Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 13

LAMB OF GOD – “Into oblivion” (Century Media)

0
Lamb of God

Lamb of God

Από τα συγκροτήματα που επιβίωσαν και γιγαντώθηκαν μετά την πρώτη έκρηξη του New Wave Of American Heavy Metal, οι LAMB OF GOD επιστρέφουν με τη δέκατη δισκογραφική τους δουλειά “Into oblivion”, δείχνοντας ότι όχι μόνο δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, αλλά μπορούν να ξαναβρούν τον πυρήνα της ταυτότητάς τους χωρίς συμβιβασμούς.

Όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των LAMB OF GOD παραμένουν ακέραια. Οι στακάτες κιθάρες, το περίπλοκο drumming που παλινδρομεί ανάμεσα σε groove και τεχνική δεξιοτεχνία, η στιβαρή παρουσία του μπάσου και η call-to-arms ερμηνεία του Randy Blythe δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας.

Στο “Into oblivion” εμφανίζεται και μια πιο ώριμη πλευρά, όχι απλώς για να δώσει ανάσες ανάμεσα στις πιο επιθετικές στιγμές, αλλά ως ουσιαστική καλλιτεχνική επιλογή. Στις τελευταίες τους δουλειές, καθώς και σε αυτό το άλμπουμ, διακρίνονται προσπάθειες να ξεφύγουν από τη μανιέρα του πώς ακούγεται ένα LAMB OF GOD άλμπουμ, και εδώ επιχειρούνται αντίστοιχες κινήσεις. Η αίσθηση της ωριμότητας και της μεστότητας κυριαρχεί, σαν να έχουν αφαιρέσει το περιττό λίπος, αφήνοντας τον ήχο καθαρό και δυναμικό.

Σε τραγούδια όπως το “El Vacío” οι στίχοι μεταφέρουν ένα κάλεσμα ενάντια στη διαφθορά, την υποκρισία και τον φόβο που κυριαρχούν στη σύγχρονη κοινωνία και ζητούν ουσιαστικά μια επανάσταση αξιών χωρίς τυμπανοκρουσίες. Η ήρεμη και βαθιά επαναστατική ματιά στον τρόπο έκφρασης του Randy Blythe ισορροπεί μεταξύ μελωδικότητας και συσσωρευμένης έντασης, αποφεύγοντας την προσέγγιση που θα χρησιμοποιούσε παλιότερα και προσδίδοντας στο κομμάτι έναν χαρακτήρα τόσο συναισθηματικό όσο και προκλητικό. Στο ίδιο πνεύμα, τραγούδια όπως τα “Parasocial Christ”, “The killing floor” και “Devise/Destroy” στρέφουν το βλέμμα της μπάντας στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, στον πολιτικό κυνισμό και στην ψευδαίσθηση επιρροής της σύγχρονης ψηφιακής κουλτούρας.

Η ηχογράφηση των φωνητικών στο Total Access Studio στο Redondo Beach δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή, αλλά συμβολίζει για τον ίδιο τον Blythe μια στροφή προς την ωμή, ανεπιτήδευτη έκφραση. Το ίδιο στούντιο γέννησε κλασικούς punk δίσκους από τους BLACK FLAG, HÜSKER DÜ και DESCENDENTS και αυτή η ενέργεια αντηχεί στην προσέγγιση του “Into oblivion”, όπου η μπάντα μιλά ανοιχτά για την εποχή και τα αδιέξοδά της χωρίς φίλτρα.

Η μουσική ακολουθεί τις ρίζες της μπάντας, αλλά με μια ελευθερία που επιτρέπει πειραματισμούς. Το αποτέλεσμα είναι ένας heavy, επιθετικός ήχος που συναντά πιο ανοιχτές μελωδικές επιλογές, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η μπάντα δεν ακολουθεί τάσεις ούτε προσπαθεί να ικανοποιήσει προσδοκίες τρίτων.

Με το “Into oblivion” οι LAMB OF GOD ακούγονται να επαναπροσδιορίζουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Μετατρέπουν την παραδοσιακή τους επιθετικότητα σε κάτι που προκαλεί και προβληματίζει, χωρίς να χάνεται η ουσία του δυναμισμού και της αυθεντικότητας που τους καθιστά ένα από τα σημαντικότερα metal συγκροτήματα της γενιάς τους.

8 / 10

Κώστας Αλατάς

Paul Gilbert – “Wroc” (Mascot)

0
Gilbert

Gilbert

Ο Paul Gilbert είναι ένας από κείνους τους μεγάλους guitar heroes του οποίου το όνομα είναι γραμμένο με ανεξίτηλο μελάνι και ο οποίος δεν έχει ανάγκη να αποδείξει κάτι – το έχει κάνει με τα δύο ξακουστά του σχήματα στο παρελθόν και ως σόλο καλλιτέχνης καθώς και με ειδικές συμμετοχές και διδασκαλικό έργο. Είναι ένας επιπλέον πολύ ωραίος τύπος, γήινος και αστείος που δεν παίρνει τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά κάτι που φαίνεται από το χιούμορ του στη μουσική. Ως κιθαρίστας έχει ορθώσει το δικό του σημαιάκι στο όρος των μουσικών που όρισαν την εξάχορδη και ως σόλο καλλιτέχνης έχει εντυπωσιάσει και φτιάξει μια μεγάλη βάση οπαδών, έστω κιθαριστών στη πλειονότητα τους. Κι επειδή ο Gilbert δεν έχει όντως την ανάγκη να αποδείξει κάτι ή να ξεπεράσει τον εαυτό του, θέλει συχνά απλώς να περνάει καλά παίζοντας fun μουσική με απλότητα, χιούμορ και καλή παρέα στο μπάσο και τα ντραμς (με τον γίγαντα Nick D’Virgilio παρακαλώ των SPOCK’S BEARD) αφού ο ίδιος συχνά τραγουδά (όσο και αν πολλοί από μας το απεύχονται).

Το να περνάς καλά και να ροκάρεις με τη μουσική σου παρέα κάνοντας αυτό που σου δίνει κέφι ως μουσικός και οπαδός δεν σημαίνει αυτόματα μια απουσία ποιότητας και τη συγγραφή μιας μουσικής απλοϊκής, χωρίς προκλήσεις στο αυτί του μέσου ακροατή. Ενίοτε όμως είναι ακριβώς αυτό και ο Paul Gilbert στο “Wroc” με σόκαρε με τις δεκατρείς άνευρες, ανέμπνευστες και εν τέλει βαρετές του συνθέσεις λες και ξέχασε πως ξέρει να γράψει μουσική ναι μεν συμβατική αλλά ενδιαφέρουσα δε.

Πιο συγκεκριμένα, με εξαίρεση το πολύ ωραίο πρώτο single “Go not thither” που θυμίζει DEEP PURPLE και έχει μια δυνατή ενέργεια, όλο το υπόλοιπο άλμπουμ είναι άνευρο, προβλέψιμο και απ την άλλη χωρίς ένα συγκεκριμένο στυλιστικό αποτύπωμα αντιπροσωπευτικό του Paul Gilbert. Η αλήθεια είναι πως πάντοτε έτεινε προς το rockabilly, τα μπλουζ, την funk μουσική και ολίγη alternative pop/rock αλλά όλα αναμεμειγμένα με μαεστρία έτσι ώστε να χωρέσουν η κιθαριστική βιρτουοζιτέ και τα δυνατά riff. Εδώ απεναντίας έχουμε ένα άλμπουμ με ολίγη από το καθένα με έμφαση στη φωνή καθώς το “Wroc” δεν είναι instrumental κιθαριστικό άλμπουμ και ο Gilbert αποφάσισε να τραγουδήσει σε κάθε κομμάτι. Το έχει κάνει πολλάκις στο παρελθόν και συχνά του έβγαινε και ας μην είναι εξίσου καλός στο τραγούδι όσο στη κιθάρα. Τώρα πλέον όμως δεν του βγαίνει δυστυχώς.

Τραγουδάει συχνά με έναν εντελώς επίπεδο τόνο, χωρίς διακυμάνσεις και η χροιά του δεν συναρπάζει ώστε να θες να τραγουδήσεις μαζί του. Επιπλέον, τι έπαθε με τους τίτλους που είναι όλοι σιδηρόδρομοι με παροτρύνσεις και ιδέες όπως “Show not yourself glad (at the misfortune of another)” ή με στίχους όπως “every action done in company should be done with some sign of respect for those who are present” όπου ο Gilbert τραγουδά σλόγκαν. Δυστυχώς, με τόση έμφαση στο τραγούδι, η κιθάρα έχει μπει σε δεύτερη μοίρα και έτσι μας μένουν μερικά διάσπαρτα riff και μερικά εντυπωσιακά σόλο που έχουμε ακούσει πολλές φορές από τον χαρισματικό Αμερικάνο ωστόσο.

Δεν έχω καμία αντίρρηση που ο άνθρωπος θέλει απλώς να περάσει καλά χωρίς να χρειάζεται να ανανεώσει τα διαπιστευτήρια του ως ήρωας της εξάχορδης αλλά στο “Wroc” φαίνεται να έχει χαλαρώσει υπερβολικά. Πώς να μην νιώσεις έτσι όταν το χιούμορ του βγαίνει σε ένα κομμάτι που προκαλεί αμηχανία με τον τίτλο “If you soak bread in the sauce” και μουσικά σε υπνηλία με την απουσία ενέργειας, έντασης και όντως μιας θετικής αύρας που περνά στον ακροατή; Ίσως εκείνος και οι μουσικοί του περνάνε καλά και στο μυαλό τους χορεύουν ή κάνουν ένα ωραίο sing along αλλά προσωπικά ένιωσα αμηχανία και την παρόρμηση να πατήσω το skip κουμπί.

Το ίδιο και χειρότερα με 50s rock n’ roll κομμάτια όπως το “George Washington rules” όπου μας θέλει μεν να χορεύουμε σε κλασσικούς rock n’ roll ρυθμούς αλλά απ’ την άλλη τραγουδά επίπεδα και χωρίς την όρεξη και τρέλα ενός Jerry Lee Lewis. Ωραίο το slide σόλο βέβαια αλλά τι να το κάνω όταν το όλο αποτέλεσμα είναι ειλικρινά νερόβραστο χωρίς ένταση, δυναμισμό και κάτι που να σε συναρπάσει, ειδικά όταν είσαι κιθαρίστας και προσδοκάς την κιθάρα σε πρωταγωνιστικό ρόλο; Ειλικρινά, δεν είχα την προσδοκία από τον Paul Gilbert, εν έτει 2026, να με συναρπάσει αλλά όχι και να με απογοητεύσει τόσο πολύ.

5 / 10

Φίλιππος Φίλης

MONSTROSITY – “Screams from beneath the surface” (Metal Blade)

0

Monstrosity

Βρε καλώς τα, τα παιδιά! 7,5 χρόνια μετά το “The passage of existence” οι Αμερικάνοι death metal θρύλοι MONSTROSITY επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος. Το “The passage of existence” ήταν μια από τις πρώτες μου κριτικές ως νέου συντάκτη στο ROCK HARD τότε, θυμάμαι πόσο ωραίο και μοντέρνο ήταν, ενώ παρά την μεγάλη του διάρκεια (58 λεπτά), δεν με είχε κουράσει στο ελάχιστο. Ενδεικτικό του πόσο ποιοτικό συγκρότημα ήταν και παραμένουν, ενώ αν έβγαζαν πιο συχνά δίσκους, δεδομένης της συνθετικής και παικτικής τους δεινότητας, θα μιλούσαμε για άλλα επίπεδα απήχησης. Ο δίσκος για τον οποίο θα μιλήσουμε σήμερις, λέγεται “Screams from beneath the surface” και σηματοδοτεί και την δισκογραφική επιστροφή του παιχταρά μπασίστα Mark Van Erp μετά από 30 χρόνια. Κυκλοφορεί από την ιστορική Metal Blade στις 13 Μαρτίου.

Στο μυαλό των οπαδών των MONSTROSITY είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το μνημειώδες ντεμπούτο “Imperial doom” (1992) το οποίο και παίχτηκε στην ολότητα του σε επιλεγμένα festival πριν λίγα χρόνια (κρατήστε το αυτό, θα μας χρειαστεί παρακάτω). Στα φωνητικά, ο Mike Hrubovcak (τραγούδησε εκτός από το προηγούμενο άλμπουμ και στο “Spiritual apocalypse” του 2007) αποτελεί παρελθόν, ενώ τη θέση του πήρε ο Ed Webb (πάλαι ποτέ MASSACRE και DIABOLIC), ενώ ο Justin Walker είναι στο πλευρό του Matt Barnes στις κιθάρες, αντικαθιστώντας τον Mark English. Όταν έπεσε το promo στα χέρια μου, ήταν λίγο αφού είχε σκάσει το video clip για το “The colossal rage”. Δείχνει μια στροφή στις ρίζες της μπάντας, μέσα από τα μάτια της εμπειρίας 30 και πλέον ετών που έχουν. Άρα δεν μιλάμε για νοσταλγική κίνηση, αλλά περισσότερο, επαναπροσδιορισμό.

Ας πατήσουμε play να δούμε τι έχουμε εδώ. Ρίσκο να εκκινείς το άλμπουμ σου με 6λεπτο κομμάτι (“Banished from the skies”) αλλά εκείνοι το έκαναν και τους βγήκε φουλ! Τεχνικό, περιπετειώδες μα και ασήκωτο, με τον Webb να δίνει τα διαπιστευτήρια του. Τα γκάζια έρχονται με τα φοβερά “Blood works”, “Spiral”, τα πιο ποικιλόμορφα “The thorns”, “Vapors” και “The atrophied”, ή το φινάλε του κορυφαίου “Veil of disillusion” που έχει από όλα μέσα, με τον αγέραστο Lee Harrison στα τύμπανα να δείχνει στους νεότερους πως ξεκίνησε αυτό το στυλ παιξίματος. Δεν λείπουν φυσικά οι πιο ασήκωτες στιγμές με τα “Fortunes engraved in blood” και “The dark aura” (με τα εφέ από πίσω, να δίνουν όντως σκοτεινή αύρα!). Νομίζω πρέπει να δωθούν τα εύσημα που πρέπει επίσης στα κιθαριστικά solos που έτι μια φορά είναι εξαιρετικά.

Και είναι κιόλας πιο συμπυκνωμένο χρονικά από το “The passage of existence” σαν δίσκος κατά 20 σχεδόν λεπτά (42 λεπτά)! Εν κατακλείδι, το “Screams from beneath the surface” μας δίνει την ευκαιρία να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα, με σημαντικότερο να είναι το εξής: οι MONSTROSITY παραμένουν δικαίως μια από τις σπουδαίες δυνάμεις του παραδοσιακού, Αμερικάνικου death metal. Ο επαναπροσδιορισμός κοιτάζοντας λίγο προς τα “πίσω” δούλεψε υπέροχα, κυρίως γιατί δεν έγινε με επιτηδευμένο τρόπο (τύπου “πάμε να κερδίσουμε τους οπαδούς των πρώτων δίσκων”), αλλά γνήσια και μέσα από μοντέρνα ματιά. Η συνθετική ποιότητα (που αυτό είναι το ζητούμενο), είναι εκεί και κοιτάζει στα μάτια ακόμα και μοντέρνους συνοδοιπόρους τους στο είδος. Τα σέβη μου κύριοι.

8,5 / 10

Γιάννης Σαββίδης

THERION – “Con Orquesta” (Napalm Records)

0
Therion

Therion

Αν κάτι έκανε τους THERION ιδιαίτερους, όσο και σπουδαίους, δεν είναι τόσο η συμβολή τους στο Σουηδικό death metal με την πρώτη εποχή – περίοδό τους, αλλά η τόλμη και το θάρρος να δημιουργήσουν κλασική μουσική μέσα στα πλαίσια αυτού που απλά θα ονομάσουμε metal, μιας και πέρασαν από το συμφωνικό death metal στο γοτθικό και από εκεί στο avant-garde, στην δημιουργία ολόκληρων οπερετικών έργων και πίσω πάλι στην πιο αναγνωρίσιμη περίοδο τους, με την κυκλοφορία της “Leviathan” τριλογίας τους, διατηρώντας όμως ως κοινό χαρακτηριστικό και γνώρισμα, τι άλλο; Την κλασική μουσική.

Αν μη τι άλλο λοιπόν οι THERION δεν στερούνται ποικιλίας και φυσικά δεν υπάρχουν πολλά τα οποία να μην έχουν προσφέρει στους οπαδούς τους, από απόλυτα άλμπουμ όπως το “Lemuria” και το “Vovin”, μέχρι το εξαιρετικά αμφισβητούμενο “Les fleurs du mal”.

Αυτό το οποίο δεν είχαν μέχρι τώρα προσφέρει οι THERION, είναι η ζωντανή εμπειρία της παρουσίασης των μεγαλοπρεπών έργων τους, παιγμένα όπως τους πρέπει, με μια συμφωνική ορχήστρα στην ίδια σκηνή με τους πρωτεργάτες αυτού του εξαιρετικού παρακλαδιού του σκληρού ήχου. Άλλωστε, δεν έχει μείνει και κανείς που να μην έχει αποπειραθεί να ερμηνεύσει με συμφωνική επί σκηνής, δεν ήταν λοιπόν η ώρα των ηγητόρων του είδους να διδάξουν στο αντικείμενο τους;

Και κάπου εδώ, έρχεται το “Con Orquesta”. Ένα live DVD των THERION που αποτυπώνει το ποθούμενο. Μια ιδιαίτερη συναυλία τους με συμφωνική ορχήστρα. Βλέπουμε μια σκηνή γεμάτη κόσμο. Στο πίσω μέρος βρίσκεται η ορχήστρα με έγχορδα, πνευστά και κρουστά. Μπροστά στέκονται τα μέλη της μπάντας και οι τραγουδιστές. Η εικόνα θυμίζει περισσότερο αίθουσα κλασικής μουσικής παρά τυπική metal συναυλία. Η συνύπαρξη αυτών των δύο κόσμων είναι από μόνη της εντυπωσιακή. Οι THERION, αυτοί που από τους πρώτους τόλμησαν και ένωσαν αυτά τα σπουδαία μουσικά ιδιώματα, βρίσκονται στον φυσικό τους χώρο, με τους χορωδούς και τους οργανίστες να στέκονται σε ξεχωριστές θέσεις, δημιουργώντας μια εικόνα που θυμίζει μικρή όπερα.

Η μπάντα, το metal αν θέλετε, σε στιγμές υποχωρεί και αφήνει την ορχήστρα, τον κλασικό κόσμο, να οδηγήσει το κομμάτι, ενώ αλλού, το metal, οι κιθάρες και τα τύμπανα παίρνουν τον πρώτο ρόλο, δείχνοντας την σχέση και την συνάφεια μεταξύ δύο συμπάντων που τελικά, δεν είναι καθόλου διαφορετικά μεταξύ τους. Το όλο θέαμα, έχει σχεδιαστεί προσεκτικά. Τα φώτα είναι ζεστά, η σκηνοθεσία του DVD επιλέγει συχνά κοντινά πλάνα στους μουσικούς της ορχήστρας, δείχνοντας τη συγκέντρωση και τη συνεργασία που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα.

Αυτό που κάνει το “Con Orquesta” να ξεχωρίζει από άλλες αντίστοιχες προσπάθειες, είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια συναυλία με επιπλέον όργανα, τα οποία διανθίζουν την υπάρχουσα μουσική. Βλέπουμε μια πλήρη ορχήστρα να ερμηνεύει κομμάτια τα οποία γράφτηκαν ΑΚΡΙΒΩΣ έτσι. Συμφωνικά, ογκώδη, μεγαλοπρεπή. Το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό καθώς επιτέλους, αυτό που ακούμε στο CD ή το βινύλιο, το βλέπουμε να αποδίδεται μπροστά στα μάτια μας, χωρίς τα συμφωνικά μέρη να προέρχονται από ηχεία, αλλά να ερμηνεύονται ζωντανά, δίνοντας πνοή σε ένα όραμα, σε ένα όνειρο, σε μία ονείρωξη, διάρκειας άνω των δύο ωρών μουσικού μεγαλείου.

Χαίρε Μέγα Θηρίο.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 11/3 [HELLOWEEN]

0
Helloween

Helloween

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The time of the Oath” – HELLOWEEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Raw Power / Castle Communications
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tommy Hansen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Andi Deris
Κιθάρες – Michael Weikath, Roland Grapow
Μπάσο – Markus Grosskopf
Τύμπανα – Uli Kusch

Κοιτάς καμιά φορά την ημερομηνία και αναρωτιέσαι πως είναι δυνατόν να μετράμε ήδη 30 (!) χρόνια από την κυκλοφορία του “The Time of the Oath”, τον δεύτερου δηλαδή δίσκου της Deris περιόδου των HELLOWEEN, που αποτέλεσε ένα ακόμη τεράστιο βήμα της διορθωτικής πορείας της μπάντας στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 μετά την καταστροφική γι’ αυτούς αρχή της δεκαετίας. Τα παθήματα του “Pink Bubbles go ape” και “Chameleon” που οδήγησαν τελικά στην τότε έξοδο του Michael Kiske από το σχήμα έγιναν τελικά μαθήματα, και το συγκρότημα με την τεράστια -φωνητική και συνθετική- συμβολή του Andi Deris αλλά και την στιβαρή ηγεσία του Michael Weikath αυτή τη φορά τα έκανε όλα σωστά.

Από το εξώφυλλο και τον «Κάτι of the Κάτι» τίτλο του δίσκου (πού παραπέμπουν  στα “Keeper of the Seven Keys”), το λογότυπο με την κολοκύθα και την χρήση γενικά των κολοκυθών παντού στο artwork, την εξαιρετική φωτογράφιση του σχήματος -σε μια από τις καλύτερες ever «μπαντικές» φωτογραφίες τους- στη μέση του booklet, μέχρι την ροή των τραγουδιών και τον metal προσανατολισμό όλων των συνθέσεων με αρκετή δόση χαβαλέ αλλά και σοβαρότητας όπου χρειαζόταν, το “The Time of the Oath” όχι απλώς επανάφερε τους HELLOWEEN στην καρδιά αρκετών από τους παλιούς τους οπαδούς αλλά κυρίως δημιούργησε μια νέα γενιά οπαδών τους που πίνουν νερό στο όνομα του Andi Deris μέχρι σήμερα.

Ο δίσκος ξεκινά κάπως απρόσμενα με το … MOTÖRHEADικό “We Burn”, συνεχίζει με το classic metal “Steel Tormentor” και το κάπως hard rockίζον “Wake up the Mountain” (σύνθεση του drummer Uli Kusch) όλα κομμένα και ραμμένα στη φωνή του Andi Deris. Το album όμως δείχνει πραγματικά τα…δόντια του όταν μπαίνει το “Power”, ένας πραγματικός ύμνος μελωδικού power metal του Weikath που δεν λείπει έως σήμερα ποτέ από τις συναυλίες τους, μια τέλεια catchy σύνθεση που κυριολεκτικά απογειώνει τον δίσκο με ένα φοβερό chorus και μια κεντρική μελωδία που σε κάθε live αποτελεί sing along σημείο για όλους τους οπαδούς. Έχοντας ήδη πιάσει την συνθετική κορυφή αμέσως μετά ακούμε το “Forever and One”, μια συγκλονιστική μπαλάντα της εποχής Deris που επίσης έγραψε ιστορία.

Προχωράμε με το καλοπαιγμένο power metal “Before the war” και το πιο hard rock “A Million to One” (πάλι σύνθεση του Uli) και το χαβαλεδιάρικο “Anything my mama don’t like”. Ο δίσκος ξαναπιάνει συνθετική κορυφή με τον αλληγορικό power metal ύμνο “Kings will be Kings”, ένα από τα κορυφαία HELLOWEEN κομμάτια ever, το “Mission Motherland”, την επίσης φοβερή μπαλάντα του Weiki “If I knew” που κάπως έμεινε στη σκιά του “Forever and One”, ενώ ο δίσκος κλείνει με την ομώνυμη σύνθεση του Roland Grapow, το επικό, σκοτεινό και βαρύ “The Time of the Oath”.

Συνολικά πρόκειται για έναν εξαιρετικό HELLOWEEN δίσκο που περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία συνθέσεων από κάθε μουσική πλευρά του σχήματος, με μια κάπως κλασικομεταλλάδικη αντίληψη ως προς την παραγωγή και τον ήχο που το κάνουν να ακούγεται πιο παραδοσιακό. Ο τραγουδιστής Andi Deris αφενός με την πολύ ιδιαίτερη χροιά της φωνής του αφετέρου με την μεγάλη συνθετική του επιρροή δίνει τη σφραγίδα του στο όλο εγχείρημα και συνολικά θα λέγαμε ότι ο δίσκος αυτός αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα για την ενίσχυση της εικόνας των HELLOWEEN στη δεκαετία του ‘90 συνεχίζοντας την διόρθωση πορείας που είχε ξεκινήσει με το “Master of the Rings”. Αν σήμερα ζούμε την ευτυχή συγκυρία και χαρά του reunion με τους Kiske/Hansen ένας από τους λόγους θα πρέπει να αναζητηθεί και στον εν λόγω δίσκο που σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για το σχήμα αλλά και τη σκηνή κατάφερε να τους κρατήσει επίκαιρους και να εξασφαλίσει μια μακρόχρονη πορεία μέχρι σήμερα.

Did you know that:

  •  Ο δίσκος αφιερώθηκε από τους HELLOWEEN στον θρυλικό τους drummer Ingo Schwichtenberg που έχασε τη ζωή του ένα χρόνο πριν.
  • Από τον δίσκο κυκλοφόρησαν πάρα πολλά b’ sides μεταξύ των οποίων και μια φοβερή διασκευή στο “Magnetic Fields” του πλήκτρά/συνθέτη Jean Michel Jarre, διασκευή στο “Electric Eye” των JUDAS PRIEST και μια κομματάρα του Grosskopf (“Stll I don’t Know”).

Δημήτρης Μελίδης

PESTILENCE: Επιστρέφουν στην Ελλάδα για δύο συναυλίες!

0
Pestilence

Pestilence

Pestilence (NL) live στην Ελλάδα

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026 | Eightball Club – Θεσσαλονίκη

Opening acts TBA

Τα εισιτήρια κοστίζουν 25€ (περιορισμένη προπώληση), 27€ (προπώληση), 32€ (ταμείο)

Online προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/pestilence-thessaloniki

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 | Kyttaro Live – Αθήνα

Special Guest: Dead Congregation | Opening act: Abyssus

Τα εισιτήρια κοστίζουν 25€ (περιορισμένη προπώληση), 30€ (προπώληση), 35€ (ταμείο)

Online προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/pestilence-athens

Η Demons Gate φέρνει στην Ελλάδα το ολλανδικό death metal θωρηκτό Pestilence, στήνοντας δύο death metal gatherings για τους οπαδούς του είδους. Στις 16 Οκτωβρίου στο Eightball Club (Θεσσαλονίκη) και στις 18 Οκτωβρίου στο Kyttaro Live (Αθήνα), ένα από τα πλέον ιστορικά ονόματα της ευρωπαϊκής death metal σκηνής επιστρέφει στην Ελλάδα, με την αθηναϊκή ημερομηνία μάλιστα να πλαισιώνεται από δύο σημαντικά σχήματα της ελληνικής extreme σκηνής: τους Dead Congregation και τους Abyssus.

Οι Pestilence ξεκίνησαν στα τέλη των ‘80s στην Ολλανδία και γρήγορα βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του ευρωπαϊκού extreme metal. Δίσκοι όπως τα “Malleus Maleficarum”, “Consuming Impulse”, “Testimony of the Ancients” και “Spheres” δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς αποτελούν σπουδαία κεφάλαια της ιστορίας του είδους! Με αξιοζήλευτα τεχνικές performances, σκοτεινή ατμόσφαιρα και τη χαρακτηριστική υπογραφή του ιδρυτικού μέλους Patrick Mameli σε songwriting, κιθάρα και φωνητικά, οι Pestilence μένουν πιστοί εδώ και 4 δεκαετίες στον δρόμο που οι ίδιοι έχουν χαράξει, επηρεάζοντας γενιές μουσικών και οπαδών του ακραίου ήχου.

Την τελευταία δεκαετία το συγκρότημα έχει επιστρέψει δυναμικά, με νέες κυκλοφορίες και συνεχείς εμφανίσεις σε Ευρώπη και Αμερική. Η δε νέα, δέκατη σε σειρά, δισκογραφική τους κυκλοφορία, με τίτλο “Portals”, είναι προ των πυλών, και την κυκλοφορίας της, στις 24 Απριλίου 2026, θα ακολουθήσει μεγάλη Ευρωπαϊκή περιοδεία, που τους φέρνει επί ελληνικού εδάφους τον Οκτώβριο. Για τους παλιούς είναι μια ευκαιρία να ακούσουν ζωντανά το υλικό που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή του extreme metal ήχου, ενώ για τους νεότερους να δουν από κοντά ένα από τα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν καθοριστικά τον χάρτη του είδους.

Στην Αθήνα, τη βραδιά πλαισιώνουν οι Dead Congregation, ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά death metal συγκροτήματα των τελευταίων δεκαετιών. Με το χαρακτηριστικό τους σκοτεινό, βαρύ και τελετουργικό ύφος, έχουν χτίσει ένα από τα πιο ισχυρά cult statuses της παγκόσμιας underground σκηνής, ενώ αυτή την περίοδο διανύουν μία από τις πιο δραστήριες φάσεις της πορείας τους, με εμφανίσεις και περιοδείες σε όλο τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας γιατί το όνομά τους αντηχεί με σεβασμό όπου υπάρχει extreme metal.

Τη συναυλία της Αθήνας ανοίγουν οι Abyssus, ένα συγκρότημα που υπηρετεί με συνέπεια την παλιά σχολή του death metal, με έμφαση στην ωμότητα και τη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Το ισοπεδωτικό “Death Revival” (2022) και το EP “Under Siege” (2023) τους βρήκαν σε εξαιρετική φόρμα, κι έτσι η εμφάνισή τους θα αποτελέσει μια ιδανική έναρξη για μια βραδιά αφιερωμένη στο death metal.

Πρόκειται για δύο συναυλίες για όσους αγαπούν το death metal χωρίς φιοριτούρες, με ιστορικά ονόματα του είδους και ισχυρή την παρουσία της εγχώριας σκηνής, σε ένα line-up που αποτελεί ένα μικρό deathfest, για μυημένους και μη.

Παραγωγή: Demons Gate

A day to remember… 11/3 [ANNIHILATOR]

0
Annihilator

Annihilator

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Refresh the Demon” – ANNIHILATOR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Music for Nations
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Jeff Waters, Paul Blake
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jeff Waters – φωνητικά, κιθάρα, μπάσο
Randy Black – τύμπανα
Dave Scott Davis – κιθάρα
Lou Bujdoso – δεύτερα φωνητικά

Πάμε μια βόλτα 30 χρόνια πίσω! Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και συγκεκριμένα στο 1996. Μια πολύ σημαντική χρονιά για την παγκόσμια metal σκηνή αφού τότε κυκλοφόρησαν αρκετά κορυφαία άλμπουμ! Αξίζει να σημειώσουμε, ότι οι METALLICA επέστρεψαν δισκογραφικά με το “Load” μετά από πολλά χρόνια απουσίας. Επίσης οι PANTERA με το επιβλητικό  “The Great Southern Trendkill”, οι ICED EARTH με το “The Dark Saga”, οι GRAVE DIGGER με το εκπληκτικό “Tunes of War” και πραγματικά η λίστα είναι τεράστια από θρυλικές κυκλοφορίες που θα μας πάρει πολύ χώρο για να τις αναφέρουμε όλες.

Εμείς θα κάνουμε στάση στο “Refresh The Demon” των αγαπημένων ANNIHILATOR που κυκλοφόρησε στις 11 Μαρτίου της φοβερής αυτής χρονιάς για το Metal ιδίωμα!

Είναι το 5ο στούντιο άλμπουμ της μπάντας του τρισμέγιστου Jeff Waters το οποίο συνεχίζει κατά κάποιον τρόπο την πετυχημένη συνταγή του προκατόχου του “King of the Kill”, το οποίο είχε κυκλοφορήσει 2 χρόνια νωρίτερα. Μπορούμε να πούμε αδερφάκια αυτά τα δύο άλμπουμ καθώς έχουν αρκετά κοινά μεταξύ τους, σε σύγκριση με τα “Alice in Hell” και “Never, Neverland” που φυσικά νομίζω άγγιξαν το ταβάνι του συγκροτήματος!

Στο “Refresh the Demon” ακούς αυτά τα στακάτα, εκπληκτικά riffs του Jeff, ενώ πειραματίζεται και με πιο rock n’ roll ακόμα και punk στοιχεία. Στο “City of ice” ακούς ξεκάθαρα τις punk επιρροές, ενώ στο “Α man called nothing” θα ακούσεις το σχεδόν jazzy style solo. Εννοείται φυσικά ότι η ταυτότητα των ANNIHILATOR παραμένει ξεκάθαρη με τα thrash και heavy riffs και τα παιχνίδια του Waters με τον ρυθμό!

Να πούμε πως θεματολογικά το άλμπουμ ασχολείται με κοινωνικά και ψυχολογικά θέματα όπως είναι η χειραγώγηση, η διαφήμιση, η κοινωνική κριτική, η εξουσία αλλά και οι εσωτερικές μάχες!

Αξίζει να αναφέρουμε πως το τελευταίο τραγούδι με τίτλο “Innocent eyes” είναι μια μπαλάντα που έγραψε ο Jeff Waters για τον γιο του!

Εν κατακλείδι το άλμπουμ είναι όπως είπαμε κατά κάποιο τρόπο η συνέχεια του “King of the Kill” και σίγουρα βοήθησε πολύ το συγκρότημα να διατηρήσει τη θέση του στη σκηνή του thrash metal εκείνη την δεκαετία!

Ωραία χρόνια εκείνα. Με έπιασε νοσταλγία και κάνω σαν τους παππούδες που κορόιδευα μικρός! Συγκινήθηκα ρε τομάρια! Φιλιά!

Did you know that:

  • Το εξώφυλλο μοιάζει πολύ με το pc game της εποχής, “Doom” και η αλήθεια είναι ότι αυτό έγινε εσκεμμένα, καθώς έπαιζαν πολύ το συγκεκριμένο παιχνίδι κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του “Refresh the demon”!!!

Αντρέας Ζώρας

AXEL RUDI PELL INTERVIEW

0
Photo by Kai Hoffmann
Photo by Kai Hoffmann

“Carousel into ghost town”!

Ο Axel Rudi Pell, πιστός στο ραντεβού με τους οπαδούς και τη δισκογραφία του, ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει ένα ακόμη δίσκο με τίτλο “Ghost town”. Επικοινωνούμε μέσω Ζoom μαζί του για να μάθουμε όλες τις λεπτομέρειες και αφού ο Γερμανός κιθαρίστας μας διευκρινίσει ότι το background είναι ΑΙ και όχι το πραγματικό του γραφείο – εν τω μεταξύ, το background ήταν μία σπηλιά με νεκροκεφαλές!-, ξεκινάει η κουβέντα μας η οποία φυσικά καταλήγει στον…Ritchie Blackmore!

Γεια σου, Axel. Είσαι στο Bochum;
Ναι, είμαι στο σπίτι μου και αυτό βασικά είναι το γραφείο μου.

Είναι αυτή η εποχή του χρόνου ή για να ακριβολογούμε κάθε δύο χρόνια όπου κυκλοφορεί ένας νέος δίσκος σου. Συγχαρητήρια. Το “Ghost town” είναι πραγματικά υπέροχο. Βασικά είναι ένα ακόμη κλασικό Axel Rudi Pell άλμπουμ.
Σε ευχαριστώ πολύ. Βασικά είμαστε όλοι πολύ ικανοποιημένοι με το τελικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο που έχουμε γράψει μέχρι σήμερα. Ξέρω ότι ακούγεται λίγο ακραίο αν σκεφτούμε πόσους δίσκους έχουμε κυκλοφορήσει αλλά το εννοώ.

Χαίρομαι που σε ακούω τόσο ενθουσιασμένο με το τελικό αποτέλεσμα. Πόσο χρόνο σας πήρε η όλη προετοιμασία του;
Δεν είναι κάτι στάνταρ. Κάθε φορά που έχω μια κιθάρα στα χέρια μου και μου έρχεται ένα riff, έχω πάντα το τηλέφωνο μου μαζί μου και το ηχογραφώ για να μη το ξεχάσω μετά. Στη συνέχεια το περνάω στο PC και έτσι δημιουργώ σιγά σιγά τη βάση για ένα δίσκο. Ξεκινάω, λοιπόν, με μικρές ιδέες και riffs. Τα ακούω προσεκτικά και πολλές φορές «παντρεύω» κάποιο riff με μία άλλη ιδέα που την προόριζα για άλλο τραγούδι. Κάπως έτσι δημιουργούνται τα πρώτα demos. Στη συνέχεια τα παρουσιάζω στο συγκρότημα τονίζοντας κάποια μέρη και στην ουσία καθοδηγώντας τους πάνω σε κάποια σημεία για το πως θέλω να ακούγονται. Το ίδιο έγινε πάνω-κάτω και με το “Ghost town”. Είμαι τυχερός που έχω μία μπάντα που ο ένας γνωρίζει πολύ καλά τον άλλο και έτσι υπάρχει άμεση συνεννόηση και χημεία.

Από αυτά τα riffs και τις ιδέες υπήρχαν leftovers από προηγούμενους δίσκους που χρησιμοποιήθηκαν τώρα στο “Ghost town”;
Όχι, ποτέ δεν το κάνω αυτό. Πρόκειται για νέες ιδέες αποκλειστικά για το νέο δίσκο. Ξέρεις κάτι…είμαι της άποψης ότι αν μία αρχική ιδέα δεν χρησιμοποιηθεί όταν γραφτεί ή τέλος πάντων δεν εξελιχθεί σε τραγούδι τότε δεν γίνεται να μπει σε κάποια μελλοντική κυκλοφορία.

Καταλαβαίνω τι εννοείς. Ξέρεις κάτι…θυμάμαι να αγοράζω το “Wild Obsession” όταν πρωτοβγήκε το 1989 και μετά από 37 χρόνια είσαι ακόμη εδώ με ένα νέο δίσκο. Έχει αλλάξει, αλήθεια, τίποτα από τότε;
Και ναι και όχι. Να σου πω…η όλη συλλογιστική μου δεν έχει αλλάξει καθόλου. Ξέρω πολύ καλά τι μουσική θέλω να παίζω και να ηχογραφώ. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με ορισμένους από τους καλύτερους μουσικούς εκεί έξω…ειδικά οι τραγουδιστές μου ήταν όλοι ανεξαιρέτως φανταστικοί. Charlie Hunn, Rob Rock, Jeff Scott Soto και φυσικά ο Johnny Gioeli ο οποίος είναι φανταστικός. Πάντως ειλικρινά πιστεύω ότι όσο περνάνε τα χρόνια γίνομαι καλύτερος συνθέτης. Βελτιώνομαι και εγώ σαν μουσικός.

Δεν ξέρω αν γίνεσαι καλύτερος μουσικός αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι έχεις το δικό σου ήχο, τη δική σου μουσική ταυτότητα. Ακούς, δηλαδή 2-3 δευτερόλεπτα από ένα τραγούδι και αμέσως καταλαβαίνεις ότι είναι Axel Rudi Pell!
Σε ευχαριστώ πολύ. Είναι πολύ σημαντικό αυτό…έτσι δεν είναι; Ειδικά στην εποχή μας που όλα ακούγονται πάνω κάτω τα ίδια.

Μιλώντας για προσωπικό ήχο και για βελτίωση, έχεις σκεφτεί ποτέ να πειραματιστείς; Δε λέω να παίξεις nu metal, industrial ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο…μιλάω για πειραματισμό μέσα στα όρια του παραδοσιακού hard nheavy ήχου.
Όχι…δεν θα το ήθελα αυτό. Για αυτό αν προσέξεις οι δίσκοι μου έχουν πάντα έναν κοινό μουσικό προσανατολισμό. Σαν μουσικός φυσικά και μπορώ να πειραματιστώ με διάφορα. Δεν το θέλω όμως. Και να σου πω την αλήθεια ούτε οι οπαδοί μας θα το ήθελαν. Αυτοί που μας στηρίζουν αγοράζοντας τους δίσκους μας.

Επιστρέφοντας στο νέο δίσκο, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το κομμάτι “Breaking seals” που είναι ένα ντουέτο του Gioeli με τον Udo Dirkschneider. Είναι κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά σε ένα άλμπουμ σου. Να σου πω την αλήθεια περισσότερο μου θύμισε U.D.O. παρά Axel Rudi Pell. Τι λες;
Νομίζω ότι θα συμφωνήσω μαζί σου. Όταν το έγραφα μου θύμισε ιδιαιτέρως ACCEPT και πιο συγκεκριμένα το ύφος των κομματιών του “Breaker”. Έχεις δίκιο όμως…θυμίζει και U.D.O. Οπότε σκέφτηκα να προτείνω στον Udo να έρθει στο studio και να δούμε πως θα βγει το κομμάτι. Και ήταν πραγματικά πολύ πετυχημένο. Ο Udo δεν είχε κανένα απολύτως θέμα να «πιάσει» αμέσως αυτό που είχα στο μυαλό μου και έτσι το “Breaking seals” είναι σίγουρα από τα highlights του “Ghost town”. Με τον Udo γνωριζόμαστε πάνω από 40 χρόνια και σέβεται ο ένας τον άλλον…έχουμε καταφέρει πολλά όλα αυτά τα χρόνια.

Μιλήσαμε πριν για το σταθερό lineup. Δηλαδή αν εξαιρέσουμε τον Bobby Rondinelli που είναι μαζί σου 13 χρόνια…

Και είναι ακόμη ο νέος της παρέας (γέλια)!

Ναι! Με τους υπόλοιπους έχεις μεγάλη ιστορία μαζί τους. Πόσο σημαντική είναι αυτή η σταθερότητα για σένα προσωπικά σαν καλλιτέχνη;
Πάρα πολύ σημαντικό. Έχεις μία ηρεμία και μία σιγουριά…μπορείς να βασιστείς πάνω τους αλλά κυρίως να μη σκέφτεσαι πως να τους δείξεις ή να τους πεις κάτι. Το καταλαβαίνουν αμέσως. Βέβαια, μιλάμε και για επαγγελματίες μουσικούς με μεγάλη εμπειρία στο χώρο.

Photo by Kai Hoffmann

Μιλώντας για σταθερότητα, βρίσκεσαι στην Steamhammer από το 1989 (σαν solo μουσικός). Μιλάμε δηλαδή για μία σπάνια περίπτωση αφού η σχέση αυτή έχει διαρκέσει περισσότερο και από ορισμένους κανονικούς γάμους!
Σίγουρα περισσότερο από το δικό μου (γέλια)! Τα πράγματα είναι απλά και δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο μυστικό πίσω από αυτή τη συνεργασία. Εμπιστευόμαστε πλήρως ο ένας τον άλλο. Αυτοί χειρίζονται άριστα το επιχειρηματικό κομμάτι μιας κυκλοφορίας και μένα με αφήνουν τελείως ελεύθερο να συνθέσω όπως εγώ θέλω χωρίς επεμβάσεις και περιορισμούς.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Είναι το πιο σημαντικό για έναν καλλιτέχνη. Το θέμα είναι ότι η Steamhammer ξέρει τι να περιμένει από μένα και φυσικά μπορεί να βασιστεί πάνω μου σε όλα τα καίρια θέματα που αφορούν deadlines αφού πάντα παραδίδω το υλικό στην ώρα του βάσει της συμφωνίας μας.

Δεν χρειάζεται φυσικά να σου υπενθυμίσω ότι είσαι ένας από τους τελευταίους μιας γενιάς εκεί έξω. Αναφέρομαι κυρίως σε όλους αυτούς τους guitar heroes της δεκαετίας του ‘70 και ‘80. Πλέον, δεν συναντάμε και τόσους πολλούς εκεί έξω…έτσι δεν είναι;
Ισχύει. Έχει αλλάξει όμως πολύ και το ύφος της μουσικής γενικότερα. Ο κόσμος δεν θέλει πια να ακούει τα μακροσκελή ή τα εντυπωσιακά solos. Βασικά δεν ξέρω τι θέλει να ακούει. Ωστόσο εγώ αυτό ξέρω να κάνω και όπως σου είπα δεν μπορώ να αλλάξω με τίποτα τον τρόπο που γράφω μουσική.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μέλλον του μελωδικού hard nheavy ήχου;
Ειλικρινά δεν ξέρω. Θα πρέπει να ρωτήσεις όλους τους πιτσιρικάδες εκεί έξω…εγώ είμαι πλέον μεγάλος για να μπορώ να διακρίνω τις μόδες και τις τάσεις στη μουσική.

Photo by Kai Hoffmann

Ποιος είναι όμως ο κόσμος που έρχεται και βλέπει τις συναυλίες του Axel Rudi Pell; Σίγουρα θα έχεις προσέξει κάτι…
Ναι…φυσικά και έχω δει. Βλέπω ανθρώπους κάθε ηλικίας. Αυτό που μου κάνει μεγάλη εντύπωση είναι ότι βλέπω να έρχονται οικογένειες στις συναυλίες μας. Είναι συχνό το φαινόμενο να βλέπω οπαδούς μας από τα 80s να φέρνουν μαζί τα παιδιά τους…ακόμη και τα εγγόνια τους. Σίγουρα έχει να κάνει με τη νοσταλγία αλλά είναι πολύ όμορφο θέαμα να βλέπεις τους πιτσιρικάδες να ροκάρουν σε τραγούδια που έχεις γράψει πριν από 35 χρόνια.

Δεν γίνεται φυσικά να αναφερθούμε σε guitar heroes χωρίς να αναφέρουμε το όνομα του πολυαγαπημένου σου Ritchie Blackmore. Αλήθεια, πιστεύεις ότι θα ηχογραφήσει ποτέ ξανά ένα rock άλμπουμ;
Όχι…με τίποτα. Ο Ritchie είναι τώρα 81 χρονών. Επίσης, έχει πολλά προβλήματα υγείας με την αρθρίτιδα ενώ δεν σου κρύβω ότι όταν έκανε την επανασύνδεση με τους RAINBOW είχα απογοητευτεί σε μεγάλο βαθμό.

Προσωπικά, είδα τον Ritchie με τους επανασυνδεμένους RAINBOW στο Sweden Rock το 2019 που έπαιζες και εσύ…νομίζω την προηγούμενη μέρα. Όσο και αν μου άρεσε που έβλεπα τον Ritchie με την Stratocaster ξανά, δεν ήταν RAINBOW αυτό το πράγμα.
Ήταν κακή εμφάνιση. Και δεν ήταν μόνο ο Ritchie που έπαιζε πιο αργά τα τραγούδια. Αν εξαιρέσεις τον Ronnie Romero που ερμήνευσε άψογα τα τραγούδια –ειδικά αυτά της περιόδου του Dio- οι υπόλοιποι δεν είχαν καμία απολύτως θέση στη σκηνή με τους RAINBOW. Ακόμη και ο Johansson που είναι άριστος πληκτράς δεν κόλλαγε με τους RAINBOW.

Σε εκείνο το Sweden Rock ήταν παρών και ο Joe Lynn Turner…ακόμη είναι οργισμένος που ο Ritchie δεν τον προσκάλεσε…και έχει δίκιο.
Φυσικά και έχει δίκιο. Αλλά ο Ritchie είναι ο Ritchie…

Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ρωτήσω ποιο είναι για σένα το σημαντικότερο rock άλμπουμ όλων των εποχών…
Δεν μπορώ να σου πω ένα…ας πούμε τρία: “Made in Japan” (DEEP PURPLE), “Rising” (RAINBOW) και “Heaven and Hell” (BLACK SABBATH).

Σάκης Νίκας

Two evenings with….DREAM THEATER (Budokan, Τόκιο – 25/2/2026, Festival Hall, Οσάκα – 2/3/2026)

0
Theater

Theater

Νομίζω πως έχω δει τα πάντα στο δικό μου… bucket-list. Όλους τους καλλιτέχνες που για τον έναν ή τον άλλο λόγο ήθελα να δω ζωντανά. Παρόλα αυτά, το να δω τους DREAM THEATER στο Budokan, ήταν ένα μεγάλο απωθημένο, ιδιαίτερα μετά το απερίγραπτο live που κυκλοφόρησαν πριν από 20 και βάλε χρόνια. Ο χώρος, από μόνος του είναι μοναδικός και κουβαλάει τεράστια ιστορία για όλους εμάς που έχουμε δει άπειρες ζωντανά ηχογραφημένες κυκλοφορίες να φέρουν το όνομά του. Διότι, στην Ιαπωνία, σίγουρα θεωρήσει καταξιωμένος καλλιτέχνης, αν έχεις καταφέρει να γεμίσεις αυτό τον ιστορικό χώρο. Οι Αμερικάνοι, στην περιοδεία όπου παίζουν στις μεγαλύτερες αρένες που έπαιξαν ποτέ, ολοκλήρωσαν στις 3 Μαρτίου, 5 μεγάλες συναυλίες, όταν μεγαλύτερα ονόματα, δεν παίζουν ούτε 3.

Εμένα, επειδή ήξερα πως δεν θα με χόρταινε μια και μόνο εμφάνιση, εκτός από το Τόκιο στις 25 Φεβρουαρίου, θα έπρεπε να ταξιδέψω και στην Οσάκα στις 2 Μαρτίου, για να δω μια από τις τελευταίες εμφανίσεις αυτής της εορταστικής περιοδείας, που έφερε ξανά τον Mike Portnoy μαζί με τους DREAM THEATER στην  Ιαπωνία. Στον συγκεκριμένο χώρο, το Festival Hall, με την απίθανη ακουστική, είχαν παίξει πριν 30 χρόνια.

Στην πρωτεύουσα, η ανυπομονησία ήταν μεγάλη, αν και είχα δει την εμφάνισή τους στο Release Festival πέρυσι το καλοκαίρι. Ευτυχώς, όλοι τους ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μου. Ναι, ακόμα και ο Καναδός τραγουδιστής τους που τόσα έχει ακούσει και εξακολουθεί και ακούει εδώ και πολλά χρόνια. Στα 63 του, δεν νομίζω πως θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα άλλωστε, ενώ για μένα, THEATER δίχως LaBrie δεν είναι πλέον THEATER, αφού ο άνθρωπος έχει ντύσει με την χροιά του τα 35 από τα 40 χρόνια ύπαρξης αυτού του συγκροτήματος. Τώρα για όλους αυτούς που ασχολούνται ακόμα με το «αν» και το «γιατί», θα σας αφήσω να μαλώνετε στα blog σας και στις καφετέριες, όσο οι DREAM THEATER παίζουν κάθε βράδυ μπροστά σε 10.000 θεατές.

Εκτός από εισαγωγή, αυτό κολλάει και σαν σχόλιο στο πρώτο μισό του σετ που έπαιξαν, αφού αυτό το πρώτο μέρος είναι η αναφορά τους στο μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας τους. Δεν υπάρχει περίπτωση να βγάλει όπως στο άλμπουμ το “Metropolis pt. I” ένας τραγουδιστής, ή και τα ψιλά μέρη του “Mirror”, ακόμα και όταν αυτά είχαν μόλις κυκλοφορήσει. Πόσο μάλλον, 30 – και βάλε – χρόνια μετά. Τηρουμένων των αναλογιών λοιπόν, η πεντάδα των prog-metal ηγετών, ως Αυτοκράτορες του είδους, έκατσαν υπέροχα στον θρόνο που τους αξίζει. Μπορεί να μας έχουν συνηθίσει στο να παίζουν αψεγάδιαστα, ακόμα και τις πιο θηριώδεις συνθέσεις τους, όμως αυτό δεν παύει να μαγεύει τους πιστούς τους ακόλουθους. Τραγούδια όπως το “Strange déjà vu”, το “The enemy inside” και το “The spirit carries on” μας ταξίδεψαν, αλλά λιμάνι πιάσαμε στο “As I am”, ένα τραγούδι που ξυπνά τόσες πολλές αναμνήσεις από την περιοδεία του “Train of thought” με τους παλιόφιλους, το οποίο είδαμε μόνο στο Τόκιο. Αυτό το σετ, επέλεξαν στις περισσότερες συναυλίες αυτής της περιοδείας, αλλά στην Οσάκα αντί του “As I am”  ακούσαμε το “Take the time”.

Το δεύτερο μέρος του “An evening with…” αφιερώνεται στο “Parasomnia” και έτσι μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε και ν’ ακούσουμε κάποια από τα τραγούδια που δύσκολα θα ξαναπαίξουν μελλοντικά, όπως το αγαπημένο μου “Bend the clock” και το εκπληκτικό “The shadow man incident”. Μαζί με το “Night terror” και το “Midnight Messiah”, τα απολαύσαμε και στις δυο βραδιές. Εννοείται πως όλοι τους, ήταν υπερβολικά άνετοι σε αυτά τα πιο σύγχρονα τραγούδια. Το αποκορύφωμα όμως, είναι η επιστροφή του “Octavarium” με τα 20 λεπτά μαγείας, που μετρά πλέον 20 χρόνια ζωής και εκτός αυτής της περιοδείας, δεν είχε συμπεριληφθεί στο ρεπερτόριό τους από την εποχή που κυκλοφόρησε.

Στην Οσάκα, λες και δεν έφταναν αυτά τα δύο 20άλεπτα έπη, στο encore μας πήραν τα μυαλά με το “A change of seasons” , με ολόκληρη σκηνή από την ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» με τον Robin Williams να μας εξηγεί το “Carpe diem”. Η μεγαλύτερη παραφωνία του James ήταν στην πρώτη στροφή, αλλά ευτυχώς το μαζεψε και μας ενθουσίασε στη συνέχεια. Λαθάκια έπιασα κι από τον Petrucci αλλά όπως πάντα, oι περισσότεροι μένουμε στο να σχολιάζουμε τον τραγουδιστή.

Όταν λατρεύεις ένα συγκρότημα όπως οι DREAM THEATER και γνωρίζεις πώς συνθέτουν τα setlist, τότε δεν απογοητεύεσαι από ό,τι δεν έπαιξαν, ούτε καν αναλύεις πόσο περιεκτική ήταν η επιλογή των τραγουδιών μιας επετειακής περιοδείας. Απλά απολαμβάνεις τα τραγούδια που σου προσφέρουν, γιατί τα περισσότερα από αυτά, μάλλον θα τα αντικαταστήσουν στις μελλοντικές τους περιοδείες. Τι κι αν κλείνουν με το “Pull me under” τα περισσότερα βράδια (έτσι και στο Τόκιο μαζί με το “The spirit carries on”);

Οι DREAM THEATER όπως καταλαβαίνετε, μας άφησαν για άλλη μια φορά χορτασμένους. Το καθένα από τα μέλη τους, έβρισκε χώρο και χρόνο για να πρωταγωνιστήσει, ώστε να μείνουν όλοι οι θεατές ευχαριστημένοι. Είδαμε τον Jordan Rudess να παίρνει χώρο σε διάφορα μέρη, όπως όταν έδεσαν το «Wish you were here» με το “Peruvian skies” και τον John Myung να αποθεώνεται κάθε φορά που είχε ρόλο μπροστά από τους άλλους, όπως στο «Octavarium» . Στην Οσάκα, όταν μας αιφνιδίασαν με το “Take the time” o John Petrucci έβαλε το κερασάκι στην τούρτα με ένα εκτεταμένο σόλο στο τέλος.

Οι δυο βραδιές λοιπόν στις δυο μεγαλουπόλεις της Ιαπωνίας, οι Αμερικάνοι απέδειξαν πως βρίσκονται στο ζενίθ της καριέρας τους, γνωρίζουν καλύτερα από ποτέ, τόσο τις δυνατότητές τους, όσο και τις ισορροπίες που πρέπει να κρατήσουν ώστε να συνυπάρξουν και να μεγαλουργήσουν. Οι DREAM THEATER θα καθυστερήσουν να ξαναβγούν στον δρόμο, οπότε είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με αυτό που είχα την δυνατότητα να δω από αυτούς και πλέον, μένω χορτάτος, να περιμένω το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα, που πιστεύω πως θα είναι και περισσότερο περιπετειώδες από το “Parasomnia”.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης
(Φωτογραφίες από Οσάκα)

BAL-SAGOTH interview 2006 (Byron Roberts)

0
Bal-Sagoth

Bal-Sagoth

“…And the story ends(?)”

Βουτήξαμε και πάλι στα αρχεία του έντυπου Rock Hard και με αφορμή τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του “The chthonic chronicles” των symphonic metallers, BAL-SAGOTH, του άλμπουμ που αποδείχθηκε ότι όντως ήταν το κύκνειο άσμα τους, και παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που είχε κάνει ο Κωνσταντίνος Βασιλάκος με τον ηγέτη τους, Byron Roberts, πάντα με φωτογραφίες εποχής…

Δεν περίμενα να ακούσω ό,τι άκουσα από τον αρχηγό και mastermind πίσω από τη μυθολογία των BAL-SAGOTH. Απ’ ό,τι φαίνεται, το “The chthonic chronicles” δε σηματοδοτεί μόνο το τέλος της εξαλογίας των BAL-SAGOTH, αλλά και πιθανότατα την ύπαρξη του ίδιου του συγκροτήματος. Αλλά ας αφήσω τον Byron Roberts (φωνητικά) να τα πει πιο αναλυτικά.

Πάνε 5 χρόνια από την προηγούμενη κυκλοφορία σας. Γιατί σας πήρε τόσο καιρό για να κυκλοφορήσετε το “The chthonic chronicles”;
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι θέλαμε να ηχογραφήσουμε χρησιμοποιώντας την ψηφιακή τεχνολογία κι όχι με την παλιά αναλογική τεχνολογία. Μας πήρε λοιπόν κάμποσο καιρό να μάθουμε να χρησιμοποιούμε το νέο αυτό μέσο. Παλιότερα, όταν χρησιμοποιούσαμε μπομπίνες, σχεδόν μέναμε από κανάλια και το μέσο αυτό δεν ήταν αρκετά σωστό για να ηχογραφήσουμε τις παράξενες και πολύπλευρες ιδέες μας. Αρχίσαμε να συνθέτουμε το 2003 και μας πήρε μέχρι το Δεκέμβριο του 2005 η ολοκλήρωση του project.

Αναλάβατε την παραγωγή;
Ναι. Για το παρόν άλμπουμ αναλάβαμε τη θέση του παραγωγού και του μηχανικού ήχου. Θέλαμε να έχουμε ένα πιο απειλητικό ήχο και μία πιο επιθετική μίξη.

Το άλμπουμ αυτό υποτίθεται ότι κλείνει την εξαλογία των BALSAGOTH. Μπορείς να μας μιλήσεις λίγο για την ιστορία που διαδραματίζεται σε όλα τα άλμπουμ;
Ουσιαστικά το “The chthonic chronicles” είναι ένας συνδυασμός της ολότητας των BAL-SAGOTH μέχρι τώρα. Σε ορισμένα ζητήματα είναι μία συνέχεια του “Atlantis ascendant”, αλλά επιστρέφει και σε μερικές από τις ιστορίες που έχουν αφηγηθεί στα προηγούμενα άλμπουμ μας. Η ουσία του νέου μας άλμπουμ είναι ότι αποτελεί ένα μνημείο στο αποκρυφιστικό βιβλίο το οποίο επινόησα, ονομαζόμενο ‘the chthonic chronicles’. Το άλμπουμ είναι κατά κάποιο τρόπο ένα ταξίδι μέσα στις σελίδες του φανταστικού αυτού βιβλίου. Υπάρχουν επίσης διάφορα sequel και prequel σε ήδη υπάρχοντα τραγούδια, όπως τη συνέχεια του “The obsidian crown”, το οποίο ξεκίνησε αρχικά το 1996 με το “Starfire burning upon the ice-veiled throne of ultima Thule”.

Έχεις σκεφτεί να κάνεις αυτό το φανταστικό βιβλίο πραγματικότητα;
Είναι μία πιθανότητα. Έχω γράψει διάφορες μικρές ιστορίες γύρω από το σύμπαν των BAL-SAGOTH, οι οποίες, καλός εχόντων των πραγμάτων, θα δημοσιευτούν, με κάποια preview να εμφανιστούν στην ιστοσελίδα μας στο κοντινό μέλλον. Επιπλέον, ασχολούμαι με γραφικά μυθιστορήματα, ιδέες για κόμικ με τον γραφίστα που έκανε και το εξώφυλλο του άλμπουμ. Όλα είναι βασισμένα στον κόσμο των BAL-SAGOTH κι αφορούν χαρακτήρες των ιστοριών του. Ευελπιστώ να δουν το φως της ημέρας ώστε ο κόσμος να μπορέσει να τα αποκτήσει. Καταλήγοντας, ναι, πιστεύω ότι η όλη BAL-SAGOTH μυθολογία θα αρχίσει να υφίσταται και σε άλλα μέσα.

Το καινούριο άλμπουμ σηματοδοτεί το τέλος της εξαλογίας που ξεκινήσατε με το ντεμπούτο σας. Τι θα δούμε λοιπόν στο μέλλον από τους BALSAGOTH στιχουργικά και συνθετικά;
Δεν έχουμε ακόμα αποφασίσει εάν θα συνεχίσουμε να γράφουμε άλμπουμ. Πιθανότατα να κάνουμε μερικά ακόμα, ίσως άλλα 3 κεφάλαια κάποια στιγμή στο μέλλον. Στιχουργικά και συνθετικά, εφόσον κάνουμε κι άλλα άλμπουμ, θα ασχοληθούμε πάλι με τον κόσμο που έχουμε φτιάξει. Υπάρχουν αρκετές ακόμη ιστορίες να ειπωθούν. Αρκετές από τις ιστορίες που έχουμε αφηγηθεί μέχρι τώρα έχουν μείνει ξεκρέμαστες και χρειάζονται ένα τέλος. Για παράδειγμα, η ιστορία σχετικά με το “The obsidian crown”, χωρίζεται σε 3 μέρη, με το δεύτερο να είναι στο νέο άλμπουμ. Το αν θα συνεχίσουμε κυκλοφορώντας άλμπουμ ή με τη δημιουργία κάποιου κόμικ, δεν το ξέρουμε ακόμα. Ο κόσμος των BAL-SAGOTH εκτείνεται σε χιλιάδες χρόνια, από την προϊστορία μέχρι το μακρινό μέλλον, οπότε υπάρχουν αρκετά πράγματα να πούμε.

Γιατί δε θέλετε να καταπιαστείτε με κάποιο άλλο θέμα; Δε νομίζεις ότι περιορίζεστε και βαλτώνετε;
Δε νομίζω. Εάν θέλαμε να ασχοληθούμε με κάτι άλλο, τότε θα κάναμε κάποιο άλλο συγκρότημα ή ένα side-project. Η ουσία των BAL-SAGOTH είναι ότι είναι ριζωμένοι σε αυτό το περίτεχνο κόσμο. Γι’ αυτό και οι οπαδοί αναμένουν να αφηγηθούμε ιστορίες μέσα από αυτή τη μυθολογία. Υπάρχουν απεριόριστοι δρόμοι που μπορώ να εξερευνήσω, είτε αφορά ιππότες και μάγους, είτε σε καταγεγραμμένη ιστορία, όπως στο παρόν άλμπουμ που ασχολούμαστε με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είτε με θεωρητική επιστημονική φαντασία στο μακρινό μέλλον. Δε νομίζω ότι έχω έλλειψη έμπνευσης ή ότι είναι περιοριστικό το concept.

Και η μουσική; Ο κόσμος πρόσεξε τους BALSAGOTH με το “Starfire…” καθώς με αυτό δημιουργήσατε ένα δικό σας ξεχωριστό ύφος. Αλλά εφόσον παραμείνατε στο ίδιο θέμα, πόσο έχετε εξελιχθεί;
Αυτό που κάνουμε, η διαδικασία πίσω από την έμπνευση έχει μείνει, πάνω κάτω, η ίδια από το πρώτο μας άλμπουμ μέχρι τώρα. Ιδρύσαμε δικό μας ύφος, ήχο και στυλ, αλλά μερικοί άνθρωποι μας κριτικάρουν για το ότι δεν παρατηρούν εξέλιξη από άλμπουμ σε άλμπουμ. Δεν πρόκειται να αλλάξουμε το ύφος μας δραστικά. Έχουμε εξελίξει τον ήχο μας από άλμπουμ σε άλμπουμ, ειδικά στο τεχνικό ζήτημα των πραγμάτων, όμως ο κόσμος περιμένει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο από τους BAL-SAGOTH και καθώς όλα τα άλμπουμ είναι βασισμένα στην ίδια μυθολογία, είναι σημαντικό να ακούγονται, σε κάποιο βαθμό, παρόμοια. Πρέπει να έχουν όλα τη συμμόρφωση με το πρότυπό μας για να μπορούν να κατηγοροποιηθούν ως BAL-SAGOTH. Αυτό μπορεί να τσαντίζει κάποιους ανθρώπους, αλλά έτσι λειτουργούμε.

Προσωπικά δε με τσαντίζει, όσο με απογοητεύει. Όταν πρωτοάκουσα το “Starfire…” είχαν ενθουσιαστεί και η συνέχεια με τα “Battle magic” και “The power cosmic” ήταν αρκετά καλή, αλλά μετά δεν έβλεπα κάποια ουσιαστική εξέλιξη κι αυτό με δυσαρέστησε. Είχα μεγάλες προσδοκίες από εσάς καθώς έχετε ξεχωριστό ύφος από την αρχή της καριέρας σας.
Αυτή είναι εμπεριστατωμένη κριτική. Αλλά όπως είπα έχουμε το δικό μας στυλ που οριοθετήσαμε από την αρχή της καριέρας μας, οπότε πιστεύω ότι και ο κόσμος δεν περιμένει να αποκλείσουμε πολύ από αυτό. Υποθέτω ότι θα πρέπει να απογοητεύσουμε κάποιους, αλλά αυτός είναι ο τρόπος λειτουργίας μας.

Κοιτούσα τις καινούριες φωτογραφίες του συγκροτήματος στην ιστοσελίδα της Nuclear Blast και δεν είχαν αυτήν την επική χροιά όπως οι παλιές σας φωτογραφίες. Ήταν απλές φωτογραφίες ενός καθημερινού συγκροτήματος. Ήταν προσχεδιασμένο; Βαρεθήκατε το όλο look;
Σε κάποια σημεία. Όντως έγινε εσκεμμένα. Χρόνο με το χρόνο ρίχναμε τους τόνους στην όλη επική εικόνα με τα σπαθιά. Η όψη που δείχνουμε στις νέες φωτογραφίες είναι αυτή των BAL-SAGOTH στην καθημερινή μας ζωή. Υπάρχουν συγκροτήματα που έχουν υιοθετήσει το επικό look με τα σπαθιά και το war paint που το κάνουν καλύτερα από εμάς. Στο παρελθόν πιο πολύ εγώ έδινα αυτή την εικόνα όντας ανάλογα ενδεδυμένος και στις φωτογραφίες και στις ζωντανές μας εμφανίσεις. Οι υπόλοιποι ποτέ δεν ήταν 100% χωμένοι στη συγκεκριμένη φάση. Προτιμούν να αφήσουν τη μουσική και τους στίχους να βγάλει όλη την επική εικονικότητα και τη στομφώδη ατμόσφαιρα. Από τη στιγμή λοιπόν που οι υπόλοιποι το βαρέθηκαν, δε μπορώ να κάνω κάτι για αυτό. Δε μπορώ να τους αναγκάσω.

Τι θα δούμε στο μέλλον από τους BALSAGOTH, πέρα από την κυκλοφορία του άλμπουμ;
Προς το παρόν δεν έχουμε αποφασίσει εάν θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως συγκρότημα. Μπορεί να το κάνουμε. Δεν έχουμε κανονίσει κάποιες συναυλίες, αλλά το σκεφτόμαστε για αργότερα μέσα στη χρονιά ή τουλάχιστον να παίξουμε σε κάποια φεστιβάλ. Όπως είπα και πιο πριν έχουμε και τα κόμικ στα πλάνα. Ακόμα κι αν δε γράψουμε άλλο άλμπουμ, ο κόσμος θα έχει την ευκαιρία να βιώσει τον κόσμο των BAL-SAGOTH από άλλα μέσα.

Θέλετε να γράψετε κι άλλα άλμπουμ αλλά δεν είσαστε σίγουροι εάν θα είναι καλοδεχούμενα ή έχετε εσωτερικά προβλήματα ως συγκρότημα;
Γνωρίζουμε ότι εάν κάνουμε κι άλλα άλμπουμ σίγουρα θα υπάρχουν κάποιοι οπαδοί που θα τα καλοδεχτούν, καθώς πάντα υπάρχουν κάποιοι πιο ένθερμοι υποστηρικτές.

Είχες στο μυαλό σου την όλη ιστορία των BALSAGOTH πριν ξεκινήσεις το συγκρότημα ή άρχισε να διαμορφώνεται σιγά σιγά;
Η όλη ιστορία ήταν ήδη χαρτογραφημένη στο μυαλό μου, μέσες άκρες, από την αρχή. Ήξερα τους τίτλους των άλμπουμ και τι είδους τραγούδια θα έμπαινε σε καθένα από αυτά, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Εννοείται ότι κάποια πράγματα εξελίχθηκαν κατά την πορεία του συγκροτήματος.

Γιατί αποφάσισες να κυκλοφορήσεις τις ιστορίες μέσω ενός συγκροτήματος κι όχι μέσω κάποιου βιβλίου;
Όταν μου πρωτοήρθε η ιδέα, γούσταρα πολύ το black, death και thrash metal και πίστευα ότι θα ήταν γαμάτο να έβαζα το συγκεκριμένο concept στη μορφή ενός συγκροτήματος. Έτσι συνδύασα 2 πάθη μου, επιστημονική φαντασία με αρχαία μυθολογία και την ακραία metal μουσική.

Ο Θανάσης Lightbridge (DOL AMMAD) μου είχε πει ότι υπάρχει μία πιθανότητα να συνεργαστείτε σε κάποιο project. Τι γίνεται με αυτό;
Είναι μία πιθανότητα. Με ήθελε να συμμετάσχω στα φωνητικά στο ντεμπούτο των DOL AMMAD. Μπορεί να συμβεί στο μέλλον, αλλά γενικά, αυτό τον καιρό, τα μέλη των BAL-SAGOTH δε συμμετέχουν σε side projects ούτε κάνουν guest εμφανίσεις σε άλλες κυκλοφορίες. Μου άρεσε όμως πολύ το άλμπουμ των DOL AMMAD, το “Startales”. Είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ. Αναμένω την επόμενη κυκλοφορία του.

Δεν καταλαβαίνω αυτή την πολιτική της μη εμφάνισης σε άλλα συγκροτήματα. Θα ήταν ένα προτέρημα και για τους BALSAGOTH καθώς θα είχαν μία επιπλέον διαφήμιση.
Αυτή είναι μία όψη που μπορείς να δεις ως θετική, αλλά συνολικά είναι κάτι που δε μας απασχολεί πλέον. Ο Jonny (Maudling, πλήκτρα) είχε κάνει κάποιες εμφανίσεις σε άλμπουμ των MY DYING BRIDE πριν μερικά χρόνια κι εγώ είχα συμμετάσχει σε ένα EP των SOLSTICE. Ίσως στο μέλλον να ασχοληθούμε ξανά με κάτι παρόμοιο, ιδίως εάν οι BAL-SAGOTH σταματήσουν να υπάρχουν.

Διάβασα κάπου για ένα παιχνίδι για υπολογιστές σχετικά με τους BALSAGOTH. Μπορείς να με ενημερώσεις επ’ αυτού, εάν υπάρχει κάτι να ειπωθεί;
Μία εταιρία λογισμικού ενδιαφερόταν να μετατρέψει την όλη θεματολογία των BAL-SAGOTH σε ένα CRPG (σ.σ.: computer role-playing game, παιχνίδι ρόλων για υπολογιστές, όπως τα Fallout, Dungeons & Dragons -όχι το pen & paper- κτλ). Είναι μία καλή ιδέα αλλά το πρόβλημα είναι ότι θα μας απορροφούσε μεγάλο μέρος του χρόνου μας. Επιπλέον είναι το ζήτημα των διαπραγματεύσεων. Πρέπει να έχεις ένα διανομέα να σε υποστηρίξει, μετά τίθεται το θέμα της άδειας διάθεσης και των δικαιωμάτων για το παιχνίδι. Η εταιρία ήθελε να τους υποστηρίξουμε σε κάποιο βαθμό οικονομικά καθ’ όλη την ανάπτυξη του παιχνιδιού, το οποίο, δυστυχώς, δεν είναι εφικτό, καθώς δεν ζούμε από το συγκρότημα. Η ιδέα όμως παραμένει. Εάν μπορέσουμε να συνεχίσουμε τις διαπραγματεύσεις κάποια στιγμή και να τελειώσουμε με το νομικό ζήτημα, θα με ενδιέφερε η δημιουργία ενός τέτοιου παιχνιδιού.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece