Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 10

LORD OF THE LOST INTERVIEW (Chris Harms, Benji Mundigler)

0
Photo by VDPictures
Photo by VDPictures

“Black arts”

Καιρό ήθελα να κάνω μια συνέντευξη με τους LORD OF THE LOST, καθώς παρακολουθώντας στενά την  πορεία τους την τελευταία δεκαετία, είχαν δημιουργηθεί πολλές απορίες. Ο αρχισυντάκτης με εφοδιάσε με τεχνολογικές ευκολίες και hacks, ώστε να είναι η απομαγνωτοφώνηση μια διαδικασία όχι τόσο επίπονη, όσο με τα πάλαι ποτέ δημοσιογραφικά κασετόφωνα, όμως η ίδια η τεχνολογία ταλαιπώρησε τόσο εμένα, όσο και τον mainman των LOTL Chris Harms, ο οποίος μαζί με τον πρόσφατα ενταγμένο Benji Mundigler, με περίμεναν στα παρασκήνια του πολυχώρου Progresja της Βαρσοβίας. Τρεις ώρες μετά την προκαθορισμένη ώρα, ώστε να λυθούν όλα τα ζητήματα, τελικά τα καταφέραμε και είχαμε μια μεστή συζήτηση, με αφορμή τόσο την επερχόμενη, headline εμφάνιση τους στο Gagarin 205 την Παρασκευή 27 Μαρτίου, αλλά και την ολοκλήρωση σε λίγες ημέρες της φιλόδοξης τριλογίας “Opvs noir”. Και κάπου στο ενδιάμεσο, σχολιάσαμε και κάποιες από τις πρακτικές της μουσικής βιομηχανίας. Η μισή ώρα που είχαμε μπροστά μας τελικά δεν ήταν αρκετή.

Λοιπόν, αυτή είναι η δεύτερη φορά που έρχεστε στη χώρα μας και αυτή τη φορά για club show, γιατί την πρώτη φορά ήσασταν σε ένα τεράστιο στάδιο ως support των IRON MAIDEN. Benji, δεν θυμάμαι αν ήσουν στη συγκεκριμένη συναυλία. Τι αναμνήσεις έχετε από εκείνη τη βραδιά στην Αθήνα;
Benji Mundigler: Στην πραγματικότητα ήμουν, αλλά όχι πάνω στη σκηνή ως μουσικός. Δούλευα ακόμα για το συγκρότημα ως stage manager εκείνη την περίοδο, οπότε έστησα τη σκηνή, αλλά δεν έπαιξα επάνω σε αυτήν.
Chris Harms: Έχω ίσως μία από τις πιο συναισθηματικές, ίσως και την πιο συναισθηματική ανάμνηση από όλη την περιοδεία. Θυμάμαι να κάθομαι, ενώ έπαιζαν οι IRON MAIDEN, πίσω από τη σκηνή, σε ένα σημείο απ’ όπου έβλεπα όλο το κοινό και το πλάι της σκηνής. Υπήρχαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα καπνογόνα και τραγουδούσαν μαζί όταν ξεκίνησαν το “Fear of the dark”. Ήμασταν σε ένα στάδιο με περίπου 50.000 άτομα και όλοι άρχισαν να τραγουδούν. Έχω ακόμα το βίντεο στο κινητό μου και καθόμουν εκεί και άρχισα να κλαίω. Ένιωσα την ανάγκη να κάνω ένα Instagram story για να το μοιραστώ με τον κόσμο και να πω “Αυτό που ζούμε τώρα είναι κάτι που μόνο λίγα συγκροτήματα σε όλη τους τη ζωή μπορούν να βιώσουν, να παίζουν με θρύλους όπως οι IRON MAIDEN”. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Και η δική μας εμφάνιση φυσικά ήταν καταπληκτική. Το ελληνικό κοινό είναι εξαιρετικά παθιασμένο, πολύ δυναμικό, και ανυπομονούμε πολύ, γιατί δεν έχουμε ξανακάνει δική μας συναυλία στην Ελλάδα. Αν είναι τόσο παθιασμένοι και μαζί μας, όσο ήταν με τους IRON MAIDEN, τότε θα είναι μια σπουδαία εμφάνιση.

Σας δυσκόλεψε η ζέστη κατά την εμφάνισή σας; Γιατί θυμάμαι ότι ίδρωνα συνεχώς. Και είχα έρθει πολύ νωρίς για να σας δω.
ΒΜ: Ναι, είχε μπόλικη ζέστη. Δεν ήταν όπως το πιο ζεστό live που είχαμε, νομίζω στο Βουκουρέστι στη συγκεκριμένη περιοδεία, όπου ήταν ανυπόφορα. Αλλά στην Αθήνα ο καιρός ήταν υπέροχος. (σσ: Εγώ πάντως κόντεψα να λιποθυμήσω από την αφυδάτωση)
CH: Για μένα δεν είναι ποτέ ανυπόφορα. Λατρεύω τη ζέστη, νιώθω πιο άνετα έτσι. Και μάλιστα, το πρώτο πράγμα που θα κάνω μετά την ευρωπαϊκή περιοδεία, όταν τελειώσει τον Μάιο, είναι την επόμενη κιόλας μέρα να έρθω ξανά στην Ελλάδα για διακοπές. Ανυπομονώ για τη ζέστη.

ΟΚ! Τώρα, δεδομένων των largerthanlife παραγωγών που έχετε ως συγκρότημα,  θεωρείτε ότι τα club shows περιορίζουν ή ίσως αλλάζουν τον αντίκτυπο αυτού που θέλετε να παρουσιάσετε στο κοινό;
BM: Ναι και όχι. Προφανώς, επειδή τα club shows είναι μικρότερα, δεν μπορούμε να φέρουμε τα τεράστια πυροτεχνήματα και η σκηνή είναι λίγο πιο μικρή. Οπότε πρέπει κάπως να περιοριστούμε σε αυτό που μπορούμε να στήσουμε. Αλλά όσον αφορά την ενέργεια και αυτό που προσπαθούμε να μεταφέρουμε στο κοινό, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Είτε είναι 100, 200, 500 ή 4.000 άτομα, όπως στο Αμβούργο για το Lordfest, δεν έχει σημασία. Πάντα δίνουμε το 100% και η ενέργεια είναι πάντα εκεί.
CH: Μερικές φορές τα πιο μικρά live είναι ακόμα πιο δυνατά από άποψη ενέργειας. Δώσαμε μερικές πολύ μικρές συναυλίες στην Αυστραλία και την Κίνα πριν έναν χρόνο. Στο τέλος της ημέρας, η ενέργεια της μουσικής και αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στο συγκρότημα και το κοινό δεν περιορίζεται από τον χώρο. Οπτικά, φυσικά ένα μεγάλο show είναι πιο εντυπωσιακό και όμορφο. Αλλά σε προσωπικό επίπεδο, η ενέργεια στα μικρά live μερικές φορές μπορεί να είναι ακόμα καλύτερη.
ΒΜ: Και υπάρχει πιο άμεση σύνδεση με το κοινό, γιατί κυριολεκτικά είσαι πιο κοντά του.
CH: Και στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι να περιμένουμε, γιατί δεν έχουμε ξαναδώσει δική μας συναυλία στην Ελλάδα. Οπότε αν έρθουν μερικές εκατοντάδες άτομα, θα είμαστε ήδη υπερ-χαρούμενοι.

Κάνω την ερώτηση επειδή το club στο οποίο θα παίξετε είναι ελαφρώς μικρότερο σε σχέση με αυτά που έχετε εμφανιστεί στην περιοδεία σας.
CH: Στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο μικρό. Χωράει κάτι παραπάνω 1.000 άτομα. Νομίζω ότι είναι και λίγο μεγάλο για εμάς για την Ελλάδα. Δεν είμαστε οι IRON MAIDEN, ξέρεις. Ακόμα και στη Γερμανία παίζουμε σε μεγαλύτερους χώρους, αλλά όχι σε στάδια. Γιατί με τους MAIDEN παίζαμε κάθε μέρα σε στάδιο και τα περισσότερα μοιάζουν ίδια. Τα κοιτάς και είναι σαν να βλέπεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Αλλά αυτό στην Ελλάδα ξεχώριζε πραγματικά, γιατί ήταν πολύ όμορφο. Aυτό το θυμάμαι, γιατί τα περισσότερα στάδια απλώς μοιάζουν μεταξύ τους.
BM: Φυσικά δεν είναι Ολυμπιακό στάδιο. Αν και αυτό στην Ελλάδα ήταν πραγματικά όμορφο. Θυμάμαι ακόμα την καμάρα από πάνω. (σσ: Που να δεις τώρα με τους γερανούς πόσο όμορφο είναι)

Photo by vdpicturesofficial

Οι fans συνήθως περιμένουν να διαρρεύσουν τα setlists από κάθε συγκρότημα, πριν εκφράσουν την άποψή τους. Ψάχνουν συνέχεια σελίδες όπως το setlist.fm για να δουν ποιο είναι το setlist της περιοδείας. Εσείς όμως, ως συγκρότημα, αποκαλύψατε το δικό σας setlist στα social media πριν την έναρξη της περιοδείας σας, μέσα από τις σελίδες σας σε Facebook και Instagram. Ποια ήταν η σκέψη πίσω από αυτή την απόφαση; Δεν ξέρω πολλές αντίστοιχες περιπτώσεις συγκροτημάτων…
CH: Πρώτον, μόλις παίξεις την πρώτη συναυλία της περιοδείας, έτσι κι αλλιώς όλοι βρίσκουν το setlist. Οπότε γιατί να μην το δημοσιεύσουμε από πριν για όσους θέλουν να το γνωρίζουν; Δεύτερον, πολλά από αυτά τα sites, όπως το setlist.fm, γράφουν εντελώς βλακείες, γιατί έχουν πολλά λάθη. Και τρίτον, βγάζουν χρήματα από διαφημίσεις χρησιμοποιώντας περιεχόμενο που δεν έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι. Οπότε γ@μ@ τους! Εμείς απλώς ανεβάσαμε το δικό μας setlist στα social media των LORD OF THE LOST.
BM: Το είχαμε κάνει και μία φορά στο παρελθόν και κάποιοι παραπονέθηκαν ότι δεν υπήρχε προειδοποίηση για spoilers. Οπότε αυτή τη φορά πήραμε το μάθημά μας και βάλαμε στην πρώτη εικόνα μια προειδοποίηση του τύπου “Αν θέλεις να δεις το setlist, βρίσκεται στην επόμενη εικόνα”. Αλλά φυσικά υπάρχουν και κάποιοι που δεν θέλουν να το μάθουν, οπότε έτσι έχουν την επιλογή.
CH: Και στην πραγματικότητα, ένα ωραίο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να ανεβάσεις μια playlist στο Spotify, γιατί κάποιοι θέλουν να επιστρέψουν σπίτι μετά τη συναυλία και την επόμενη μέρα να ακούσουν ξανά όλα αυτά τα τραγούδια. Και αυτό είναι πολύ ωραίο. Tο κάναμε αυτό ήδη για αυτή την περιοδεία; Όχι ακόμα.

Για να είμαι ειλικρινής, έχω φτιάξει κι εγώ μια λίστα στο Spotify με το setlist σας για να προετοιμαστώ για τη συναυλία και το κάνω συνέχεια για τα αγαπημένα μου συγκροτήματα. Αλλά δεν θυμάμαι κάποιο παρόμοιο παράδειγμα συγκροτήματος που να αποκαλύπτει από μόνο του το setlist στο κοινό.
CH: Μας αρέσει να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά.

Οπότε υποθέτω ότι δεν θα έχετε αλλαγές στο setlist κατά καιρούς. Δηλαδή το setlist είναι αυτό.
CH: Θα υπάρξει μια μικρή αλλαγή στο setlist για το δεύτερο μέρος της περιοδείας, μετά δηλαδή την Ελλάδα, γιατί θα έχουμε διαφορετικά συγκροτήματα μαζί μας και ίσως υπάρξουν κάποιες συνεργασίες (σσ: DOGMA και LEAGUE OF DISTORTION). Οπότε θα γίνουν μικρές αλλαγές, αλλά όχι μεγάλες.
ΒΜ: Αλλά επειδή η παραγωγή μας είναι οργανωμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε όλοι πρέπει να ξέρουν τι συμβαίνει, ο υπεύθυνος φωτισμού πρέπει να προετοιμάσει τα τραγούδια, όπως κι εμείς επίσης. Δεν μπορούμε να αλλάζουμε το setlist επιτόπου σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, έχουμε μια “δεξαμενή” τραγουδιών στην αρχή της χρονιάς, αποφασίζουμε και μετά επιλέγουμε το setlist μέσα από αυτά. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τυχαίες προσθήκες όταν ο κόσμος φωνάζει “παίξτε αυτό το τραγούδι”.
CH: Δεν λειτουργεί έτσι. Δηλαδή, δεν είναι αδύνατο, αλλά και προσωπικά δε μου αρέσει. Για μένα, το να φτιάχνω ένα setlist είναι κάτι συναισθηματικό και πολύ προσεκτικό. Θέλω να υπάρχει καλή δυναμική, μια σωστή “δραματουργία” μέσα στο setlist. Το να αλλάζεις τα πράγματα κάθε μέρα τυχαία μου φαίνεται λάθος, γιατί θέλω να υπάρχει αγωνία, συναίσθημα, ηρεμία, δράση, όπως όταν δημιουργείς μια ταινία. Και αυτά δεν έρχονται τυχαία. Όταν χτίζεις μια ιστορία, προσέχεις τι κάνεις. Το ίδιο προσπαθούμε να κάνουμε και με το setlist. Γι’ αυτό δεν μου αρέσει να το αλλάζω. Θέλω να προσφέρουμε το ίδιο συναισθηματικό “rollercoaster” κάθε βράδυ.

Με έντεκα στούντιο άλμπουμ, αμέτρητα singles και video clips, ποια ήταν τα κριτήριά σας για τη διαμόρφωση του τρέχοντος setlist;
ΒΜ: Είναι ουσιαστικά ένας συνδυασμός. Προφανώς, αυτή είναι η TOVR NOIR, οπότε θέλουμε να παρουσιάσουμε το “Opvs noir”, όχι όμως ολόκληρο, γιατί το Volume 3 δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, αν και παίζουμε ήδη ένα-δύο τραγούδια από αυτό. Αλλά δεν μπορείς να παίξεις μόνο νέο υλικό, γιατί κάποιοι fans, ειδικά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου είναι η πρώτη μας headline club εμφάνιση, θέλουν να ακούσουν και αγαπημένα τραγούδια από τα παλιά. Οπότε φτιάχνεις ένα μείγμα από όλα αυτά και προσπαθείς να βρεις μια δυναμική που να λειτουργεί, όπως είπε και ο Chris, ώστε όλο το set να έχει μια καλή ροή. Κάποια τραγούδια αφαιρούνται, κάποια προστίθενται ξανά, μέχρι να καταλήξεις σε ένα τελικό setlist που να σου αρέσει. Και αυτό είναι που τελικά επιλέγουμε.
CH: Πάντα σκέφτομαι τα live, για τις περισσότερες περιοδείες, σαν να χωρίζονται σε τρία ίσα μέρη, διαιρούμενα δηλαδή διά του τρία. Το ένα τρίτο είναι το νέο υλικό από τον καινούριο δίσκο. Το δεύτερο είναι τα hits, τα hits, τα hits, δηλαδή τα διαχρονικά αγαπημένα του κόσμου. Και το τρίτο είναι ίσως παλιά τραγούδια που δεν έχουμε παίξει εδώ και καιρό. Κάποιες εκπλήξεις, ίσως ένα b-side, ίσως κάτι πιο “περίεργο”, κάτι που απλώς μας ενδιαφέρει. Και νομίζω ότι αυτός είναι πάντα ένας καλός συνδυασμός, να υπάρχουν αυτά τα τρία στοιχεία.
ΒΜ: Και αυτό είναι κάτι που θέλουμε πάντα να κάνουμε, δηλαδή να υπάρχουν και μερικά τραγούδια που τα παίζουμε για εμάς, όχι απαραίτητα τα κλασικά αγαπημένα των fans.
Ίσως κάποιοι να απορούν, “γιατί διάλεξαν αυτό το τραγούδι;”, αλλά θέλουμε να το παίξουμε, επειδή είναι και δικό μας show.
CH: Κάνει τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα το να μην παίζεις ξανά και ξανά το top 10 σου στο Spotify.

Από την κυκλοφορία του πρώτου σας άλμπουμ “Fears” το 2010, δεν έχει υπάρξει ούτε μία χρονιά χωρίς κάποια κυκλοφορία των LORD OF THE LOST. Είτε είναι στούντιο άλμπουμ, είτε live κανονικό άλμπουμ, είτε συλλογή, ακόμα και το solo άλμπουμ σου Chris, το “1980”, που είναι αξιόλογο παρεμπιπτόντως. Έχετε ποτέ ανησυχήσει μήπως κάποια στιγμή στερέψετε από μουσική έμπνευση;
CH: Όχι. Νομίζω ότι αν συμβεί αυτό, τότε απλώς δεν θα κυκλοφορήσουμε κάτι για δύο ή τρία χρόνια. Αλλά μέχρι τώρα, στην πραγματικότητα το πρόβλημά μας είναι το αντίθετο. Έχουμε μια τεράστια λίστα από ωραίες ιδέες. Είτε πρόκειται για θεματολογία, είτε για τίτλους τραγουδιών, ιστορίες, οπτικές ιδέες. Έχω τόσα πολλά πράγματα στο μυαλό μου, που δεν θα προλάβω να τα κυκλοφορήσω όλα μέσα σε μία ζωή. Όχι, αυτή τη στιγμή δεν φοβάμαι κάτι τέτοιο.
ΒΜ: Αυτός είναι κυριολεκτικά ο λόγος που δημιουργήθηκε το “Opvs noir”, γιατί γράψαμε πάρα πολλά τραγούδια. Είχαμε to 2024 περίπου έναν χρόνο δημιουργικότητας, όπου γράφαμε τραγούδια ασταμάτητα. Στο τέλος είχαμε τόσα πολλά, αλλά δεν θέλαμε να απορρίψουμε κανένα, γιατί μας άρεσαν όλα εξίσου. Οπότε είπαμε “Ας τα κάνουμε όλα”. Δεν υπάρχει θέμα έλλειψης ιδεών.

Οπότε μέσα στο 2024, έπρεπε να ηχογραφήσετε και τα τρία volumes του “Opvs noir”, καθώς και το solo άλμπουμ σου Chris, σωστά;
CH: Ναι.
BM: Ηχογραφήσαμε όλο το “Opvs noir” στο τέλος. Βασικά, ηχογραφούσαμε συνέχεια.

Και κάνετε και live εμφανίσεις, σωστά; Οπότε πώς βρίσκετε όλη αυτή την έμπνευση μέσα σε τόσο λίγο διαθέσιμο χρόνο;
CH: Το θέμα είναι ότι η έμπνευση είναι ουσιαστικά μια ιδέα. Και οι ιδέες είτε έρχονται είτε όχι. Είναι σαν, ας πούμε, χθες το βράδυ να σκέφτηκες: “θέλω να φάω πίτσα”. Ήταν μια ιδέα που δεν την έλεγξες, απλώς σου ήρθε. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιδέες για τραγούδια και τη δημιουργικότητα γενικά. Είτε έρχονται, είτε όχι. Αλλά ευτυχώς, αυτό δεν είναι ένα one-man show. Δεν τα κάνω όλα εγώ, ούτε τα κάνει όλα ο Benji. Είμαστε πολλοί. Και ακόμα κι αν κάποιος για ένα διάστημα νιώθει μπλοκαρισμένος ή χωρίς έμπνευση, υπάρχουν οι υπόλοιποι που υπερκαλύπτουν αυτό το κενό. Είμαστε μια εξαιρετική ομάδα. Και δεν είναι μόνο το συγκρότημα. Είναι και η ομάδα στο studio και στα live. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, πολλά πράγματα που συμβαίνουν στο παρασκήνιο, οπότε ακόμα κι αν κάποιος “κολλήσει” για λίγο, δεν σταματάμε.
BM: Και μας αρέσει έτσι κι αλλιώς να ανταλλάσσουμε ιδέες μεταξύ μας. Μπορεί κάποιος να γράψει ένα riff ή μια μελωδία ή ένα refrain ή απλώς ένα μικρό απόσπασμα και να πει “Δεν ξέρω πώς να το εξελίξω”. Τότε το δίνει σε κάποιον άλλον, και εκείνος λέει με τη σειρά του “Έχω ιδέα τι να κάνω με αυτό”. Και έτσι τα πράγματα εξελίσσονται φυσικά και παίρνουν μορφή.
CH: Αυτό μου συμβαίνει πολύ συχνά. Έχω μια ιδέα για ένα τραγούδι, τις συγχορδίες, τη μελωδία και τα πάντα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς πρέπει να είναι τελικά η ενορχήστρωση. Και τότε, για παράδειγμα, το δίνω στον Benji και του λέω “Αυτός είναι ο πυρήνας του τραγουδιού. Θέλεις να κάνεις την ενορχήστρωση;” Κι εκείνος τελικά καθορίζει το ύφος/είδος του τραγουδιού και κάνει την ενορχήστρωση. Οπότε μπορεί να λειτουργήσει και έτσι.

Άρα είναι ομαδική δουλειά. Δηλαδή έτσι λειτουργεί: κάποιος έχει την ιδέα, την εξελίσσει και μετά κάποιος άλλος την πάει στο επόμενο επίπεδο. Σωστά;
CH: Υπάρχει πολλή ομαδική δουλειά και δεν είναι ποτέ η ίδια ομάδα. Μπορεί να εμπλέκονται πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι, είτε από το συγκρότημα, είτε από το crew.

Τα περισσότερα άλμπουμ σας κυκλοφορούν σε “νεκρές” περιόδους της μουσικής βιομηχανίας, όπως στη μέση του καλοκαιριού ή προς το τέλος της χρονιάς. Και ειδικά στο τέλος της χρονιάς, οι συντάκτες, όπως κι εγώ, έχουν ήδη παραδώσει τις λίστες τους με τα top 20 της χρονιάς. Ξέρω πολλούς συντάκτες που απογοητεύτηκαν με το “Blood and glitter” για παράδειγμα, γιατί κυκλοφόρησε στο τέλος της χρονιάς. Βρήκαμε ένα εξαιρετικό άλμπουμ, αλλά δεν το βάλαμε στις λίστες της επόμενης χρονιάς. Προς τι αυτές οι επιλογές που δεν είναι “φιλικές” προς τα περιοδικά;
CH: Ναι, δεν ήταν καθόλου φιλικό προς τα περιοδικά, αλλά δεν μας ένοιαζε. Γιατί θέλαμε να εκπλήξουμε τον κόσμο. Ήταν πιο σημαντικό για εμάς να εκπλήξουμε τους fans μας. Να δουν το video του “Blood and glitter” και να πουν “Ω, έρχεται νέο άλμπουμ. Πότε; Σε έξι μήνες; Όχι. Σε έξι εβδομάδες; Όχι. Σε έξι μέρες; Τι διαόλο;” Το έχω ζήσει κι εγώ μικρός. Έβλεπα μια αφίσα στην πόλη μου που έγραφε “Την επόμενη εβδομάδα αυτό το συγκρότημα βγάζει νέο άλμπουμ”. Το μόνο που μπορούσα να ακούσω ήταν ίσως από ένα video στο MTV. Αυτό ήταν. Θέλαμε λοιπόν να φέρουμε πίσω αυτή τη μαγεία. Οπότε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μας ενδιέφερε ο Τύπος. Δεν κάνουμε μουσική για να είναι “φιλική” προς τα media. Κάνουμε μουσική γιατί θέλουμε να κάνουμε πράγματα που αγαπάμε. Και για το “Blood and glitter”, νιώθαμε ότι θέλαμε πραγματικά να εκπλήξουμε τους fans μας. Αυτό ήταν για εμάς πιο σημαντικό από τον Τύπο.
ΒΜ: Και το καλλιτεχνικό όραμα έρχεται πάντα πρώτο.
CH: Είτε είναι το “Blood and glitter”, είτε το “Opvs noir”, είτε το γεγονός ότι κυκλοφορούμε τραγούδια σε τρία ξεχωριστά volumes, που από πλευράς marketing είναι μάλλον κακή ιδέα, θέλουμε να το κάνουμε με τον τρόπο που εμείς θέλουμε και όπως το νιώθουμε.
Και ο Τύπος και το marketing απλώς θα πρέπει να προσαρμοστούν σε αυτό που κάνουμε.
Και ξέρεις, το “Blood and Glitter” πήγε κατευθείαν στο νούμερο ένα των γερμανικών charts.
ΒΜ: Οπότε δεν πήγε και τόσο άσχημα.
CH: Ναι, δεν χρειαστήκαμε τα περιοδικά.

Ναι, αλλά πέρα από τα γερμανικά charts, υπάρχουν τόσες χώρες — όπως η Ελλάδα — όπου δεν είστε και τόσο γνωστοί όσο στην πατρίδα σας.
CH: Το ξέρω, το καταλαβαίνω.

Οπότε συντάκτες όπως εγώ ή από άλλα περιοδικά, που θέλαμε να βάλουμε το “Blood and glitter” στην κορυφή των λιστών μας, δεν μπορούσαμε γιατί είχε ημερολογιακά κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά. Και χρειάστηκε να το διαχειριστώ, γιατί για μένα ήταν το καλύτερο άλμπουμ του 2023, όμως δεν μπορούσα να το βάλω στο νούμερο ένα.  Αλλά μπορώ να κατανοήσω το καλλιτεχνικό σας όραμα.
CH: Μερικές φορές αυτό πρέπει να είναι πιο σημαντικό από οποιαδήποτε στρατηγική marketing. Ξέρεις, για άλλα άλμπουμ ακολουθούμε το πλάνο. Μάλιστα, κάποια στιγμή θα θέλαμε να κάνουμε και ένα “shadow drop”, όπως έκανε ο Eminem με έναν από τους τελευταίους του δίσκους, να κυκλοφορήσουμε δηλαδή ένα άλμπουμ από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς καμία προειδοποίηση. Ούτε έξι μέρες πριν. Να εμφανιστεί ξαφνικά. Ξέρουμε ότι αυτό είναι ακόμα χειρότερο για τον Τύπο.

Όπως συνέβη χθες με τους NEUROSIS, αν τους γνωρίζετε, όπου έκαναν αυτό ακριβώς. Κυκλοφόρησαν άλμπουμ ξαφνικά. Είναι ωραίο αυτό. (σ.σ.: Η συνέντευξη έγινε Σάββατο 21 Μαρτίου) Ας πάμε τώρα στην τριλογία “Opvs noir”, της οποίας το τελευταίο μέρος πρόκειται να κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες. Πώς νιώθετε που ολοκληρώνετε ένα τόσο φιλόδοξο project;
CH: Είναι δύσκολο να το περιγράψω. Από τη μία υπάρχει μια ικανοποίηση που τώρα ολοκληρώνεται και βγαίνουν τα πάντα προς τα έξω. Αλλά δεν είναι ότι νιώθω ιδιαίτερο ενθουσιασμό πλέον, γιατί το μυαλό μου είναι ήδη στο τι θα κάνουμε στο μέλλον. Ήδη σχεδιάζουμε τα επόμενα βήματα. Οπότε είναι λίγο σαν “Ας τελειώνουμε με αυτό, να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι, να το ακούσουν οι fans”. Υπάρχει ικανοποίηση, αλλά όχι τόσο ενθουσιασμός πλέον για μένα.
ΒΜ: Νομίζω ότι μία από τις καλύτερες αποφάσεις ήταν το ότι σχεδιάσαμε όλα αυτά τα άλμπουμ ταυτόχρονα. Τα ηχογραφήσαμε όλα μαζί, κάναμε παραγωγή για όλα μαζί και αποφασίσαμε από την αρχή ποια τραγούδια θα μπουν πού. Έτσι τώρα που ήδη αρχίζουμε να κοιτάμε προς το μέλλον, το τρίτο μέρος σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό που πήρε λιγότερη αγάπη ή προσοχή. Όλα αποφασίστηκαν τη στιγμή που ήμασταν πλήρως αφοσιωμένοι στο “Opvs noir”. Δεν είναι καθόλου “κατώτερο” ή κάτι τέτοιο επειδή δεν του δόθηκε χρόνος. Οπότε είμαστε ακόμα πολύ περήφανοι γι’ αυτό και φυσικά ανυπομονούμε για την κυκλοφορία του τρίτου μέρους.
CH: Ανυπομονώ κι εγώ, αλλά όχι με την έννοια του ενθουσιασμού. Είναι περισσότερο σαν “Ωραία, τώρα ολοκληρώθηκε”. Είναι λίγο σαν μια επιστροφή στο σπίτι. Τώρα η αποστολή ολοκληρώθηκε.
ΒΜ: Ξέρουμε κάποια από αυτά τα τραγούδια εδώ και δύο χρόνια. Οπότε για εμάς δεν είναι τόσο “καινούρια” όσο θα είναι για το κοινό. Αλλά αυτό είναι και ένα από τα όμορφα πράγματα όταν κυκλοφορείς μουσική. Τα ακούς σχεδόν σαν πρώτη φορά ξανά μέσα από τις αντιδράσεις του κόσμου. Λαμβάνεις μηνύματα από fans που λένε “Αυτό το τραγούδι σημαίνει τόσα πολλά για μένα” κ.λπ.
CH: Ακόμα και χωρίς τις αντιδράσεις, αυτό που απολαμβάνω τη μέρα της κυκλοφορίας είναι να ακούω ολόκληρο το άλμπουμ, γνωρίζοντας ότι χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες ή και περισσότεροι άνθρωποι το ακούν την ίδια στιγμή. Αυτό μου δημιουργεί ένα ιδιαίτερο συναίσθημα. Παρόλο που η μουσική δεν έχει αλλάξει, χθες ακουγόταν το ίδιο, το ότι τώρα είναι “εκεί έξω” κάνει τη διαφορά. Και κάτι ακόμα που ανυπομονώ πολύ είναι το τελευταίο, τελευταίο, τελευταίο βίντεο που κάναμε. Είναι για το τελευταίο τραγούδι του “Opvs noir”, το νούμερο 11 του Volume 3, το “The days of our lives”. Είναι ένα τραγούδι που μοιάζει περισσότερο με soundtrack και λειτουργεί σαν το φινάλε ολόκληρης της τριλογίας. Και φτιάξαμε ένα πολύ όμορφο βίντεο για αυτό, το οποίο ολοκληρώνεται αυτές τις ημέρες. Ανυπομονώ πολύ, γιατί θα είναι ένα πραγματικά όμορφο οπτικό έργο τέχνης.

Μιλώντας για video clips, υπάρχει μια αυξανόμενη τάση στη μουσική βιομηχανία να κυκλοφορείται ένα μεγάλο μέρος ενός studio album σε singles ή/και video clips, πριν από την πλήρη, επίσημη κυκλοφορία. Πιστεύετε ότι αυτό μειώνει το στοιχείο της έκπληξης για τον ακροατή; Για παράδειγμα, πριν την κυκλοφορία του “Opvs noir vol. 3”, γνωρίζουμε ήδη τα πέντε από τα έντεκα του τραγούδια.
CH: Ας γυρίσουμε δέκα λεπτά πίσω στην κουβέντα μας, στην κυκλοφορία του “Blood and glitter”. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το κάναμε έτσι. Ένα τραγούδι και έξι μέρες μετά όλο το άλμπουμ. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, για το στοιχείο της έκπληξης. Γιατί είναι περίεργο να κυκλοφορείς έναν δίσκο και όλοι να το γνωρίζουν ήδη. Ή έστω το μισό του.

Και αυτό συνέβη και με το Volume 1 και με το Volume 2. Νομίζω είχατε τρία ή τέσσερα singles πριν από κάθε κυκλοφορία. Οπότε συμφωνείτε με αυτή την τάση; Γιατί δεν είστε οι μόνοι. Σχεδόν όλα τα συγκροτήματα πλέον το κάνουν.
CH: Πρέπει να συμφωνούμε, αλλά όπως βλέπεις, δεν συμφωνούμε πάντα. Γι’ αυτό και το “Blood and glitter” κυκλοφόρησε ως έκπληξη. Αλλά στο τέλος της ημέρας, για ένα project σαν αυτό (σ.σ.: το “Opvs noir), που κοστίζει πολλά χρήματα, ουσιαστικά φτιάξαμε μια τριλογία με το budget ενός δίσκου. Χρειαζόμαστε το marketing. Όλα αυτά τα video clips, τα singles που κυκλοφορούν πριν, η πιθανότητα να μπεις σε μεγάλες λίστες του Spotify. Όλα αυτά είναι κρίσιμα για να πουλήσεις τον δίσκο μετά. Οπότε, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού σήμερα. Κάποιες φορές το σπάμε αυτό, όπως με το “Blood and glitter” και κάνουμε την έκπληξη. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε κάθε φορά, γιατί πρέπει και να βγάζουμε χρήματα. Και αυτά έρχονται από τις πωλήσεις, που με τη σειρά τους εξαρτώνται από το marketing. Και αυτό που είπες, με τα πολλά singles, είναι το βασικό εργαλείο marketing.
BM: Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, η πιο “όμορφη”. Μας άρεσε η ιδέα να διατηρήσουμε αυτό το συναίσθημα του “Opvs noir” ζωντανό μέσα από τα τρία μέρη. Αν είχαμε κυκλοφορήσει και τα τρία volumes μαζί και όλοι άκουγαν κατευθείαν και τα τριάντα τρία τραγούδια, η μαγεία θα χανόταν μετά από λίγους μήνες. Τώρα όμως μπορούμε να κρατήσουμε αυτό το συναίσθημα ζωντανό για πολύ περισσότερο και, κυκλοφορώντας περίπου κάθε μήνα ένα νέο τραγούδι, διατηρείται η μαγεία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Τώρα που ολοκληρώνεται η τριλογία “Opvs noir”, ποια ήταν η κεντρική ιδέα πίσω από αυτή; Πώς αποφασίσατε ποια τραγούδια θα μπουν στο Volume 1, στο Volume 2 και στο Volume 3; Ήταν θέμα ενστίκτου, ότι “αυτό το τραγούδι ανήκει εδώ” ή υπήρχε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατεύθυνση;
CH: Eπειδή ονομάζεται “Opvs noir”, που σημαίνει «μαύρο» στα γαλλικά και είναι ένα άλμπουμ που ασχολείται κυρίως με όλες αυτές τις σκοτεινές πλευρές της ψυχής, της καρδιάς και του μυαλού μας, προσπαθήσαμε να κάνουμε το Volume 1 το πιο “noir”. Να παρουσιάσουμε την ουσία αυτού του συναισθήματος, όχι απαραίτητα τα μεγαλύτερα hits. Δεν είχε να κάνει με το ποια τραγούδια είναι “Α”, “Β” ή “C”, αλλά με το ποια αποδίδουν καλύτερα το συναίσθημα του “Opvs noir”. Και μετά να ανοίξουμε αυτό το σύμπαν σταδιακά, σαν μια τριλογία υπερηρώων: ξεκινάς από τον πυρήνα και στα επόμενα μέρη επεκτείνεις τον κόσμο.
BM: Αλλά παράλληλα πρέπει να φροντίσεις ώστε κάθε volume να λειτουργεί και αυτόνομα και να έχει καλή ροή. Οπότε χρειάζεται μια σωστή “δραματουργία” και μια συναισθηματική καμπύλη, που να διατρέχει όχι μόνο και τα τρία μαζί, αλλά και το καθένα ξεχωριστά.
CH: Μας πήρε πολύ χρόνο. Δούλευα με playlists στο iTunes, έβαζα όλα τα τραγούδια εκεί και τα αναδιάτασσα συνέχεια. Νομίζω ότι έστελνα στο συγκρότημα είκοσι μηνύματα την εβδομάδα στο WhatsApp “Τώρα το βρήκαμε!” και μετά πάλι από την αρχή. Ήταν μια συνεχής διαδικασία μπρος-πίσω. Μας πήρε χρόνο γιατί θέλαμε κάθε album να είναι πλήρες ως οντότητα.
BM: Τα ονόματα των αρχείων ήταν κάπως έτσι: “Final running order”, «Version 2», «Final now really version 3» (Γέλια).
CH: Είναι πολύ εύκολο να βρεις το πρώτο και το τελευταίο τραγούδι. Αυτά διαμορφώνουν το “πλαίσιο”. Το ίδιο συνέβη και με τα τρία volumes της τριλογίας: η αρχή και το τέλος ήταν εύκολα. Αλλά το τι μπαίνει στη μέση είναι αυτό που παίρνει χρόνο.

Μιλώντας για την τριλογία “Opvs noir”, έχετε πολλούς καλεσμένους στο Volume 1, στο Volume 2 και ειδικά στο Volume 3. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, και το έχω γράψει και στις κριτικές μου, — προτιμώ τα αυτούσια τραγούδια των LORD OF THE LOST χωρίς τις συμμετοχές. Η χρήση των guests ήταν κάτι που είχατε εξ αρχής στο μυαλό σας, με συγκεκριμένα άτομα; Ή η επιρροή τους σε κάθε σύνθεση ήταν τόσο έντονη; Για παράδειγμα, το “Light can only shine in the darkness” ακούγεται εξαιρετικά κοντά στο ύφος των WITHIN TEMPTATION κ.λπ.
ΒΜ: Είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Επιστρέφοντας σε αυτό που λέγαμε πριν, ξεκινάμε πάντα με ένα καλλιτεχνικό όραμα, που έρχεται πάντα πρώτο. Και νιώσαμε ότι θέλαμε να έχουμε όλους αυτούς τους καλεσμένους, αυτές τις συνεργασίες. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους αρέσει αυτό που κάνεις και άλλοι που σε αγαπούν ακριβώς γι’ αυτό που κάνεις. Και πιστεύουμε ότι το πιο αυθεντικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακολουθούμε αυτό που μας αρέσει και το ένστικτό μας. Μπορεί να ακούγεται κάπως περίεργο, σαν να μην μας νοιάζουν οι fans, όμως δεν ισχύει. Αλλά πιστεύουμε ότι μπορούμε να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας με τον πιο αληθινό και αυθεντικό τρόπο, μη ακούγοντας τους άλλους που λένε “Θα θέλαμε να κάνετε αυτό ή εκείνο”. Οπότε κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Και σε αυτή την περίπτωση, αυτό σημαίνει αρκετές συνεργασίες. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα αρκετά τραγούδια και χωρίς guests. Και ναι, υπάρχουν και κάποια τραγούδια, όπως αυτό με τη Sharon των WITHIN TEMPTATION, που σχεδιάστηκαν εξ αρχής έτσι.

Δηλαδή όταν γράφατε τη συγκεκριμένη σύνθεση, είχατε ήδη στο μυαλό σας έναν συγκεκριμένο ήχο.
CH: Ναι, ήταν σχεδιασμένο ως ένα “υβριδικό” τραγούδι. Κάποια άλλα τραγούδια όμως προέκυψαν τυχαία. Για παράδειγμα, το “I hate people” με τον Wednesday 13, όπου το τραγούδι ήταν ήδη έτοιμο χωρίς εκείνον. Αλλά μετά είχαμε προγραμματίσει περιοδεία μαζί του στις ΗΠΑ και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ωραίο να έχουμε ένα τραγούδι μαζί. Και το κομμάτι του ταίριαζε. Οπότε αποφασίσαμε να τον ρωτήσουμε αν θέλει να συμμετάσχει. Έτσι προέκυψε η συνεργασία. Γενικά, οι λόγοι που αποφασίζουμε να συνεργαστούμε με κάποιον μπορεί να διαφέρουν κάθε φορά.

Επειδή ξέρω ότι είστε ήδη στη Βαρσοβία και ετοιμάζεστε για τη συναυλία σας, δύο ερωτήσεις ακόμη. Η πρώτη είναι αν σκοπεύετε να παίξετε το “Opvs noir” ολόκληρο κάποια στιγμή επί σκηνής.
CH: Θα κάνουμε ένα πλήρες “Opvs noir” show στο τέλος της χρονιάς στο Αμβούργο, στην πόλη μας. Aλλά δεν θα είναι και τα τριάντα τρία τραγούδια, είναι απλά υπερβολή. Ίσως γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε.
ΒΜ: Ίσως σε μία δεκαετία, σαν επετειακό event, να παίξουμε ολόκληρη τη συλλογή του “Opvs noir”.

Και ποιες είναι οι προσδοκίες σας για την επερχόμενη συναυλία σας στην Αθήνα;
CH: Δεν έχω καμία προσδοκία, με την καλύτερη δυνατή έννοια. Δηλαδή, με τον πιο θετικό τρόπο. Δεν πάω σε καμία συναυλία, σε καμία χώρα με προσδοκίες. Και δεν το λέω από ασέβεια, αλλά δεν με νοιάζει σε ποια χώρα παίζουμε, γιατί παντού υπάρχουν υπέροχοι άνθρωποι και όλοι αξίζουν την ίδια αγάπη.
BM: Kαι είμαστε σίγουροι ότι όσοι έρθουν, θα κάνουν πάρτι μαζί μας και θα περάσουμε καλά. Θα είναι μια ιδρωμένη, ζεστή και πολύ διασκεδαστική συναυλία. Αυτό ελπίζουμε.

Γιώργος Κόης (με την τεχνολογική υποστήριξη του Σάκη Φράγκου)

Weekly Metal Meltdown (14-20/3, GEOFF TATE, TARJA, GUS G and more)

0
Weekly 14-20-3

Weekly 14-20-3

Kαι αυτή την εβδομάδα έχουμε μια πληθώρα κομματιών από όλο το ευρύ φάσμα του σκληρού ήχου. Geoff Τate, FOO FIGHTERS, Tarja Turunen, NEUROSIS, Gus G featuring Doro, PRO-PAIN, SAMAEL, ELEGANT WEAPONS, CROWN LANDS, MELECHESH, TUNGSTEN ft. Tony Kakko, HIGH PARASITE, VALOR, ORIA και George Marios. Πάνω από μια ώρα καινούργιας και ενδιαφέρουσας μουσικής σας περιμένει πατώντας play στα συνοδευόμενα clips. Εnjoy!

Photo by Elena Vasilaki

Ο πρώην τραγουδιστής των QUEENSRŸCHE, Geoff Tate, θα κυκλοφορήσει το τρίτο κεφάλαιο της κλασικής σειράς άλμπουμ του συγκροτήματος “Operation: Mindcrime”, “Operation: Mindcrime III”, στις 3 Μαΐου. Το πρώτο single του δίσκου είναι το “Power” που το ακούμε παρακάτω.
Το “Power” γράφτηκε από τον Geoff και τον κιθαρίστα/παραγωγό του Kieran Robertson. Περιλαμβάνει φωνητικά από τον Tate, drums από τον Rich Baur, μπάσο από τον μπασίστα των DISTURBED και συμπαραγωγό του “Operation: Mindcrime III”, John Moyer, κιθάρα από τους Dario Parente και Amaury Altmayer, και συνθεσάιζερ και έγχορδα από τους Tate και Robertson. Η μίξη και το mastering έγιναν από τον Juan Urteaga στα Trident Studios στο Pacheco της Καλιφόρνια.
Κυκλοφορώντας με το όνομα του Geoff Tate και όχι με την επωνυμία QUEENSRŸCHE, το “Operation: Mindcrime III” είναι για άλλη μια φορά ένα concept άλμπουμ με ιστορία που ακολουθεί τον Nikki, έναν ναρκομανή που έγινε δολοφόνος και χειραγωγείται από μια σκιώδη φιγούρα γνωστή ως Dr. X. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα δύο πρώτα άλμπουμ, το “Operation: Mindcrime III” θα αφηγηθεί την ιστορία από την οπτική γωνία του Dr. X, “πώς συνέβη η ιστορία από την οπτική του” σύμφωνα με τον Geoff.
“Το οποίο είναι κάπως ενδιαφέρον, νομίζω, επειδή το έχουμε ακούσει μόνο από την οπτική γωνία του Nikki και ήταν κάπως θύμα σε όλη την ιστορία”, εξήγησε προηγουμένως ο Tate. “Και η οπτική γωνία του Dr. X είναι εντελώς διαφορετική, επειδή δεν είναι καθόλου το θύμα. Οπότε είναι πολύ επιθετικό.”
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο podcast “Let There Be Talk”, με παρουσιαστή τον κωμικό Dean Delray, ο Tate δήλωσε για το “Power”: “Είναι ένα ωραίο κομμάτι. Το ‘Power’ είναι το πρώτο- δεν ξέρω, που τα λέμε singles στις μέρες μας. Είναι η πρώτη κυκλοφορία του άλμπουμ. Και, ναι, είναι ένα πολύ ωραίο τραγούδι, πολύ, πολύ ενεργητικό, πολύ δυναμικό και λέει πολλά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κάτι που μου αρέσει.”

Photo by Elizabeth Miranda

Το “Caught In The Echo”, το τρίτο τραγούδι που κυκλοφορεί πριν από το επερχόμενο 12ο ολοκληρωμένο άλμπουμ των FOO FIGHTERS, “Your Favorite Toy”, μόλις δόθηκε στη δημοσιότητα.
Ακολουθώντας τον ταραχώδη απόηχο του ομώνυμου κομματιού του άλμπουμ, το “Caught In The Echo” είναι το άμεσα εύφλεκτο εναρκτήριο τραγούδι που θέτει τον τόνο για την αξιοποίηση της οργής των FF live που διαπερνά το άλμπουμ. Από την εναρκτήρια προτροπή “Do I? Do I? Do I? Do I?” μέχρι την τελική έκκληση “Who can save us now?”, το “Caught In The Echo” προμηνύει την τραχιά ενέργεια του νέου άλμπουμ, με αναμφισβήτητα το πιο εκρηκτικό εναρκτήριο τραγούδι του συγκροτήματος από το “Bridge Burning” του “Wasting Light”.
Το άλμπουμ “Your Favorite Toy” θα κυκλοφορήσει στις 24 Απριλίου μέσω της Roswell Records/RCA Records. Ηχογραφημένο στην πατρίδα, το άλμπουμ δημιουργήθηκε σε συμπαραγωγή των FOO FIGHTERS και Oliver Roman, ηχογράφηση έγινε από τον Oliver Roman και η μίξη έγινε από τον Mark “Spike” Stent.
Η κυκλοφορία του “Your Favorite Toy” προαναγγέλλει την τεράστια παγκόσμια περιοδεία των FOO FIGHTERS “Take Cover”, η οποία μόλις πρόσθεσε μια ήδη sold out συναυλία στις 28 Απριλίου στο Total Mortgage Arena στο Bridgeport του Κονέκτικατ. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, οι δουλειές στην κοιλάδα του San Fernando έγιναν πολύ πιο ενδιαφέρουσες χθες, καθώς 20 προσωπικά καμένα CD του “Caught In The Echo”, το καθένα με χειροποίητα έργα τέχνης από τους Dave και Harper Grohl, ήταν κρυμμένα σε διάφορες τοποθεσίες στην περιοχή, από τοπικά ανεξάρτητα δισκοπωλεία μέχρι εθνικές αλυσίδες παντοπωλείων, βιβλιοπωλείων και φαρμακείων και άλλα.

Photo by Lane Dorsey

Το Καναδικό progressive rock ντουέτο CROWN LANDS ανακοινώνει το νέο του single “Through The Looking Glass” από το νέο στούντιο άλμπουμ “Apocalypse” που θα κυκλοφορήσει στις 15 Μαΐου. Σήμερα το συγκρότημα κυκλοφορεί το νέο του single μαζί με ένα ακόμη συγκινητικό clip από τον συνεργάτη του Luke Paron.
Ο Kevin σχολιάζει: “Το “Through the Looking Glass” περιλαμβάνει κυλιόμενα αρπέζ 12χορδων, Mellotrons και μια γέφυρα 7/8 με τη συμμετοχή των Moog Leads, γεμάτη proggy διασκέδαση, ενώ παράλληλα προσφέρει ένα μεγάλο ρεφρέν. Μου αρέσει πολύ αυτό. Θέλαμε αυτό το τραγούδι να δείξει τη δύναμη των Dragon-Riders πριν από την άφιξη του Syndicate στον πλανήτη των Fearless. Υπάρχει κάτι πιο cool από τις heavy rock μπαλάντες για δράκους; Νομίζω πως όχι.”
Ο Cody προσθέτει: “Αυτό το τραγούδι είναι ένα από τα αγαπημένα μου που έχουμε γράψει για αυτόν τον νέο δίσκο. Ήταν ένα τραγούδι που γράψαμε με τον καλό μας φίλο Nick Raskulinecz στο στούντιό του στο Nashville. Περάσαμε υπέροχα γράφοντας και ηχογραφώντας όλο το κομμάτι από την αρχή μέχρι το τέλος και ελπίζω να απολαύσετε το ταξίδι στο παρελθόν των Karagon!»

Photo by Diana Seifert

Ο George Marios είναι ένας anthemic alt/rock καλλιτέχνης από την γραφική πόλη της Καβάλας και βρίσκεται στην Αγγλία από το 2007. Το έργο του έχει χαρακτηριστεί από το Guitarist Magazine ως “μουσική γεμάτη εκπλήξεις και ώριμη γοητεία”, ενώ η ξεχωριστή φωνή του στην κιθάρα έχει επαινεθεί από θαυμαστές και τύπο ως “λυρική” και “εξαιρετικά ευφάνταστη”.
Το “Crash Burn” είναι ένας δυναμικός, alt-rock φόρος τιμής στον αουτσάιντερ, σε εκείνον που βρίσκεται στη μειονεκτική θέση, κι όμως συνεχίζει να προχωρά με θάρρος και αξιοπρέπεια. “Το τραγούδι γράφτηκε σε μια ιδιαίτερα ταραχώδη περίοδο της ζωής μου, όταν έπρεπε να πάρω μερικές σημαντικές αποφάσεις που θα άλλαζαν τη ζωή μου. Εκείνη την περίοδο, κάθε μέρα έμοιαζε αφόρητη και κάθε στιγμή της καθημερινότητας ένιωθε σαν μια επίπονη δοκιμασία. Το αστείο είναι ότι, ως δημιουργός, τείνω πάντα να παραδίνομαι στο ένστικτο και στα συναισθήματα της στιγμής. Με το “Crash Burn” αποφάσισα να απομακρυνθώ λίγο από το συνηθισμένο μου modus operandi και να προσπαθήσω να ζωγραφίσω μια ελαφρώς διαφορετική εικόνα. Ένα «δημιουργικό» στοίχημα, αν θέλετε, για να δω αν μπορούσα να βγάλω το μυαλό μου από αυτόν τον αφόρητο συναισθηματικό κύκλο. Η εικόνα που προσπάθησα να δημιουργήσω ήταν εκείνη όπου εγώ, ή οποιοσδήποτε βρισκόταν στη θέση μου, καταφέρνει να ξεφύγει από όλο αυτό και βρίσκει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τους φόβους του κατά μέτωπο. Άλλωστε, όσα αντιμετωπίζουμε μας διαμορφώνουν, ενώ αυτά που αποφεύγουμε μας στοιχειώνουν. Μουσικά, το τραγούδι συνδυάζει όλα όσα αγαπώ. Από ανθεμικά hooks και εκρηκτικά κιθαριστικά σόλο μέχρι δυνατά riffs και απρόσμενες εναλλαγές, αυτό το κομμάτι τα έχει όλα. Μπορεί κανείς να διακρίνει ξεκάθαρα την αγάπη μου για συγκροτήματα όπως ALTER BRIBGE, DREAM THEATER, EXTREME σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού”.
“Το single συνοδεύεται από ένα επικό μουσικό video εμπνευσμένο από διαχρονικές κλασικές ταινίες όπως The Karate Kid και Rocky. Ήταν μια απαιτητική προσπάθεια, δεδομένης της έλλειψης εμπειρίας μου στην κινηματογράφηση, τη σκηνοθεσία και γενικά στη δημιουργία ταινιών. Ναι, ήταν ουσιαστικά μια καθαρά DIY παραγωγή, αλλά κατέληξε να γίνει ένα από τα αγαπημένα μου projects. Το “Crash Burn” είναι ένα κάλεσμα να είμαστε θαρραλέοι, να αψηφούμε τις πιθανότητες και να μην επιτρέπουμε ποτέ στον φόβο να μας κρατά ακίνητους”.

Το progressive groove metal συγκρότημα ORIA κυκλοφόρησε ένα εντυπωσιακό νέο animated μουσικό video για το κομμάτι τους “Pirates, Parrots and Parasites”, από το δεύτερο άλμπουμ τους “This Future Wants Us Dead” που κυκλοφορεί από την Theogonia Records.
Το video δημιουργήθηκε από τον animator Άγγελο Χαραλάμπους του οποίου τα ζωντανά και ανησυχητικά γραφικά ζωντανεύουν τη δυστοπική αφήγηση του τραγουδιού. Το “Pirates, Parrots and Parasites” φαντάζεται ένα ανατριχιαστικό εγγύς μέλλον όπου η καλλιτεχνική κληρονομιά του κόσμου έχει λεηλατηθεί από ένα παρασιτικό είδος που μεταμφιέζεται σε άνθρωπο. Αυτοί οι πολιτιστικοί θησαυροί είναι συσσωρευμένοι σε ένα superyacht μεγέθους νησιού, όπου κλεμμένα αριστουργήματα τροφοδοτούν “τους Παπαγάλους”· γενετικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης σχεδιασμένα να παράγουν ατελείωτες ροές “παστίτσιο πυριτίου” για την ψυχαγωγία των «υπερπλούσιων».
Σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο, το κοινό μπορεί για άλλη μια φορά να ακούσει μια ολογραφική παράσταση από τον Freddie Mercury ή να παρακολουθήσει μια «νέα» ταινία του θρυλικού σκηνοθέτη Alfred Hitchcock, ενώ πραγματικοί ανθρώπινοι καλλιτέχνες αφήνονται να λιμοκτονήσουν. Απογυμνωμένοι από δράση και μέσα διαβίωσης, ωθούνται στην πειρατεία απλώς για να επιβιώσουν.
Ο τίτλος του κομματιού αποτυπώνει την ζοφερή ιεραρχία αυτού του μέλλοντος: δημιουργοί που έχουν στερηθεί την περιουσία τους και έχουν εξαναγκαστεί στην πειρατεία, «παπαγάλοι» με τεχνητή νοημοσύνη που μιμούνται ασταμάτητα τη δημιουργικότητα και η παρασιτική ελίτ τρέφεται από το πολιτιστικό παρελθόν.
Γραμμένο ως μια σκοτεινή, σατιρική προειδοποίηση πριν από δύο χρόνια και κυκλοφορημένο πέρυσι, το συγκρότημα σημειώνει τώρα ότι το σενάριο που απεικονίζεται στο τραγούδι μοιάζει όλο και λιγότερο με μυθοπλασία.
Με τον οξύ κοινωνικό σχολιασμό και την κινηματογραφική του κίνηση, το video επεκτείνει το σύμπαν του “This Future Wants Us Dead” ενισχύοντας παράλληλα τη φήμη των ORIA για την ανάμειξη progressive groove metal με θέματα που προκαλούν σκέψη για την τεχνολογία, την τέχνη και το μέλλον της δημιουργικότητας.

Οι διεθνείς πρωτοπόροι της Μεσοποταμιακής metal σκηνής MELECHESH παρουσίασαν το νέο τους single, “In Shadows, In Light”, από το επερχόμενο ψηφιακό EP του συγκροτήματος “Sentinels Of Shamash” το οποίο έχει προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει στις 10 Απριλίου μέσω της Reigning Phoenix Music. Το “In Shadows, In Light” συνεχίζει την παράδοση των MELECHESH να συνδυάζουν την εσωτερική φιλοσοφία, τον αρχαίο συμβολισμό και την αδιάκοπη ηχητική δύναμη σε μια μοναδική μουσική εμπειρία. Το κομμάτι εξερευνά την κρυμμένη κοσμική γνώση και τις ανεπαίσθητες δυνάμεις που διαμορφώνουν την αντίληψη και την πραγματικότητα.
Μιλώντας για το τραγούδι, το συγκρότημα σχολιάζει: “Το “In Shadows, In Light” εξερευνά την κοσμική γνώση που είναι κρυμμένη σε κοινή θέα, παράλληλες διαστάσεις, ιερή γεωμετρία και καλυμμένα ρεύματα ύπαρξης που αποκαλύπτονται μόνο μέσω της αντίληψης. Αντλώντας έμπνευση από την εσωτερική και καμπαλιστική σκέψη, το τραγούδι κινείται μεταξύ απόκρυψης και αποκάλυψης. Δομημένο ως ένα ταξίδι με μεταβαλλόμενες πράξεις και διαθέσεις, ξεδιπλώνεται μέσα από την ένταση, την απελευθέρωση και τον μετασχηματισμό. Κάθε πέρασμα αποκαλύπτει ένα άλλο επίπεδο οράματος, όπου η σκιά και ο φωτισμός συνυπάρχουν, και το αόρατο γίνεται “αισθητό” αντί να εξηγείται.”
Μουσικά, το κομμάτι ενσαρκώνει την χαρακτηριστική σύντηξη των MELECHESH από blackened thrash, κλίμακες της Μέσης Ανατολής και υπνωτικά ρυθμικά μοτίβα, καθοδηγώντας τους ακροατές μέσα από ένα εξελισσόμενο ηχητικό τοπίο που αντικατοπτρίζει τα φιλοσοφικά θέματα του τραγουδιού. Από ατμοσφαιρικά περάσματα μέχρι άγρια ​​riffs, το “In Shadows, In Light” αντανακλά τη συνεχή εξερεύνηση του μύθου, του μυστικισμού και της συνείδησης από το συγκρότημα.
Το “In Shadows, In Light” δημιουργήθηκε από τον Ashmedi με συμπαραγωγους τους Rob Caggiano και Kristian “Kohle” Kohlmannslehner. Οι γραμμές του μπάσου και τα φωνητικά στο “In Shadows, In Light” ηχογραφήθηκαν από τον Rob Caggiano, ο οποίος συνέβαλε επίσης στις αναδιατάξεις. Τα ντραμς ερμήνευσε ο Nikitas Mandolas, με ηχολήπτη, μίξη και mastering από τον Kristian “Kohle” Kohlmannslehner, και ηχολήπτη και tracking από τον Daniel Claar.

Photo by Pro-Pain

Οι σκληροπυρηνικοί hardcore metallers, PRO-PAIN, κυκλοφορούν το “March Of The Giants”, το δεύτερο single από το πολυαναμενόμενο άλμπουμ τους “Stone Cold Anger” το οποίο κυκλοφορεί στις 15 Μαΐου μέσω της Napalm Records.
Με το πρώτο τους άλμπουμ μετά από 11 χρόνια, οι θρύλοι της Νέας Υόρκης δίπλα στους MADBALL, AGNOSTIC FRONT και SICK OF IT ALL αποδεικνύουν ότι παρέμειναν στην κορυφή του heavy παιχνιδιού τους όλα αυτά τα χρόνια. Το “March Of The Giants” είναι το Δαβίδ εναντίον Γολιάθ, η επιδίωξη του θριάμβου επί του φόβου.
Το “Stone Cold Anger” ξεδιπλώνεται βαρύ, θυμωμένο και έτοιμο όπως πάντα, αποδεικνύοντας ότι οι PRO-PAIN δεν έχουν χάσει ούτε μια σταγόνα δύναμης. Μια εξαιρετικά πιασάρικη προσφορά, το νέο άλμπουμ ενισχύει τις groovy μελωδίες και τα συναρπαστικά riff της κιθάρας με μανιώδη και προκλητικά, υμνητικά φωνητικά, μετατρέποντας τα δέκα νέα τραγούδια σε άξιες διαδοχές της επιτυχίας τους “Voice Of Rebellion” (2015) η οποία έχει 3,5 εκατομμύρια streams.

Photo by High Parasite

Οι HIGH PARASITE, το βρετανικό «Death Pop» συγκρότημα με επικεφαλής τον Aaron Stainthorpe των MY DYING BRIDE, κυκλοφορούν το νέο single “Drag Me Under”. Αρχικά προοριζόταν για το ντεμπούτο άλμπουμ τους, αλλά αποφάσισαν να το κρατήσουν πίσω.
Ο μπασίστας Tombs, εξηγεί: “Όλοι λατρέψαμε αυτό το τραγούδι όταν το ηχογραφήσαμε για το πρώτο μας άλμπουμ, αλλά ήταν λίγο διαφορετικό από τα άλλα κομμάτια, με περισσότερο μια ατμόσφαιρα RAMMSTEIN. Έτσι αποφασίσαμε να το κρατήσουμε πίσω… μέχρι αυτή τη στιγμή. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να ηχογραφούμε το δεύτερο στούντιο άλμπουμ μας, κοιτάμε στο μέλλον, οπότε τώρα το “Drag Me Under” έχει απόλυτο νόημα, μια ματιά σε αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει”.
Σε παραγωγή του Gregor Mackintosh (PARADISE LOST), το ντεμπούτο άλμπουμ των HIGH PARASITE “Forever We Burn” κυκλοφόρησε στις 27 Σεπτεμβρίου 2024 μέσω της Spinefarm, με την υποστήριξη πολλών singles/video. To δεύτερο στούντιο άλμπουμ όπως είδαμε παραπάνω από τις δηλώσεις τις μπάντας, βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα σκαριά.

Photo by Axel Jusseit

Μετά την έντονη δήλωση επιστροφής τους “Black Matter Manifesto”, οι SAMAEL παρουσιάζουν το “Hidden Empire”, το δεύτερο κομμάτι που θα συμπεριληφθεί στο επερχόμενο περιορισμένο 12″ maxi single βινύλιο, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 24 Απριλίου μέσω της Napalm Records mailorder και του επίσημου καταστήματος του συγκροτήματος.
Το νέο τραγούδι εξερευνά τις αόρατες δομές που διαμορφώνουν τη σύγχρονη ύπαρξη, μεταφράζοντας τα σκοτεινά της θέματα σε ένα τεταμένο και βαρύ ηχητικό τοπίο. Ξεκινώντας με τους απόηχους της κλασικής εποχής των SAMAEL πριν εξελιχθεί σε ένα συντριπτικό μείγμα βαριών riff και μηχανικής έντασης, το “Hidden Empire” αναδεικνύει την ικανότητα του συγκροτήματος να ισορροπεί την καταπιεστική ατμόσφαιρα και την υπνωτική μελωδία. Μαζί με το “Black Matter Manifesto”, το κομμάτι σχηματίζει μια δυνατή δήλωση δύο τραγουδιών που αποδεικνύει ότι οι Ελβετοί πρωτοπόροι παραμένουν ασυμβίβαστοι και προοδευτικοί όπως πάντα.
Oι SAMAEL σχολιάζουν το “Hidden Empire”: “Κρυμμένο σε κοινή θέα, ακριβώς μπροστά μας, παντού και πάντα. Δεν βλέπουμε πλέον αυτό που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, είναι η πραγματικότητά μας, μια πραγματικότητα στην οποία υποτασσόμαστε οικειοθελώς για να ζήσουμε μια ανώδυνη αλλά χωρίς νόημα ύπαρξη. Μουσικά, η αρχή του τραγουδιού θυμίζει κάπως το κλασικό κομμάτι των SAMAEL “My Saviour” αλλά γρήγορα εξελίσσεται σε κάτι πιο ασυνήθιστο για το συγκρότημα. Είναι ένα heavy τραγούδι με μια industrial πινελιά που διατηρεί υψηλή ένταση από την αρχή μέχρι το τέλος”.

Photo by Mike Norgren

Η σουηδική heavy metal δύναμη TUNGSTEN αποκάλυψε το επίσημο video για το νέο τους single “The North Will Rise”, με guest εμφάνιση τον Tony Kakko των SONATA ARCTICA. Συνδυάζοντας επικές μελωδίες, βροντερούς ρυθμούς και εκρηκτικά φωνητικά, το κομμάτι παρουσιάζει το χαρακτηριστικό μείγμα του κλασικού heavy metal πνεύματος και της σύγχρονης ακρίβειας του συγκροτήματος.
Με ώθηση από μια ανθική ατμόσφαιρα και κινηματογραφική ένταση, το “The North Will Rise” αποτελεί μια τέλεια απεικόνιση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των TUNGSTEN: δυνατή σύνθεση τραγουδιών, τεράστια hooks και μια ενέργεια που μοιάζει να είναι κομμένη και ραμμένη για σκηνές φεστιβάλ. Αυτό το κομμάτι είναι μια πρόποση για τον βορρά, ένας ηλεκτρικός ύμνος που αποτυπώνει την παγωμένη ομορφιά και την ανθεκτικότητα αυτών των εδαφών. Με τις μεταδοτικές μελωδίες του Tony Kakko και την ακατέργαστη δύναμη του Mike Andersson, το “The North Will Rise” προορίζεται να είναι ένα δυνατό, ενωτικό κάλεσμα για όλους όσους αγαπούν τον βορρά!
Ο τραγουδιστής των TUNGSTEN, Mike Andersson, λέει: “Είναι μεγάλη τιμή που έχουμε τον Tony μαζί σε αυτό το τραγούδι. Έκανε καταπληκτική δουλειά. Νομίζω ότι οι φωνές μας ταιριάζουν απόλυτα, κάτι που κάνει το “The North Will Rise” ξεχωριστό. Στιχουργικά, είναι ένα είδος ύμνου για το μέρος μας στον κόσμο, τον βορρά. Ελπίζουμε ότι η metal κοινότητα και οι θαυμαστές των SONATA ARCTICA και φυσικά των TUNGSTEN θα αγαπήσουν αυτό το τραγούδι και θα το τραγουδήσουν ΔΥΝΑΤΑ!»
Ο Tony Kakko προσθέτει: “Πιασάρικο σαν το κρύο τον Ιανουάριο σε ένα πλοίο των Βίκινγκ που διασχίζει μια σκανδιναβική, μισοπαγωμένη θάλασσα! Πραγματικά ένα τραγούδι που ενώνει τους ανθρώπους και τους φίλους του Βορρά! Είμαι πολύ περήφανος και χαρούμενος που θα ενταχθώ στους φίλους μου στους TUNGSTEN τραγουδώντας μαζί με τον Mike σε αυτό το καταπληκτικό νέο κομμάτι. Οι μελωδίες είναι απλά μεταδοτικές. Να είστε προειδοποιημένοι!”.

Οι ELEGANT WEAPONS, η μπάντα με επικεφαλής τον κιθαρίστα των JUDAS PRIEST, Richie Faulkner, κυκλοφόρησαν το νέο τους single “Bridges Burn”, το πρώτο κομμάτι από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ τους “Evolution” που αναμένεται στις 24 Απριλίου από την Exciter Records.
Οι ELEGANT WEAPONS διαθέτουν μια εντυπωσιακή σύνθεση: τον Richie Faulkner, τον τραγουδιστή Ronnie Romero (RAINBOW, MSG, τον μπασίστα Dave Rimmer (URIAH HEEP) και τον ντράμερ Christopher Williams (ACCEPT).
Με το “Evolution” το συγκρότημα προωθεί τον ήχο του, συνδυάζοντας κοφτερά riff, Ηooks για αρένες και τεχνική ακρίβεια με μια χημεία που σφυρηλατείται μέσα από περιοδείες και συνεργασίες. Το άλμπουμ δημιουργήθηκε σε συμπαραγωγή με τον Faulkner μαζί με τον Andy Sneap (κιθαρίστα των JUDAS PRIEST σε περιοδεία, ο οποίος επίσης έκανε την παραγωγή του Invincible Shield των PRIEST), με την ηχογράφηση να εκτείνεται στο Νashville, την Ευρώπη και τη Γαλλία, μια πραγματικά παγκόσμια προσπάθεια που αντικατοπτρίζει τη διεθνή καταγωγή του συγκροτήματος.
“Αυτός ο δίσκος αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη από κάθε άποψη” δήλωσε ο Richie Faulkner. “Όταν οι τέσσερις μας ενώνουμε τις δυνάμεις μας, ακουγόμαστε σαν τους ELEGANT WEAPONS. Έχουμε περάσει χρόνο στο δρόμο, έχουμε αναπτύξει μια χημεία και μπορείτε να ακούσετε αυτή την εξέλιξη στις εμφανίσεις. Είμαι περήφανος για αυτό που έχουμε χτίσει και είμαι ενθουσιασμένος που ξεκινάω αυτό το επόμενο κεφάλαιο με την Exciter Records”.
Για την Exciter Records, η υπογραφή σηματοδοτεί μια στρατηγική κίνηση στο σύγχρονο metal, ενισχύοντας παράλληλα τους βαθείς δεσμούς της δισκογραφικής εταιρείας με τα θεμέλια του είδους. Η Exciter Records και η εκδοτική της θυγατρική, Reach Music, απέκτησαν πρόσφατα τα ορόσημα πρώιμα άλμπουμ των JUDAS PRIEST “Rocka Rolla” και “Sad Wings of Destiny”, καθιστώντας τη συνεργασία με τον Richie Faulkner και τους ELEGANT WEAPONS μια φυσική συνέχεια αυτής της κληρονομιάς σε μια νέα εποχή.

Το ελληνικό heavy metal συγκρότημα των VALOR κυκλοφόρησε επίσημα το νέο του single “Wings of Steel” σε όλες τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες. Το κομμάτι είναι το πρώτο single από το επερχόμενο concept άλμπουμ τους “Ark of Time”, το οποίο έχει προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει στις 15 Μαΐου.
Το “Wings of Steel” είναι ένα κομβικό κεφάλαιο στην ιστορία του “Ark of Time”, ένα κινηματογραφικό, επιστημονικής φαντασίας heavy metal κομμάτι που συνδυάζει δυνατά riffs, ατμοσφαιρικά πλήκτρα και δραματική αφήγηση. Το τραγούδι ακολουθεί μια καταδικασμένη εξερευνητική αποστολή που ξεκίνησε από ένα κολοσσιαίο διαστρικό σκάφος που μετέφερε τους τελευταίους επιζώντες της ανθρωπότητας. Αυτό που ξεκινά ως ένα θαρραλέο άλμα πίστης γρήγορα καταλήγει σε τραγωδία, καθώς η αποστολή αποτυγχάνει κάτω από μυστηριώδεις δυνάμεις και στη συνέχεια χρησιμοποιείται από το κυβερνών καθεστώς για να σφίξει τον κλοιό του πάνω σε όσους έχουν μείνει πίσω.
Το κομμάτι αποτυπώνει ολόκληρο το συναισθηματικό τόξο της ιστορίας: τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης, τον τρόμο της καταστροφής και τον ψυχρό μηχανισμό του αυταρχικού ελέγχου, όλα καθοδηγούμενα από τον κλασικό ήχο heavy metal που οι VALOR έχουν κάνει δικό τους εδώ και δύο δεκαετίες.
“Το Wings of Steel αποτυπώνει τη στιγμή που η ελπίδα και η απελπισία συγκρούονται. Αφηγείται την ιστορία της ανθρωπότητας που τολμά να φτάσει πέρα ​​από την Κιβωτό αναζητώντας έναν νέο κόσμο, μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσει τις τρομακτικές συνέπειες αυτής της απόφασης” αναφέρει το σχήμα.

Gus G
Photo by Akis Douzlatsis

Ο Gus G θα κυκλοφορήσει το πέμπτο solo άλμπουμ του “Steel Burner” στις 24 Απριλίου. Το άλμπουμ σηματοδοτεί την πρώτη solo κυκλοφορία του μετά από πέντε χρόνια και αποτυπώνει μια δυνατή συγχώνευση σύγχρονου ορχηστρικού metal και προσεκτικά επιμελημένων φωνητικών συνεργασιών. Ενώ περιμένουμε τον δίσκο, ένα άλλο κομμάτι θα κυκλοφορήσει τώρα για το “Nothing Can Break Me”, ένα κομμάτι που επικεντρώνεται στην εσωτερική δύναμη, την επιμονή και την ανθεκτικότητα, με τη συμμετοχή της ίδιας της Βασίλισσας του metal, Doro Pesch!
H Doro αναφέρει: “Ήταν υπέροχο να συνεργαστώ με τον Gus. Είμαστε φίλοι εδώ και πολύ καιρό. Είναι ένας καταπληκτικός κιθαρίστας. Πάντα σχεδιάζαμε να κάνουμε κάτι μαζί, και τώρα επιτέλους συνέβη. Είμαι απόλυτα ενθουσιασμένη για το τραγούδι αυτό”.
O Gus αναφέρει επιπλέον: “Η Doro είναι ένα είδωλο, η Βασίλισσα του metal. Όλοι το γνωρίζουν αυτό. Το να έχω την ευκαιρία να συνεργαστώ μαζί της σε ένα κομμάτι είναι κάτι που ευχόμουν να συνέβαινε για πολύ καιρό. Το “Nothing Can Break Me” είναι ένας δυνατός ύμνος του metal για την επιμονή. Είμαι πραγματικά περήφανος γι’ αυτό”.
Μετά από μια εκτεταμένη περίοδο περιοδείας μετά την πανδημία, το “Steel Burner” αντιπροσωπεύει μια ανανεωμένη δημιουργική εστίαση στο σόλο όραμα του Gus G. Το άλμπουμ παρουσιάζει το χαρακτηριστικό του στυλ κιθάρας, συνδυάζοντας τεχνική ακρίβεια, μελωδία και ένταση ενώ παράλληλα επεκτείνει το συναισθηματικό και θεματικό του εύρος μέσω συνεργασιών με μερικές από τις πιο θρυλικές και σεβαστές φωνές της metal σκηνής.
“Αυτή είναι η πρώτη μου solo κυκλοφορία άλμπουμ μετά από 5 χρόνια. Καθώς ήμουν αρκετά απασχολημένος στον κόσμο μετά την πανδημία με έντονες περιοδείες, είχα πάντα την ιδέα να κυκλοφορήσω ένα ακόμη solo άλμπουμ κάποια στιγμή. Αυτή τη φορά, ένιωσα ότι ήθελα το καλύτερο και των δύο κόσμων , να μπορώ να εξερευνήσω την ορχηστρική μουσική κιθάρας, αλλά και να συνεργαστώ με τραγουδιστές που αγαπώ και είμαι θαυμαστής τους”

Η πρώην τραγουδίστρια των NIGHTWISH Tarja Turunen, θα κυκλοφορήσει το ολοκαίνουργιο metal άλμπουμ της, “Frisson Noir”, στις 12 Ιουνίου μέσω της earMUSIC, το οποίο περιγράφεται σε δελτίο τύπου ως “το πιο βαρύ άλμπουμ της καριέρας της και μια ισχυρή δήλωση ταυτότητας, δύναμης και αίσθησης του ανήκειν”. Μετά από χρόνια εξερεύνησης διαφορετικών μουσικών τοπίων, η Tarja στέκεται σταθερά εκεί που ανήκει, στο metal.
Το “Frisson Noir” αντανακλά τον συνεχή διάλογο της Tarja μεταξύ της κινηματογραφικής ενορχήστρωσης, της κλασικής κληρονομιάς και της δύναμης και της έντασης του σύγχρονου metal. Το άλμπουμ κινείται ανάμεσα σε οικεία περάσματα για πιάνο, δραματικές ορχηστρικές υφές και δυνατές στιγμές με κιθάρα. Στο κέντρο του ηχοτοπίου βρίσκεται η χαρακτηριστική φωνή της Tarja, που κινείται αβίαστα ανάμεσα στην εύθραυστη συναισθηματική έκφραση και την οπερατική δύναμη. Γύρω από αυτό, ορχηστρικές ενορχηστρώσεις, χορωδίες και πολυεπίπεδη ενορχήστρωση δημιουργούν έναν κινηματογραφικό κόσμο που μετατοπίζεται συνεχώς ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, εξερευνώντας βαθιά ανθρώπινα θέματα όπως ο φόβος, η ομορφιά, η νοσταλγία, η ανθεκτικότητα, η ανυπακοή, η μεταμόρφωση, η ταυτότητα, η εξαφάνιση, η ανεξαρτησία, η εμπιστοσύνη και η επιμονή.
Σε 10 κομμάτια, η Tarja προσφέρει ένταση, συναίσθημα και δύναμη, μαζί με τους special guest Dani Filth (CRADLE OF FILTH), APOCALYPTICA, Marko Hietala (πρώην NIGHTWISH) και Chad Smith (RED HOT CHILI PEPPERS). Σε μίξη από τον βραβευμένο με Grammy παραγωγό Neal Avron (LINKIN PARK, SKILLET, DISTURBED), το άλμπουμ συνδυάζει έναν μοντέρνο, δυνατό ήχο με τα δραματικά και συναισθηματικά στοιχεία που καθορίζουν την αδιαμφισβήτητη metal ταυτότητα της Tarja.
Tο πρώτο single “At Sea” μόλις κυκλοφόρησε. Το τραγούδι ενσαρκώνει την κεντρική ιδέα πίσω από το “Frisson Noir”, τη σωματική αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει η μουσική, το ρίγος που διατρέχει το σώμα όταν ο ήχος, το συναίσθημα και η ερμηνεία ευθυγραμμίζονται σε μια πραγματική στιγμή. Με το “At Sea”, η Tarja αποτυπώνει αυτή τη στιγμή, υπενθυμίζοντας στους ακροατές τι συμβαίνει όταν ο ήχος, το συναίσθημα και η ανθρώπινη ερμηνεία συγκρούονται. Το κομμάτι συνδυάζει τη φωνή της Tarja με ζωντανούς μουσικούς, ορχηστρικές ενορχηστρώσεις και χορωδιακές παραστάσεις που ηχογραφήθηκαν στη Βουδαπέστη με την Ορχήστρα Τέχνης της Βουδαπέστης και τη Χορωδία Τέχνης της Βουδαπέστης, υπό τη διεύθυνση του Gyorgy Gulyas Nagy. Το αποτέλεσμα είναι μια heavy metal προσπάθεια μέσα σε ένα κινηματογραφικό ηχητικό τοπίο που αντικατοπτρίζει το συναισθηματικό ταξίδι του ίδιου του τραγουδιού: Η ένταση μεταξύ φόβου και αποφασιστικότητας όταν αντιμετωπίζουμε το άγνωστο.

Photo by Bobby Cochran

Οι NEUROSIS επιστρέφουν με το νέο τους άλμπουμ μετά από μια δεκαετία με τον Aaron Turner (ISIS,SUMAC) να εντάσσεται στο σχήμα στην κιθάρα και στα φωνητικά. Το “An Undying Love For A Burning World” είναι η πρώτη νέα κυκλοφορία από τους NEUROSIS εδώ και μια δεκαετία, και μια ισχυρή δήλωση πρόθεσης και αναγέννησης, μια δήλωση που σηματοδοτεί τα πρώτα νέα βήματα αποφασιστικότητας και ανθεκτικότητας.
“Το χρειαζόμαστε αυτό, ίσως περισσότερο από ποτέ, και υποψιαζόμαστε ότι δεν είμαστε μόνοι. Οι δοκιμασίες και οι ταλαιπωρίες στην προσωπική μας ζωή και ως συγκρότημα, σε συνδυασμό με την απλή προσπάθεια να πλοηγηθούμε στην τρέλα της κοινωνίας μας, με το άγχος, το άγχος και την απομόνωση που συνοδεύουν, μπορεί να είναι βασανιστικές. Προσθέστε σε αυτό την υπαρξιακή σύγχυση και θλίψη της κλιματικής κρίσης και της έκτης μαζικής εξαφάνισης. Είναι αρκετό για να σας κάνει να χάσετε εντελώς το μυαλό σας αν δεν μπορείτε να βρείτε απελευθέρωση ή κάθαρση. Αυτή η παράξενη συναισθηματικά φορτισμένη μουσική ήταν πάντα η μέθοδός μας για να προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε από αυτό και αυτό είναι που πάντα τραγουδούσαμε. Όταν έχεις περάσει μια ζωή ασχολούμενος με αυτές τις ενέργειες και χρησιμοποιώντας αυτή τη μορφή έκφρασης για να καθαρίσεις και να εξαγνίσεις, είναι επιζήμιο για την ευημερία μας να την αφήνουμε να κάθεται αδρανής και παραμελημένη. Αυτό ήταν τώρα ή ποτέ.”
Το “An Undying Love For A Burning World” είναι ένα επικό άλμπουμ κολοσσιαίου υπνωτισμού, όμορφο, τρομακτικό και απόλυτα συναρπαστικό με έναν τρόπο που μόνο οι NEUROSIS μπορούν να είναι. Ο Aaron Turner είναι ένα όνομα του οποίου η κληρονομιά είναι συνυφασμένη με τη δική του μπάντα και μια αληθινή αδελφή ψυχή, συμμετέχει στο συγκρότημα στα φωνητικά και την κιθάρα, μαζί με τον τραγουδιστή/κιθαρίστα Steve Von Till, τον ντράμερ Jason Roeder, τον μπασίστα Dave Edwardson και τον πληκτρά Noah Landis.
“Ήρθε κατευθείαν από την αρχή συνεισφέροντας, γράφοντας και παρουσιάζοντας ιδέες», λέει το συγκρότημα. “Η ενέργειά του ταιριάζει απόλυτα με τη δική μας. Είναι σαν να ήταν πάντα προορισμένος να είναι εκεί”.
Ο Aaron προσθέτει: “Από τη στιγμή που άκουσα για πρώτη φορά τους NEUROSIS πριν από 30 χρόνια, ένιωσα ότι αυτή ήταν η μουσική που η καρδιά και το μυαλό μου αναζητούσαν αλλά δεν είχαν ακούσει ακόμα. Τώρα, μετά από πολλά χρόνια ταξιδεύοντας σε διάφορα δικά μου μουσικά μονοπάτια, ο μοναδικός ήχος και το πνεύμα που ενσαρκώνουν συνεχίζουν να μιλάνε στα βάθη της ύπαρξής μου. Είναι τιμή και πραγματική ευχαρίστηση που με υποδέχτηκαν τόσο θερμά σε ένα συγκρότημα που όχι μόνο διαμόρφωσε την οπτική μου για τις απεριόριστες δυνατότητες της μουσικής, αλλά έζησε και ενσάρκωσε την αναγκαιότητα της διατήρησης της δημιουργικής ακεραιότητας και της συντροφικότητας πάνω απ’ όλα”.

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

A day to remember… 23/3 [JUDAS PRIEST]

0
Priest

Priest

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sad Wings Of Destiny” – JUDAS PRIEST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Gull Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jeffery Calvert, Max West, JUDAS PRIEST
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά – Rob Halford
Κιθάρες – K.K. Downing/Glenn Tipton
Μπάσο – Ian Hill
Drums – Alan Moore
Piano, organ, synthesizer στο “Prelude” – Glenn Tipton

Το Birmingham, η γνωστή πόλη της Αγγλίας, είναι σίγουρα η κοιτίδα του heavy metal, αφού εκεί δημιουργήθηκαν οι BLACK SABBATH, το συγκρότημα που λογίζεται ως ο νονός του εν λόγω ιδιώματος. Από την ίδια περιοχή όμως, κατάγονται και οι JUDAS PRIEST, οι οποίοι ως γνωστόν, έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην μεταλαμπάδευση του ιδιώματος στις νεότερες γενιές μουσικών, αλλά και οπαδών. Και τα δυο σχήματα δημιουργήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι BLACK SABBATH όμως ξεκίνησαν να δισκογραφούν πολύ σύντομα, το 1970, ενώ οι JUDAS PRIEST υπογράφουν στην μικρή δισκογραφική εταιρεία Gull Records, και κυκλοφορούν την παρθενική τους δουλειά, με τίτλο “Rockarolla” το 1974.

Τα μέλη του συγκροτήματος τότε, ζούσαν με πενιχρές μερίδες τροφίμων, εργάζονταν σε μερικής απασχόλησης δουλειές (o Glenn Tipton σαν κηπουρός, ο K.K. Downing σε εργοστάσιο και ο Ian Hill σαν οδηγός παράδοσης αντικειμένων). Η εικόνα τους δεν είχε καμία σχέση με την μετέπειτα καριέρα τους, αφού τα δερμάτινα και όλο το look των επόμενων χρόνων, δεν είχε προκύψει ακόμα. Ας μην ξεχνάμε ότι στα 70’s επικρατούσε πολύ η ροκ κουλτούρα στα γκρουπ, με κάπως συγκεκριμένο στυλ ντυσίματος, οπότε ίσως δεν γινόταν εκείνοι να ξεφύγουν από την μόδα της εποχής.

Δυστυχώς το πρώτο τους άλμπουμ, για πολλούς, ήταν μια απογοήτευση τόσο συνθετικά όσο και εμπορικά, οπότε το συγκρότημα ίσως «πιέστηκε» να δημιουργήσει κάτι καλύτερο την επόμενη φορά. Δυο χρόνια μετά θα άλλαζαν τα πάντα. Οι JUDAS PRIEST μέσα σε 2 εβδομάδες, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1975, ηχογραφούν το “Sad wings of destiny”, το άλμπουμ που θα ήταν η ουσιαστική αρχή της καριέρας τους.

Το classic rock ήδη μεσουρανούσε στα 70s με συγκροτήματα όπως οι QUEEN, RAINBOW. LED ZEPPELIN, DEEP PURPLE και φυσικά πολλά άλλα, οπότε και οι ίδιοι «πάτησαν» πάνω σε αυτό, για τις όποιες επιρροές τους στην επερχόμενη τότε, καινούργια δουλειά τους. Ενώ όλοι ίσως περίμεναν να συνεχίσουν τις μουσικές φόρμουλες που είχαν υιοθετήσει στο πρώτο δίσκο, εκείνοι κάνουν την μεγάλη έκπληξη. Αφήνουν πίσω τους την όποια «ψυχεδελική» διάθεση υπήρχε, «σφίγγουν» τις συνθέσεις τους, αναμιγνύοντας με μοναδικό τρόπο το κλασσικό rock της εποχής με το hard rock, κάνοντας τα τραγούδια τους να ηχούν πιο «βαριά» από πριν. Έτσι δημιουργούν μια δουλειά που έμελλε να αφήσει ένα από τα πιο ανεξίτηλα δείγματα γραφής στην heavy metal μουσική, μια δισκογραφική προσπάθεια της οποίας η συνθετική πολυπλοκότητα και μουσικότητα ήταν έκδηλες, παρουσιάζοντας μουσικές ιδέες που «οδήγησαν» το heavy metal σε νέα επίπεδα σκοτεινότητας.

Το ταλέντο και η ικανότητα στην σύνθεση φάνηκαν από τα πρώτα δυο τραγούδια που υπάρχουν στο δίσκο. Τα “Victim of changes” και “The ripper” δεν είναι μόνο δυο από καλύτερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ από το συγκρότημα, αλλά εγκαινίασαν και μια ηχητική μεταμόρφωση για τους JUDAS PRIEST. Οι όποιοι πειραματισμοί αυτή την φορά είχαν πάρει άλλη τροπή, έγιναν πιο σωστά, με τα heavy μέρη να είναι αρκετά εμφανή. Το συγκρότημα κατάφερε σε δυο χρόνια να διαμορφώσει με συγκλονιστικά μοναδικό τρόπο τις συνθέσεις του, με κάθε κομμάτι να έχει μια εξαιρετική διάταξη σε riffs, solos και refrain με τα κιθαριστικά μέρη να αποτελούν το highlight όλης της δουλειάς.

Βεβαίως, όλα θα ήταν διαφορετικά χωρίς τον εξωγήινο τραγουδιστή του γκρουπ, Rob Halford. Από έναν απλά καλό ερμηνευτή του “Rockarolla”, σπάει το κουκούλι, και προκύπτει ένας εκφραστικά θρηνητικός αοιδός με άπλετη θεατρικότητα και τρομερή έκταση οκτάβων και φωνητικού τόνου. Ειδικά οι ψηλές του νότες, ίσως φαντάζουν αδύνατες για κάποιους, αλλά όχι για εκείνον, καταφέρνοντας να προσδώσει μια μοναδική και ιδιαίτερη αισθητική σε κάθε σύνθεση. Χρησιμοποίει μια ποικιλία φωνητικών στυλ σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, με τις κραυγές και τις διαπεραστικές ψηλές νότες του, να εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν πέντε δεκαετίες αργότερα, ενώ οι πιο «χαμηλές» ερμηνείες του στα “Dreamer deceiver” και “Epitaph” (ένα τραγούδι που είναι πιο QUEEN πεθαίνεις!), θα αναδείκνυαν στο έπακρο το χαρισματικό ταλέντο αυτού του ανθρώπου.

Οι JUDAS PRIEST στο “Sad wings of destiny” κατάφεραν να γράψουν τραγούδια που ηχούν επικά χωρίς όμως σε κανένα σημείο να είναι επιτηδευμένα, και έτσι ολόκληρο το άλμπουμ είναι ηχητικά ευέλικτο, εύκολο στην άμεση ακρόαση, με πολλές δυναμικές και αρμονική ισορροπία των πιο συναισθηματικών σημείων με τα πιο «άγρια». Κάθε κομμάτι ακούγεται μονομιάς, από ένα γκρουπ που αντί να συνεχίσει στο μοτίβο που είχε δημιουργήσει, έκανε σε σύντομο διάστημα, το αναπάντεχο βήμα μεταμόρφωσης σε μια μηχανή παραγωγής ριφ και συναισθημάτων, με πιασάρικες μελωδίες και φυσικό groove, που σε καθήλωνε. Η στιβαρή δουλειά τους στην αξιομνημόνευτη σύνθεση τραγουδιών, που παρουσιάζεται και υπάρχει από την αρχή μέχρι το τέλος, και αυτό το πρωτόλειο metal που επέλεξαν να εκφράζονται μουσικά θα έδειχνε την πορεία που θα είχαν. Το μεγαλείο των συνθέσεων ήταν τέτοιο που θα γίνονταν η τέλεια επιρροή για πολλά συγκροτήματα αλλά και το κίνημα του New Wave Of British Heavy Metal.

Δείγμα της αλλαγής ρότας που είχαν αποφασίσει να πάρουν ήταν και το εξώφυλλο που επέλεξαν να έχει η τότε νέα τους δισκογραφική κίνηση. Μετά το λογοπαίγνιο της παρθενικής δουλειάς, το εμβληματικό εξώφυλλο, με το πεσμένο άγγελο που θρηνεί πάνω σε ένα πύρινο, κολασμένο τοπίο, του οποίου το μόνο απομεινάρι πίστης φαίνεται να είναι δεμένο στο λαιμό του με τη μορφή ενός εμβλήματος/συμβόλου (που είναι ο μετέπειτα σταυρός του γκρουπ κάνοντας την πρώτη του εμφάνιση εδώ), αποτελεί αφενός την τέλεια απεικόνιση των τραγουδιών που εμπεριέχονται στην δουλειά. Αφετέρου θα γινόταν ένα από τα πιο εμβληματικά, και του συγκροτήματος, αλλά και όλης της σκηνής.

Το “Sad wings of destiny” είναι η μήτρα που γέννησε τους JUDAS PRIEST, αποτελώντας την ουσιαστική αρχή και παρουσίαση τους στο κοινό. Θα ήταν το άλμπουμ που «πάτησαν» πάνω του κάνοντας την λαμπρή καριέρα που όλοι γνωρίζουμε. Οποιοδήποτε metal ιδίωμα και αν αρέσκεται κάποιος να ακούει, σε όποια ηλικία, το άλμπουμ αποτελεί πρότυπο και σημείο γραφής, όχι μόνο για το σχήμα αλλά και για όλο το heavy metal, αφού η ηχητική του υπόσταση αποτελεί μια από τις πιο βαθιές ρίζες του δένδρου, με τον αντίκτυπο του άλμπουμ να παραμένει αδιαπραγμάτευτος για πάντα. Ένα άλμπουμ που δεν πρέπει να λείπει από καμία συλλογή οπαδού.

Did you know that?

– Το εξώφυλλο του άλμπουμ, εικονογραφήθηκε από τον Patrick Woodroffe. Είναι περισσότερο γνωστός για την εισαγωγή/παρουσίαση του συμβόλου που μοιάζει με δίκρανο, γνωστό ως «Σταυρός των JUDAS PRIEST», όπως το φοράει ο άγγελος.

– Το τραγούδι «Victim of changes» είναι ένα mashup δύο προηγούμενων τραγουδιών με τίτλους «Red light lady», γραμμένο από τον Rob Halford, και «Whiskey woman» από τον αρχικό τραγουδιστή και ιδρυτή των JUDAS PRIEST, Al Atkins. Ο Halford μοιράζεται τα credits με τον προκάτοχό του, κάτι που είναι πράγματι ασυνήθιστο.

– Για το δίσκο, ηχογραφήθηκε και μία διασκευή στο “Diamonds and rust” της Joan Baez, αλλά κυκλοφόρησε με το επόμενο άλμπουμ του συγκροτήματος, “Sin after sin”. Η τότε εταιρία τους Gull Records κυκλοφόρησε την αρχική έκδοση του τραγουδιού από τις ηχογραφήσεις, στη συλλογή “The best of judas priest”

– Το “Metal Rules” κατέταξε το άλμπουμ στην 38η θέση της λίστας με τα εκατό καλύτερα άλμπουμ στην ιστορία του heavy metal, το περιοδικό “Kerrang!” στην ανάλογη λίστα του τον Ιανουάριο του 1989 το κατέταξε στη 17η θέση, ενώ το “Digital Dream Door” στην ένατη θέση της λίστας του.

– Η επιρροή του συγκροτήματος μέσω αυτού του άλμπουμ είναι φανερή και από τον αριθμό των διασκευών σε τραγούδια του, όπως οι εκτελέσεις του “The ripper” από τους ICED EARTH, AGENT STEEL, ICARUS WITCH και MERCYFUL FATE, του “Tyrant” από τους OVERKILL και του “Victim of changes” από τους GAMMA RAY.

– Παρόλη την αναγνώριση τους ως ένα από τα ανερχόμενα ονόματα του είδους το 1976, οι JUDAS PRIEST δεν κατάφεραν και πάλι να μπουν στα Βρετανικά charts, σημειώνοντας χαμηλές πωλήσεις ο αριθμός των οποίων θα ανέβαινε στον επόμενο τους δίσκο, “Sin after sin” ο οποίος ήταν και ο πρώτος που κατάφερε να μπει στους καταλόγους επιτυχιών της πατρίδας τους.

– Το “Sad wings of destiny” ήταν το μόνο άλμπουμ του συγκροτήματος που συμπεριλάμβανε τον drummer Alan Moore σε κάθε κομμάτι, έναν μουσικό που δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος με την οικονομική κατάσταση που υπήρχε και σύντομα θα έφευγε από το συγκρότημα.

– Η λίστα κομματιών του άλμπουμ στο οπισθόφυλλο σε σύγκριση με την κανονική σειρά των τραγουδιών σε κάποιες συγκεκριμένες εκδόσεις είναι διαφορετική. Κανονικά η σειρά ξεκινά με το “Victim of changes” και τελειώνει με το “Island of domination”. Οι εκδόσεις βινυλίου της Gull ξεκινούν με το “Prelude” και τελειώνουν με το “Deceiver”. Επίσης το “The ripper” αναγράφεται σαν “Ripper” στο οπισθόφυλλο.

– Σε κάποιες χώρες τα χρώματα των φτερών του αγγέλου ποικίλουν χρωματικά.

– Το άλμπουμ εκδόθηκε και διανεμήθηκε από την Janus Records στις Ηνωμένες Πολιτείες.

– Αν και αυτό το άλμπουμ δεν έφτασε την εμπορική επιτυχία που περίμενε το συγκρότημα κατά την κυκλοφορία του, τράβηξε την προσοχή της Columbia. Με τη βοήθεια του manager David Hemmings, το συγκρότημα υπέγραψε με την CBS και έλαβε έναν προϋπολογισμό 60.000 λιρών για τον επόμενο δίσκο τους, “Sin after sin”, ένα χρόνο μετά. Ο Downing περιέγραψε πώς τα συναισθήματα απογοήτευσης που είχε το συγκρότημα για τη διαχείριση της Gull Records επηρέασαν τα σκοτεινά θέματα που εμφανίστηκαν στο “Sad wings of destiny”. Η υπογραφή απαιτούσε τη διακοπή του συμβολαίου τους με την Gull Records, με αποτέλεσμα τα δικαιώματα για τα δύο πρώτα άλμπουμ και όλες τις σχετικές ηχογραφήσεις, συμπεριλαμβανομένων των demos, να γίνουν ιδιοκτησία της Gull. Η Gull περιοδικά ανασυσκεύαζε και επανακυκλοφόρησε το υλικό από αυτά τα άλμπουμ, όπως στο διπλό άλμπουμ του 1981 “Hero, hero”.

– Στο τραγούδι “Genocide” στη μέση του ακούγονται οι λέξεις “Sin after sin” που θα ήταν ο τίτλος του επόμενου τους άλμπουμ.

– Το άλμπουμ βραβεύτηκε με χρυσό δίσκο το 1989.

– Το άλμπουμ κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με άλλα επιδραστικά άλμπουμ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 όπως τα “Rising” των RAINBOW και “Virgin killer” των SCORPIONS.

– Τα “Victim of changes”, “The ripper”, “Tyrant” και “Genocide”, με μια εκτενή εισαγωγή, εμφανίζονται στο πρώτο ζωντανό άλμπουμ του συγκροτήματος, “Unleashed in the east” το 1979. Τα τρία πρώτα από αυτά τα τραγούδια ήταν στις setlist του συγκροτήματος μέχρι το 2019, με το “Victim of changes” να είναι ένα από τα τραγούδια που έχουν παιχτεί περισσότερο, ενώ το “Genocide” δεν ήταν στις playlists από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι και το 2022. Με τα “Dreamer deceiver”, “Deceiver” και “Island of domination” να υπάρχουν στις setlist του 1975–1976, 7 από τα 9 τραγούδια του άλμπουμ έχουν ερμηνευτεί ζωντανά σε συναυλίες.

– Στο “Painkiller” του 1990, παρουσιάζει μια φτερωτή φιγούρα που ο Halford έχει περιγράψει ως μια φουτουριστική εκδοχή του Έκπτωτου Άγγελου από το “Sad wings of destiny”. Το “Angel of retribution” του 2005 τον αναβιώνει ξανά, δείχνοντάς τον να ανεβαίνει και να αναζητά την τιμωρία, με το τραγούδι “Judas rising” να τον κάνει να «πετάει» τη μελαγχολία του και να οδεύει στην αισιοδοξία.

– Αφού ο Halford έφυγε από το συγκρότημα τη δεκαετία του 1990, ο Tim Owens προσλήφθηκε για να τον αντικαταστήσει μετά από audition για τα “Victim of changes” και “The ripper”. Οι Downing και Tipton στη συνέχεια έδωσαν στον Owens το παρατσούκλι “The ripper”.

– Ο αρχικός τραγουδιστής των JUDAS PRIEST, Al Atkins, ηχογράφησε μια εκδοχή του “Victim of changes” για το ομώνυμο άλμπουμ του 1998.

– Οι JUDAS PRIEST ερμήνευαν συχνά το τραγούδι “Mother sun” την εποχή του “Sad wings of destiny”, αλλά ποτέ δεν το ηχογράφησαν. Το τραγούδι, έχει διασωθεί μόνο σε bootleg ηχογραφήσεις. Το 2014, το Σουηδικό metal συγκρότημα PORTRAIT το κυκλοφόρησε σαν διασκευή ως B-side σε ένα CD single τους.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 23/3 [ANGRA]

0
Angra

Angra

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Holy land” – ANGRA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Rising Sun Records / LMP / Victor (Ιαπωνία)
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Charlie Bauerfeind, Sascha Paeth
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Andre Matos – φωνητικά, πιάνο, πλήκτρα
Kiko Loureiro – κιθάρα
Rafael Bittencourt – κιθάρα
Luis Mariutti – μπάσο
Ricardo Confessori – ντραμς

Ξεκινάμε με μερικές βασικές αρχές:
Α) Το “Holy land” είναι δίσκος ζωής για μένα, μέσα στις Top-10 αγαπημένες κυκλοφορίες όλων εποχών κι ένα από τα άλμπουμ που έχω ακούσει περισσότερες φορές στη ζωή μου και ο Rafael Bittencourt ο πρώτος ή δεύτερος καλλιτέχνης που έπαιρνα συνέντευξη πριν από 30 χρόνια!!!
Β) Σε αυτόν τον σύνδεσμο, μπορείτε να διαβάσετε ΟΛΕΣ τις ιστορίες που είναι βέβαιο ότι δεν γνωρίζατε για το αριστούργημα των Βραζιλιάνων, όπως μου τις είχε εξιστορήσει ο Rafael Bittencourt, Ανάμεσά τους και η πρώτη φορά που ειπώθηκε ποια είναι η αλήθεια πίσω από τον τίτλο “Z.I.T.O.”, που για εμάς, τους καμένους με τα trivia, ήταν ζήτημα τιμής να μάθουμε!
Γ) Φυσικά ήταν ζήτημα τιμής για εμένα, να τους φέρουμε στο Rock Hard Festival στις 12 Σεπτεμβρίου κι αυτό καταφέραμε με συντονισμένες προσπάθειες, αφού θα παίξουν στην Ευρώπη ΜΟΝΟ στη Γαλλία (ένα club show) και στο φεστιβάλ μας, με τον Kiko Loureiro που θα είναι στην κιθάρα μόνο γι’ αυτές τις συναυλίες. Και μπορεί να έχουμε μία μικρή καθυστέρηση, αλλά επιφυλάσσουμε μία ακόμη έκπληξη σχετικά με αυτό που θα ανακοινωθεί πάρα πολύ άμεσα!

Αφού είπαμε την αλφαβήτα, πάμε να μιλήσουμε λίγο και για τα του δίσκου. Αλήθεια, θυμάστε εσείς πολλά άλμπουμ που ξεκινούν με τραγούδια του βεληνεκούς και της έντασης του “Nothing to say”; Θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο εμβληματικά ανοίγματα δίσκου (το “Crossing”, είναι απλά μία εισαγωγή) και ακόμα θυμάμαι πως είχα κολλήσει στον τοίχο όταν είχα πρωτοαγοράσει το “Holy land” σ’ εκείνη την φοβερή έκδοση με το ακουστικό CD live στο FNAC. Παρεμπιπτόντως, ο άνθρωπος που τους είχε κάνει τεράστιους στη Γαλλία, εκείνος που είχε κανονίσει και το ακουστικό live που συμπεριλαμβάνεται στην ειδική έκδοση του δίσκου, ο Olivier Garnier, είναι και ο διοργανωτής της συναυλίας στη Γαλλία που θα παιχτεί ολόκληρο το “Holy land”…

Είναι άκρως εντυπωσιακό το γεγονός, ότι παρακολουθούσα τους ANGRA από την εποχή του demo τους και φυσικά του “Angels cry”, αλλά δεν μπορούσα ούτε να διανοηθώ ότι θα μπορούσαν να βγάλουν ένα κολοσσιαίο υπερδημιούργημα σαν το “Holy land”, που περιείχε τραγούδια σαν το “Carolina IV”. Ένα υπερδεκάλεπτο έπος, που τα Βραζιλιάνικα στοιχεία και η ορχήστρα (έστω και σε samples), έδεναν με μαγικό τρόπο με το prog/power metal του σχήματος, δημιουργώντας ένα διαμάντι που λάμπει παντοτινά.

Ο δίσκος σφύζει από ποικιλία ήχων, αφού υπάρχουν το “Holy land” και το “Shaman”, που συνδυάζουν τους latin ρυθμούς με το metal και τις ασύλληπτες μελωδίες, όπως πάρα πολύ εύστοχα γράφει στο πάρα πολύ καλό του worst to best, ο Γιώργος Κουκουλάκης, άλλος μεγάλος οπαδός του γκρουπ και του δίσκου, αλλά και το ευθύ, speed metal, “Z.I.T.O.” και το κεραυνοβόλο “Nothing to say”, με τον samba ρυθμό του ντράμερ τους, Ricardo Confessori, που μελοποιήθηκε στην κιθάρα. Εξίσου μαγικές στιγμές αποτελούν το “Make believe”, που αποτελεί και το μοναδικό video clip του δίσκου, με την ορχήστρα, να αναμιγνύεται με το Βραζιλιάνικο στοιχείο, το “Deep blue”, η τόσο Andre Matos αδιανόητη μπαλάντα, αλλά και το “Silence and distance”, που κλιμακώνεται ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΑ από μπαλάντα σε progressive τέρας.

Έχουμε γράψει κείμενα και κείμενα για το “Holy land”, αλλά, ειλικρινά, ανατριχιάζω σε κάθε πλήκτρο που πατάω, γράφοντας αυτό το κείμενο. Θυμάμαι εκείνο το θρυλικό live στο «Ρόδον» πριν από 29 χρόνια, μία από τις σπουδαιότερες εν Ελλάδι συναυλίες και φέρνω στο μυαλό μου τη 12η Σεπτεμβρίου και τη βραδιά που θα ακούσουμε ολόκληρο το “Holy land” live, με όλα αυτά που θα φέρει μαζί του το συγκρότημα. Μακάρι να ζούσε και ο Andre Matos, αλλά μερικά πράγματα στη ζωή τα παίρνεις όπως έρχονται. Και καλύτερα να τα παίρνεις, παρά να τα αφήνεις. Κι εμείς, τέτοιες ευκαιρίες, δεν θέλουμε να τις αφήνουμε να περνούν δίπλα μας, δίχως να απλώνουμε το χέρι να τις αρπάξουμε… Λιγότερο από έξι μηνάκια έμειναν…

Σάκης Φράγκος

EXODUS interview (Gary Holt)

0
Photo by Jim Louvau
Photo by Jim Louvau

“Thrash metal Goliaths”

Μια κουβέντα με τον ηγέτη και κιθαρίστα των EXODUS, Gary Holt, έχει πάντα ενδιαφέρον, ιδιαίτερα όταν μιλάς για νέα δισκογραφική δουλειά των βετεράνων thrashers, όπως το “Goliath” που μόλις κυκλοφόρησε. Μιλήσαμε για την επιστροφή του Rob Dukes, τη λογοκρισία του πρώτου video clip τους, τους SLAYER και πολλά ακόμα που αξίζει τον κόπο να διαβάσετε.

Οπότε εδώ έχουμε τον Gary Holt από τους EXODUS να μιλήσει για το “Goliath” και τα μελλοντικά σχέδια των EXODUS. Πώς είσαι; Παγωμένος;
Είμαι καλά. Κρύο, αλλά στην πραγματικότητα το δωμάτιό μου, είμαι σε ξενοδοχείο σήμερα, μέρα ξεκούρασης, και εδώ μέσα έχει γίνει υπερβολικά ζεστό. Αλλά δεν πρόκειται να βγω έξω. Θα βγω αύριο όταν θα πρέπει να φύγω από το ξενοδοχείο γιατί είναι τρέλα. Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να ζει σε τόσο κρύο καιρό.

Μου είπες 13 βαθμούς κάτω από το μηδέν.
Ναι, ναι. Είναι τρελό. Πονάει το πρόσωπό σου και σε χτυπάει ο αέρας. Είναι απλά απαίσιο.

Μπορείς να μου πεις πόσο καιρό δουλεύετε πάνω στο “Goliath”; Όταν είχαμε συναντηθεί στα Χανιά το 2024, μου είχες πει ότι δουλεύετε πάνω σε νέο άλμπουμ και τα λοιπά. Αλλά πότε ξεκινήσατε πραγματικά να δουλεύετε;
Ξεκινήσαμε την ηχογράφηση και το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσης πέρσι τον Μάρτιο ή κάπου εκεί, νομίζω. Εγώ γράφω συνεχώς riffs, οπότε έχω τραγούδια και ιδέες, αλλά πλέον τείνουμε να γράφουμε το μεγαλύτερο μέρος ενός άλμπουμ στο στούντιο, γιατί μαζευόμαστε και ουσιαστικά ζούμε μαζί. Νοικιάζουμε ένα σπίτι ή κάτι τέτοιο, ή μερικές φορές στήνουμε το στούντιο μέσα στο ενοικιαζόμενο σπίτι, και ηχογραφούμε όλο το άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν μπαίνουμε με έτοιμα τραγούδια τύπου “αυτά τελείωσαν, αυτά τελειώνουν” και τέλος. Γράφουμε μέχρι το τέλος. Οπότε, ξέρεις, είχα ένα σωρό ιδέες και ο Lee Altus συνέχιζε να γράφει. Και πριν το καταλάβεις, ηχογραφήσαμε 18 τραγούδια. Και νομίζω όταν ξεκινήσαμε την ηχογράφηση, είχαμε τέσσερα τραγούδια έτοιμα.

Άρα έχετε σχεδόν έτοιμο και το επόμενο άλμπουμ των EXODUS;
Σχεδόν. Αυτός ήταν ο στόχος μας, να το τελειώσουμε ώστε να μπορέσουμε να κυκλοφορήσουμε γρήγορα το επόμενο όταν τελειώσουμε την περιοδεία για αυτό. Και μείναμε λίγο πίσω από τον στόχο. Έχουμε οκτώ τραγούδια έτοιμα και είναι εκπληκτικά. Ακόμα έχω άγχος για το ποια τραγούδια διαλέξαμε. Αλλά θα πρέπει να ηχογραφήσουμε μερικά ακόμα. Και μέχρι να φτάσουμε εκεί, εγώ και ο Lee θα έχουμε γράψει πολλά περισσότερα, είμαι σίγουρος, οπότε δεν πρόκειται να περιορίσουμε τον εαυτό μας. Θα συνεχίσουμε να γράφουμε και θα το ολοκληρώσουμε. Αλλά ελπίζαμε να το τελειώσουμε πλήρως για να μπορέσω να πάω διακοπές για μία φορά. Δεν το έχω κάνει ποτέ. Δεν έχω πάει ποτέ διακοπές που να μην απαιτούν να υπάρχει και μία κιθάρα εκεί.

Ξέρεις κάτι; Μιλώντας με τύπους όπως ο Jaap, με τον οποίο δουλεύετε τώρα στη Napalm Records, μου λέει “γιατί να πάω διακοπές; Πηγαίνω σε φεστιβάλ”.
Αυτό δεν είναι διακοπές για μένα. Δεν είναι διακοπές. Διακοπές είναι να μείνει η κιθάρα στο σπίτι και να πάμε κάπου εγώ και η γυναίκα μου και να πούμε σε όλους τους άλλους να πάνε να γαμηθούν. Αυτό είναι διακοπές.

Ναι, νομίζω ότι εγώ είχα τις πρώτες μου διακοπές χωρίς laptop πριν μερικά χρόνια.
Οπότε είμαστε κοντά.

Ήταν μάλλον φοβερό, έτσι;

Photo by Lisa Holt

Ναι. Ναι. Οπότε πότε και πώς αποφασίσατε να ακολουθήσετε χωριστούς δρόμους με τον Zetro; Και πέρασε από το μυαλό σας να δουλέψετε με άλλους τραγουδιστές στον δρόμο;
Όχι, ξέρεις, το να είσαι σε μια μπάντα είναι σαν να είσαι σε έναν γάμο, μόνο που έχεις τέσσερις συζύγους αντί για έναν. Και μερικές φορές αυτός ο γάμος απλά δεν λειτουργεί πια. Και δεν σημαίνει ότι κάθε γάμος τελειώνει με απιστία και κακοποίηση. Μερικές φορές απλά τελειώνει, γιατί η σχέση δεν είναι πια όπως ήταν. Και όταν συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό συμβαίνει, καταλάβαμε ότι, σε αυτό το στάδιο της ζωής μας, πρέπει να κάνουμε μια αλλαγή τώρα, γιατί δεν γινόμαστε νεότεροι. Και σκέφτομαι και τη δική μου μουσική “θνητότητα”, ότι πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι. Κάναμε και πλάκα ότι θα πάρουμε κάποιον νέο, ξέρεις, κάποιον τραγουδιστή που τα γόνατά του είναι καλά και είναι αδύνατος και τέτοια. Αλλά αυτό ήταν αστείο. Ο Rob είναι ένας από τους πιο κοντινούς μας φίλους. Και θέλουμε να τελειώσουμε με την καλύτερη ενέργεια που μπορεί να έχει η μπάντα. Και το να φέρουμε πίσω τον Rob ήταν απλά καταπληκτικό. Και η δουλειά που κάνει στο άλμπουμ είναι φοβερή. Είχαμε σπουδαία χρόνια με τον Zetro. Από τα ‘80s φυσικά, μέχρι και το “Persona Non Grata”, που πιστεύω είναι μάλλον το καλύτερο άλμπουμ που έχει κάνει ποτέ. Αλλά όταν ο “γάμος” δεν λειτουργούσε πια για εμάς, δεν υπήρχε άλλη απόφαση πέρα από το να φέρουμε πίσω τον Rob.

Ένα πράγμα που παρατήρησα, γιατί σας είδα το 2024 στα Χανιά με τον Zetro, αλλά σας είδα και πέρσι στο Rock Festival στη Γερμανία με τον Rob. Κάτι που πρόσεξα ακόμα και βλέποντάς σας live το περασμένο καλοκαίρι είναι ότι ο Rob έχει γίνει πιο ευέλικτος ως τραγουδιστής και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στο “Goliath”. Το πιστεύεις κι εσύ;
Ναι, απολύτως. Δηλαδή, ξέραμε ότι ο Rob μπορεί να παίξει ακραίο, βίαιο thrash όσο καλά όσο οποιοσδήποτε σε αυτόν τον πλανήτη. Όταν δουλεύαμε αυτό το άλμπουμ και γράφαμε, έγινε πολύ νωρίς ξεκάθαρο ότι ο Rob μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα και ότι είχε εξελίξει περισσότερες “φωνές”. Έγραφα κάποιους στίχους, έγραφε κι αυτός, του πρότεινα στυλ ερμηνείας και το έκανε τέλεια. Ήταν απίστευτο. Στο “Promise You This”, για παράδειγμα, είναι σαν Southern Rock sludge, ξέρεις, και το έκανε τέλεια μόνο και μόνο επειδή του είπα “βάλε λίγο Southern βρώμα μέσα”. Και το έκανε, και απλά ανέπτυξε πολλά επίπεδα στην ερμηνεία του. Και είναι μακράν το καλύτερο που έχει κάνει ποτέ. Είναι καταπληκτικό.

Πώς προέκυψε να έχετε τον Peter Tägtgren σε αυτό το κομμάτι; Και μήπως πιάνω και κάποια “Toxic Waltzvibes ή είναι ιδέα μου;
Ίσως. Ο Lee έγραψε αυτό το τραγούδι, οπότε αυτό είναι ερώτηση για εκείνον. Αλλά έχουμε μια σχέση με τον Peter εδώ και πολλά χρόνια και συνεργασίες επίσης. Έκανα ένα solo για τους HYPOCRISY στο “Scrutinised” και εκείνος έκανε δεύτερα φωνητικά στο “The Sun Is My Destroyer” στο “Exhibit B”. Και ο Lee, ήταν το όραμά του από την αρχή μέχρι το τέλος. Ήξερε τι ήθελε και ήθελε τον Peter να κάνει τα καθαρά φωνητικά. Και ο Tom Hunting έκανε επίσης καθαρά. Και στο τέλος του τραγουδιού είναι ο Peter και ο Rob σε έναν “Ολυμπιακό τελικό” κραυγών. Αλλά αυτό ήταν το όραμα του Lee από την αρχή μέχρι το τέλος και είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια στο άλμπουμ. Και αυτή είναι η ομορφιά αυτού του άλμπουμ: υπάρχουν τόσες πολλές μουσικές οπτικές. Μου έκανε τη δουλειά εύκολη, με τον Lee να συνεισφέρει σχεδόν τη μισή μουσική.

Τώρα που μιλάμε, μόλις κυκλοφόρησε το video clip του “Goliath”. Αυτό το τραγούδι είναι κάπως μοναδικό για τους EXODUS. Θα έλεγα πολύ BLACK SABBATH, doom, ακόμα και με βιολί. Πώς αποφασίσατε να είναι αυτό το δεύτερο video clip; Δεν είναι το τραγούδι που θα περίμενε ένας μέσος fan των EXODUS.
Ξέρεις, είναι δύσκολο άλμπουμ για να διαλέξεις ένα τραγούδι που να εκπροσωπεί κάτι για όλους, γιατί υπάρχει τόση ποικιλία. Όταν γυρίζουμε video, σκεφτόμαστε οπτικά. Και είμαι φίλος εδώ και καιρό με τον Jacob Devine από τους DEAD TEMPLE VISIONS, έναν digital artist που ανακάλυψα στο Instagram πριν χρόνια. Έχει τεράστιο κοινό, περίπου ένα τέταρτο του εκατομμυρίου followers. Και έδωσε ζωή σε όλο αυτό, μαζί με τον σκηνοθέτη μας Jim Laveau, με τον οποίο συνεργαζόμαστε σχεδόν σε όλα πλέον. Και απλά… γιατί όχι; Είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια στο άλμπουμ. Γιατί να μην το κάνουμε; Ξεκινήσαμε με ένα γρήγορο, με ένα αιματηρό, βίαιο video, και τώρα πήγαμε σε άλλη κατεύθυνση. Αλλά όλο το άλμπουμ πάει σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Και λατρεύω το τραγούδι. Είναι τόσο βαρύ. Ίσως το πιο βαρύ που έχουμε κάνει ποτέ. Και δεν έχει καν τα κλασικά downpicking triplet riffs στην κιθάρα.

Εντελώς διαφορετικό. Είναι ένα εντελώς μοναδικό τραγούδι των EXODUS. Και φαντάζομαι ότι θα βγάλετε και άλλο video clip. Το έχετε ήδη κάνει.
Ναι, έχουμε άλλο ένα video που έρχεται για το “Promise You This”. Και αυτό το video είναι το ακριβώς αντίθετο των δύο πρώτων. Είναι απλά εμείς να παίζουμε σε ένα δωμάτιο, χωρίς visuals. Πέντε τύποι να τα δίνουν όλα, να ροκάρουν. Κάναμε το υπερβολικά αιματηρό, grotesque video. Κάναμε το ψηφιακό, doom, ατμοσφαιρικό video. Και τώρα κάνουμε ένα καθαρό rock out video. Και ήταν φοβερό.

Περίμενες ότι το YouTube θα λογοκρίνει το πρώτο σας video;
Ο σκηνοθέτης μας, ο Jim, είπε ότι μπορεί να συμβεί. Και συνέβη. Κάθε φορά που προσπαθούσαμε να το ανεβάσουμε, το “σημάδευαν” για παραβιάσεις. Και μετά την τελευταία προσπάθεια, μας είπαν ότι άλλη μία προσπάθεια και θα κατεβάσουν εντελώς το κανάλι. Δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε. Οπότε κάναμε μια λογοκριμένη εκδοχή. Αλλά εξαιτίας αυτού, έβαλα τον Jim να κάνει και το video που πραγματικά ήθελα, που είναι εντελώς ακραίο και αποκρουστικό. Του έστειλα επιπλέον υλικό με την οδηγία να μην το ανοίξει μπροστά στην κόρη του, γιατί είναι φρικτό. Και φτιάξαμε ένα site μόνο για το video, το EXODUS3111.com. Ο τίτλος του τραγουδιού προέρχεται από τον αριθμό των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν στη Juarez του Μεξικού το 2010. Μια μικρή πόλη, πάνω από 3000 νεκροί. Και θέλαμε να δείξουμε το πραγματικό νόημα των narco wars. Το τρελό είναι ότι το YouTube το χαρακτήρισε και απείλησε να το κατεβάσει, ενώ όλο το υλικό προερχόταν από Google και YouTube. Δηλαδή το έχετε ήδη. Δεν μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε, αλλά υπάρχει ήδη εκεί. Απόλυτη υποκρισία.

Ναι, αυτό δεν το ήξερα, ότι το υλικό ήταν από YouTube και Google.
Ναι, έψαξα στο Google και ήταν δύσκολο να βρεις το “καλό” υλικό μέχρι να βρεις τις σωστές λέξεις-κλειδιά. Και έβαλα πράγματα όπως decapitated heads, narco wars κτλ. και βρήκα φρικτά πράγματα. Και όλα αυτά στο Google. Δεν χρειάστηκε καν να μπω στο dark web.

Γιατί αποφασίσατε να μη δουλέψετε με τον Andy Sneap μετά από περίπου τρεις δεκαετίες; Ήταν επειδή δεν ήταν διαθέσιμος ή γιατί θέλατε να δοκιμάσετε κάτι νέο;
Και τα δύο. Ο Andy ήταν απασχολημένος με τους JUDAS PRIEST και, φυσικά, επικοινώνησα μαζί του και μου είπε ότι δεν κάνει άλλα projects φέτος. Είναι πολύ απασχολημένος. Και όταν είναι σπίτι, θέλει να περνάει χρόνο με την οικογένειά του. Αλλά είπε και κάτι πολύ σημαντικό: ότι είναι ώρα να δοκιμάσουμε κάτι νέο. Έχει κάνει τουλάχιστον τη μίξη σε κάθε άλμπουμ μας από το “Another Lesson in Violence” και μετά. Οπότε επιλέξαμε τον Mark γιατί είναι πολύ κοντινός μας φίλος και πολύ καλός. Είναι σημαντικό για μένα να ξέρω με ποιους δουλεύω. Του είπαμε ότι θέλουμε πιο δυνατό low end, περισσότερο μπάσο, πιο “σφιχτά”, πιο οργανικά τύμπανα. Και το πέτυχε απόλυτα. Είναι ένας τεράστιος σε ήχο δίσκος. Δεν μας ένοιαζε αν το low end “πνίγει” λίγο το stereo. Θέλαμε αυτόν τον μεγάλο, “βαρύ” ήχο που παλιά ήταν συνηθισμένος. Και ο Mark έκανε εξαιρετική δουλειά.

Ναι. Νομίζω ότι ένιωσες ωραία βγαίνοντας από τη ζώνη άνεσής σου για μία φορά.
Ναι, έπρεπε, έπρεπε. Το κάναμε με κάθε τρόπο σε αυτό το άλμπουμ, ξέρεις. Νέα πράγματα, το κάναμε παραγωγή μόνοι μας, αλλά με νέο άτομο στη μίξη και το mastering, νέες μουσικές ιδέες. Ξέρεις, απλά είπαμε “γαμ**τε το”. Θα κάνουμε ό,τι θέλουμε και δεν θα μας νοιάζει.

Exodus

Υποθέτω ότι το μόνο που σε νοιάζει σε έναν δίσκο είναι να σου αρέσει η μουσική που έχεις γράψει.
Ναι. Γράφουμε για ένα κοινό πέντε ατόμων. Πέντε άτομα. Δεν αφήσαμε τη δισκογραφική ή το management να το ακούσουν μέχρι να ολοκληρωθεί. Δεν τους στείλαμε πρόχειρες μίξεις ή οτιδήποτε, θα το ακούσετε όταν είναι έτοιμο να ακουστεί. Και όταν η μίξη τελειώσει, γιατί ξέρεις, πάντα θα την ξανακάνουμε πέντε φορές, αλλάζοντας αυτό, αλλάζοντας εκείνο. Αλλά όταν γράψαμε το “Bonded by Blood”, γράφαμε μουσική για εμάς. Δεν υπήρχε κοινό για αυτό, έξω από την Bay Area και τους tape traders. Οπότε απλά προσπαθείς να κάνεις τον εαυτό σου χαρούμενο ως μουσικός. Είσαι πέντε φίλοι που φτιάχνουν μουσική μαζί. Και αν είσαι τυχερός, αρέσει και σε κάποιους άλλους.

Μιλώντας για τη δισκογραφική, έχετε πλέον και νέα εταιρεία, τη Napalm. Τι σας οδήγησε σε αυτή την αλλαγή; Πιστεύεις ότι, όπως το βλέπω εγώ, η Napalm είναι η νέα Nuclear Blast;
Ίσως. Όταν υπογράψαμε με τη Nuclear Blast και ήμασταν από τα συγκροτήματα με τη μεγαλύτερη διάρκεια εκεί, είχαμε υπογράψει το 2002, 2003. Ξέραμε τους πάντες και ήταν όλοι φίλοι μας και τους μεθούσαμε στα φεστιβάλ και κάναμε παρέα και, μέχρι και με τον Markus, τον ιδιοκτήτη, παίζαμε pinball με την τεράστια συλλογή του. Και αυτό κάπως χάθηκε όταν όλοι έφυγαν από την εταιρεία. Δεν ήξερα τους νέους ανθρώπους. Και ακόμα και αφού πήραμε την απόφαση να πάμε στη Napalm, ο Jaap έφυγε (από τη Nuclear Blast) και πήγε στη Napalm. Οπότε είμαστε πανευτυχείς. Έστειλα μήνυμα στην μπάντα, “πήραμε πίσω τον Jaap”. Και ναι, θυμίζει περισσότερο αυτό το πράγμα. Μοιάζει με μια παρέα φίλων που έρχονται, κάνουν παρέα και είναι μέρος της οικογένειας.

Ναι, και ο Jaap είναι φοβερός.
Είναι φοβερός. Είναι σαν αδερφός μου.

Μου έστειλε email και μου λέει “έχω το νέο άλμπουμ των EXODUS. Θες να το ακούσεις, αδερφέ;”. Είναι ο καλύτερος fan των συγκροτημάτων με τα οποία δουλεύει.
Ναι, ναι. Τον αγαπάμε. Είναι αδερφός. Του το λέγαμε ακόμα και όταν ήταν στη Nuclear Blast, “έλα να δουλέψεις στη Napalm ή έλα στη management εταιρεία μας”. Απλά τον θέλουμε γύρω μας. Οπότε ναι, είμαστε πολύ χαρούμενοι.

Μπορείς να μου πεις με ποια περίοδο των EXODUS συνδέεται πνευματικά περισσότερο το “Goliath”;
Δηλαδή ως άλμπουμ συνολικά; Σε ποια περίοδο; Ξέρεις, νομίζω ότι οι EXODUS, κάθε άλμπουμ είναι η δική του περίοδος. Και αν θέλεις να το περιορίσεις σε ‘80s, ‘90s κτλ., δεν ξέρω πού θα το έβαζες, γιατί νομίζω ότι έχει στοιχεία από όλα.

Πιστεύεις ότι οι EXODUS εκτιμώνται περισσότερο τώρα απ’ ό,τι στα ‘80s;
Δεν θα το έλεγα. Στα ‘80s τα πηγαίναμε πολύ καλά. Είχαμε μια σπουδαία πορεία μέχρι που δεν είχαμε. Προφανώς είμαστε μια μπάντα που έκανε πολλά λάθη, σε επίπεδο business και με τα ναρκωτικά και όλα τα υπόλοιπα. Νομίζω ότι εκτιμούμαστε, αλλά ταυτόχρονα είμαστε και μια μπάντα που κουβαλάει ένα μεγάλο “κόμπλεξ”. Πάντα νιώθουμε ότι δεν παίρνουμε την αναγνώριση που μας αξίζει. Αλλά αυτό μας δίνει κίνητρο να δουλεύουμε πιο σκληρά. Οπότε δημιουργούμε “εχθρούς” εκεί που δεν υπάρχουν, γιατί δουλεύουμε καλύτερα όταν νιώθουμε ότι είμαστε εμείς ενάντια στον κόσμο. Και όταν όλα πάνε τέλεια, θα βρούμε κάποιον για να τσακωθούμε…

Όπως έκανε ο Michael Jordan με τους αντιπάλους του.
Ναι, ακριβώς. Δουλεύει για εμάς.

Υπάρχουν παρεξηγήσεις γύρω από την ιστορία των EXODUS που ακόμα σε ενοχλούν;
Εννοείς τύπου Wikipedia και τέτοια; Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Όχι, τίποτα δεν με ενοχλεί. Τα αφήνω να κυλάνε σαν νερό από την πλάτη της πάπιας. Δεν κολλάω στο παρελθόν. Δεν κολλάω στο μέλλον. Ζω το τώρα. Και απλά προσπαθώ να πηγαίνω με τον άνεμο.

Σε αυτό το σημείο της καριέρας σου, τι ορίζει την επιτυχία για εσένα και τη μπάντα; Είναι τα sold out shows ή απλά η απόλαυση του να παίζεις;
Προφανώς θέλεις η επιτυχία να μεταφράζεται στο κοινό σου, αλλά για μένα επιτυχία είναι ότι ζω παίζοντας κιθάρα. Η οικογένειά μου είναι ευτυχισμένη. Αγαπώ το σπίτι μου. Δεν ζω σε έπαυλη, αλλά ζω στο δάσος και είναι πανέμορφα, γεμάτο άγρια ζώα. Και είναι ήσυχα. Είναι σαν το δικό μου μικρό Xanadu. Γυρίζω σπίτι και είμαι απόλυτα χαρούμενος και δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι παραπάνω. Η οικογένειά μου είναι χαρούμενη, εγώ είμαι χαρούμενος, ζω σε ένα όμορφο μικρό κομμάτι της χώρας μέσα στο δάσος και είμαι ευτυχισμένος. Δεν χάνω χρόνο σκεπτόμενος τι έχουν οι άλλοι.

Είναι αυτό ένα στοιχείο που πήρες από τους SLAYER και το εφάρμοσες στους EXODUS σε μεγαλύτερη κλίμακα περιοδειών; Δηλαδή, είναι κάτι που είδες εκεί και το μετέφερες;
Σίγουρα, όσον αφορά τον επαγγελματισμό μιας “μηχανής περιοδείας”. Εμείς λειτουργούμε σε πολύ μικρότερη κλίμακα, αλλά πήρα πολλά από εκεί, κυρίως σε επίπεδο logistics και στο πώς να οργανώνεις μια σωστή περιοδεία ώστε όλα να λειτουργούν στην ώρα τους και επαγγελματικά.

Πιστεύεις ότι η μουσική που δημιουργείται από AI μπορεί ποτέ να έχει “επικινδυνότητα”;
Όχι, όχι. Δηλαδή πώς μπορείς να κατασκευάσεις “επικινδυνότητα”; Βλέπω reels στο Instagram και πάντα βλέπω το ίδιο πράγμα, βλέπεις το tag της μουσικής και είναι η ίδια AI metal μπάντα. Το βλέπω παντού και λέω “τι είναι αυτό;”. Ακούγεται σαν SLIPKNOT. Αλλά αυτό είναι το θέμα: κλέβουν από πραγματικές μπάντες για να δημιουργήσουν τη ψεύτικη μουσική τους. Δεν μπορούν όμως να μας αντικαταστήσουν live. Αν και ανησυχώ, γιατί νομίζω ότι η νέα γενιά, σε μεγάλο βαθμό, είναι τόσο χαζή που, αν αντικατασταθούν οι πραγματικοί μουσικοί, θα είναι γιατί οι άνθρωποι έχουν μάθει να ζουν κοιτώντας τα social media και το κινητό τους και δεν τους νοιάζει αν είναι πραγματικός άνθρωπος. Είναι οι ίδιοι που πάνε σε μια συναυλία και τη βλέπουν όλη μέσα από το κινητό αντί μπροστά τους.

Υπάρχει κάποια συμβουλή που θα έδινες στον 18χρονο Gary σήμερα;
Κάνε υπομονή φίλε. Όλα θα πάνε καλά. Ο 18χρονος Gary νοιαζόταν μόνο για το από πού θα βρει το επόμενο σακουλάκι χόρτο. Αλλά ήταν χαρούμενος. Ήταν καλές εποχές.

Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, Gary.
Σε ευχαριστώ.

Σάκης Φράγκος

CANNIBAL CORPSE interview 2006 (Alex Webster)

0
Cannibal

Cannibal

“Killing is their business…”

Ψάχνοντας στα αρχεία του έντυπου Rock Hard, βρήκαμε και τη συνέντευξη που είχε κάνει ο Κώστας Αλατάς με τον μπασίστα των CANNIBAL CORPSE, Alex Webster, για το ολοκαίνουργιο –τότε- “Kill” που θα κυκλοφορούσε εκείνες τις ημέρες. Όπως πάντα, με φωτογραφίες εποχής…

Οι CANNIBAL CORPSE είναι από τις ελάχιστες μπάντες που αντιθέτως με την μουσική και τους στίχους ο χαρακτήρας τους είναι αρκετά ήπιος, συνεχίζουν ακάθεκτα να κυκλοφορούν αξιοπρεπέστατες δουλειές και ξεπερνούν τις όποιες δυσκολίες, είτε με το line-up ή με τη λογοκρισία χωρίς δηλώσεις και τυμπανοκρουσίες και με μέλη τους εστιασμένους 100% στη μουσική. Ο μανιώδης μπασίστας και ψυχή της μπάντας, Alex Webster, μας μιλάει για το ολοκαίνουριο άλμπουμ τους “Kill”, την αποχώρηση του κιθαρίστα Jack Owen και το project του με τον tech-metal guru, Ron Jarzombek. Απολαύστε τον…

Οι CANNIBAL CORPSE πρόκειται να κυκλοφορήσουν το δέκατο άλμπουμ τους. Περίεργο για death metal μπάντα, δεν συμφωνείς;
Όντως δέκα άλμπουμ είναι πάρα πολλά. Δεν περιμέναμε να φτάσουμε ως εδώ όταν ξεκινούσαμε την μπάντα και είναι λίγο τρελό όταν το σκεφτόμαστε.

Στο site σας είχατε ένα δημοψήφισμα όπου οπαδοί σας ψήφιζαν πως θα ήθελαν να ακούγεται το νέο σας άλμπουμ. Είχατε υπόψη σας το τελικό αποτέλεσμα κατά τη δημιουργία του “Kill”;
Πάνω-κάτω για κάθε άλμπουμ αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, είναι να κυκλοφορήσουμε το πιο heavy και πιο brutal άλμπουμ μας. Για το “Kill” ξέραμε ότι θα βγει λίγο πιο γρήγορο και πιο τεχνικό γιατί εγώ και ο Pat έχουμε διαφορετικό τρόπο γραψίματος από τον Jack. Συνήθως ο Jack έγραφε δύο-τέσσερα τραγούδια τα οποία ήταν και τα πιο άμεσα και πιο αργά, οπότε χωρίς την συμβολή του στην σύνθεση ξέραμε ότι τα τραγούδια θα έβγαιναν πιο περίπλοκα και μάλλον γρηγορότερα. Δεν ήταν ότι είχαμε κάποιον άλλον στόχο πέρα από το να κάνουμε το πιο γρήγορο και brutal άλμπουμ.

Αν και το μουσικό σας ύφος δεν έχει αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια, ποιες θα έλεγες ότι είναι οι διαφορές του “Kill” με τις προηγούμενές σας δουλειές;
Μιλώντας προσωπικά θα έλεγα ότι πειραματίστηκα πολύ περισσότερο με ιδιόμορφους «χρόνους» (σ.σ. odd time signatures) και έκανα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα πάνω στον ρυθμό. Γενικότερα πάντως η κύρια διαφορά είναι ότι όπως προείπα δεν συμμετέχει ο Jack, ο Rob επέστρεψε και έχει ασχοληθεί με τη σύνθεση και ο Paul αυτή τη φορά. Εγώ και ο Pat πάνω-κάτω κάνουμε αυτό που κάνουμε σε κάθε άλμπουμ προσπαθώντας αυτή τη φορά να βελτιωθούμε ακόμη περισσότερο.

Κατά τη γνώμη μου έχετε βρει μία ισορροπία ανάμεσα στην πιο ακραία και τεχνική σας πλευρά προσθέτοντας αρκετά ρυθμικά μέρη.
Έχουμε πετύχει κάτι τέτοιο γιατί σίγουρα δεν είμαστε η πιο τεχνική μπάντα που υπάρχει, ούτε η πιο ωμή ή πιο grind-core. Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να έχουμε ένα συνδυασμό πιο «πιασάρικων» σημείων και μιας δόσης τεχνικής χωρίς υπερβολές όμως, τόσο ώστε το τραγούδι να παραμένει brutal γιατί σίγουρα αυτός είναι ο πρωταρχικός μας σκοπός. Για μένα δεν έχει σημασία πόσο καλός παίχτης είσαι αλλά πόσο καλά τραγούδια μπορείς να γράψεις.

Υπήρξαν και κάποιες αλλαγές στο line-up. Πως αποφασίσατε να αντικαταστήσετε τον Jack Owen με τον παλιό σας γνώριμο Rob Barrett;
Όταν έφυγε ο Jack ήμασταν στη μέση μιας περιοδείας οπότε έπρεπε να βιαστούμε να βρούμε αντικαταστάτη και έτσι πήραμε τον Jeremy Turner των ORIGIN, ο οποίος παίζει τώρα με τους UNMERCIFUL και έτυχε εκείνη την περίοδο να είναι διαθέσιμος καθώς είχε μόλις φύγει από τους ORIGIN και δεν είχε υποχρεώσεις με τους UNMERCIFUL. Ο Jeremy έκανε άψογα την δουλειά του αλλά στην πραγματικότητα δεν είχαμε πολυσκεφτεί ποιον θέλαμε για αντικαταστάτη του Jack, έτσι όταν ο Rob πήρε τηλέφωνο και μας ενημέρωσε ότι θα ήθελε να επιστρέψει σε περίπτωση που δεν έχουμε βρει ακόμα κιθαρίστα, σκεφθήκαμε ότι θα ήταν καλή ιδέα.

Ο Jack Owen όταν αποχώρησε από την μπάντα το 2004 είχε δηλώσει ότι ήθελε να ασχοληθεί με το rock project του, ADRIFT και ότι δεν ευχαριστιόταν τη μουσική όσο παλιά. Επίσης το μόνο που τον κρατούσε στους CANNIBAL CORPSE ήταν η μόνιμη δουλειά και το οικονομικό. Περιμένατε αυτή την αποχώρηση και πως αντιδράσατε όταν μάθατε τα νέα;
Φαντάζομαι ότι αντλείς τις πληροφορίες σου από την δήλωση την οποία έκανε. Λίγο-πολύ ξέραμε πως ένιωθε απλά επειδή ήταν σιωπηλός τύπος ποτέ δεν μπορούσες να τον καταλάβεις. Είχε γράψει από τα τέσσερα τραγούδια του “Wretched spawn” και υπέθεσα ότι εφόσον έκανε κάτι τέτοιο μάλλον είχε βρει πάλι τον ενθουσιασμό του γιατί με τα χρόνια σιγά-σιγά έχανε το ενδιαφέρον του για το death metal, πράγμα το οποίο δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντικό για τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Σίγουρα δεν ήταν και μεγάλη έκπληξη. Πιστεύω ότι αφορμή για να φύγει ήταν όταν συνέπεσε η συναυλία των CANNIBAL CORPSE στο Μεξικό με την συναυλία του προσωπικού του σχήματος ADRIFT στο Los Angeles. Έπρεπε τότε να κάνει μία επιλογή και αυτός επέλεξε να πάει στο Los Angeles. Ήταν τότε που πήραμε τον Jeremy Turner για να τον αντικαταστήσει.

Από την άλλη όμως ο Jack Owen βγήκε σε περιοδεία με τους DEICIDE ενώ έχει μπει μαζί τους στο studio για την ηχογράφηση του νέου τους άλμπουμ. Πως σου φαίνονται εσένα όλα αυτά;
Τι να πω.. Οι ADRIFT δεν κατάφεραν να κάνουν και πολλά πράγματα και έτσι όταν έγινε η φάση με τους Hoffman ίσως θεώρησε ότι θα ήταν καλό να επιστρέψει στο death metal. Από επαγγελματικής απόψεως δεν πήγαιναν πολύ καλά οι ADRIFT… Τώρα αν θέλεις άλλη απάντηση ίσως είναι καλύτερα να ρωτήσεις τον ίδιον. Πάντα γούσταρε κάποιες δουλειές των DEICIDE και σίγουρα περνάει καλά μαζί τους αλλά νομίζω ότι η δήλωση του όταν άφησε τους CANNIBAL CORPSE μιλάει από μόνη της.

Επίσης πειραματιστήκατε και στο θέμα του παραγωγού. Πως αποφασίσατε να συνεργαστείτε με τον Erik Rutan αντί του Neil Kernon όπως κάνατε στις τελευταίες σας δουλειές;
Απλά θέλαμε να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. O Neil Kernon έκανε εξαιρετικές δουλειές για μας αλλά είπαμε αυτή τη φορά να κάνουμε κάτι άλλο. Συν τοις άλλοις υπήρχαν οικογενειακές υποχρεώσεις. Η γυναίκα του Paul ήταν έγκυος εκείνη τη περίοδο και ο George είχε μόλις αποκτήσει παιδί οπότε ήταν ευκολότερο για μας να παραμείνουμε στη Tampa. Ξέραμε ότι ο Erik πλέον ασχολείται με παραγωγές και έχει κάνει φοβερές δουλειές για μπάντες όπως τους ΙΝΤΟ ΤΗΕ ΜΟΑΤ και SOILENT GREEN. Ξέραμε ότι έχει τις απαραίτητες ικανότητες και λέμε γιατί δεν τον δοκιμάζουμε; Το κάναμε και μείναμε ικανοποιημένοι. Η ειρωνεία βέβαια ότι τελικά μας κόστισε περισσότερο γιατί μας πήρε δύο μήνες ενώ συνήθως δεν κάνουμε παραπάνω από ένα-ενάμιση μήνα. Υπάρχουν πλεονεκτήματα αλλά σίγουρα και πολλά μειονεκτήματα όταν δουλεύεις κοντά στο σπίτι σου. Όταν ηχογραφούσαμε στο El Paso μέναμε ουσιαστικά στο studio και το μόνο πράγμα που σκεφτόμασταν όλη την ώρα ήταν η ηχογράφηση του δίσκου. Όταν όμως ηχογραφούσαμε στο St. Petersburg στη Florida, κάθε μεσημέρι επιστρέφαμε σπίτι μας όπου έπρεπε να ασχοληθούμε με τα καθημερινά οικογενειακά προβλήματα. Με λίγα λόγια υπήρχαν πολλά πράγματα να μας αποσπάσουν την προσοχή.

Το γεγονός ότι ο Erik Rutan είναι γνωστός death metal μουσικός σας επηρέασε στην όλη διαδικασία της ηχογράφησης;
Με τον Erik είμαστε γνωστοί εδώ και δέκα χρόνια, είναι πολύ καλός φίλου μου και σίγουρα το γεγονός ότι είναι μουσικός σε death metal μπάντα βοήθησε, γιατί γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά πως λειτουργεί μία death metal μπάντα. Οι προηγούμενοι παραγωγοί ήταν φοβεροί αλλά κανείς τους δεν είχε παίξει death metal πιο πριν. Ο Erik έχει άλλη προοπτική γιατί βλέπει τα πράγματα και από τις δύο πλευρές. Για παράδειγμα όταν ζητάει από τον Pat ή από τον Rob να ξαναπαίξουν ένα κιθαριστικό μέρος γνωρίζει ότι όντως μπορούν να το ξαναπαίξουν καλύτερα γιατί είναι και αυτός κιθαρίστας και μας πιέζει μεν αλλά γνωρίζει ποια είναι τα όρια του εφικτού στο death metal. Εξάλλου έχει φτάσει και αυτός στα όρια με τους HATE ETERNAL και σίγουρα μας βοήθησε στο να κάνουμε βγάλουμε τον καλύτερό μας εαυτό.

Θεωρείσαι από τους καλύτερους metal μπασίστες και πραγματικά ενθουσιάστηκα όταν έμαθα τα νέα ότι θα συνεργαστείς με τον Ron Jarzombek πάνω σε ένα νέο project, τους BLOTTED SCIENCE. Πως ήρθες σε επαφή μαζί του;
Ο Ron επικοινώνησε μαζί μου. Στο fan forum της ιστοσελίδας του ρώτησε αν κάποιος γνώριζε πως θα μπορούσε να έρθει σε επαφή μαζί μου και έτυχε εκείνη την ώρα να είναι συνδεδεμένος ένας κοινός μας γνωστός. Η ιδέα λοιπόν ήταν του Ron. Εντάξει καλός μπασίστας είμαι αλλά αυτοί που συνήθως παίζει ο Ron όπως ο Doug Keyser (WATCHTOWER) και ο Pete Perez (RIOT/SPASTIC INK) θεωρώ ότι είναι πολύ καλύτεροι από μένα. Στην αρχή δεν ήξερα τι ακριβώς περίμενε από μένα αλλά όταν άκουσα τα τραγούδια που είχε γράψει, στη σύνθεση των οποίων συμμετείχα κι εγώ, κατάλαβα ότι με προτίμησα γιατί θα έφερνα έναν ήχο πιο σκληρό ενώ ένας πιο τεχνικός μπασίστας να μην ήξερε πως να παίξει ένα heavy riff. Αυτό έψαχνε. Έναν διαφορετικό ήχο στο project. Ήταν πρόκληση σίγουρα. Έγραφα μόνος τα μέρη μου στο σπίτι και τα έστελνα μετά στον Ron. Νομίζω ότι είναι κάτι που θα αρέσει σε πολλούς. Ο Ron ήθελε να κάνει κάτι heavy και αυτός ήταν ο λόγος που με πήρε. Μπορεί να μην είμαι ο πιο τεχνικός άλλά σίγουρα ξέρω να γράφω heavy riff.

Είσαι εξοικειωμένος με τον Ron Jarzombek και με τις δουλειές τους με τους WATCHTOWER και τους SPASTIC INK;
Εννοείται!! Ακούω εδώ και χρόνια τις δουλειές του Ron. Λατρεύω την τεχνική μουσική και ακούω WATCHTOWER εδώ και πάρα πολύ καιρό και γουστάρω αρκετά τους SPASTIC INK. Όπως προείπα οι Doug Keyser και Pete Perez είναι από τους αγαπημένους μου μπασίστες και θεωρώ ότι είναι πολύ ανώτεροί μου οπότε καταλαβαίνεις πόσο τιμητική είναι για μένα αυτή η συνεργασία αλλά και μεγάλη πρόκληση παράλληλα. Μέχρι στιγμής έχουν πάει όλα καλά.

Πρόσφατα ανακοινώσατε τον Derek Roddy ως αντικαταστάτη τους Chris Adler. Να υποθέσω ότι ήταν δική σου επιλογή;
Ο Ron αρχικά ήθελε τον Chris ο οποίος είναι πάρα πολύ απασχολημένος με τους LAMB OF GOD και επειδή το project είναι ιδιαίτερα απαιτητικό ο οποιοσδήποτε drummer θα έπρεπε να του αφιερώσει πολύ καιρό οπότε μου φάνηκε πολύ φυσικό να κάνουμε την πρόταση στον Derek Roddy γιατί δεν ηχογραφούσε εκείνη τη περίοδο με τους HATE ETERNAL και είναι κατά τη γνώμη μου ένας από τους καλύτερους drummer στο metal.

Πότε να περιμένουμε το ντεμπούτο σας;
Ακόμα ηχογραφούμε. Θα τελειώσω τα μέρη μου γύρω στον Μάη αν κι ήλπιζα ότι θα είχα τελειώσει πριν την ευρωπαϊκή περιοδεία. Δεν έχω βρει και πολύ χρόνο όμως να ηχογραφήσω λόγω των υποχρεώσεών μου με τους CANNIBAL CORPSE. Αν όλα πάνε καλά θα κυκλοφορήσει πριν το 2007.

Ας επιστρέψουμε ξανά στους CANNIBAL CORPSE… Πως και ονομάσατε το άλμπουμ σας “Kill”;
Θέλαμε ένα τίτλο πάρα πολύ απλό, πρωτόγονο, ωμό και βίαιο. Τίποτα που να προϋποθέτει πάρα πολύ σκέψη αλλά πρωτόγονα συναισθήματα οργής και μίσους.

Σου αρέσει να γράφεις ακόμα για τέτοια θέματα;
Έχει πλάκα. Αυτή η θεματολογία μας εμπνέει και τις περισσότερες φορές είναι και η μουσική μας έτσι που δεν μπορείς να μιλήσεις για κάτι άλλο. Υπάρχουν βέβαια και φορές που κολλάς. Εξαρτάται.. Για παράδειγμα στο “The time to kill is now” οι στίχοι βγήκαν αβίαστα και είναι από τους αγαπημένους μου. Μου αρέσει γενικά να γράφω στίχους που έχουν να κάνουν σχετικά με εκδίκηση

Θα έλεγες ότι αυτή η μουσική εκφράζει τα συναισθήματά και τον χαρακτήρα σου απόλυτα;
Κατά την διάρκεια μιας συναυλίας είμαστε «κτήνη» τουλάχιστον προσπαθούμε να βγάλουμε όλη την ενέργειά μας. Η ακραία μουσική είναι για μένα μία εκτόνωση για όλα αυτά τα άγχη που νιώθω καθημερινά. Μία απάντηση σε όλα αυτά που μας θυμώνουν και πιστεύω ότι αυτό θα σου απαντήσουν όλοι όσοι ασχολούνται με αυτή τη μουσική. Ένα από τα πράγματα που κάνει η μουσική είναι ότι σε αγγίζει σε κάποια επίπεδα τα οποία δεν μπορείς να εξηγήσεις. Οπωσδήποτε στίχοι όπως αυτοί σε κομμάτια σαν το “Murder worship” και “The time to kill is now” δεν έχουν να κάνουν με την πραγματικότητα και σίγουρα δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που συμβαίνουν στις ζωές μας. Η μουσική όμως είναι μας εκφράζει 100% και είναι αντανάκλαση των συναισθημάτων οργής και των συναισθημάτων που νιώθουμε.

Εκτός του τίτλου και το άλμπουμ σας είναι αρκετά μινιμαλιστικό. Μήπως το πραγματικό εξώφυλλο κρύβεται πίσω από αυτό;
Δεν θα σου πω ψέματα… Δεν την πολυψάξαμε με το εξώφυλλο. Δώσαμε κυρίως βάρος στη μουσική. Ο Vince Locke σχεδίασε κάτι που ήταν πάρα πολύ καλό αλλά πιστεύαμε ότι ταίριαζε με το concept του δίσκου και αποφασίσαμε να επιλέξουμε κάτι πιο μινιμαλιστικό και απλό αυτή τη φορά. Εξάλλου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε αν οι CANNIBAL CORPSE μπορούν να τα καταφέρουν και χωρίς τα τρελά τους εξώφυλλα. Για πολλούς είναι πιο σημαντικά αυτά από τη μουσική και αυτό μας βρίσκει αντίθετους. Εξάλλου κανείς από μας δεν έχει σχεδιάσει ποτέ κανένα εξώφυλλο.

Με περιοδείες τι θα κάνετε; Κάτι διάβασα ότι θα συμμετάσχετε στην περιοδεία “Sound Of The Underground”. Ισχύει;
Ναι ισχύει. Θα είναι μία ευκαιρία για μας να περιοδεύσουμε με μεγάλες μπάντες, Ξέρεις δεν είναι και τόσο εύκολο να περιοδεύσεις με ένα τέτοιο «πακέτο» άσε που στις Η.Π.Α. δεν γίνονται μεγάλα festival όπως το Grasspop, ή το With Full Force και το Wacken, οπότε ουσιαστικά είναι η μόνη μας ευκαιρία να παίξουμε live μπροστά σε ένα ευρύτερο κοινό. Στις Η.Π.Α. έχουμε περιοδεύσει μόνο δύο φορές χωρίς να είμαστε headliners. Η μία ήταν το 1996 όταν ανοίγαμε για τους MISFITS και ANTHRAX και το 1992 μαζί με τους AGNOSTIC FRONT και OBITUARY. Ήταν μία ευκαιρία που περιμέναμε εδώ και πάρα πολύ καιρό και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που θα παίξουμε με μεγάλες μπάντες όπως οι IN FLAMES και οι AS I LAY DYING.

Το 2004 ανακοινώθηκε ότι οι CANNIBAL CORPSE ξεπέρασαν τις 1.000.000 πωλήσεις. Ως μέλος της μπάντα στις πραγματικά δύσκολες πρώτες μέρες που οι περισσότεροι ήταν αρκετά αρνητικοί απέναντί σας, πως αισθάνεσαι σήμερα;
Οπωσδήποτε είμαι πάρα πολύ ικανοποιημένος και αποδεικνύει ότι είμαστε πολύ καλύτεροι μπάντα από ότι έλεγαν αυτοί που μας κατέκριναν όταν είχαμε βγάλει τα πρώτα άλμπουμ και νομίζω ότι θα έπρεπε να είναι και όλη η death metal σκηνή ικανοποιημένη. Είναι ευτυχές το γεγονός ότι το death metal επιβίωσε και συνεχίζει να αναπτύσσεται. Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και μπάντες όπως οι SYSTEM OF A DOWN που παίζουν ένα πιο συμβατικό είδος metal και πουλάνε 1.000.000 δίσκους με κάθε τους κυκλοφορία. Οπωσδήποτε δεν είμαστε σε αυτό το επίπεδο.

Με ποιο άλμπουμ σας θα έλεγες ότι έχετε πιάσει την κορυφή καλλιτεχνικά;
Σίγουρα το καινούριο.. Μου είναι δύσκολο να απαντήσω. Κάθε φορά βάζουμε τα δυνατά μας και γενικά προοδεύουμε σαν μπάντα. Σίγουρα το “Bloodthirst” είναι ένα από τα καλύτερά μας αν και νομίζω ότι αυτό που θα μείνει τελικά είναι το “Kill”. Από την άλλη βέβαια έχουμε πολλούς δίσκους να ηχογραφήσουμε ακόμα.

Υπάρχουν μπασίστες από την σημερινή death metal σκηνή που σε εντυπωσιάζουν με τις τεχνικές τους αποδόσεις;
Είναι πολλοί. Φυσικά από παλαιότερους ο Steve DiGiorgio, o οποίος ήταν επιρροή μου και τώρα είμαστε φίλοι και από πιο μοντέρνους υπάρχουν πάρα πολλοί όπως οι Patrick Boleij (SEVERE TORTURE), Niklas Dewerud (SPAWN OF POSSESSION), Erlend Caspersen (BLOOD RED THRONE), Mike Flores (ORIGIN)… Γενικά χαίρομαι που υπάρχουν τόσο καλοί μπασίστες πλέον και μαλώνουν με τους παραγωγούς τους για την ένταση που πρέπει να έχει το μπάσο στους δίσκους τους.

Ποιο είναι για σένα το πιο τεχνικό και πιο απαιτητικό τραγούδι των CANNIBAL CORPSE για να παίζεις;
Σίγουρα κάποιο από αυτά που έχει γράψει ο Pat. To “Frantic disembowelment” από τον προηγούμενο δίσκο είναι πάρα πολύ δύσκολο και από αυτό το δίσκο με διαφορά το πιο δύσκολο είναι το “Infinite misery”, ειδικά στο τελείωμα είναι πραγματικά ένα μαρτύριο για τα δάχτυλά μου και σίγουρα δεν θα ήθελα να το παίξω live.

Είναι μία ερώτηση που πάντα ήθελα να ρωτήσω μέλος των CANNIBAL CORPSE. Μιλώντας πρόσφατα με δύο από τις καλύτερες και πιο τεχνικές death metal μπάντες, τους CYNIC και ATHEIST, μου είχαν δηλώσει ότι και οι δύο μπάντες αποφάσισαν να διαλύσουν μετά την κοινή τους περιοδεία με τους CANNIBAL CORPSE. Ειδικά ο Kelly Shaefer ήταν απογοητευμένος με την αντιμετώπιση του κοινού τότε. Είχες συζητήσει ποτέ γι’ αυτό το θέμα με αυτές τις μπάντες;
Θυμάμαι με τους ATHEIST, ειδικά ο Kelly, ήταν απογοητευμένος κάποιες φορές. Από την πλευρά μου, αν έβλεπα έναν οπαδό μου να δυσανασχετεί τον προέτρεπα να δώσει βάση στους ATHEIST γιατί ήταν καταπληκτική μπάντα. Τότε έκανα πολύ παρέα και μπασίστα που είχαν τότε, τον Darren McFarland. Όταν είσαι διαφορετικός τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Σίγουρα τότε ήμασταν πιο δημοφιλής μπάντα οπότε μεγαλύτερο μέρος του κόσμου ερχόταν να δούνε εμάς και ήθελαν ακούσουν brutal death metal και δεν ενδιαφέροντα για πιο πειραματικά πράγματα και πολλές φορές δεν ήταν πολύ ευγενικοί με τους CYNIC και τους ATHEIST, πράγμα που ήταν πολύ άδικο γιατί και οι δύο μπάντες ήταν εκπληκτικές. Ειδικά με τους CYNIC που ήταν πιο ήπιοι, θυμάμαι κάποιος τους είχε πετάξει ένα ποτήρι με μπύρα και είχε βρει τον Paul Masvidal…

Πιστεύεις ότι ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για να δεχτεί τέτοιου είδους συγκροτήματα;
Μμμ.. Πάντα υπήρχε κόσμος που γούσταρε αυτές τις μπάντες και στις συναυλίες το 90% του κόσμου αν και δεν ήταν εξοικειωμένος με αυτού του είδους τη μουσική τουλάχιστον τους δεχόταν. Βέβαια αρκούν ένα-δύο βλάκες για να καταστρέψουν τη βραδιά. Είναι κρίμα. Τώρα με όλο αυτό το τεχνικό metal που υπάρχει θα είχαν σίγουρα καλύτερη υποδοχή. Από την άλλη βέβαια ο κόσμος πηγαίνει σε death metal συναυλίες για να ακούσει brutal death metal. Από την μεριά μου πάντα ενθάρρυνα τους οπαδούς μας να είναι ανοιχτόμυαλοι.

Κώστας Αλατάς

A day to remember…21/03 [CANNIBAL CORPSE]

0
Cannibal

Cannibal

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Kill” – CANNIBAL CORPSE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Erik Rutan
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – George “Corpsegrinder” Fisher
Κιθάρες – Pat ‘O Brien
Κιθάρες – Rob Barrett
Μπάσο – Alex Webster
Drums – Paul Mazurkiewicz

Πάντα χαρά μου να γράφω για τους λατρεμένους μου CANNIBAL CORPSE. Ειδικά ετούτο το κείμενο για το πρώτο μου CANNIBAL CORPSE άλμπουμ σε πραγματικό χρόνο. Το “Kill” του 2006. Έλα όμως, που τα έφερε έτσι η ζωή που εκ παραδρομής, το κείμενο για τα 20 χρόνια του προκατόχου του “The wretched spawn” (2004)…κάπου χάθηκε στη διαδρομή! Ε, αυτό αλλάζει σήμερα! Πάμε λοιπόν, λίγο πιο πίσω στο χρόνο από το 2006. Μετά το καταστροφικό “Gore obsessed” (2002), οι CANNIBAL CORPSE δεν έχασαν καθόλου χρόνο, ούτε και άφησαν καιρό μέχρι την επόμενη κυκλοφορία τους. Το “Worm infested” EP (2003) με δύο καινούργιες κομματάρες (“Systematic elimination”, “Worm infested”), μια επανηχογράφηση από το “Eaten back to life” (“The undead will feast”) και τρεις διασκευές (METALLICA – “No remorse”, ACCEPT – “Demon’s night”, POSSESSED – “Confessions”).

Τον Φλεβάρη του 2004, κυκλοφορούν το επίσης πολυποίκιλο “The wretched spawn” όπου τα γκρουβάτα ομώνυμο και “Decency defied” και το εφιαλτικά σχεδόν death/doom “Festering in the crypt” συνυπάρχουν με τα καταστροφικά “Severed head stoning”, “Cyanide assassin” και “Frantic disembowelment”, σε ένα άλμπουμ που μόνο μεγάλωσε το όνομα των Κανίβαλων και συνέχισε να φέρνει νέες γενιές στον ήχο τους, παρότι ο ένατος σε 16 χρόνια καριέρας. Ήταν επίσης η τελευταία φορά που συνεργάστηκαν με τον κύριο Neil Kernon. Επί προσωπικού, ακόμα θυμάμαι τον εαυτό μου 13-14 χρονών αγόρι, να βλέπει σε περιοδικό το κρανίο από το εξώφυλλο του “The wretched spawn” και να τρομάζει (ας μην περιγράψω το σοκ όταν είδα το αυθεντικό εξώφυλλο για πρώτη φορά!).

“Ποιοι είναι αυτοί οι τύποι!;” σκεφτόμουν, όλο τρόμο! Ποιος να έλεγε σε αυτό το αγόρι τότε, ότι 22 χρόνια μετά αυτούς τους τρομακτικούς τύπους, όχι μόνο θα τους λάτρευε αλλά θα έγραφε αράδες επί αράδων για αυτούς! Φυσικά και αυτό δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάστηκε να έρθουν στη ζωή μου οι METALLICA και οι SLAYER, να με βάλουν στο κόλπο των υψηλών ταχυτήτων (το κάλεσμα μου αν θέλετε), κάπου εμφανίστηκαν σε μορφή μεμονωμένων κομματιών οι ARCH ENEMY (“Burning angel” – τα πρώτα μου death metal φωνητικά) και οι MORBID ANGEL (“Rapture”, “Sworn to the black”)…ε και μια ωραία βραδιά, να γυρίσω να δω το video clip για το “Make them suffer”. H γνωριμία ήταν μοιραία και ο έρωτας ακαριαίος. Blastbeat, είχα ξανακούσει από τους MORBID ANGEL, αλλά όχι με τον τρόπο που το έκαναν οι CANNIBAL CORPSE.

H δε thrash-ίλα που είχαν οι κύριοι, βρήκε κατευθείαν κέντρο! Όλα αυτά μαζί, με τράβηξαν όλο και πιο κοντά στους CANNIBAL CORPSE και αυτό το λιτό απέριττο εξώφυλλο! Και έπεσε ολοκληρωμένο στα αυτιά μου τότε. Μπαίνει το “Τhe time to kill is now”….και ψάχνεις που πήγε το κεφάλι, που πήγε το λοιπό σώμα, που πήγαν όλα! Το προαναφερθέν “Make them suffer” σκοτώνει ό,τι έχει θράσος να αναπνέει, ενώ έχει την ποιότητα ενός αθάνατου hit! “Murder worship” και η γκρούβα από τη μέση και μετά συνθλίβει κάθε σβέρκο που βρίσκεται στο δρόμο του. Καλά για τα “Necrosadistic warning” (YOU WILL NOT REST IN PEACE!) και το “Five nails through the neck” που δείχνουν την ικανότητα των CANNIBAL CORPSE να παίζουν με τους ρυθμούς κατά το δοκούν μέσα στην καταστροφική τους μανία, τι να πούμε που να μην τα αδικεί;

Ή για τον ορυμαγδό του “Purification by fire” ή το mid-tempo groove του υπέροχου “Death walking terror” που επίσης επιλέχθηκε (σοφά, θα πω εγώ) για videoclip, δείχνοντας μια άλλη μεγάλη δύναμη του συγκροτήματος;Στο “The discipline of revenge” αναπνέει το μπάσο του ηγέτη Alex Webster, αλλά και διαφαίνεται μια black metal επίγευση στο βασικό riff και τον τρόπο που αυτό χτίζεται. Πάντα μου άρεσε ο τρόπος που έβαζαν επιρροές από άλλα παρακλάδια του ακραίου ήχου, ως απόρροια του με πόσες διαφορετικές μπάντες περιόδευαν κατά καιρούς, διατηρώντας παράλληλα το αδιαμφισβήτητα CANNIBAL CORPSE ύφος που έχτισαν ανά τις δεκαετίες. Το “Brain removal device” με το αρμονικό του riff με σκλαβώνει, ενώ το “Maniacal” είναι ό,τι λέει ο τίτλος του και ακόμα κάτι παραπάνω!

Το δε “Submerged in boiling flesh” ρίχνει φάπες και των γονέων, με το riff στο τέλος που καταλήγει σε ένα fade out να ακούγεται σαν έναν απειλητικό δολοφόνο που μόλις τελείωσε τη “δουλειά” του και περπατάει μακριά από το τόπο του εγκλήματος! Αλλά το άλμπουμ δεν τελειώνει εκεί. Έχουμε το τρίτο instrumental (“Relentless beating” από το “Vile” (1996) και “From skin to liquid” από το “Gallery of suicide” (1998) τα δύο προηγούμενα) στην ιστορία της μπάντας, το “Infinite misery”. Αργό στα όρια του death/doom, εφιαλτικό ειδικά στα leads του, με ένα εκπληκτικό γκρουβάτο κύριο riff που οδηγεί το κομμάτι διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος του, με τον τρόπο που μεταμορφώνεται μέσα στο κομμάτι. Κάπως έτσι, άλλη μια ακρόαση, από τις πάρα πολλές τα τελευταία 20 χρόνια, έχει τελειώσει την ώρα που γράφονται ετούτες οι γραμμές.

Το “Kill” των CANNIBAL CORPSE δεν έχει γεράσει ούτε μια μέρα. Αντιθέτως, έχει ωριμάσει, έχει γίνει ένα μοντέρνο κλασσικό άλμπουμ της ιστορίας της μπάντας, καθώς και σημείο εκκίνησης μιας ακόμα φουρνιάς με τους CANNIBAL CORPSE και γιατί όχι και με το death metal γενικά. Οι CANNIBAL CORPSE, θα έβγαιναν στο δρόμο με τους KATAKLYSM, LEGION OF THE DAMNED και FINNTROLL στα πλαίσια του περιοδεύοντος festival με τίτλο No Mercy. Στη χώρα μας θα έρθουν με τους URKRAFT και DISAVOWED το 2007 (ο γράφων θα τους έβλεπε 2 χρόνια μετά ως φοιτητής, με το “Evisceration plague”), ενισχύοντας έτι περαιτέρω τους δεσμούς τους με τη χώρα μας. Οπότε, τιμής ένεκεν και όχι μόνο, βάλτε το άλλη μια φορά να παίζει και γκαρίξτε μαζί με τον George Fisher:

THE TIME TO KILL IS NOW!

Did you know that?

– Ο πρώτος από τους 7 δίσκους στους οποίους θα έκανε παραγωγή ο Erik Rutan. Στους δε δύο τελευταίους, θα είναι ΚΑΙ μέλος των CANNIBAL CORPSE. Μάλιστα, στο “The time to kill is now” συμμετέχει με δεύτερα φωνητικά.

– Βγήκε σε μια φοβερή έκδοση CD/DVD, όπου το DVD είναι μια συναυλία – σφαγή στο La Laiterie στο Στρασβούργο της Γαλλίας το 2004 με HYPOCRISY, EXHUMED, VOMITORY, KATAKLYSM, SPAWN OF POSSESSION, PREJUDICE και CARPATHIAN FOREST. Κυκλόφορησε στο λεγόμενο burgopak, που ανοίγει σε δύο κατευθύνσεις, από τη μια έβγαινε το CD, από την άλλη το DVD. Ιδιαίτερη κατασκευή το δίχως άλλο!

– Έφτασε στο νούμερο 170 του Billboard 200.

Γιάννης Σαββίδης

CHANIA ROCK FESTIVAL: Ανακοινώθηκαν και οι CRIMSON GLORY για τις 2 Αυγούστου!

0
Crimson Glory

Crimson Glory

CHANIA ROCK FESTIVAL

(1 – 2 Αυγούστου 2026 – Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά)

Την Κυριακή 2 Αυγούστου, το Chania Rock Festival ετοιμάζεται να ζήσει μία από τις πιο φορτισμένες συναισθηματικά στιγμές της ιστορίας του, υποδεχόμενο τους CRIMSON GLORY, ένα συγκρότημα-θρύλο που έχει συνδεθεί όσο λίγα με το ελληνικό κοινό.

Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις στη μουσική όπου ένα όνομα γιγαντώνεται σχεδόν αποκλειστικά χάρη σε δύο δίσκους. Στην περίπτωση των CRIMSON GLORY, αυτό δεν είναι απλώς αλήθεια — είναι μύθος. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους και το αριστουργηματικό “Transcendence” αποτελούν μέχρι σήμερα ακρογωνιαίους λίθους του μελωδικού power/progressive metal. Δίσκοι χωρίς αδύναμες στιγμές, με συνθέσεις που ισορροπούν ανάμεσα στο επικό, το λυρικό και το δραματικό και που παραμένουν διαχρονικοί όσο λίγοι.

Σε μία εποχή όπου το image μπορούσε να ενισχύσει τη μυθολογία μιας μπάντας, οι μάσκες των CRIMSON GLORY πρόσθεσαν μυστήριο, όμως πάντα η ουσία βρισκόταν στη μουσική. Και φυσικά, στη φωνή του αείμνηστου Midnight, ενός από τους πιο χαρισματικούς και ιδιαίτερους ερμηνευτές που γνώρισε ποτέ το heavy metal. Μαζί με το κιθαριστικό δίδυμο των Jon Drenning και Ben Jackson, η μπάντα κατάφερε να δημιουργήσει έναν ήχο που ξεχώρισε κι επηρέασε ολόκληρη τη σκηνή.

Παρά τις ταραχώδεις δεκαετίες που ακολούθησαν, τις αλλαγές πορείας και τις δυσκολίες, η κληρονομιά των δύο πρώτων άλμπουμ παραμένει άθικτη. Το 2026, είναι μία χρονιά επιστροφής αλλά και η χρονιά ενός νέου κεφαλαίου. Με την κυκλοφορία του πολυαναμενόμενου νέου άλμπουμ “Chasing The Hydra”, του πρώτου μετά από 26 χρόνια, η μπάντα επιστρέφει δυναμικά, με ανανεωμένη σύνθεση και τον Travis Wills πίσω από το μικρόφωνο, ανοίγοντας ένα νέο κύκλο δημιουργίας που ήδη έχει τραβήξει την προσοχή της παγκόσμιας metal σκηνής κι έχει αποσπάσει θετικότατες κριτικές για τις ζωντανές εμφανίσεις της.

Η συναυλία τους στο Chania Rock Festival, λοιπόν, θα είναι μία ευκαιρία να δούμε και να ακούσουμε live μερικά από τα πιο εμβληματικά τραγούδια στην ιστορία του heavy metal. Τραγούδια που παραμένουν διαχρονικά, όσα χρόνια κι αν περάσουν, από ένα συγκρότημα όμως, το οποίο προσπαθεί να δώσει και το νέο του στίγμα, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας από το προσκήνιο.

Την ίδια στιγμή, η πρώτη ημέρα του φεστιβάλ θα φιλοξενήσει το European exclusive show των THERION, προσθέτοντας ακόμη μεγαλύτερο ειδικό βάρος σε ένα διήμερο που αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για το καλοκαίρι του 2026.

Για όσους μεγάλωσαν με το “Crimson Glory” και το “Transcendence”, αυτή η βραδιά είναι μία επιστροφή σε μία εποχή όπου το heavy metal μπορούσε ακόμη να ακούγεται σαν όνειρο. Επειδή οι CRIMSON GLORY με τη μουσική τους μας ξυπνούν συναισθήματα τόσο έντονα, που μας έχουν κάνει να τους έχουμε πάρα πολύ ψηλά στη συνείδησή μας.

Και φέτος, μόνο Κρήτη. Και φέτος, μόνο Χανιά!

LINKS:

Εισιτήρια:
https://www.chaniarockfestival.gr/en/tickets

Official website :
https://www.chaniarockfestival.gr

Facebook:
https://www.facebook.com/ChaniaRockFestival

Instagram

https://www.instagram.com/chaniarockfestival/

Youtube
https://www.youtube.com/@chaniarockfestival6900

Underground Halls Vol. 232 – Chris Kappas – “Breaking the chains” (Review & interview)

0
Kappas

Kappas

Έχετε διαβάσει εκατοντάδες (αν όχι χιλιάδες) κριτικές δίσκων. Άλλοτε συμφωνείτε και αρκετές φορές διαφωνείτε αφού το υποκειμενικό στοιχείο στην τέχνη κυριαρχεί όσο και αν προσπαθούμε να εστιάσουμε στο αντίθετο. Υπάρχουν όμως και κάποια πράγματα που ξεπερνούν τα στενά όρια της ψυχρής αποτίμησης ενός άλμπουμ τα οποία στο τέλος της ημέρας είναι και τα πιο σημαντικά. Για μένα αυτά είναι που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Και ειλικρινά δεν θα μπορούσα να σκεφτώ μια πιο ταιριαστή περίπτωση από αυτή του Χρήστου Κάππα.

Βλέπετε, γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει να κάνεις κάτι γιατί το γουστάρεις όσο δεν πάει, ξοδεύεις χρόνο και χρήματα, στερείσαι στιγμές με τα αγαπημένα σου πρόσωπα για να κυκλοφορήσεις ένα δίσκο σε μία ελληνική (κυρίως) αγορά που είναι τόσο περιορισμένη που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν τελικά αξίζει τον κόπο. Αν ο Χρήστος αναρωτήθηκε ποτέ για αυτό και διαβάζει τώρα αυτές τις γραμμές, του απαντώ ξεκάθαρα: «ναι, φίλε…αξίζει και με το παραπάνω»! Ξέρετε γιατί;

Πρώτον, λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά και δεύτερον, όντας εγώ προσωπικά υπέρμαχος αυτού του hard rock ήχου, ξέρω πόσο σημαντικό είναι για όλους μας να ακούμε τόσο αξιόλογες και ειλικρινείς δουλειές. Αυτό ακριβώς είναι το “Breaking the chains”. Κάποιοι θα εντοπίσουν μελωδικά metal στοιχεία. Κάποιοι θα πουν ότι αυτό το τραγούδι ακούγεται σαν SAXON ή σαν RIOT ή δεν ξέρω εγώ σαν τι άλλο. Η ουσία όμως είναι ότι το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Χρήστου, είναι ένα hard rock πόνημα που εστιάζει ξεκάθαρα στη δεκαετία του ‘80, τότε που βγήκαν οι σπουδαιότεροι δίσκοι του σκληρού ήχου.

Τα όποια μειονεκτήματα που σίγουρα υπάρχουν στην παραγωγή (είμαι σίγουρος ότι τα παιδιά προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον Mutt Lange αλλά δεν ήταν διαθέσιμος!) υπερσκελίζονται από την αδιαμφισβήτητη ποιότητα των συνθέσεων οι οποίες σου μένουν με τη μία. Καταλυτικός ο ρόλος, εδώ, των δεύτερων γυναικείων φωνητικών αλλά και της αψεγάδιαστης απόδοσης στο studio ενώ θα ήταν παράλειψη εάν δεν τονίζαμε με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι μπορεί όλο αυτό να έχει μία προσέγγιση ενός project αλλά ουσιαστικά έχει όλα τα εχέγγυα μιας κανονικής μπάντας. Να ευχηθώ να υπάρξει συνέχεια ή είναι πολύ νωρίς;

Όπως και να έχει, όλοι οι φίλοι του ορθόδοξου hard rock καλά θα κάνουν να τσεκάρουν το “Breaking the chains”… πιστέψτε με, δεν θα το μετανιώσετε! Το αντίθετο, μάλιστα! Και επειδή στην εποχή μας που όλοι και όλα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και ο χρόνος είναι φαινομενικά περιορισμένος, επιλέξτε να ακούσετε το ομώνυμο κομμάτι, το “Lies” (το οποίο θα μπορούσε να είναι outtake του “Indiscreet” των FM) και το “Light my fire” (που είναι ένας άτυπος φόρος τιμής στους THE CULT). Πολλά συγχαρητήρια στο Χρήστο και σε όλους τους συντελεστές πίσω από το “Breaking the chains”. Το εννοούμε!

(8 / 10)

Χρήστο, γνωρίζω ότι ετοιμάζατε το “Breaking the chains” εδώ και πολύ καιρό. Δώσε μας ένα χρονοδιάγραμμα πίσω από τη σύνθεση, την προ-παραγωγή και την ηχογράφηση του δίσκου;
Καταρχάς, Σάκη, να σε ευχαριστήσω για αυτή την συνέντευξη. Είναι η πρώτη που δίνουμε για το συγκεκριμένο δίσκο! Το συγκεκριμένο project το είχα στο μυαλό μου πολλά χρόνια. Το είχαμε συζητήσει με το Γιώργο εδώ και πάρα πολύ καιρό (ίσως και πάνω από 15 χρόνια) και το τοποθέτησα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Τελικά, κάπου στα τελειώματα του τελευταίου δίσκου των ACHELOUS και αφού είχαμε παραδώσει το master στην εταιρία, κάπου στο τέλος του καλοκαιριού του 2023, έκανα μια συζήτηση με το Γιώργο για το αν θα προλαβαίναμε να φτιάξουμε ένα δίσκο μέχρι να ξαναμπώ στο studio με τη μπάντα. Ο Γιώργος φυσικά είδε ότι είχε αρκετό υλικό το οποίο θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αλλά και νέες ιδέες οπότε μπήκαμε στο studio για να φτιάξουμε τη προπαραγωγή και το σκελετό του δίσκου. Δουλέψαμε πραγματικά πάρα πολύ και ομαδικά αλλά και ατομικά, έτσι ώστε το Μάρτιο του 2024 να ξεκινήσουμε τις ηχογραφήσεις. Έναν χρόνο και κάτι μετά το άλμπουμ ήταν έτοιμο! Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα και χαρούμενοι που τελικά κυκλοφόρησε στην ώρα του!

Το “Breaking the chains” μπορεί να κυκλοφορεί κάτω από την ταμπέλα ενός προσωπικού δίσκου αλλά πίσω από αυτό υπάρχουν κάποιοι πολύ σημαντικοί συνεργάτες και συντελεστές που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Ποιοι είναι αυτοί και ποιος ο ρόλος τους;
Όπως γνωρίζεις, Σάκη, σε κάτι τέτοια θέματα είμαι αρκετά παλαιομοδίτης. Ήθελα το άλμπουμ να βγει ωραίο και μερακλήδικο! Φυσικά και η συνεργασία με το Γιώργο Κασαπίδη (TAPEWORM ELECTRIC) ήταν μονόδρομος, αφού όχι μόνο τον θεωρώ έναν από τους καλύτερους μουσικούς και συνθέτες στην Ελλάδα αλλά είμαστε και φίλοι πάνω από 20 – 25 χρόνια. Από κει και πέρα ήμουν πολύ τυχερός που συνεργάστηκα όχι μόνο με καλούς φίλους αλλά και εξαιρετικούς μουσικούς. Ο Νίκος Αναστασιάδης (ROCK ‘N’ ROLL CHILDREN, Jerome Kaluta) στα τύμπανα είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες drummer ενώ ο Κώστας Αναστασόπουλος (TAPEWORM ELECTRIC, ex-REFLECTION) είναι ένας εκπληκτικός πληκτράς, με τον οποίο είχα την τύχη να συνεργαστώ στην «Οδύσσεια» των REFLECTION, το 2003. Όπως βλέπεις, πίσω από το project υπάρχει κανονική μπάντα. Από κει και πέρα, είχαμε και πολλούς φίλους οι οποίοι έκαναν guest εμφανίσεις σε solos, φωνητικά, μπάσο κλπ. Αυτοί ήταν οι Στάθης Παυλάντης (REFLECTION), Γιώργος Μαυρομάτης (ACHELOUS), Θανάσης Λαμπράκης (LIGHTFOLD, THSL, GENETIC SEQUENCE), Chris Achelous (ACHELOUS), Φαίη Καραστεργίου (solo), Αργυρώ Ιγκιλιζιάν (TAPEWORM ELECTRIC) και ο Γιώργος Βράιλας. Νομίζω ότι έχουμε ένα all star roster στον συγκεκριμένο δίσκο!

Γνωριζόμαστε προσωπικά από το 1988/89 και ξέρω πολύ καλά ότι υπήρχε μέσα σου μία μεγάλη γκάμα επιρροών από τον hard rock ήχο. Να σου πω την αλήθεια, περίμενα πολύ νωρίτερα την κυκλοφορία ενός hard rock δίσκου από σένα, ύστερα από τόσα αμιγώς metal άλμπουμ. Γιατί τώρα; Είναι απλώς μία χρονική συγκυρία;
Ναι αλλά τώρα που έβαλες ημερομηνίες στο παιχνίδι, θα φανεί η ηλικία μας! (γέλια) Να σου πω την αλήθεια και εγώ θα ήθελα να φτιάξω ένα τέτοιο δίσκο νωρίτερα αλλά πάντα υπήρχαν και υπάρχουν οι μπάντες που παίζω και είναι metal. Ειδικά με τους ACHELOUS, είναι σα να έχω δεύτερη δουλειά και χρειάζεται πολύ τρέξιμο, ειδικά όταν ετοιμάζεται νέος δίσκος (προετοιμασία τραγουδιών, στούντιο, ετοιμασία tour, κλπ). Όλα αυτά τρώνε πολύ χρόνο. Από την άλλη, έπρεπε να δουλέψω αρκετά τη φωνή μου για να βγει ένα καλό αποτέλεσμα αφού δεν είχα τραγουδήσει ποτέ melodic hard rock. Και πίστεψέ με, είναι πολύ δύσκολο! Έτσι λοιπόν, μόλις πήραμε την απόφαση να γράψουμε το δίσκο, δούλεψα τη φωνή μου με τη Φαίη, την καθηγήτριά μου στη φωνητική, καθαρά για melodic hard rock κομμάτια, έτσι ώστε στις ηχογραφήσεις να είμαι έτοιμος. Χρειάστηκε πολύ δουλειά και χρόνος για κάτι τέτοιο. Σκέψου ότι μόλις βγήκε ο δίσκος, και εγώ ετοιμάζομαι για νέες ηχογραφήσεις το επόμενο δίμηνο με τους ACHELOUS. Θέλει να αφιερώσεις πολύ από το χρόνο σου για να κάνεις όλα αυτά τα πράγματα, οπότε ναι πιστεύω ότι όλα έγιναν το χρόνο που έπρεπε να γίνουν.

Ο τίτλος “Breaking the chains” ενέχει κάποια ιδιαίτερη σημειολογική σημασία για σένα (πέραν του ότι παραπέμπει στο θρυλικό ντεμπούτο των DOKKEN);
Ναι, το συγκεκριμένο κομμάτι όπως και το “I’m alive” έχουν πολύ μεγάλη σημασία για μένα. Πέρασα αρκετά ζόρια τα προηγούμενα χρόνια, οπότε όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε το δίσκο (αυτά ήταν και τα δυο πρώτα κομμάτια που φτιάξαμε) οι στίχοι αυτοί ήταν αρκετά λυτρωτικοί για εμένα. Θεωρώ πως ό,τι δυσκολίες έχεις στη ζωή, πρέπει να «σπας τις αλυσίδες» οι οποίες σε κρατάνε πίσω και να προχωράς μπροστά φρέσκος και «ζωντανός». Γενικά, οι στίχοι στο άλμπουμ είναι αρκετά προσωπικοί και για μένα και για το Γιώργο. Πήραμε μια απόφαση να γράψουμε για πιο «εσωτερικά» μας θέματα και λιγότερο για κλασσική rock ‘n’ roll θεματολογία. Όχι πως δεν έχουμε και πιο ερωτικά κομμάτια όπως το “Crawling in the fire”, όπως και πιο rock ‘n’ roll σαν το “Electified” και το “Light my fire” αλλά θεωρώ ότι το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου είναι αυτοβιογραφικό.

Στην επίσημη παρουσίαση/προακρόαση του δίσκου πριν από λίγο καιρό στο En Vivo χρησιμοποίησες τη λέξη “project”, αλλά θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι ο δίσκος σου δίνει ξεκάθαρα την εντύπωση ότι πρόκειται για κανονική μπάντα. Θα ήθελα το δικό σου σχόλιο…
Φυσικά και υπάρχει μπάντα από πίσω και όλο αυτό το εγχείρημα έγινε με μεγάλη αγάπη και όλοι μας δώσαμε το 100% του «είναι» μας. Απλά εγώ όταν λέω “project”, εννοώ ότι δε θα υπάρξει live προώθηση του δίσκου με tours, παρουσιάσεις, κλπ. Όλοι μας έχουμε τις δουλειές μας αλλά και την ενασχόλησή μας με τις μπάντες μας, οπότε είναι δύσκολο να στήσουμε live μπάντα. Αν τώρα στο μέλλον έχουμε λίγο χρόνο να κάνουμε ένα ωραίο επετειακό live με διάφορα κομμάτια από τις μπάντες μας και από το συγκεκριμένο δίσκο αλλά και από άλλα projects μας (πχ WHISPER KILLERS) θα το σκεφτούμε και θα πράξουμε αναλόγως.

Υπάρχει μέλλον άραγε σε όλο αυτό; Δηλαδή, μπορεί άραγε να βρεθεί χρόνος εξέλιξης όλου αυτού του πράγματος και να δούμε και άλλες κυκλοφορίες ή και συναυλίες;
Όπως σου είπα, είναι πολύ δύσκολο. Ο Γιώργος εκτός από τους TAPEWORM ELECTRIC, οι οποίοι μόλις κυκλοφόρησαν το δίσκο τους και είναι σε διαδικασία προώθησης, έχει και άλλες live μπάντες με τις οποίες παίζει, οπότε είναι από δύσκολο μέχρι αδύνατο. Εγώ από την άλλη, με τους ACHELOUS, μπαίνω ξανά σε διαδικασία νέου δίσκου, κάτι που σημαίνει ότι τα επόμενα 2-3 χρόνια πέρα από τις ηχογραφήσεις, θα έχω να στήσω και ένα ελληνικό αλλά και ένα ευρωπαϊκό tour για την προώθησή του και μετά να βγούμε στο δρόμο. Όλα αυτά θέλουν πολύ χρόνο και αν συνυπολογίσεις ότι έχουμε και τις δουλειές μας, καταλαβαίνεις ότι δε μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο το επόμενο διάστημα. Θα δείξει όμως. Είμαστε και οι δυο σούπερ πωρωμένοι, οπότε, αν βρεθεί ο χρόνος, ίσως κάνουμε κάτι.

Γνωρίζεις και εσύ πολύ καλά ότι έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι χρυσές εποχές για τον hard rock ήχο. Ειδικά, μάλιστα, στη χώρα μας τα πράγματα ποτέ δεν ήταν ρόδινα για το συγκεκριμένο ιδίωμα και αν δεν υπήρχαν κάποιοι…επίμονο ηλικιωμένοι τότε θα ήταν ακόμη χειρότερη η κατάσταση. Αλήθεια, ποιο είναι το μέλλον για το συγκεκριμένο στυλ μουσικής;
Δυστυχώς, στην Ελλάδα, το συγκεκριμένο ύφος ήταν πάντα πολύ, πολύ πίσω. Δυστυχώς, δεν υπήρχε καθόλου κοινό. Να σου θυμίσω το επικό live με DANGER DANGER, HOUSE OF LORDS, BLUE TEARS πόσο λίγο κόσμο είχε; Κάτι πήγε να γίνει αν θυμάσαι στα early 10s με κάποια ωραία ακουστικά shows τα οποία όμως έγιναν μεταξύ γνωστών και φίλων. Νομίζω σαν μουσικό ιδίωμα θα συνεχίσει να υφίσταται, αφού βγαίνουν νέες μπάντες στο εξωτερικό αλλά για Ελλάδα δεν ξέρω… μακάρι να φτιάξουν λιγάκι τα πράγματα και να μαζεύονται και νέοι fans γιατί εμείς σιγά-σιγά βαραίνουμε ηλικιακά! (γέλια)

Αν είχες μία χρονομηχανή που θα σου επέτρεπε να γυρίσεις πίσω στο χρόνο και να δεις μόνο μία συναυλία από κάποια αγαπημένη σου μπάντα, ποια θα ήταν αυτή;
Το 1983 στο US festival ή τον Απρίλιο του 1984 στην Καλιφόρνια, για να δω SCORPIONS στα καλύτερά τους! Στο US festival με Ozzy, MOTLEY CRUE, VAN HALEN, JUDAS PRIEST, QUIET RIOT, TRIUMPH, οι Σκορπιοί έδωσαν ένα από τα καλύτερά τους live ever και φυσικά το 1984 σε κάποιο από τα live όπου ηχογραφήθηκε το καλύτερο και αγαπημένο μου άλμπουμ όλων των εποχών, το “World Wide Live”!

Έρχονται εξωγήινοι και σε απαγάγουν για έναν μακρινό πλανήτη ενός άλλου γαλαξία. Καταφέρνεις όμως και παίρνεις μαζί σου ένα πολυαγαπημένο σου άλμπουμ… ποιο είναι αυτό;
Ευκολάκι… “World Wide Live”! Οι καλύτεροι SCORPIONS όλων των εποχών, στην καλύτερη φάση τους. Ο δίσκος που το 1985 με έκανε να αρχίσω να ακούω αυτήν τη μουσική. Θα έπρεπε όμως να πάρω αρκετές κόπιες γιατί οι δικές μου με τα χρόνια και τα παιξίματα έχουν λιώσει!

Κλείνοντας, θα ήθελα να μου πεις από πού μπορεί κάποιος να προμηθευτεί το “Breaking the chains” και επίσης τι γίνεται με τους ACHELOUS. Σε τι φάση βρίσκεται η προετοιμασία της επερχόμενης δουλειάς σας;
Το “Breaking the chains” το προμηθεύεται κάποιος με ένα μήνυμα είτε στην προσωπική μου σελίδα στο facebook είτε στο προσωπικό μου mail (chriskappas3@gmail.com). Όσον αφορά τους ACHELOUS, όλα δουλεύουν ρολόι. Το demo είναι έτοιμο, έχουμε νέα εταιρεία και την εβδομάδα μετά το Πάσχα ξεκινάμε ηχογραφήσεις. Ταυτόχρονα θα ξεκινήσουμε και το χτίσιμο ενός ελληνικού αλλά και ενός ευρωπαϊκού tour για την προώθηση της δουλειάς αυτής. Αν όλα πάνε καλά, το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2027, οπότε stay tuned! Ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτή την συνέντευξη! C U all on stage!

Παρουσίαση δίσκου/συνέντευξη: Σάκης Νίκας

UP THE HAMMERS XX 2026 LEGACY EDITION (MANILLA ROAD TRIBUTE – WHILE HEAVEN WEPT – ATLANTEAN KODEX – BLAZE – TRIUMPHER – PHANTOM SPELL – DARK NIGHTMARE, 14/3, Gagarin205)

0
Manilla

Manilila

Ήξερα ήδη από τα μέσα της εβδομάδας ότι το Σάββατο της 14ης Μαρτίου θα ήταν μία μεγάλη μέρα. Όχι μόνο σε διάρκεια, αλλά και σε σημασία. Βλέπετε, αυτή ήταν η δεύτερη μέρα του Up The Hammers Festival XX – Legacy 2026 (τεχνικά τρίτη, αν βάλουμε και το warm-up show στο An Club), στο κύριο stage του Gagarin205. Και μάλιστα φέτος (όπως φανερώνει το όνομα) είναι και η 20η επέτειος ενός φεστιβάλ που έχει γίνει θεσμός στα πιο «σκληρά» μουσικά τεκταινόμενα της πρωτεύουσας.

Θα ήταν μια μεγάλη μέρα λοιπόν. Άδειασα όλο μου το πρόγραμμα, προετοιμάστηκα πνευματικά για την μεταλλική μάχη του Up the Hammers και μετά την δύσκολη ώρα του φαγητού ανηφόρισα μέσα στο βαθύ μεσημέρι με προορισμό το Gagarin205.

Νωρίς, μου έγινε αντιληπτό, ότι δεν ήμουν ο μοναδικός που έσπευσε να προλάβει το πρώτο συγκρότημα της ημέρας. Από μακριά φαίνονταν τα πολύχρωμα battle vests και το ζωηρό πλήθος των οπαδών. Η ουρά είχε αρχίσει να σχηματίζεται από νωρίς, ο χώρος ήταν ήδη γεμάτος σύντομα αφού άνοιξαν οι πόρτες και η ατμόσφαιρα μύριζε μπύρα και προσμονή.

Κάπως έτσι, με το ρολόι να δείχνει 15:30, ανέβηκε στην σκηνή των ένα εκ των δύο ελληνικών συγκροτημάτων της βραδιάς, οι DARK NIGHTMARE. Οι Γρεβενιώτες metallers δεν έχασαν χρόνο και άνοιξαν τις πύλες με το κλασικό heavy metal τους, που πατάει πάνω στο τιμώμενο συγκρότημα της βραδιάς, τους MANILLA ROAD, τους VIRGIN STEELE και τους QUEENSRYCHE του ομώνυμου EP και του “The Warning”. Μέσα από μία πληθώρα riffs και προσεκτικά τοποθετημένης μελωδίας, οι DARK NIGHTMARE απέδωσαν το σύντομο set τους με σφιχτό παίξιμο και τεχνική. Το μόνο που με ξένισε κάπως ήταν η παρουσία του κουκουλοφόρου με τον μανδύα στα δεύτερα φωνητικά, θεωρώ ότι δεν έδενε η γενικότερη κίνησή του πάνω στην σκηνή με το vibe που θα περίμενα από ένα τέτοιο συγκρότημα. Πέρα από αυτό, η μπάντα ήταν επαρκέστατη, φιλότιμη και χάρισε ένα καλό ξεκίνημα στην σαββατιάτικη φιέστα του Up The Hammers, κλείνοντας το σύντομο set τους με το “Dragonlakes” (από τις περίφημες «Δρακόλιμνες» της Πίνδου, που βρίσκονται πάνω από τα Γρεβενά, κοντά στην «ζεστή κοιλάδα» της Βάλια Κάλντα).
Setlist: The Battlefield Calling My Name – Invaders – Hawks Of War – Tears from the Sky – Beneath the Veils of Winter – The Fields of Screaming Souls – Crown of Innocence – Dragonlakes

Λίγο μετά τις 16:30, καλωσορίσαμε τους PHANTOM SPELL στην σκηνή. Για όσους δεν τους γνωρίζουν, πρόκειται για το solo project του Βρετανού κιθαρίστα και τραγουδιστή Kyle McNeill, μέλος των Άγγλων SEVEN SISTERS. Οι PHANTOM SPELL αποτελεί, πρακτικά, αγγλο-ισπανική υπόθεση, μιας και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας έρχονται από την ηλιόλουστη Μούρθια. Έχοντας ήδη τρία άλμπουμ στο βιογραφικό τους, το συγκρότημα αντλεί έμπνευση από μία μουσική κοιτίδα που έχω πολύ κοντά στην καρδιά μου και δεν είναι άλλη από το pomp, το progressive και το hard rock των 70s. Σας αρέσουν οι KANSAS, οι URIAH HEEP με τον David Byron, οι MAGNUM των πρώτων άλμπουμ και οι WISHBONE ASH; Εδώ είστε. Και για τα δικά μου γούστα, οι PHANTOM SPELL έβαλαν το μέτρο σύγκρισης στην βραδιά και κέρδισαν έναν ακόμα οπαδό στο πρόσωπο μου, μιας και η επαφή μου με την δουλειά τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Πέρα από το ονειρικό μουσικό κομμάτι, ο McNeill μοιράστηκε μαζί μας τις ευχαριστίες του, την χαρά να παίζει στην Αθήνα παρά τις αναποδιές με τον εξοπλισμό τους που έμεινε εκτός αεροπλάνου και ένα αντιφασιστικό μήνυμα, αφού σχολίασε την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στον πλανήτη. Και εμείς τους χειροκροτήσαμε θερμά για ένα άψογο set.
Setlist: The Autumn Citadel – Evil Hand – Seven Sided Mirror – Keep On Running – Palantiri – A Distant Shore – Blood Becomes Sand

Ευκαιρία για λίγη βόλτα στον πάνω χώρο που είχε στηθεί ένα bazaar βινυλίων και διαφόρων άλλων αντικειμένων και ένα τσιγάρο έξω στα πεταχτά, πριν την εμφάνιση των Αθηναίων TRIUMPHER. Όσο οι τεχνικοί και η μπάντα ανεβοκατέβαιναν στην σκηνή για να φτιάξουν το stage και τον ήχο τους, σκεφτόμουν τις δυο προηγούμενες φορές που τους είδα, το 2025, σε Θεσσαλονίκη και Ρέθυμνο. Το συγκρότημα πάτησε την σκηνή με μικρή καθυστέρηση, λόγω προβλημάτων που είχαν στον ήχο (μία κατάρα που τους καταδιώκει γενικότερα) για να μας δώσουν μία δυνατή δόση επιθετικού, επικού heavy metal. Με άφθονα στοιχεία από MANOWAR και λίγο πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα, ξεκίνησαν δυναμικά και το κοινό ανταποκρίθηκε θερμά από την πρώτη στιγμή. Έπαιξαν με ενέργεια, συγχρονισμό και επαγγελματική παρουσία και το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο: φιλότιμοι, βελτιωμένοι από πέρυσι και «ιδρώνοντας την φανέλα», άφησαν την συνηθισμένη πλέον καλή εντύπωση και κέρδισαν τον κόσμο.
Setlist: Overture to Elysian – Arrival of the Avenger – Athena (1st Chapter) – Black Blood –  Destroyer – I Wake the Dragon (Promachos) – The Mountain Throne – The Thunderer – The Blazing Circle – Triumpher

Δεν ξέρω γιατί πριν βγουν οι BLAZE, σκεφτόμουν τους LOUDNESS (κύριε Φράγκο, δεν ξέρω αν με ακούτε), αλλά κατεβάζοντας τις πρώτες γουλιές μπύρας άρχισα να διακρίνω ένα περίσσευμα ενθουσιασμού στις μπροστινές σειρές. Οι Osaki-τες BLAZE είχαν παίξει μία φορά στην χώρα μας, πάλι τέτοιες μέρες στο Up The Hammers, πριν 12 ολόκληρα χρόνια. Πλέον, η βραδιά άρχισε να ανεβαίνει σε άλλο επίπεδο με τους Ιάπωνες χαρντροκάδες να δίνουν πραγματικό ρεσιτάλ, εν μέσω ενθουσιασμού, επιβεβαιώνοντας ότι το ιαπωνικό ατσάλι είναι από τα καλύτερα παγκοσμίως. Χαρούμενοι, γεμάτοι ενέργεια και riffs, έπαιξαν τραγούδια από την περιορισμένη αλλά περιεκτική δισκογραφία τους και κυρίως από το τελευταίο άλμπουμ τους, “Out through the door” (2025). Ο κιθαρίστας Hisashi Suzuki έδειξε την μεγάλη αγάπη που έχει για τον Michael Schenker, μέσα από την Les Paul του και η μία ώρα που έπαιξαν πέρασε πολύ γρήγορα, με τον κόσμο να ζητάει κι άλλο στο τέλος. Ας είναι αυτή η αφορμή για να τους ξαναδούμε σύντομα!
Setlist: 1335 – Let the Right One In – Shed Light on Dark – Someone Special – Rock ‘n’ Roll Man – Picture on the wall – Thrilled to Pieces – 48 Parts – Fool’s Mate – See the Light – Underground heroes – Place in the Sun

Και από τα χαράματα της Άπω Ανατολής, μεταφερθήκαμε στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου και συγκεκριμένα στην γραφική Βαυαρία. Είχα ακούσει για τους ATLANTEAN KODEX στο παρελθόν, αλλά δεν είχα την ευκαιρία να τους δω ζωντανά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η ευκαιρία μου και δεν απογοητεύτηκα. Όντας στην δισκογραφία από το 2006, με μόνο τρία άλμπουμ παραδόξως, οι Γερμανοί έχουν κυκλοφορήσει εξαιρετικές δουλειές, συγκεντρώνοντας επαίνους δεξιά κι αριστερά. Επικοί, υποβλητικοί, μελωδικοί αλλά και πιο σκοτεινοί σε σημεία, οι ATLANTEAN KODEX δεν χρειάστηκαν και πολλά για να ξεσηκώσουν απανωτά κύματα ενθουσιασμό στο κοινό του Up The Hammers, με μακροσκελείς συνθέσεις και ιστορίες που ταίριαξαν απόλυτα στον χαρακτήρα του φεστιβάλ, χωρίς, όμως, να κουράσουν. Η κιθαριστική συνεργασία μέσα από την εμφανισιακή αντίθεση του Manuel Trummer και της Coralie Baier δημιούργησε ένα ενδιαφέρον δίπολο επί σκηνής, ενώ ο Markus Becker ερμήνευε εκφραστικά και πεντακάθαρα, όλα πάνω στο rhythm section των Florian Kreuzer και Mario Weiss. Απλά εξαιρετικοί και τελικά δεν ξέρω κατά πόσο συμπτωματική ήταν η συμμετοχή τους στο φετινό Up The Hammers, εφόσον έμαθα ότι ο Trummer εμπνεύστηκε το “Atlantean” του ονόματος τους από το “Necropolis” των MANILLA ROAD (“…in the crypt of Atlantean Kings I found what I was looking for…”). Μπορεί πως ο Κρομ να κάνει τα δικά του από το βουνό του!
Setlist: The Atlantean Kodex (Part 1) – Lion of Chaldea – A Prophet in the Forest – Pilgrim – The Pattern Under the Plough – Sol Invictus – Heresiarch – Twelve Stars and an Azure Gown – The Atlantean Kodex (Part 2)

Λίγο μετά τις 21:30, έφτασε η ώρα για ένα ακόμη special event της βραδιάς. Οι Αμερικάνοι WHILE HEAVEN WEPT μας ήρθαν από το Dale City της πολιτείας της Virginia για ένα αποκλειστικό show, 12 χρόνια μετά από την τελευταία τους κυκλοφορία, “Suspended at Aphelion”. Παιδί του κιθαρίστα Tom Phillips (πρώην SOLSTICE/TWISTED TOWER DIRE), τούτο το σχήμα πλασάρει με μαεστρία ένα ιδιαίτερο είδος epic doom metal το οποίο με τα χρόνια μεταλλάχθηκε σε ένα ατμοσφαιρικό metal υβρίδιο με περισσότερα και εμφατικά progressive στοιχεία. Δεν είναι η μαυροντυμένη, απόκοσμη μπάντα που θα προκαλέσει την υποβολή του ακροατή, παρά ένα σχήμα που παίζει με βαρύ ήχο, ιδιαίτερες ενορχηστρώσεις, ευφάνταστες και πολύπλοκες συνθέσεις και απαράμιλλη δεξιοτεχνία. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που έχουν φιλοξενήσει στις τάξεις τους μία πλειάδα μουσικών κατά καιρούς. Εμείς είχαμε την τύχη να ακούσουμε όλο το εκπληκτικό τρίτο τους άλμπουμ “Vast oceans lachrymose” (2009), καθώς και τραγούδια από το “Of empires forlorn” (2003). Ένα πλούσιο set, που ξύπνησε συναισθήματα και ικανοποίησε τους πάντες, ανεξαιρέτως, αν κρίνω από την ενθουσιώδη αντίδραση του κόσμου.
Setlist: The Furthest Shore – To Wander the Void – Living Sepulchre – Vessel – Vast Oceans Lachrymose – Epilogue – Voice in the Wind – Soulsadness – The Drowning Years – Of Empires Forlorn – In Aeturnum

Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα, φτάσαμε στην εμφάνιση της βραδιάς που όλοι περιμέναμε και θα επιστέγαζε το επετειακό Up The Hammers του 2026. Όλοι γνωρίζουμε τους MANILLA ROAD, τους cult ήρωες του επικού metal. Πρόκειται για ένα συγκρότημα που έχει συνδεθεί με το συγκεκριμένο φεστιβάλ όσο κανένα άλλο, τόσο που μία φράση που χρησιμοποιούσε ο μεγάλος Mark Shelton σε κάθε κλείσιμο του, χάρισε στο φεστιβάλ το όνομα του. Στην ουσία, η εμφάνιση του project MANILLA ROAD TRIBUTE ήταν ένας ξεκάθαρος φόρος τιμής στον ιδρυτή και αρχηγό Mark Shelton, που απεβίωσε το 2018.

Αφού η σκηνή είχε ετοιμαστεί, παρακολουθήσαμε ένα σύντομο μνημόσυνο βίντεο (“In memoriam”). Η ατμόσφαιρα φορτίστηκε άμεσα, καθώς παρακολουθούσαμε να περνούν στην οθόνη γνωστοί φίλοι και συνεργάτες του Up The Hammers, από όλα τα χρόνια της ύπαρξης του, όπως τον ίδιο τον Shelton και τον πρόσφατα αποδημήσαντα Χρήστο Χριστοδούλου, στο τέλος. Είδα πολλούς που βούρκωσαν, μαζί κι εγώ, δεν το κρύβω. Είναι από αυτές τις στιγμές που νιώθεις κάτι να σε δένει με τους άγνωστους δεξιά κι αριστερά σου – η έννοια της «κοινότητας» για την οποία μιλούσε ο Kyle McNeill πριν λίγες ώρες – θυμάσαι και άλλους που έφυγαν (προσωπικά μνημόνευσα τον Δημήτρη Σελαλμαζίδη των SARISSA που είδα στο βίντεο και τον πολύ αγαπητό Παύλο Γαβριηλίδη των Βαβέλ, που έφυγε πρόωρα την Παραμονή των Χριστουγέννων του 2025), γενικά συγκινείσαι, δεν μπορείς να το αποφύγεις. Και δεν χρειάζεται.

Μετά από ένα σύντομο χαιρετισμό του διοργανωτή Μανώλη Καραζέρη και μία ιστορία του Γρηγόρη Βαρσαμή από την γνωριμία του με τον Mark Shelton, η μπάντα φόρος-τιμής ανέβηκε στην σκηνή για να σηκώσει ψηλά τον κόσμο με το καταιγιστικό metal των MANILLA ROAD. Oι Bryan “Hellroadie” Patrick (φωνητικά), Phil Ross (μπάσο), Andreas Neuderth (ντραμς), παλιοί συμπολεμιστές του Shelton, ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους κιθαρίστες Gianluca Silvi (BATTLE RAM) και τον Eric “Kalli” Kaldschmidt (ROXXCALIBUR – μαζί με την προαναφερθείσα τριάδα αποτελούν πρακτικά τους SENTRY) για αυτό το tribute show, που μας επιφύλασσε ένα δυνατό ρεπερτόριο από την καριέρα των MANILLA ROAD, καθώς και άλλες guest παρουσίες. Η αρχή έγινε με το “Masque of the Red Death” και από εκεί το πήγαν «τάπα». Ακούσαμε ένα πραγματικό “best of”, με χαρακτηριστικές στιγμές τις guest συμμετοχές του τραγουδιστή Jason Tarpey (Eternal Champion) στα “Open the Gates” και “Mystification” (ή “Divine victim”, θα σας γελάσω), ενώ ο πληθωρικός Alan Averill (Primordial) τραγούδησε στα “Flaming Metal Systems” και “Necropolis”, όπου στο τελευταίο έγινε κυριολεκτικά ο χαμός.

Η σειρά από το “Necropolis” και μετά ήταν όλα τα λεφτά. Με την έλευση ενός ακόμη guest στην σκηνή, του Πορτογάλου κιθαρίστα Tann – κατά κόσμο João Fonseca – των IRONSWORD, το set πήγε προς το “Crystal logic” από όπου ακούσαμε τα “Crystal logic”, “The Riddle Master”, “The veils of Negative Existence”. To κύριο set έκλεισε με το “Dreams of Eschaton” από το ομώνυμο άλμπουμ. Το μαζικό encore ήρθε απλά να επιβεβαιώσει αυτό που όλοι ξέραμε ήδη. Δεν υπήρχε περίπτωση να φύγει fan των MANILLA ROAD ανικανοποίητος από την εν λόγω εμφάνιση.
Setlist: Masque of the Red Death – Death by the Hammer – Hammer of the Witches – Witches Brew – Road of Kings – Divine Victim – Queen of the Black Coast – Open the Gates – Mystification – Flaming Metal Systems – Necropolis – Crystal Logic – The Riddle Master – The Veils of Negative Existence – Dreams of Eschaton – Encore: Flaming Metal Systems

 

Μία βραδιά που δημιούργησε και άφησε αναμνήσεις, λοιπόν, ήταν αυτή του περασμένου Σαββάτου. Έφυγα από το Gagarin λίγο αργότερα, με το κρύο να με συντροφεύει μέχρι το μετρό, αλλά με καρδιά ζεστή. Όλοι συμμετείχαμε οργανικά, όπως πρέπει να είναι μία heavy metal συναυλία, και όχι κρατώντας ένα κινητό πάνω από τα κεφάλια μας. Το κοινό ήταν προσηλωμένο, φιλόξενο, υποστηρικτικό και χειροκροτούσε όλα τα σχήματα με την ίδια θέρμη. Ήταν από τις βραδιές που νιώθεις ότι μάλλον ανήκουμε σε μία μεγάλη οικογένεια, με τα καλά της και τα κακά της. Επί τούτου, πάντως, θεωρώ ότι η δεύτερη μέρα του φεστιβάλ ήταν πιο έντονα φορτισμένη, όχι μόνο για το line-up, αλλά γιατί ένιωσες ότι τιμήθηκε πραγματικά ένας θρύλος και αγαπημένα πρόσωπα. Και μιας και μιλάμε για θρύλους, να σας θυμίσω ότι σε ένα (τυχαίο;) γύρισμα της μοίρας, την προηγούμενη μέρα (13 Μαρτίου) θα ήταν τα γενέθλια ενός άλλου μεγάλου metal καλλιτέχνη, του «δικού μας» Bill Tsamis.

Με λίγες λέξεις; συγκίνηση, σεβασμός, up the hammers and down the nails. Ραντεβού στο επόμενο, να ‘μαστε καλά.

Κώστας Τσιρανίδης
Φωτογραφίες: Χριστίνα Αλώση

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece