Saturday, April 25, 2026




Home Blog Page 2

HELLRIPPER – “Coronach” (Century Media)

0
Hellripper

Hellripper

Οι Σκωτσέζοι HELLRIPPER, το προσωπικό όχημα του τυπάρα James McBain, επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος, περί τα 3 χρόνια μετά το εξαίρετο “Warlocks grim & withered hags”. Ένα άλμπουμ που τους έφερε κι από τα μέρη μας, σε ένα καταστροφικό live στο Temple με τους INCINERATION A.D. (που επίσης ετοιμάζουν δίσκο). Και τώρα φτάνουμε στη στιγμή της αλλαγής επιπέδου. Μετά από ένα ανεξάρτητα κυκλοφορημένο ντεμπούτο (“Coagulating darkness”) και δύο άλμπουμ στην ιστορική Peaceville (“The affair of the poisons”, “Warlocks grim & withered hags”), το black/speed metal τους πέρασε πλέον στα σαλόνια της metal δισκογραφίας με την Century Media να τους αγκαλιάζει, στα πλαίσια της προετοιμασίας για το τέταρτο full-length πόνημα “Coronach”.

Που το στηρίζω το “αγκαλιάζει”; Στο ότι, όχι ένα, όχι δύο αλλά πέντε κομμάτια (τρία video clip και δύο lyric video) μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν κυκλοφορήσει για την προώθηση του. Απτό δείγμα του πόση εμπιστοσύνη υπάρχει σε αυτούς τους λεβέντες. Από τα δείγματα ήδη γίνεται ξεκάθαρο πόσο έχει μεστώσει ο ήχος των HELLRIPPER, με τα folk στοιχεία κατευθείαν από τη ρίζα της Σκωτσέζικης γης να παντρεύονται χωρίς να “κλωτσάνε” με το black/speed μακελειό που λαμβάνει χώρα εδώ μέσα. Ό,τι ξεκίνησε στον προκάτοχο, εδώ δένει ιδανικά και δίνει χαρακτήρα στους HELLRIPPER. Πατάς το λοιπόν το play, ε και από το καταστροφικό μπάσιμο του “Hunderprest” καταλαβαίνεις πως θα πάει η δουλειά!

Ατόφια black metal ατμόσφαιρα, τόσο εκεί, όσο και στα υπέροχα “The art of resurrection” (τι riff-άρες που να με πάρει ο διάολος;!) και “Sculptor’s cave” με την ύπουλη, κολληματική μελωδικότητα τους. Ενδιάμεσα, έχεις τη βρώμικη speed/thrash ενέργεια του “Kinchyle (goatkraft and granite)”, του “Blakk satanik fvkkstorm” και του “Mortercheyn”. Ακόμα και αυτά βέβαια, έχουν το “αλατοπίπερο” τους. Το πρώτο με τις γουστόζικες ακουστικές του που δίνουν μια άλλη διάσταση στο μεσαίο μέρος του. Το δεύτερο με την εισαγωγή και τα φοβερά leads του. Το τρίτο σε ξεγελάει με την ταξιδιάρικη εισαγωγή του, προτού σε πετάξει στο pit με τους τράγους σε περίοδο αναπαραγωγής (αυτά τα κοφτά riffs πάνω στο γκάζι και εκείνο το κόψιμο στο φινάλε – σκέτη πώρωση)!

Ξεχωριστά, θέλω να σταθώ στο υπέροχα τεχνικό “Baobhan sith (waltz of the damned)”, που ισοπεδώνει μέσα στα 6,5 λεπτά του τα πάντα (έχει και μια ωραία SLAYER-ίλα στα γκάζια του που το κάνει και ξεχωρίζει). Μια και μιλήσαμε για στοιχεία από τη Σκωτία, το φερώνυμο κομμάτι που κλείνει αυτό το δίσκαρο, έχει τίτλο παρμένο από το ποίημα “Coronach” του Σκωτσέζου ποιητή Sir Walter Scott (γνωστός για τα ποίημα “The lady of the lake” και την νουβέλα “Ivanhoe”), το οποίο, στα σχεδόν 9 λεπτά της διάρκειας του, παρατίθεται αυτούσιο στους στίχους. Έχει μια αύρα BATHORY του ”Hammerheart”, μουσικά μιλώντας, δεμένη απόλυτα με το ύφος των Σκωτσέζων, συνοψίζοντας όλες μα όλες τις αρετές τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Εν κατακλείδι, εδώ μιλάμε για την κορυφαία δουλειά των HELLRIPPER, που συμπύκνωσαν το υλικό τους, μέστωσαν, παραμένοντας φρέσκοι, ενδιαφέροντες και εν γένει σπουδαίοι με λαμπρή πορεία ακόμα μπροστά τους. Άλλη μια προσθήκη στην προσωπική μου λίστα με τους κορυφαίους της χρονιάς. Τώρα, μετράμε αντίστροφα για να τους δούμε με τους έτερους θεούς του savoir vivre MIDNIGHT τον Ιούνιο στο Κύτταρο! ΆΞΙΟΙ!

9 / 10

Γιάννης Σαββίδης

BLACK LABEL SOCIETY – “Engines of demolition” (MNRK)

0
Black

Black

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Redneck Zakk είναι από τους καλύτερους κιθαρίστες που υπάρχουν στο heavy metal τα τελευταία 40 χρόνια. Από την πρώτη του εμφάνιση με την μπάντα του Οzzy πίσω στο 1988 κατέστησε σαφές το ότι ήρθε για να μείνει. Συν το ότι κατάφερε και καθιέρωσε τον trademark χαρακτηριστικό ήχο του και αυτό δεν το λες και λίγο. Η πορεία του για κάτι δικό του ξεκίνησε πίσω στις αρχές των 90s με τους PRIDE & GLORY και στα τέλη της δεκαετίας αυτής αποφάσισε να σχηματίσει τους ΒLACK LABEL SOCIETY και σχεδόν τριάντα χρόνια μετά έχουν κυκλοφορήσει 12 studio δίσκους.

Ακούγοντας τον καινούργιο 12ο δίσκο των BLS αναρωτιόμουν πως τα καταφέρνει αυτός ο τύπος που παρόλο που έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια από το πρώτο άλμπουμ της μπάντας του, να καταφέρνει να βγάζει έναν από τους πιο ενδιαφέροντες BLS δίσκους τουλάχιστον των τελευταίων χρόνων. Η εξήγηση που έδωσα είναι ότι μάλλον το έχει πανεύκολο να γεννά riffs και να σκαρώνει αμέσως το κομμάτι. Mάλλον σε όλη αυτή την αναγέννηση του ήχου του πρέπει να είχε παίξει σαφώς και το γεγονός του PANTERA reunion στο οποίο πρωταγωνιστεί και ο ίδιος τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα το “Engines of demolition” είναι ο πρώτος δίσκος των ΒLS που κυκλοφορεί από το reunion των PANTERA κι έπειτα και τα κομμάτια του γράφθηκαν σταδιακά τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Mάλιστα, το πρώτο από τα τέσσερα singles του, το mid-tempo heavy rocking “The gallows” κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2024. Tην επόμενη χρονιά είχαμε άλλα δύο teasers, τα κομμάτια “Lord humungus” και “Broken and blind”. To πρώτο με το Sabbath-ικο του πέπλο είναι μια χαρακτηριστική σύνθεση της μπάντας και το δεύτερο ένα στακάτο heavy metal κομμάτι που έχει και ένα άρωμα Νότιου rock μέσα του. Το πιο πρόσφατο από τα singles είναι το εναρκτήριο “Name in blood”, από τις καλύτερες και πιο χαρακτηριστικές συνθέσεις του δίσκου μιας και εδώ μέσα μπολιάζονται τα riffs του Ιommi με αυτά του Αngus Young. Mια εξαιρετικά heavy σύνθεση με τρομερά solos.

Δεκατρία κομμάτια στον δίσκο δεν τα λες και λίγα, ίσα ίσα για την εποχή μας είναι υπεραρκετά. Όμως η ποιότητα των περισσοτέρων από αυτά είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο και δεν αφήνει το δίσκο να κάνει κοιλιά στα 50 λεπτά διάρκειας του.

Από τα κομμάτια που ξεχωρίζω επιπρόσθετα, είναι το Sabbath-ικό “Gatherer of souls” με το catcy refrain, το αργόσυρτο heavy metal-ικο “The hand of tomorrow’s grave” που θυμίζει τις πρώτες ημέρες των SABBATH και το “Back to me” μια ακουστική μπαλάντα που μας δείχνει και την άλλη πτυχή του πολυτάλαντου Zakk. Tο “Above & Below” είναι μια ωραία heavy metal σύνθεση που μας θυμίζει εποχές “Sabotage” ενώ το “Brokes pieces” διαθέτει μια πιο ψυχεδελική αύρα. Το “The stranger” με τα ατέλειωτα riffs του είναι από αυτά που μόνο ένας φανατικός οπαδός των SABBATH θα μπορούσε να γράψει ενώ το “Better days & wiser times” μας ταξιδεύει πίσω στις Νότιες ημέρες των PRIDE & GLORY.

Ο δίσκος θα κλείσει με το “Ozzy’s song”, το tribute του Ζakk στον πρόσφατα εκλιπόντα μέντορά του που έγραψε μετά τον θάνατό του. Μια συναισθηματική μπαλάντα που περικλείει μέσα της εικόνες και συναισθήματα από μια συνεργασία και φιλία που κράτησε για περίπου σαράντα χρόνια- μια ζωή ολάκερη! “Δεν θα μπορούσα να ζητήσω περισσότερα” αναφέρει στο κομμάτι ο Zakk και η αλήθεια είναι όμως ότι χάρη στον Οzzy είχαμε την τύχη να απολαμβάνουμε το αστείρευτο ταλέντο και τις μουσικές περιπέτειες του Ζakk όλα αυτά τα χρόνια.

Ναι, αυτός είναι ένας πολύ καλός δίσκος στον κατάλογο των ΒLACK LABEL SOCIETY. Όπως έγραψα και στην αρχή, έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ της μπάντας εδώ και αρκετά χρόνια και πραγματικά χαίρομαι που ο πολυάσχολος πλέον Zakk πάντα βρίσκει δημιουργικό χρόνο να ασχοληθεί και με το δικό του σχήμα και να μας προσφέρει δίσκους που πάντα έχουν κάτι να μας προσφέρουν. Το “Engines of demolition” είναι ένας πολύ ουσιαστικός ΒLS δίσκος που σου κρατάει ευχάριστη συντροφιά ακούγοντας το.

8 / 10

Γιάννης Παπαευθυμίου

A day to remember… 21/4 [ACCEPT]

0
Accept

Accept

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Russian roulette” – ACCEPT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: ACCEPT
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Udo Dirkschneider
Κιθάρες – Wolf Hoffmann
Κιθάρες – Jörg Fischer
Mπάσο – Peter Baltes
Τύμπανα – Stefan Kaufmann

Η ιστορία μας ξεκινάει το 1985 και συγκεκριμένα μετά την 4η Μαρτίου και την κυκλοφορία του εμβληματικού άλμπουμ “Metal heart” από τους πανίσχυρους ACCEPT. Εκείνη την περίοδο, η μπάντα από το Solingen της Γερμανίας βρισκόταν στο απόγειο της δημοφιλίας της, με το προαναφερθέν άλμπουμ να σηματοδοτεί μία σαφή εμπορική στροφή τους προς έναν πιο γυαλιστερό ήχο, κυρίως απευθυνόμενο στην αμερικανική αγορά. Στην ουσία, οι ACCEPT προσπαθούσαν να κεφαλαιοποιήσουν την εμπορική επιτυχία του θρυλικού “Balls to the wall” (1983), που αποτέλεσε και την μεγαλύτερη εμπορική τους επιτυχία στις ΗΠΑ, πουλώντας πάνω από 500 χιλιάδες αντίτυπα και καταλήγοντας χρυσό.

Το “Metal heart” δεν απέφερε τα αναμενόμενα, σκοράροντας χαμηλότερα από τον προκάτοχο του, παρά το φοβερό υλικό του και την άρτια παραγωγή του, δια χειρός Dieter Dierks – του παραγωγού των SCORPIONS. Η μπάντα, ήδη από τον Μάρτιο και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1985, βγήκε σε εκτενή παγκόσμια περιοδεία, καλύπτοντας την Ευρώπη, την Βόρεια Αμερική και φτάνοντας στην Ιαπωνία (για πρώτη φορά) τον Σεπτέμβριο. Από την θερμή υποδοχή και τα εκρηκτικά live που έδωσαν στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, προέκυψε και το επίσημο «πειρατικό» live EP τους, η πρώτη ζωντανή τους ηχογράφηση, με τίτλο “Kaizoku-Ban” (1985). Η ιαπωνική τους περιοδεία οργανώθηκε από τον γνωστό ντόπιο promoter Mr. Udo (Seijiro Udo της Udo Artists), γεγονός που οι Ιάπωνες βρήκαν πολύ διασκεδαστικό καθώς ο “Mr. Udo” (ο διοργανωτής) έφερνε τον “Udo” (Dirkschneider, frontman των ACCEPT).

Ήδη μετά το πέρας της περιοδείας του “Metal heart”, οι διαφωνίες μεταξύ των μελών του συγκροτήματος για την μελλοντική τους κατεύθυνση είχαν γίνει αρκετά εμφανείς και έντονες. Ο τραγουδιστής τους Udo Dirkschneider απαρνιόταν την περαιτέρω εμπορική στροφή προς τις ΗΠΑ και ήθελε να παραμείνουν στο «μεταλλικό δόγμα» που είχαν υιοθετήσει από το “Breaker” του 1981. Αντίθετα, οι Wolf Hoffmann (κιθάρες), Peter Baltes (μπάσο) και η manager Gaby Hauke (μετέπειτα Gaby Hoffmann αλλά πιο γνωστή ως το «κρυφό» μέλος των ACCEPT με το προσωνύμιο “Deaffy”), σκέφτονταν τον χρυσό του “Balls to the wall” και επιθυμούσαν να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο, ακολουθώντας τα χνάρια των συμπατριωτών τους, SCORPIONS. Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια, πάντως, ήταν πως η μπάντα είχε κυκλοφορήσει τέσσερα πολύ δυνατά άλμπουμ σε 4 χρόνια και ήταν σωματικά, πνευματικά και δημιουργικά εξαντλημένη. Ωστόσο, προχώρησαν στην επόμενη φάση δίχως να χάσουν χρόνο.

Τον Οκτώβριο του 1985, οι ACCEPT συγκεντρώθηκαν ξανά στο στούντιο, προκειμένου να ηχογραφήσουν το έβδομο άλμπουμ τους. Η απόφαση τους για αυτή την επερχόμενη κυκλοφορία ήταν να επιστρέψουν σε έναν πιο σκοτεινό, βαρύ και «φυσικό» ήχο, πηγαίνοντας πίσω στο στυλ του “Restless and wild” και τραγουδιών όπως το καταιγιστικό “Fast as a shark”. Καθώς δεν τους έκατσε και πολύ καλά ο πιο γυαλισμένος ήχος του “Metal heart” αποφάσισαν να αναλάβουν οι ίδιοι την παραγωγή του νέου δίσκου και να μην συνεχίσουν με τον Dieter Dierks, που σύμφωνα με τον Hoffmann ήταν «πολύ αυστηρός, και τελειομανής, αναλώνοντας πολύ χρόνο ελπίζοντας να γίνει ο επόμενος John “Mutt” Lange», αναφερόμενος στον θρυλικό παραγωγό των επιτυχιών στην δεκαετία του ’80 που είχε επιμεληθεί άλμπουμ-σταθμούς όπως το “Back in black” και το “For those about to rock” των AC/DC, το “4” των FOREIGNER και το “Pyromania” των DEF LEPPARD. Παρόλα αυτά, είχαν στο πλευρό έναν άλλο συμπατριώτη τους και «μάγο» της κονσόλας, τον μηχανικό ήχου Michael Wagener, που μέχρι τότε είχε ξαναδουλέψει με τους ACCEPT από την εποχή του “Breaker” αλλά και με άλλα μεγάλα ονόματα όπως οι DOKKEN, οι W.A.S.P. και πολλά περισσότερο και λιγότερο γνωστά σχήματα.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1986, οι ACCEPT παρέμειναν στην περιοχή της Κολωνίας και στα Dierks Studios, όπου είχαν ηχογραφήσει το “Metal heart”, δουλεύοντας πάνω στο καινούριο άλμπουμ τους, με ζητούμενο έναν πιο ωμό και «ακατέργαστο» ήχο. Οι πρώτοι που ξεκίνησαν ήταν ο ντράμερ Stefan Kaufmann και ο μπασίστα Peter Baltes, ακολουθούμενοι από τους δύο κιθαρίστες Wolf Hoffmann και Jörg Fischer. Εκείνο τον μήνα ολοκλήρωσαν τον δίσκο τους, με ταχύτητα αλλά όχι και τόση σχολαστικότητα, αποφασίζοντας, θεματικά, να τον επικεντρώσουν σε αντιπολεμικά θέματα, απ’ όπου και προέκυψε και ο τίτλος του, “Russian roulette”. Κατά τον Peter Baltes εκφράζει τον παραλογισμό του πολέμου: ένα ανόητο παιχνίδι όπου στο τέλος κάποιος σίγουρα θα πεθάνει.

Τα δέκα τραγούδια που κυκλοφόρησαν στο “Russian roulette” φέρουν την χαρακτηριστικό ήχο των ACCEPT, με μπόλικη ταχύτητα, βαρύτητα και μελωδία. Η αρχή γίνεται με το ψυχροπολεμικό “T.V. War”, που ακούγεται λίγο σαν ένα άλλο “Fast as a shark” και αποτέλεσε το μοναδικό single του δίσκου, που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία. Πρόκειται, πρακτικά, για ένα speed metal κομμάτι με άφθονη δίκαση, υπερ-ενεργητικά riffs και έντονο αντιπολεμικό μήνυμα που βάζει αμέσως τον ακροατή στο κλίμα του άλμπουμ. Μάλιστα, κάποιοι fans το χαρακτηρίζουν ως ένα από τα κλασικότερα ανοίγματα σε άλμπουμ των ACCEPT, όπως είναι αντίστοιχα το “Aces high” στο “Powerslave” των IRON MAIDEN και το “Blackout” στο ομώνυμο άλμπουμ των SCORPIONS. Ακολουθεί το “Monsterman”, ένα σύντομο, ρυθμικό και κοφτερό heavy metal τραγούδι που συμπυκνώνει την ουσία του μοναδικού ήχου των ACCEPT, με τα μανιασμένα φωνητικά του Udo, ένα κολλητικό ρεφραίν και τα κιθαριστικά ουρλιαχτά στα σόλο του Wolf Hoffmann. Από τους fans θεωρείται μέχρι και σήμερα η επιτομή ενός κλασικού ύμνου των ACCEPT και σίγουρα ένα από τα δυνατότερα τραγούδια του δίσκου, που ακόμα παίζεται συχνά.

Το ομώνυμο “Russian roulette” είναι το θεματικό επίκεντρο του άλμπουμ, με την σκοτεινή, ατμοσφαιρική εισαγωγή του που σπάει απότομα, διαδίδοντας παράλληλα το έντονο αντιπολεμικό μήνυμα. Αρχικά, το εν λόγω κομμάτι και ο δίσκος επρόκειτο να ονομαστεί “War games”, αλλά άλλαξαν τίτλο λόγω πιθανής νομικής παρέμβασης από την εταιρεία διανομής της ομώνυμης ταινίας (“WarGames” του 1983). Όπως εύστοχα το περιγράφει ο Peter Baltes “πας και παίζεις το παιχνίδι… ένα ανόητο παιχνίδι, όπου σίγουρα κάποιος θα πεθάνει”, παρομοιάζοντας το κεντρικό θέμα του πολέμου ως ρωσική ρουλέτα.

Στη συνέχεια, το “It’s hard to find a way” είναι μια συναισθηματική ανάσα, μια heavy μπαλάντα που ξεκινά με ακουστικές κιθάρες, τραγουδισμένη εξ’ ολοκλήρου από τον ίδιο τον Udo (και όχι από τον Baltes όπως συνηθιζόταν σε αυτού του τύπου τα τραγούδια), με ένα υπέροχα μελαγχολικό ρεφραίν, που έλειπε από προηγούμενες δουλειές τους, προσφέροντας μία μελωδική ανάπαυλα ανάμεσα στα πιο σκληρά κομμάτια. Το “Aiming High” ανάβει ξανά την σκληρή μηχανή των ACCEPT σε πλήρη ισχύ, με στίχους που αντικατοπτρίζουν τη φιλοδοξία της μπάντας να «στοχεύσει ψηλά», ενώ θεωρείται από τους fans ως ένα από τα καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος και κατ’ εξοχήν metal χαρακτήρα.

Το “Heaven is hell” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια (πάνω από 7 λεπτά) και πιο «επικό» κομμάτι του δίσκου, μία αντι-θρησκευτική διατριβή με το χαρακτηριστικό break όπου ο «μεφιστοφελικός» Udo ψιθυρίζει απειλητικά υπό τους ήχους των πλήκτρων. Δεν λείπει φυσικά το ευφυέστατο κιθαριστικό σόλο του Hoffmann και ατμόσφαιρα που θυμίζει κλασικούς ΑCCEPT, παρόλο που κάποιοι το βρίσκουν υπερβολικά μακρύ (!) ή ακόμα και στεγνή αντιγραφή του δικού τους “Balls to the Wall”, κάτι που προσωπικά το ακούω. Ακολουθεί το “Another second to be”, ένα σύντομο και έντονο κομμάτι με δυνατό drive, εξαιρετικά lead sections του Hoffmann και έναν από τους καλύτερους κιθαριστικούς διαλόγους του δίσκου μεταξύ του Wolf και του Jörg Fischer, ενώ το “Walking in the shadow” έχει ένα πιο groovy ύφος με στοιχεία που παραπέμπουν σε DIO, παρόλο που ορισμένοι το χαρακτηρίζουν λιγότερο εμπνευσμένο και «άχρωμο» σε σχέση με τα προηγούμενα. Σε παρόμοιο επίπεδο, το “Man enough to cry” συνεχίζει με μελωδικές και hard rock επιρροές (θυμίζοντας λίγο ZZ TOP), αλλά συχνά κρίνεται ως filler από κάποιους, ενώ το κλείσιμο με το “Stand tight” είναι ένας ακόμη ύμνος που απευθύνεται στον μέσο μεταλλά και ολοκληρώνει με τον πιο δυνατό, παραδοσιακό και “heavy metal” τρόπο ένα εξαιρετικό άλμπουμ.

Συνολικά, τα τραγούδια του “Russian roulette” δημιουργούν μια ισορροπημένη ροή ανάμεσα σε speed-metal επιθέσεις, mid-tempo ύμνους και μια μοναδική μπαλάντα, με έντονο αντιπολεμικό και σε κάποια σημεία αντιθρησκευτικό χαρακτήρα, εξαιρετικά solos του Wolf Hoffmann, μεγαλειώδη ρεφραίν και μια πιο σκοτεινή, λιγότερο γυαλιστερή παραγωγή σε σχέση με το “Metal heart”, κάτι που κάνει τον δίσκο να ακούγεται ώριμος και ποικιλόμορφος, ακόμα και αν η δεύτερη πλευρά θεωρείται από ορισμένους λίγο πιο προβλέψιμη σε σύγκριση με την πρώτη.

Στο χαρακτηριστικό εξώφυλλο του άλμπουμ, που το εμπνεύστηκε η Gaby “Deaffy” Hauke, βλέπουμε στην φωτογραφία του καλλιτέχνη Didi Zill Bravo τους ACCEPT σαν μία ομάδα Ρώσων αξιωματικών, που παίζουν ρωσική ρουλέτα. Ίσως είναι ειρωνικό, αλλά η επιθετικά φορτισμένη πόζα του συγκροτήματος στο εξώφυλλο να ήταν κατά κάποιο τρόπο προφητική αυτού που θα ακολουθούσε μετά την κυκλοφορία του δίσκου, τον Απρίλιο του 1986.

Με την κυκλοφορία του, το “Russian roulette” προκάλεσε μία πόλωση, αλλά γενικά απέσπασε θετικές κριτικές. Στο σύνολό του είναι υψηλού επιπέδου, συνεπές στην ποιότητα του και σίγουρα υποτιμημένο από πολλούς. Το ότι κάποιοι το βρήκαν κουραστικό σε σημεία, υπερβολικά «εμπορικό» ή μία μερίδα από τα ίδια που σέρβιρε το προηγούμενο “Metal heart” (μιλάμε για τόσο «σοβαρές» απόψεις), δεν το εμπόδισε να διαγράψει μία επιτυχημένη πορεία στα ευρωπαϊκά charts. Το άλμπουμ μπήκε στα top-10 Γερμανίας (νο. 5), Φινλανδίας (νο. 3) και Σουηδίας (νο. 9), στο νο. 16 της Νορβηγίας, και στο top-30 της Ελβετίας (νο. 26). Διεθνώς, έπιασε το νο. 30 της Ιαπωνίας, στην Αμερική παραδοσιακά κινήθηκε χαμηλά (νο. 114) ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο πήγε μέχρι το νο. 80, σημειώνοντας σημαντική υποχώρηση σε σχέση με το “Metal heart” (νο. 94 και 50, αντίστοιχα).

Η περιοδεία για το “Russian roulette” ξεκίνησε πριν την επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ, τον Μάρτιο του 1986 από την Γερμανία και ταξίδεψε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τον Μάιο του 1986, οπότε και ταξίδεψαν στην Βόρεια Αμερική και από εκεί στην Ιαπωνία τον Σεπτέμβριο, κάνοντας περίπου την ίδια διαδρομή με την προηγούμενη περιοδεία. Κατά την διάρκεια των εμφανίσεων τους στις ΗΠΑ, άνοιγαν για τους DIO οι οποίοι εκείνη την εποχή περιόδευαν για το θρυλικό “Sacred heart”.

Μετά από ακόμη μία κουραστική περιοδεία, τα πράγματα στους κόλπους του συγκροτήματος είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Οι διαφορετικές απόψεις για την μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος εξελίχθηκαν σε έντονες διαφωνίες, με αποτέλεσμα ο frontman Udo Dirkschneider να αποχωρήσει από το συγκρότημα. Ο τραγουδιστής με τη χαρακτηριστικά μη φιλική προς το ραδιόφωνο φωνή του, επέμενε να παραμείνουν πιστοί στο σκληρό μεταλλικό δόγμα που είχαν χτίσει από το 1981, ενώ οι Wolf Hoffmann, Peter Baltes και η manager Gaby Hauke πίεζαν για μεγαλύτερη εμπορική στροφή προς την αμερικανική αγορά, με πιο ραδιοφωνικό και μελωδικό ήχο, σε μία εποχή όπου ακόμα και συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN και οι JUDAS PRIEST έκαναν αλλαγές στον δικό τους ήχο, προκειμένου να ενσωματωθούν καλύτερα στο γενικότερο κλίμα. Ο ίδιος ο Udo αργότερα περιέγραψε το τέλος ως αποτέλεσμα «επιχειρηματικών πιέσεων» από την εταιρεία που ήθελε πιο εμπορικό υλικό.

Παρότι πολλοί μίλησαν για «διάλυση», ο Wolf Hoffmann σε συνέντευξή του διευκρίνισε ότι δεν υπήρξε πραγματική διάλυση του συγκροτήματος: «Δεν το σπάσαμε εμείς, ήταν η παλιά κόντρα με τον Udo… ήμασταν κουρασμένοι ο ένας από τον άλλον». Ήταν «αμοιβαία απόφαση» και για λίγα χρόνια παρέμειναν φίλοι. Σε μια κίνηση που δείχνει το πολιτισμένο κλίμα του «διαζυγίου», οι υπόλοιποι ACCEPT έγραψαν και ηχογράφησαν ολόκληρο το πρώτο solo άλμπουμ του Udo, το εκρηκτικό “Animal house” (από τους U.D.O. το 1987), με υλικό που αρχικά προοριζόταν για το επόμενο άλμπουμ των ίδιων των ACCEPT – υλικό που οι ίδιοι δεν ήθελαν να κυκλοφορήσουν! Ο Udo συνέχισε αναπόσπαστος τη σόλο καριέρα του, περιοδεύοντας ακόμα και με επιτυχημένες μπάντες όπως οι Guns N’ Roses, ενώ οι ACCEPT δοκίμασαν τον Αμερικάνο David Reece, με αποτέλεσμα το καλό αλλά εμπορικά αποτυχημένο “Eat the heat” (1989). Οι fans, όπως τελικά αποδείχτηκε, παρέμειναν πιστοί στον Udo και η επανένωση θα ερχόταν συγκυριακά με το “Objection overruled” (1993).

Για τους περισσότερους fans, το “Russian roulette” παραμένει ένα αριστούργημα που συνδυάζει βαρύτητα με εμπορικότητα, προσφέροντας 43 λεπτά καθαρού, κλασικού heavy metal και που ακόμα και σήμερα θεωρείται από πολλούς το πιο υποτιμημένο άλμπουμ της κλασικής εποχής Udo. Όμως ίσως ακόμα πιο πολύ είναι το γλυκόπικρο συναίσθημα που έχει κρατήσει στην μνήμη μας αυτό το άλμπουμ με έναν ιδιαίτερο τρόπο, διότι αποτελεί το τέλος εποχής της κλασικής σύνθεσης ενός από τα μεγαλύτερα metal συγκροτήματα όλων των εποχών.

Κώστας Τσιρανίδης

A day to remember… 21/4 [SODOM]

0
Sodom

Sodom

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Sodom” – SODOM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΙΑ: Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Brings / Haan Hartmann
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Μπάσο – Tom Angelripper
Κιθάρα – Bernemann
Τύμπανα – Bobby

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Sodom” παραμένει ένας δίσκος που αποτυπώνει με σαφήνεια τη φάση ωριμότητας των SODOM στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Δεν πρόκειται για άλμπουμ που επιχειρεί να μεταβάλει την κατεύθυνση της μπάντας ή να επαναπροσδιορίσει τον ήχο της, αλλά για μια δουλειά που συνοψίζει τη μουσική της ταυτότητα εκείνης της περιόδου μέσα από άμεσο thrash metal.

Η επιλογή του ομώνυμου τίτλου δεν ήταν τυχαία. Ο Tom Angelripper είχε επισημάνει ότι κάθε μπάντα χρειάζεται έναν self-titled δίσκο, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό συνδεόταν και με τη σταθερότητα του line-up, το οποίο αποτελούνταν από τους Bernemann και Bobby και παρέμεινε αμετάβλητο για σχεδόν μια δεκαετία. Δεδομένης της συχνής εναλλαγής μελών στην ιστορία των SODOM, αυτή η διάρκεια αποτυπώνεται και στη συνοχή του υλικού.

Ο ίδιος είχε περιγράψει το άλμπουμ ως ένα σύνολο τραγουδιών σχεδιασμένων να λειτουργούν άμεσα, με έμφαση σε αναγνωρίσιμα riff και ρεφρέν. Παράλληλα, τόνιζε ότι η μπάντα διατηρεί πρωτίστως live χαρακτήρα, γεγονός που επηρέασε τη σύνθεση, καθώς τα κομμάτια γράφτηκαν με στόχο να αποδίδουν αποτελεσματικά στη σκηνή.

Η δημιουργική διαδικασία εκτάθηκε σε βάθος χρόνου. Ορισμένες ιδέες, όπως τα “The enemy inside” και “Axis of evil”, είχαν τις ρίζες τους ήδη στην περίοδο του “M-16”, ενώ συνολικά η ολοκλήρωση του δίσκου χρειάστηκε περίπου τέσσερα χρόνια. Η καθυστέρηση αυτή σχετίζεται τόσο με εξωμουσικές δραστηριότητες, όπως η παραγωγή του “Lords of depravity” DVD, όσο και με αλλαγές σε στούντιο και στη διαδικασία παραγωγής.

Στην παραγωγή συμμετείχαν ο Andy Brings και ο Haan Hartmann. Ο Brings, πρώην κιθαρίστας των SODOM, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του τελικού ήχου, ο οποίος ισορροπεί ανάμεσα στην ωμότητα και τη διαύγεια, αποφεύγοντας τις πιο σύγχρονες τάσεις της εποχής, με την ηχογράφηση και τη μίξη να πραγματοποιείται στο Midas Twins Studio στο Hagen της Γερμανίας,

Σε μουσικό επίπεδο, το “Sodom” κινείται σε γνώριμα thrash μονοπάτια, με ορισμένες διαφοροποιήσεις στην προσέγγιση. Κομμάτια όπως τα “Blood on your lips” και “Wanted dead” εκφράζουν την πιο επιθετική πλευρά της μπάντας, ενώ άλλα, όπως τα “Buried in the justice ground” και “City of God”, ενσωματώνουν πιο εμφανή μελωδικά στοιχεία και πιο δομημένες κιθαριστικές γραμμές.

Ο Angelripper είχε επίσης επισημάνει ότι ο δίσκος προσεγγίζει περισσότερο το καθαρό thrash metal σε σχέση με ορισμένες προηγούμενες κυκλοφορίες, οι οποίες ενσωμάτωναν πιο σύγχρονα στοιχεία. Διευκρίνιζε, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για επιστροφή σε παλαιότερες περιόδους, όπως αυτές των “Agent orange” ή “Tapping the vein”, αλλά για μια διαφορετική φάση, που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη εμπειρία και σταθερότερη ταυτότητα.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2006 στη Γερμανία και την Ευρώπη, ενώ ακολούθησε η διάθεσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, αποτελώντας μία ακόμη συνεπή προσθήκη στη δισκογραφία της μπάντας εκείνης της περιόδου.

Ακολούθησε εκτεταμένη συναυλιακή δραστηριότητα μέσα στο 2006, με τους SODOM να πραγματοποιούν μια σύντομη ευρωπαϊκή περιοδεία τον Δεκέμβριο, μαζί με τους FINNTROLL και LEGION OF THE DAMNED. Νωρίτερα την ίδια χρονιά, συμμετείχαν στο διήμερο Thrash Domination 2006 Festival στην Ιαπωνία, μαζί με συγκροτήματα όπως οι DEATH ANGEL, ONASLAUGHT και DRAGONLORD ενώ παράλληλα, πραγματοποίησαν την περιοδεία “Lords of depravity over East Europe tour 2006”, αρχικά με τους PANZERFAUST και στη συνέχεια με τους ASSASSIN, συνδυάζοντας αυτόνομες εμφανίσεις με συμμετοχές σε φεστιβάλ.

Συνολικά, παρότι το “Sodom” δεν συγκαταλέγεται στις πλέον καθοριστικές κυκλοφορίες της δισκογραφίας τους, παραμένει αντιπροσωπευτικό της περιόδου στην οποία δημιουργήθηκε. Χωρίς πειραματισμούς ή προσπάθεια εντυπωσιασμού, αποτυπώνει μια σταθερή φάση της μπάντας και λειτουργεί ως σαφής δήλωση της ταυτότητάς της εκείνη την εποχή.

Κώστας Αλατάς

A day to remember… 21/4 [SCAR SYMMETRY]

0
Symmetry

Symmetry

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Pitch black progress” – SCAR SYMMETRY
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jonas Kjellgren
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Christian Alvestam – Φωνητικά
Jonas Kjellgren – Κιθάρα, Πλήκτρα
Per Nilsson – Κιθάρα
Kenneth Seil – Μπάσο
Henrik Ohlsson – Drums

Οι SCAR SYMMETRY, μετά το ιδιαίτερα εντυπωσιακό ντεμπούτο τους, κλήθηκαν να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει με το “Symmetric in design” αλλά και να εξελίξουν τον ήχο τους. Στις 21 Απριλίου 2006, με την κυκλοφορία του “Pitch black progress”, απέδειξαν ότι διέθεταν τόσο την τεχνική κατάρτιση όσο και το καλλιτεχνικό όραμα για να το πετύχουν.

Το “Pitch black progress” στηρίζεται σταθερά στις βάσεις του μελωδικού death metal, διατηρώντας τα στοιχεία που ανέδειξαν το “Symmetric in design”, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται πιο ώριμο και προσεγμένο σε επίπεδο σύνθεσης. Οι κιθάρες των Per Nilsson και Jonas Kjellgren κινούνται με άνεση ανάμεσα σε επιθετικά riffs και έντονα μελωδικά leads, διαμορφώνοντας έναν ήχο που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στη σκληρότητα και την μελωδία.

Καθοριστικό ρόλο στην ταυτότητα του δίσκου διαδραματίζει, για ακόμη μία φορά, η ερμηνεία του Christian Alvestam. Η εναλλαγή ανάμεσα σε death metal growls και καθαρά, ενίοτε πιο cheesy, φωνητικά, αποτελεί βασικό γνώρισμα του ήχου των SCAR SYMMETRY και εδώ αποδίδεται με μεγάλη φυσικότητα και συνοχή. Σε συνθετικό επίπεδο, το άλμπουμ αποπνέει αυξημένη αυτοπεποίθηση. Οι δομές είναι πιο ξεκάθαρες, τα ρεφρέν πιο ευκολομνημόνευτα, ενώ δεν απουσιάζουν στιγμές ήπιου πειραματισμού με progressive ή ακόμη και industrial αποχρώσεις. Κομμάτια όπως τα “The Illusionist”, “Slaves to the subliminal” και “Mind machine” αναδεικνύουν αυτή την ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική αρτιότητα και μια πιο προσιτή προσέγγιση.

Το “Pitch black progress” δεν λειτούργησε απλώς ως η φυσική συνέχεια ενός επιτυχημένου ντεμπούτου, αλλά ως ο δίσκος όπου οι SCAR SYMMETRY άρχισαν να διαμορφώνουν με σαφήνεια τον χαρακτήρα τους. Η συνοχή των κομματιών, η ωριμότητα των συνθέσεων, η ξεκάθαρη μουσική κατεύθυνση και ο διακριτικός πειραματισμός συνθέτουν ένα πολύ καλό σύνολο. Παρότι δεν κατάφεραν στη συνέχεια να καθιερωθούν ως μία από τις κορυφαίες δυνάμεις του είδους, διατήρησαν τον χαρακτήρα ενός αξιόλογου και συνεπούς συγκροτήματος με σημαντικές κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους και το “Pitch black progress” συγκαταλέγεται αναμφίβολα ανάμεσα στις πιο ξεχωριστές.

Did you know that?

  • Οι στίχοι του “Pitch black progress” κινούνται σε μεγάλο βαθμό γύρω από φιλοσοφικές και υπαρξιακές έννοιες, με έντονες επιρροές από την επιστήμη και τη μεταφυσική, εμβαθύνοντας στο ανθρώπινο υποσυνείδητο.

Δημήτρης Μπούκης

GRAVE DIGGER (Chris Boltendahl) interview – The story behind “Tunes of war”

0
Grave
Photo by Petros Karalis
Grave
Photo by Petros Karalis

“Rebellion in Scotland”

Οι αγαπημένοι Γερμανοί metallers, GRAVE DIGGER, έρχονται το Σάββατο 25/4 στη Λάρισα (Circus), την Κυριακή 26/4 στη Θεσσαλονίκη (Eightball) και τη Δευτέρα 27/4 στην Αθήνα (Gagarin 205) για να παρουσιάσουν το επετειακό show τους για τα 30 χρόνια από το θρυλικό “Tunes of war”. Στην Αθήνα μάλιστα, θα είναι μαζί τους οι BRAINSTORM και οι BLAZON STONE!!! Ποια καλύτερη αφορμή, λοιπόν, για να μιλήσει με τον αρχηγό του σχήματος, Chris Boltendahl, ο Σάκης Φράγκος και να μάθουμε όλες τις ιστορίες πίσω από το άλμπουμ που θα παρουσιαστεί καθ’ ολοκληρία!

Λοιπόν, είμαστε εδώ στο Rock Hard με τον Chris Boltendahl από τους GRAVE DIGGER. Πώς είσαι, Chris;
Είμαι καλά, ευχαριστώ πολύ.

Θα μιλήσουμε για τις ιστορίες πίσω από το “Tunes of War”, το οποίο θα παρουσιάσετε ολόκληρο. Αλλά πριν ξεκινήσουμε, μόλις μου είπες ότι θα μείνεις ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκεται το στούντιο στο οποίο ηχογραφήσατε το “Tunes of War”.
Ναι, το πρώτο άλμπουμ που ηχογραφήσαμε στο Principal Studio ήταν το “Heart of Darkness” το 1995. Και τώρα μετακομίζω από την Κολωνία στην επαρχία όπου βρίσκεται το στούντιο. Από το Σάββατο θα μένω εκεί. Το Σάββατο κάνουμε τη μεγάλη μετακόμιση. Θα έχω το δικό μου στούντιο εκεί. Και ο επόμενος δίσκος των GRAVE DIGGER θα ηχογραφηθεί επίσης εκεί. Και ναι, πολλή δουλειά.

Ναι, θα έχει τα vibe του “Tunes of War”.
Τώρα θα κοιμάμαι με γκάιντες δίπλα μου.

Λοιπόν, μετά τη σκοτεινότερη ατμόσφαιρα του “Heart of Darkness”, τι σας έκανε να στραφείτε σε ένα τόσο μεγαλεπήβολο ιστορικό concept άλμπουμ;
Νομίζω ότι η αφορμή ήταν το τραγούδι “Heart of Darkness”, που ήταν ένα concept κομμάτι βασισμένο στην ταινία “Apocalypse Now”. Μετά σκεφτήκαμε, μαζί με τον Tommy Göttlich, τον πρώην μπασίστα μας, ότι θα ήταν καλή ιδέα να γράψουμε δύο ή τρία τραγούδια για τη σκωτσέζικη ιστορία, γιατί ήταν μεγάλος fan της και της χώρας. Συμφωνήσαμε και αρχίσαμε να συνθέτουμε. Και είπαμε, μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα τραγούδια για την ιστορία της Σκωτίας και του λαού της. Ήταν μια πολύ γρήγορη ιδέα. Και μετά είπαμε, εντάξει, κάνουμε ένα concept άλμπουμ για τη σκωτσέζικη ιστορία.

Και αν δεν κάνω λάθος, ο Tommy Göttlich ήταν καθηγητής αγγλικής ιστορίας.
Ναι, δίδασκε ιστορία και αγγλικά. Και ταξίδευε πολύ με τη μηχανή του στη Σκωτία. Ήξερε τα πάντα γι’ αυτό, τα μέρη, είχε πολύ καλό υπόβαθρο. Και αυτό βοήθησε πολύ στο concept και στους στίχους.

Πόσο σημαντικό ήταν το ακαδημαϊκό του υπόβαθρο στη διαμόρφωση της ιστορίας του άλμπουμ; Γιατί γράψατε μαζί τους στίχους, αν δεν κάνω λάθος.
Ναι, γράψαμε μαζί τους στίχους, αλλά εκείνος ήταν πλήρως υπεύθυνος για το concept και τη χρονολογική δομή. Έκανε πολλή δουλειά.

Ταξίδεψε μόνος του ή μαζί σας στη Σκωτία για να κατανοήσετε την κουλτούρα και την ιστορία;
Όχι, όταν γράφαμε το άλμπουμ, εγώ δεν είχα πάει ποτέ στη Σκωτία. Μετά πήγαμε με πολλούς δημοσιογράφους, κάναμε ένα πενθήμερο ταξίδι με nightliner και επισκεφθήκαμε όλα τα μέρη. Ήταν φανταστικό. Και την τελευταία μέρα κάναμε ένα listening session στο Dunvegan Castle, στο βόρειο τμήμα του Isle of Skye, και ήπιαμε πολύ σκωτσέζικο single malt ουίσκι. Ήταν μεγάλο πάρτι. Ήταν απίστευτο γιατί πολλά πράγματα «κούμπωσαν» τέλεια σε αυτό το άλμπουμ. Από τη μία ήταν τύχη, από την άλλη υπήρχε και η ταινία “Braveheart”. Δεν την είχα δει πριν γράψουμε τον δίσκο. Την είδα πρώτη φορά στο nightliner καθ’ οδόν για Σκωτία και είπα «αυτή είναι ακριβώς η ατμόσφαιρα του δίσκου». Πολλά πράγματα πήγαν πολύ καλά.

Γιατί πολλοί πιστεύουν ότι επειδή το “Braveheart” βγήκε έναν χρόνο πριν το “Tunes of War”, επηρέασε το concept.
Όχι, όχι ιδιαίτερα. Το “Braveheart” αφορά έναν χαρακτήρα, τον William Wallace. Εμείς καλύπτουμε όλη την ιστορία από το 1000 μέχρι το 1700. Είναι μόνο ένα κομμάτι του άλμπουμ. Αλλά η ατμόσφαιρα της ταινίας λειτουργεί σαν καθρέφτης του δίσκου.

Σκέφτηκες ποτέ ότι το “Tunes of War” θα έπρεπε να είναι το soundtrack της ταινίας;
Ναι, ναι, θα έπρεπε! (γέλια) Όχι, το “Braveheart” είναι blockbuster και δεν είναι και ιστορικά ακριβές. Ο Mel Gibson πρόσθεσε πολλά για ρομαντικούς λόγους. Αν το συγκρίνεις με το ιστορικό concept των GRAVE DIGGER, είναι διαφορετικά πράγματα.

Πόσο σημαντική ήταν για εσάς η ιστορική ακρίβεια όταν γράφατε για πρόσωπα όπως ο William Wallace ή ο Robert the Bruce;
Ήταν πολύ σημαντική. Δεν θέλαμε να προσθέσουμε πράγματα όπως έκανε ο Gibson. Θέλαμε ένα πραγματικά ιστορικό concept.

Όταν επισκέφθηκες τη Σκωτία, υπήρξαν μέρη που σου άφησαν έντονη εντύπωση;
Για μένα, το πιο σημαντικό ήταν το Stirling Castle. Υπάρχει μνημείο του William Wallace, μπορείς να ανέβεις. Υπάρχει μια φωτογραφία από το 1996 όπου κάθομαι σε μια καρέκλα με το Stirling πίσω. Είναι από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες. Το 2018 πήγα ξανά με τον γιο μου και βγάλαμε την ίδια φωτογραφία στο ίδιο σημείο. Μετά το ταξίδι μου είπε ότι δεν θέλει να ξαναπάει Σκωτία γιατί είδε… κάθε κάστρο που υπάρχει (γέλια).

Πολλοί fans λένε ότι στο “Tunes of War” γεννήθηκε η κλασική «επική» φόρμουλα των GRAVE DIGGER. Ήταν στο μυαλό σας;
Όχι. Προέκυψε κομμάτι-κομμάτι. Τα μεγάλα ρεφρέν ήρθαν όταν μπήκε ο Hansi Kürsch με τα background φωνητικά. Στο τέλος δεν το είχαμε σχεδιάσει. Αλλά έγινε τεράστια παρακαταθήκη. Μετά όλοι ζητούσαν άλλο ένα “Tunes of War”. Η εταιρεία ήθελε περισσότερα concept άλμπουμ, και έτσι ήρθαν τα “Knights of the Cross”, “Excalibur” κ.λπ. Ήταν τεράστιο βήμα, αλλά και βάρος που δεν μπορούσαμε να ξαναφτάσουμε.

Είναι και ευλογία και κατάρα.
Ακριβώς. Δεν μπορείς να το επαναλάβεις. Προσπαθήσαμε, αλλά πάντα έμοιαζε με επαναχρησιμοποίηση ιδεών.

Το άλμπουμ έχει γκάιντες, κάτι ασυνήθιστο τότε για metal. Πώς προέκυψε;
Είπαμε, κάνουμε κάτι για τη σκωτσέζικη ιστορία, άρα η γκάιντα είναι αυθεντικό όργανο και συνδεδεμένο με τον πόλεμο. Είναι τόσο δυνατή που αν παίξει σε δωμάτιο, φεύγεις. Ήταν σαν «όπλο». Το πρόβλημα είναι ότι δεν κουρδίζει με την κιθάρα, οπότε ηχογραφήθηκε ξεχωριστά και προσαρμόστηκε. Γι’ αυτό και δεν παίζαμε μαζί ζωντανά – είναι σχεδόν αδύνατο.

Γι’ αυτό λέγεται “Tunes of War” – γιατί «πολεμάνε» μεταξύ τους.
Ακριβώς, δεν γίνεται αλλιώς.

Πώς βρήκατε τον Scott Cochrane;
Ήταν φίλος του Uwe Lulis από την ίδια πόλη. Ήρθε και ηχογράφησε τις γκάιντες μέσα σε μία μέρα. Μετά, στα επόμενα άλμπουμ, συνεργαστήκαμε με φίλο από το Αμβούργο που οργάνωνε ολόκληρες ορχήστρες με γκάιντες.

Το άλμπουμ ανοίγει με το “The Brave”, που είναι ουσιαστικά μια heavy metal εκδοχή του “Scotland the Brave”. Γιατί αποφασίσατε να ξεκινήσετε έτσι; Ήταν σαν γροθιά, αρκετά ασυνήθιστο άκουσμα. Θυμάμαι τότε μόνο οι SKYCLAD χρησιμοποιούσαν βιολί και ελάχιστες μπάντες είχαν όργανα πέρα από κιθάρα, πλήκτρα, μπάσο, τύμπανα. Και ξαφνικά ακούς γκάιντες και λες «τι στο καλό είναι αυτό;»
Ναι, είναι λίγο-πολύ ένας εθνικός ύμνος της Σκωτίας. Και είπαμε, εντάξει, ας το κάνουμε σε heavy metal. Δεν το σκεφτήκαμε πολύ. Σήμερα θα το αναλύαμε πολύ περισσότερο.

Αν το σκεφτόσασταν πολύ, δεν θα το κάνατε ποτέ.
Ναι, δεν είχαμε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Είχαμε τρελές ιδέες κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης. Πίναμε πολύ και λέγαμε «οκ, καλή ιδέα, πάμε να το κάνουμε». Και έτσι κουρδίσαμε τις γκάιντες και βάλαμε από πάνω δίκαση και κιθάρες. Πολλά πράγματα «έδεσαν» σε αυτό το άλμπουμ. Πολλές καλές ιδέες μαζί.

Ακόμα και μέσα στα τραγούδια ακούς τις φατρίες να πολεμάνε, τα σπαθιά να «τραγουδούν» νότες. Κάτι επίσης ασυνήθιστο είναι η μπαλάντα “Mary, Queen of Scots”, όπου δείχνεις μια εντελώς διαφορετική πλευρά της φωνής σου. Ήταν δύσκολο να τραγουδήσεις με τόσο «ευάλωτο» τρόπο;
Όχι, αυτή είναι η κανονική μου φωνή. Η άλλη είναι η «κραυγαλέα». Έχω και φωνή για τραγούδι. Δεν είχα πρόβλημα. Σήμερα προσπαθώ να τα συνδυάζω περισσότερο. Αλλά στο “Ballad of Mary” έδειξα την άλλη μου πλευρά. Και το παίζαμε και live, μπορούσα να το τραγουδήσω έτσι κανονικά.

Θα είχε ενδιαφέρον να το ακούσουμε, γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που σας είδαμε στην Αθήνα το 1997 — αλλά θα το πιάσουμε μετά. Αυτός ο δίσκος περιλαμβάνει το “Rebellion”, που έχει γίνει ίσως το πιο γνωστό τραγούδι των GRAVE DIGGER. Όταν γράφατε το “Tunes of War”, είχατε καταλάβει ότι θα γίνει ύμνος;
Αμέσως μόλις το τραγούδησα. Το αστείο είναι ότι η μπάντα ήταν στο στούντιο κι εγώ ήμουν στην Κρήτη και έκανα εξάσκηση. Μετά πήγα στο Münster, στο Principal Studio, και άρχισα να γράφω φωνητικά. Όταν έφτασα στο “Rebellion”, τραγούδησα το ρεφρέν και λίγες μέρες μετά ήρθαν τα backing vocals και ακολούθησαν τη μελωδία. Όταν τελείωσαν, όλοι στο στούντιο τραγουδούσαν το ρεφρέν. Τότε καταλάβαμε ότι είχαμε γράψει επιτυχία. Και μετά live έγινε sing-along — εδώ και 30 χρόνια.

Γιατί πιστεύεις ότι αυτός ο δίσκος συνδέθηκε τόσο έντονα με το κοινό;
Νομίζω κυρίως λόγω των “Rebellion” και “Dark of the Sun”. Το πιο «κλασικό» τραγούδι των GRAVE DIGGER είναι μάλλον το “Heavy Metal Breakdown”, γιατί δείχνει όλη την ταυτότητα της μπάντας. Αλλά το “Rebellion” είναι τραγούδι για συμμετοχή του κοινού. Και η έννοια της εξέγερσης υπάρχει μέσα σε όλους. Αν δεις τον κόσμο σήμερα, υπάρχουν εξεγέρσεις παντού. Είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο.

Συμφωνείς ότι αυτός ο δίσκος άλλαξε τη μοίρα της μπάντας;
Ναι, την άλλαξε, αλλά έγινε και μια βαριά παρακαταθήκη. Όπως οι QUEENSRŸCHE με το “Operation: Mindcrime”. Δεν το ξανάκαναν ποτέ. Κάτι τέτοιο συμβαίνει μία φορά στη ζωή. Προσπαθήσαμε πολλές φορές να ξανακάνουμε έναν τέτοιο δίσκο, αλλά σήμερα λέμε: το “Tunes of War” είναι αυτό που είναι. Τελείωσε. Τώρα κάνουμε αυτό που θέλουμε. Αν ακούσεις το “The Bone Collector”, είναι τελείως διαφορετικό — καθαρό heavy metal. Και ο νέος δίσκος είναι σχεδόν έτοιμος και επίσης πολύ διαφορετικός.

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι μικρό στο “Tunes of War”;
Τίποτα. Κάθε δίσκος αντιπροσωπεύει μια περίοδο της μπάντας. Είναι το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε τότε. Δεν κοιτάζω πίσω — κοιτάζω το μέλλον.

Τώρα το παίζετε σχεδόν ολόκληρο για τα 30 χρόνια. Πώς είναι αυτή η εμπειρία;
Θα παίξουμε περίπου το 85%. Θα λείψουν δύο κομμάτια. Αλλά θα είναι ωραίο να ξαναπαίξουμε τραγούδια όπως “The Truth”, “Ballad of Mary”, “Culloden Muir”, “William Wallace”. Θα παίξουμε και κομμάτια από την τριλογία (“Knights of the Cross”, “Excalibur”). Πρέπει να τα ξαναμάθουμε όλα — και εγώ και ο Tobias στην κιθάρα. Ξεκινάμε πρόβες στα μέσα Απριλίου. Πιστεύω θα τα αποδώσουμε σχεδόν 100%, γιατί ο Tobias είναι εξαιρετικός κιθαρίστας.

Photo by Petros Karalis

Παίξατε πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1997, σε ένα soldout στο Ρόδον Club. Τι θυμάσαι;
Όταν κυκλοφόρησε το “Tunes of War”, μας είπαν ότι είμαστε πολύ δημοφιλείς στην Ελλάδα. Και λέγαμε «στην Ελλάδα;». Δεν είχαμε παίξει ποτέ. Και μετά ήρθε η πρόταση από το Ρόδον και μας είπαν ότι είναι sold out με 1.200 άτομα. Ήταν απίστευτο. Έχω πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα σας.

Σαν να υπάρχει και δεύτερη γενιά που ακούει GRAVE DIGGER.
Ναι. Με τον Tobias, ο ήχος της κιθάρας έφερε ξανά την ταυτότητα της μπάντας. Ο κόσμος το αναγνωρίζει και αυτό μας δίνει νέα δυναμική.

Τι να περιμένουμε από τις ελληνικές εμφανίσεις;
Θα παίξουμε 85% “Tunes of War”, μερικά από “Knights of the Cross” και “Excalibur”, και τα κλασικά από τα ‘80s: “Headbanging Man”, “Witch Hunter”, “Heavy Metal Breakdown”. Υποσχόμαστε ένα καθαρό heavy metal show. Χωρίς περιττά πράγματα — μόνο μουσική. Όπως οι SAXON ή οι JUDAS PRIEST.

Φανταστικά. Chris, ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου.
Ευχαριστώ πολύ. Θα τα πούμε στην Αθήνα!

Σάκης Φράγκος

Tidal Dreams @ Piraeus Club Academy – 2 Μαϊου 2026

0
Tidal Dreams

Tidal Dreams

Η συναυλιακή άνοιξη αποκτά επικό χαρακτήρα, καθώς οι Tidal Dreams επιστρέφουν στη σκηνή της Αθήνας για ένα δυνατό live στο Piraeus Academy, σε μια βραδιά αφιερωμένη στο epic heavy και power metal.

Στη σκηνή του Piraeus Academy, το συγκρότημα θα παρουσιάσει ένα setlist που θα καλύπτει ολόκληρη τη δισκογραφική του πορεία, με ένταση, μελωδία και πολλές εκπλήξεις.

Τη βραδιά θα ανοίξουν οι Blacksun, προετοιμάζοντας ιδανικά το έδαφος για μια βραδιά γεμάτη δυναμισμό και metal ενέργεια.

Κλείστε εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/tidal-dreams-piraeus-club-academy/

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Piraeus Club Academy

https://www.piraeusclubacademy.gr/

Πειραιώς 105, Αθήνα 11854

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:00

Μη χάσετε μια από τις πιο δυνατές heavy metal εμφανίσεις της άνοιξης!

Tidal Dreams

Με πορεία που ξεκινά το 2010, οι Tidal Dreams έχουν εδραιώσει το όνομά τους στην ελληνική metal σκηνή, συνδυάζοντας μελωδικό heavy metal με επικά power στοιχεία.

Από το ντεμπούτο τους Once Upon A Tide μέχρι την κατάκτηση της πρώτης θέσης στον ελληνικό τελικό του Wacken Metal Battle και τη συμμετοχή τους στο Wacken Open Air, η μπάντα έχει αποδείξει τη δυναμική της τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

Τα άλμπουμ Previsor και Access Denied ανέδειξαν την εξέλιξη και την ωριμότητα του ήχου τους, ενώ το πρόσφατο single We’ve Risen Again επιβεβαιώνει πως οι Tidal Dreams συνεχίζουν με αμείωτη δημιουργική ένταση.

https://tidaldreams.net/

Blacksun

Σχηματισμένοι το 1993, οι Blacksun προσπαθούν πάντα να συνδυάσουν τη μελωδία, την ατμόσφαιρα με τη heavy metal μουσική. Παιδιά της metal μουσικής των δεκαετιών του ’80 και του ’90, επηρεασμένοι από σπουδαία άλμπουμ και καλλιτέχνες. Η φιλοδοξία τους για δημιουργία βασίστηκε σε αυτές τις μελωδίες και τα riffs για να ολοκληρώσουν τον προσωπικό τους ήχο.

Η μουσική των Blacksun είναι εδώ για να υπενθυμίσει σε όλους ότι η heavy metal μουσική ταιριάζει πάντα με τη μελωδία – ένας τέλειος συνδυασμός.

https://www.facebook.com/BlacksunGreece/

ONE OF THEM: Δείτε το video clip του “Space” από Έλληνες progsters

0
One Of Them

One Of Them

ONE OF THEM: SPACE 

Οι One of Them συστήνονται στην prog σκηνή με το πρώτο τους single, Space, και φαίνεται ότι ήρθαν για να μείνουν.  

Ο ήχος τους, καθαρός και δυνατός, συνδυάζει σύγχρονη metal αισθητική με ατμοσφαιρικές υφές, κινούμενος ανάμεσα σε πολύπλοκα ρυθμικά μοτίβα, βαριά riffs και εναλλαγές μεταξύ καθαρών και scream φωνητικών.  

Είναι η έκπληξη, αυτό που περιμέναμε να μας ταρακουνήσει, μία νέα πρόταση που τραβά την προσοχή. Μια ισχυρή δήλωση που αφήνει ξεκάθαρο αποτύπωμα από το πρώτο τους βήμα.   

Ακούστε το SPACE: 

Το συγκρότημα αποτελείται από τους Ρεβέκκα Γεωργιάδη (vocals), Ηρακλή Τσεσμελή (Κιθάρα), Δημήτρη Βαρελτζή (Drums) και το νεο-εισαχθέν μέλος της, Βίκτωρα Κουλουμπή (Μπάσο), ενώ το Space, καθώς και ολόκληρo το EP ηχογραφήθηκε από τους πρώτους τρείς.

Παρότι αποτελούν μια νέα παρουσία στη σκηνή, τα μέλη της μπάντας φέρνουν μαζί τους πολυετή εμπειρία από προηγούμενα μουσικά σχήματα, όπως Bandallusia, Nochnoy Dozor, Waλves, Of Embla, Need κ.α. Μαζί, χτίζουν έναν ήχο που φέρει ένταση, μελωδικότητα και δυναμική έκφραση, με στόχο να εξερευνήσουν τα όρια του σύγχρονου progressive metal. 

Το πρώτο τους single, Space, σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας δημιουργικής πορείας, καθώς, αποτελεί απλά την αφετηρία της δισκογραφίας τους και προμηνύει τον δίσκο που θα ακολουθήσει, σύντομα.   

Stream SPACE: linktr.ee/OneOfThemOfficial 

Η ηχογράφηση έγινε στο Eightyard studios και η παραγωγή, μίξη και master έγιναν από τον Έκτορα Τσολάκη

Θα έχουμε, επίσης, την χαρά να τους δούμε στην πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση με τους KIVA στις 30 Μαΐου στο ΝΑΟΣ! 

Ακολουθήστε τους One of Them: Instagram | Facebook 

Επικοινωνία: oneofthem2026@gmail.com 

FUZZING NATION – Album release show + friends

0
Fuzzing
Fuzzing
Προπώληση Hard Copy Tickets:
Oldschool – Σολωμού 13, Εξάρχεια
Metal Era – Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα
Οι Fuzzing Nation επιστρέφουν στη σκηνή για μια βραδιά που δεν είναι απλά ένα live… είναι γιορτή, παρουσίαση δίσκου και οικογενειακή συνάντηση των Mothertruckers.
Από το πρώτο τους jam στα τέλη του 2022, όταν τρεις μουσικοί της ελληνικής heavy σκηνής ενώθηκαν με κοινή αγάπη για τα 70s grooves, τα desert riffs και τον βρώμικο fuzz ήχο, μέχρι το live–recorded ντεμπούτο EP και το πιο ώριμο και προσεγμένο Into The Desert, οι Fuzzing Nation χτίζουν σταθερά το δικό τους μονοπάτι στο heavy/stoner rock.
Με βαρύ groove, υπνωτικά riffs και εκείνη τη ζεστή αναλογική ενέργεια που σε τραβάει κατευθείαν μπροστά στη σκηνή, η μπάντα ετοιμάζεται να παρουσιάσει για πρώτη φορά ζωντανά ολόκληρο το νέο άλμπουμ “Mothertruck”.
Νέο υλικό, αγαπημένα κομμάτια και ένας ήχος γεμάτος fuzz, ιδρώτα και αυθεντικό rock ’n’ roll.
Και επειδή τέτοιες βραδιές θέλουν και εκλεκτή παρέα…
Special Guests – Covers Show
Argy Galiatsatos (Nightstalker)
Babis Papanikolaou (Planet of Zeus)
Μαζί στη σκηνή για ένα ιδιαίτερο set γεμάτο heavy rock classics και απρόβλεπτες στιγμές.
Αν είσαι εκεί, είσαι μέρος της ιστορίας.
Αν δεν είσαι… θα το μετανιώσεις.
See you in the pit, Mothertruckers
Μαζί τους οι UNDER THE SUN
Οι Under The Sun είναι ένα sludgerotic stoner συγκρότημα που δημιουργήθηκε το 2015 μέσα από heavy riffs και jamming. Επηρεασμένοι από τους Black Sabbath και μπάντες όπως οι Orange Goblin, Kyuss και C.O.C., συνδυάζουν τον ήχο του ’70s heavy rock με το stoner / doom, χτίζοντας τη δική τους ταυτότητα.
Με fuzz κιθάρες, groovy μπάσο, δυναμικά φωνητικά και «ταξιδιάρικα» τύμπανα, κινούνται ανάμεσα στο heavy-doom και το desert/stoner rock. Ηχογραφώντας live και με ελάχιστες λήψεις, διατηρούν μια ωμή, punk ενέργεια μαζί με πιο ψυχεδελικές, χαλαρές στιγμές.
Το ντεμπούτο άλμπουμ “The Bell of Doom” κυκλοφόρησε σε βινύλιο και CD στις 5 Απριλίου 2024 από τη Sound Effect Records — ένας δυνατός stoner-sludge δίσκος που ισορροπεί ανάμεσα στη σκληρότητα και την ψυχεδέλεια, με θεματολογία γύρω από όνειρα, λάθη και τη ζωή στον δρόμο, θυμίζοντας πως είμαστε όλοι ίσοι κάτω από τον ήλιο.

MISTY ROUTE – “Ethos” album release show

0
Misty Route
Misty Route
Μετά την πολυαναμενόμενη κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ με τίτλο “Ethos”, οι Misty Route ανεβαίνουν στη σκηνή του Ίλιον Plus το Σάββατο 25 Απριλίου 2026, για να το γιορτάσουν και να το παρουσιάσουν ζωντανά στο κοινό για πρώτη φορά. Μαζί τους δύο πολύ εκλεκτοί και ταλαντούχοι φίλοι τους με σπουδαία πορεία στην τοπική underground σκηνή, οι Honeybadger και οι Black Stone Machine, φτιάχνοντας μια άχαστη τριάδα που στοχεύει να συμπαρασύρει μουσικά τους πάντες.
Ίσως στο πιο σημαντικό headline show της μέχρι τώρα ιστορίας τους, οι οικοδεσπότες της βραδιάς υπόσχονται ένα φαντασμαγορικό live γεμάτο ενέργεια και έντονα συναισθήματα, το οποίο θα μείνει χαραγμένο για πολύ καιρό στο μυαλό και την καρδιά όσων βρεθούν εκεί.
Misty Route
Οι Misty Route είναι μία alternative metal μπάντα που σχηματίστηκε το 2019 στην Αθήνα.
Το μουσικό τους ύφος προκύπτει από ένα κράμα διαφορετικών μουσικών επιρροών, με κύρια χαρακτηριστικά την ατμοσφαιρικότητα, τη σκοτεινή αισθητική και την κλιμακούμενη γκρούβα, ενώνοντας αρμονικά ψυχεδελικές ροκ πινελιές με metal ξεσπάσματα.
Το group απαρτίζεται από τους Λευτέρη Σαατσάκη στην κιθάρα και τα φωνητικά, Γιώργο Κονόμη στο μπάσο και Κωνσταντίνο Καλούδη στα τύμπανα.
Το Δεκέμβριο του 2021 οι Misty Route κυκλοφόρησαν το πρώτο full-length άλμπουμ τους με τίτλο “Without A Trace” [Recording & Mixing: Αντώνης Κοντόζογλου – 9800 Studios, Mastering: Göran Finnberg (Opeth, In Flames, Meshuggah, Arch Enemy, Soilwork, Hammerfall, Dark Tranquility κ.α.), Artwork: Στέλιος Χάλας].
Στο διάστημα από την κυκλοφορία του μέχρι σήμερα, το “Without A Trace” έχει καταφέρει να αποσπάσει ιδιαίτερα θετικές κριτικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ οι Misty Route συνεχίζουν να προσθέτουν ολοένα και μεγαλύτερα live στο ενεργητικό τους χρόνο με το χρόνο, όπως την πρόσφατη εμφάνισή τους στο Κύτταρο για το επετειακό live των Μέμφις, το headline show τους στο An Club στο πλάι των Hidden In The Basement και Sevengill για το κλείσιμο του “Without A Trace”, αλλά και την παρουσία τους σε δημοφιλή φεστιβάλ της Ελλάδας και του εξωτερικού την τελευταία τετραετία.
Στις 20 Μαρτίου 2026 η μπάντα κυκλοφόρησε, μέσω της γαλλικής δισκογραφικής Bitume, το 2ο full-length άλμπουμ της με τίτλο “Ethos” [Recording: Αντώνης Κοντόζογλου – 9800 Studios, Mixing: Γιώργος Προκοπίου (Mother Of Millions & Poem), Mastering: Έκτορας Τσολάκης, Artwork: Μάνθος Στεργίου], το οποίο και παρουσιάζει ζωντανά στη σκηνή του Ίλιον Plus στις 25 Απριλίου 2026.
Honeybadger
Οι Honeybadger είναι μια αθηναϊκή desert rock μπάντα που δραστηριοποιείται στη rock σκηνή από το 2015. Με επιρροές, εκτός από το stoner, το heavy rock, τον indie/alternative και τον grunge ήχο έχουν δημιουργήσει δισκογραφικά το “The Rain” EP (2017, self release), το πρώτο ολοκληρωμένο τους LP με το όνομα “Pleasure Delayer” (2020, Made of Stone Recordings) και το τελευταίο τους album με όνομα “Let There Be Light (2025) μέσω της Καναδικής SODEH Records.
Η αναγνώριση από τη σκηνή σε Ελλάδα και εξωτερικό ήρθε σχετικά γρήγορα, μαζί με τη συνεχή τους προσπάθεια για εξέλιξη του μουσικού είδους τους. Έχουν την εμπειρία αρκετών lives δίπλα σε μεγάλες εγχώριες μπάντες του ήχου, στα περισσότερα από τα αθηναϊκά venues καθώς και σε διάφορες ελληνικές πόλεις (Θεσσαλονίκη – Eightball, Λάρισα – Skyland, Κόρινθος – Zeppelin κ.α) και σε επιλεγμένα φεστιβάλ της Ελλάδας (MammothFest, Chania Rock Festival, ΑΧΕΡΩΝ MUSIC SESSIONS 2, Beer Music fest 2025), με τελευταίες σημαντικές εμφανίσεις στο “Krokos Open Air Festival” στην Κοζάνη τον Αύγουστο του 2025 και ως support act στους Dozer (Σουηδία) στο Arch Club τον Οκτώβριο του 2025. Μετά από σημαντικές αλλαγές στο line up, η μπάντα που τα τελευταία δύο χρόνια ήταν ένα power trio έγινε ξανά ένα γεμάτο κιθαριστικό όγκο και μελωδίες κουαρτέτο. Έτσι προχώρησαν αποφασιστικά στο release του sophomore full length album τους με όνομα “Let There Be Light” που κυκλοφόρησε ήδη σε ψηφιακή και φυσική μορφή από τις 19 Οκτωβρίου του 2025. Έχει ήδη αποκομίσει σημαντικές δισκοκριτικές με κυριότερες αυτές του Metal Hammer Greece ως “Πρόταση του μήνα” (Νοέμβριος 2025) και των Doom Charts στα οποία έχει μπει ως #13 του μήνα Οκτωβρίου 2025 (https://doomcharts.com/2025/11/07/doom-charts-october-2025)
Στις 12 Δεκεμβρίου παρουσίασαν live το νέο άλμπουμ τους στο An Club με special guests τους Nothing Thrives και supporting act τις Scab Rosa.
Οι Honeybadger είναι οι:
Dimitris Vardoulakis – Vocals/Rhythm guitar
Vagg Oikonomou – Drums/Percussion, Backing vocals
Fogg – Bass guitar
Dimitris Michailaras – Lead guitar
Black Stone Machine
Οι Black Stone Machine, συνδυάζουν τον σκληρό ήχο με τα Blues και την Country Rock, κυκλοφόρησαν το νέο τους EP “The Guild Of Black”, τον Φεβρουάριο του ’24 .
Η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering του EP ολοκληρώθηκε στα Deva Soundz Studios από τον Fotis Benardo, ενώ το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο Daniel Goudelis.
Από την ίδρυσή τους το 2019, οι Black Stone Machine έχουν αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση γοητεύοντας το κοινό με το ταλέντο και τη μουσική τους.
Αυτή την περίοδο η μπάντα βρίσκεται στην διαδικασία της ηχογράφησης του δεύτερου LP, με παραγωγό τον Steve Lado, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2026.
Releases:
BLACK STONE MACHINE (EP) 2019
HOUSE OF LIES (SINGLE) 2020
CROSSROADS (LP) 2020
THE WIZARD (BLACK SABBATH) COLLECTION
ONE WITH THE HORDE (EP) 2021
THE GUILD OF BLACK (EP) 2024
BLACK STONE MACHINE IS:
Alex: Guitars / Vocals
George: Guitars
Jojos: Bass
Jim: Drums
BLACK STONE MACHINE online:
E-mail: blackstonemachineband@gmail.com
www.blackstonemachine.com Facebook:
Facebook: https://www.facebook.com/blackstonemachine/
Instagram: https://www.instagram.com/blackstonemachine/
Εισιτήρια:
– Προπώληση 12€
Μέσω απευθείας επικοινωνίας με τις μπάντες
Online μέσω more στο https://www.more.com/…/oi-misty-route-parousiazoun…/
– Ταμείο 14€
Οι πόρτες ανοίγουν 20:00
Ίλιον Plus, Πατησίων & Κοδριγκτώνος 17 – Αθήνα
  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece