Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 168

A day to remember… 29/6 [BORKNAGAR]

0
Borknagar

Borknagar

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Epic” – BORKNAGAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΙΑ: Century Media Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Børge Finstad
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Vintersorg – Φωνητικά, κιθάρες
Øystein G. Brun – Κιθάρες
Lars A. Nedland – Πλήκτρα, πιάνο, όργανο, φωνητικά (δεύτερα)
Asgeir Mickelson – Τύμπανα, μπάσο, κιθάρες

Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες. Αυτό που ξεκίνησε το 1994 ως ένα all-star όραμα της extreme metal σκηνής του Øystein Garnes Brun, έφτασε το 2004 να κυκλοφορεί το έκτο άλμπουμ του. Γιατί όμως αυτό να στοιχειοθετεί φουρτούνα; Ας το πάρουμε από την αρχή. Ή ας το πιάσουμε καλύτερα από το πέμπτο άλμπουμ των BORKNAGAR το “Empiricism”.

Το line – up των Νορβηγών, ουδέποτε υπήρξε σταθερό, με την απόλυτη έννοια της σταθερότητας. Άλλωστε, όλοι οι μουσικοί που συμμετέχουν ή συμμετείχαν στην μπάντα, είχαν και έχουν και τις δικές τους μπάντες και project. Αυτή τη φορά όμως και κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων για το νέο άλμπουμ, ο μπασίστας Jan Erik “Tyr” Tiwaz άφησε το συγκρότημα. Όλα τα μέρη του μπάσου του δίσκου, τα ηχογράφησε ο ντράμερ Asgeir Mickelson. Παράλληλα, ένα μικρό διάστημα πριν την έναρξη των ηχογραφήσεων, αποχώρησε από το σχήμα και ο κιθαρίστας του, Jens F. Ryland. Ο Mickelson και ο τραγουδιστής Andreas “Vintersorg” Hedlund, ανέλαβαν να καλύψουν και αυτό το κενό, αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος των κιθαριστικών μερών.

Παρά τις όποιες αντιξοότητες όμως, οι BORKNAGAR συνέχισαν και μία μέρα σαν αυτή, είκοσι χρόνο πριν, προσέφεραν το “Epic” στο κοινό τους.

Από την γέννησή της, η μπάντα ήθελε να εξερευνήσει διάφορες μουσικές περιοχές, οι οποίες θα συνδύαζαν παγανιστικά στοιχεία, black metal ξεσπάσματα, μελωδικές διαδρομές και αρκετές (έως πολλές) progressive ιδέες. Με το ταλέντο που χαρακτήριζε όλα τα μέλη που πέρασαν ποτέ από το συγκρότημα να ξεχειλίζει, τα αποτελέσματα σε κάθε δίσκο τους, ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά.

Το “Empiricism”, εισήγαγε στην δισκογραφία των Νορβηγών μία πιο καθαρή, από άποψη ηχητικής παρουσίασης, οπτική στην μουσική του συγκροτήματος. Παρότι όχι και τόσο κοντά στις πιο μαυρομεταλλικές καταβολές του σχήματος, ο δίσκος ήταν πραγματικά πολύ καλός. Το “Epic”, παρότι δεν ήταν αυτό που έφερε την αλλαγή ή την διαφοροποίηση, μιας και είναι κοντά στον προκάτοχό του, όσον αφορά το ύφος και το περιεχόμενο, ήθελε με την σειρά του να είναι και αυτό ένα ισότιμο μέλος του καταλόγου των BORKNAGAR, και εν πολλοίς τα καταφέρνει. Εννοείται βέβαια πως αποτελεί μεν διάδοχο του προηγούμενου άλμπουμ και άρα έχει κάποια κοινά στοιχεία, αλλά ΔΕΝ είναι ίδιο. ΚΑΝΕΝΑ άλμπουμ των BORKNAGAR δεν είναι ίδιο με το προηγούμενο. Και αυτό είναι το clue του πράγματος.

Στις δώδεκα συνθέσεις του δίσκου, δεν συναντά κανείς κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακριβώς σαν μπαλάντα, αλλά μερικές είναι απλώς πιο «ήσυχες» από τις υπόλοιπες. Ακόμα και τα γρήγορα κομμάτια του δίσκου, θα βρει κανείς και σημεία που η ηρεμία θα κάνει και πάλι την εμφάνιση της. Ύμνος στην φύση άλλωστε στιχουργικά ο δίσκος και η φύση δεν έχει μία όψη. Το πρώτο πράγμα που παρατηρείται όμως στο άλμπουμ, είναι ότι η παραγωγή είναι πολύ πιο δυνατή και πολύ πιο καθαρή.

Ο Vintersorg φέρνει και αυτός μια αλλαγή στον εαυτό του. Τα «βαριά» φωνητικά του έχουν πιο βαθύ ήχο, τα καθαρά φωνητικά του από την άλλη, είναι σχεδόν power metal, αλλά στο πιο επικό τους. Πραγματικά τα φωνητικά του λάμπουν σε αυτό το άλμπουμ, πολύ μοναδικά.

Τα τύμπανα είναι εκπληκτικά για άλλη μια φορά, είναι πιο συμπαγή και βαριά και μερικές φορές, πραγματικά σε τσακίζουν. Τα πλήκτρα του Nedland, ενώ στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να ανεβάσουν την ατμόσφαιρα, τώρα αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστό όργανο, πράγμα που λειτουργεί πολύ καλά, δένοντας το σύνολο.

Οι BORKNAGAR, στο “Epic”, έχουν ξεπεράσει κάθε παγιωμένη αισθητική και η λέξη «είδος» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, δίνοντας στο άλμπουμ μία συγκεκριμένη κατηγοριοποίηση. Δημιουργικά, είναι πραγματικά πολύ μπροστά από οτιδήποτε της εποχής του, τουλάχιστον στον extreme χώρο, ανακατεύοντας με επιτυχία στοιχεία κυριολεκτικά από σχεδόν οτιδήποτε. Όχι ότι κανένα άλλο συγκρότημα δεν είχε προσπαθήσει να το κάνει αυτό στο παρελθόν, μάλιστα κάποια συγκροτήματα το έκαναν με ιδιαίτερη επιτυχία (βλέπε EMPEROR σχεδόν πριν από μια δεκαετία), αλλά οι BORKNAGAR φαίνεται ότι τελειοποίησαν αυτήν την οπτική και συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να την πηγαίνουν ακόμα παραπέρα.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 28/6 [GRAVE]

0
Grave

Grave

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Soulless” – GRAVE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tomas Skogsberg / Fred Estby
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες, μπάσο φωνητικά – Jörgen Sandström
Κιθάρες – Ola Lindgren
Ντραμς – Jensa Paulsson

Στο προηγούμενο σχετικό κείμενο, αναφορικά με τους GOREFEST και το “Erase”, είχα μιλήσει για death metal που γκρούβαρε. Μέσα στις μπάντες που κάνανε μια τέτοια μεταστροφή από το ‘93 – ‘94 και πέρα, είχα αναφέρει μεταξύ άλλων τους ENTOMBED του “Wolverine blues” (1993) και ως επέκταση αυτής της επιρροής, τους DISMEMBER του “Massive killing capacity” (1995) και φυσικά τους λατρεμένους μου GRAVE και το “Soulless”. Βέβαια, για να φτάσουμε εκεί, είχαμε το ενδιάμεσο EP “…And here I die…satisfied…” (1993), 2 κομμάτια του οποίου, κατέληξαν εδώ (“And here I die”, “I need you”) δείχνοντας μια άλφα κατεύθυνση προς το κάτι το διαφορετικό. Ένα δείγμα του ότι δεν θα είχαμε μια επανάληψη του προσωπικού αγαπημένου και μνημειώδους “You’ll never see” (1992), αλλά μια πιο στακάτη ρυθμική προσέγγιση.

Σε παραγωγή του παλαιού γνώριμου Skogsberg καθώς και του Fred Estby των DISMEMBER, μια μέρα σαν τη σημερινή το ‘94, οι GRAVE, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στη γκρούβα και το χαμηλότερο γκάζι. Από το μπάσιμο το “Turning black” (συνοψίζει και όλη την αλλαγή μπορώ να πω), στο “Bullets are mine” (πόσο μα πόσο υπέροχη μπασαδούρα) καθώς και το θεϊκό ομώνυμο που αποτέλεσε και το πρώτο βίντεο της μπάντας, δίνοντας τους και το σχετικό airplay, καταλαβαίνεις ότι οι Σουηδοί το πάνε πολύ καλά σε αυτή την αλλαγή. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι κομμάτια αυτού του δίσκου, βρίσκουν θέση στο set της μπάντας ως και τις μέρες μας, εν αντιθέσει με τον σαφώς κατώτερο του διάδοχο “Hating life”. Tο instrumental του δίσκου “Judas” (το πρώτο που γράφουν στη καριέρα τους), μια πιο doom σύνθεση, συγγενής με τα αργόσυρτα σημεία της πρώτης περιόδου, ξεχωρίζει με το τρόπο του. Τοποθετημένο σοφά στη μέση, σαν να χωρίζει το άλμπουμ σε δύο κεφάλαια.

Περνώντας στο δεύτερο μισό λοιπόν, να σου το “Unknown” για να πέσει το σωστό το ξύλο με γερές δόσεις γκρούβας, και σε μικρότερες δόσεις στα “βιδώνω-πόδια-στο-έδαφος-και-σπάω-σβέρκο” “Genocide” και “Rain” (τι στακάτη κομματάρα). Από εκεί και πέρα, τα δύο κομμάτια του EP, βαλμένα στρατηγικά, ένα στο κάθε μισό του δίσκου, δείχνουν πόσο ωραία λειτουργούν και σε αυτά τα πλαίσια. Το “Scars”, η ξεκάθαρα μεγαλύτερη σύνθεση του δίσκου, ρίχνει τίτλους τέλους, δίνοντας στον ακροατή μια πλήρη εικόνα του τι άκουσε από τους GRAVE σε αυτόν εδώ τον δίσκο. Από την μπασο-εισαγωγή (χρόνος να αναπνεύσει το μπάσο, να φάνε και οι κότες γενικότερα), στο στακάτο riffing που χτίζει ένταση σε ένα κομμάτι με σαφώς πιο εσωστρεφές θέμα (WILL I FOREVER BE INSANE?). 30 χρόνια μετά ωστόσο, τι αφήνει πίσω του το “Soulless” στα ούτε 45 λεπτά διαρκείας του; Προσωπικά, εκτιμώ πως είναι από τα επιτυχημένα διαφορετικά άλμπουμ των GRAVE, που είναι ακριβώς στη μέση του γνώριμου και του πειραματικού ήχου του σχήματος, εξ ου και ωρίμασε όμορφα με τα χρόνια.

Αυτό που δεν τους βγήκε στο “Hating life”, όπου στραβοπάτησαν προσωρινώς. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

Did you know that?

– Πρώτη συνεργασία με τον Carsten Drescher στο layout, ο οποίος έχει έναν άκρως εντυπωσιακό κατάλογο που περιλαμβάνει μπάντες όπως οι ICED EARTH, AFTER FOREVER, ASPHYX, HELLHAMMER, GRIP INC, HEAVEN SHALL BURN, FIREWIND, EPICA, DARK FUNERAL μεταξύ άλλων.

– Τα samples στο “Turning black” έχουν παρθεί από τη πρώτη ταινία “Robocop” (1987)

– Τελευταίος δίσκος με τον Jörgen Sandström, με τον Ola Lindgren να αναλαμβάνει τα φωνητικά πέρα από τις κιθάρες.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 29/6 [ELECTRIC WIZARD]

0
Electric Wizard

Electric Wizard

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “We Live” – THE ELECTRIC WIZARD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Rise Above
ΠΑΡΑΓΩΓΟI: Jus Oborn, Mathieus Schneeberger
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Jus Oborn– Φωνητικά, κιθάρα
Liz Buckingham – Κιθάρα
Rob Al-Issa – Μπάσο
Justin Greaves – Τύμπανα

Το 2002 δεν ήταν μια καλή χρονιά για την μπάντα από το Dorset. O τέταρτος τους δίσκος, “Let Us Prey”, δεν είχε και την καλύτερη αποδοχή από τους οπαδούς, οι οποίοι μάλλον περίμεναν μια συνέχιση του “Dopethrone” (2000), αλλά αντ’ αυτού είδαν την μπάντα να πειραματίζεται με ήχους πιο σκοτεινούς, δαιδαλώδεις, σχεδόν κινηματογραφικούς. Δεν ήταν ένας κακός δίσκος, αλλά όπως και να έχει μετά το “Dopethrone”, ήταν δύσκολο να κάνουν το follow up.

Ίσως κι εκείνη η πειραματική στροφή μαζί με την χλιαρή αποδοχή να φούντωσε τις εντάσεις στην μπάντα που κατά την διάρκεια μιας Αμερικάνικης περιοδείας, ήρθαν στα χέρια. Στην επιστροφή, η μπάντα ήταν στα πρόθυρα της διάλυσης αλλά ως άλλος Φοίνικας, ανασυγκροτήθηκαν με καινούργιο line up και την (μέλλουσα σύζυγο του Jus) Liz Buckingham στην δεύτερη κιθάρα. Ο τίτλος και μόνο είναι ένα μήνυμα ότι η μπάντα μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς την δόξα τραβά ενώ το άρθρο “the” στο όνομα της μπάντας είναι η έκφραση της πρόθεσης του Jus να τονίσει σε όλους ότι αυτή είναι μια καινούργια μπάντα (σε κατοπινές συνεντεύξεις δεν ήταν καθόλου φειδωλός στις προσβολές έναντι των πρώην μελών).

Ο ίδιος ο Jus που πάντα είχε πει ότι μισούσε την φωνή του και για αυτό την έκρυβε πίσω από reverbs κι άλλα φωνητικά εφέ, σε αυτόν τον δίσκο την βάζει στην πρώτη γραμμή και ακούγοντας τα αποτελέσματα (τώρα θα γίνω κακός), μάλλον θα τον συμβούλευα να την καπακώσει ξανά κάτω από στρώματα από εφέ. Αλλά έτσι κι αλλιώς, στο doom η φωνή κατά την γνώμη μου είναι δευτερευούσης σημασίας.

Οπότε τι έχουμε εδώ; Καταρχάς είναι ο πρώτος τους δίσκος με μια καθαρή παραγωγή όσον αφορά τον ήχο, με το fuzz effect να χάνει τον πρωτόγονη μορφή του και τα τύμπανα να αποκτούν βάθος και πιο πολλή ένταση. Η μελωδίες είναι πιο πολύπλοκες μιας που τώρα η ρυθμική κιθάρα της Liz επιτρέπει στην μπάντα να όχι μόνο να φλερτάρει με το stoner αλλά και με το hardcore σε κάποιες περιστάσεις (“The Living Dead At The Manchester Morgue”) κι ακόμα και με την… γκουχ γκουχ jazz (“Another Perfect Day”), αφήνοντας στο background τις ψυχεδελικές επιρροές τους.

Φυσικά δεν λείπουν και τα psy-horror έπη όπως “Eko Eko Azarak” (ο τίτλος κάνει αναφορά σε ένα παγανιστικό άσμα που αρχίζει με αυτήν την φράση)  καθώς και το “Saturn’s Children”, 15 λεπτά από ένα doom wall of sound. Ίσως, εάν είχαν κόψει 1-2 λεπτά από κάθε κομμάτι, να μιλάγαμε και για τον πιο εμπορικό δίσκο τους μέχρι τότε (δεν είμαι και πολύ φαν του drone), αλλά όπως και να έχει, ήταν ο δίσκος που κυριολεκτικά ξαναέφερε την μπάντα στον κόσμο των …ζωντανών.

Γιώργος Γκούμας

Weekly Metal Meltdown (15-21/6)

0
Weekly Metal Meltdown 15-21

Weekly Metal Meltdown 15-21

Weekly Metal Meltdown ύστερα από μία εβδομάδα που η στήλη πήρε άδεια από τη σημαία, με μία ανασκόπηση των νέων τραγουδιών που κυκλοφόρησαν και από επερχόμενες κυκλοφορίες που περιμένουμε με ενδιαφέρον. Σ’ αυτήν την εκδοχή, παρουσιάζουμε δέκα από τα πιο πολυαναμενόμενα τραγούδια, που βγήκαν από 15 έως 21 Ιουνίου.

Photo by Ryan Chang

Η αρχή γίνεται με το ολοκαίνουργιο τραγούδι των GHOST, με τίτλο “The Future Is A Foreign Land”, που συμπεριλαμβάνεται στο soundtrack της ταινίας “Rite here right now”. Η ταινία προβλήθηκε ήδη στους κινηματογράφους, ενώ το soundtrack θα κυκλοφορήσει στις 26 Ιουλίου και θα συμπεριλαμβάνει τη sold out ζωντανή εμφάνιση των GHOST από το Kia Forum.

Powerwolf
Photo by VDPICTURES

Αρέσουν δεν αρέσουν, οι POWERWOLF, είναι εδώ και χρόνια ένα συγκρότημα πρώτης γραμμής και όπως είναι λογικό η κυκλοφορία του νέου τους δίσκου, “Wake up the wicked” στις 26 Ιουλίου, έχει ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού στους οπαδούς τους. Και το δεύτερο video clip τους, για το “Sinners of the seven seas”, είναι μία επική υπερπαραγωγή και μπορείτε να το δείτε από κάτω:

Photo by Alessandro di Martino

Οι Σουηδοί melodic death metallers, DARK TRANQUILLITY, έχουμε πει εδώ και μερικές εβδομάδες, ότι έχουν έτοιμο το “Endtime signals”, το 13ο άλμπουμ τους και αυτό μέσω της Century Media, το οποίο θα βγει σε άπειρα format που μπορεί ο κάθε οπαδός να διαλέξει αυτό που του κάνει περισσότερο. Το νέο single τους, είναι για το τραγούδι “Not nothing”. Ούτε video clip, ούτε lyric video. Απλά το τραγούδι.

Photo by Sam Jamsen

Όπως φαίνεται, το καλοκαίρι μας, θα είναι γεμάτο από τον Mikael Stanne, αφού εκτός από τη βασική του μπάντα, τους DARK TRANQUILLITY, βγάζει δίσκο και με τους CEMETERY SKYLINE (περισσότερες λεπτομέρειες δεν έχουμε ακόμα) έχοντας στο πλευρό του τους:
Κιθάρες: Markus Vanhala (Insomnium, Omnium Gatherum, I Am The Night)
Πλήκτρα: Santeri Kallio (Amorphis)
Μπάσο: Victor Brandt (Dimmu Borgir, Witchery, ex-Entombed/Entombed A.D., ex-Firespawn)
Ντραμς: Vesa Ranta (Sentenced, The Abbey)
Ακούστε το “The coldest heart”, λοιπόν.

Photo by Svetlana Goncharova

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τον προηγούμενο δίσκο των Φινλανδών folk melodeathsters, ENSIFERUM, και πλέον το “Winter storm” θα είναι διαθέσιμο από τη Metal Blade σε πλειάδα διαφορετικών format για να διαλέξει κανείς. Το πρώτο single είναι το “Winter storm vigilantes”, στα γνώριμα ENSIFERUM ηχοτόπια. Μια λεπτομέρεια. Η special edition του δίσκου, θα έχει διασκευή στο… “Lambada”. Αυτό.

Photo by Heli Andrea

Τρία χρόνια μετά το εξαιρετικό “Witness”, το Δανο-Σουηδικό prog κουαρτέτο των VOLA, θα βγάλει το “Friend of a phantom” από τη Mascot την 1η Οκτωβρίου. Στο εναρκτήριο “Cannibal”, guest φωνητικά κάνει ο Anders Friden των IN FLAMES, εμείς όμως θα δούμε τώρα το video clip για το “Break my lying tongue”.

Photo by Zach Johnson

Ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας οι OCEANS OF SLUMBER, ανακοίνωσαν το νέο άλμπουμ τους, “Where Gods fear to speak”, θα βγει από τη Season Of Mist στις 13 Σεπτεμβρίου. Η χαρισματική Cammie και η παρέα της, με το dark cinematic metal τους, μας χαρίζει το video clip για το “Poem of ecstasy”.

Ο Paul Di’Anno με τους WARHORSE, το νέο του σχήμα με μουσικούς από την Κροατία, έχει έτοιμο το ομώνυμο full length ντεμπούτο του, που θα το βγάλει η Bravewords Records στις 19 Ιουλίου. Το “Here comes the night” είναι ένα δείγμα γραφής αυτού του δίσκου και το παρακολουθείτε από κάτω.

Photo by Jerry LoFaro

Κι ενώ όλοι περιμένουμε το νέο άλμπουμ των DREAM THEATER, ο βιρτουόζος πληκτράς τους, Jordan Rudess, μας αιφνιδίασε, με την ανακοίνωση του νέου σόλο άλμπουμ του, “Permission to fly”, από την InsideOut Music. Η διαφορά με τα προηγούμενα, είναι ότι πλέον έχει ένα γκρουπ που τον συνοδεύει, με τον That Joe Payne στα φωνητικά, τον ντράμερ του Devin Townsend, Darby Todd και τον Steve Dadaian στην κιθάρα. Τους στίχους, τους έχει γράψει η κόρη του, Ariana. Δείτε το video clip για το “The alchemist”.

Warlord

Τελευταίο τραγούδι, από τους epic metallers WARLORD! Δεν έχουν περάσει παρά μερικές εβδομάδες από το “Free spirit soar” και στις 23/8 θα μπορούμε να ακούσουμε το “From The Ashes To The Archives – The Hot Pursuit Continues”, που ουσιαστικά είναι επανηχογραφήσεις των τραγουδιών του “Rising out of the ashes”, με τη νέα τους σύνθεση, έχοντας κρατήσει τις κιθάρες και το μπάσο του Bill Tsamis. Αν θεωρείτε ότι κάτι τέτοιο έχει ενδιαφέρον, μπορείτε να ακούσετε την εκδοχή του “Invaders”.

Ραντεβού και πάλι σε λίγες μέρες.

 

HAMMERFALL – “Glory to the brave” – Worst to best

0
Hammerfall

Hammerfall

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι HAMMERFALL άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ευρωπαϊκή power metal σκηνή με το ντεμπούτο τους, “Glory to the brave”, που κυκλοφόρησε σαν σήμερα το 1997. Παρά το γεγονός ότι οι Σουηδοί power metallers από το Gothenburg υπήρχαν σαν μπάντα από το 1993, οι γόνιμες συγκυρίες επέτρεψαν στο συγκρότημα να μπει στην δισκογραφία 4 χρόνια αργότερα με εμφατικό τρόπο, μιας και το “Glory to the brave” έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή άλμπουμ των 90s, κερδίζοντας πολλούς fans με το καλημέρα (διόλου τυχαία, και στην χώρα μας). Το άλμπουμ, η θεματολογία του οποίου κινείται στον γνώριμο άξονα ηρωισμού, φαντασίας και αδελφοσύνης στην μεταλλική κοινότητα έφτασε μέχρι το νο. 38 και το νο. 40 των γερμανικών και των αυστριακών charts, αντίστοιχα.

Σήμερα, στα 27α γενέθλια του “Glory to the brave”, θα προσπαθήσω, επηρεασμένος τόσο από το γενικό όσο και από το προσωπικό μου αίσθημα, να βάλω τα 8 τραγούδια του άλμπουμ σε αξιολογική σειρά, ωστόσο θα μου επιτρέψετε να αφήσω εκτός τις διασκευές, στο “Child of the damned” των WARLORD –συγκρότημα που επηρέασε το συγκρότημα, αν κρίνουμε και από την επιλογή του ονόματος τους, προφανώς παρμένο από τον στίχο “the hammer will fall on you” του “Lucifer’s hammer”- όσο και στο “Ravenlord” των Γερμανών STORMWITCH.

The “Glory to the brave” countdown:

  1. Unchained” (5.38)

Το “Unchained”, το οποίο μου φέρνει αρκετά στο μυαλό το instrumental “Mr. Scary” των DOKKEN (!) στο εισαγωγικό riff του, είναι ένα αξιοπρεπές τραγούδι, με ωραίες μελωδικές και ρυθμικές εναλλαγές, αλλά δεν είναι αρκετές για να το κάνουν να ξεχωρίσει σε σχέση με τα υπόλοιπα.

  1. I believe” (4.53)

Σε ένα λυρικό πνεύμα και με μία πνοή ευγνωμοσύνης, το “I believe” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η μία από τις «μπαλάντες» του άλμπουμ, αντηχώντας παλιότερες ανάλογες συνθέσεις από συγκροτήματα όπως οι ACCEPT και οι SCORPIONS. Ένα γλυκόπικρο τραγούδι, που αφήνει μία όμορφη ανάμνηση, χωρίς να πρωτοτυπεί ιδιαίτερα (και ίσως δεν χρειάζεται).

  1. Stone cold” (5.43)

Μία ταχύτητα πιο χαμηλά, σε ένα tempo που μου θυμίζει λίγο … MOTORHEAD, το “Stone cold” σφυροκοπάει τα ηχεία, χωρίς να λυσσομανάει όπως τα γρηγορότερα τραγούδια του άλμπουμ. Θεωρώ ότι κάπου εδώ στη μέση είναι η ιδανική του θέση.

  1. “The Metal Age” (4.28)

Κάπου εδώ αρχίζει να διαφαίνεται καλύτερα ο πραγματικός χαρακτήρας των HAMMERFALL. Μπορεί το “The Metal Age” να μην είναι το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι του άλμπουμ, αλλά η εξύμνηση του metal και των οπαδών του γράφεται με ξεκάθαρο τρόπο, χωρίς δεύτερες σκέψεις και ποτισμένο με μελωδίες και riff που αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο την δυναμική του μηνύματος που οι στίχοι θέλουν να περάσουν.

  1. Steel meets steel” (4.02)

Με το εν λόγω τραγούδι περνάμε στα κλασικά hits του συγκροτήματος, ένα αγαπημένο του κοινού που μας εξιστορεί την Πρώτη Σταυροφορία, που οδήγησε στην χριστιανική κατάκτηση των Αγίων Τόπων, συμπεριλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ. Οι Σταυροφόροι πολέμησαν εναντίον των Μουσουλμάνων και τους κατατρόπωσαν, καταλαμβάνοντας την «Αγία Πόλη» το 1099. Πόσο πιο παραστατικά να το πει κανείς μέσα σε 4 λεπτά;

  1. “Hammerfall” (4.47)

Αν ο ακροατής είχε αναστολές στα δύο πρώτα τραγούδια του άλμπουμ, εδώ θα τις έχει χάσει δια παντός. Το “Hammerfall” είναι ένας power metal ύμνος, τίποτα λιγότερο. Με ένα ρεφρέν που άνετα το τραγουδούν χιλιάδες στα live και τις δύο κιθάρες των Oscar Dronjak και Glenn Ljungström να αλωνίζουν από πίσω ρυθμικά σε παραδοσιακούς power ρυθμούς, δεν μπορεί κάποιος να ζητήσει περισσότερα από το τραγούδι που μοιράζεται το ίδιο όνομα με το συγκρότημα. Είναι, πρακτικά, η δήλωση του σκοπού και της αποστολής της μπάντας. Πίστη, αδελφοσύνη και περηφάνια.

  1. “The Dragon lies bleeding” (4.22)

Ο Δράκος, απεικόνιση της ισχύος του Κακού στην χριστιανική παράδοση, έχει σκοτωθεί και κείτεται αιμόφυρτος στο χώμα. Αυτό το κατόρθωμα του αιώνιου πολεμιστή που μάχεται για το Φως, είναι η είσοδος στον κόσμο των HAMMERFALL, που δεν ξεχνούν τις σουηδικές τους heavy metal καταβολές καθώς συστήνονται στον κόσμο με καταιγιστικό ρυθμό και δυναμικότατα riffs. Πρόκειται για την αρχή μίας ένδοξης πορείας στον χώρο του power metal.

  1. “Glory to the brave” (7.20)

Μία πραγματική στιγμή μεγαλείου. Το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ αποτελεί σταθμό όχι μόνο για το συγκρότημα αλλά και για ολάκερη την power metal σκηνή. Τα πολυεπίπεδα συναισθήματα, ο υποβλητικός ρυθμός και όλο το μουσικό στήσιμο του “Glory to the brave” δεν αφήνουν περιθώρια. Είναι το τραγούδι που θα τραγουδήσεις με τα χέρια στον αέρα, αυτό που γράφτηκε για να σε εξυψώσει. Και όλα αυτά μεγεθύνονται αν αναλογιστείς ότι το τραγούδι γράφτηκε ως αφιέρωση στον παππού του τραγουδιστή Joacim Cans, που «έφυγε» μερικούς μήνες πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ. Μία επιμνημόσυνη δέηση που μεταφέρθηκε στον ηρωικό κόσμο των HAMMERFALL, παρουσιασμένη ως ένας φόρος τιμής σε φίλους χαμένους από καιρό που δυστυχώς άφησαν πρόωρα τον μάταιο τούτο κόσμο. Ας υψώσουμε τα ποτήρια λοιπόν και ας τραγουδήσουμε και σε αυτούς που μας συντροφεύουν από εκεί ψηλά. Κανείς και καμία δεν χάνεται όσο ζούμε να τους θυμόμαστε.

Κώστας Τσιρανίδης

QUEENSRYCHE – “Rage for order” – Worst to best

0
Queensryche

Queensryche

Μπορεί εδώ και χρόνια, τα παιδιά του Rock Hard, να μου λένε ότι τους «βασανίζω» κάνοντάς  τους να βάλουν σε αξιολογική σειρά τα τραγούδια κάποιων δίσκων, η αλήθεια είναι όμως, ότι αυτό ακριβώς το έχω κάνει σχεδόν για όλους τους αγαπημένους μου δίσκους όλων των εποχών. Αυτά, που για τα προσωπικά γούστα του καθενός, είναι τα πραγματικά δεκάρια (εκτός εισαγωγικών),

Ένας τέτοιος δίσκος, είναι και το “Rage for order” των QUEENSRYCHE για εμένα. Καλό το EP, πολύ καλό το “The warning”, ασύλληπτο το “Operation: mindcrime”, εξαιρετικό το “Empire”, συγνώμη όμως, αυτό που νιώθω κάθε φορά, ύστερα από τόσα χρόνια, κάθε φορά που ακούω το “Rage for order”, δεν μου συμβαίνει με δίσκο… Όταν ήρθε ο Geoff Tate να το παρουσιάσει ολόκληρο, μαζί με το “Empire”, ήταν μία από τις λίγες ενήλικες στιγμές στη ζωή μου, που δεν μπορούσα να κοντρολάρω τα συναισθήματά μου. Ήθελα να κλάψω; Να φωνάξω; Να τραγουδήσω; Να σταθώ ακίνητος και να αφήσω τη μαγεία του δίσκου να με οδηγήσει; Τελικά, νομίζω (όπως μου είπαν οι γύρω μου, δηλαδή), ότι έκανα ένα mix grill των παραπάνω…

Μιλάμε για ένα από εκείνα τα άλμπουμ που είναι τόσο μπροστά από την εποχή τους, που 38 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ακούγονται όχι μόνο επίκαιρα, αλλά και μοντέρνα, up to date. Το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, για παράδειγμα, που μας απασχολεί πολύ έντονα σήμερα, είναι πρωτεύουσας σημασίας για τα τραγούδια εκείνου του άλμπουμ. Μπορεί να μην ήταν concept με την έννοια του “Operation: mindcrime”, όπως μας έχει πει όμως ο ίδιος ο Tate, «ήταν ένας θεματικός δίσκος, υπό την μορφή ότι ασχολούνταν με πράγματα που συνέβαιναν εκείνη την εποχή και απασχολούσαν πολύ τον κόσμο. Μην ξεχνάς ότι εκείνα τα χρόνια, ήταν πολύ έντονη η απειλή ενός πυρηνικού πολέμου ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτό ήταν συνεχώς στο μυαλό των ανθρώπων, κάτι που βγήκε στους στίχους μου τότε». Κάτι του τύπου «η πλύση εγκεφάλου που προκαλεί η τεχνολογία έναντι της ανθρώπινης συναισθηματικής αντίδρασης». Χμμμ… Κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στο “Operation…”, έτσι δεν είναι;

Επειδή, αν με αφήσει κανείς, μπορώ να γράφω ώρες για τα συναισθήματά μου ακούγοντας το δίσκο, νομίζω ότι είναι ώρα να μπω στο ζουμί, λέγοντας τούτο το trivia, μέσα από μία από τις αναρίθμητες συνεντεύξεις που έχω κάνει με τον Geoff Tate: «Το ομώνυμο τραγούδι για το “Rage for order” το γράψαμε, αλλά ποτέ δεν τελείωσε και δεν μπήκε στον δίσκο. Όταν γράφαμε το “Operation…”, το έβγαλα από το συρτάρι μου και το παρουσίασα εκ νέου στο γκρουπ, επειδή μου άρεσε πάρα πολύ ο ρυθμός που υπήρχε στα τύμπανα κι ένιωθα ότι ταίριαζε απόλυτα ως εισαγωγικό κομμάτι στο “Operation: Mindcrime”. Οπότε ναι, το “Rage for order” έγινε το “Anarchy-X’.»

The “Rage for order” countdown:

  1. “Gonna get close to you” (4.37)
    Επειδή δεν υπάρχει κάποιο intro ή κάποιο instrumental να με σώσει από το τραγούδι που θα βάλω στην τελευταία θέση, χωρίς αυτό να το αξίζει, τοποθετώ –ουσιαστικά εκτός συναγωνισμού- τη διασκευή στο “Gonna get close to you”. Αρκετά χρόνια μετά κατάφερα να ακούσω το αυθεντικό τραγούδι, που είναι κι αυτό αριστουργηματικό, από την Καναδή τραγουδίστρια Lisa Dalbello (προφανέστατα, μία από τις βασικές επιρροές της Alanis Morissette). Τι έμπνευση, αλήθεια, τι ερμηνεία από τη μία, τι τεράστια διασκευή από την άλλη… Εντελώς μέσα στο κλίμα του δίσκου, από τον «βιομηχανικό» ήχο των τυμπάνων, στο reverb εφέ των φωνητικών και τα απόκοσμα πλήκτρα (που έπαιξε ο ίδιος ο παραγωγός, ο Neil Kernon, που και μόνο αυτόν το δίσκο να είχε κάνει, για εμένα είχε μείνει στην ιστορία). Αυτός ο Tate… Τι κάνεις ρε άνθρωπε; Αλήθεια τώρα… Αν ήμασταν στην εποχή μας, θα μας έμπαιναν ψύλλοι στα αυτιά ότι ήταν AI. Ουπς, πάλι στο “concept” του δίσκου γυρίσαμε…
  1. “Surgical strike” (3.22)
    “A Surgical Strike
    We’ve taught them not to feel
    performance is their task
    A Surgical Strike
    Its time is arriving now for you”
    Ένα τραγούδι, που ελάχιστα τραγούδια είχαν τότε την ικανότητα να γράψουν, μπαίνει στη θέση #10. Μ’ ένα από τα κορυφαία κουπλέ του δίσκου κι εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο, απλά είναι το δέκατο αγαπημένο μου κομμάτι σ’ έναν τέλειο δίσκο (αλήθεια πόσο με κουράζουν τα σχόλια του τύπου «δεν υπάρχει worst», από τη στιγμή που είναι ΑΔΥΝΑΤΟ να μας αρέσουν ΟΛΑ τα τραγούδια ενός δίσκου ΤΟ ΙΔΙΟ). Ακόμα και το –απλοϊκό για τα σημερινά τεχνολογικά δεδομένα- flanger στο τελείωμα του σόλο, είναι τόσο ταιριαστό!

    9. “I will remember” (4.38)
    “There’s a thought that fills your mind
    A vision of time
    When knowledge was confined
    And then we wonder how machines
    Can steal each other’s dreams
    From points that are unseen…It’s real”
    Βλέποντας μπροστά, θα έλεγα ότι είναι ο προπομπός του “Silent lucidity”, μία από τις αγαπημένες QUEENSRYCHE μπαλάντες, που πάρα πολύ τακτικά αποτελεί το soundtrack του κλεισίματος των μαγαζιών που δουλεύω ως dj όλα αυτά τα χρόνια, οπότε μπορείτε να καταλάβετε και το μέγεθος της αγάπης που του έχω.

    8. “Chemical youth (We are rebellion)” 4.05
    “Lead me” the leftist cry as the right subsides.
    Hear me, the media mouth is open wide.
    Save me, success is our hunger we need to feed.
    Free me, we will not lose to their anarchy!”
    Πόσο πιο κλασικοί Geoff Tate στίχοι από αυτούς εδώ, αλήθεια; Τα είχε με τα Media από τότε και του έδωσε και κατάλαβε στο “Operation: mindcrime”. Ενώ το τραγούδι ξεκινά μ’ ένα «συμβατικό» metal riff, στη συνέχεια γίνεται περιπετειώδες, «ανορθόδοξο», απρόβλεπτο και γεμάτο απρόοπτα, με αποκορύφωμα τη γέφυρα (“If we don’t stand together, we stand to lose the future”) που και μόνο απ’ αυτό το σημείο, σκαρφαλώνει θέσεις στην τελική κατάταξη. Οι στίχοι του έμπαιναν βαθιά μέσα στην ψυχολογία της νεολαίας των mid-80s, με τον φόβο του πυρηνικού πολέμου και τα νέα –τότε- τεχνολογικά δεδομένα, αλλά και το επαναστατικό πνεύμα που πρέπει να έχουν οι νέοι.

    7. “The whisper” (3.36)
    “Time is the promise
    delivered with stunning consistency
    line after line, time after time
    the innocent victim awaits…”
    Πάντα, στα αυτιά μου τουλάχιστον, το “The whisper” ήταν το πιο MAIDEN τραγούδι του δίσκου. Ο δε Tate βρισκόταν σε απίστευτη κατάσταση, με τα φωνητικά να πιάνουν ταβάνια που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε. Το ρεφρέν, όπου ακούγονται στα δεύτερα φωνητικά οι «ψίθυροι», είναι ανατριχιαστικό, πραγματικά και κάθε φορά που το ακούω, συνειδητοποιώ πόσο πολύ έχουν λείψει τα δεύτερα του Chris DeGarmo, πέρα από τα μνημειώδη κιθαριστικά του σόλο…

    6. “I dream in infra red” (4.18)
    “You’ve gathered all my secrets
    and I don’t know who I am
    I even feel alone when you’re near
    ’cause you’ll never understand”
    Όπως όλοι γνωρίζουμε και καταλαβαίνουμε, τούτο εδώ το άσμα, ίσως να δικαιούται μίας πιο υψηλής θέσης. Όμως, ο λόγος που βρίσκεται στο #6, έχει να κάνει καθαρά με το ότι όταν βγήκε η ακουστική του version (τη βρίσκετε σε επανεκδόσεις, best of, κτλ) έδειξε ότι το τραγούδι είχε περιθώρια βελτίωσης, παρότι αρχικά φαινόταν ανέγγιχτο απ’ οτιδήποτε. Μικροαφαιρέσεις μερών, σημαντικές όμως, έδειξαν ότι ίσως η ακουστική εκτέλεση, με την ελάχιστα διαφοροποιημένη δομή της, να έπρεπε να μπει στο κανονικό tracklisting του άλμπουμ. Ναι, είμαι λεπτολόγος και σπασίκλας, αλλά όταν μιλάς για ένα από τα πέντε αγαπημένα σου άλμπουμ όλων των εποχών και καλείσαι να τα βάλεις σε αξιολογική σειρά, αυτές οι λεπτομέρειες, κάνουν τη διαφορά. Κατά τα υπόλοιπα, ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΟ ΕΠΟΣ.

    5. “The killing words” (3.56)
    “Do you remember the dreams,
    the nightmares we shared?
    The poison of love so pure it’s deceiving
    And deceit is all we have it’s got to be over”
    Φτάνουμε στα πάρα πολύ δύσκολα… Στην πρώτη πεντάδα. Καλά τα όποια cheats κάναμε για τον οποιονδήποτε λόγο, δεν πιάνουν όμως τώρα… Κατά την αγαπημένη μου συνήθεια, όταν γράφω για κάποιον δίσκο, φροντίζω να είναι και το soundtrack. Ιδιαίτερα στα worst to best, αυτό γίνεται πιο συγκεκριμένο, δηλαδή τώρα που γράφω για το “The killing words”, ακούω και το τραγούδι… Και με πιάνει ένα τρέμουλο… Κοντεύω να δακρύσω για πολλοστή φορά. Κρατιέμαι όμως και αρκούμαι σε μία παρατεταμένη ανατριχίλα. Αν ακούσεις το τραγούδι αυτό, όταν έχεις χωρίσει, δεν σε βλέπω καλά φίλε μου… Ουφ. Αγχώθηκα. Πάω στο επόμενο…

    4. “Screaming in digital” (3.38)
    “Your mind is open for me
    Open for intake of all propaganda
    Your Eyes see now what to see
    My eyes see only the programs you give me”
    Ξεκινάω με τα “industrial” τύμπανα και τα εφέ των πλήκτρων που μας μεταδίδουν μία «ρομποτική» ατμόσφαιρα, όπως και τα εφέ στα φωνητικά, βάζοντάς μας έτσι στην ιστορία του τραγουδιού, το αποκορύφωμα του οποίου είναι ο συγκλονιστικός στίχος “No one can hear when you’re Screaming in Digital”… Αυτό όμως που συμβαίνει με τα φωνητικά του Tate, για μία ακόμη φορά, είναι απλά αδιανόητο. Για πρώτη φορά, το συγκεκριμένο κομμάτι το άκουσα ζωντανά με τον Todd LaTorre στα φωνητικά. Ο Γιώργος ο Κόης, που βρισκόμασταν μαζί, έχει να λέει για τα μπινελίκια που είχα ρίξει στον «ντράμερ» (όπως λέω τον νέο τραγουδιστή των ‘RYCHE, διότι ήταν ντράμερ πριν πάρει το μικρόφωνο στα χέρια του) αφού δεν πίστευα ότι υπήρχε ανθρώπινο ον που να μπορεί να αναπαράγει με τόση πιστότητα αυτό που ακούμε στο “Rage for order”. Και μετά ήρθε και ο μεγάλος Geoff, να μας δώσει κι εκείνος τα μυαλά στο χέρι. Η επιτομή της τελειότητας, με έμφαση στη λεπτομέρεια και ακόμα δεν είμαστε στην τριάδα!

    3. “London” (5.05)
    “Oh there’s some things in life I could never face
    The worst is being alone”
    Σ-Υ-Γ-Κ-Λ-Ο-Ν-Ι-Σ-Τ-Ι-Κ-Ο-Σ ύμνος. Αυτή η δεύτερη πλευρά του βινυλίου του “Rage for order” αποτελεί ίσως την πιο πειραματική και μπροστά από την εποχή της, που έχω ακούσει ποτέ μου. Αλήθεια, τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτό το κομμάτι; Τόσο συναίσθημα, λυγίζει ακόμα και η βελόνα στο πλατό του πικάπ… Από που να το πιάσεις και που να το αφήσεις; Από την απόκοσμη ερμηνεία του Tate ή το κιθαριστικό σόλο (που κάτι παρόμοιο ακούμε και στο επόμενο άλμπουμ, επί τη ευκαιρία), την τσιρίδα στο κουπλέ αμέσως μετά το σόλο (οι στίχοι είναι στο ξεκίνημα) ή την ωραιότερη γέφυρα του δίσκου πριν το ρεφρέν; Έλα τώρα. Τι στο καλό είχατε στο μυαλό σας όταν γράφατε αυτό το τραγούδι; Θέλετε να μας διαλύσετε, έστω και 38 χρόνια μετά;

    2. “Neue Regel” (5.04)
    I will light the way for us to find
    Order of a new kind
    Join us on the stay the road is mine
    Poets line in a rhyme of silence
    Μιλώντας για πειραματισμό, βάζεις τη βελόνα στο βινύλιο για τη δεύτερη πλευρά και ξεκινά με αυτό το τραγούδι, που μιλά για το «Νέο Κανόνα». Στίχοι και μουσική, πόσο μπροστά, αλήθεια. Πώς να πουλήσει αυτός ο δίσκος όταν είχε κυκλοφορήσει, όταν ιδιαίτερα η δεύτερη πλευρά του (και ο δίσκος γενικότερα) βρισκόταν δεκαετίες μπροστά και μουσικά και στιχουργικά; Το “Rage for order” είχε θεωρηθεί εμπορική αποτυχία (έχοντας πουλήσει γύρω στα 200.000 αντίτυπα!!!) για την ιστορία. Όπως το σκέφτομαι τώρα, ήταν πάρα πολλά για την εποχή, άσχετα αν οι πωλήσεις του εκτοξεύτηκαν μετά την επιτυχία των δύο επόμενων δίσκων. Πώς να εξηγήσει κανείς αυτά που συμβαίνουν; Το σοκ που είχα πάθει όταν πρωτοάκουσα αυτό το κομμάτι ήταν κάτι που νιώθω κάθε φορά που το ακούω ακόμα και σήμερα, αρκετές εκατοντάδες φορές μετά. Κι όμως, είναι #2.

    1. “Walk in the shadows” (3.34)
    “What? You say you’re through with me
    I’m not through with you
    We’ve had what others might call love
    You say it’s over now,
    What’s done, what’s through?
    You
    cant stay away, you need me
    I need you
    Το τραγούδι που έκανε πολύ κόσμο να αναρωτηθεί αν το concept του δίσκου είχε να κάνει με βρικόλακες. Όντως το σχήμα διάβαζε πολύ τα “Vampire chronicles” εκείνη την περίοδο και το τραγούδι ήταν λίγο… «δρακουλιάρικο», αλλά ο Tate είχε διαψεύσει ότι υπήρχαν τέτοια στοιχεία στον υπόλοιπο δίσκο. Λοιπόν, τα πράγματα εδώ είναι απλά. Σιχαίνομαι να το παίζω ψαγμένος και να βάζω τίποτα obscure τραγούδια σε τρομερά υψηλές θέσεις προσπαθώντας να δείξω τη γαματοσύνη μου. “Walk in the shadows” ρε! Ναι! Το πρώτο τραγούδι του δίσκου. Αυτό που άκουσα και μου έφυγαν τα τσισάκια. Ευθύ, χεβιμεταλλικό, ένας από τους απόλυτους ύμνους του συγκροτήματος κι ένα από τα τραγούδια που δεν θα βαρεθώ ποτέ να ακούω στη ζωή μου. Γιατί καλά τα avant garde, προοδευτικά και πειραματικά τραγούδια, εδώ όμως είναι μία κλασική περίπτωση opener, που σου λέει: «γεια σας, ήρθαμε να σας κονιορτοποιήσουμε το μυαλό».

Είναι τόσα τα πράγματα που θέλω να γράψω για το δίσκο. Για τη φωτογράφηση του οπισθοφύλλου, που το γκρουπ είναι κάτι σαν glam metal Βικτωριανής εποχής (προϊόν πίεσης της εταιρίας τους, γιατί ήταν και ομορφόπαιδα, τρομάρα τους), για την πρώτη εμφάνιση του triryche στο εξώφυλλο, για τις περιοδείες με BON JOVI, RATT κι AC/DC, αλλά σε δύο χρόνια, είναι η 40η επέτειος. Τι θα γράψουμε;

(για την ιστορία, υπάρχουν δύο πιθανές ημερομηνίες κυκλοφορίες. Μία σήμερα και μία τον Δεκέμβριο. Διαλέξαμε τη σημερινή, για κανέναν άλλο λόγο, παρά το ότι ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΔΙΣΚΟ!)

Σάκης Φράγκος

 

Underground Halls Vol. 178 (ASCALAPHA, LUCIFER’S HAMMER, SUMMONER’S CIRCLE, VENDEL)

0
Underground Halls

Underground Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: ASCALAPHA
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Somber vampyric night”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ανεξάρτητη κυκλοφορία
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Monstro – Φωνητικά, όλα τα όργανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Spotify
Deezer
Instagram
YouTube

Αν μη τι άλλο, τα περισσότερα black metal σχήματα, έχουν ευφάνταστα ονόματα που σε προκαλούν και να τα ψάξεις. Κάπως έτσι και οι Αμερικανοί ή καλύτερα ο Αμερικανός, μιας και πρόκειται για μια ακόμα μονοπρόσωπη μπάντα, Monstro, επέλεξε το όνομα μιας πεταλούδας για να ονομάσει το σχήμα που ξεκίνησε το 2023. ASCALAPHA λοιπόν και μετά από ένα ΕΡ το 2023 με την ονομασία “A Frigid Spectre”, κυκλοφόρησαν το παρθενικό τους άλμπουμ το οποίο ονομάζεται “Somber vampyric night”. Αρχικά σε digital μορφή και πλέον και σε φυσική. Υπηρέτης του ατμοσφαιρικού black metal o Monstro, επιλέγει μέσα από την μουσική σου να οδηγήσει τον ακροατή σε ένα στοιχειωμένο περιβάλλον, με τις βάσεις του σε πιο παραδοσιακές μαυρομεταλλικές φόρμες, χωρίς πολλά φκιασίδια και με μελωδίες βγαλμένες μέσα από τις σκιές.

Η μουσική του είναι κυρίως αργόσυρτη, τα φωνητικά είναι περισσότερο ουρλιαχτά τα οποία ακούγονται σαν ριπές μανιασμένου αέρα, ο οποίος βγαίνει μέσα από συστάδες πυκνών δέντρων, απειλώντας τον διαβάτη που πλησιάζει προς το μέρος τους. Εννέα συνθέσεις περιλαμβάνει το άλμπουμ, οι δύο εκ των οποίων ορχηστρικές. Η πρώτη, το “Our lives intertwined”, λειτουργεί ως εισαγωγή για το ατμοσφαιρικότερο κομμάτι του δίσκου, το “Noche sombria”, ενώ η δεύτερη, το “Nightbringer”, κλείνει πανέμορφα το άλμπουμ, φέρνοντας μαζί του την νύχτα και λίγη χειμερινή δροσιά, απαραίτητη στις μέρες μας.

Με αρκετά σημεία τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν DSBM (σ. Δ.Τ: τι γράφει εδώ αυτός ρε Σάκη, ξέρεις; Σ. Σ.Φ.: Τσου), το “Somber vampyric night”, μπαίνει επάξια στην λίστα αυτών των άλμπουμ τα οποία πραγματικά θα μπορούσαν να είναι το soundtrack ενός σκοτεινοί εφιάλτη ή μίας ασπρόμαυρης και πιθανόν βουβής ταινίας τρόπου, στο στυλ του Nosferatu.

 (8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: LUCIFER’S HAMMER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Be and exist”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Dying Victims Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Hades – Φωνητικά, κιθάρα
Hypnos – Κιθάρα
Tyr – Μπάσο
Tytan – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Lucifer’s Hammer – Digital and physical album
Lucifer’s Hammer bandcamp
Facebook
Spotify
Tidal
Amazon
YouTube

Από την ίδρυσή τους το 2012, οι LUCIFER’S HAMMER έχουν σταθερότητα και πρόγραμμα στη δουλειά τους. Το demo τους “Night sacrifice” το 2013 ήταν η πρώτη φορά που τους ακούσαμε, για να έρθει μετά το εξαιρετικό ντεμπούτο “Beyond the omens” το 2016, με το οποίο έκαναν κι αυτοί τη δική τους αίσθηση σε ένα κίνημα (NWOTHM) που ήδη άρχιζε με αργούς ρυθμούς, τότε, να παρακμάζει και να «βυθίζεται» όσον αφορά την ποιότητα συγκροτημάτων και άλμπουμ. Με τα “Time is death” (2018) και “The Trip” (2021) μπορεί οι LUCIFER’S HAMMER να έριξαν κι αυτοί σχετικά τις ταχύτητές τους, αλλά δεν έπαψαν να μας τροφοδοτούν με ωραίες κυκλοφορίες, που διατηρούσαν τόσο τον πυρήνα των οπαδών τους όσο και το ενδιαφέρον μας, αναλλοίωτα.

Υπό την στέγη της Dying Victims Productions πλέον, οι Χιλιανοί επανέρχονται στο προσκήνιο με το “Be and exist” (πολύ ωραίος τίτλος). Δεν υπάρχει κάποια έκπληξη εδώ, όλοι λιγότερο ή περισσότερο, ξέρουμε τι να περιμένουμε από έναν LUCIFER’S HAMMER δίσκο: ’80s heavy metal που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει είτε στην Ευρώπη είτε στις Η.Π.Α, λίγα χρόνια μετά την «έκρηξη» του NWOBHM, φανερά επηρεασμένο τόσο από αυτό, όσο και από το δίδυμο των JUDAS PRIEST/IRON MAIDEN.

Υπάρχει όμως μια διαφορά που πρέπει να την αναφέρω. Το “Be and exist” είναι το πιο ατμοσφαιρικό και «μουντό» εγχείρημα της μπάντας, ως σήμερα. Παρόλα ταύτα, ο «ζεστός», καθαρός ήχος, αφήνει όλα τα όργανα να «αναπνεύσουν». Θα τον ήθελα πιο δυναμικό, η αλήθεια να λέγεται, αλλά κι έτσι, μια χαρά ακούγεται. Και μέσα στα τόσα τετριμμένα και κάτω του μετρίου πράγματα που ακούμε από το NWOTHM κίνημα στις μέρες μας, οι LUCIFER’S HAMMER έχουν να υπερηφανεύονται πως τα δικά τους τραγούδια, πέραν από πολύ αξιόλογα, είναι και ευκολομνημόνευτα. Στα riffs, στα refrains, σε διάσπαρτες μελωδίες δω και κει… Όπως για παράδειγμα στο εξαίσιο “Antagony”, με το τέλειο κιθαριστικό τελείωμα, που αποθεώνει και αποθεώνεται από τις διπλές κιθάρες.

Μια από τις αξιοπρόσεκτες κυκλοφορίες κλασσικού heavy metal μέσα στη χρονιά, το “Be and exist” υπόσχεται αρκετές και πάντα ενδιαφέρουσες ακροάσεις. Δεν πιάνει τα standards του ντεμπούτου, αλλά και τι μ’ αυτό; Κάποια πράγματα και να μη ξεπεραστούν, μικρό το κακό. Αντίθετα, αν πάντα, σε ό,τι και να κυκλοφορήσει ένα συγκρότημα ή ένας καλλιτέχνης, κυριαρχεί η ποιότητα, τα οφέλη είναι πολλά. Πρωτίστως δε, για τα αυτιά μας.

(7,5/10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SUMMONER’S CIRCLE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Cult”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Black Lion Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Gog – Κιθάρες
Blind – Φωνητικά
Y’takt – Μπάσο, φωνητικά
Invictus – Τύμπανα
Nadir – Πλήκτρα, β’ φωνητικά
Absalon – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Official site
Spotify
Deezer
YouTube

Οι SUMMONERS CIRCLE, δεν είναι μια καινούργια μπάντα. Μετράνε σχεδόν δέκα χρόνια ζωής, με το πρώτο τους ΕΡ να έχει κυκλοφορήσει το 2015 και από τότε, με τον φετινό τους δίσκο, να έχουν στον κατάλογο τους τέσσερα πλέον ολοκληρωμένα άλμπουμ. Οι Αμερικανοί, παίζουν ένα πολύ ενδιαφέρον progressive black / death metal, με κάποια ελάχιστα doom περάσματα, τα οποία στο φετινό τους άλμπουμ “Cult” είναι ακόμα πιο δυσδιάκριτα. Και οι τέσσερις ολοκληρωμένες δουλειές τους μέχρι τώρα, είναι πολύ έξυπνα στημένες, με μελωδίες τεχνικές και σε σημεία αρκετά ψυχεδελικές. Το “Cult”, δεν στερείται αυτών των standard που έχει θέσει το εξαμελές σχήμα για τις κυκλοφορίες του. Το αντίθετο μάλιστα, ξεχειλίζει οργή και συναίσθημα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Γιατί όμως;

Οι SUMMONER’S CIRCLE, ασχολούνταν στιχουργικά με διάφορες ιστορίες κοσμικού τρόμου. Σε Λαβκραφτικό, ας πούμε, στυλ. Τίποτα περίεργο ως εδώ. Όπως οι περισσότερες black metal μπάντες όμως, τέθηκαν στο στόχαστρο φονταμενταλιστικών θρησκευτικών κινημάτων, σε σημείο που εξόργισαν το συγκρότημα και με την καινούργια τους δουλειά, ήθελαν οι καλλιτέχνες να κάνουν κάτι, το οποίο θα ήταν το δικό τους «κατηγορώ», απέναντι σε αυτές τις κατηγορίες.

Κάθε ένα από τα επτά κομμάτια του “Cult”, είναι μια «επίθεση» απέναντι σε ακραία θρησκευτικά κινήματα, χριστιανικά και μη, τα οποία, όπως περίτρανα και ο τίτλος του άλμπουμ δηλώνει, για το σχήμα δεν είναι παρά «αιρέσεις». Τρόποι διαχωρισμού των ανθρώπων, τους οποίους η μπάντα καλεί να απενταχθούν. Μπορεί κάποιοι να συμφωνήσουν και κάποιοι να διαφωνήσουν με το μήνυμα που οι SUMMONER’S CIRCLE θέλουν να περάσουν. Σίγουρα όμως, μουσικά, αυτή τους η αντίδραση τους βοήθησε στο να δημιουργήσουν έναν δίσκο, ο οποίος είναι τόσο φορτισμένος, που έχει ψυχή.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: VENDEL
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Out in the fields”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Dying Victims Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Alexey Goryachev – Φωνητικά
Sergey Kargalskiy – Lead κιθάρα
David Kazaryan – Ρυθμική κιθάρα
Lasha Khabalov – Μπάσο
Sergey Skorodumov – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Vendel bandcamp – Digital album
Vendel bandcamp – Merchandise
Dying Victims Productions Bandcamp – Physical copies
Facebook
Spotify
Apple music
YouTube – Full album

Αντί εισαγωγής, ένα μικρό info Ιστορίας. “Vendel” ονομάζουν οι Σουηδοί την περίοδο περί το 500 μ.Χ, δηλαδή λίγο μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέχρι την αρχή της κυριαρχίας των Βίκινγκς, εκεί γύρω στο 800 μ.Χ. Πήρε το όνομά της από τα ευρήματα σκαφών, όπλων και χάλκινων αντικειμένων ζωικής τέχνης, που βρέθηκαν σε μεγάλες ποσότητες στον χώρο της εκκλησίας του χωριού Vendel. Συμπίπτει με την Ύστερη (ή Νεότερη) Γερμανική Εποχή του Σιδήρου και τη Μεροβίγγεια Εποχή. Δεν υπάρχουν πολλά γραπτά που να τοποθετούνται σε εκείνη την εποχή, ωστόσο ένα πολύ γνωστό είναι το Έπος του Beowulf (μεταλλάς είσαι, τον Beowulf τον ξέρεις) και οι Σουηδο-Γεατικοί πόλεμοι μεταξύ του οίκου Scylfling και του οίκου Wulfling. Αυτά τα ολίγα, μέσες – άκρες.

Και τώρα που διαβάσαμε τα παραπάνω, δεν είναι διόλου δύσκολο, σε συνδυασμό με μια ματιά στο εξώφυλλο του Benn Harf, να καταλάβουμε τι ακριβώς παίζουν οι Ρώσοι VENDEL στο ντεμπούτο τους, “Out in the fields”. Επικό heavy metal, αλλά χωρίς λούστρο, χωρίς εκλεπτυσμένο ύφος. Επικό heavy metal βάρβαρο, απολίτιστο, που ζει ανατολικά του Ρήνου, ως τις αχανείς εκτάσεις της ρωσικής τούνδρας. Ογκωδέστατος ήχος, απίστευτα μασίφ, πολύ καλή δουλειά στις κιθάρες, μπετοναρισμένο rhythm section, δυναμικά φωνητικά, κάποια «στανταράκια» samples από κύματα, ήχους μάχης, ψαλμωδίες… όλα προβλεπόμενα! Οι Μοσχοβίτες έχουν να διαλέξουν από πολλές επιρροές, όσον αφορά το επικό metal και διάλεξαν τους BATHORY, BATTLEROAR (οι συμπατριώτες μας είναι ιστορικό όνομα στον χώρο, δεν είναι περίεργο που λογίζονται στις επιρροές), CANDLEMASS, DOOMSWORD, ATLANTEAN KODEX, SOLSTICE, έχοντας φυσικά κοινά στοιχεία και με τους συμπατριώτες τους, SCALD. Θα τα πούμε για αυτούς όταν έρθει η ώρα, τον Ιούλιο, προς το παρόν ενημερώνω πως ο επερχόμενος δίσκος τους μελετάται μέρες τώρα. Θα είμαστε σε επαφή.

Ενώ όμως υπάρχουν αρκετά θετικά στοιχεία, υπάρχουν και χτυπητές αδυναμίες. Πλην του intro, στον δίσκο υπάρχουν πέντε τραγούδια με συνολική διάρκεια περίπου 50 λεπτά. Όταν λοιπόν αποφασίζεις να γράψεις τόσο μεγάλα κομμάτια, πρέπει να προσέξεις μερικές μικρές παγίδες. Και οι Ρώσοι έπεσαν σε μια. Χάνουν σε αμεσότητα. Θέλουν να ακουστούν μεγαλεπήβολοι μέσα από τις μακροσκελείς συνθέσεις τους, αλλά χάνουν τον προσανατολισμό τους. Αν τα τραγούδια ήταν μικρότερα σε διάρκεια ή έστω τον extra χρόνο τον έπαιρναν άλλα δύο κομμάτια, θα είχαμε πιο στρωτό αποτέλεσμα. Επίσης, δεν ξέρω κατά πόσο είναι πια επίκαιρος ο επικός ήχος των late 90s – early 00s. Έχω την εντύπωση πως έχει κάνει τον κύκλο του. Το επικό metal μπορεί να ξεκινά από τον κλασσικό heavy ήχο και να σταματά στον ακραίο (με αυτόν μέσα). Αρκεί να υπάρχουν φαντασία και ανοικτοί ορίζοντες και στην υπάρχουσα μουσική πρόταση των VENDEL, υπάρχουν πολλά περιθώρια ώστε να εισχωρήσουν και πιο… σύγχρονα ή εναλλακτικά στοιχεία.

Καλό album λοιπόν το “Out on the fields”, θα αρέσει σίγουρα σε όσους άρεσαν το ομώνυμο και το “Dirge” EPs της μπάντας, θα κεντρίσει και όσους ηδονίζονται με τα συγκροτήματα που αναφέραμε πιο πάνω, αλλά ας είμαστε όσο πιο αντικειμενικοί γίνεται, μέσα στην υποκειμενικότητά μας. Δεν είναι αυτό που περίμενα να ακούσω, μετά τον τόσο «θόρυβο» που δημιουργήθηκε στους underground κύκλους, όταν κυκλοφόρησαν τα EPs. Περιμένοντας καλύτερα πράγματα στο μέλλον, τους χαρίζω και μισό βαθμό.

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

OPETH discography (worst to best)

0
Opeth
Photo by Terhi Ylimäinen
Opeth
Photo by Terhi Ylimäinen

Εννιά χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που οι Σουηδοί (πλην ενός Φιλανδού ντράμερ) μας επισκέφτηκαν. Δεν τα λες και λίγα για ένα συγκρότημα που αγαπούν πολύ οι Έλληνες. Επιτέλους τώρα έρχονται στο πλαίσιο της καλοκαιρινής περιοδείας τους μαζί με τους LEPROUS στο θέατρο Λυκαβηττού, στις 3 Ιουλίου, ίσως το ιδανικότερο και επιβλητικότερο μέρος για μια τέτοια μπάντα. Για το τι θα ακουστεί δεν είμαι σίγουρος. Μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο,  η μπάντα έπαιζε «κατά παραγγελία» τιμώντας όλη της τη δισκογραφία, ακόμα και το ξεχασμένο κάπως ντεμπούτο “Orchid”. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο κόσμος θα περάσει πολύ καλά και θα γελάσει επίσης με το γνωστό stand-up χιούμορ του frontman Mikael Akerfeldt.

Η μπάντα μας επισκέπτεται με ακόμα μια σημαντική αλλαγή στο ρόστερ της καθώς για τον τελευταίο χρόνο και βάλε, στα τύμπανα βρίσκουμε τον πρώην ντράμερ των PARADISE LOST, Waltteri Varynen τον οποίο είχα τη χαρά να ακούσω και να δω πέρυσι στο Παρίσι (όντας μόνιμος κάτοικος εξωτερικού). Και είμαι εδώ για να σας πω πως είναι τρομερός παίχτης, πως έχει δέσει τέλεια με το συγκρότημα και είναι αλάνθαστος. Έχει και ένα πλατύ και μεταδοτικό χαμόγελο, απόδειξη του πόσο καλά περνάει στη μπάντα του Akerfeldt. Πλέον βέβαια, ο τελευταίος είναι και το μόνο μέλος που έχει μείνει από το αρχικό line-up μιας μπάντας που έχει περάσει από πολλά κύματα. Η μπάντα έχει περάσει και από μια ολική θα λέγαμε μεταμόρφωση της ταυτότητας της αφού από αυτό το κράμα death metal με πολλά prog στοιχεία, με το οποίο τους μάθαμε, οι OPETH έχουν γίνει η ίσως καλύτερη vintage prog rock μπάντα που τιμάει άγνωστες μπάντες και καλλιτέχνες της 70s prog σκηνής, από τους RENNAISSANCE στους Ιταλούς GOBLIN.

Η αλλαγή αυτή ξεκίνησε ουσιαστικά με το εμπορικό breakthrough της μπάντας, το “Blackwater park”, όταν ο Akerfeldt συνεργάστηκε με τον Steven Wilson, αλλαγή που συνεχίστηκε με το ακουστικό “Damnation” και ολοκληρώθηκε με το “Heritage”, άλμπουμ που δίχασε πάρα πολλούς, όχι όμως τον γράφοντα αφού πρώτον εκτιμώ πολύ καλλιτέχνες που δεν λογαριάζουν τις προσδοκίες των οπαδών τους και που είναι πιστοί σ’ αυτό που νιώθουν ως μουσικοί και, δεύτερον, επειδή είμαι μέλος της prog στοάς όπως μου έχει πει και ο αρχισυντάκτης μας. Και αν μη τι άλλο, οι OPETH είναι από κείνες τις μπάντες που εκπλήσσουν, που ψάχνουν και ψάχνονται βρίσκοντας νέα μονοπάτια με ρίσκο μεν αλλά και καινούργια έμπνευση δε. Δεν επαναπαύονται σ’ αυτό που τους έκανε διάσημους και αγαπητούς.

Έτσι λοιπόν, το κοινό της Αθήνας θα δει και ακούσει ένα συγκρότημα με ένα εντυπωσιακό μεν πολυποίκιλο δε μουσικό προσκείμενο. Θα προσφέρει μπόλικο headbanging ακόμα και moshing αλλά επιπλέον και ένα αίσθημα κατάνυξης και ηρεμίας. Παρακάτω αραδιάζω ένα εντελώς προσωπικό worst to best της δισκογραφίας των OPETH το οποίο, όπως είναι αναμενόμενο με αυτή τη μπάντα, ίσως διχάσει. Έτσι είναι όμως με τις μεγάλες μας προσωπικές μπάντες. Πάμε λοιπόν.

  1. Orchid” (1995)

Οι OPETH, που αρχικά λεγόντουσαν OPET, ιδρύθηκαν το 1991 όχι από τον Mikael Akerfeldt, αλλά από τον David Isberg ο οποίος προσέγγισε τον φίλο του Mikael για να παίξει μπάσο. Για να μην τα πολυλογώ, μετά από πολλές ανακατατάξεις και ένα παιχνίδι μουσικών καρεκλών, το line-up των OPETH ήταν ο Akerfeldt στα φωνητικά και τις κιθάρες, ο τεράστιος Peter Lindgren lead κιθάρα, ο Anders Nordin στα τύμπανα και ο John De Farfalla στο μπάσο. Υπό τη σκεπή της Candlelight και με την αρωγή του Dan Swano στη παραγωγή, οι εικοσάρηδες OPETH κυκλοφόρησαν το “Orchid”. Κάποιες μπάντες κάνουν ένα τρομερό άνοιγα με το ντεμπούτο τους και συχνά δεν καταφέρνουν να το ξεπεράσουν, βαλτώνοντας στη πορεία. Οι OPETH δεν είναι ένα τέτοιο συγκρότημα. Αντιθέτως, το “Orchid” είναι ένα διόλου κακό άλμπουμ. Είναι ένα αξιόλογο δείγμα ενός ατμοσφαιρικού, σκοτεινού και επιβλητικού death metal με πολλά black στοιχεία όπως και τα πρώτα δείγματα μιας κάποιας prog τάσης. Οι διάρκειες είναι μεγάλες, κάτι στο οποίο μας έχουν ανέκαθεν μάθει, και οι εναλλαγές ενδιαφέρουσες. Οι OPETH ωστόσο θα ωριμάσουν σταδιακά και θα βρουν τον ήχο και το στυλ τους στη πορεία. Το songwriting εδώ κάπως πάσχει. Συχνά, η ατμόσφαιρα κυριαρχεί ενός στέρεου songwriting και φυσικά η παραγωγή δεν βοηθάει (όπως και κάποια λάθη που διακρίνονται εδώ και κει – έτσι είναι συχνά όταν είσαι νέος γεμάτος ορμή). Το “Orchid” είναι ένα αρκετά καλό ξεκίνημα που θα φέρει τον Mikael Akerfeldt πιο κοντά στο πεπρωμένο του.

  1. Sorceress” (2016)

Εδώ είναι που ίσως θα αρχίσουν αρκετοί από σας να βλαστημάτε αφού το “Sorceress”, ειδικά με το ομώνυμο τραγούδι, αρέσει αρκετά. Και μένα μου αρέσει. Δεν υπάρχει άλμπουμ των OPETH που να μην μπορώ να απολαύσω. Τούτο εδώ όμως, το τρίτο άλμπουμ μετά από την ολική μεταμόρφωση που συντελέστηκε με το “Heritage”, πάσχει από μια έλλειψη προσανατολισμού. Σχεδόν όλα τα κομμάτια είναι συρραφές ιδεών με τις «ραφές» να φαίνονται πολύ έντονα και το βιαστικό copy paste να μην λειτουργεί υπέρ του songwriting. Πάρτε για παράδειγμα το εναρκτήριο και instant hit ομώνυμο. Ανοίγει με μια παραλλαγή του riff του “The devil’s orchard” και ύστερα μπαίνει εκείνο το χαρακτηριστικό vintage stoner/doom riff (αυτό και αν δεν το περιμέναμε) που σέρνει το χορό. Και στο τέλος μια απότομη παύση μας οδηγεί στην κατακλείδα με ένα τυπικό OPETH μινόρε πέρασμα. Όλος ο δίσκος έχει γραφτεί έτσι, βιαστικά, χωρίς ένα στέρεο songwriting που να ρέει ομαλά. Η εξαίρεση εδώ είναι το υπέροχο folk αλά JETHRO TULL “Willow o the wisp” που στα πέντε λεπτά του κυλάει υπέροχα και λειτουργεί σαν μια εγκυκλοπαίδεια όλων των μεγάλων του folk/prog κινήματος. Και αφού είπα το παράπονο μου, να πω ξανά πως το “Sorceress” δεν είναι καθόλου κακό. Μου αρέσουν όλες οι ιδέες που ακούγονται και οι αναφορές που κυμαίνονται από τον Hendrix και τους THE BEATLES της ψυχεδελικής περιόδου μέχρι και τους PENTAGRAM. Γουστάρω πολύ το πόσο μουσικόφιλος είναι ο Akerfeldt. Απλώς εδώ μιλάμε για ένα κάπως βιαστικά γραμμένο άλμπουμ (τι εξωφυλλάρα όμως ε;).

  1. My arms your hearse” (1998)

Πάμε πιο πίσω στο χρόνο τώρα, στο τρίτο άλμπουμ των Σουηδών, όταν ήταν μια αμιγώς death metal μπάντα (όπως θα δείτε τα δύο άκρα θα συμπτυχθούν αρκετά μέχρι να φτάσουμε στη μεσαία περίοδο των OPETH). Οι αλλαγές στο line-up δίνουν και παίρνουν και έτσι εδώ βρίσκουμε τους OPETH σε μορφή power trio με τον Akerfeldt να έχει αναλάβει και το μπάσο. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως βρίσκουμε πίσω από τα τύμπανα τον Martin Lopez του οποίου η φήμη θα εδραιωθεί και γιγαντωθεί πλησίον του Akerfeldt, προτού φύγει και αυτός για να συνεχίσει με τους SOEN. Στο “My arms your hearse” (τι τίτλος και αυτός!), βρίσκουμε και την πρώτη αναφορά στους COMUS, μια από τις πολλές 70s folk prog μπάντες που ο Akerfeldt θα γνωστοποιήσει μέσα από τις εκλεκτικές του εμμονές. Εδώ, ο τίτλος του άλμπουμ βρίσκεται στους στίχους του τραγουδιού “Drip drip” των Άγγλων. Το “My arms your hearse” είναι και ο πρώτος από τρείς concept δίσκους των OPETH με κάθε τραγούδι να κλείνει στους στίχους με τον τίτλο του επόμενο τραγουδιού. Είναι σίγουρα ένας πολύ καλός δίσκος και επίσης η λογική συνέχεια από τους δύο προκατόχους. Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς την πρόοδο του σχήματος από το “Orchid” και μετά μιας και από δίσκο σε δίσκο ο ήχος και το στυλ ξεκαθαρίζουν με το πρώτο αριστούργημα να φαίνεται στον ορίζοντα. Δεν χρειάζεται φυσικά να πω πως εδώ βρίσκουμε το απόλυτο πρώιμο hit των OPETH, το επιβλητικό “Demon of the fall” που δείχνει την μεγάλη αγάπη του Akerfeldt για τους MORBID ANGEL. Αν δεν βρίσκεται πιο ψηλά στη λίστα μου είναι μόνο και μόνο γιατί τα καλύτερα έπονται.

  1. Morningrise” (1996)

Ο δεύτερος δίσκος των OPETH έμελλε να είναι και ο τελευταίος με το line-up του “Orchid”. Το άλμπουμ αυτό, που δεν μνημονεύεται πολύ από τη μπάντα ή από οπαδούς, τους βρίσκει συνθετικά και ηχητικά πολύ πιο μπροστά από το ντεμπούτο κάτι που ακούμε από την αρχή με το σαρωτικό “Advent”. Το “Morningrise” είναι και πάλι ένας από κείνους τους πρώιμους δίσκους του συγκροτήματος που δεν βρίσκεται πολύ ψηλά στην κατάταξη γιατί πάσχει ακόμα από κάποια θέματα, ειδικά στο κομμάτι του songwriting αφού οι εναλλαγές από τα death/black μέρη προς τα καθαρά ακουστικά ηχούν ακόμη σαν βιαστικές συρραφές. Αυτό βέβαια δεν μας πτοεί και τόσο αφού ότι βγάζει το μυαλό του Mikael Akerfeldt αξίζει όσο οτιδήποτε άλλο. Μιλάμε επίσης για έναν από τους μεγαλύτερους σε διάρκεια δίσκους των OPETH με το εικοσάλεπτο έπος “Black rose immortal” στο οποίο συνοψίζονται όλες οι επιρροές του Akerfeldt – από την αναγεννησιακή μουσική, στο folk/prog και στους MORBID ANGEL και το black metal.

  1. Pale communion” (2014)

Επιστροφή πάλι στην ύστερη περίοδο με έναν δίσκο που και πάλι είναι εμβληματικός της αγάπης του Akerfeldt με μπάντες και καλλιτέχνες από όλο το φάσμα του folk/prog rock της Αγγλίας. Είναι ο πρώτος δίσκος με τον Joakim Svalberg στα πλήκτρα ύστερα από τη φυγή του Per Wiberg το 2011. Πρόκειται πιστεύω για έναν από τους πιο εκλεκτικούς δίσκους που έχουν βγάλει οι OPETH με κάποια πραγματικά υπέροχα κομμάτια, που όμως εκπλήσσουν και ίσως διχάσουν, όπως το πολυφωνικό και ματζόρε (!!) “River” με επιρροές από CROSBY STILLS & NASH ή το ψυχεδελικό instrumental “Goblin”. Μιας και είμαι οπαδός της ύστερης φάσης τους, μου αρέσει πολύ το “Pale communion”. Ο Akerfeldt συνεχίζει και εξερευνά άλλα νέα μονοπάτια και ωθεί τους συμπαίχτες του να παίξουν όπως ποτέ άλλοτε. Το είπα και νωρίτερα: ο άνθρωπος αυτός δεν βαλτώνει ποτέ και χαρακτηρίζεται από ένα αστείρευτο δημιουργικό πνεύμα. Ο κόσμος θα συνεχίσει να ζητά μια επιστροφή στο death metal παρελθόν αλλά ο ο Akerfeldt είναι κάθετος σ’ αυτό. Από κει και πέρα, για όσους αναζητούν κάτι καινούργιο, και συνάμα παλιό, στον προοδευτικό χώρο, το “Pale communion” δεν απογοητεύει.

  1. In cauda venenum”(2019)

Υπάρχουν μέρες όπου ο τέταρτος δίσκος των OPETH της ύστερης περιόδου είναι και ο αγαπημένος μου από τους τέσσερις, αλλά σήμερα ίσως να μην είναι μια τέτοια μέρα. Όμως μιλάμε για έναν πραγματικά πολύ καλό δίσκο που ισορροπεί πιο επάξια όλες τις folk prog/rock εμμονές του Mikael Akerfeldt. Το songwriting είναι σαφώς πιο συμπαγές και το τελικό αποτέλεσμα πολύ ανώτερο από εκεινού του προκατόχου “Sorceress”. Ενδεχομένως το “In cauda venenum” να είναι λίγο frontloaded που λέμε αγγλιστί μιας και προς το τέλος κάνει λίγο μια κοιλιά. Τι να λέμε όμως τώρα, κομμάτια όπως “Dignity”, “Heart in hand”, “Next of kin” και “Lovelorn crime” είναι υπέροχα. Αναβλύζουν από συναίσθημα και ατμόσφαιρα και είναι δαιδαλώδη όσο και προσγειωμένα, δυνατά και απαλά. Ίσως αυτός εδώ να είναι ο πιο OPETH δίσκος από το “Heritage” και έπειτα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως γράφτηκαν δύο εκδοχές, μια με στίχους στα αγγλικά και μια στα σουηδικά.

  1. Heritage” (2011)

Και με αυτά και κείνα, φτάνουμε στη θέση εφτά όπου μπορεί να με βλαστημήσετε πάλι μιας και το “Heritage” για μένα είναι ένα πραγματικό διαμάντι. Δίχασε όπως πολύ λίγα άλμπουμ έχουν κάνει και έθεσε τα θεμέλια για έναν ολοκληρωτικά διαφορετικό ήχο και διαφορετική προσέγγιση. Χαρακτηριστικά να πω πως θυμάμαι από κείνη την περιοδεία που τους είδα στο Εδιμβούργο, με setlist αποκλειστικά από κομμάτια με καθαρά φωνητικά και το μισό περίπου “Heritage”. Η μπάντα τόλμησε, και το τονίζω αυτό, να παίξει ακόμα και το “I feel the dark” που έχει κλασσική κιθάρα, με τους μεθυσμένους Σκωτσέζους από κάτω να απαιτούν metal και death growls. Εγώ πάλι, όντας μέλος της «στοάς», την είχα καταβρεί. Και πως όχι όταν εδώ βρίσκουμε ύμνους όπως “The devil’s orchard” (με ένα εκατομμύριο θεάσεις στους YouTube, να τα λέμε και αυτά) που είναι σταθερά σε κάθε setlist για πάνω από μια δεκαετία αλλά και vintage prog κομμάτια όπως “Famine” (τι φλάουτο!) ή το όντως φολκλορικό “Folklore”. τα πάντα εδώ φώναζαν από μακριά vintage 70s και σκοτάδι δυσοίωνο, από το εξώφυλλο, στο λογότυπο και στον ήχο με τις vintage telecaster και το mixing του Steven Wilson. Και τι πιο λογικό για τον Akerfeldt από το να κοιτάξει στο παρελθόν με νοσταλγία αφού είχε απογοητευτεί πολύ από την κατάσταση της metal σκηνής στα 2010s. Ότι είναι ένα δύσκολο άλμπουμ, ναι είναι. Αλλά για όσους απαιτούν από τις αγαπημένες τους μπάντες να πειραματίζονται, το “Heritage” παραμένει ένα παράδειγμα προς μίμηση. Αν δεν είναι πιο ψηλά και τούτο το άλμπουμ όμως, είναι επειδή φυσικά τα αριστουργήματα βρίσκονται κάπου στη μέση…

  1. Watershed” (2008)

Ξεκινώντας με το κομβικό, όπως μαρτυρά ο τίτλος, “Watershed”. Λες και ήταν όντως διορατικός ο Akerfeldt, ονόμασε αυτόν τον επίσης διαφορετικό και παράξενο δίσκο ως «ορόσημο» για να μας πει πως από δω και μπρος όλα θα αλλάξουν δραστικά αφού αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος της μπάντας με death φωνητικά. Επιπλέον όμως, εδώ βρίσκουμε δύο πολύ σημαντικές και δυνατές μεταγραφές με τον βιρτουόζο Fredrik Akesson στη κιθάρα, στη θέση του Lindberg, και τον Martin Axenrot, ενός πιο τζαζ ντράμερ που ήρθε για να καλύψει το τεράστιο κενό που άφησε πίσω του ο Martin Lopez. Δίσκος λοιπόν σταθμός, κομβικός με κομματάρες που θερίζουν όπως το πιο-MORBID ANGEL-πεθαίνεις “Heir apparent” αλλά και με το υπέροχο bluesy και θρηνητικό “Burden” όπου λάμπει ο Per Wiberg με το Hammond. Στα 54 λεπτά του, το “Watershed” παρουσιάζεται με το ένα πόδι στα ένδοξο παρελθόν και με το άλλο σε αχαρτογράφητα εδάφη, πειραματικό και πάλι διαφορετικό. Αλλά και πάλι, έναν πραγματικά σπουδαίο δίσκο progressive death metal με τη μοναδική στάμπα των OPETH.

  1. Deliverance” (2002)

Εδώ συναντάμε το επιστέγασμα της συνεργασίας του Akerfeldt με τους Lopez/Lindberg και μια μοναδική στιγμή έμπνευσης καθώς το “Deliverance” γράφτηκε την ίδια περίοδο με το “Damnation”, με το πρώτο να εκπροσωπεί την πιο death metal όψη τους συγκροτήματος και το δεύτερο την πιο 70s prog και ακουστική όψη. Αν μη τι άλλο, το “Deliverance” είναι γνωστό και αγαπητό για το ομώνυμο έπος που πάντοτε κλείνει με τον πιο εκρηκτικό τρόπο τις συναυλίες των OPETH, κάτι καθόλου τυχαίο αφού το κλείσιμο του κομματιού είναι ίσως το καλύτερο που έχει γραφτεί στην ιστορία του ιδιώματος (χωρίς καμία διάθεση υπερβολής). Από κει και πέρα, μιλάμε για ένα αριστούργημα τραχύτητας και συναισθήματος με ριφ και περάσματα που φανερώνουν την μοναδική ικανότητα του Akerfeldt να συνδυάζει άρτια τις δύο τάσεις και να ταξιδεύει τον ακροατή. Το πιο δύσκολο στο εγχείρημα που έχω αναλάβει σήμερα είναι το να διαχωρίσω το “Deliverance” από το «αδερφάκι» του αφού τα δύο πάνε μαζί. Ωστόσο για σήμερα, θα βάλω το “Deliverance” στην πέμπτη θέση γιατί…

  1. Damnation” (2002)

Γιατί πολύ απλά με το “Damnation” η μπάντα των Akerfeldt, Lindberg, Mendez και Lopez, ένα line-up όνειρο, ωρίμασε σαν σύνολο και έκανε κάτι επαναστατικό. Ο κόσμος είχε συνηθίσει σ’ αυτό το yin/yang που χαρακτήριζε τη μουσική των OPETH μέχρι το 2002 αλλά αλήθεια τώρα, ποιος θα περίμενε να βγάλουν ένα άλμπουμ με αποκλειστικά ακουστικά τραγούδια με καθαρά φωνητικά και τίγκα σε 70s ήχο με mellotron και κρουστά; Και φυσικά εννοείται πως, όταν ήμουν πιο νέος, το σνόμπαρα γιατί δεν ήταν “metal”. Βλέπετε, οι OPETH με το “Damnation” μπήκαν στα σαλόνια της μουσικής ελίτ πλάι σε μάστορες όπως τον Robert Fripp και τους KING CRIMSON, χάρη και στην πολύτιμη και τελευταία εδώ συνδρομή του Steven Wilson στη παραγωγή και τα πλήκτρα. Το songwriting εδώ είναι μοναδικό και τόσο προσωπικό και ιδιάζον. Το συναίσθημα αναβλύζει και παράλληλα παραμένει υπόκωφο, το σκοτάδι πάντοτε βρίσκεται κοντά αλλά υπάρχει μια ζεστή κουβέρτα πλάι σου για να σε προστατέψει από την απειλητική μελαγχολία. Βλέπετε, η μουσική του “Damnation” κάνει μια επίκληση σε εικόνες, αισθήσεις και συναισθήματα. Και παραδόξως, αν αναλογιστούμε την εμμονή των οπαδών με την death metal φάση των OPETH, το εναρκτήριο “Windowpane” έχει τα περισσότερα streams στο Spotify.

  1. Blackwater Park” (2001)

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα μιας και φτάνουμε στα τοπ τρία. Εδώ είναι που αρχίσετε επίσης να με βλαστημάτε πάλι αφού το “Blackwater park” θεωρείται εν γένει ως το καλύτερο άλμπουμ των OPETH όπου εκπροσωπούνται επάξια όλες οι τάσεις τους σε τέλεια αρμονία. Και στο τελευταίο δεν θα διαφωνήσω. Από το ξεκίνημα με τα δύο instant classics, “The leper affinity” και “Bleak”, ακούμε μια μπάντα στο φόρτε της. Επίσης αυτός είναι ο πρώτος πραγματικά κομβικός δίσκος τους αφού στην παραγωγή, και σαν δεύτερος καπετάνιος, βρίσκουμε τον Steven Wilson που θα συνάψει μια σημαντική επαγγελματική και φιλική σχέση με τον Akerfeldt με τους δύο άντρες να αλληλοεπηρεάζονται. Μιλάμε όντως για ένα τέλειο δίδυμο και μια σπουδαία σύμπραξη. Από κει και πέρα, τι άλλο να πω για έναν δίσκο για τον οποίο έχουν γραφτεί διθύραμβοι; Έχουμε εδώ βαριά και τραχύτατα έπη όπως τα δύο πρώτα ή το καταιγιστικό ομώνυμο αλλά και υπέροχες ακουστικές folk μπαλάντες όπως το ανατριχιαστικό fan favorite “Harvest”. Ένας από τους σημαντικότερους prog metal ή prog εν γένει δίσκους που μνημονεύουν οπαδοί και τύπος από όλο το φάσμα της progressive μουσικής. Δεν είναι όμως ο δικός μου αγαπημένος.

  1. Ghost reveries” (2005)

Την κορυφαία θέση θα μπορούσε να έχει το “Ghost reveries” αλλά όχι σήμερα. Αν βρίσκεται τόσο ψηλά δεν είναι μονάχα γιατί μιλάμε για πραγματικά ένα αριστούργημα progressive μουσικής αλλά πολύ απλά γιατί ανοίγει με το “Ghost of perdition”, το αγαπημένο ίσως metal κομμάτι που ακούμε σε reaction videos χάρη στην ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ και πλέον ξακουστή εισαγωγή που ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα φαινομενικής ησυχίας, το κομμάτι σε πιάνει από τα μαλλιά και σε τινάζει σαν βρεγμένη λινάτσα μέχρι να σου φύγει ο αυχένας. Αλήθεια τώρα, τι να σας γράψω γι’ αυτό το ανυπέρβλητο έπος τραχύτητας, μελαγχολίας, πώρωσης και συναισθήματος; Αλλά τι να σας πω και για τον υπόλοιπο δίσκο με prog metal διαμάντια όπως “The baying of the hounds” ή τα πιο τζαζ ξαδερφάκια του “Damnation”, “Atonement” και “Isolation years”; Μιλάμε επομένως για ένα άψογο παράδειγμα δύο αντικρουόμενων τάσεων που λειτουργούν τέλεια μαζί χάρη στη μοναδική συνθετική δεινότητα του Akerfeldt και της μπάντας του. Το “Ghost reveries” είναι και ο πρώτος δίσκος με τον Per Wiberg στα πλήκτρα ο οποίος προσφέρει πολλά στον ήχο της μπάντας. Ήταν δυστυχώς και ο τελευταίος με τον Martin Lopez στα τύμπανα. Τέλος, ήταν και ο τρίτος concept δίσκος με ένα θέμα εμπνευσμένο από την ταινία “Το μωρό της Ρόζμαρι”.

  1. Still life” (1999)

Σας το είχα πει πως μπορεί να σας διχάσω με την κατάταξη μου. Μην μου πείτε πως δεν σας προειδοποίησα. Στο νούμερο ένα λοιπόν ο δικός μου αγαπημένος δίσκος, ίσως όχι ο αντικειμενικά καλύτερος των OPETH αλλά εκείνος με τον οποίο γνωρίστηκα σε πραγματικό χρόνο με τη μπάντα. Και η αλήθεια είναι πως 24 χρόνια μετά επιστρέφω σταθερά σ’ αυτό το τιτάνιο έργο τραχύτητας και απαλότητας, death metal οργής και υπόκωφης τζαζ μελαγχολίας. Ίσως και μόνο για ένα κομμάτι, όπως με το “Deliverance” ή το “Ghost of perdition”, εδώ το “The moor” που περιέχει το αγαπημένο μου απαλό ακουστικό μέρος στην δισκογραφία των OPETH, κομμάτι που επίσης ταξιδεύει όταν το παίζουν ζωντανά. Η μπλουζ κιθάρα του Lindberg ζωγραφίζει στα folk/τζαζ “Benighted” και το fan favorite “Face of Melinda”. Ο Akerfeldt όμως μας επαναφέρει στη τάξη με τα death metal έπη “Serenity painted death” και “White cluster”. Αυτός εδώ είναι ο πρώτος δίσκος των OPETH όπου το δίπολο τραχύτητα/απαλότητα συνδυάζονται άρτια με εξαιρετικά αποτελέσματα και χωρίς θέματα στην επικόλληση όλων των περασμάτων. Πρόκειται επιπλέον για τον πρώτο δίσκο στην Peaceville ο οποίος ηχογραφήθηκε από τον Fredrik Nordstrom. Είναι και ο δεύτερος concept δίσκος τους με αντιχριστιανική θεματολογία. Είναι και ο αγαπημένος μου δίσκος, δεν ξέρω αν σας το είπα και πιο πριν. Εδώ και 24 χρόνια, χωρίς να έχει πέσει ένα σκαλί.

Φίλιππος Φίλης

HEILUNG | Η πειραματική pagan folk κολλεκτίβα έρχεται το Σάββατο 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ | Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού

0
Heilung

Heilung

HEILUNG
Σάββατο 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024
Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού

Η πειραματική pagan folk κολλεκτίβα από τον Σκανδιναβικό βορρά, μας προσκαλεί σε μια μουσική επανασύνδεση με τις κοινές, πανανθρώπινες ρίζες μας.

Οι Heilung, η κολλεκτίβα-ορόσημο της πειραματικής pagan folk από τον Βορρά, επί σκηνής αποτελούν μία ξεχωριστή εμπειρία. Ένα ζωντανό συμβάν που υπερβαίνει τους συνήθεις διαχωρισμούς ανάμεσα στα είδη, ξεπερνώντας με τη δύναμη της μουσικής τους τα όρια του ίδιου του τόπου και του χρόνου.

Ιδρύθηκαν το 2014 στην Κοπεγχάγη από τον frontman της μπάντας Kai Uwe Faust, με μέλη από τη Δανία, τη Νορβηγία και τη Γερμανία, και έως σήμερα έχουν ηχογραφήσει 3 άλμπουμ, με το τελευταίο τους, με τον τίτλο “Drif”, να κυκλοφορεί το 2022. Οι ίδιοι περιγράφουν τη μουσική τους, που βασίζεται σε αρχαία κείμενα και ρουνικές επιγραφές των βόρειων φύλων και λαών, των Γερμανών και των Βίκινγκ από την εποχή του σιδήρου, ως «ενισχυμένη ιστορία από τη βόρεια Ευρώπη του πρώιμου Μεσαίωνα». Κι εδώ η λέξη «ενισχυμένη» παραπέμπει και στην αρχαϊκή δύναμη που εκλύεται από τους ενισχυτές του συγκροτήματος.

Οι ζωντανές εμφανίσεις τους, άλλωστε, όπως αυτή στο Castle Fest το 2017, αποτελούν μοναδικά και γεμάτα αυθεντικότητα οπτικοακουστικά event, που βυθίζουν το κοινό σε μια βαθιά μυσταγωγική μέθεξη.

Μπορεί η ανθρωπότητα να θυμηθεί τις κοινές της ρίζες; Μπορούν οι ύμνοι της τέχνης αντί να μας υπενθυμίζουν πόσο εύκολα μπορούν να ξεθαφτούν τα τσεκούρια του πολέμου, να υπογραμμίζουν τη μη αναγκαιότητα της σύγκρουσης και τις κοινές για όλους μας, πανανθρώπινες αξίες και παραδόσεις;

Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία απαντούν με την ύπαρξή τους οι Heilung, το όνομα των οποίων σημαίνει «θεραπεία» και επούλωση (παραπέμποντας στην μετεξέλιξη της λέξης healing στα μοντέρνα αγγλικά), τον πραγματικό στόχο, με άλλα λόγια, της αισθητικής εμπειρίας που συνιστά το έργο του τριμελούς αυτού συγκροτήματος, όπως περιγράφεται από τον ίδιο τον ιδρυτή του: «ο ακροατής πρέπει να μείνει ήρεμος και σε χαλαρή κατάσταση, μετά από ένα μαγικό μουσικό ταξίδι που κατά καιρούς είναι ταραχώδες».

Για να παράξουν τον ιδιαίτερο ήχο τους, οι Heilung χρησιμοποιoύν ως μουσικά όργανα αντικείμενα ήδη γνωστά από την Εποχή του Σιδήρου, όπως κρουστά, κόκκαλα ή και δόρατα. Επίσης, μετατρέπουν κέρατα σε κρόταλα, παράγουν μουσική από ινδουιστικά κουδούνια, από αντίκες που βρίσκουν σε ναούς, ένα ανακατασκευασμένο ασημένιο κύπελλο από την εποχή των Βίκινγκ, σφυρίχτρες και άλλα κρουστικά όργανα.

Τα περίτεχνα κουστούμια που φορούν επί σκηνής, τα οποία βασίζονται κυρίως σε “πνευματιστικές παραδόσεις των ευρασιατικών λαών που κατοικούσαν γύρω από το βόρειο πόλο”, ή που άλλες φορές είναι ιστορικά πιστές αντιγραφές της σκανδιναβικής ενδυμασίας της Εποχής του Χαλκού, σκίζονται από τα μέλη του συγκροτήματος κατά τη διάρκεια του live.

Μέσα από τη χρήση πολλών διαφορετικών γλωσσών (λατινικών, γερμανικών, κελτικών, γοτθικών, πρώιμων γερμανικών διαλέκτων και άλλων) οι Heilung εξερευνούν μουσικά και στιχουργικά, ποιητικά, τη μαγεία της αρχαίας κουλτούρας των παραδόσεων των βόρειων ευρασιατικών λαών, ενώ στην τελευταία τους δουλειά προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, ενσωματώνοντας στοιχεία και από παραδόσεις πέραν αυτής της γεωγραφικής και πολιτιστικής περιοχής.

Με το έργο τους, οι Heilung μας θυμίζουν ότι τίποτα δεν προέκυψε ποτέ από το τίποτα, κανένας πολιτισμός δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Όλοι και όλα οφείλουν τα πάντα σε όλους και όλα. Βρισκόμαστε στη σφαίρα του συν-ανήκειν, τα παντός τύπου σύνορα είναι απατηλά. “Όλοι είμαστε ένα”, όπως λένε χαρακτηριστικά.

ΟΙ HEILUNG είναι εδώ όχι ως πολιτικοί ή θρησκευτικοί κήρυκες, περισσότερο θέλουν ταπεινά να μας θυμίσουν από πού ερχόμαστε. «Όλοι είμαστε αδέλφια», λένε. Όλοι και όλα τα όντα, ακόμα και τα φυσικά φαινόμενα, καταγόμαστε από μια κοινή ύπαρξη που προϋπήρχε ανέκαθεν, πριν οι άνθρωποι εμφανιστούν και το γνωρίσουν, πριν ακόμα ο πρώτος σπόρος βλαστήσει στη γη.

«Remember, that we all are brothers
All people, beasts, trees and stone and wind
We all descend from the one great being
That was always there
Before people lived and named it
Before the first seed sprouted»
«Να θυμάσαι ότι όλοι είμαστε αδέρφια
Όλοι οι άνθρωποι, τα θηρία, τα δέντρα, οι πέτρες και ο άνεμος
Όλοι καταγόμαστε από το ένα μεγάλο ον
Που ήταν πάντα εκεί
Πριν ζήσουν οι άνθρωποι και το ονομάσουν
Πριν βλαστήσει ο πρώτος σπόρος»

Για όσους δεν τους αναγνωρίζουν στο πρώτο άκουσμα, να πούμε ότι έχετε σίγουρα ακούσει τη μουσική τους, αφού έχουν ντύσει μουσικά εξαιρετικά επιτυχημένες, θρυλικές τηλεοπτικές παραγωγές, όπως οι σειρές “Vikings” και “Game of Thrones”, αλλά και video games-mega hits (“Conqueror’s Blade VII: Wolves of Ragnarök”, “Senua’s Saga: Hellblade II” από το blockbuster του Robert Eggers “The Northman”).
Στις εποχές που διανύουμε, των πλαστών διαχωρισμών ανάμεσα στους ανθρώπους και τους λαούς, η μυσταγωγική περιπλάνηση στα ηχοτοπία των Heilung παραπέμπει σε ένα μυθικό κάλεσμα, ένα τραγούδι και έναν ύμνο στην ενότητα και την ομορφιά.
Ακολουθήστε τους Heilung:

https://www.amplifiedhistorytour.com/

facebook | instagram | youtube | bandcamp | spotify

 

HEILUNG
12 Οκτωβρίου 2024
Δημοτικό Θέατρου Λυκαβηττού

Πληροφορίες Εισιτηρίων

Η προπώληση εισιτηρίων θα ξεκινήσει την Τετάρτη 26 Ιουνίου στις 11.00 στο δίκτυο more.com

Τιμές προπώλησης εισιτηρίων

Α’ φάση προπώλησης: 39 ευρώ
Β’ φάση προπώλησης: 42 ευρώ
Γ’ φάση προπώλησης: 45 ευρώ

Σημεία Προπώλησης

Ηλεκτρονικά: more.com
τηλεφωνικά 211 7700 000
more spots
Nova | Public | Ευριπίδης | Viva Spot Τεχνόπολης

Δίκτυο Public
Public online: http://tickets.public.gr/
Kαταστήματα Public
https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp

KAI ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥΣ, “DRIF”

Μέχρι το 2019, οι HEILUNG είχαν ήδη κυκλοφορήσει το δεύτερο άλμπουμ τους “Futha”, ένα πιο “θηλυκό αντίβαρο” στα αρρενωπά και σκληρά  πολεμικά θέματα του ντεμπούτου τους, και με το οποίο εξυμνούσαν τη γονιμότητα και τη θηλυκή ενέργεια. Μέσα σε λίγες βδομάδες, το άλμπουμ ανέβηκε πολύ ψηλά στα Billboard charts, στο #3 των debut άλμπουμ στα Heatseekers Charts και #4 στο  Billboard World Music Chart, κερδίζοντας παράλληλα την αναγνώριση των κριτικών σε παγκόσμια κλίμακα.

Ωστόσο, στο τελευταίο τους άλμπουμ “Drif”, οι HEILUNG ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο στο ταξίδι τους στο χρόνο, και από την προϊστορική βόρεια Ευρώπη εξερευνούν τώρα αρχέγονους πολιτισμούς εκτός της δικής μας ηπείρου.

Όλα τα τραγούδια του Drif έχουν τις δικές τους ιστορίες” δηλώνει ο Kai Uwe Faust. “Το καθένα από αυτά μοιάζει να ανήκει κάπου, σε έναν κόσμο  που έχει τις ρίζες του όχι μόνο στη βόρεια Ευρώπη αλλά και σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς.  Άλλωστε, πολλές συλλήψεις του νου που χρησιμοποιούνται ευρέως μέχρι και σήμερα, όπως ο αριθμός Μηδέν και όλες οι μαθηματικές θεωρίες που προκύπτουν από αυτόν ή η χρήση μετάλλων όπως ο σίδηρος, κατάγονται από μη-βόρειους πολιτισμούς  και μεταμόρφωσαν τον κόσμο των προγόνων μας”, λένε τα μέλη των HEILUNG, επιμένοντας στο ιστορικό τους στίγμα.

“Drif” σημαίνει «συγκέντρωση, συνάθροιση» και εκφράζει την κοσμοθεωρία των HEILUNG που αφενός αποβλέπει στη γεφύρωση της ιστορίας με τη σύγχρονη κοινωνία και αφετέρου υποστηρίζει τη δύναμη της ενότητας και του «μαζί». Σε αρμονία με το όνομά του, το “Drif” αποτελείται από ένα κολάζ τραγουδιών που περισσότερο μοιάζουν με μικρές φλόγες, που στρέφονται η μία προς την άλλη προκειμένου να ενωθούν σε έναν δεσμό, για να γίνουν μεγαλύτερες μαζί.

Σύμφωνα με τον Έλληνα μαθηματικό και φιλόσοφο Πυθαγόρα, το τρία (3) είναι ένας θεϊκός αριθμός που συμβολίζει την αρμονία, τη σοφία και την κατανόηση. Πίστευε επίσης ότι ο αριθμός τρία (3) ήταν ο αριθμός των τριών χρονικών βαθμίδων: παρελθόν – παρόν – μέλλον, γέννηση – ζωή – θάνατος,  αρχή – μέση – τέλος. Το «Drif» ενσαρκώνει αυτή τη φιλοσοφία θέτοντας ως τέταρτο στη σειρά ένα θεϊκό καλλιτέχνημα που συνυφαίνει την αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού με τον σημερινό σύγχρονο κόσμο μας.

A day to remember… 22/6 [SCORPIONS]

0
Scorpions

Scorpions

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Unbreakable” – SCORPIONS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΙΑ: Ariola/BMG
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Erwin Musper, SCORPIONS
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Klaus Meine – Φωνητικά
Rudolf Schenker – ρυθμική κιθάρα
Matthias Jabs – lead κιθάρα
Paweł Mąciwoda – μπάσο
James Kottak – drums

Για τους SCORPIONS η περίοδος από το 1996 μέχρι και το “Unbreakable” του 2004 πρέπει να ήταν ιδιαίτερα επώδυνη. Ήταν βλέπετε από τις ελάχιστες μπάντες που έγιναν τεράστιες στα 80s και κατάφεραν μέχρι και τα μέσα των 90s να συνεχίσουν να γνωρίζουν ασταμάτητα επιτυχία. Ξαφνικά όμως ήταν σαν να τους ξέχασε μέσα σε μια νύχτα ο κόσμος μετά το “Pure Instinct”. Κούραση; Κορεσμός; Άλλη εποχή; Άλλες μόδες; Φυσιολογική πτώση; Κόπωση; Όλα μαζί πιθανά και όλα μαζί λογικά. Όταν βγάζεις συνεχόμενα άλμπουμ και περιοδεύεις ασταμάτητα 16 χρόνια, κάποια στιγμή όλα θα καταρρεύσουν γύρω σου.

Στο μεσοδιάστημα, λοιπόν, η μπάντα δεν διαλύθηκε, όπως έκαναν άλλοι, αλλά διάφορα projects τους απασχόλησαν. Το “Moment of Glory, with Berlin Philharmonic Orchestra” ήταν στο πνεύμα της εποχής μιας και όλοι έβγαλαν εκείνα τα χρόνια ένα άλμπουμ με ορχήστρα. Το υπέροχο “Acoustica” μιας και όλοι στα 90s έβγαλαν κι ένα unplugged άλμπουμ, και φυσικά μην ξεχνάμε το 1999 κυκλοφόρησαν το “Eye II Eye” αφού …όλοι στα 90s κυκλοφόρησαν και ένα άλμπουμ που έκανε τους οπαδούς τους να αμφιβάλουν για την ψυχική υγεία της αγαπημένης τους μπάντας! Αφού λοιπόν έκαναν ότι μπορούσαν να κρατούν τους φίλους και οπαδούς τους «ζεστούς» ενώ ταυτόχρονα μάζευαν τα κομμάτια τους ως μπάντα, ήρθε φυσιολογικά και η στιγμή που θα έπρεπε να επανέλθουν στο προσκήνιο με ένα καινούργιο άλμπουμ γεμάτο από νέα τραγούδια και ίσως νέο ύφος.

O James Kottak ήταν πλέον μαζί τους, μπασίστα όμως δεν είχαν, ούτε παραγωγό. Όλα θα έμπαιναν στην σειρά τους όμως σίγα σιγά, δεν ήταν δα και τίποτα πρωτάρηδες και μέσα σε ένα διάστημα δυο ετών πρέπει να έκαναν ρεκόρ παραγωγικότητας αφού για το επερχόμενο “Unbreakable” ετοίμασαν ένα demo τον οποίο είχε ούτε λίγο ούτε πολύ …150 τραγούδια! Από αυτά επέλεξαν τα 21, ηχογράφησαν τα 18, και τελικά μπήκαν στο άλμπουμ τα 13 συν ακόμα δυο στην Ιαπωνική έκδοση. Όπως καταλαβαίνετε κράτησαν πολύ κάβα και τα επερχόμενα άλμπουμ τους!

Το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα πιο βαριά άλμπουμ των SCORPIONS αλλά και ταυτόχρονα ένα από τα λίγο πιο «σκοτεινά» τους, αφού δεν υπήρχε παντού αυτή η διάχυτη party ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει την μπάντα, αλλά σίγουρα διαφαίνεται ένας πιο groovy ήχος, λίγο πιο σύγχρονος για το 2004. Κάποιοι αυτό το χαρακτηρίζουν σαν πιο heavy rock ήχο, προσωπικά νομίζω ότι ήθελαν να δώσουν μια πινελιά διαφορετικότητας στον ήχο τους, κάτι ανάμεσα στα 90s και στο κλασικό 80s ύφος τους, θέλοντας να προσεγγίσουν παλιούς και νέους οπαδούς.

Όπως και να έχει το πράμα πάντως, το “Unbreakable” 22 χρόνια μετα την κυκλοφορία του, είναι ένα τίμιο άλμπουμ για το οποίο η μπάντα δεν έχει κανένα λόγο να μην είναι ικανοποιημένη από αυτό. Τους βγάζει από ένα σκοτεινό τούνελ, τους ξαναφέρνει με θετικό πρόσημο στην επικαιρότητα και ο κόσμος το υποδέχεται με θέρμη και χαρά. Βέβαια οι χρυσές εποχές έχουν περάσει και η εμπορική επιτυχία πλέον το 2004 έχει πάρει άλλη έννοια, μα οι SCORPIONS «πατώντας» πάνω στο δυναμικό “Unbreakable” θα ξεκινήσουν την τρίτη φάση της καριέρας τους, η οποία θα τους οδηγήσει ξανά σε παγκόσμιες περιοδείες, νέα άλμπουμ κλπ, μια νέα πορεία η οποία καλά κρατεί μέχρι και σήμερα!

Για εσάς που θα θέλατε να θυμηθείτε αυτό το άλμπουμ, να σας βοηθήσω λέγοντας σας πως περιέχει ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια τους, το πολύ νοσταλγικό και δυναμικό “Remember the good times”, το υπέροχο “Maybe I, maybe you” με αυτό το αλά QUEEN πιάνο, το λαμπερό διαμάντι που ακούει στο όνομα “My city, my town” και το κλασσικό “Deep and dark”.

Κλείνοντας αυτή την σύντομη αναφορά μου στο “Unbreakable” θα ήθελα να εκφράσω μια άποψη, ένα ίσως παράπονο. Πολύ συχνά ξεχνάμε τους SCORPIONS και το τι έχουν προσφέρει στην μουσική μας και στο rock γενικότερα. Πολλές φορές βλέπω αναφορές και λίστες σε επιδραστικά ή σπουδαία άλμπουμ, σε μεγάλα συγκροτήματα που με την μουσική τους άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο rock, στο metal, στο hard rock και οι SCORPIONS απουσιάζουν. Καταναλώνουμε χρόνο και ενέργεια για δευτεράτζες και ξεχνάμε αυτούς εδώ τους Γερμανούς που έχουν σαρώσει τον πλανήτη Γη από τα τέλη των 60s και όμως είναι ακόμα και σήμερα είναι εδώ! Που έχουν καμιά εικοσαριά και βάλε all time classic τραγούδια… Το θεωρώ μεγάλη αδικία για αυτή τη μπάντα, για να μην πω ασέβεια Για να σοβαρευτούμε λίγο λοιπόν…

Δημήτρης Σειρηνάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece