Saturday, April 25, 2026




Home Blog

MOONSPELL interview 2006 (Fernando Ribeiro)

0
Moonspell

Moonspell

“Music from the heart and from the brain”

20 χρόνια πέρασαν από το “Memorial” των Πορτογάλων MOONSPELL και κάνουμε άλλη μία βουτιά στο αρχείο του έντυπου Rock Hard, βρίσκοντας τη συνέντευξη που είχαμε κάνει με τον ηγέτη του σχήματος, Fernando Ribeiro, τοποθετώντας το άλμπουμ στον κατάλληλο χωροχρόνο και πάντα με φωτογραφίες εποχής.

Με αφορμή το καινούριο πόνημα των MOONSPELL και μετά από διάφορες περιπέτειες, κατορθώσαμε να ξεκλέψουμε μισή ώρα απ’ το χρόνο του Fernando Ribeiro. Αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από εξαιρετικός συνομιλητής. Αντιδρούσε σε κάθε «ερέθισμα» πρόθυμα, με παρρησία και μ’ ένα λόγο συνειρμικό και ποιητικό, σχεδόν υπνωτιστικό. Δεν θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο από τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο και τις λέξεις των MOONSPELL.

Μίλησε μου για το “Memorial”.
Είμαστε πολύ περήφανοι για το καινούριο άλμπουμ των MOONSPELL. Αποτελεί ένα βήμα μπροστά από το “The antidote”. Είναι κάπως πιο ακραίο απ’ ό,τι έχει συνηθίσει ο κόσμος, διατηρεί ωστόσο την ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει όλες τις δουλειές των MOONSPELL.Σε γενικές γραμμές πιστεύω πως μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο ώριμες δουλειές μας. Είμαστε ενθουσιασμένοι με το “Memorial” και πιστεύουμε πως ο κόσμος θα μοιραστεί τον ενθουσιασμό μας.

Αν και το περιγράφεις σαν ένα βήμα μπροστά, ο ήχος του με παρέπεμψε στις πρώτες σας δουλειές. Ήταν στις προθέσεις σας αυτή η στροφή ή προέκυψε τυχαία κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων;
Ο ήχος παραπέμπει όχι μόνο στο δικό μας παρελθόν, αλλά γενικότερα στη γενιά στην οποία ανήκουμε. Θεωρώ το “Memorial” ένα βήμα προς τα εμπρός και το “The antidote” ήταν μεγάλη επιρροή για το άλμπουμ αυτό. Κατά τη διάρκεια των συναυλιών, η αντίδραση του κοινού στις πιο έντονες στιγμές του “The antidote” μας ώθησε στο να κάνουμε κάτι προς αυτήν την κατεύθυνση, έτσι ώστε παίζοντας το ζωντανά να έχουμε αυτού του είδους την ανταπόκριση. Επίσης, όπως είναι προφανές, ανατρέξαμε στη μουσική σκηνή του ’90, τόσο στις παλαιότερες δουλειές μας όσο και σε συγκροτήματα όπως οι TIAMAT ή οι SAMAEL. Πιστεύω πως στο άλμπουμ μας θα βρεις στοιχεία αυτής της περιόδου η οποία, κατά τη γνώμη μου, ήταν η τελευταία ενδιαφέρουσα περίοδος για το metal. Από τότε, εξαιρουμένων κάποιων συγκροτημάτων, πιστεύω πως οι περισσότερες δουλειές είναι επίπεδες και προβλέψιμες.
Έχοντας προσωπική εμπειρία εκείνης της εποχής, όταν η προσωπικότητα κι η φαντασία έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο στη μουσική, προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε τα στοιχεία αυτά στο σήμερα και πιστεύω πως το καταφέραμε κατά κάποιο τρόπο. Φυσικά έχουμε χρησιμοποιήσει στοιχεία κι από τις παλαιότερες δουλειές μας, κι από τις δουλειές των συγκροτημάτων που ανέφερα. Υπάρχουν όμως και καινούριες ιδέες και ενορχηστρώσεις τις οποίες μόνο στα όνειρά μας βλέπαμε στο παρελθόν. Ξέρω πως είναι υπερβολική αυτή η φιλοδοξία μας, να ενώσουμε όλα αυτά τα στοιχεία σε ένα άλμπουμ, έχουμε δουλέψει όμως πολύ πάνω σε αυτό. Απ’ τη μία μεριά, θα θέλαμε να κάνουμε κάτι για τους παλιούς μας οπαδούς, κάτι που να χαράσσεται στη μνήμη και να ξυπνά αναμνήσεις, εξ ου και ο τίτλος του άλμπουμ. Απ’ την άλλη πλευρά θέλαμε να δώσουμε κάτι στους νεότερους οπαδούς, αυτούς που ακούν MOONSPELL από το “Darkness and hope” και μετά: μία γεύση από το ’90, μία δεκαετία εξαιρετικά γόνιμη για το metal.

Μετά από καιρό συνεργαστήκατε πάλι με τον Waldemar Sorychta. Έπαιξε ρόλο η παρουσία του στο ηχητικό αποτέλεσμα του “Memorial”;
Σίγουρα. Απ’ όλους τους παραγωγούς με τους οποίους έχουμε δουλέψει, ο Waldemar είναι ο πιο αναμεμιγμένος με το συγκρότημα. Ήρθε τρεις φορές στην Πορτογαλία πριν πάμε εμείς στη Γερμανία για τις τελικές ηχογραφήσεις, ώστε να μας βοηθήσει με τις ενορχηστρώσεις και γενικά να μας βοηθήσει να οργανώσουμε τις ιδέες μας. Ηχογράφησε μάλιστα και το μπάσο για το “Memorial”. O Waldemar, όπως και οι MOONSPELL, έχει μία ποιητική σχέση με τη μουσική. Το θέμα δεν είναι να πατήσεις το τάδε κουμπί ή να παίξεις πιο δυνατά. Φυσικά κι αυτά είναι σημαντικά, όταν όμως είσαι παραγωγός άλλα πράγματα έχουν σημασία. Τα τρία πρώτα κομμάτια τα ηχογραφήσαμε στην Πορτογαλία με τον Waldemar. Ήταν μέσα στην όλη διαδικασία, του άρεσαν τα κομμάτια, γενικά περάσαμε πάρα πολύ ωραία μαζί του στο στούντιο. Επίσης, όπως σου είπα θέλαμε να κάνουμε κάτι το οποίο, μουσικά και αισθητικά, να παραπέμπει σε μία συγκεκριμένη περίοδο. O Waldemar είναι μέρος της ιστορίας αυτής της περιόδου. Διαλέξαμε λοιπόν τον καλύτερο παραγωγό αυτής της περιόδου και μπήκαμε στο καλύτερο στούντιο αυτής της περιόδου. Και η χημεία ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία στοιχεία δούλεψε για άλλη μία φορά. Ήταν συνειδητή η επιλογή να δουλέψουμε με το συγκεκριμένο άνθρωπο στο συγκεκριμένο στούντιο για το συγκεκριμένο άλμπουμ.

Ο Waldemar λοιπόν ηχογράφησε το μπάσο. Σκέφτεσαι να βρείτε κάποια στιγμή μόνιμο μπασίστα;
Μπα. Έχουμε ένα session μπασίστα, τον Aires Pereira, ο οποίος παίζει στις συναυλίες μαζί μας και γενικά έχει βοηθήσει το συγκρότημα από πολλές απόψεις. Είναι πολύ καλός τύπος και είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι με τη συνεργασία μαζί του. Το να τον κάνουμε όμως μόνιμο μέλος του συγκροτήματος είναι δύσκολο. Πρώτον, θα γίνουμε πολύ απαιτητικοί. Δεύτερον, δεν θα είναι εύκολο γι’ αυτόν να εισχωρήσει στην τετράδα που έχουμε σχηματίσει εμείς οι υπόλοιποι. Με εξαίρεση το μπασίστα, το line-up έχει παραμείνει σταθερό από την εποχή του “Wolfheart”. Πάντως πιστεύω πως αυτή η κατάσταση είναι καλή για όλους. Ο Aires έχει την ευκαιρία να εκπληρώσει πολλά από τα όνειρά του: παίζει σε φεστιβάλ, παίζει σε ένα metal συγκρότημα που του αρέσει, σαν μουσικός μπορεί κι εκφράζεται μέσα από τα άλλα projects του… Εμείς από την άλλη έχουμε έναν μπασίστα για τον οποίο είμαστε προτεραιότητα, είναι τρομερός τύπος κι όταν περιοδεύουμε είναι σαν κανονικό μέλος του συγκροτήματος. Απλώς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι παρών κατά τη διάρκεια της προώθησης του άλμπουμ. Πάντως στο βίντεο που θα γυρίσουμε για το “Finisterra” θα είναι μαζί μας. Αυτό θα είναι καλό και γι’ αυτόν και για τους οπαδούς του.

Πάντως είναι πολλά χρόνια με το συγκρότημα ο Aires, έτσι κι αλλιώς. Μήπως ο λόγος που δεν τον κάνετε κανονικό μέλος έχει σχέση και με τη σύνθεση των κομματιών;
Είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε προβλήματα γράφοντας τη μουσική οι τέσσερις μας και κανένας από τους μπασίστες που είχαμε δεν ήταν παρεμβατικός.

Αναφέρεσαι στην χημεία που δημιουργείται μεταξύ σας.
Ναι. Προσπαθούμε πολύ να καθορίσουμε την ουσία του ήχου των MOONSPELL. Αυτό κανένας δεν το γνωρίζει καλύτερα από εμάς και ίσως τον Waldemar. Δουλεύουμε πολύ σκληρά γράφοντας μουσική και περιοδεύοντας. Συνεχώς αναζητούμε ιδέες για τους MOONSPELL. Δες για παράδειγμα τι έγινε με τον Sirgio (σ.σ.: Crestana). Τον εντάξαμε στο συγκρότημα υπερβολικά νωρίς κατά τη γνώμη μου και δεν δούλεψε το θέμα. Δεν υπήρχε χημεία, δεν είχε τα ίδια ιδανικά με εμάς. Δες το σαν μία σχέση, σαν ένα γάμο. Κάτι παίζεται εκεί, κάτι αλλάζει. Δεν θέλουμε να παντρευτούμε τον Aires, μας αρέσει περισσότερο μία ελεύθερη σχέση μαζί του. Αυτό πιστεύω είναι το καλύτερο για όλους τους εμπλεκόμενους.

Μπορείς να μου μιλήσεις για τους στίχους;
Οι στίχοι αγγίζουν αρκετά θέματα τα οποία έχουμε πραγματευτεί ήδη στο παρελθόν. Προσπαθώ να εισάγω καινοτόμα στοιχεία και διαφορετικές επιρροές σε αυτή την οπτική γωνία. Προσπαθώ να δημιουργήσω ένα παράλληλο επίπεδο ανάγνωσης για κάθε στίχο, έτσι ώστε να μπορεί να παραπέμπει τόσο σε ένα έθνος (π.χ. μία επική ιστορία, ένα «μεγάλο» θέμα) όσο και σε ένα οποιοδήποτε άτομο. Προσπάθησα πολύ να το επιτύχω αυτό στο “Memorial”. Μπορείς να διαβάσεις τη δική σου ιστορία μέσα από τους στίχους, ή την ιστορία της κοινότητας, της φυλής, του έθνους στα οποία ανήκεις. Για παράδειγμα το “Finisterra” αναφέρεται στο γεγονός ότι παλιά οι Ρωμαίοι θεωρούσαν πως η Ισπανία και η Πορτογαλία ήταν η άκρη του κόσμου, το σημείο στο οποίο τελείωνε η Γη. Μέχρι σήμερα η ιδέα αυτή αντιπροσωπεύει τους Πορτογάλους, αν το δει κανείς από την άποψη της απομόνωσης. Επίσης, για κάποιον η ιδέα αυτή μπορεί να παραπέμπει στο δικό του τέλος, στη συνείδηση της δικής του θνητότητας. Με τον τρόπο αυτό λειτουργούν όλοι οι στίχοι. Αν και πολλά από τα θέματα που υπάρχουν στο άλμπουμ είναι χαρακτηριστικά για το συγκρότημα, όπως για παράδειγμα η απομόνωση, η αγάπη, ο θάνατος, το πάθος, η δέσμευση, υπάρχουν πολλά επίπεδα και διαστάσεις που συμπληρώνουν την εικόνα.

Γράφεις ποίηση επίσης, σωστά;
Ναι, σαν χόμπι. (σ.σ. και όχι μόνο. Έχει εκδώσει δύο -αν δεν κάνω λάθος- ποιητικές συλλογές, οι οποίες όμως δεν πρέπει να έχουν μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα)

Που βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στην ποίηση και τους στίχους των MOONSPELL; Πώς αποφασίζεις εάν ένας στίχος πρόκειται να γίνει ποίημα ή κομμάτι;
Δεν χρειάζεται να κάνω καμία συνειδητή επιλογή. Κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα απλώς τακτοποιούνται, βρίσκουν το δρόμο τους, τη θέση στην οποία ανήκουν. Υπάρχει μία διαφορά, καθαρά τεχνική, πρακτική: όταν γράφω για τους MOONSPELL γράφω στα Αγγλικά, όταν γράφω ποίηση γράφω στη μητρική μου γλώσσα. Πάντως δεν με απασχολεί κανένας διαχωρισμός. Χρησιμοποιώ ιδέες από τα ποιήματά μου όταν γράφω στίχους για το συγκρότημα. Όταν ήμουν νεότερος, είχα αντιμετωπίσει δυσκολίες στην προσπάθειά μου να συνδυάσω αυτές τις δύο διαφορετικές πραγματικότητες: το να πηγαίνω στο σουπερμάρκετ και το να παίζω σε ένα metal συγκρότημα. Πλέον δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Δεν χρειάζεται να μπω σ’ αυτό το σχιζοφρενικό τριπάκι και να δώσω εξηγήσεις. Πιστεύω πως τα πάντα τελικά βρίσκουν το δρόμο τους, όταν είναι κανείς συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνει. Το πιο σημαντικό είναι να κάνεις με την ποίηση και τη μουσική σου ό,τι θέλεις εσύ. Όταν εξετάσει κανείς τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα, τότε όλα ταιριάζουν.

Υπάρχει γενικά μία στενή σύνδεση ανάμεσα στους MOONSPELL και την τέχνη. Το “The antidote” είχε συνδυαστεί με ένα βιβλίο. Πώς έγινε αυτό;
Οι MOONSPELL ανέκαθεν έλκονταν και από άλλες μορφές τέχνης. Αυτό το μάθαμε από άλλα συγκροτήματα. Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο ήταν το “Tristesses de la lune” των CELTIC FROST σε ποίηση του Beaudelaire, και το “Rime of the ancient mariner” απ’ το “Powerslave” των IRON MAIDEN που ήταν βασισμένο σε ένα επικό ποίημα του Colleridge. Προσπαθώ γενικά να το κάνω αυτό με τους MOONSPELL. Το “Under the moonspell” για παράδειγμα έχει επιρροές από Marquis de Sade. Το πιο εύγλωττο παράδειγμα αυτού του «διαλόγου» με την τέχνη αποτελεί το βιβλίο αυτό το οποίο έγραψε ένας φίλος μας και πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας (σ.σ. Jose Luis Peixoto) βασισμένος πάνω στην ενέργεια των MOONSPELL. Ήταν ένα μεγάλο κατόρθωμα για εμάς και είχε απήχηση στον κόσμο. Μερικές φορές το metal περιορίζεται μέσα σε ένα πολύ κλειστό κύκλο ιδεών όπως οι μπύρες, οι μάχες κι οι δράκοι. Το metal δεν έχει να κάνει με αυτά. Το metal έχει να κάνει με αυτά που βλέπουν αυτοί που το ζουν σε αυτό: την ευφυΐα και την τάση για ξεπέρασμα των ορίων. Ο λόγος που δεν επαναλάβαμε κάτι παρόμοιο με το “Memorial” ήταν ότι δεν θέλαμε να κάνουμε κάτι ίδιο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Πάντως η λογοτεχνία είναι μεγάλη επιρροή για εμάς και αρκετοί συγγραφείς έχουν επηρεάσει τους στίχους του “Memorial”, από τον Nicolo Macciavelli μέχρι τον Oscar Wilde.

Έχετε συμμετάσχει και στο soundtrack μίας ταινίας, σωστά;
Αυτό είναι το όνειρο κάθε metal συγκροτήματος: να συμμετάσχει σε ένα soundtrack ή να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από άλμπουμ και συναυλίες. Ένας πιανίστας jazz μουσικής στην Πορτογαλία αποφάσισε να γυρίσει μία ταινία με ζόμπι. Είχε την ιδέα να πάρει ένα τυπικό jazz κομμάτι, το “I’ll see you in my dreams”, και να το μετατρέψει σε κάτι σαν εμβατήριο για νεκροζώντανους! Σκέφτηκα πως μόνο εμείς θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, έτσι κι έγινε. Προσπαθήσαμε να βγάλουμε κάτι πραγματικά ακραίο και ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία για εμάς. Η ταινία είχε μεγάλη απήχηση στην Πορτογαλία, πήρε μάλιστα μέρος σε διάφορα Φεστιβάλ και απέσπασε και βραβεία. Μέχρι και video clip γυρίσαμε γι’ αυτό το κομμάτι – παίζουμε μπροστά σε ένα κοινό από ζόμπι και τα σκοτώνουμε! Ήταν πολύ διασκεδαστική εμπειρία.

Από το “Darkness and hope” και μετά μαλακώσατε αρκετά τον ήχο σας. Κάποιοι άσκησαν κριτική λέγοντας πως το κάνατε για να ανοιχτείτε σε ένα ευρύτερο κοινό εκμεταλλευόμενοι την επιτυχία συγκροτημάτων όπως οι H.I.M..
Συνεχίζουμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε χωρίς να δίνουμε βάση σε τέτοιες αρνητικές κριτικές. Το να μας κατηγορήσει κάποιος ότι ακουγόμαστε σαν τους H.I.M. είναι γελοίο! Ωστόσο ο καθένας δικαιούται να έχει την άποψή του. Στο metal η ακρότητα είναι αρκετά διφορούμενη έννοια. Προφανώς διαφέρει ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται ο καθένας. Προσωπικά δε μου αρέσουν τα ακραία συγκροτήματα, αυτά που κάνουν πολύ θόρυβο. Ακόμη και τα ακραία ή τα death metal συγκροτήματα πρέπει να έχουν κάποιου είδους μουσικότητα. Όσοι αρέσκονται στο να ακούν θόρυβο μπορούν απλά να πάνε σε μία οικοδομή και να ακούσουν τους εργάτες να γκρεμίζουν τοίχους. Σέβομαι πολλά ακραία συγκροτήματα, όπως για παράδειγμα τους MORBID ANGEL. Έχουν επηρεάσει πολύ τους MOONSPELL. Παρότι ακραίοι έχουν μουσικότητα και είναι ιδιοφυείς. Πάντως προσωπικά δε μου αρέσει το grindcore ή το ακραίο death metal. Υπάρχουν συγκροτήματα όπως οι CARCASS, οι TERRORIZER ή οι παλιοί NAPALM DEATH που μου αρέσουν, ωστόσο δεν είναι του γούστου μου. Προτιμώ κάτι περισσότερο μουσικό που να σχετίζεται πιο πολύ με συναισθήματα κι αυτό είναι οι MOONSPELL για μένα. Πάντα γράφαμε τη μουσική που θέλαμε να γράψουμε παίρνοντας ρίσκα και χωρίς να δίνουμε αναφορά στο κοινό. Πολλά συγκροτήματα το κάνουν αυτό και είναι σαν τη ζάχαρη: Πολύ ωραία στην αρχή, κάνει όμως κακό στο στομάχι και τελικά σου φέρνει αναγούλα. Άλμπουμ σαν το “Sin/ pecado”, το “The butterfly effect” και το “Darkness and hope” χρειάζονται χρόνο για να αποκαλυφθούν. Οι άνθρωποι πια δε φαίνεται να διαθέτουν αυτό το χρόνο. Θέλουν κάτι που να τους αρέσει από το πρώτο άκουσμα. Δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος να ακούσει κανείς metal. Έτσι πρέπει να ακούει κανείς Shakira, pop μουσική.
Βέβαια, αυτή είναι μόνο η άποψή μου. Πολλοί άνθρωποι έχουν πει άσχημα πράγματα για τους MOONSPELL, πολύ περισσότεροι έχουν πει καλά πράγματα και τελικά, όταν είσαι μουσικός, οφείλεις να μπορείς να τα δεχτείς όλα. Ένα άλμπουμ είναι όπως ένας άνθρωπος, μία ταινία, ένα βιβλίο, οτιδήποτε. Είτε σου αρέσει, είτε όχι. Ένας μουσικός πρέπει να μπορεί να το αποδεχτεί αυτό. Μου αρέσει να βλέπω πως ο κόσμος αγαπάει τη μουσική μου. Το γεγονός όμως ότι δεν αρέσει σε κάποιους δεν πρόκειται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γράφω, σκέφτομαι ή βιώνω τη μουσική. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να αισθάνεσαι ολοκληρωμένος με αυτό που κάνεις. Βέβαια είναι σημαντικό να έχεις και κοινό γι’ αυτό, γιατί τότε η μουσική αποκτά νόημα. Πιστεύω πάντως πως πολλοί βιάζονται να μιλήσουν, αν και μερικές φορές κι αυτό είναι καλό. Δείχνει ότι κάνουμε τον κόσμο να σκεφτεί, ότι μπορούμε να τον εκπλήσσουμε. Και δείχνει επίσης πως ως συγκρότημα λειτουργούμε ανεξάρτητα και δεν κατευθυνόμαστε από το κοινό. Και έτσι θα είναι πάντα. Όσοι άκουγαν τη μουσική μας μέχρι τώρα είχαν τους λόγους τους. Εάν αρχίσουμε να αγόμαστε και να φερόμαστε απ’ αυτά που γράφουν στα περιοδικά και απ’ αυτά που λέει ο κόσμος στο διαδίκτυο ή στα διάφορα πηγαδάκια τότε θα χαθεί η ουσία. Αγαπάμε τους οπαδούς μας και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο γράφουμε τη μουσική που θέλουμε, παίρνουμε τα ρίσκα μας και σπρώχνουμε το συγκρότημα προς τα εμπρός.

Εκτός από τους MOONSPELL ασχολείσαι με άλλα projects; Θυμάμαι τους DAEMONARCH με τους οποίους είχες κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ το ’98.
Αυτό δεν ήταν πάρα ένα project, κάτι που ήθελα να κάνω χωρίς να το διατυμπανίσω και να το προωθήσω ιδιαίτερα. Οι DAEMONARCH δεν προορίζονταν για κάτι περισσότερο. Οι MOONSPELL είναι πολύ απαιτητικοί και άλλωστε συγκεντρώνουν όλα τα στοιχεία που μου αρέσουν στη μουσική, από τα πιο ακραία έως τα πιο ατμοσφαιρικά. Αν και κάθε τόσο έχω την επιθυμία να κάνω κάτι με φίλους μου, αυτή την περίοδο δεν παίζει τίποτα τέτοιο. Οι MOONSPELL είναι η προτεραιότητά μου και κανένα άλλο συγκρότημα δεν θα επηρεάσει την αφοσίωση που τους έχω.

Έχετε μεγάλη δισκογραφία πίσω σας. Πώς αποφασίζετε ποια κομμάτια θα συμπεριλάβετε στο set list όταν παίζετε μπροστά σε κοινό;
Με δυσκολία! Είναι δύσκολο να αποφασίσεις γιατί έχουμε οπαδούς που τους αρέσουν όλα τα άλμπουμ μας, αλλά και οπαδούς που αρέσκονται σε συγκεκριμένες περιόδους του συγκροτήματος. Προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα setlist με τραγούδια που θέλουμε να παίξουμε, ειδικά τα καινούρια που είναι βασικά για το συγκρότημα αλλά και για τον κόσμο να τα ακούσει ζωντανά. Μετά κοιτάμε το setlist να χαρακτηρίζεται από κάποιες λέξεις όπως «έντονο», «οπτικό» και «ατμοσφαιρικό». Αποφασίζουμε ποια τραγούδια ταιριάζουν μεταξύ τους σαν ομάδα. Το τελευταίο μας setlist είχε ήδη κάποια τραγούδια από το “Memorial”, μερικά από το “The antidote” και συμπληρωνόταν από τραγούδια των “Irreligious”, “Wolfheart” και “Under the moonspell”, καθώς πιστεύω ότι αυτές οι κυκλοφορίες έχουν πιο πολλά κοινά από ό,τι τα “Sin/pecado” και “The butterfly effect”. Θα ήταν δύσκολο να παίζαμε ένα τραγούδι από το “Sin/pecado” όπως το “Magdalene” και μετά το “Finisterra” από το “Memorial”. Προφανώς κανένα συγκρότημα δε μπορεί να παίξει όλα όσα θέλει ο κόσμος. Αυτό είναι μία ουτοπία. Μπορείς να πας σε συναυλία των SLAYER ή των IRON MAIDEN και παρόλο που θα παίξουν τα καλύτερα τραγούδια τους, πάντα θα βρεις ένα ακόμα που ήθελες να παίξουν. Και δεν είναι μόνο τα τραγούδια, αλλά το γενικό αίσθημα. Όπως στα άλμπουμ των MOONSPELL: δεν μπορούν να περιγραφούν από ένα τραγούδι. Έχουμε μερικά κλασικά κομμάτια, αλλά πιστεύω ότι είναι πιο σημαντικό ένα ολόκληρο άλμπουμ. Ο κόσμος ακούει τους MOONSPELL για την πλήρη εικόνα κι όχι για μερικά μόνο τραγούδια. Αυτό συμβαίνει με την pop μουσική: «Μου αρέσει αυτό το single αλλά το υπόλοιπο άλμπουμ είναι για πέταμα». Δε μπορώ να πάρω το “Powerslave” των IRON MAIDEN ή το “Into glory ride” των MANOWAR και να πω ότι μου αρέσει μόνο ένα τραγούδι. Με το “Memorial” είχαμε πρόβλημα να αποφασίσουμε ποιο τραγούδι θα πάει πρώτο στη σειρά και για ποιο θα γυρίσουμε video clip. Είναι πολύ δύσκολο. Αυτό που θέλουμε είναι να έχουμε ένα video clip για κάθε τραγούδι. Αυτό όμως είναι το πιο δύσκολο μέρος παραγωγής ενός δίσκου. Να διαλέξεις τα αγαπημένα σου τραγούδια και να τα ξεχωρίσεις. Βασικά το setlist είναι μία απεικόνιση αυτής της διάθεσης προς το δίσκο. Το βλέπουμε σαν κάτι ολόκληρο κι όχι ως μεμονωμένες στιγμές.

Δε νομίζω οποιαδήποτε εταιρία να ήταν υπέρ της ιδέας ενός video clip για κάθε τραγούδι… Θα κόστιζε πολύ…
Καμία εταιρία δε θα το ήθελε αυτό!

Κοιτώντας όλη σου τη δισκογραφία, για ποιο άλμπουμ είσαι περισσότερο περήφανος;
Θα σου δώσω την κλισέ απάντηση, καθώς είμαι περήφανος για όλα. Πάντα γράφαμε μουσική που είναι ενδιαφέρουσα για εμάς, ανεξάρτητα των συνεπειών. Είτε άρεσε στον κόσμο είτε όχι, πάντα γράφαμε μουσική από την καρδιά και το μυαλό. Εάν η μόδα ήταν να μιλάμε για το νερό κι εμείς θέλαμε να μιλήσουμε για τις πεταλούδες, θα μιλούσαμε για τις πεταλούδες. Δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και τους οπαδούς μας ασχολούμενοι με κάτι που όλοι οι άλλοι κάνουν. Αυτό είναι ένα ρίσκο που παίρνουμε συνέχεια για να κρατάμε το συγκρότημα πρωτότυπο και ξεχωριστό. Προφανώς υπάρχουν άλμπουμ που είναι πιο κοντά σε αυτό που μου αρέσει και σε αυτό που βλέπω στους MOONSPELL. Είμαι πολύ περήφανος για το τελευταίο άλμπουμ, όπως και κάθε μουσικός στη θέση μου. Το έχω ακούσει πολλές φορές, ξεχωρίζοντας την ανάμειξή μου μ’ αυτό και πιστεύω ότι είναι ένα υπέροχο άλμπουμ. Ακούγεται υπέροχα, έχει συναίσθημα, έχει όραμα, έχει όλα όσα ζητάω από τη μουσική ενός συγκροτήματος. Το “Irreligious” ήταν ένα εξίσου υπέροχο άλμπουμ. Έδειξε στον κόσμο και στους εαυτούς μας ότι μπορούμε να γράψουμε τραγούδια προοδεύοντας πολύ σε μικρό χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων των περιοδειών. Λατρεύω επίσης το “The antidote” γιατί ήταν πιο κοντά στη φύση μας και είχαμε περάσει πολύ ωραία κατά την ηχογράφησή του. “Wolfheart”, “The butterfly effect”, “Darkness and hope”… μου αρέσουν όλα. Μάλλον τα “Irreligious” και “Memorial” πρέπει να είναι τα άλμπουμ που έφτασαν μία αγνότητα και την δημιουργική κορυφή των MOONSPELL, εάν χρειάζεσαι μία συγκεκριμένη απάντηση.

Δεν έχεις βαρεθεί να παίζεις τα ίδια και τα ίδια τραγούδια κάθε βράδυ, ειδικά τα παλιά;
Όχι. Για εμάς υπάρχουν πολλά συναισθήματα, πολλοί τρόποι να δεις κάτι. Προφανώς εάν δεν έχω διάθεση να τραγουδήσω το “Alma mater”, “Opium”, “Nocturna” ή δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο, δε θα τα παίξουμε. Πολλά από αυτά τα τραγούδια είναι εκτός του setlist ακριβώς για αυτό το λόγο. Παρόλα αυτά, εάν τα παίξεις για την εκατομμυριοστή φορά, η ενέργεια, ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος ανταποκρίνεται είναι τόσο απίστευτος που θέλεις να παίξεις κι άλλο. Πιστεύω ότι είμαστε ευλογημένοι που έχουμε τραγούδια τα οποία θέλει ο κόσμος να ακούσει. Η συναυλία πρέπει να είναι κάτι για τον καθένα. Δεν είναι μόνο για το συγκρότημα ή μόνο για τους οπαδούς. Δεν είναι σα μία συνέντευξη όπου κάποιο γράφει για εσένα. Είναι κάτι άμεσο, για το οποίο δε μπορείς να ψεύδεσαι. Δεν έχουμε κουραστεί να παίζουμε το “Alma mater” όταν ο κόσμος ανταποκρίνεται με τον τρόπο που ανταποκρίνεται. Όλα εξαρτώνται από το setlist, την ώρα, τι θέλουμε να παρουσιάσουμε, αλλά να βαρεθείς κάποια τραγούδια δεν υφίσταται όταν ο κόσμος τρελαίνεται και σου μεταδίδει αυτή την ενέργεια.

Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι;
Είναι πάντα δύσκολο να βρεις κάτι να πεις! Γνωρίζω ότι το τελευταίο μας άλμπουμ “The antidote” πήγε υπέροχα στην Ελλάδα τόσο στην αγορά όσο και στις κριτικές. Θα ερχόμασταν για ένα φεστιβάλ το οποίο ακυρώθηκε επειδή ο κιθαρίστας των MANOWAR έσπασε το χέρι του. Αφού κυκλοφορήσει το άλμπουμ μας, θα κλείσουμε κάποιες συναυλίες στην Ελλάδα. Ελπίζω να δω όλους τους οπαδούς μας κι ελπίζω το “Memorial” να αρέσει ειδικά στους Έλληνες οπαδούς μας όσο αρέσει και σε εμένα.

Μαριλένα Σμυρνιώτη
Promo photos: Paulo Moreira

Underground Halls Vol. 236 – “The Beast is screaming!” – The POWERRAGE special edition

0
Powerrage

Powerrage

Ο κιθαρίστας John Ricci και ο τραγουδιστής Jacques Bélanger, δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Από τα ιδρυτικά μέλη των θρυλικών EXCITER ο Ricci, συνεργάστηκε με τον Bélanger σε τρία εξαιρετικά άλμπουμ των Καναδών, τα The dark command, Blood of tyrants και τη συλλογή New testament. Ο δε Bélanger, έχει χαρίσει τα μοναδικά φωνητικά του, μεταξύ άλλων, και στους δύο πολύ καλούς δίσκους των ASSASSIN’S BLADE, Agents of mystification και Gather darkness.

Μετά από πάρα πολλά χρόνια, Ricci και Bélanger ενώνουν ξανά τις δυνάμεις τους κάτω από το όνομα των POWERRAGE και το Beast είναι το ντεμπούτο τους, που κυκλοφορεί από την High Roller Records. Το ROCK HARD GREECE άκουσε το άλμπουμ και με αφορμή τις πολύ ευχάριστες αυτές εξελίξεις, συνομίλησε με έναν ευγενέστατο και άκρως ευδιάθετο Jacques Bélanger, ο οποίος, αποφασισμένος και σίγουρος, δείχνει να συμμερίζεται τη χαρά μας. Ιδού τι μας είπε!

Γεια σου, Jacques, τι κάνεις; Καλώς ήρθες στο Rock Hard Greece!
Γεια σου, Θοδωρή, είμαι μια χαρά, εσύ πως είσαι! Ευχαριστώ που επικοινώνησες μαζί μου, χαρά μου να μιλήσουμε!

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να σε συγχαρώ για το νέο σου πόνημα. Ομολογώ ότι ήταν μεγάλη έκπληξη και χαρά να σε δω να συνεργάζεσαι με τον John Ricci μετά από τόσα χρόνια! Πώς προέκυψε αυτό; Μπορείς να μας δώσεις μερικές λεπτομέρειες για τη δημιουργία των POWERRAGE;
Λοιπόν… Ήταν πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, όταν ο Todd Pilon (σ.σ: πρώην WITCHKILLER και RECKLESS), ο μπασίστας μας, πρότεινε στον John να σχηματίσουν μια νέα μπάντα από κοινού. Ο John δέχτηκε, μιας και είχε κάνει ένα διάλειμμα από τη μουσική για μερικά χρόνια και ήταν επιτέλους έτοιμος να ξεκινήσει κάτι. Τότε επικοινώνησε μαζί μου και με ρώτησε αν ενδιαφερόμουν, εξηγώντας μου όμως ότι το στυλ φωνητικών που είχε στο μυαλό του, ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που χρησιμοποιούσα στους ASSASSIN’S BLADE και στους EXCITER. Ακούγοντάς τον, ήξερα εκ προοιμίου ότι αυτή η νέα προσέγγιση ήταν ριψοκίνδυνη για μένα και τη φωνή μου, αλλά του είπα ότι θα το δοκίμαζα και θα προσπαθούσα να προσαρμόσω την τεχνική μου στα απαιτούμενα φωνητικά. Στη συνέχεια βρήκαμε τον Lucas Dery, τον drummer μας, μέσω μιας αγγελίας που είχε αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Μας άρεσε ο τρόπος που έπαιζε και ο χαρακτήρας του κι έτσι, τον πήραμε μαζί μας.

Ο John ήταν ιδρυτικό μέλος των EXCITER και εσύ ήσουν μέλος τους για τρία εξαιρετικά άλμπουμ. Έτσι, για πολλούς, οι συγκρίσεις μεταξύ των EXCITER και των POWERRAGE θα είναι αναπόφευκτες. Προσωπικά, έχω εντοπίσει ομοιότητες, αλλά παρόλα αυτά, οι POWERRAGE μου φαίνονται πιο ωμοί, πιο επιθετικοί και πιο απειλητικοί, αν μπορώ να το πω έτσι. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό;
Έχεις απόλυτο δίκιο! Τα τελευταία χρόνια, ο John βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική ψυχολογική διάθεση, η οποία αντανακλάται στη σύνθεση και στους στίχους του. Αυτός είναι πιθανώς ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν κατάφερε ποτέ να ηχογραφήσει κάτι με τους EXCITER, μετά την επιστροφή του στην αρχική σύνθεση. Ο Dan (σ.σ: Beehler, τύμπανα/φωνητικά) και ο Al (σ.σ: Allan Johnson, μπάσο) διαφώνησαν με τον νέο του, πιο επιθετικό και απειλητικό, προσανατολισμό κι αν δεν κάνω λάθος, ηχογράφησαν μάλιστα μερικά τραγούδια με έναν άλλο κιθαρίστα (σ.σ: !!!), για να του δείξουν τι θα ήθελαν να παίζουν αντ’ αυτού. Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι ο John διοχέτευσε το σύνολο των απογοητεύσεών του από τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, στα οκτώ νέα τραγούδια που περιλαμβάνονται στο “Beast”.

Με όλα τα τραγούδια να είναι σε υψηλό επίπεδο, ποια θα διάλεγες ως αγαπημένα σου;
Χμ… Θα διαλέξω το “Haunted Hell”, το “Dark Wings” και το “The Black Mass”!

Δε μου αρέσει να σκαλίζω το παρελθόν, αλλά πρέπει να σε ρωτήσω γιατί έφυγες από τους EXCITER…
Μεταξύ εμού και του John υπήρχε πάντοτε αμοιβαίος σεβασμός, αλλά οι προσωπικότητές μας ήταν πάντα δύσκολο να συνυπάρξουν. Ο John ακολουθεί πάντα το ένστικτό του, ενώ εγώ τείνω να ακολουθώ πολύ περισσότερο τη λογική. Οι τρεις φορές που έφυγα από τους EXCITER οφείλονταν όλες σε παρεξηγήσεις, όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Δεν θυμάμαι την πρώτη φορά τι είχε συμβεί… Τη δεύτερη φορά, μετά τις ωραίες συναυλίες που δώσαμε στο Bang Your Head και στο Wacken, μου είπε ότι δεν θα υπήρχαν πλέον δεύτερα φωνητικά και ότι, από εκείνη την στιγμή και μετά, τα τραγούδια των EXCITER θα είχαν μόνο ένα φωνητικό κομμάτι (σ.σ: vocal track) και ότι έπρεπε να τραγουδάω σαν τον Dan Beehler, κάτι που για μένα ήταν απαράδεκτο! Η τρίτη φορά ήταν λίγο πριν την ηχογράφηση του “Thrash speed burn”. Όλα τα τραγούδια είχαν γραφτεί και χρειαζόταν απλά να τροποποιήσουμε κάποια, όμως τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας δεν έδιναν σημασία στο να δουλέψουν για να τα τελειοποιήσουμε. Έχασα την υπομονή μου κι άρχισα να τους «τα χώνω» για την απαίσια στάση τους…

Κι ο John πώς αντέδρασε;
Πήρε το μέρος τους! Δεν μπορούσα να καταλάβω! Του είπα ότι ήμουν στο πλευρό του, με όλο τον σεβασμό στις προσπάθειές του και στη μπάντα. Δεν το πήρε έτσι… Σκέφτηκα ότι αν επρόκειτο να ανεχτεί την παιδική συμπεριφορά των άλλων δύο μελών της μπάντας, καλύτερα να φύγω. Ήταν τρελά θυμωμένος μαζί μου! Μιλήσαμε ξανά για λίγο, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν σκεφτόταν να απολύσει τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας (σ.σ: προφανώς ο Jacques αναφέρεται στην εποχή μετά το “Death machine”) και να με ξαναπάρει, αλλά ήταν πολύ αργά. Λίγο αργότερα, οι EXCITER επανενώθηκαν με την αρχική σύνθεση.

Αρκετά με το παρελθόν, ας επιστρέψουμε στο παρόν! Το “Beast” ακούγεται “old school”, αλλά ταυτόχρονα φέρνει έναν «φρέσκο» ήχο με μοναδικό τρόπο και πραγματικά, αρπάζει τον ακροατή από το λαιμό! Είναι ο John ο κύριος υπεύθυνος για τα φοβερά riffs ή βοήθησες και εσύ;
Ο John είναι, ήθελε οπωσδήποτε το άλμπουμ να ακούγεται ωμό και επιθετικό! Έτσι, ως δοκιμή, ηχογραφήσαμε μερικά τραγούδια «ζωντανά» στην αποθήκη μας στην Οτάβα του Καναδά, όπου κάνουμε πρόβες. Μας άρεσε το αποτέλεσμα, οπότε ζητήσαμε από τον Manfred Leidecker και τον George Henderson να φέρουν το κινητό τους στούντιο εκεί, ώστε να ηχογραφήσουμε επιτόπου τη μουσική για το άλμπουμ. Στην συνέχεια, ηχογραφήσαμε όλα τα φωνητικά στο στούντιο του Manfred, επίσης στην Οτάβα.

Απαιτητικό το να ηχογραφείς “live”! Μπορείς να μας δώσεις κάποιες παραπάνω πληροφορίες για τη διαδικασία ηχογράφησης και σύνθεσης;
Η προσέγγιση της «ζωντανής» ηχογράφησης όντως είναι απαιτητική και ριψοκίνδυνη, διότι η διασταύρωση ήχων μεταξύ των μικροφώνων καθιστά δύσκολη την επιδιόρθωση εκ των υστέρων, ειδικά όταν έχεις περιορισμούς χρόνου και προϋπολογισμού. Αλλά λειτούργησε όπως ελπίζαμε. Ο ρόλος μου ήταν να αναπαράγω κάθε ένταση, ήχο, γρύλισμα ή νότα που ο John ήθελε να ακούσει. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης των φωνητικών, άκουγε προσεκτικά κάθε λήψη, για να βεβαιωθεί ότι η φωνή μου θα ακουγόταν όπως ήθελε. Επίσης, καθοδηγούσε τον Dan Swano καθ’ όλη τη διάρκεια της μίξης, για να βεβαιωθεί ότι το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν αυτό που είχε οραματιστεί. Όσον αφορά τη διαδικασία σύνθεσης, ήταν απλή: ο John έγραψε όλη τη μουσική και τους στίχους, για όλα τα τραγούδια. Έτσι λειτουργούσε περίπου όταν ήμουν και στους EXCITER, ούτως ή άλλως. Με αυτή την προσέγγιση, διασφαλίσαμε ότι το τελικό αποτέλεσμα θα είναι απόλυτα συνεκτικό και όχι κάποιου είδος μουσικό «συνονθύλευμα».

Χαίρομαι πολύ που βλέπω ότι δεν έχεις χάσει το ταλέντο σου! Η φωνή σου είναι σε καταπληκτική φόρμα! Πώς το καταφέρνεις αυτό;
Με το να μένω υγιής! Δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν κάνω ναρκωτικά, τρώω σωστά αποφεύγοντας το junk food και ασκούμαι επιμελώς. Α, επίσης πίνω και πολύ νερό, σημαντικό!

Το «Θηρίο» (σ.σ: “Beast”) θα «ελευθερωθεί» πολύ σύντομα (σ.σ: η συνέντευξη έγινε μια εβδομάδα πριν την κυκλοφορία του δίσκου), θα έχετε όμως ήδη κάποιο πρώτο feedback…
Το σχόλιό σου σε μια από τις προηγούμενες ερωτήσεις σου, το συνοψίζει πολύ καλά. Η μπάντα δεν ακούγεται σαν τους EXCITER, κάτι που ήταν σκόπιμο! Η φωνή σε εκπλήσσει και απέχει πολύ από τη δουλειά που έκανα στο παρελθόν τόσο με τους EXCITER όσο και με τους ASSASSIN’S BLADE. Ναι, ο ήχος είναι «ωμός» και αποδίδεται χωρίς συμβιβασμούς, αλλά οι POWERRAGE δεν είχαν ποτέ την πρόθεση να παρουσιάσουν υλικό εξαιρετικά επεξεργασμένο. Είναι “in your face heavy metal”, που σε χτυπάει κατάμουτρα!

Είναι οι POWERRAGE ένα fulltime project; Θα επηρεάσει τους ASSASSINS BLADE; Ήσουν εξαιρετικά δραστήριος μαζί τους!
Για να είναι full-time, ένα project πρέπει να καταναλώνει σχεδόν όλον τον χρόνο σου, κάτι που είναι αδύνατο στην περίπτωσή μας, αφού η μουσική δεν μας εξασφάλιζε ποτέ τα προς το ζην. Όλοι έχουμε «09:00-17:00» δουλειές. Προσωπικά, μεταφράζω έγγραφα που έχουν να κάνουν με την εθνική ασφάλεια και τις μυστικές υπηρεσίες. Με έχουν κατηγορήσει ότι είμαι ψεύτικος (σ.σ: “fake”, είπε ο Jacques) λόγω της κανονικής μου δουλειάς, αλλά για σταθείτε, μπορεί κανείς να έχει μια λογική δουλειά και να εξακολουθεί να είναι παθιασμένος με τη δημιουργία metal μουσικής. Όσον αφορά τους ASSASSIN’S BLADE, το σχήμα ουσιαστικά «τελείωσε» με τον COVID. Ο Peter (σ.σ: Svensson, μπάσο), ο εξαιρετικός συνθέτης, στιχουργός και ηγέτης του group, μου ζήτησε να συνεργαστούμε, αλλά δεν είχα τους πόρους για να ηχογραφήσω τα φωνητικά εδώ στην Οτάβα. Ηχογράφησα μερικά κομμάτια ως guest σε μερικές από τις άλλες μπάντες του – παίζει σε αρκετές, είναι πολύ παραγωγικός – αλλά αυτό είναι όλο για την ώρα. Αμφιβάλλω λοιπόν αν θα βγει άλλο άλμπουμ των ASSASSIN’S BLADE…

Ποια είναι τα σχέδιά σας για την προώθηση του “Beast”; Σχεδιάζετε «ζωντανές» εμφανίσεις ή ίσως μια περιοδεία; Και αν ναι, θα παίξετε κάποια τραγούδια από την εποχή των EXCITER;
Η High Roller Records έχει αναλάβει την προωθητική καμπάνια. Όσο για εμάς, θα εξετάσουμε οποιαδήποτε πρόταση για συναυλίες. Οι περιοδείες έχουν γίνει δύσκολες και, για να σου πω την αλήθεια, δεν τρελαίνομαι στην ιδέα. Στην εποχή των EXCITER, οι περιοδείες ήταν μακρές και δεν επέφεραν ποτέ τίποτα που θα μπορούσε να ανεβάσει το συγκρότημα σε υψηλότερο επίπεδο. Προτιμώ, αλήθεια, να παίζω σε φεστιβάλ. Προσεγγίζω πολύ περισσότερο κόσμο έτσι, παρά κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας σε κλαμπ. Τώρα, για τραγούδια των EXCITER… το αφήνω ως έχει! (γέλια)

Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να σκεφτείτε σοβαρά το ενδεχόμενο μιας συναυλίας στην Ελλάδα. Σε διαβεβαιώνω ότι εσύ και ο John έχετε πολύ ισχυρή βάση οπαδών εδώ!
Το ξέρω, οι EXCITER έπαιξαν στην Ελλάδα αφού έφυγα από το συγκρότημα κι ο John μου λέει ότι είναι ένα φανταστικό μέρος για το metal. Αν μας προσκαλέσουν, σίγουρα θα δεχτούμε την πρόσκληση με μεγάλη χαρά!

Τέλος, πάντα ήθελα να σε ρωτήσω, πώς άρχισες να τραγουδάς; Ποιες είναι οι μουσικές σου επιρροές και ποιοι είναι οι τραγουδιστές που σε επηρέασαν περισσότερο;
Άρχισα να τραγουδάω σχετικά αργά, ήμουν 17 ετών τότε. Ήμουν απλά ένα παιδί που ζούσε σε ένα μικρό χωριό στο Κεμπέκ του Καναδά και δεν είχα μεγάλη επαφή με το heavy metal, όταν μερικοί φίλοι μου με έκαναν να ανακαλύψω το “Back in Black” των AC/DC. Μου άρεσε τόσο πολύ η φωνή του Brian Johnson που άρχισα να τον μιμούμαι… και ήμουν αρκετά καλός σε αυτό! Έτσι ξεκίνησα. Σύντομα, ανακάλυψα τους JUDAS PRIEST. Όταν άκουσα τη φωνή του Rob Halford στο live άλμπουμ “Unleashed in the East”, σκέφτηκα: «Έτσι θέλω να ακούγομαι!». Ήμουν τόσο εντυπωσιασμένος! Μετά άρχισα να ακούω τον Bruce Dickinson και τον Dio. Όλα πήραν τον δρόμο τους… Πέρασα δέκα ολόκληρα χρόνια προσπαθώντας να μιμηθώ αυτούς τους τρεις καταπληκτικούς τραγουδιστές. Και ακόμα κι αν δεν κατάφερα ποτέ να τα πάω εξίσου καλά, κατέληξα να αναπτύξω ένα στυλ στο οποίο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει αυτές τις τρεις επιρροές. Το να βελτιωθώ και να διατηρήσω το καλό επίπεδο, ήταν πλέον μόνο θέμα χρόνου.

Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, Jacques! Δικός σου ο επίλογος…
Εγώ ευχαριστώ Θοδωρή! Ευχαρίστησή μου που μιλήσαμε. Χαίρομαι πολύ που μου ξαναδόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστώ και πάλι με τον John. Νομίζω ότι τα πήγαμε πολύ καλά και ηχογραφήσαμε έναν ωραίο δίσκο. Μακάρι να έχουμε την τιμή να παίξουμε και για τους Έλληνες οπαδούς μας, στο προσεχές μέλλον. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης
«Θεωρώ πιο γενναίο αυτόν που νικά τις επιθυμίες του, παρά αυτόν που νικά τους εχθρούς του γιατί, η πιο δύσκολη νίκη, είναι αυτή επί του εαυτού μας».

Ώπα! Αυτή κι αν ήταν έκπληξη!
Χαχα, έχω μελετήσει τους Έλληνες φιλοσόφους, κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών μου σπουδών στη φιλοσοφία. Αυτή η φράση είναι μια από τις αγαπημένες μου! Ευχαριστώ και πάλι, θα τα πούμε σύντομα!

The album

Μετά από όλα όσα είπαμε στην συνέντευξη με τον Jacques, δεν υπάρχουν πολλά ακόμη να προσθέσουμε. Το άλμπουμ αυτό το περίμενα με ανυπομονησία και δε με απογοήτευσε. Προφανώς, οι POWERRAGE δεν ανακαλύπτουν τον τροχό και στο “Beast” θα ακούσετε speed/thrash metal παλαιάς κοπής, αριστοτεχνικά εκτελεσμένο, με σαφείς και εμφανείς επιρροές από EXCITER της περιόδου 1997-2004, που θυμίζει αρκετά την ατμόσφαιρα του The dark command.

Όμως, συνολικά, όπως αναφέρθηκε και στην κουβέντα μας, το “Beast” ακούγεται αρκετά πιο τραχύ και σκοτεινό. Ο Ricci επιδίωξε, προς τιμήν του, οι POWERRAGE να μην ακούγονται σαν μια κόπια των EXCITER και οφείλω να ομολογήσω ότι αυτό το κατάφερε σε πολύ μεγάλο βαθμό! Ο Manfred Leidecker με τον Dan Swanö που ανέλαβαν την παραγωγή, επίσης συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτό.

Τα riffs είναι εντελώς φρενιασμένα, ωμά και ο Bélanger τραγουδάει μεν… «στον Θεό», αλλά ταυτόχρονα ακούγεται απίστευτα brutal! Όλα τα κομμάτια κινούνται σε υψηλές ταχύτητες, με εξαίρεση το αργόσυρτο και σχεδόν doom metal “Haunted hell” και το “Damned and cursed” που βγάζει μια ανεπαίσθητη επική, MANILLA ROAD χροιά. Από τα πιο γρήγορα κομμάτια οπωσδήποτε ξεχωρίζουν τα “Dark wings”, το θρασύτατο “I torture, I kill” και το τρομερό “The devil is screaming”, που αποτελεί μια από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του δίσκου.

Μέσω των POWERRAGE, John Ricci και Jacques Bélanger επιδιώκουν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα μακριά από την σκιά των EXCITER και το “Beast” ακούγεται τόσο δυναμικό όσο θα περίμενα από τους δύο αυτούς γερόλυκους. Εμένα τουλάχιστον, το τελικό αποτέλεσμα με ικανοποίησε απόλυτα!

8 / 10

Παρουσίαση δίσκου/συνέντευξη:

Θοδωρής Κλώνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: POWERRAGE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: Beast
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
John Ricci – Κιθάρες
Jacques Bélanger – Φωνητικά
Todd Pilon – Μπάσο
Lucas Dery – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
:
Bandcamp
Facebook
Spotify

AT THE GATES interview (Anders Bjorler)

0
At The Gates
Photo by Ester Segarra
At The Gates
Photo by Ester Segarra

“Slaughtering your soul…”

Τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να περιγράψουν την αναπάντεχη απώλεια του Tomas Lindberg, του εμβληματικού τραγουδιστή των AT THE GATES και κατά συνέπεια η συνέντευξη με τον κιθαρίστα Anders Bjorler για το “Ghost of a future dead”, ήταν από τις πιο δύσκολες που έχω κάνει στη ζωή μου. Κατανόησα πλήρως τους λόγους που δεν ήθελε το συγκρότημα να δημοσιευθούν τα video των συνεντεύξεων, αφού η ατμόσφαιρα ήταν εντελώς πνιγηρή κι αυτό είναι απολύτως κατανοητό. Κάθε κουβέντα, εκατέρωθεν, ήταν ένας κόμπος στον λαιμό. Το άλμπουμ που έβγαλαν οι Σουηδοί death metallers, μετά τον θάνατο του Lindberg, είναι εξαιρετικό, αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει από το context του θανάτου…

Λοιπόν, ξέρω ότι είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση να μιλάτε για έναν τέτοιο δίσκο. Μπορώ να το καταλάβω — ή μάλλον, για να είμαι ειλικρινής, κανείς δεν μπορεί πραγματικά να το καταλάβει, εκτός από εσάς. Η ειλικρινής μου άποψη, έχοντας ακούσει τον δίσκο πολλές φορές, είναι πως πρόκειται για ένα από τα ορόσημα της καριέρας σας, ίσως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που έχετε δημιουργήσει ποτέ.
Ευχαριστώ.

Είναι πραγματικά εξαιρετικό. Ο τίτλος, “Ghost of a Future Dead“, μοιάζει πλέον σχεδόν προφητικός. Πώς θα τον ερμήνευες προσωπικά σήμερα;
Ναι, έχεις δίκιο, υπάρχει κάτι το προφητικό σε αυτόν. Αρχικά, ο προσωρινός τίτλος του άλμπουμ ήταν “The Dissonant Void”, από το δεύτερο τραγούδι. Όμως ο Tomas τον άλλαξε όταν υποβαλλόταν σε ακτινοθεραπείες, περνούσε πολλούς εφιάλτες και κατέληξε σε αυτή την απόφαση. Είναι ένας πολύ δυνατός τίτλος, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά σκοτεινός. Και τώρα, κοιτώντας πίσω, είναι ένας πολύ δύσκολος τίτλος.

Ήταν απόφαση του Tomas;
Ακριβώς. Εμείς πιθανότατα δεν θα επιλέγαμε έναν τέτοιο τίτλο. Όμως, από τη στιγμή που θέλαμε να τιμήσουμε το όραμα του Tomas, κρατήσαμε τα πάντα ακριβώς όπως τα ήθελε εκείνος: το εξώφυλλο, τη σειρά των τραγουδιών, τον τίτλο, τα πάντα. Το μόνο στο οποίο δεν συμμετείχε ήταν τα προωθητικά βίντεο που ετοιμάζονται. Όλα τα υπόλοιπα είναι ακριβώς σύμφωνα με τη δική του επιθυμία.

Πώς καταφέρατε να δημιουργήσετε το βίντεο για το “The Fever Mask“; Εγώ δεν άντεξα να δω πάνω από είκοσι δευτερόλεπτα.
Το αναθέσαμε σε έναν πολύ καλό φίλο μας, τον Patrick Ullaeus, και εκείνος ανέλαβε όλη τη δουλειά. Θα ήταν πολύ δύσκολο για εμάς να καθίσουμε και να επεξεργαστούμε όλο αυτό το υλικό. Ψάξαμε στους σκληρούς μας δίσκους, συγκεντρώσαμε πάρα πολλά αρχεία, και εγώ είχα ήδη αρκετό υλικό οργανωμένο σε έναν φάκελο. Το παρέδωσα στον Patrick, εκείνος το ταξινόμησε και τελικά δημιούργησε ένα εξαιρετικό βίντεο.

Το “Ghost of a Future Dead” μοιάζει ταυτόχρονα σαν συνέχεια αλλά και σαν επίλογος. Πώς το τοποθετείς προσωπικά μέσα στη δισκογραφία των AT THE GATES;
Θα έλεγα πως, κατά μία έννοια, σηματοδοτεί την επιστροφή μου, γιατί το κιθαριστικό μου ύφος διαφέρει αρκετά από εκείνο του Jonas Stålhammar. Το δικό μου παίξιμο βασίζεται περισσότερο στις thrash metal επιρροές με τις οποίες μεγάλωσα — METALLICA, SLAYER, τα χαρακτηριστικά triplets και όλα αυτά. Αυτό το φέρνει πιο κοντά στο “Slaughter of the Soul” και ίσως στο “At War with Reality”. Παράλληλα, συνδυάζεται με τις πιο δυστονικές ιδέες του Jonas, ειδικά όπως τις ανέπτυξε στα δύο προηγούμενα άλμπουμ, ενώ υπάρχουν και αναφορές στα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος, υπό την επιρροή του Alf Svensson. Θα έλεγα ότι αυτός ο δίσκος αποτελεί το ιδανικό πάντρεμα ανάμεσα σε εμένα, τον Jonas και τον Tomas. Κατά κάποιον τρόπο, συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία των AT THE GATES. Και φυσικά, σηματοδοτεί και τη δική μου επιστροφή στο συγκρότημα.

Πόσο από το υλικό είχε ολοκληρωθεί πριν από τη διάγνωση του Tomas;
Τα πάντα. Το μόνο που αλλάξαμε ήταν ο τίτλος. Ξεκινήσαμε να γράφουμε το καλοκαίρι του 2023. Εγώ, ο Jonas και ο Tomas ανταλλάσσαμε ιδέες και δουλεύαμε πάνω στα τραγούδια. Όταν είχαμε πλέον αρκετό υλικό, το μοιραστήκαμε με τον Martin και τον Adrian, οι οποίοι συνέβαλαν στις ενορχηστρώσεις και ο Adrian έγραψε τα drum parts. Μέχρι τον Δεκέμβριο, όλα ήταν έτοιμα. Ο Tomas έλαβε τη διάγνωση στα μέσα Δεκεμβρίου. Αν είχε συμβεί νωρίτερα, ειλικρινά δεν ξέρω πού θα βρισκόμασταν σήμερα. Ίσως να μην υπήρχε καν άλμπουμ. Αλλά έτσι είναι η ζωή — γεμάτη μυστήρια.

Υπήρχε κάποιο τραγούδι που ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να ολοκληρωθεί συναισθηματικά;
Θέλω να πω, τα πάντα μετά τη διάγνωση ήταν δύσκολα, φυσικά. Είναι σχεδόν δυόμισι χρόνια τώρα και ήταν μια πολύ δύσκολη διαδικασία. Φυσικά ήταν δύσκολο και για εμάς, αλλά δεν μπορούμε καν να φανταστούμε πόσο δύσκολο είναι για τον ίδιο τον Tomas. Πρέπει να είναι ένας εφιάλτης. Οπότε, υποθέτω ότι ένας τρόπος διαχείρισης για εκείνον ήταν να έχει ένα άλμπουμ πάνω στο οποίο να δουλεύει. Μετά την ακτινοθεραπεία και την επέμβαση, άρχισε να ασχολείται με το artwork μαζί με έναν φίλο μας, τον Robert Samsonowitz. Έπειτα ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στη σειρά των τραγουδιών, στο tracklisting. Και συμμετείχε και στο mixing. Οπότε αυτό, νομίζω, τον βοήθησε να συγκεντρωθεί στη μουσική αντί για την ασθένεια. Ίσως αυτό να ήταν κάτι καλό — να τον κρατά σε δημιουργική κατάσταση. Αλλά δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι που να ήταν πιο δύσκολο. Όλο το άλμπουμ ήταν δύσκολο. Και εξακολουθεί να είναι. Θα είναι μια πολύ συναισθηματική μέρα όταν κυκλοφορήσει. Είναι η γραμμή του τερματισμού, θα έλεγα. Το να δώσουμε σε όλους το όραμα του Tomas για αυτό το άλμπουμ.

Photo by Ester Segarra

Υπάρχει και ένα instrumental κομμάτι, το “Förgängligheten”.
Ναι, αυτό είναι δικό μου. Το είχα φέρει ήδη πριν επιστρέψω στο συγκρότημα, ήταν κάτι που είχα έτοιμο. Οπότε ήταν ήδη γραμμένο. Ο Tomas είχε επίσης την ιδέα να κάνουμε ένα βινύλιο με τη μία πλευρά στα σουηδικά και την άλλη στα αγγλικά, αλλά τελικά το αφήσαμε. Κρατήσαμε όμως το τρίτο κομμάτι στα σουηδικά, γιατί τον πείσαμε ότι ήταν τόσο καλό που δεν έπρεπε να αλλάξει. Ήταν ήδη τέλειο έτσι. Και ήταν εκείνος που έδωσε και τον τίτλο στο instrumental, στα σουηδικά.

Αναφέρεται στην έννοια του “εφήμερου”, σωστά;
Ναι… κάτι τέτοιο. Κάτι που φθείρεται. Που παύει να υπάρχει. Σαν ένα λουλούδι που δεν είναι ποτέ για πάντα — μαραίνεται, χάνεται. Αυτό είναι το “förgängligheten”. Ο τίτλος δόθηκε από τον Tomas. Και μουσικά, είχα ήδη το κομμάτι έτοιμο. Είναι ένα πολύ σκοτεινό κομμάτι, αλλά και πολύ στο δικό μου ύφος. Κάτι σαν το “Into the Dead Sky” από το “Slaughter of the Soul”. Νομίζω ότι ταίριαζε απόλυτα στους AT THE GATES, οπότε το χρησιμοποιήσαμε.

Και για να σου πω την αλήθεια, ακούγοντας τραγούδια όπως το “Of Interstellar Death”, σίγουρα νιώθει κανείς την αύρα κομματιών όπως το “Blinded by Fear”. Οφείλεται απλώς στην επιστροφή σου στο συγκρότημα, που σας έφερε ξανά πιο κοντά σε στοιχεία του “Slaughter of the Soul” ή ακόμη και του “At War with Reality”; Ή ήταν μια συνειδητή προσπάθεια επιστροφής σε εκείνον τον ήχο;
Όχι, δεν ήταν κάτι συνειδητό. Νομίζω πως έχει να κάνει περισσότερο με το προσωπικό μου ύφος. Τόσο με τον τρόπο που γράφω riffs όσο και με τη μελωδική μου προσέγγιση. Δεν συζητήσαμε ποτέ να φτιάξουμε έναν νέο δίσκο τύπου “Slaughter of the Soul”. Ο Tomas είχε πει ότι ήθελε τραγούδια πιο άμεσα, πιο δυνατά, στο πνεύμα του “Slaughter of the Soul”, αλλά αυτό αφορούσε κυρίως τις ενορχηστρώσεις. Υποθέτω πως το δικό μου στυλ είναι κάπως πιο απλό από του Jonas. Μου αρέσουν τα straightforward τραγούδια, με δομή κουπλέ-ρεφρέν, σαν τους THIN LIZZY — δυνατά, άμεσα rock κομμάτια. Θα έλεγα πως το “Slaughter of the Soul” ήταν το τέλειο μείγμα TROUBLE, THIN LIZZY και SLAYER. Τραγούδια τριάμισι λεπτών, σχεδόν pop στη δομή τους, αλλά σε ακραία metal εκδοχή. Αν κάτι θυμίζει “Slaughter of the Soul”, είναι επειδή αυτός ο ήχος βρίσκεται στο DNA μου. Είναι ο τρόπος που παίζω κιθάρα και ο τρόπος που γράφω μελωδίες. Και η επιστροφή μου στους AT THE GATES έκανε αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο φυσική.

At The Gates

Βλέπεις το “The Ghost of a Future Dead” ως το τελευταίο κεφάλαιο των AT THE GATES;
Ναι, δεχόμαστε συχνά αυτή την ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε συζητήσει καθόλου το μέλλον του συγκροτήματος. Νομίζω πως υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ μας να μην το αγγίζουμε καν ως θέμα. Δεν έχει νόημα. Ο Tomas ήταν οι AT THE GATES. Ήταν τόσο σημαντικό κομμάτι της μπάντας, που θα ήταν αδύνατο να αντικατασταθεί. Και γιατί να το κάνουμε; Αυτή τη στιγμή, όλη μας η προσοχή είναι στραμμένη στον δίσκο: στα βίντεο, στην κυκλοφορία, σε όλα όσα απομένουν. Στις 24 Απριλίου ο δίσκος θα κυκλοφορήσει και θα είναι μια πολύ συγκινητική μέρα. Είναι η γραμμή του τερματισμού. Τότε όλα θα έχουν ολοκληρωθεί, οι συνεντεύξεις θα τελειώσουν και θα έχουμε εκπληρώσει το όραμα του Tomas. Αυτό είναι το σημαντικό.

Και μπορώ να καταλάβω απόλυτα ότι απλώς αφήνετε τα πράγματα να κυλήσουν φυσικά. Δεν έχει νόημα να σκέφτεστε τώρα το μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, όφειλα να ρωτήσω…
Έχουμε πει κάποιες αμφίσημες κουβέντες σε ορισμένες συνεντεύξεις, αλλά όταν δέχεσαι τόσες πολλές ερωτήσεις, είναι δύσκολο να είσαι πάντα απόλυτα συνεπής. Είμαστε άνθρωποι. Καμιά φορά απαντάς αυθόρμητα ή λίγο διαφορετικά απ’ όσο θα ήθελες. Η αλήθεια, όμως, είναι μία: δεν έχουμε συζητήσει τίποτα για συνέχεια.

Τα πράγματα είναι ακόμη πολύ νωπά.
Ναι. Είμαστε ακόμη σοκαρισμένοι. Και περάσαμε, και περνάμε, μια βαθιά θλίψη.

Έχοντας δει τον Tomas αρκετές φορές, τόσο σε συναυλίες όσο και σε συνεντεύξεις, ακόμα δυσκολεύομαι να αποδεχθώ τον θάνατό του. Φαντάζομαι πόσο αδιανόητο είναι για εσάς, έπειτα από περισσότερα από τριάντα χρόνια μαζί. Υπήρχε η αίσθηση ότι κάθε απόφαση είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από ποτέ;
Ναι, αλλά από μια άποψη, είμαι πραγματικά ευγνώμων που ολοκληρώσαμε τον δίσκο πριν από τη διάγνωση. Τώρα, κοιτώντας πίσω, αυτό αποκτά τεράστια σημασία. Ο Tomas ήταν απόλυτα ικανοποιημένος με τα τραγούδια, με το εξώφυλλο, με τη μίξη. Του άρεσαν ακόμη και οι δικές του φωνητικές ερμηνείες. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ή εκκρεμότητα. Το γεγονός ότι στήριξε τα πάντα εκατό τοις εκατό κάνει αυτόν τον δίσκο ακόμη πιο ξεχωριστό.

Photo by Ester Segarra
Design by Robert Samsonowitz

Αν αυτό είναι όντως το τέλος, πώς θα ήθελες να θυμούνται οι άνθρωποι τους AT THE GATES;
Πιστεύω ότι θα μας θυμούνται ως ένα συγκρότημα με κληρονομιά. Όμως θα ήθελα ο κόσμος να ανακαλύψει περισσότερα από το “Slaughter of the Soul”, γιατί το 99% των συζητήσεων περιστρέφεται γύρω από αυτό. Ίσως όχι απαραίτητα τα δύο πρώτα άλμπουμ, γιατί είναι αρκετά απαιτητικά, αλλά σίγουρα από το “Terminal Spirit Disease” και μετά — ακόμη και τα δύο προηγούμενα με τον Jonas. Υπάρχουν εξαιρετικές στιγμές και εκεί. Αν τους δώσει κανείς χρόνο, θα το καταλάβει. Νομίζω ότι, από καλλιτεχνική άποψη, πάντα ξεχωρίζαμε. Κάθε άλμπουμ ήταν διαφορετικό από το προηγούμενο. Εξελισσόμασταν συνεχώς και ακολουθούσαμε πάντα το δικό μας όραμα, χωρίς ποτέ να αφήσουμε εμπορικές σκοπιμότητες να μας επηρεάσουν.

Οι AT THE GATES υπήρξαν πρωτοπόροι του λεγόμενου Gothenburg sound. Πιστεύεις ότι αυτός ο ήχος έχει ακόμη περιθώρια εξέλιξης ή έχει πλέον οριστικοποιηθεί;
Ο όρος “Gothenburg sound” είναι κάπως προβληματικός, γιατί συχνά βάζει όλα τα συγκροτήματα στο ίδιο σακί, ενώ οι IN FLAMES, οι DARK TRANQUILLITY και οι AT THE GATES είχαν πάντα τρεις εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι IN FLAMES είχαν περισσότερο melodic hard rock επιρροές. Οι DARK TRANQUILLITY αντλούσαν από τους IRON MAIDEN και το γερμανικό thrash. Εμείς, αντίθετα, είχαμε πολύ ευρύτερο φάσμα επιρροών: κλασική μουσική, όπερα, jazz, world music, DEAD CAN DANCE, KING CRIMSON — όχι μόνο metal. Αυτό ήταν που μας έκανε διαφορετικούς. Βέβαια, το Gothenburg sound είναι πολύ περισσότερα από αυτές τις τρεις μπάντες. Υπήρξαν δεύτερα και τρίτα κύματα, με συγκροτήματα όπως οι ARCH ENEMY και οι SOILWORK. Και στη συνέχεια, η επιρροή εξαπλώθηκε και στις ΗΠΑ, σε μπάντες όπως οι KILLSWITCH ENGAGE. Οπότε, ναι, η επιρροή του συνεχίζει να εξελίσσεται και να γεννά νέες μορφές μουσικής.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για εσένα ως μουσικό;
Είναι δύσκολο να απαντήσω. Δεν είναι μόνο ο Tomas. Έχασα και έναν ακόμη φίλο — ήμουν σε κηδεία σήμερα, μάλιστα. Ήταν επίσης μουσικός. Αυτή είναι η ζωή: απόλυτα απρόβλεπτη, και πρέπει να μάθεις να πορεύεσαι μέσα σε αυτήν. Προς το παρόν, χρειάζομαι λίγο χρόνο για να ανασυνταχθώ και να ξαναβρώ τις δυνάμεις μου. Ίσως κάνω κάτι με τον αδελφό μου, πιθανότατα πιο progressive, με επιρροές από KING CRIMSON και γενικότερα από τη δεκαετία του ’70. Το έχουμε συζητήσει. Όσο για το metal, αυτή τη στιγμή δεν ξέρω αν με εμπνέει κάτι αρκετά ώστε να επιστρέψω εκεί.

Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, Anders. Το εκτιμώ πραγματικά.
Κανένα πρόβλημα, φίλε. Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να το κάνω για τον Tomas.

Σάκης Φράγκος

SHELTER ME: The hard rock avenue (Απρίλιος 2026: HARDLINE – TYKETTO – SPREAD EAGLE)

0

Shelter

Υπάρχει μία κοινότητα οπαδών εκεί έξω που παραμένουν στις επάλξεις, διατηρούν την πίστη και παραμένουν νοσταλγικά προσηλωμένοι σε ένα μουσικό ιδίωμα που για δεκαετίες μας έχει χαρίσει μεγάλες χαρές και συγκινήσεις. Περί hard rock το ανάγνωσμα, λοιπόν, και με το Shelter Me, ευελπιστούμε να δείξουμε ότι αυτή η μουσική παραμένει alive and kicking με πολύ αξιόλογες κυκλοφορίες, μερικές εκ των οποίων θα αναφέρουμε εδώ… Let’s get rocked!

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Shout” – HARDLINE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
 2026
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:
 Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:
 Alessandro Del Vecchio
ΣΥΝΘΕΣΗ
 ΜΠΑΝΤΑΣ:
Johnny Gioeli (φωνητικά)
Alessandro Del Vecchio (πλήκτρα)
Luca Princiotta (κιθάρα)
Anna Portalupi (μπάσο)
Marco Di Salvia (ντραμς)

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς εκεί έξω που να περιμένει από τους HARDLINE να επαναλάβει δισκογραφικά το…θαύμα του “Double eclipse”. Να είμαστε σοβαροί. Καταρχάς από εκείνη τη μπάντα έχει μείνει μονάχα ο Gioeli ενώ σήμερα τους σπουδαίους μουσικούς του 1992 έχει αντικαταστήσει η…Σκουάντρα Ατζούρα. Και μακάρι να ήταν η ποδοσφαιρική ομάδα του 1982 αλλά δυστυχώς είναι αυτή του 2026! Επιπλέον, δεν έχω κρύψει ποτέ την αποστροφή μου –για να μη χρησιμοποιήσω άλλη λέξη- για τον Del Vecchio ο οποίος παρουσιάζεται σαν ένας ταλαντούχος συνθέτης αλλά για μένα προσωπικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν μέτριο μουσικό που γράφει κοινότυπα τραγούδια και είναι βασικός υπεύθυνος για την τυποποίηση σε όλα τα επίπεδα μίας hard rock κυκλοφορίας. Το “Shout” δεν αποτελεί εξαίρεση.

Μπορεί ξανά η φωνή του Gioeli να είναι εξαιρετική, η προσπάθεια να έχει καλές προθέσεις και να διακρίνεται μία εμφανής προοπτική του να πιάσει η μπάντα το κλίμα του “Double eclipse” αλλά δυστυχώς το αποτέλεσμα δεν είναι ανάλογο. Όλα τα κομμάτια σου δίνουν την εντύπωση ότι έχουν γραφτεί βάσει της γνωστής μανιέρας ενώ είναι ζήτημα αν στο τέλος της ημέρας θα σου μείνουν 1-2 κομμάτια ή έστω να πεις ότι αυτός ο δίσκος αξίζει να μπει στη δισκοθήκη μου και να τον ακούω σε τακτική βάση. Ούτε καν…το αντίθετο. Προσωπικά, κράτησα την όμορφη διασκευή στο “When you came into my life” από το αγαπημένο μου “Pure instinct” των SCORPIONS και την εντυπωσιακή πληροφορία από το δελτίο τύπου ότι το “Shout” αποτελεί τον 108ο (!) δίσκο στον οποίο εμπλέκεται το όνομα του Gioeli.

5,5 / 10

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Closer to the sun” – TYKETTO
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ2026
ΕΤΑΙΡΕΙΑSilver Lining
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Danny Vaughn – φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα
Chris Childs – μπάσο, πλήκτρα
Johnny Dee – ντραμς
Harry Scott Elliot – κιθάρες 
Ged Rylands – πλήκτρα

Όπως και με την περίπτωση των HARDLINE, έτσι και εδώ με τους TYKETTO δεν υπάρχει κανένας…διασωθείς από το line-up του κλασικού “Don’t come easy” πλην του Danny Vaughn. Η ειδοποιός διαφορά εδώ έγκειται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Danny είναι ένας σαφώς πιο εμπνευσμένος συνθέτης και performer ο οποίος πλαισιώνεται από καταξιωμένες, παλιοκαραβάνες του χώρου. Επίσης, δεν μπορεί και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο ότι οι TYKETTO του 2026 δεν προσπαθούν σώνει και καλά να αναπαράγουν τον ήχο του πρώτου, κλασικού τους δίσκου. Άλλωστε γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και δεν είναι εύκολο να ξαναγραφτεί ένα “Forever young”. Ωστόσο, το “Closer to the sun” είναι ένα πάρα πολύ καλό άλμπουμ το οποίο περιλαμβάνει αξιομνημόνευτες συνθέσεις που προβάλλουν τόσο το κλασικό ύφος των Αμερικανών όσο και ένα πιο ώριμο στυλ που δεν…απωθεί ούτε κατ’ ελάχιστο.

Στα μάτια μου, το “Closer to the sun” βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον ήχο του “Strength in numbers” και στο “Shine” (κυρίως όσον αφορά στα πιο ZEPPELIN στοιχεία που συναντάμε διάσπαρτα και στη νέα δουλειά των TYKETTO). O Danny Vaughn είναι πραγματικά εξαιρετικός ενώ τραγούδια σαν τα “Higher than high”, “Bad for good” και “Far and away” αποδεικνύουν έμπρακτα ότι οι TYKETTO είναι μία μπάντα που δεν είναι εγκλωβισμένη σε μία νοσταλγική λούπα αλλά τιμάει το παρελθόν, διατηρεί ακέραιο το συνθετικό της DNA και κοιτάζει στο μέλλον με ένα πιο ώριμο στυλ που «δένει» άψογα με τη δομή των τραγουδιών.

8 / 10

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“The brutal divine” – SPREAD EAGLE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ2026
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Frontiers
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Rob De Luca
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Ray West – Lead φωνητικά
Gianmaria “Jommy” Puledda – κιθάρες, φωνητικά
Rob De Luca – μπάσο, φωνητικά
Rik De Luca – ντραμς

Περίμενα πολλά περισσότερα…ίσως περισσότερα απ’ ό,τι έπρεπε. Ειλικρινά δεν ξέρω αν πρέπει κάποιος να έχει απαιτήσεις από τους SPREAD EAGLE εν έτει 2026. Εξηγούμαι. Μιλάμε για μία μπάντα που κυκλοφόρησε δύο πολύ καλά άλμπουμ στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, διαλύθηκε, επανήλθε με ένα αδιάφορο, τρίτο δίσκο και τώρα κυκλοφορεί το νέο της άλμπουμ το οποίο δίχως καμία αμφιβολία είναι το χειρότερο της…με διαφορά. Το “The brutal divine” μπορεί να βγάζει προς τα έξω τη…βρωμιά και την street αισθητική των SPREAD EAGLE (μην ξεχνάμε ότι προέρχονται από τη Νέα Υόρκη) αλλά ο πιο σκοτεινός χαρακτήρας των συνθέσεων αλλοιώνει την hard rock αισθητική που θα έπρεπε να είναι διάχυτη και να ξεχωρίζει από το πρώτο κιόλας άκουσμα του “The brutal divine”.

Ταυτόχρονα τα τραγούδια αυτά καθαυτά είναι στην καλύτερη μέτρια και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ray West (η ερμηνεία και απόδοση του είναι πράγματι το μοναδικό highlight του δίσκου), οι SPREAD EAGLE περισσότερο απογοητεύουν παρά ικανοποιούν τη μικρή βάση των οπαδών τους. Κρίμα, γιατί χρειαζόμαστε καλούς δίσκους από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού…ειδικά από την παλιά φρουρά. Το “The brutal divine” θα απασχολήσει ελάχιστους εκεί έξω αν και ελπίζω στις συναυλίες τους τα πράγματα θα είναι τελείως διαφορετικά αφού οι SPREAD EAGLE είναι από τις καλύτερες live μπάντες του χώρου.

3,5 / 10

Σάκης Νίκας

FM – CRIMSON FIRE (Κύτταρο, 18/4)

0
FM
Photo by Πέτρος Παπαπέτρος
FM
Photo by Πέτρος Παπαπέτρος

Κατά την άφιξή μου στο Κύτταρο, μου έγινε άμεσα προφανές ότι αυτή η βραδιά θα ήταν ιδιαίτερη. Ήδη αρκετός κόσμος περίμενε στην ουρά, ενώ στην είσοδο, ο Γιάννης και ο Σάκης του rockpages.gr μας υποδέχτηκαν σαν στο σπίτι τους. Γρήγορα συναντηθήκαμε με πολλούς γνωστούς και παροικούντες την «AOR Ιερουσαλήμ», συμφωνώντας ότι η μαζική προσέλευση τα έλεγε όλα, σχετικά με το τι περιμέναμε να δούμε αυτή την βραδιά. Οι Βρετανοί FM, μετά την προηγούμενη και, καθολικά ομολογουμένως, φοβερή εμφάνιση τους τον Νοέμβριο του ‘24, θα έπαιζαν για χάρη μας όλο το ιστορικό ντεμπούτο τους, “Indiscreet”, με αφορμή τα 40 χρόνια από την κυκλοφορία του. Και όλοι ήταν πανέτοιμοι για το μοναδικό αυτό επετειακό live.

Photo by Γιάννης Ραδιοτόπουλος

Ο χώρος γέμισε νωρίς και η πλειοψηφία του κοινού των FM (μεταξύ των οποίων και πολλοί ξένοι fans) είχαν την δυνατότητα να απολαύσουν το συγκρότημα που θα άνοιγε την βραδιά, τους «δικούς μας» CRIMSON FIRE. Είχα να τους δω live αρκετό καιρό, από τον Φλεβάρη του ’24, όταν είχαν παίξει στην Θεσσαλονίκη και στο Eightball. Λίγο πριν τις 20:00 και υπό τους ήχους της disco (!) επιτυχίας “Mad desire” του Den Harrow, το συγκρότημα ανέβηκε στην σκηνή, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού. Έξι αυτή την φορά, και με τον κιθαρίστα John Morris στην σύνθεση τους, οι CRIMSON FIRE των Γιάννη Μπρίτσα (φωνητικά), Στέλιου Κουτέλη (κιθάρα), Ντίνου Γανίτη (μπάσο), Νίκου Εφετζή (κιθάρα) και Νικήτα Μαντόλα (ντραμς) δεν έχασαν χρόνο και ξεκίνησαν δυναμικά το set τους, το οποίο, αν μη τι άλλο, αποδείχτηκε χορταστικό και ευφάνταστο.

Photo by Πέτρος Παπαπέτρος

Το συγκρότημα, του οποίου το νέο άλμπουμ αναμένεται σύντομα, τα έδωσε όλα, ζεσταίνοντας το κοινό για περισσότερο από μία ώρα, με το πολύχρωμο heavy metal τους, που συνδυάστηκε με μία φανταχτερή σκηνική παρουσία. Εκτός από τα παλιότερα τραγούδια τους, ακούσαμε το “Summer time dreams”, ένα καινούριο τραγούδι από την πολλά υποσχόμενη επερχόμενη κυκλοφορία, καθώς και ένα medley διασκευών αγαπημένων επιτυχιών από τους Russ Ballard, SHY, JOURNEY και MARK FREE, με το οποίο έκλεισαν ιδανικά το set τους, αφήνοντας το κοινό στην ζεστή αγκαλιά των FM που ακολούθησαν. Αν και η πληθωρική τους παρουσία με τις τρεις κιθάρες στην μικρή σκηνή του Κυττάρου είχε αντίτιμο μικροπροβληματα στον ήχο, οι CRIMSON FIRE στάθηκαν επάξια στο ύψος των περιστάσεων ως special guests στην πολυαναμενόμενη βραδιά των FM και του “Indiscreet” όντας και πιο βελτιωμένοι σε σχέση με την προ διετίας εμφάνιση τους στο Eightball.

Set List: Mad Desire (intro) – Set the night on fire – Fire below – On the edge – Bad girl – Summer time dreams – Master your destiny – The hunter – Right off the bat – Medley (Russ Ballard-A woman like you, SHY – Can’t fight the night, JOURNEY – Separate Ways (Worlds Apart) – Mark Free – Dying for your love)

Photo by Γιάννης Ραδιοτόπουλος

Μετά την πανηγυρική έξοδο των CRIMSON FIRE, η σκηνή άρχισε να ετοιμάζεται για να υποδεχτεί τους headliners FM, για χάρη των οποίων οι fans τους γέμισαν ασφυκτικά το Κύτταρο, επιβεβαιώνοντας την σταθερή και ουσιαστική σχέση τους της μπάντας με τον κόσμο τους στην Ελλάδα. Και όχι μόνο από την Ελλάδα, θα συμπληρώσω, μιας και είδαμε αρκετούς Βρετανούς ανάμεσα μας.

Photo by Πέτρος Παπαπέτρος

Με κάποιο τρόπο, το συγκρότημα πείστηκε να έρθει στην χώρα μας για μία εμφάνιση, προκειμένου να παίξουν ολόκληρο το διαμάντι του βρετανικού AOR/μελωδικού hard rock “Indiscreet”, το άλμπουμ που έκανε πολύ κόσμο να τους αγαπήσει στο πρώτο άκουσμα. Και δεν είναι μόνο ότι πείστηκε το συγκρότημα να παίξει στην Αθήνα, αλλά με αφορμή αυτή την εμφάνιση, θα ξεκινούσε ολόκληρη επετειακή περιοδεία σε 17 χώρες για τα σαράντα χρόνια του ντεμπούτου τους. Προφανώς, το set list θα επεκτεινόταν και πέρα από το “Indiscreet”, με επιτυχίες τους από όλη την μακρόχρονη καριέρα τους.

Photo by Γιάννης Ραδιοτόπουλος

Οι FM των Steve Overland (φωνητικά, rhythm κιθάρα), Merv Goldsworthy (μπάσο), Pete Jupp (ντραμς) και των δύο «νεότερων» Jem Davis (πλήκτρα) και Jim Kirkpatrick (lead κιθάρες), Άγγλοι στο ραντεβού τους, στις 21:15, ανέβηκαν στην σκηνή εν μεσώ θερμών χειροκροτημάτων. Το κοινό, πλήρως εξοικειωμένο με το υλικό των FM έδειξε από την αρχή τον ενθουσιασμό του, που έπιασε το πρώτο υψηλό στο “That girl”, τραγουδώντας μαζί με τον Overland σε όλη την διάρκεια του τραγουδιού. Αυτή η πάρτι ατμόσφαιρα συνεχίστηκε με τo “Other side of midnight”, περνώντας στο μελαγχολικό συναίσθημα του “Love lies dying” και το αιθέριο “Frozen heart” που έφτιαξε ατμόσφαιρα.

Photo by Πέτρος Παπαπέτρος

Οι FM είχαν πάρει μπρος για τα καλά, δεν σταμάτησαν στιγμή να κρατάνε ψηλά την διάθεση και το ενδιαφέρον του κοινού με τα τραγούδια του “Indiscreet”, παίζοντας εμβόλιμα και τραγούδια από το επίσης δυνατό δεύτερο άλμπουμ τους “Tough it out”. Ο AOR ύμνος “I belong to the night”, το πιασάρικο “Hot wired”  και το ανεβαστικό “Heart of the matter” έδωσαν απλόχερα στιγμές μελωδικού μεγαλείου, ενώ η τριπλέτα που μας πήρε τα μυαλά στο τέλος ήταν από το “Tough it out”, περιλαμβάνοντας τα εξαιρετικά “ Someday (You’ll come running)”, “Bad Luck” και, φυσικά, “Tough it out”.

Photo by Πέτρος Παπαπέτρος

Το σύντομο encore με τα “Closer to Heaven” (από το “Aphrodisiac”) και το “Does it feel like love” (επίσης από το “Tough it out”) απλά απέδειξαν αυτό που όλοι περιμέναμε από την αρχή της βραδιάς. Οι FM, με μπροστάρη τον αγέραστο φωνητικά Steve Overland και την εξαιρετική ομάδα μουσικών που έπαιζαν με φοβερή συνέπεια, ακρίβεια, κέφι και ενέργεια, είναι παρόντες, μετά από δεκαετίες και παίζουν εξαιρετικά προσφέροντας μελωδίες που οδήγησαν σε πολλαπλές κορυφώσεις την βραδιά. Οι άνθρωποι είναι γεννημένοι για αυτό που κάνουν και θα χαρώ πολύ να τους απολαύσω ξανά όταν ξαναπεράσουν από τα μέρη μας, με το καλό.

ΥΓ: Πολλά συγχαρητήρια στον Σάκη Νίκα και τον Γιάννη Δόλα για μία ακόμη άψογη διοργάνωση.

Set list: Digging up the dirt – Killed by love – That girl – Other side of midnight – Love lies dying – American girls – Frozen heart – Hot wired – Face to face – I Belong to the night – Heart of the matter – Dangerous – Synchronized – Black water – Let love be the leader – Someday (You’ll come running) – Bad luck – Tough it out / Encore: Closer to heaven – Does it feel like love

Κώστας Τσιρανίδης

DIMMU BORGIR – “In sorte diaboli” – Worst to best

0
Dimmu

Dimmu

Είναι πραγματικά τρομακτικό όταν έρχεται η ώρα να γράψω, με αφορμή επέτειο κάποιου άλμπουμ, το πόσο απίστευτα γρήγορα έχουν περάσει τα χρόνια!

Σαν σήμερα λοιπόν, πριν 19 ΟΛΟΚΛΗΡΑ χρόνια, οι DIMMU BORGIR κυκλοφορούν την έβδομη ολοκληρωμένη δισκογραφική τους δουλειά με τίτλο: “In Sorte Diaboli” (σε συμμαχία με τον διάβολο) στα λατινικά.

Σαν σήμερα κυκλοφόρησε και σαν χθες θυμάμαι να μου το κάνουν δώρο σε μια πανέμορφη digipack έκδοση με υπέροχο artwork και ένα καθρεφτάκι που μέχρι να καταλάβω ότι έπρεπε να το βάλεις μπροστά από τους ανάποδα γραμμένους στίχους, για να τους διαβάσεις κανονικά, έσπαγα το κεφάλι μου τι… Diaboli χρησιμεύει αυτό το πράμα!

Το “In Sorte Diaboli” έμελλε να είναι το πρώτο concept άλμπουμ του συγκροτήματος, ενώ αφηγείται την ιστορία ενός ιερέα στην μεσαιωνική Ευρώπη, που αρχίζει να αμφιβάλει για τα πιστεύω του, κλίνει περισσότερο προς τη σκοτεινή πλευρά, παλεύει μέσα του και καταλήγει συνειδητά στο σκοτάδι ως μια μορφή απελευθέρωσης από την καταπίεση της πίστης του!

Ο δίσκος μπορούμε να πούμε πως ήταν ένα σημείο καμπής για το συγκρότημα, καθώς ήταν ο τελευταίος για τους ICS Vortex, Hellhammer και Mustis. Ήταν αναμφίβολα ένα line up… Dream team!

Ας βάλουμε τραγούδια του, λοιπόν, σε σειρά καταλήγοντας στο καλύτερο του άλμπουμ!

The “In sorte diabolic” countdown:

  1. The Fallen Arises

Ένα ατμοσφαιρικό συμφωνικό διάλειμμα στα μέσα του δίσκου ότι πρέπει για να χαλαρώσει το αυτί, έτσι όπως μόνο ο Mustis ήξερε να κάνει.

  1. The Sinister Awakening

Ξεκινά εντυπωσιακά αλλά δεν συνεχίζει με την ίδια ένταση. Εδώ ο πρωταγωνιστής αποκτά νέα συνείδηση βλέποντας τον κόσμο διαφορετικά από την σκοτεινή πλευρά αυτή την φορά.

  1. “The Conspiracy Unfolds”

Έντονη θεατρικότητα ωραίo αρχικό riff αλλά όσο περνάει ο χρόνος χάνεται. Εδώ η αμφισβήτηση του πρωταγωνιστή γίνεται πεποίθηση πιστεύοντας πλέον πως η εκκλησία χειραγωγεί και η αλήθεια βρίσκεται κρυμμένη.

  1. The foreshadowing Furnace

Τελευταίο κομμάτι του δίσκου, πιο βαρύ, με έντονη ατμόσφαιρα. Πλέον η μεταμόρφωση του χαρακτήρα μας, έχει ολοκληρωθεί. Ο παλιός του εαυτός έχει φύγει ανεπιστρεπτί και υπάρχει μόνο ταύτιση με το σκοτάδι.

  1. “The Chosen Legacy”

Πολύ δυνατή εκκίνηση, πολύ σημαντικό για την ιστορία του δίσκου αλλά έρχεται δεύτερο μετά το απόλυτο έπος. Στο κομμάτι παρακολουθούμε το παρελθόν του προσώπου της ιστορίας, το οποίο είναι δεμένο με την θρησκεία την παράδοση και το δόγμα, πλέον όμως αρχίζει να βλέπει αυτή την κληρονομιά ως βάρος.

  1. The Invaluable Darkness”

Από τα πιο βαριά και επιβλητικά κομμάτια του δίσκου με υπέροχο Vortex στα καθαρά φωνητικά. Εδώ το σκοτάδι δεν είναι πλέον κάτι κακό. Είναι δύναμη αλήθεια και επιλογή.

  1. The Sacrilegious Scorn

Πιο κοντά στο Black metal των DIMMU BORGIR, πιο επιθετικό, με τρομερά και πάλι φωνητικά από Vortex, αρκετή ένταση και γρήγορα περάσματα. Σε αυτό το σημείο ο πρωταγωνιστής γίνεται αντίπαλος της πρώην θρησκείας του και εκφράζει την περιφρόνησή του προς τον Θεό.

  1. The Fundamental Alienation”

Από τα πιο ολοκληρωμένα τραγούδια του δίσκου με συναισθηματική κορύφωση στο επαναλαμβανόμενο υπέροχο και θυμωμένο ρεφραίν. Αποτυπώνει τέλεια την εσωτερική σύγκρουση της ιστορίας. Εδώ βρίσκεται στη μετάβαση αποκόπτεται από την κοινωνία, είναι ελεύθερος πλέον αλλά μόνος.

  1. The Serpentine Offering

Το απόλυτο έπος του δίσκου. Από το συγκλονιστικό intro του Mustis μέχρι το τέλος, σε τσακώνει από το λαιμό και σε βγάζει νοκ άουτ με ένα λάκτισμα. Ουσιαστικά ξεκινάς να ακούσεις τον δίσκο και από το πρώτο κομμάτι έχεις ολοκληρωθεί. Εδώ για πρώτη φορά ο χαρακτήρας έρχεται αντιμέτωπος με τον πειρασμό και η ιδέα της ανταρσίας φυτεύεται μέσα του για τα καλά.

Αντρέας Ζώρας

CHANIA ROCK FESTIVAL: Ανακοινώθηκαν και οι DESTRUCTION

0
Destruction

Destruction

CHANIA ROCK FESTIVAL
(1 – 2 Αυγούστου 2026 – Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά)

12 χρόνια μετά την προηγούμενη εμφάνισή τους στο Chania Rock Festival, οι Γερμανοί πρωτοπόροι του thrash metal, DESTRUCTION, θα ανέβουν ξανά στη σκηνή του φεστιβάλ, το Σάββατο 1 Αυγούστου, αμέσως πριν τους THERION, οι οποίοι θα πραγματοποιήσουν την αποκλειστική τους ευρωπαϊκή εμφάνιση.

Από το 1982 μέχρι σήμερα, οι DESTRUCTION αποτελούν σημείο αναφοράς για το ευρωπαϊκό thrash. Ως μέλος του “Big Four” της Γερμανίας, μαζί με τους KREATOR, SODOM και TANKARD, το συγκρότημα συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός ήχου που συνδύασε την επιθετικότητα του punk με τη μελωδική βάση του παραδοσιακού heavy metal. Οι πρώτες τους κυκλοφορίες, όπως τα “Infernal overkill” και “Eternal devastation”, παραμένουν μέχρι σήμερα θεμέλια του είδους, ενώ η επιρροή τους επεκτείνεται και πέρα από τα στενά όρια του thrash.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών, το συγκρότημα πέρασε από πολλές αλλαγές στη σύνθεσή του, με τον μπασίστα και τραγουδιστή Marcel “Schmier” Schirmer, να αποτελεί τη σταθερή δύναμη και το πρόσωπο-σύμβολο των DESTRUCTION. Μετά από μια περίοδο ανασύνταξης στα τέλη των 90s, η επιστροφή τους σηματοδότησε μια νέα, εξίσου δυναμική εποχή, με συνεχείς κυκλοφορίες και περιοδείες που τους διατήρησαν στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου metal. Το 2025 μάλιστα, παρουσίασαν το νέο τους άλμπουμ “Birth of Malice”, αποδεικνύοντας ότι παραμένουν δημιουργικά ανήσυχοι και καλλιτεχνικά επίκαιροι.

Το συγκρότημα περιοδεύει αδιαλείπτως τα τελευταία χρόνια, πάντα δίπλα σε πολύ μεγάλα σχήματα και παίζει σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ της Ευρώπης. Η εμφάνισή τους στο Chania Rock Festival, θα ξαναδώσει στο κοινό την ευκαιρία να βιώσει την ωμή ενέργεια και την αυθεντικότητα μίας μπάντας που καθόρισε έναν ολόκληρο ήχο. Η σκηνική τους παρουσία, γεμάτη ένταση και αδρεναλίνη, υπόσχεται ένα εκρηκτικό setlist που γεφυρώνει δύο γενιές οπαδών, αναμιγνύοντας ύμνους του παρελθόντος, με νεότερο υλικό.

Η συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, THERION και DESTRUCTION, που είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα και τόσο σημαντικά για ολόκληρο το οικοδόμημα της metal μουσικής, υπογραμμίζει και τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του Chania Rock Festival. Διαφορετικές εκφάνσεις του σκληρού ήχου, με κοινό παρονομαστή την ποιότητα και τη συνέπεια.

Εμείς, γνωρίζουμε από τώρα ότι αυτή η βραδιά θα είναι «για τα βιβλία». Εσείς είναι δυνατόν να λείπετε από μία βραδιά κομβικής σημασίας για ολόκληρη την ιστορία του φεστιβάλ;

Και φέτος, μόνο Κρήτη. Και φέτος, μόνο Χανιά!

LINKS:

Εισιτήρια:
https://www.chaniarockfestival.gr/en/tickets

Official website :
https://www.chaniarockfestival.gr

Facebook:
https://www.facebook.com/ChaniaRockFestival

Instagram

https://www.instagram.com/chaniarockfestival/

Youtube
https://www.youtube.com/@chaniarockfestival6900

A day to remember… 22/4 [STRATOVARIUS]

0
Stratovarius

Stratovarius

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Episode”
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: STRATOVARIUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise Records / T&T
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Timo Tolkki, Mikko Karmila, Mikka Jussila
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Timo Kotipelto
Κιθάρα – Timo Tolkki
Πλήκτρα – Jens Johansson
Μπάσο – Jari Kainulainen
Τύμπανα – Jörg Michael

Υπάρχουν δίσκοι που γράφονται με χρυσά γράμματα στην ιστορία της μουσικής. Στον χώρο του heavy metal, και ειδικά της μελωδικής του εκδοχής, το “Episode” των Φινλανδών (κατά τα 3/5 τότε) STRATOVARIUS δεν αποτελεί απλά έναν από τους καλύτερους της δεκαετίας του ’90, αλλά ένα μοναδικό αριστούργημα στην ιστορία της αγαπημένης μας μουσικής. Ως ποιότητα στέκεται αντίστοιχο με τα “Keepers…” των HELLOWEEN ή το “Land of the Free” των GAMMA RAY, και αποδεικνύει πως το συγκεκριμένο είδος μουσικής μπορεί να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη όταν συνυπάρχουν η κατάλληλη έμπνευση, οι κατάλληλοι μουσικοί και ένας χαρισματικός συνθέτης και παραγωγός. Το “Episode” περιέχει μερικά από τα ομορφότερα τραγούδια που έγραψε ποτέ ο Timo Tolkki, συνθέσεις που επηρέασαν πολλές μπάντες της εποχής τους και χιλιάδες μουσικούς ανά την υφήλιο (ευτυχώς στην εποχή των social media όλα αυτα ευκόλα αποδεικνύονται με τη σχετική αναζήτηση), αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται σήμερα ο όρος “melodic heavy metal”, “European power metal” ή απλά “euro power”.  Η παραγωγή του δίσκου πραγματοποιήθηκε στα φημισμένα Finnvox Studios στο Ελσίνκι, προσδίδοντας έναν πεντακάθαρο, ογκώδη και ταυτόχρονα δυναμικό ήχο με έμφαση στα drums (πατέντα του Tolkki ως παραγωγού) και τις κιθάρες. Ήχο που επηρέασε βαθιά τους συγκροτήματα όπως τους συμπατριώτες τους NIGHTWISH αλλά και μεγάλο μέρος της Φινλανδικής, Ιταλικής και Σουηδικής power metal σκηνής.

Ο δίσκος ανοίγει με το υπερηχητικό “Father Time”, μ’ ένα σχεδόν thrash riff στην κιθάρα από αυτά που ο Tolkki συνήθιζε να γράφει εκείνη την περίοδο. Η καταιγιστική εισαγωγή συμπληρώνεται εκκωφαντικά από τα drums του νεοεισερχόμενου τότε Γερμανού Jörg Michael που μόλις είχε αφιχθεί από τους RUNNING WILD, ο οποίος από την πρώτη στιγμή δείχνει το τεράστιο ταλέντο του. Το κομμάτι συνεχίζεται με εξαιρετικές μελωδίες στο ρεφρέν, ένα εντυπωσιακό χορωδιακό σημείο και ένα εκρηκτικό κλείσιμο με ασταμάτητο σφυροκόπημα στα ντραμς και καταιγιστικές κιθάρες, ενώ ο Timo Kotipelto αγγίζει κορυφές με τα ψηλά και μελωδικά φωνητικά του. Στη συνέχεια, το “Will the Sun Rise?” αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι των STRATOVARIUS καθώς περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που καθόρισαν τον ήχο τους: νεοκλασικές μελωδίες, συμφωνικά περάσματα, ένα επικό και μελοδραματικό ρεφρέν, ένα  εκπληκτικό σόλο με μια αυτούσια μεταφορά στα έγχορδα από την κλασική μουσική. Το φινάλε του αφήνει ένα μοναδικό συναίσθημα στον ακροατή.

Το “Episode” διακρίνεται για την ιδανική ισορροπία ανάμεσα σε γρήγορα power ύμνους και πιο αργές, ατμοσφαιρικές στιγμές. Χωρίς να ακολουθήσουμε περαιτέρω τη σειρά των κομματιών, οφείλουμε να πούμε ότι στα γρήγορα κομμάτια περιλαμβάνεται επίσης το “Speed of Light”, ένα ακόμη κλασικό δείγμα του “Strato-power metal” με εκπληκτική κιθαριστική δουλειά, τεχνική δεινότητα και έντονες νεοκλασικές επιρροές – ένα κομμάτι που ακούστηκε μέχρι και σε ελληνικές τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του 2000. Στην ίδια κατηγορία υπάγεται και το “Tomorrow”, ίσως το πιο αισιόδοξο τραγούδι του δίσκου, με εξυψωτικά φωνητικά, όμορφες μελωδίες και ένα εξαιρετικό ρεφρέν. Στο μέλλον προσπάθησαν να γράψουν ένα “Tomorrow II” με το “Learning to Fly” στο “Elements Pt.1”. Αξίζει να σημειωθεί πως όλα τα τραγούδια του δίσκου διαθέτουν πλούσιο στιχουργικό περιεχόμενο, επηρεασμένο τόσο από σύγχρονα θέματα όσο και από φιλοσοφικές αναζητήσεις και οικουμενικές αξίες της ανθρωπότητας.

Το instrumental “Stratosphere” αποτελεί ένα ακόμη δείγμα υψηλής συνθετικής ποιότητας, συνδυάζοντας τεχνική, μελωδία και ατμόσφαιρα. Ιδιαίτερα ξεχωρίζει το σημείο όπου οι ταχύτητες πέφτουν και το κομμάτι αποκτά μια μυστηριακή διάσταση αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου. Στην πιο αργή και συναισθηματική πλευρά του άλμπουμ, συναντάμε το αριστουργηματικό “Season of Change”, ίσως το πιο ολοκληρωμένο τραγούδι που έγραψε ποτέ η μπάντα, με έντονα μελοδραματικά και συμφωνικά στοιχεία και ένα κορυφαίο μήνυμα στην κορύφωσή του. Είναι ένα κομμάτι που μπορεί να αγγίξει οποιονδήποτε, και φυσικά και ακροατές εκτός metal. Το ίδιο ισχύει και για τη μπαλάντα “Forever”, μία από τις πιο εμβληματικές μελωδίες των ’90s, που σε κάθε live τραγουδιέται από όλο το κοινό μαζί με τον Kotipelto. Εξίσου συναισθηματικό είναι το “Night Time Eclipse”, το οποίο ξεκινά με μια χαρακτηριστική μελωδία της εποχής στην ακουστική κιθάρα και κορυφώνεται σε ένα μελαγχολικό, αργό ξέσπασμα, αφού περάσει το κύριο σημείο του κομματιού με τις φοβερές κιθάρες, δημιουργώντας μεγάλα συναισθήματα.

Τα πιο mid-tempo κομμάτια “Babylon” και “Eternity”, αποπνέουν επίσης μεγαλείο και συναίσθημα, ενώ εξαιρετική είναι και η δουλειά στο μπάσο από τον Jari Kainulainen. Η παρουσία του επίσης νεοεισελθέντος στο σχήμα Σουηδού Jens Johansson (ex-YNGWIE MALMSTEEN) στα πλήκτρα είναι καθοριστική, καθώς με τους ήχους του – είτε σε lead ρόλο είτε σε ατμοσφαιρικά backgrounds – αναβαθμίζει κάθε σύνθεση. Για τον Timo Tolkki δεν χρειάζεται να πούμε πολλά λόγια. Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο απόγειο της δημιουργικότητάς του, γράφοντας συνεχώς σπουδαίο υλικό και ταυτόχρονα παίζοντας κιθάρα με εντυπωσιακή τεχνική, αλλά και σπάνια αίσθηση μελωδίας – στοιχείο που λείπει από πολλούς μουσικούς σήμερα. Τα εκπληκτικά και χαρακτηριστικά φωνητικά του χαρισματικού τραγουδιστή Timo Kotipelto, είτε στις ψηλές νότες είτε πιο χαμηλά, σε συνδυασμό με την εξαιρετική δουλειά στις χορωδίες, αναδεικνύουν κάθε σύνθεση και της προσδίδουν διαχρονικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το “Episode”, ακόμη και στο artwork του – με την κλεψύδρα ως σύμβολο του χρόνου – αποπνέει αυτή τη διαχρονική αξία.  Θεωρείται δικαίως ένα από τα κορυφαία άλμπουμ της σκηνής και αποτελεί ένα απόλυτο δεκάρι. Είναι ένας δίσκος που αξίζει να ακούσει ο οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα μουσικών γούστων, από οπαδούς του heavy metal μέχρι λάτρεις της κλασικής μουσικής, και σίγουρα θα βρει κάποιο σημείο επαφής.

Είμαστε τυχεροί που θα έχουμε την ευκαιρία στο Rock Hard Festival Greece να ξανακούσουμε τραγούδια μέσα απ’ αυτό το άλμπουμ, όπως εκείνα τα χρόνια, που οι STRATOVARIUS ήταν από τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα στη χώρα μας και μας επισκέπτονταν σε κάθε δίσκο που έβγαζαν…

Υ.Γ. Ένας τέτοιος δίσκος δεν θα μπορούσε να μην διαθέτει και εξαιρετικά bonus tracks. Το πανέμορφο και μελαγχολικό “When the night meets the day” διαθέτει ένα φοβερό ρεφρέν με εξαιρετική δουλειά στα lead και backing vocals στο ύφος του “Night time Eclipse” και του “Season of Change”. Όπου το βρείτε, αξίζει να το τσεκάρετε.

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 22/4 [SATYRICON]

0
Satyricon

Satyricon

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Nemesis Divina” – SATYRICON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Moonfog Productions
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Sigurd Wongraven
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρα, μπάσο – Satyr
Κιθάρα – Kveldulv
Τύμπανα – Frost

Αναμφίβολα οι SATYRICON όχι μόνο συγκαταλέγονται στην elite του black metal, αλλά είναι και από εκείνες τις μπάντες που μπορούν να περηφανεύονται πως οδήγησαν τις εξελίξεις. Και αυτό το οφείλουν σε μεγάλο βαθμό στο ανεπανάληπτο “Nemesis divina”, που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, στις 22 Απριλίου 1996, ακριβώς τριάντα χρόνια πριν.

Η πρώτη έκρηξη του Norwegian black metal είχε ήδη αρχίσει να γράφει ιστορία, με τους DARKTHRONE και ειδικά με το “Transylvanian Hunger” να ορίζουν το lo-fi “δόγμα”, τους MAYHEM να καταπίνουν σύμπαντα με το τεράστιο “De Mysteriis Dom Sathanas” και τους EMPEROR να διδάσκουν τον τρόπο συνύπαρξης της συμφωνικής μεγαλοπρέπειας με το ωμό και παγωμένο black metal. Ο Satyr, με τις δύο πρώτες δουλειές των SATYRICON, “Dark medieval times” και “The shadowthrone” είχε χτίσει ένα μικρό μύθο για τη μπάντα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας των 90s, θέτοντας στέρεες βάσεις για κάτι μεγαλύτερο. Και μπορεί οι προσδοκίες να ήταν μεγάλες για τους Νορβηγούς, ουδείς όμως περίμενε ένα δίσκο που θα αναδιαμόρφωνε τα πράγματα. Με την κυκλοφορία όμως του τρίτου τους δίσκου, ο οποίος αποδείχτηκε και ο καλύτερος της μουσικής τους σταδιοδρομίας, όλα εκτοξεύτηκαν στη στρατόσφαιρα. Οι κύριοι Satyr και Frost, παρέα και τον Kveldulv (λέγε με Nocturno Culto) στη σύνθεση της μπάντας, έστησαν ένα δίσκο ο οποίος αγγίζει την τελειότητα και θα μνημονεύεται έκτοτε ως ένας από τους καλύτερους του black metal και όχι μόνο.

Το “Nemesis Divina” («θεία εκδίκηση» στα Λατινικά) ξεκινά με το “The Dawn of a New Age” και στα πρώτα δευτερόλεπτα ακούς τον Satyr να φωνάζει “This is Armageddon!”. Και αυτό που έπεται είναι κυριολεκτικά αυτό το πράγμα! Από τα πρώτα riffs του εναρκτήριου κομματιού ήταν πρόδηλο πως αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν μεγαλειώδες. Κομμάτια σαν το “Forhekset”, “Du Som Hater Gud” και το ομώνυμο “Nemesis Divina” λάμπουν ακόμα και σήμερα. Το θρυλικών διαστάσεων δε “Mother north”, είναι βγαλμένο από άλλο σύμπαν. Τα επιθετικά riffs βρίσκονται σε πλήρη ισορροπία με τις εκπληκτικές μελωδίες μέσα στο δίσκο. Το παραδοσιακό black metal συνυπάρχει αρμονικά με κάποια progressive στοιχεία (βλέπε στη μέση του “Forhekset”, όπου η μπάντα έκανε spoiler τα μονοπάτια που θα κινούταν στον επόμενο δίσκο).

Κεντρικός αρχιτέκτονας όλου του εγχειρήματος είναι βεβαίως ο Satyr. Η ιδιοφυία του κατά κόσμον Sigurd Wongraven, εκτός από το ότι έγραψε καταπληκτικές συνθέσεις και τις ενορχήστρωσε με εκπληκτικό τρόπο, έντυσε το δίσκο με έναν καθαρότατο ήχο, όπου ο ακροατής μπορεί να ακούσει διαυγέστατα όλα τα όργανα. Ανήκουστο μέχρι τότε για τον black metal ήχο, σε μια εποχή που η lo-fi ηχογράφηση ήταν σχεδόν ιδεολογική επιταγή, ο Satyr επέλεξε τον αντίθετο δρόμο.

Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από την κυκλοφορία του “Nemesis divina”, και έχοντας περάσει τη δοκιμασία του χρόνου, δικαίως θεωρείται σήμερα ένας κλασικός δίσκος. Το τιμητικό για τους ίδιους τους SATYRICON είναι πως μετά από μια τέτοια δουλειά, δεν στρογγυλοκάθισαν στις δάφνες τους, αλλά πήγαν βήματα παρακάτω και τρία χρόνια αργότερα δημιούργησαν άλλον ένα δίσκο σταθμό για το είδος του, το “Rebel Extravaganza”. Τρεις δεκαετίες μετά, εκείνο το “This is Armageddon!” ακούγεται ακόμα απειλητικό, με το “Nemesis divina” να αρνείται πεισματικά να παλιώσει…

Did you know that: 

– Το video clip του “Mother North” γυρίστηκε σε εξωτερικούς χώρους, μέσα στον χειμώνα. Μία από τις σκηνές απαιτούσε από τον Frost να κάνει fire breathing — αλλά ο αέρας δεν συνεργαζόταν. Σαν αποτέλεσμα ο Frost μουσκεύτηκε στη βενζίνη ξανά και ξανά, καθώς οι λήψεις επαναλαμβάνονταν αμέτρητες φορές. Στο τέλος ήταν τόσο παγωμένος που… “εξήγαγε τα εσώψυχά του” στο δρόμο της επιστροφής. Σε συνέντευξή του δήλωνε πως δεν τον ένοιαξε ούτε λεπτό όλη αυτή η ταλαιπωρία, μιας και το μόνο που τον απασχολούσε ήταν αν το video θα ήταν αρκετά εντυπωσιακό.

– Η συμμετοχή του Nocturno Culto στο “Nemesis Divina” ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Ο συνοδοιπόρος του Fenriz στους DARKTHRONE, βρέθηκε στο Όσλο για να επισκεφτεί τη φίλη του και εκεί ήρθε σε επαφή με τους SATYRICON. Όπως ο ίδιος είχε πει, του έλειπε η αίσθηση του να παίζει κιθάρα σε μια μπάντα, κάτι λογικό αφού οι DARKTHRONE είχαν εγκαταλείψει τις live εμφανίσεις και ο Fenriz είχε αναλάβει όλες τις κιθαριστικές υποχρεώσεις στα τελευταία άλμπουμ. Η «τυχαία» επίσκεψη μετατράπηκε σε ένα από τα πιο cult line-ups στην ιστορία του είδους.

– Το “Du Som Hater Gud” είναι το μοναδικό κομμάτι του άλμπουμ με στίχους που δεν έγραψε ο Satyr. Τον Ιούνιο του 1994, ο Fenriz των DARKTHRONE (στα credits του δίσκου αναφέρεται ως «Herr Nagell») τους χάρισε τους στίχους ως φόρο τιμής. Στην ουσία αυτό σημαίνει ότι στο “Nemesis Divina” το ντουέτο των SATYRICON συνυπάρχει δημιουργικά με το αντίστοιχο ντουέτο των DARKTHRONE.

– Ο καλλιτέχνης Stein Løken δημιούργησε μια εικαστική εγκατάσταση εμπνευσμένη από τη θεματολογία και τη μουσική του άλμπουμ, στην οποία στη συνέχεια της έβαλε φωτιά και εν τέλει τη φωτογράφισε. Το αποτέλεσμα το απολαμβάνουμε στο εξώφυλλο. Ήταν τόσο διαφορετικό από τα τότε πρότυπα της σκηνής όπου κυριαρχούσαν «ερασιτεχνικές φωτογραφίες και άθλιες γραμματοσειρές», όπως παραδέχεται η ίδια η μπάντα. Αργότερα το Decibel Magazine το παρομοίασε με κάτι βγαλμένο από το εργαστήρι του σκιτσογράφου Dave McKean.

Θανάσης Μπόγρης

AT THE GATES – “The ghost of a future dead” (Century Media)

0
At The Gates

At The Gates

Δύσκολο να ξεκινήσεις να γράφεις μια απλή παρουσίαση για την τελευταία κυκλοφορία των AT THE GATES και να αποφύγεις την παγίδα ενός επικήδειου. Ο θάνατος του Tomas Lindberg επισκιάζει σχεδόν τα πάντα γύρω από το “The ghost of a future dead” και σίγουρα θα χρειαστεί χρόνος για να μπορέσουμε να το ακούσουμε αποκομμένο από το βάρος αυτής της απώλειας.

Όταν στις 15 Αυγούστου 2025 το συγκρότημα γνωστοποίησε την κατάσταση της υγείας του Lindberg, μέσα από μια ενημέρωση που περιλάμβανε και προσωπικό του μήνυμα από τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, ήταν σαφές ότι κάτι βαθιά ανησυχητικό συνέβαινε, αλλά κανείς δεν ήθελε να πιστέψει πως αυτές οι λέξεις λειτουργούσαν ως ένας σιωπηλός αποχαιρετισμός. Η διάγνωση με αδενοκυστικό καρκίνωμα και η πορεία που ακολούθησε προσδίδουν σήμερα μια σχεδόν ανατριχιαστική διάσταση στο ίδιο το άλμπουμ, παρότι το υλικό είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν από αυτήν. Το γεγονός, ωστόσο, ότι τα φωνητικά ηχογραφήθηκαν κυριολεκτικά την παραμονή της επέμβασης φορτίζεται με μια αίσθηση επείγοντος, σαν μια τελευταία κατάθεση ψυχής πριν τη σιωπή.

Κι όμως, αν επιχειρήσει κανείς να σταθεί αποκλειστικά στη μουσική, το άλμπουμ όχι μόνο στέκεται, αλλά επιβάλλεται. Με την επιστροφή του Anders Björler, το συγκρότημα ξαναβρίσκει τη δημιουργική ισορροπία που σημάδεψε τη «χρυσή» του εποχή χωρίς να εγκλωβίζεται σε απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος. Η στροφή προς έναν πιο άμεσο και λιτό τρόπο γραφής, με αναφορές στην αισθητική του “Slaughter of the soul” και του “At war with reality”, δεν είναι τυχαία, μιας και αποτέλεσε επιθυμία του ίδιου του Tomas Lindberg, Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο “The ghost of a future dead”, το οποίο λειτουργεί ως σύνοψη της συνολικής τους διαδρομής, παραμένοντας επιθετικό, μελωδικό αλλά και σκοτεινά στοχαστικό. Η συνθετική διαδικασία φαίνεται να επανήλθε στο γνώριμο μοτίβο συνεργασίας ανάμεσα στο αδέρφια Björler, με μια σχεδόν ισόρροπη κατανομή ρόλων, γεγονός που αποτυπώνεται ξεκάθαρα στον ήχο του άλμπουμ. Πιο άμεσος και «αιχμηρός» σε σημεία, με thrash αναφορές, αλλά ταυτόχρονα εμπλουτισμένος με τις πιο ιδιόμορφες και old-school πτυχές της ταυτότητας των AT THE GATES.

Από τα πρώτα λεπτά, γίνεται σαφές ότι πρόκειται για ένα άλμπουμ άμεσο, με ταχύτητα, ένταση και μια σχεδόν ασφυκτική ατμόσφαιρα καθώς και μια επιστροφή στην τραχύτητα και την ωμότητα, αλλά όχι εις βάρος της πολυπλοκότητας. Οι πιο αργές και ατμοσφαιρικές συνθέσεις δίνουν έμφαση σε μια σκοτεινή και εσωστρεφή διάθεση, όπως στο “Det oerhörda”, με τη συμμετοχή του Fredrik Wallenberg (SKITSYSTEM, THE LURKING FEAR) στα φωνητικά, ενώ τα πιο γρήγορα και επιθετικά κομμάτια, με πιο σύνθετη δομή, αναδεικνύουν την ικανότητα της μπάντας να ενσωματώνει διαφορετικές επιρροές χωρίς να χάνει την ταυτότητά της.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν και οι στίχοι. Ο Lindberg ήταν κάτι περισσότερο από ένας frontman, υπήρξε ένας ποιητής του ακραίου ήχου. Εδώ η θεματική περιστρέφεται γύρω από την αποσύνθεση, την ασθένεια και την υπαρξιακή αγωνία, με συγκεκριμένες εικόνες να λειτουργούν ως επαναλαμβανόμενα μοτίβα ενός εφιάλτη που δεν τελειώνει ποτέ. Η γλώσσα γίνεται σχεδόν αποκαλυπτική, αφηγούμενη την παρακμή όχι μόνο του ατόμου αλλά και ολόκληρων πολιτισμών, χωρίς να αποτελεί απλώς μια σκοτεινή καταγραφή, αλλά μια ουσιαστική αποτύπωση της ανθρώπινης υπαρξιακής σύγκρουσης μπροστά στο αναπόφευκτο.

Αυτό που κάνει το άλμπουμ πραγματικά ξεχωριστό είναι ότι, παρά το βάρος του, δεν ακούγεται μοιρολατρικό. Υπάρχει ένταση, θυμός, αλλά και μια παράξενη διαύγεια. Σαν ο Lindberg να γνώριζε ακριβώς τι άφηνε πίσω του και να το διατύπωνε με απόλυτη συνείδηση, κάτι που κάνει το “The ghost of a future dead” να λειτουργεί τελικά και ως έργο αποχαιρετισμού, πέρα από τα όρια της δισκογραφικής πορείας του συγκροτήματος. Ακόμη και ο τίτλος του άλμπουμ, που αρχικά ήταν να ονομαστεί “The dissonant void” και άλλαξε με πρωτοβουλία του ίδιου του Lindberg μετά τη διάγνωση, αποκτά εκ των υστέρων έναν σχεδόν προφητικό χαρακτήρα.

Κατά συνέπεια, το “The ghost of a future dead” αποκτά και ιστορική διάσταση, καθώς σηματοδοτεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας από τις πιο καθοριστικές φωνές του ευρωπαϊκού death metal κι εμείς, με βαριά καρδιά, αποχαιρετούμε τον θρυλικό Tomas Lindberg, τον άνθρωπο που με τη βιτριολική φωνή του και τους βαθιά ποιητικούς αλλά και ωμά ρεαλιστικούς στίχους του, επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο πολλοί από εμάς προσεγγίζουμε και εκφραζόμαστε μέσα από αυτή τη μουσική.

¥  

Κώστας Αλατάς

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece