
“Music from the heart and from the brain”
20 χρόνια πέρασαν από το “Memorial” των Πορτογάλων MOONSPELL και κάνουμε άλλη μία βουτιά στο αρχείο του έντυπου Rock Hard, βρίσκοντας τη συνέντευξη που είχαμε κάνει με τον ηγέτη του σχήματος, Fernando Ribeiro, τοποθετώντας το άλμπουμ στον κατάλληλο χωροχρόνο και πάντα με φωτογραφίες εποχής.
Με αφορμή το καινούριο πόνημα των MOONSPELL και μετά από διάφορες περιπέτειες, κατορθώσαμε να ξεκλέψουμε μισή ώρα απ’ το χρόνο του Fernando Ribeiro. Αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από εξαιρετικός συνομιλητής. Αντιδρούσε σε κάθε «ερέθισμα» πρόθυμα, με παρρησία και μ’ ένα λόγο συνειρμικό και ποιητικό, σχεδόν υπνωτιστικό. Δεν θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο από τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο και τις λέξεις των MOONSPELL.
Μίλησε μου για το “Memorial”.
Είμαστε πολύ περήφανοι για το καινούριο άλμπουμ των MOONSPELL. Αποτελεί ένα βήμα μπροστά από το “The antidote”. Είναι κάπως πιο ακραίο απ’ ό,τι έχει συνηθίσει ο κόσμος, διατηρεί ωστόσο την ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει όλες τις δουλειές των MOONSPELL.Σε γενικές γραμμές πιστεύω πως μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο ώριμες δουλειές μας. Είμαστε ενθουσιασμένοι με το “Memorial” και πιστεύουμε πως ο κόσμος θα μοιραστεί τον ενθουσιασμό μας.
Αν και το περιγράφεις σαν ένα βήμα μπροστά, ο ήχος του με παρέπεμψε στις πρώτες σας δουλειές. Ήταν στις προθέσεις σας αυτή η στροφή ή προέκυψε τυχαία κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων;
Ο ήχος παραπέμπει όχι μόνο στο δικό μας παρελθόν, αλλά γενικότερα στη γενιά στην οποία ανήκουμε. Θεωρώ το “Memorial” ένα βήμα προς τα εμπρός και το “The antidote” ήταν μεγάλη επιρροή για το άλμπουμ αυτό. Κατά τη διάρκεια των συναυλιών, η αντίδραση του κοινού στις πιο έντονες στιγμές του “The antidote” μας ώθησε στο να κάνουμε κάτι προς αυτήν την κατεύθυνση, έτσι ώστε παίζοντας το ζωντανά να έχουμε αυτού του είδους την ανταπόκριση. Επίσης, όπως είναι προφανές, ανατρέξαμε στη μουσική σκηνή του ’90, τόσο στις παλαιότερες δουλειές μας όσο και σε συγκροτήματα όπως οι TIAMAT ή οι SAMAEL. Πιστεύω πως στο άλμπουμ μας θα βρεις στοιχεία αυτής της περιόδου η οποία, κατά τη γνώμη μου, ήταν η τελευταία ενδιαφέρουσα περίοδος για το metal. Από τότε, εξαιρουμένων κάποιων συγκροτημάτων, πιστεύω πως οι περισσότερες δουλειές είναι επίπεδες και προβλέψιμες.
Έχοντας προσωπική εμπειρία εκείνης της εποχής, όταν η προσωπικότητα κι η φαντασία έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο στη μουσική, προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε τα στοιχεία αυτά στο σήμερα και πιστεύω πως το καταφέραμε κατά κάποιο τρόπο. Φυσικά έχουμε χρησιμοποιήσει στοιχεία κι από τις παλαιότερες δουλειές μας, κι από τις δουλειές των συγκροτημάτων που ανέφερα. Υπάρχουν όμως και καινούριες ιδέες και ενορχηστρώσεις τις οποίες μόνο στα όνειρά μας βλέπαμε στο παρελθόν. Ξέρω πως είναι υπερβολική αυτή η φιλοδοξία μας, να ενώσουμε όλα αυτά τα στοιχεία σε ένα άλμπουμ, έχουμε δουλέψει όμως πολύ πάνω σε αυτό. Απ’ τη μία μεριά, θα θέλαμε να κάνουμε κάτι για τους παλιούς μας οπαδούς, κάτι που να χαράσσεται στη μνήμη και να ξυπνά αναμνήσεις, εξ ου και ο τίτλος του άλμπουμ. Απ’ την άλλη πλευρά θέλαμε να δώσουμε κάτι στους νεότερους οπαδούς, αυτούς που ακούν MOONSPELL από το “Darkness and hope” και μετά: μία γεύση από το ’90, μία δεκαετία εξαιρετικά γόνιμη για το metal.

Μετά από καιρό συνεργαστήκατε πάλι με τον Waldemar Sorychta. Έπαιξε ρόλο η παρουσία του στο ηχητικό αποτέλεσμα του “Memorial”;
Σίγουρα. Απ’ όλους τους παραγωγούς με τους οποίους έχουμε δουλέψει, ο Waldemar είναι ο πιο αναμεμιγμένος με το συγκρότημα. Ήρθε τρεις φορές στην Πορτογαλία πριν πάμε εμείς στη Γερμανία για τις τελικές ηχογραφήσεις, ώστε να μας βοηθήσει με τις ενορχηστρώσεις και γενικά να μας βοηθήσει να οργανώσουμε τις ιδέες μας. Ηχογράφησε μάλιστα και το μπάσο για το “Memorial”. O Waldemar, όπως και οι MOONSPELL, έχει μία ποιητική σχέση με τη μουσική. Το θέμα δεν είναι να πατήσεις το τάδε κουμπί ή να παίξεις πιο δυνατά. Φυσικά κι αυτά είναι σημαντικά, όταν όμως είσαι παραγωγός άλλα πράγματα έχουν σημασία. Τα τρία πρώτα κομμάτια τα ηχογραφήσαμε στην Πορτογαλία με τον Waldemar. Ήταν μέσα στην όλη διαδικασία, του άρεσαν τα κομμάτια, γενικά περάσαμε πάρα πολύ ωραία μαζί του στο στούντιο. Επίσης, όπως σου είπα θέλαμε να κάνουμε κάτι το οποίο, μουσικά και αισθητικά, να παραπέμπει σε μία συγκεκριμένη περίοδο. O Waldemar είναι μέρος της ιστορίας αυτής της περιόδου. Διαλέξαμε λοιπόν τον καλύτερο παραγωγό αυτής της περιόδου και μπήκαμε στο καλύτερο στούντιο αυτής της περιόδου. Και η χημεία ανάμεσα σ’ αυτά τα τρία στοιχεία δούλεψε για άλλη μία φορά. Ήταν συνειδητή η επιλογή να δουλέψουμε με το συγκεκριμένο άνθρωπο στο συγκεκριμένο στούντιο για το συγκεκριμένο άλμπουμ.
Ο Waldemar λοιπόν ηχογράφησε το μπάσο. Σκέφτεσαι να βρείτε κάποια στιγμή μόνιμο μπασίστα;
Μπα. Έχουμε ένα session μπασίστα, τον Aires Pereira, ο οποίος παίζει στις συναυλίες μαζί μας και γενικά έχει βοηθήσει το συγκρότημα από πολλές απόψεις. Είναι πολύ καλός τύπος και είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι με τη συνεργασία μαζί του. Το να τον κάνουμε όμως μόνιμο μέλος του συγκροτήματος είναι δύσκολο. Πρώτον, θα γίνουμε πολύ απαιτητικοί. Δεύτερον, δεν θα είναι εύκολο γι’ αυτόν να εισχωρήσει στην τετράδα που έχουμε σχηματίσει εμείς οι υπόλοιποι. Με εξαίρεση το μπασίστα, το line-up έχει παραμείνει σταθερό από την εποχή του “Wolfheart”. Πάντως πιστεύω πως αυτή η κατάσταση είναι καλή για όλους. Ο Aires έχει την ευκαιρία να εκπληρώσει πολλά από τα όνειρά του: παίζει σε φεστιβάλ, παίζει σε ένα metal συγκρότημα που του αρέσει, σαν μουσικός μπορεί κι εκφράζεται μέσα από τα άλλα projects του… Εμείς από την άλλη έχουμε έναν μπασίστα για τον οποίο είμαστε προτεραιότητα, είναι τρομερός τύπος κι όταν περιοδεύουμε είναι σαν κανονικό μέλος του συγκροτήματος. Απλώς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι παρών κατά τη διάρκεια της προώθησης του άλμπουμ. Πάντως στο βίντεο που θα γυρίσουμε για το “Finisterra” θα είναι μαζί μας. Αυτό θα είναι καλό και γι’ αυτόν και για τους οπαδούς του.
Πάντως είναι πολλά χρόνια με το συγκρότημα ο Aires, έτσι κι αλλιώς. Μήπως ο λόγος που δεν τον κάνετε κανονικό μέλος έχει σχέση και με τη σύνθεση των κομματιών;
Είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε προβλήματα γράφοντας τη μουσική οι τέσσερις μας και κανένας από τους μπασίστες που είχαμε δεν ήταν παρεμβατικός.
Αναφέρεσαι στην χημεία που δημιουργείται μεταξύ σας.
Ναι. Προσπαθούμε πολύ να καθορίσουμε την ουσία του ήχου των MOONSPELL. Αυτό κανένας δεν το γνωρίζει καλύτερα από εμάς και ίσως τον Waldemar. Δουλεύουμε πολύ σκληρά γράφοντας μουσική και περιοδεύοντας. Συνεχώς αναζητούμε ιδέες για τους MOONSPELL. Δες για παράδειγμα τι έγινε με τον Sirgio (σ.σ.: Crestana). Τον εντάξαμε στο συγκρότημα υπερβολικά νωρίς κατά τη γνώμη μου και δεν δούλεψε το θέμα. Δεν υπήρχε χημεία, δεν είχε τα ίδια ιδανικά με εμάς. Δες το σαν μία σχέση, σαν ένα γάμο. Κάτι παίζεται εκεί, κάτι αλλάζει. Δεν θέλουμε να παντρευτούμε τον Aires, μας αρέσει περισσότερο μία ελεύθερη σχέση μαζί του. Αυτό πιστεύω είναι το καλύτερο για όλους τους εμπλεκόμενους.

Μπορείς να μου μιλήσεις για τους στίχους;
Οι στίχοι αγγίζουν αρκετά θέματα τα οποία έχουμε πραγματευτεί ήδη στο παρελθόν. Προσπαθώ να εισάγω καινοτόμα στοιχεία και διαφορετικές επιρροές σε αυτή την οπτική γωνία. Προσπαθώ να δημιουργήσω ένα παράλληλο επίπεδο ανάγνωσης για κάθε στίχο, έτσι ώστε να μπορεί να παραπέμπει τόσο σε ένα έθνος (π.χ. μία επική ιστορία, ένα «μεγάλο» θέμα) όσο και σε ένα οποιοδήποτε άτομο. Προσπάθησα πολύ να το επιτύχω αυτό στο “Memorial”. Μπορείς να διαβάσεις τη δική σου ιστορία μέσα από τους στίχους, ή την ιστορία της κοινότητας, της φυλής, του έθνους στα οποία ανήκεις. Για παράδειγμα το “Finisterra” αναφέρεται στο γεγονός ότι παλιά οι Ρωμαίοι θεωρούσαν πως η Ισπανία και η Πορτογαλία ήταν η άκρη του κόσμου, το σημείο στο οποίο τελείωνε η Γη. Μέχρι σήμερα η ιδέα αυτή αντιπροσωπεύει τους Πορτογάλους, αν το δει κανείς από την άποψη της απομόνωσης. Επίσης, για κάποιον η ιδέα αυτή μπορεί να παραπέμπει στο δικό του τέλος, στη συνείδηση της δικής του θνητότητας. Με τον τρόπο αυτό λειτουργούν όλοι οι στίχοι. Αν και πολλά από τα θέματα που υπάρχουν στο άλμπουμ είναι χαρακτηριστικά για το συγκρότημα, όπως για παράδειγμα η απομόνωση, η αγάπη, ο θάνατος, το πάθος, η δέσμευση, υπάρχουν πολλά επίπεδα και διαστάσεις που συμπληρώνουν την εικόνα.
Γράφεις ποίηση επίσης, σωστά;
Ναι, σαν χόμπι. (σ.σ. και όχι μόνο. Έχει εκδώσει δύο -αν δεν κάνω λάθος- ποιητικές συλλογές, οι οποίες όμως δεν πρέπει να έχουν μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα)
Που βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στην ποίηση και τους στίχους των MOONSPELL; Πώς αποφασίζεις εάν ένας στίχος πρόκειται να γίνει ποίημα ή κομμάτι;
Δεν χρειάζεται να κάνω καμία συνειδητή επιλογή. Κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα απλώς τακτοποιούνται, βρίσκουν το δρόμο τους, τη θέση στην οποία ανήκουν. Υπάρχει μία διαφορά, καθαρά τεχνική, πρακτική: όταν γράφω για τους MOONSPELL γράφω στα Αγγλικά, όταν γράφω ποίηση γράφω στη μητρική μου γλώσσα. Πάντως δεν με απασχολεί κανένας διαχωρισμός. Χρησιμοποιώ ιδέες από τα ποιήματά μου όταν γράφω στίχους για το συγκρότημα. Όταν ήμουν νεότερος, είχα αντιμετωπίσει δυσκολίες στην προσπάθειά μου να συνδυάσω αυτές τις δύο διαφορετικές πραγματικότητες: το να πηγαίνω στο σουπερμάρκετ και το να παίζω σε ένα metal συγκρότημα. Πλέον δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Δεν χρειάζεται να μπω σ’ αυτό το σχιζοφρενικό τριπάκι και να δώσω εξηγήσεις. Πιστεύω πως τα πάντα τελικά βρίσκουν το δρόμο τους, όταν είναι κανείς συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνει. Το πιο σημαντικό είναι να κάνεις με την ποίηση και τη μουσική σου ό,τι θέλεις εσύ. Όταν εξετάσει κανείς τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα, τότε όλα ταιριάζουν.
Υπάρχει γενικά μία στενή σύνδεση ανάμεσα στους MOONSPELL και την τέχνη. Το “The antidote” είχε συνδυαστεί με ένα βιβλίο. Πώς έγινε αυτό;
Οι MOONSPELL ανέκαθεν έλκονταν και από άλλες μορφές τέχνης. Αυτό το μάθαμε από άλλα συγκροτήματα. Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο ήταν το “Tristesses de la lune” των CELTIC FROST σε ποίηση του Beaudelaire, και το “Rime of the ancient mariner” απ’ το “Powerslave” των IRON MAIDEN που ήταν βασισμένο σε ένα επικό ποίημα του Colleridge. Προσπαθώ γενικά να το κάνω αυτό με τους MOONSPELL. Το “Under the moonspell” για παράδειγμα έχει επιρροές από Marquis de Sade. Το πιο εύγλωττο παράδειγμα αυτού του «διαλόγου» με την τέχνη αποτελεί το βιβλίο αυτό το οποίο έγραψε ένας φίλος μας και πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας (σ.σ. Jose Luis Peixoto) βασισμένος πάνω στην ενέργεια των MOONSPELL. Ήταν ένα μεγάλο κατόρθωμα για εμάς και είχε απήχηση στον κόσμο. Μερικές φορές το metal περιορίζεται μέσα σε ένα πολύ κλειστό κύκλο ιδεών όπως οι μπύρες, οι μάχες κι οι δράκοι. Το metal δεν έχει να κάνει με αυτά. Το metal έχει να κάνει με αυτά που βλέπουν αυτοί που το ζουν σε αυτό: την ευφυΐα και την τάση για ξεπέρασμα των ορίων. Ο λόγος που δεν επαναλάβαμε κάτι παρόμοιο με το “Memorial” ήταν ότι δεν θέλαμε να κάνουμε κάτι ίδιο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Πάντως η λογοτεχνία είναι μεγάλη επιρροή για εμάς και αρκετοί συγγραφείς έχουν επηρεάσει τους στίχους του “Memorial”, από τον Nicolo Macciavelli μέχρι τον Oscar Wilde.

Έχετε συμμετάσχει και στο soundtrack μίας ταινίας, σωστά;
Αυτό είναι το όνειρο κάθε metal συγκροτήματος: να συμμετάσχει σε ένα soundtrack ή να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από άλμπουμ και συναυλίες. Ένας πιανίστας jazz μουσικής στην Πορτογαλία αποφάσισε να γυρίσει μία ταινία με ζόμπι. Είχε την ιδέα να πάρει ένα τυπικό jazz κομμάτι, το “I’ll see you in my dreams”, και να το μετατρέψει σε κάτι σαν εμβατήριο για νεκροζώντανους! Σκέφτηκα πως μόνο εμείς θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, έτσι κι έγινε. Προσπαθήσαμε να βγάλουμε κάτι πραγματικά ακραίο και ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία για εμάς. Η ταινία είχε μεγάλη απήχηση στην Πορτογαλία, πήρε μάλιστα μέρος σε διάφορα Φεστιβάλ και απέσπασε και βραβεία. Μέχρι και video clip γυρίσαμε γι’ αυτό το κομμάτι – παίζουμε μπροστά σε ένα κοινό από ζόμπι και τα σκοτώνουμε! Ήταν πολύ διασκεδαστική εμπειρία.
Από το “Darkness and hope” και μετά μαλακώσατε αρκετά τον ήχο σας. Κάποιοι άσκησαν κριτική λέγοντας πως το κάνατε για να ανοιχτείτε σε ένα ευρύτερο κοινό εκμεταλλευόμενοι την επιτυχία συγκροτημάτων όπως οι H.I.M..
Συνεχίζουμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε χωρίς να δίνουμε βάση σε τέτοιες αρνητικές κριτικές. Το να μας κατηγορήσει κάποιος ότι ακουγόμαστε σαν τους H.I.M. είναι γελοίο! Ωστόσο ο καθένας δικαιούται να έχει την άποψή του. Στο metal η ακρότητα είναι αρκετά διφορούμενη έννοια. Προφανώς διαφέρει ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται ο καθένας. Προσωπικά δε μου αρέσουν τα ακραία συγκροτήματα, αυτά που κάνουν πολύ θόρυβο. Ακόμη και τα ακραία ή τα death metal συγκροτήματα πρέπει να έχουν κάποιου είδους μουσικότητα. Όσοι αρέσκονται στο να ακούν θόρυβο μπορούν απλά να πάνε σε μία οικοδομή και να ακούσουν τους εργάτες να γκρεμίζουν τοίχους. Σέβομαι πολλά ακραία συγκροτήματα, όπως για παράδειγμα τους MORBID ANGEL. Έχουν επηρεάσει πολύ τους MOONSPELL. Παρότι ακραίοι έχουν μουσικότητα και είναι ιδιοφυείς. Πάντως προσωπικά δε μου αρέσει το grindcore ή το ακραίο death metal. Υπάρχουν συγκροτήματα όπως οι CARCASS, οι TERRORIZER ή οι παλιοί NAPALM DEATH που μου αρέσουν, ωστόσο δεν είναι του γούστου μου. Προτιμώ κάτι περισσότερο μουσικό που να σχετίζεται πιο πολύ με συναισθήματα κι αυτό είναι οι MOONSPELL για μένα. Πάντα γράφαμε τη μουσική που θέλαμε να γράψουμε παίρνοντας ρίσκα και χωρίς να δίνουμε αναφορά στο κοινό. Πολλά συγκροτήματα το κάνουν αυτό και είναι σαν τη ζάχαρη: Πολύ ωραία στην αρχή, κάνει όμως κακό στο στομάχι και τελικά σου φέρνει αναγούλα. Άλμπουμ σαν το “Sin/ pecado”, το “The butterfly effect” και το “Darkness and hope” χρειάζονται χρόνο για να αποκαλυφθούν. Οι άνθρωποι πια δε φαίνεται να διαθέτουν αυτό το χρόνο. Θέλουν κάτι που να τους αρέσει από το πρώτο άκουσμα. Δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος να ακούσει κανείς metal. Έτσι πρέπει να ακούει κανείς Shakira, pop μουσική.
Βέβαια, αυτή είναι μόνο η άποψή μου. Πολλοί άνθρωποι έχουν πει άσχημα πράγματα για τους MOONSPELL, πολύ περισσότεροι έχουν πει καλά πράγματα και τελικά, όταν είσαι μουσικός, οφείλεις να μπορείς να τα δεχτείς όλα. Ένα άλμπουμ είναι όπως ένας άνθρωπος, μία ταινία, ένα βιβλίο, οτιδήποτε. Είτε σου αρέσει, είτε όχι. Ένας μουσικός πρέπει να μπορεί να το αποδεχτεί αυτό. Μου αρέσει να βλέπω πως ο κόσμος αγαπάει τη μουσική μου. Το γεγονός όμως ότι δεν αρέσει σε κάποιους δεν πρόκειται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γράφω, σκέφτομαι ή βιώνω τη μουσική. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να αισθάνεσαι ολοκληρωμένος με αυτό που κάνεις. Βέβαια είναι σημαντικό να έχεις και κοινό γι’ αυτό, γιατί τότε η μουσική αποκτά νόημα. Πιστεύω πάντως πως πολλοί βιάζονται να μιλήσουν, αν και μερικές φορές κι αυτό είναι καλό. Δείχνει ότι κάνουμε τον κόσμο να σκεφτεί, ότι μπορούμε να τον εκπλήσσουμε. Και δείχνει επίσης πως ως συγκρότημα λειτουργούμε ανεξάρτητα και δεν κατευθυνόμαστε από το κοινό. Και έτσι θα είναι πάντα. Όσοι άκουγαν τη μουσική μας μέχρι τώρα είχαν τους λόγους τους. Εάν αρχίσουμε να αγόμαστε και να φερόμαστε απ’ αυτά που γράφουν στα περιοδικά και απ’ αυτά που λέει ο κόσμος στο διαδίκτυο ή στα διάφορα πηγαδάκια τότε θα χαθεί η ουσία. Αγαπάμε τους οπαδούς μας και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο γράφουμε τη μουσική που θέλουμε, παίρνουμε τα ρίσκα μας και σπρώχνουμε το συγκρότημα προς τα εμπρός.

Εκτός από τους MOONSPELL ασχολείσαι με άλλα projects; Θυμάμαι τους DAEMONARCH με τους οποίους είχες κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ το ’98.
Αυτό δεν ήταν πάρα ένα project, κάτι που ήθελα να κάνω χωρίς να το διατυμπανίσω και να το προωθήσω ιδιαίτερα. Οι DAEMONARCH δεν προορίζονταν για κάτι περισσότερο. Οι MOONSPELL είναι πολύ απαιτητικοί και άλλωστε συγκεντρώνουν όλα τα στοιχεία που μου αρέσουν στη μουσική, από τα πιο ακραία έως τα πιο ατμοσφαιρικά. Αν και κάθε τόσο έχω την επιθυμία να κάνω κάτι με φίλους μου, αυτή την περίοδο δεν παίζει τίποτα τέτοιο. Οι MOONSPELL είναι η προτεραιότητά μου και κανένα άλλο συγκρότημα δεν θα επηρεάσει την αφοσίωση που τους έχω.
Έχετε μεγάλη δισκογραφία πίσω σας. Πώς αποφασίζετε ποια κομμάτια θα συμπεριλάβετε στο set list όταν παίζετε μπροστά σε κοινό;
Με δυσκολία! Είναι δύσκολο να αποφασίσεις γιατί έχουμε οπαδούς που τους αρέσουν όλα τα άλμπουμ μας, αλλά και οπαδούς που αρέσκονται σε συγκεκριμένες περιόδους του συγκροτήματος. Προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα setlist με τραγούδια που θέλουμε να παίξουμε, ειδικά τα καινούρια που είναι βασικά για το συγκρότημα αλλά και για τον κόσμο να τα ακούσει ζωντανά. Μετά κοιτάμε το setlist να χαρακτηρίζεται από κάποιες λέξεις όπως «έντονο», «οπτικό» και «ατμοσφαιρικό». Αποφασίζουμε ποια τραγούδια ταιριάζουν μεταξύ τους σαν ομάδα. Το τελευταίο μας setlist είχε ήδη κάποια τραγούδια από το “Memorial”, μερικά από το “The antidote” και συμπληρωνόταν από τραγούδια των “Irreligious”, “Wolfheart” και “Under the moonspell”, καθώς πιστεύω ότι αυτές οι κυκλοφορίες έχουν πιο πολλά κοινά από ό,τι τα “Sin/pecado” και “The butterfly effect”. Θα ήταν δύσκολο να παίζαμε ένα τραγούδι από το “Sin/pecado” όπως το “Magdalene” και μετά το “Finisterra” από το “Memorial”. Προφανώς κανένα συγκρότημα δε μπορεί να παίξει όλα όσα θέλει ο κόσμος. Αυτό είναι μία ουτοπία. Μπορείς να πας σε συναυλία των SLAYER ή των IRON MAIDEN και παρόλο που θα παίξουν τα καλύτερα τραγούδια τους, πάντα θα βρεις ένα ακόμα που ήθελες να παίξουν. Και δεν είναι μόνο τα τραγούδια, αλλά το γενικό αίσθημα. Όπως στα άλμπουμ των MOONSPELL: δεν μπορούν να περιγραφούν από ένα τραγούδι. Έχουμε μερικά κλασικά κομμάτια, αλλά πιστεύω ότι είναι πιο σημαντικό ένα ολόκληρο άλμπουμ. Ο κόσμος ακούει τους MOONSPELL για την πλήρη εικόνα κι όχι για μερικά μόνο τραγούδια. Αυτό συμβαίνει με την pop μουσική: «Μου αρέσει αυτό το single αλλά το υπόλοιπο άλμπουμ είναι για πέταμα». Δε μπορώ να πάρω το “Powerslave” των IRON MAIDEN ή το “Into glory ride” των MANOWAR και να πω ότι μου αρέσει μόνο ένα τραγούδι. Με το “Memorial” είχαμε πρόβλημα να αποφασίσουμε ποιο τραγούδι θα πάει πρώτο στη σειρά και για ποιο θα γυρίσουμε video clip. Είναι πολύ δύσκολο. Αυτό που θέλουμε είναι να έχουμε ένα video clip για κάθε τραγούδι. Αυτό όμως είναι το πιο δύσκολο μέρος παραγωγής ενός δίσκου. Να διαλέξεις τα αγαπημένα σου τραγούδια και να τα ξεχωρίσεις. Βασικά το setlist είναι μία απεικόνιση αυτής της διάθεσης προς το δίσκο. Το βλέπουμε σαν κάτι ολόκληρο κι όχι ως μεμονωμένες στιγμές.
Δε νομίζω οποιαδήποτε εταιρία να ήταν υπέρ της ιδέας ενός video clip για κάθε τραγούδι… Θα κόστιζε πολύ…
Καμία εταιρία δε θα το ήθελε αυτό!

Κοιτώντας όλη σου τη δισκογραφία, για ποιο άλμπουμ είσαι περισσότερο περήφανος;
Θα σου δώσω την κλισέ απάντηση, καθώς είμαι περήφανος για όλα. Πάντα γράφαμε μουσική που είναι ενδιαφέρουσα για εμάς, ανεξάρτητα των συνεπειών. Είτε άρεσε στον κόσμο είτε όχι, πάντα γράφαμε μουσική από την καρδιά και το μυαλό. Εάν η μόδα ήταν να μιλάμε για το νερό κι εμείς θέλαμε να μιλήσουμε για τις πεταλούδες, θα μιλούσαμε για τις πεταλούδες. Δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και τους οπαδούς μας ασχολούμενοι με κάτι που όλοι οι άλλοι κάνουν. Αυτό είναι ένα ρίσκο που παίρνουμε συνέχεια για να κρατάμε το συγκρότημα πρωτότυπο και ξεχωριστό. Προφανώς υπάρχουν άλμπουμ που είναι πιο κοντά σε αυτό που μου αρέσει και σε αυτό που βλέπω στους MOONSPELL. Είμαι πολύ περήφανος για το τελευταίο άλμπουμ, όπως και κάθε μουσικός στη θέση μου. Το έχω ακούσει πολλές φορές, ξεχωρίζοντας την ανάμειξή μου μ’ αυτό και πιστεύω ότι είναι ένα υπέροχο άλμπουμ. Ακούγεται υπέροχα, έχει συναίσθημα, έχει όραμα, έχει όλα όσα ζητάω από τη μουσική ενός συγκροτήματος. Το “Irreligious” ήταν ένα εξίσου υπέροχο άλμπουμ. Έδειξε στον κόσμο και στους εαυτούς μας ότι μπορούμε να γράψουμε τραγούδια προοδεύοντας πολύ σε μικρό χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων των περιοδειών. Λατρεύω επίσης το “The antidote” γιατί ήταν πιο κοντά στη φύση μας και είχαμε περάσει πολύ ωραία κατά την ηχογράφησή του. “Wolfheart”, “The butterfly effect”, “Darkness and hope”… μου αρέσουν όλα. Μάλλον τα “Irreligious” και “Memorial” πρέπει να είναι τα άλμπουμ που έφτασαν μία αγνότητα και την δημιουργική κορυφή των MOONSPELL, εάν χρειάζεσαι μία συγκεκριμένη απάντηση.
Δεν έχεις βαρεθεί να παίζεις τα ίδια και τα ίδια τραγούδια κάθε βράδυ, ειδικά τα παλιά;
Όχι. Για εμάς υπάρχουν πολλά συναισθήματα, πολλοί τρόποι να δεις κάτι. Προφανώς εάν δεν έχω διάθεση να τραγουδήσω το “Alma mater”, “Opium”, “Nocturna” ή δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο, δε θα τα παίξουμε. Πολλά από αυτά τα τραγούδια είναι εκτός του setlist ακριβώς για αυτό το λόγο. Παρόλα αυτά, εάν τα παίξεις για την εκατομμυριοστή φορά, η ενέργεια, ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος ανταποκρίνεται είναι τόσο απίστευτος που θέλεις να παίξεις κι άλλο. Πιστεύω ότι είμαστε ευλογημένοι που έχουμε τραγούδια τα οποία θέλει ο κόσμος να ακούσει. Η συναυλία πρέπει να είναι κάτι για τον καθένα. Δεν είναι μόνο για το συγκρότημα ή μόνο για τους οπαδούς. Δεν είναι σα μία συνέντευξη όπου κάποιο γράφει για εσένα. Είναι κάτι άμεσο, για το οποίο δε μπορείς να ψεύδεσαι. Δεν έχουμε κουραστεί να παίζουμε το “Alma mater” όταν ο κόσμος ανταποκρίνεται με τον τρόπο που ανταποκρίνεται. Όλα εξαρτώνται από το setlist, την ώρα, τι θέλουμε να παρουσιάσουμε, αλλά να βαρεθείς κάποια τραγούδια δεν υφίσταται όταν ο κόσμος τρελαίνεται και σου μεταδίδει αυτή την ενέργεια.
Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι;
Είναι πάντα δύσκολο να βρεις κάτι να πεις! Γνωρίζω ότι το τελευταίο μας άλμπουμ “The antidote” πήγε υπέροχα στην Ελλάδα τόσο στην αγορά όσο και στις κριτικές. Θα ερχόμασταν για ένα φεστιβάλ το οποίο ακυρώθηκε επειδή ο κιθαρίστας των MANOWAR έσπασε το χέρι του. Αφού κυκλοφορήσει το άλμπουμ μας, θα κλείσουμε κάποιες συναυλίες στην Ελλάδα. Ελπίζω να δω όλους τους οπαδούς μας κι ελπίζω το “Memorial” να αρέσει ειδικά στους Έλληνες οπαδούς μας όσο αρέσει και σε εμένα.
Μαριλένα Σμυρνιώτη
Promo photos: Paulo Moreira

















ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Shout” – HARDLINE

















