανώτερο των αρχικών προσδοκιών. Είτε όταν επιλέγουν το πιο in your face πρόσωπο τους είτε όταν ρίχνουν τις ταχύτητες προς όφελος μίας λυρικότερης προσέγγισης κα δημιουργία πιο επικής ατμόσφαιρας.

Συνέπεια στο όραμα, μεθοδικότητα στον τρόπο σκέψης και υλοποίηση αυτής, εκτελεστική δεινότητα, είναι τα κυρίαρχα συστατικά που ακολουθούν τους MOB RULES από την έναρξη της πορείας τους. Πολύτιμα μαθήματα προς ναυτιλομένους. Υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην προσωπική καλλιτεχνική επιτυχία. Απαιτείται, υπομονή, επιμονή, ευστροφία, διορατικότητα, καθαρό μυαλό και λύσεις δουλεμένες στο μυαλό του εκάστοτε μουσικού ώστε να μπορέσει αλώβητος να ξεπεράσει τους σκοπέλους που θα βρεθούν στο διάβα του. Με περισσή δυσκολία, στέκομαι κατά τι περισσότερο στα “Exiled”, “Future loom”, “Dawn of second sun”, “Providence” και “Nomadic oasis”με τα υπόλοιπα να ακολουθούν κατά πόδας σε έναν αρκούντως θαυμάσιο heavy metal δίσκο από ένα συγκρότημα που δουλεύει τόσα χρόνια με τους δικούς του ρυθμούς και σαφέστατα δεν έχει κερδίσει την αναγνώριση που αναμφίβολα του αναλογεί…

8 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

INDUCTION – “Love kills” (Reigning Phoenix Music)

0
Induction

Induction

Φτάσαμε αισίως στον τρίτο ολοκληρωμένο δίσκο των ανερχόμενων Power Metallers INDUCTION, της μπάντας της οποίας ιδρυτής ήταν ο Martin Beck, με τον Tim Hansen να γίνεται μέλος στην πορεία (πατέρας του είναι ο Kai Hansen, δεν πρόκειται για συνωνυμία). Μετά την αποχώρηση του πρώτου, ο Tim ανέλαβε τα ηνία και πλέον ως ο εγκέφαλος του γκρουπ, είναι υπεύθυνος για το μεγαλύτερο συνθετικό κομμάτι καθώς και για την παραγωγή του “Love kills”. Το άλμπουμ αποτελεί μία νέα αφετηρία για την πεντάδα, αφού τρία από τα πέντε μέλη είναι καινούρια συμπεριλαμβανομένου και του τραγουδιστή. Είναι πολύ δύσκολη η αντικατάσταση ενός frontman, ειδικά αν το συγκρότημα βρίσκεται στα πρώτα του ανοδικά βήματα, αλλά ο Gabriele Gozzi (ETERNAL IDOL) φαίνεται εκ του αποτελέσματος ως μία σωστή επιλογή που υποστηρίζει το όραμα των INDUCTION. Ας ελπίσουμε να στεριώσει και να μην υπάρχει τέταρτος τραγουδιστής στο τέταρτο άλμπουμ όταν αυτό έρθει.    

Μεγάλες αλλαγές οι οποίες κράτησαν μεν σταθερή τη μουσική βάση που είχε χτιστεί στο “Born from fire”, φέρνοντας ταυτόχρονα κάποια νέα στοιχεία από την άλλη. Το επικό στοιχείο πλέον υποχωρεί και δίνει την σκυτάλη σε μία πιο μοντέρνα προσέγγιση, οι συνθέσεις είναι πιο σφιχτές και σύντομες, ενώ η έμφαση στις δυνατές μελωδίες και τα κολλητικά ρεφραίν είναι εντονότερη από ποτέ. Πρόκειται ξεκάθαρα για ένα σταυροδρόμι στο οποίο συναντώνται οι DYNAZTY με τους BEAST IN BLACK, άρα γίνεται απευθείας αντιληπτό το κοινό στο οποίο απευθύνεται η κριτική αυτή. 

Μετά το πέρας των πρώτων ακροάσεων, δεν θα κρύψω πως μου δημιουργήθηκαν κάποιες ενστάσεις. Άκουσα μία μπάντα η οποία δεν έχει δική της ταυτότητα, αφού πιο πολλά δανείζεται παρά τροφοδοτεί στο ιδίωμα, σκεπτόμενος ότι έχουμε μία από τα ίδια. Λίγα play αργότερα, άλλαξα τελείως προσέγγιση και πλέον τον έχω ευχαριστηθεί και με το παραπάνω το δίσκο! Γιατί θυμήθηκα το λόγο που ακούω τους καλλιτέχνες που ανέφερα παραπάνω. Γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να εκτεθώ στην μουσική που παίζουν και να μην μου φτιάξει η διάθεση. Γιατί αν αφεθείς στο “Love kills”, ξεχνάς για 40 λεπτά όλα τα προβλήματα που υπάρχουν, η ακρόαση κυλά σαν γάργαρο νερό και η ζωή είναι ωραία.       

Να ξεκινήσω από την ωραία του ροή, αφού τα “Virtual insanity” και “War of hearts” είναι απλά οι διατάσεις, το ζέσταμα πριν τον αγώνα. Το “Dark temptation” θα μας δώσει την πρώτη μεγάλη πώρωση, με την ένταση να συνεχίζεται στο “Steel and thunder”. Η Clémentine Delauney των VISIONS OF ATLANTIS αφήνει τα πειρατικά ρούχα στην άκρη για το μελωδικό “Strangers to love” σε μία άκρως καλοδεχούμενη συνεργασία. Συνεχίζουμε με τρία πολύ δυνατά hits για να κλείσουμε με το λίγο διαφορετικό “The veil of affection” που επαναφέρει το ξεχασμένο επικό στοιχείο. Είπα να κλείσουμε; Όχι ακριβώς, αφού σκάει από το πουθενά το “Empress” των GAMMA RAY για πραγματικό επίλογο. Είναι πιστό στο original και φωνητικά κανείς δεν αξίζει να συγκριθεί με τον μπαμπά όχι του Tim, αλλά του Power Metal. Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη άδικες συγκρίσεις, αρπάζω την ευκαιρία να ακούσω για άλλη μια φορά μία από τις αγαπημένες μου συνθέσεις των RAYS χωρίς πολλή σκέψη.       

Δεν ξέρω αν σε δύο χρόνια θα θυμάμαι αυτή τη δουλειά, όπως επίσης δεν ξέρω αν είναι αρκετό σαν πειστήριο για να πάω σε συναυλία όπου INDUCTION θα ήταν οι headliners. Έχουν δρόμο μπροστά τους και για τον λόγο αυτό ανοίγουν στους VISIONS OF ATLANTIS (δικαίως) και τους WARKINGS (ίσως όχι τόσο δικαίως αν κρίνω από το “Armageddon”). Από την άλλη, το “Love kills” έχει προς τιμήν του πολύ καλύτερη δομή από πολλούς πρόσφατους δίσκους συγκροτημάτων που ανήκουν στο είδος που ίσως πρέπει κάποια στιγμή να ονομάσουμε New Wave Of Power Metal, για να συνεννοούμαστε, και θα περιέχει όλες τις SABATON-ομπάντες. Αν το δούμε απενοχοποιημένα για αυτό που είναι, χωρίς πολλές φιλοσοφίες, είναι ένας δίσκος που δίνει στους οπαδούς ακριβώς αυτό που τους αρέσει πιέζοντας τα σωστά κουμπιά. Αν δηλαδή έχετε πάρει εισιτήριο από τώρα για το φετινό Release για να δείτε τους SABATON, πιστεύω θα ευχαριστηθείτε και το άλμπουμ αυτό. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως οι INDUCTION χρειάζεται να εξερευνήσουν λίγο παραπάνω, ώστε να ανακαλύψουν μία δική τους ταυτότητα.  

7,5 / 10

Παύλος Παυλάκης

WITCHCRAFT – “A sinner’s child” (Heavy Psych Sounds)

0
Witchcraft

Witchcraft

Oι WITCHCRAFT, ουσιαστικά το πνευματικό παιδί του Σουηδού Magnus Pelander, έχουν καταφέρει εδώ και δύο δεκαετίες να συνδυάζουν τα old-school grooves του rock της δεκαετίας του ’70 με μια μοντέρνα, heavy χροιά. Αυτό το ΕΡ σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή μιας που μειώνει την ακατέργαστη, γεμάτη riffs, ένταση των προηγούμενων έργων τους, προτιμώντας να μας προσφέρουν τώρα έναν πιο εύθραυστο, μελαγχολικό τόνο με πιο περίπλοκες και πολυεπίπεδες μελωδίες από πριν, ενσωματώνοντας bluesy πινελιές, ακουστικές στιγμές, ακόμη και μερικές folk επιρροές.

Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η αναμφισβήτητη doom-βαρύτητα που καθορίζει τον ήχο τους. Πρόκειται για έναν στοιχειωτικό δίσκο που συνδυάζει SABBATH-esque riffs και πιο μελωδικά leads προκαλώντας έτσι μια βαθιά αίσθηση μελαγχολίας κι εκεί έγκειται είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιεί αυτό το άλμπουμ από τα προηγούμενα έργα τους. Ενώ ο δίσκος διατηρεί ακόμα την βαριά, doom-φορτωμένη ατμόσφαιρα για την οποία είναι γνωστοί ο Magnus και η παρέα του, περισσότερο συναισθηματικό βάθος και πολλές ηχητικές αποχρώσεις που ανακαλύπτονται μετά από επαναλαμβανόμενες ακροάσεις.

Δεν είναι απλώς ένα άλμπουμ για τους λάτρεις του stoner rock ή του doom metal – είναι για όποιον ενδιαφέρεται να ακούσει ένα συγκρότημα να εξελίσσεται, να πειραματίζεται και να εξερευνά νέες ηχητικές δυνατότητες, χωρίς να χάνει τις ρίζες του. Ο Magnus Pelander έχει δημιουργήσει κάτι που είναι ταυτόχρονα διαχρονικό και βαθιά προσωπικό, κάνοντας έτσι αυτό το ΕΡ το τέλειο συμπλήρωμα του “Idag”, του πιο πρόσφατου και καταξιωμένου LP τους.

Γιώργος Γκούμας

BEHEMOTH – NIDHOGG (Floyd, 8/2/2026)

0
Behemoth

Behemoth

Πρώτος σταθμός της περιοδείας τους με τους συμπατριώτες τους NIDHOGG ήταν η εμφάνιση των Πολωνών BEHEMOTH στο Floyd της Αθήνας. Όπως ήταν αναμενόμενο το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τις επιλογές στο show τους, αλλά και στο setlist, έχοντας και το στοιχείο της έκπληξης με την συμμετοχή του Σάκη Τόλη.

Ο κόσμος είχε γεμίσει το club από νωρίς για να δει και τους NIDHOGG, οι οποίοι στα περίπου 45 λεπτά που ήταν στη σκηνή κατάφεραν να φέρουν σύγχυση τόσο μουσικά όσο και οπτικά με τις στυλιστικές μεταμορφώσεις του frontman τους. Λένε ότι παίζουν black metal, αλλά τα αμιγώς heavy metal κιθαριστικά μέρη μάλλον παραπέμπουν σε ένα ανέμπνευστο συνονθύλευμα στο περσινό τους ντεμπούτο, “Narcissvs”.

Ο Nidhogg έκανε τα πάντα για να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού και μάλλον τα κατάφερε, αναλογιζόμενος το χειροκρότημα μετά από κάθε μακρόσυρτο λογύδριό του, αλλά και με τις χορευτικές του ικανότητες.

Η διασκευή στο “Territory” των SEPULTURA ήταν λίγο αλλοπρόσαλλη σε ρυθμούς, με τον frontman τους να τραγουδά μόνο τα πρώτα μέρη των φωνητικών και μετά να εγκαταλείπει. Μάλλον αν δεν ήταν Πολωνοί δεν θα είχαν καμία τύχη να είναι support σε αυτή την περιοδεία.

Ακριβώς στην ώρα τους οι BEHEMOTH βγήκαν στη σκηνή χωρίς σκηνικά, επιλέγοντας να μη χρησιμοποιήσουν εκτεταμένα φωτιές όπως συνήθιζαν μέχρι τώρα. Σε επίπεδο show η εμφάνισή τους ήταν ανάλογη με εκείνη του Release Festival, γεγονός που δείχνει την επιλογή τους να επικεντρωθούν στο μουσικό μέρος και όχι τόσο στο οπτικό. Οι επιλογές στο setlist τους είχαν αρκετό ενδιαφέρον, έχοντας κομμάτια και από τις τρεις, μέχρι τώρα, περιόδους τους. Επέλεξαν να μην έχουν ψηλά τις κιθάρες στον ηχητικό τους σχεδιασμό και στα παλιότερα κομμάτια τους υπερκαλύπτονταν από τα τύμπανα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν μπουκωμένος ο ήχος τους. Ήταν απλά επιλογή τους να έχουν αυτόν τον ήχο, αφήνοντας με προσωπικά να ψάχνω τι παίζουν στις κιθάρες, μιας και δέσποζαν σε ένταση σε όλες τις εν Ελλάδι συναυλίες τους που τους έχω δει από το AN club του 1999 μέχρι και σήμερα.

Όπως ήταν αναμενόμενο την μερίδα του λέοντος είχε η σύγχρονη περίοδος τους, η οποία ξεκίνησε με το “The Satanist” πριν δώδεκα χρόνια και δίσκο με δίσκο γιγαντώνονταν ολοένα και περισσότερο σαν όνομα. Η επιλογή τους να μην παίξουν παρά 3 κομμάτια από το περσινό τους άλμπουμ, “The shit of God”, δείχνει ότι δεν είναι ακόμα μια περιοδεία προώθησης του. Αντίθετα το setlist τους περιελάβανε επίσης 3 κομμάτια από τα “The Satanist” και “I loved you at your darkest“, ενώ από το προηγούμενο δίσκο τους, “Opvs contra natvram” δεν επιλέχτηκε κανένα τραγούδι. Στο σύνολο των 16 κομματιών του set τους, τα υπόλοιπα 4 ήταν από τη δεύτερη blackened death περίοδό τους (1998-2009), ένα από την πρώτη τους αμιγώς black metal (1991-1996) και η διασκευή-έκπληξη στο main set τους.

Αντίθετα από ό,τι συνηθίζεται, επέλεξαν να διασκευάσουν τον ύμνο των BATHORY, “The return of darkness and evil” στο μέσο του main set τους και όχι στο τέλος του ή στο encore. Αυτό το γεγονός προκάλεσε φρενίτιδα στο κοινό όταν ο Nergal κάλεσε επί σκηνής τον Σάκη Τόλη των ROTTING CHRIST για να τους συνοδεύσει. Με πιο ρυθμική και όχι φρενήρη προσέγγιση, είχαμε την σπάνια ευκαιρία να δούμε τον ζωντανό θρύλο της παγκόσμιας black metal σκηνής ως frontman χωρίς να παίζει την κιθάρα του. Το αποτέλεσμα ήταν το λιγότερο καθηλωτικό, βλέποντάς τον να πορώνεται σαν νέος, διασκευάζοντας αυτό το κομμάτι από το “The return” (1985), το οποίο ηχητικά επηρέασε στο ξεκίνημα της όλη την πρώτη γενιά του black metal. Χτυπιόταν, ούρλιαζε στο μικρόφωνο σε κάθε σημείο του και όργωσε όλη τη σκηνή, ξεσηκώνοντας το κοινό που παραληρούσε στη θέα αυτής της αναπάντεχης συναυλιακής στιγμής που κανείς δεν περίμενε και ειδικά σε αυτό το σημείο της συναυλίας.

Η επιλογή των εμβόλιμων κομματιών από το απώτερο παρελθόν τους ανάμεσα στα πιο πρόσφατα λειτούργησε σαν ένα εύστοχο σχόλιο στο ποιοι ήταν πριν και τι είναι πλέον. Έτσι το “Conquer all” μπήκε ανάμεσα στα εναρκτήρια “The shadow elite” – “Ora pro nobis Lucifer” και στο “The shit of God”, στο οποίο η παρουσία της Ανδρονίκης Σκουλά του έδωσε με την ερμηνεία της ένα αποτέλεσμα που μας καθήλωσε.

Ανάμεσα στα “Ecclesia diabolica catholica”, “Blow your trumpets Gabriel” και “Bartzabel” σφήνωσαν το  “Cursed Angel of Doom”, το οποίο προλόγισε ο Nergal, ζητώντας από τους οπαδούς τους να σηκώσουν το χέρι όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1991. Τα πολλά υψωμένα χέρια έδειξαν ότι οι BEHEMOTH ζουν τη σημερινή τους παρουσία και δεν ρετρολαγνούν. Η εκτέλεση αυτού του κομματιού, για το οποίο είπε ο Nergal ότι είναι το πρώτο κομμάτι που συνέθεσε για τη μπάντα, παρουσιάστηκε με την ηχητική της επαναηχογράφησης που έχουν κάνει. Σε αυτό το σημείο φάνηκε περίτρανα το χάος που χωρίζει η πρώτη τους περίοδος από την τωρινή σε επίπεδο ρυθμών και δομής των συνθέσεων τους.

Στη συνέχεια μέχρι να κλείσει το σετ έγινε το ακριβώς αντίθετο: Το νεότερο “Wolves ov siberia” ακολούθησε μετά το “Ov Fire and the Void” και τη διασκευή στους BATHORY, για να ολοκληρωθεί το setlist με 3 κομμάτια από την δεύτερη περίοδο τους. O Nergal προλογίζοντας το “Decade of therion”, προσπάθησε να πει σωστά τον εναρκτήριο στίχο «Από παντός κακοδαίμονος», λέγοντας αυτοσαρκαζόμενος ότι δεν το προφέρει σωστά. Ο θηριώδης μπασίστας τους, Orion, ανέλαβε να το πει και η προφορά του ήταν άψογη, δίνοντας το έναυσμα να γίνουν οι ρυθμοί καταιγιστικοί μέχρι το τέλος του main set με τα “No sympathy for fools” και “Chant for eschaton 2000”, τα οποία ακολούθησαν.

Με αυτή τη ροή είχε πολύ ενδιαφέρον για τους fans τους να ακούσουν τις δραστικές αλλαγές που έχουν οι BEHEMOTH στην πορεία του χρόνου. Από την πρωτόλεια πρώτη μαυρομεταλλική περίοδο στην blackened death που τους έκανε γνωστούς όπου οι ρυθμοί είναι καταιγιστικοί και οι συνθέσεις πολύπλοκες και τέλος στη σύγχρονη που χαρακτηρίζεται από απλούς ρυθμούς. Στη σημερινή τους μορφή οι Πολωνοί συνθέτουν κομμάτια που είναι συναυλιακά στον απόλυτο βαθμό, δίνοντας στο κοινό τους να συμμετέχει, τραγουδώντας τους στίχους. Θαρρώ αυτός είναι ο κύριος λόγος της γιγάντωσης τους, η οποία έχει φέρει πολλούς  οπαδούς που δεν είναι καν ακροατές extreme metal, γεγονός που ήταν προφανές και στο Floyd.

Μετά από μιάμιση ώρα, η επιλογή του “O Father o Satan o Sun!” ήταν αναμενόμενη και η διακοπή των λίγων δευτερολέπτων στο απόλυτο σκοτάδι έφερε τους τρεις μουσικούς ακίνητους με τις μάσκες τους γύρω από το υπερυψωμένο drumkit. Αυτή η τελική εικόνα συνόψισε τη θεατρικότητα της εμφάνισης τους, η οποία δεν είχε – ευτυχώς – τα στοιχεία συγχρονισμού στην κινησιολογία των μουσικών τους όπως παλιά.

Ο Nergal μόνο άλλαζε μορφή πότε με την κουκούλα του και πότε με τα στέμματα πάνω από το κεφάλι του και απέδωσε πειστικά πολλά καθαρά μέρη φωνητικών. Η συνολική του παρουσία απέδειξε γιατί θεωρείται κορυφαίος frontman, ξεσηκώνοντας τον κόσμο με κάθε ευκαιρία. O Inferno δεν παίζει πλέον πολύπλοκα τα μέρη των παλιότερων κομματιών, κάτι που προσωπικά με ξένισε ακούγοντας τα live με τη σημερινή τους προσέγγιση.

Καταληκτικά ήταν μια συναυλία που άφησε ενθουσιασμένους τους οπαδούς τους που γέμισαν το, μεγαλύτερο σε χωρητικότητα, club της Αθήνας και αποτέλεσε μια συνολική αποτίμηση του τι είναι διαχρονικά οι BEHEMOTH εδώ και 35 χρόνια στη σκηνή. Μπορεί να είναι πλέον το «black metal για τους χεβιμεταλλάδες» για τους ορθόδοξους black metal fans και για τους οπαδούς των πρώτων δύο περιόδων τους, όμως καταφέρνουν να περνάνε σε συναυλίες σαν κι αυτές όλα τα στοιχεία που τους συνθέτουν, αφήνοντας όλους ικανοποιημένους.

Λευτέρης Τσουρέας
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece