Sunday, April 5, 2026




Home Blog Page 2

CRYPTIC SHIFT – “Overspace & Supertime” (Metal Blade)

0
Cryptic Shift

Cryptic Shift

Το τεχνικό, προοδευτικό death metal όπως ακριβώς θα πρέπει να ακούγεται και να παίζεται εν έτη 2026. Ξεκινάμε αυτή την παρουσίαση κατευθείαν με το πόρισμα της πρώτης ακρόασης, για να είμαστε ξεκάθαροι και να διατηρήσουμε τον ενθουσιασμό μας για αυτό που μόλις βιώσαμε με τη δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά των deathsters από το Leeds της Μεγάλης Βρετανίας, CRYPTIC SHIFT.

Με το ντεμπούτο τους “Visitations from Enceladus” είχαν ήδη φανερώσει αρκετές από τις πτυχές του δημιουργικού τους οίστρου. Έξι χρόνια αργότερα, όμως, με το “Overspace & Supertime”, οι CRYPTIC SHIFT παρουσιάζουν ένα ακόμη πιο φευγάτο προσωπείο που δύσκολα τιθασεύεται, αλλά ταυτόχρονα σε παρασύρει με το θράσος και τη φαντασία του, ενώ τρία από τα τέσσερα μέλη της μπάντας συμμετέχουν και στους SLIMELORD, άλλο ένα φιλόδοξο σχήμα της βρετανικής death metal σκηνής, ενισχύοντας τη συνοχή και πιστοποιώντας την αξία τους στο progressive death metal.

Το vibe του video για το “Hexagonal Eyes (Diverity Trepaphymphaszym)”, λίγο πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, έδινε την αίσθηση πως ανακάλυπτες μια ξεχασμένη βιντεοκασέτα με γραμμένη εκπομπή από το “Headbangers Ball” του MTV πίσω στο 1991, ενώ το δέος που προκάλεσε ήταν τέτοιο ώστε η δεκάλεπτη διάρκειά του να περνά σχεδόν σε δεύτερη μοίρα, δημιουργώντας προσμονή για το άλμπουμ, ακριβώς όπως συνέβαινε εκείνη την εποχή.

Η sci-fi αισθητική των NOCTURNUS, οι ευθείες jazz fusion αναφορές στον Allan Holdsworth, η new age φιλοσοφία των CYNIC, η τσίτα των VEKTOR, η στρυφνότητα των GORGUTS κι εκείνη η αίσθηση δημιουργικής υπέρβασης που θυμίζει την περίοδο όπου οι PESTILENCE έσπρωχναν τα τεχνικά τους όρια στο “Testimony of the ancients”, αποτελούν απλώς ένα μικρό κομμάτι του ψηφιδωτού που συνθέτει το “Overspace & Supertime”.

Αυτό που κάνει το άλμπουμ να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο η τεχνική του πληρότητα, αλλά και η αίσθηση ότι οι CRYPTIC SHIFT λειτουργούν σαν ένα συγκρότημα που έχει πλέον πλήρη επίγνωση του ηχητικού του σύμπαντος. Οι συνθέσεις απλώνονται σε μεγάλες διάρκειες χωρίς να καταλήγουν σε άσκοπη επίδειξη δεξιοτεχνίας. Αντίθετα, μοιάζουν να λειτουργούν σαν κεφάλαια μιας ευρύτερης αφήγησης, όπου τα riffs, οι μελωδικές παρεκκλίσεις και τα διαστημικά interludes υπηρετούν την ίδια κινηματογραφική ροή.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο δίσκος διατηρεί αδιάκοπα τη δυναμική του. Οι CRYPTIC SHIFT ισορροπούν ανάμεσα στη φρενήρη thrash ενέργεια και σε πιο ανοιχτές, σχεδόν κοσμικές στιγμές που ακουμπούν σε ψυχεδελικά ή ambient τοπία, θυμίζοντας πόσο γόνιμη μπορεί να γίνει η συνάντηση του extreme metal με πιο προοδευτικές ιδέες. Παρά την πολυπλοκότητα, το άλμπουμ παραμένει συγκροτημένο, η τεχνική υπηρετεί πάντα τη συνολική εμπειρία, ενώ ακόμη και στις πιο εκρηκτικές στιγμές υπάρχει μια αίσθηση δομής και κατεύθυνσης που κρατά τον ακροατή δεμένο με την αφήγηση.

Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που μοιάζει να γεφυρώνει εποχές. Από τη μία ανακαλεί την περίοδο όπου το progressive death metal αναζητούσε νέους ορίζοντες στις αρχές των 90s, από την άλλη ακούγεται απόλυτα σύγχρονος σαν μια φυσική εξέλιξη εκείνων των ιδεών μέσα από τη ματιά μιας νέας γενιάς μουσικών. Σε μια περίοδο όπου και οι BLOOD INCANTATION παρουσίασαν τη δική τους φιλόδοξη εκδοχή του progressive death metal με το “Absolute elsewhere”, οι CRYPTIC SHIFT μοιάζουν με κοντινούς τους συγγενείς, λιγότερο ψυχεδελικοί αλλά με την ίδια διάθεση να σπρώξουν το είδος πέρα από τα συνηθισμένα του όρια.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο επίτευγμα του “Overspace & Supertime”. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη τεχνικά εντυπωσιακό άλμπουμ, αλλά για μια δουλειά που δείχνει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει το progressive death metal όταν υπάρχει φαντασία, φιλοδοξία και η διάθεση να κοιτάξεις λίγο πιο πέρα από τον ορίζοντα του είδους.

9 / 10

Κώστας Αλατάς

THE GEMS – “Year Of The Snake” (Napalm Records)

0
The Gems

The Gems

Οι γυναίκες εκτός από την πάντα ξεχωριστή θέση που έχουν στις καρδιές των απανταχού ανδρών, κατέχουν και μια άκρως δυναμική παρουσία στην μουσική, αφού πρωταγωνιστούν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, με μερικές από αυτές να αποτελούν στην ευρύτερη rock σκηνή, έναν μουσικό φάρο για τις νεότερες γενιές. Η λίστα μεγάλη και δεν υπάρχει λόγος αναφοράς, αφού όλοι λίγο πολύ ξέρουν τι έχει προσφέρει η γυναίκεια παρουσία στην μουσική, με πάρα πολλές να «κεντάνε» με τις νότες τους. Έτσι κάθε σχήμα που έχει τουλάχιστον μια, πάντα θα χρήζει της προσοχής του κοινού, άσχετα αν αρέσκεται στο τελικό προϊόν που προσφέρει, σαν ιδίωμα.

Οι THE GEMS είναι ένα νεοσύστατο συγκρότημα του οποίου οι μουσικοί είναι πρώην μέλη των THUNDERMOTHER, αφού η τραγουδίστρια Guernica Mancini, η drummer Emlee Johansson και η  κιθαρίστρια και μπασίστρια Mona Lindgren, ένωσαν τις δυνάμεις, θέλοντας να κάνουν το επόμενο βήμα στην καριέρα τους. Όντας στο προηγούμενο συγκρότημά τους, τα μέλη των THE GEMS, έπαιξαν σε μεγάλα φεστιβάλ όπως το Wacken Open Air και το Sweden Rock Festival, κάτι που σίγουρα τους έχει δώσει μια μικρή ώθηση έτσι ώστε να κάνουν τα επιθυμητά σωστά βήματα, κάτι που αποδείχτηκε στην παρθενική τους δουλειά “Phoenix” το 2024. Ένα άλμπουμ που απέσπασε θετικά σχόλια αλλά έδωσε και την δυνατότητα στις 3 μουσικούς να πραγματοποιήσουν δυναμικές ζωντανές εμφανίσεις για την προώθηση του δίσκου.

Φέτος αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν την δεύτερη δισκογραφική τους προσπάθεια “Year of the snake”, θέλοντας, ίσως πρωτίστως, να δηλώσουν με την μουσική τους, ότι όλα τα θετικά σχόλια που υπάρχουν, δεν έχουν γίνει τυχαία. Ακούγοντας και την νέα δισκογραφική τους κίνηση, σίγουρα θα συμφωνήσεις ότι καλώς υπάρχουν, αφού μπορεί το τελικό αποτέλεσμα των τραγουδιών να μην είναι κάτι πρωτότυπο ή πρωτοποριακό, είναι όμως πολύ καλά αποδομένο και όση ώρα ασχολείσαι μαζί τους, αυτό που λαμβάνεις είναι μόνο θετικό.

Τα μέλη του γκρουπ, όντας και τα 3 μαζί στο παρελθόν σε ένα σχήμα που έχει κάνει αίσθηση, ήταν κάπως αναπόφευκτο να μην ξεφύγουν/αποφύγουν από/το στυλ έκφρασης που έγιναν γνωστές. Έτσι ακούγοντας την νέα δουλειά τους, όσοι έχετε ακούσει τους THUNDRMOTHER, θα βρείτε αρκετές ομοιότητες στην φόρμουλα δομής της δημιουργίας της εκάστοτε σύνθεσης, αφού το προηγούμενο σχήμα που συμμετείχαν αποτελεί επιρροή. Το πολύ σημαντικό όμως είναι ότι δεν κόπιαραν το παρελθόν τους αλλά «πάτησαν» πάνω σε αυτό έχοντας το σαν βάση του στυλ που θέλουν να εκφράζονται, δημιουργώντας κάτι που τους ανήκει.

Τα τραγούδια που εμπεριέχονται στο “Year of the snake”, έχουν ένα κοινό παρονομαστή που είναι ο άκρατος δυναμισμός και ο ηχητικός τσαμπουκάς σε κάθε σημείο. Από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο τραγούδι τους, αυτό που θα λάβεις είναι μια μοναδική μίξη μοντέρνου hard rock με rock’n’roll. Από την πρώτη κιόλας ακρόαση θα σου έρθουν πολύ εύκολα στο μυαλό γκρουπ όπως οι νεότεροι EUROPE, ECLIPSE, MOTORHEAD, ZZ TOP, AC/DC, AIRBOURNE, SISTER SIN, KISSIN’ DYNAMITE, THE DEAD DAISIES αφού υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία από αυτούς, σε ό,τι ακούς.

Αν λοιπόν τα παραπάνω συγκροτήματα είναι των γούστων σου, τότε σίγουρα και το δεύτερο άλμπουμ των THE GEMS, λογικά, θα σου αρέσει. Το συγκρότημα έχει δώσει μεγάλη βαρύτητα έτσι ώστε η πληθώρα των τραγουδιών τους να έχουν άπλετη και διάχυτη, μια μοναδική ενέργεια που προκύπτει μέσα από κάθε νότα, που σίγουρα δεν θα σε αφήσει ακίνητο αλλά θα θέλεις να χορέψεις. Τα κομμάτια συνδυάζουν με αρμονικό τρόπο από την μια τα πιασάρικα ριφ και τις παραμορφωμένες κιθάρες με τις φωνητικές αρμονίες μιας frontwoman που ξέρει να κατευθύνει την σύνθεση όπως εκείνη νομίζει ανάλογα κα τις αλλαγές στο tempo.

Από την άλλη τα ωραία refrain, με κάποια να είναι και ευκολομνημόνευτα, ταιριάζουν με τις γενικότερες μελωδίες που υπάρχουν. Τα τρία κορίτσια έχουν καταφέρει να δώσουν στις συνθέσεις τους ένα μουσικό εύρος που προσδίδει μια ιδιαίτερη αξία σε κάθε μια. Ακούγοντας τες, νοιώθεις το κύμα ενέργειας από το έντονο groove και μπρίο που προκύπτει, με την rock ‘n’ roll γοητεία να  αναδύεται μέσα από τα riff και την όλη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Στο album συμμετέχει στο τραγούδι “Gravity” ο Tommy Johansson (MAJESTICA, ex-SABATON), ο οποίος μαζί με την bluesy φωνή της Mancini, έχει δημιουργήσει ένα ντουέτο που ερμηνεύει ένα από τα ωραιότερα «ραδιοφωνικά» τραγούδια για φέτος.

Το “Year of the snake” είναι ένα άλμπουμ που δηλώνει παρών στο σήμερα με την συνταγή του παρελθόντος, ηχεί σε κάθε του σημείο φρέσκο, όντας «φτιαγμένο» από ένα συγκρότημα που ξέρει τι θέλει και πώς να το προσφέρει στο κοινό. Μια δουλειά που δεν θα αλλάξει το ρου της μουσικής ιστορίας, αλλά αν μη τι άλλο όση ώρα ασχοληθείς μαζί της, θα περάσεις καλά. Όποιος απολαμβάνει ακόμα τους ήχους της δεκαετίας του ’80, εμποτισμένους και εμπλουτισμένους με αυτούς του σήμερα, θα πρέπει να μην προσπεράσει τους THE GEMS και την δεύτερη δουλειά τους, αφού δεν θα χάσει τον χρόνο του.

7,5 / 10

Θοδωρής Μηνιάτης

EXHUMED – “Red asphalt” (Relapse)

0
Exhumed

Exhumed

3,5 χρόνια μετά το φοβερό “To the dead”, οι EXHUMED επιστρέφουν στο τόπο του μακελειού! Οι Αμερικάνοι death/grind θρύλοι, δεν χρειάζονται θεωρώ συστάσεις στη παρούσα φάση. Από το “Gore metal” (1998) ως και σήμερα η σημαία του είδους περήφανα κυματίζει από αυτά τα πνευματικά τέκνα των Βρετανών θεών CARCASS. Φυσικά, οι Αμερικάνοι είναι πολλά παραπάνω από αυτό. Η βρωμιά, η ατόφια SLAYER-ίλα και ο Αμερικάνικος hardcore αέρας σε σημεία, τους προσδίδουν έναν παραπάνω χαρακτήρα, που τους καθιστά ξεχωριστούς και άμεσα αναγνωρίσιμους. Η πορεία τους δε, από το reunion του 2010 και πέρα, τους έχει πάει “τρένο”, έχοντας κερδίσει ακόμα περισσότερο κοινό από αυτό που θα ήλπιζαν ενδεχομένως πριν από αυτό. Σταθερή μορφάρα του χώρου ο μπροστάρης Matt Harvey που παντού είναι ανακατεμένος με κάποιο τρόπο.

Κάπως έτσι, φτάνουμε στον 9ο δίσκο τους “Red asphalt” και από το εξώφυλλο καταλαβαίνεις που πηγαίνει η δουλειά! Όργανα χυμένα στην άσφαλτο, το Υπουργείο Μεταφορών προειδοποιεί “μην οδηγείτε και το ακούτε”. Η τριάδα “Unsafe at every speed”/”Red asphalt”/”Shock trauma” σκοτώνει τα πάντα στο πέρασμα της με τα λίγα ξεσπάσματα να είναι είτε για τα φοβερά μελωδικά solos, είτε για κάποιο πιο mid-tempo riff ίσα ίσα για να πάρουμε κάποια ανάσα. Κατά τα άλλα, σαν να μην πέρασε μέρα από το “To the dead“! Τόσο υφολογικά, όσο και από πλευράς έμπνευσης. Και αυτή τη φορά, το υλικό είναι και μικρότερο σε διάρκεια κατά 3 λεπτά περίπου! Φυσικά δεν είναι όλα στα κόκκινα από πλευράς ταχυτήτων. Το “Shovelhead“ κατεβάζει τις ταχύτητες, με το υπέροχο του mid-tempo riff που οδηγεί όλο το κομμάτι, σαν ιδανική ανάπαυλα από τις υψηλές ταχύτητες.

Βέβαια, μετά, το “The iron graveyard“ σε ρίχνει πάλι στο pit, ενώ το μεσαίο riff όπως κόβει το γκάζι είναι τρομακτικά πωρωτικό, ίσα ίσα πριν μπει το solo! Ξεχωρίζει επίσης η εισαγωγή με το μπάσο (που γενικά έχει χρόνο σε διάφορα breaks δεξιά και αριστερά ενώ η παραγωγή το κολακεύει) του “Crawling from the wreckage“ που μας βγάζει από τα συντρίμμια, βρώμικους και διαλυμένους, μόνο και μόνο για να μας ξαναδείρει! Το σφηνάκι ούτε δύο λεπτών “Symphorophilia” και το “Signal thirty” κάνουν φοβερό ζευγαράκι δολοφονίας λίγο πριν το τέλος. Όχι ότι μας λυπάται καθόλου το “The fumes”, κάθε άλλο. Είναι απλά πιο πολυποίκιλο σε ρυθμούς (μέχρι και κιθαριστικές αρμονίες ακούμε μέσα) αλλά παρόλα αυτά είναι καθαρόαιμα thrash-αριστό. Και κάπως έτσι, ούτε 37 λεπτά μουσικής λαμβάνουν τέλος. Για ακόμα μια φορά πέρασα υπέροχα! Πάμε τώρα στα συμπεράσματα μας.

Οι EXHUMED έχουν πλέον βρει από το reunion και πέρα έναν ήχο που και τους έχει χτίσει κοινό και παίρνει κεφάλια σαν να είναι το πιο εύκολο πράγμα στο κόσμο. Το “Red asphalt” το επιβεβαιώνει εμφατικά για 6η συνεχόμενη φορά μετά το reunion και μας καλεί να επενδύσουμε τον οβολό μας επάνω του και να το λιώσουμε όπως του αξίζει. Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε παρά μόνο τα άλατα του σβέρκου μας.

8,5 / 10

Γιάννης Σαββίδης

SAVATAGE – “Edge of thorns” – Worst to best

0
Savatage

Savatage

Θα ξεκινήσω το άρθρο με μία κλασική και αειθαλή φράση από την σειρά “The Office”: Μακάρι να υπήρχε τρόπος να ξέρεις ότι ζεις τις καλές παλιές μέρες πριν αυτές περάσουν. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι πιο ταιριαστό για να περιγράψει το συναισθηματικό φορτίο του συγκεκριμένου δίσκου. Κυκλοφόρησε μόλις λίγους μήνες πριν το θάνατο του Criss Oliva. Τα τραγούδια που ακούμε εδώ, είναι από τις τελευταίες ιδέες που πρόλαβε να συνθέσει και ηχογραφήσει, ανατριχιαστικό και μόνο στη σκέψη.  

Εκτός αυτού, σηματοδοτεί και ένα άλλο μεγάλο γεγονός, τον ερχομό του Zak Stevens στην μπάντα. Ο Jon Oliva είχε ενεργή συμμετοχή στην σύνθεση και παραγωγή του άλμπουμ, αλλά δεν συνέχισε να κουβαλάει το (μεταφορικό) βάρος του μικροφώνου. Και μιλάμε για μία από τις κορυφαίες φωνές που έχουν περάσει από το Heavy Metal. Η αντικατάσταση της φωνής που έδωσε πνοή σε κυκλοφορίες όπως τα “Sirens”, “Hall of the mountain king”, “Gutter ballet”, φαντάζει εφιαλτική, αλλά οι SAVATAGE με κάποιο μαγικό τρόπο τα κατάφεραν! Δεν επιλέχθηκε κάποιος κλώνος του Jon, μιας και ο σκοπός ήταν η επιλογή ενός πιο μελωδικού τραγουδιστή. Εκ του αποτελέσματος, δηλαδή το “Edge of thorns”, ο Zak φαντάζει ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε να βγει όχι μόνο αλώβητος από αυτή την αλλαγή, αλλά και νικητής. Εξαιρετικός τραγουδιστής, εξαιρετική επιλογή. 

Πέραν τούτου, είναι ο μόνος δίσκος όπου Zak και Criss συνέπεσαν σε πλήρη δουλειά του συγκροτήματος. H Broadway προσέγγιση που αποτελεί πυλώνα του “Streets” έκανε ένα βήμα πίσω, με το “Edge of thorns” να στέκεται ως μία γέφυρα μεταξύ των δύο περιόδων της μπάντας. Το αγνό, σε σημεία αλήτικο Metal, παντρεύεται τη μελωδία και θεατρικότητα. Το αποτέλεσμα είναι θριαμβευτικό, με το άλμπουμ να διεκδικεί επάξια μία θέση στις καλύτερες στιγμές της δισκογραφίας των SAVATAGE, κάτι που δηλώνει πάρα, μα πάρα πολλά. 

Ένας από τους λόγους που μου αρέσουν οι κατατάξεις tracklist, παρά τη δυσκολία τους, είναι ότι δεν πρέπει να συμπληρώσω κουτάκια. Όχι, δεν θα είναι το ομώνυμο πρώτο και ας είναι εκ των πιο αναγνωρίσιμων κομματιών της Zak περιόδου. Ναι, κάποιες επιλογές θα φέρουν διαφωνίες. Και αυτό είναι το πιο ωραίο μέρος, το πως κάθε ακροατής εκλαμβάνει και αξιολογεί με τον δικό του τρόπο τα ίδια τραγούδια. Για πάμε!  

The “Edge of thorns” countdown:

  1. “Sleep” (03.52)

Οι μπαλάντες του δίσκου δυστυχώς δεν θα έχουν μεγάλη τύχη. Ίσως με έχει κακομάθει το “Summer’s rain” και το “When the crowds are gone”, τα οποία κάνουν τα συναισθήματά μου κουβάρι και τα πατάνε κάτω. Κάτι πάει να γίνει στο τέλος που ανεβαίνει λίγο ο ρυθμός, αλλά δεν είναι αρκετό για να μου αλλάξει την άποψη πως το “Sleep” ηχεί στα αυτιά μου αρκετά γλυκανάλατο. 

 

  1. “Exit music” (03.05)

Ήσυχο. πιανιστικό instrumental με μερικές πολύ ωραίες μελωδίες. Κόβει στα δύο το tracklist, ότι πρέπει για μια ανάσα, ενώ δένει οργανικά με το ακόλουθο “Degrees of Sanity”. Η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα επέλεγα να το ακούσω μόνο του κάποια στιγμή.  

 

  1. “All that I bleed” (04.41)

Αν υπάρχει μία μου επιλογή που θα φέρει τις περισσότερες διαφωνίες, είναι αυτή. Μεγαλύτερη δυναμική από το “Sleep”, όπου από τη μέση και μετά απογειώνεται και δείχνει τα πραγματικά του χρώματα. Εξακολουθεί όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη πάντα, να ωχριά μπροστά στις μπαλάντες του Jon (το “Believe” βρίσκεται μόλις μια κυκλοφορία πίσω). Όχι ότι δεν μου αρέσει, κάθε άλλο, αλλά δεν μου πάει η καρδιά να το βάλω πάνω από τα heavy κομμάτια. 

 

  1. “Miles away” (05.06)

Οι στίχοι μπορεί να έχουν βαρύ νόημα και να καταλήγουν έως και δυστοπικοί (I’ll be running, through a world that’s in decay), αλλά παραδόξως μουσικά δημιουργεί την πιο ανεβαστική και γιατί όχι, εύθυμη στιγμή του άλμπουμ. Μεγάλο credit για αυτό παίρνει το hard rock-άδικο riff του Criss, αλλά και τα φωνητικά που βγαίνουν πλήρως απελευθερωμένα σε σημεία. Ήταν αρκετά εύκολη επιλογή για αυτή τη θέση, αλλά το “Edge of thorns” δεν αστειεύεται. Ακόμα και η θέση 10 στεγάζει κομματάρα!  

 

  1. “Skraggy’s tomb” (04.22)

Το παίξιμο του Criss ήταν χαρακτηριστικό σε πολύ μεγάλο βαθμό. Εκτός από πολύ αναγνωρίσιμο στυλ στα riffs, κατάφερνε να παίξει ακουστικά ακόρντα όπως κανείς άλλος, με την εισαγωγή του “Skraggy’s Tomb” να στέκεται ως απόδειξη αυτού. Οι στακάτες κιθάρες και το σόλο είναι τα καλύτερα στοιχεία της σύνθεσης, αλλά θα προτιμήσω τα τραγούδια που ακολουθούν χάριν σε ένα όχι και τόσο αξιομνημόνευτο ρεφρέν.  

 

  1. “Damien” (03.53)

Το “Edge of thorns” έχει αρκετές συνθέσεις με έντονο θεατρικό χαρακτήρα που ταυτόχρονα χτίζουν μία κάπως σκοτεινή ατμόσφαιρα. Και έχω τεράστια αδυναμία σε αυτόν τον συνδυασμό. Είναι ο λόγος που τέτοια τραγούδια βρίσκονται στη μέση και μετά της κατάταξης. Στα του “Damien” ξεχωρίζω τα πλήκτρα του Jon με μεγάλη διαφορά. Μου βγάζει έντονο vibe από “Gutter ballet” εδώ πέρα, με το παίξιμο των αδερφών Oliva να έχει τεράστια προσωπικότητα. Συγκλονιστικό δίδυμο, πραγματικά.  

 

  1. “Degrees of sanity” (04.36)

Οι κιθάρες στέκονται τσιμέντο και δημιουργούν μία ανατριχιαστική ατμόσφαιρα η οποία σε κάνει να νιώθεις άβολα. Ο Zak στα κουπλέ δεν τραγουδάει, αλλά απαγγέλει. Στο ρεφρέν έρχεται η κορύφωση η οποία διατηρεί τα στοιχεία αυτά σε μεγάλο βαθμό και όταν έρχεται η ώρα για τα leads, το επίπεδο είναι για άλλη μια φορά υποδειγματικό. Όποια διαύγεια και λογική είχαμε παραδίδεται και εξαφανίζεται στους ήχους αυτής της σύνθεσης.  

 

  1. “Lights out” (03.10)

Η πιο άμεση στιγμή του άλμπουμ, με τον συνδυασμό τσιρίδας του Zak και leads της κιθάρας να είναι αρκετός για να σε στείλει σε φρενίτιδα. Κουπλέ τέρμα ξεσηκωτικά τα οποία οδηγούν σε ένα άκρως συναυλιακό ρεφρέν. Το σόλο σε αφήνει αποχαυνωμένο και πως μπορεί να γίνει διαφορετικά, ακόμα και τα ρυθμικά από πίσω έχουν ενδιαφέρον. Το κλείσιμο δε είναι κερασάκι στην τούρτα. Γροθιά στο στομάχι και συνεχίζουμε εις ακόμα υψηλότερες κορυφές.  

 

  1. “Conversation piece” (04.10)

Ίσως είναι πιο ψηλά από ότι έπρεπε αλλά υπάρχει ένας και μόνο λόγος που τερμάτισε πιο πάνω από τα υπόλοιπα. Οι ακουστικές κιθάρες μου προκαλούν μία άνευ προηγουμένου ανατριχίλα. Τα riffs πέφτουν ασταμάτητα το πρώτο μισό λεπτό, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν για να νικήσουν τα “Lights out”, “Degrees of sanity” και “Damien”. Όταν μπαίνει το καθαρό παίξιμο στην εξίσωση, η συναισθηματική εγκράτεια πάει περίπατο. Είναι και ένα χαρακτηριστικό που κλείνει το μάτι στο “Dungeons are calling”, οπότε δεν χρειάζομαι κάτι παραπάνω.

 

  1. “Labyrinths” (01.29)

Όταν ένα instrumental βρίσκεται τόσο ψηλά, πόσο μάλλον όταν έχει διάρκεια κάτω των 2 λεπτών, μάλλον κάτι κάνει εξαιρετικά. Οι κιθάρες κλαίνε και μαζί με αυτές και εμείς. Τις βρύσες βέβαια πρόλαβε να τις ανοίξει πρώτος ο Jon με το πιάνο του. Δεν υπάρχουν λέξεις ικανές να περιγράψουν το συναίσθημα όταν αυτά τα δύο πιάνονται χέρι χέρι κάπου στη μέση. 

 

  1. “Edge of thorns” (05.54)

Η εισαγωγή αυτή πρέπει να είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες της δισκογραφίας των SAVATAGE. Η δομή ολόκληρου του τραγουδιού, η αρμονία που επικρατεί μεταξύ οργάνων και φωνητικών, το ξυραφένιο riff της γέφυρας, η μπασογραμμή που οδηγεί στο σόλο αλλά και το ίδιο το σόλο, είναι στοιχεία που αφήνουν περιθώρια για την πιθανή ύπαρξη εξωγήινων. Αδυνατώ να πιστέψω ότι είναι ανθρώπινο τέτοιο δείγμα γραφής. Αντικειμενικά μάλλον έπρεπε να βρεθεί κορυφή, αλλά τα επόμενα μου μιλάνε λίγο παραπάνω. Σταυρώστε με!  

 

  1. “He carves his stone” (04.14)

Αυτό το riff με αυτό το groove γκρεμίζουν σπίτια. Μουσικό υπόβαθρο βγαλμένο από την πρώιμη εποχή της μπάντας, με αέρα “Sirens”. Το αποκορύφωμα όμως δεν έχει έρθει ακόμα. Μετά το σόλο ο Zak πετάει κορώνα από άλλο πλανήτη για να επαναφέρει το ρεφρέν, με τον Criss να ξερνάει leads. Που πας, δεν τελειώσαμε ακόμα! Έρχεται outro με τις ψηλές οκτάβες να πέφτουν βροχή, σε μία ερμηνεία κατάθεση ψυχής. Φωνητική απόδοση που χτίζει καριέρες.  

 

  1. “Follow me” (05.08)

Καλά τα εμβληματικά intro, οι τσιρίδες και τα riffs βγαλμένα από τα πιο βαθιά μπουντρούμια. Η μουσικότητα του “Follow me” από την άλλη είναι ασύγκριτη. Οι μελωδικές γραμμές στις οποίες πατάει ο Zak σπάνε τα κοντέρ έμπνευσης και δημιουργικότητας, πόσο μάλλον όταν παράλληλα χορεύει και το καθαρό παίξιμο της εξάχορδης στο pre-chorus. Το ήρεμο σημείο στη μέση βγάζει μια ζεστασιά παρόμοια με το “Lost reflection” των CRIMSON GLORY. Το κλείσιμο πετάει φλόγες, ενώ το “A man only sees what he wants to see” στο τέλος μοιάζει με χάδι αγγέλου και αποδεικνύει ότι μόλις λίγα δευτερόλεπτα αρκούν για να δείξουν πως η τελειότητα δεν είναι το ταβάνι. 

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 1/4 [RUSH]

0
Rush

Rush

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “2112” – RUSH
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: RUSH & Terry Brown
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Μπάσο/ Φωνητικά – Geddy Lee
Κιθάρες – Alex Lifeson
Τύμπανα – Neil Peart

Από το 1968 μέχρι το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1974, οι Καναδοί RUSH λειτουργούσαν σαν tribute band των Cream και των Led Zeppelin. Δεν ήταν παράλογο, άλλωστε τα περισσότερα hard rock συγκροτήματα της Αμερικής κινούνταν σε παρόμοιο στυλ. Όμως, μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ, έγιναν κάποιες καίριες αλλαγές. Η πιο σημαντική ήταν η συνάντηση τους με τον Terry Brown. Μετά τις αρχικές, όχι τόσο καλές ηχογραφήσεις, στο Toronto Sound Studio γνώρισαν τον Brown, ο οποίος βαθμιαία ανέλαβε την παραγωγή και ανέδειξε τον πραγματικό ήχο τους. Από τότε και για τα επόμενα οκτώ χρόνια και δέκα άλμπουμ (οκτώ studio και δύο live), ο Brown ήταν ο σταθερός συνεργάτης τους πίσω από την κονσόλα του παραγωγού.

Το συγκρότημα είχε αρχίσει να παίζει support σε ονόματα όπως οι Uriah Heep και ο Rory Gallagher, αφήνοντας πίσω τις μέρες των τοπικών μπαρ. Η επόμενη αλλαγή, που άλλαξε ριζικά τη μοίρα τους, ήταν η αποχώρηση του αρχικού ντράμερ John Rutsey και η άφιξη του Neil Peart. Ο Rutsey δεν συμφωνούσε με την επιθυμία του μπασίστα και τραγουδιστή Geddy Lee και του κιθαρίστα Alex Lifeson να πειραματίζονται με πιο σύνθετα, προοδευτικά κομμάτια, καθώς προτιμούσε το πιο ευθύ, παραδοσιακό rock. Ο κύριος λόγος όμως ήταν η υγεία του: ήταν διαβητικός και οι απαιτήσεις των περιοδειών έγιναν απαγορευτικές. Μετά από μια καθοριστική οντισιόν, ο Peart πήρε τη θέση του. Η έκπληξη ήταν ότι, πέρα από το εκπληκτικό παίξιμο, ο Peart είχε και σπάνιο ταλέντο στο γράψιμο στίχων. Πραγματικός βιβλιοφάγος, διάβαζε τα πάντα, από επιστημονικές εργασίες μέχρι μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας.

Το νέο ταξίδι των  RUSH ξεκίνησε με το εκπληκτικό “Fly by night” (1975). Οι συνθέσεις έγιναν πιο μακροσκελείς και πολύπλοκες και στην μουσική τους, η προοδευτική προσέγγιση των Yes, Genesis και King Crimson συνδυάστηκε με την ένταση των Black Sabbath και Led Zeppelin. Αυτή η κατεύθυνση έγινε ακόμα πιο έκδηλη στο τρίτο άλμπουμ, το υπέροχο “Caress of steel” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Δυστυχώς, δεν το συμμερίστηκε και πολύς κόσμος τότε. Το άλμπουμ θεωρήθηκε υπερβολικά περίπλοκο και προοδευτικό για το αμερικανικό κοινό, μία αγορά όπου το progressive rock (με ελάχιστες εξαιρέσεις τύπου  Pink Floyd) δεν είχε την ίδια μαζική απήχηση όπως στην Ευρώπη. Οι διαφορές στη μουσική βιομηχανία και το πολιτισμικό background (μπλουζ για τους Αμερικάνους, κλασική παιδεία για τους Ευρωπαίους) έπαιξαν τον ρόλο τους. Η χλιαρή υποδοχή του “Caress of steel” δημιούργησε μεγάλη πίεση.

Η εταιρεία τους, Mercury Records, ζητούσε ολικό επαναπροσδιορισμό: πιο εμπορικό υλικό, μικρότερα τραγούδια, πιο ραδιοφωνικά, σε σημείο που οι μάνατζερ της μπάντας Ray Danniels και Cliff Burnstein πήραν σαφείς οδηγίες να στρέψουν το συγκρότημα σε πιο «ασφαλή» φόρμουλα. Όπως είπε αργότερα ο Lifeson, τους είχαν πει ξεκάθαρα: «κανένα μεγάλο τραγούδι, τίποτα που να μην παίζεται εύκολα στο ραδιόφωνο». Με άλλα λόγια, η Mercury τους ζητούσαν να γίνουν κάτι που δεν ήταν. Εκεί ακριβώς οι Rush πήραν τη σημαντικότερη απόφαση της καριέρας τους: να αγνοήσουν πλήρως τις οδηγίες. Αντί να μαζευτούν, έκαναν το ακριβώς αντίθετο. Γεμάτοι απογοήτευση αλλά και θυμό, επέλεξαν να επαναλάβουν τη φόρμουλα του “Caress of steel”, αλλά αυτή τη φορά με τον δικό τους τρόπο. Και έγραψαν ένα εικοσάλεπτο κομμάτι που καταλαμβάνει ολόκληρη την πρώτη πλευρά του δίσκου. Και, ακόμα πιο εμφατικά, το στιχουργικό περιεχόμενο θα ήταν δια χειρός Peart και εμπνευσμένο από την συγγραφέα Ayn Rand, για την οποία αξίζει, σε αυτό το σημείο, να πούμε λίγα λόγια.

Ρωσίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και σεναριογράφος, η Rand έφυγε από τη Σοβιετική Ένωση σε ηλικία 21 ετών και μετακόμισε στην Αμερική. Έγινε γνωστή με τα best-seller “The Fountainhead” και “Atlas shrugged” («Κοντά στον Ουρανό» και «Ο Άτλας Επαναστάτησε» στα ελληνικά), καθώς και για το φιλοσοφικό σύστημα που ονόμασε Αντικειμενισμό. Σε ένα διάλειμμα από την συγγραφή του “The Fountainhead” έγραψε τη νουβέλα “Anthem” («Ύμνος»), η οποία περιγράφει έναν δυστοπικό κόσμο όπου η λέξη «εγώ» έχει απαγορευτεί και έχει αντικατασταθεί από το «εμείς». Η σχέση του Peart με το έργο της Rand δεν ήταν καινούρια. Το κομμάτι που άνοιγε το “Fly by night” είναι το “Anthem”, το οποίο ο Peart βάπτισε και έγραψε τους στίχους του εμπνευσμένος από την ομώνυμη νουβέλα. Μάλιστα, το 1977, όταν οι RUSH ίδρυσαν τη δική τους εταιρεία, την ονόμασαν Anthem Records.

Πίσω στο φθινόπωρο του 1976 που υλοποιούνταν το τέταρτο άλμπουμ, οι ιδέες περί ατομικότητας και φιλελεύθερης κοινωνίας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα που ακούμε σήμερα στην πρώτη πλευρά. Τα λογοτεχνικά ερεθίσματα του Peart δεν περιορίζονταν μόνο στην Ayn Rand. Διάβαζε φανατικά επιστημονική φαντασία, όπως τα έργα του Samuel R. Delany (συγγραφέα των βραβευμένων “Babel-17”, “The Einstein Intersection”, “Nova” και της σειράς “Return to Nevèrÿon”). Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, ήταν φυσικό και επόμενο το Διάστημα, με τα μακρινά, κρυφά και μυστηριώδη του σημεία να γίνει το παρασκήνιο της ιστορίας που θα στερέωνε το σύμπαν του “2112”, όπως τελικά ονομάστηκε το εικοσάλεπτο έπος και, τελικά, το νέο άλμπουμ.

To “2112” ξεκινάει εντυπωσιακά με τα διαστημικά synthesizer του “Overture” και την φράση “…and the meek shall inherit the Earth”, η οποία πάρθηκε από την Καινή Διαθήκη (κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, στους Μακαρισμούς). Κάπου διακρίνεται κι ένα απόσπασμα από το “1812 Overture” του Τσαϊκόφσκι, ένας μικρός φόρος τιμής από τον Ρώσο συνθέτη στην μάχη των Ρώσων απέναντι στην εισβολή του Ναπολέοντα, στην μάχη του Μποροντίνο, όπου ο γαλλικός στρατός πέτυχε μία πύρρεια νίκη, που τον ανάγκασε να υποχωρήσει, με τον σκληρό ρωσικό χειμώνα να τον αποδεκατίζει κατά την υποχώρηση. Αυτό έγινε 3 αιώνες πριν από την ιστορία που αφηγείται ο ανώνυμος ήρωας στο 2112.

Ο ανώνυμος ήρωας του “2112” ζει σε έναν μακρινό γαλαξία, σε έναν πλανήτη που μοιάζει με τη Γη, και συγκεκριμένα στην πόλη Megadon. Η ζωή κυλάει αδιάφορα και μονότονα κάτω από τον γκρίζο ουρανό και τα χλωμά Δίδυμα Φεγγάρια. Σε αυτόν τον πλανήτη, η κοινωνία διοικείται από το Ιερατείο της Σύριγγος. Το Ιερατείο ελέγχει, μέσα από υπερυπολογιστές,  κάθε πτυχή της καθημερινότητας, παρέχοντας «ενημέρωση» και «διασκέδαση» μέσω της εφημερίδας “Temple Paper” και της τηλεόρασης “Templevision”. Το Κόκκινο Αστέρι της Ηλιακής Ομοσπονδίας είναι το σύμβολο της ειρήνης που ακολούθησε τον μεγάλο πόλεμο του 2062, αλλά και της ισοπεδωτικής εξουσίας που καταπνίγει την ατομικότητα (“The Temples of Syrinx”).

Μια μοιραία μέρα, μια τυχαία περιπλάνηση οδηγεί τον ήρωα σε μια κρυφή σπηλιά πίσω από έναν μικρό καταρράκτη. Εκεί ανακαλύπτει ένα αρχαίο μουσικό όργανο – μια κιθάρα. Με λίγο κούρδισμα αρχίζει να παίζει. Δειλά στην αρχή, με όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην συνέχεια δημιουργεί μουσική. Η χαρά του είναι τόσο μεγάλη που νιώθει την ανάγκη να τη μοιραστεί με τους συνανθρώπους του και κυρίως με την ίδια την εξουσία, πιστεύοντας ότι η μουσική μπορεί να κάνει ευτυχισμένους και άλλους (“Discovery”). Το Ιερατείο όμως δεν μοιράζεται την χαρά του. Τον ψέγει και τον κατακρίνει επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει ότι οι Ιερείς καλύπτουν ήδη όλες τις πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου. Τον προτρέπουν επιθετικά να εγκαταλείψει τις ανόητες προσπάθειες να αναβιώσει κάτι από την παλιά εποχή που οδήγησε την κοινωνία σε πόλεμο και καταστροφή. Μάταια προσπαθεί ο ανώνυμος ήρωας να τους αλλάξει γνώμη. Η κιθάρα καταστρέφεται, και αυτός δέχεται την χλεύη του Ιερατείου (“Presentation”).

Ο ήρωας επιστρέφει σπίτι του μοναχικός, προσπαθεί να ηρεμήσει και πέφτει να κοιμηθεί. Ο ύπνος του είναι ανήσυχος. Βλέπει ένα όραμα (“Oracle: The dream”): μια μυστηριώδης μορφή τον ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, στην εποχή από όπου προήλθε η κιθάρα. Βλέπει την εξέλιξη του πνεύματος και τα ανθρώπινα επιτεύγματα στη Γη, που βρίσκεται έτη φωτός μακριά. Αποκαλύπτεται ότι η μεγάλη παλαιά φυλή συνεχίζει να ακμάζει και θα έρθει η στιγμή που θα εμφανιστεί για να γλιτώσει την κοινωνία του από τις τυραννικές δαγκάνες της Ηλιακής Ομοσπονδίας και να γκρεμίσει ό,τι πρεσβεύει ο Ναός της Σύριγγος και το Ιερατείο.

Συγκλονισμένος, επιστρέφει στη σπηλιά (“Soliloquy”). Με το κελάρυσμα του καταρράκτη σαν μοναδική υπόκρουση, συνειδητοποιεί πόσο δύσκολο είναι να ζει κάτω από το απολυταρχικό καθεστώς. Η μόνη του παρηγοριά είναι ότι στον θάνατο θα βρει επιτέλους ειρήνη. Πάνω που είναι έτοιμος να παραδώσει πνεύμα, έρχεται η σωτήρια επέμβαση που ονειρεύτηκε (“Grand Finale”). Οι Παλαιοί από τη Γη φτάνουν, υποτάσσουν τους πλανήτες της Ηλιακής Ομοσπονδίας, γκρεμίζουν το Ιερατείο, καταρρίπτουν το τυραννικό Κόκκινο Αστέρι και επαναφέρουν την πολυπόθητη ελευθερία. Αυτή είναι η επίσημη ερμηνεία, που οι RUSH αποκάλυψαν στην επανέκδοση του “2112” το 2012. Μέχρι τότε, η επικρατούσα ανάγνωση ήταν πιο τραγική: Τα λόγια «We have assumed control» στο τέλος του κομματιού, σηματοδοτούν το τέλος της αντιεξουσιαστικής εξέγερσης του ατόμου, και ταυτόχρονα, το τραγικό τέλος του ανώνυμου ήρωα, ο οποίος αυτοκτονεί πριν προλάβει να δει τη λύτρωση.

Πάνω σε αυτή την αρχική ερμηνεία του τέλους, δηλαδή τον βίαιο τερματισμό της επανάστασης από το Ιερατείο, πολλοί κριτικοί, παραδόξως, έσπευσαν να ταυτίσουν τη νίκη του Ιερατείου με ένα «νεογέννητο φασιστικό σερί» των RUSH. Αντί να δουν το τέλος ως καταδίκη του αυταρχικού κανόνα, κατέληξαν ότι για τους RUSH – όπως και για την Rand – ο ατομικισμός ισοδυναμεί με φασισμό. Η Rand θεωρούνταν από πολλούς, εκ πρώτης όψεως, «φασίστρια», και η σύνδεση του συγκροτήματος μαζί της τους έβαλε αυτόματα στην ίδια κατηγορία. Ακόμα και οι οπαδοί τους έπεσαν στην ίδια παγίδα. Σε ανεπίσημη έρευνα, πάνω από 70% πίστευαν ότι οι RUSH πήραν το μέρος του Ιερατείου. Η σύγχυση προήλθε κυρίως από την αντίθεση στην ενορχήστρωση: το πιο βαρύ, επιθετικό κομμάτι χρησιμοποιήθηκε για τους ολοκληρωτικούς ιερείς, ενώ το πιο ήπιο και μελωδικό για τον ανώνυμο ήρωα. Πάντως, με τα χρόνια, οι fans ξαναείδαν την ιστορία του “2112” με διαφορετικό μάτι, συμπεραίνοντας ότι η progressive rock φαντασία των ουτοπικών κόσμων δεν ισοδυναμεί απαραίτητα πολιτική δήλωση.

Το μόνο σίγουρο ήταν πως όλες αυτές οι νύξεις στη Rand δεν βοήθησαν καθόλου στις (έτσι κι αλλιώς όχι και τόσο καλές) σχέσεις των RUSH με τον Τύπο. Ωστόσο, πέρα από τη Rand και τον ατομικισμό, το “2112” είχε ένα πιο εσωτερικό, καλλιτεχνικό μήνυμα. Οι RUSH ήθελαν να δείξουν ότι θα παραμείνουν αλύγιστοι στις προσταγές της δισκογραφικής τους εταιρείας για μικρότερα, πιο εμπορικά τραγούδια. Με θεατρικότητα και στοχευμένη μουσική έκφραση, η ομώνυμη rock opera της πρώτης πλευράς εξέφρασε οργή, παράπονο για την αδικία και αποφασιστικότητα να διατηρήσουν την καλλιτεχνική τους ακεραιότητα με κάθε κόστος. Δεν ήταν πολιτικό μανιφέστο κατά του κολεκτιβισμού. Ήταν άρνηση να αφήσουν άλλους να επιβάλλουν τα θέλω τους στο συγκρότημα. Μία αντίδραση ενάντια σε όσους πίστευαν ότι ήταν πάνω από αυτούς.

Πέρα από το μνημειώδες “2112”, υπάρχει και μία δεύτερη πλευρά στο άλμπουμ, η οποία λειτουργεί ως αντίβαρο, καθώς οι RUSH, χωρίς να εγκαταλείπουν την ταυτότητά τους, παρουσιάζουν πιο προσιτές συνθέσεις, αποδεικνύοντας ότι μπορούν να κινηθούν και σε πιο «προσβάσιμα» πλαίσια χωρίς να χάνουν την ποιότητά τους, ενώ παράλληλα ελαφρύνουν λίγο το κλίμα, μετά το υποβλητικό, οπερατικό κομμάτι της πρώτης πλευράς.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινάει με το εξωτικό “A passage to Bangkok”, μία φανταστική περιπλάνηση ανά τον κόσμο, που περιελάμβανε χώρες όπως η Κολομβία, το Μεξικό, η Τζαμάϊκα, το Μαρόκο, η Ταϊλάνδη, το Αφγανιστάν, καθώς και το Νεπάλ και τον Λίβανο. Μόνο που δεν πρόκειται για μία απλή ταξιδιωτική καταγραφή. Αν παρατηρήσατε, οι χώρες που αναφέρονται έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Την παραγωγή, διάθεση και χρήση ναρκωτικών ουσιών, από την απλή μαριχουάνα, τα παραισθησιογόνα «μανιτάρια», μέχρι την άκρως καταστρεπτική ηρωίνη και την πανάκριβη κοκαΐνη. Αντλώντας έμπνευση από ταξιδιωτικά μυθιστορήματα που είχε διαβάσει, ο Peart περιγράφει ένα φανταστικό (δεν είχαν πάει ποτέ σε κάποιο από τα μέρη που αναφέρουν στο τραγούδι) οδοιπορικό στο πλαίσιο ναρκοτουρισμού. Γίνεται αναφορά σε “δακτυλίους καπνού”, «όνειρα από πίπες», «διάφορα αρώματα» και φιλόξενοι ντόπιοι που “γυρίζουν και προσφέρουν” την εκάστοτε «σοδειά» τους. Τα μέλη του συγκροτήματος, πάντως, πέρα από ένα απλό τσιγαριλίκι, δεν είχαν δώσει αφορμή με εξάρτηση τους σε ναρκωτικά, που γενικότερα αποτελούσε μάστιγα για την rock σκηνή της δεκαετίας του ’70 (και φυσικά και αργότερα). Η εικονική αυτή προσέγγιση ήταν μία μάλλον αβλαβής και ανάλαφρη διέλευσή τους από τον κόσμο των ναρκωτικών.

Το “The Twilight Zone” που ακολουθεί, είναι ένα πολύ ωραίο, ατμοσφαιρικό κομμάτι, το οποίο εμπνεύστηκαν από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, που έτρεξε στο αμερικανικό δίκτυο CBS για 5 σεζόν, από το 1959 έως το 1964. Φανατικοί φίλοι της σειράς, είχαν ήδη αφιερώσει το προηγούμενο τους άλμπουμ “Caress Of steel”, στον δημιουργό της σειράς, Rod Serling, ο οποίος ήταν και γνωστός ως o “angry young man” του Hollywood, καθώς συγκρούστηκε με στελέχη της τηλεόρασης και χορηγούς για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως η λογοκρισία, ο ρατσισμός και ο πόλεμος. Δύο επεισόδια της σειράς, το «Will the Real Martian Please Stand Up?» (1961) και το «Stopover in a Quiet Town» (1964) είναι η πηγή της έμπνευσης για τους στίχους του The Twilight Zone. Και τα δύο αναφέρονται σε επαφή με εξωγήινα όντα, μέσα από συναρπαστικά σενάρια μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας. Το πρώτο για μία κούρσα μεταξύ Αρειανών και Αφροδιτιανών για τον αποικισμό της Γης, ενώ το δεύτερο για μία οικογένεια που καταλήγει να είναι ένα παιχνίδι (κυριολεκτικά). Απλές ιστορίες, με εκπληκτικές ανατροπές, και μία περίεργη αίσθηση του χιούμορ ταιριασμένη με ελαφρά ειρωνεία. Επίσης, ήταν και το πρώτο single από το “2112”, με το υπό-κομμάτι «The Temples Of Syrinx», από την πρώτη πλευρά του άλμπουμ, να ακολουθεί.

Το ανάλαφρο Led Zeppelin-ικό “Lessons” που ακολουθεί, είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση. Όχι τόσο λόγω θέματος, αλλά λόγω του ότι είναι μία αποκλειστική σύνθεση του Alex Lifeson, με τον ίδιο να συνεισφέρει και στίχους. Κάτι από ανεμελιά και νοσταλγία, για να φωτίσει λίγο την πιο σκοτεινή πλευρά που εξυφαίνεται με τα άλλα κομμάτια. Σαν παιχνίδισμα, απλά υπάρχει για να αποτελέσει γέφυρα για το επόμενο κομμάτι.

Με την συνδρομή του γραφίστα Hugh Syme, το επόμενο κομμάτι, με τίτλο “Tears”, έρχεται να αγγίξει ευαίσθητες χορδές. Μία μπαλάντα, από τις λίγες και άριστες των RUSH, αποκλειστική σύνθεση του Geddy Lee αυτή την φορά, ο οποίος επιμελήθηκε στίχους και μουσική. Ο Hugh Syme, εκτός από τα πλήκτρα στο “Tears”, παίζει και τα synthesizer που ακούγονται στην εισαγωγή του “2112”, αλλά ακόμα πιο σημαντικό, είναι ο υπεύθυνος του artwork στο άλμπουμ (ευτυχώς εκτός από την φωτογραφία του συγκροτήματος). Το “Tears” είναι από τους αφανείς ήρωες της δισκογραφίας των RUSH, ένα τραγούδι για την απομάκρυνση και την απώλεια, που στοιχειώνει τον ακροατή με την μελωδία του. Η αίσθηση αυτή μουσικά αποδίδεται με το βάθος και τις εναλλαγές από το mellotron του Syme.

Ένα τέτοιο άλμπουμ θα όφειλε να κλείσει με ένα δυναμικό κομμάτι, τόσο σε μουσική όσο και στο γενικότερο νόημα του. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε το “Something for nothing”. Ένας τίτλος που εμπνεύστηκε ο Peart από ένα graffiti που είδε τυχαία στο Los Angeles. «FREEDOM ISN’T FREE» έγραφε σε εκείνο τον τοίχο, και αμέσως άναψε ιδέες στον Peart και τον ξαναοδήγησε στο μονοπάτι της Ayn Rand. Με αφετηρία αυτές τις εικόνες, μιλάει για την αυτοεκπλήρωση του ανθρώπου, από την άποψη ότι δεν πρέπει απλά να περιμένουμε να μας έρθουν όλα στο πιάτο, αλλά πρέπει να καταβάλλουμε μόχθο και κόπο και προσωπική δουλειά για να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε στην ζωή, με όπλο την ελεύθερη βούληση και την ελεύθερη λήψη αποφάσεων, κάτι που ταίριαζε και με την εργασιακή κουλτούρα του ίδιου του συγκροτήματος. Αν και άβολο στην σκέψη, δεν παύει να είναι αλήθεια. Μάλιστα, στο ίδιο πλαίσιο, ο Peart υποστήριξε ότι όλοι αυτοί οι ύμνοι στο ανήσυχο αμερικάνικο πνεύμα και την κουλτούρα του ανοιχτού δρόμου έφεραν μια χροιά απόλαυσης, μια αναγνώριση των κακουχιών της περιπετειώδους ζωής, τροφοδοτούσε την ιδέα ότι η περιπλάνηση θα μπορούσε να είναι ακούσια εξορία και ελευθερία μαζί, και εν τέλει, ερχόταν η κατανόηση ότι η ελευθερία δεν ήταν δωρεάν.

Το εξώφυλλο του 2112 είναι, κατά την άποψη μου, από τα πιο εμβληματικά στην ιστορία του rock. Στο κέντρο δεσπόζει ο “Starman”: ένας γυμνός άντρας που στέκεται όρθιος, με τα χέρια υψωμένα, μπροστά στο Κόκκινο Αστέρι της Ηλιακής Ομοσπονδίας, το σύμβολο του τυραννικού Ιερατείου της Σύριγγος. Ο “Starman” είναι ο ίδιος ο ανώνυμος ήρωας του άλμπουμ, ο άνθρωπος που ανακαλύπτει την κιθάρα, εξεγείρεται και παλεύει για την ελευθερία και την ατομικότητα. Το artwork, όπως προαναφέρθηκε, είναι δημιούργημα του Hugh Syme, ο οποίος από τότε έγινε ο μόνιμος καλλιτεχνικός συνεργάτης των RUSH. Στο εσωτερικό gatefold υπάρχει η διάσημη (και αρκετά αμήχανη) φωτογραφία με τα τρία μέλη ντυμένα με λευκές ρόμπες και φουλάρια, σαν να συμμετέχουν σε κάποιο άλλου τύπου σόου! Η ιδέα ανήκε σε έναν φωτογράφο μόδας που τους έντυσε στα λευκά και έβαλε ανεμιστήρα να φυσάει τα ρούχα, μια εικόνα που ακόμα και σήμερα κάνει τον Alex Lifeson να γελάει όταν τη θυμάται. Πέρα από κάθε αμηχανία όμως, το εξώφυλλο είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την ιστορία: ο γυμνός άνθρωπος απέναντι στο σύμβολο της εξουσίας είναι η οπτική δήλωση της αντίστασης ενάντια στον ολοκληρωτισμό.

Το “2112” άλλαξε την μοίρα του συγκροτήματος μια για πάντα, αποτέλεσε θεμέλιο λίθο στην εξέλιξη του μουσικού παρακλαδιού που θα ονομαζόταν progressive metal, και αγαπήθηκε όσο λίγα άλμπουμ, τόσο από τους οπαδούς των RUSH, όσο και γενικότερα από το αμερικάνικο κοινό, που επιζητούσε το δικό του progressive rock μουσικό όχημα. Στον Καναδά  έφτασε στο νο. 5 των charts, ενώ στις ΗΠΑ πήγε μόλις μέχρι το νο. 61 του Billboard, όπου έμεινε για 37 εβδομάδες, όντας και το πρώτο άλμπουμ τους που μπήκε στα πρώτα 100 του εν λόγω chart. Ωστόσο, με τα χρόνια, που άρχισε να ωριμάζει στις συνειδήσεις του κοινού, το “2112” έγινε 3 φορές πλατινένιο (όπερ σημαίνει πάνω από 3 εκ. αντίτυπα σε πωλήσεις), και παγίωσε τους RUSH στην κορυφή ως ένα από τα πιο πειραματικά και εντυπωσιακά συγκροτήματα της εποχής τους. Περιόδευσαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη και, επιπλέον, από τις ζωντανές ηχογραφήσεις των συναυλιών τους στην ιδιαίτερη τους πατρίδα, το Toronto, προέκυψε η επόμενη τους κυκλοφορία, το ζωντανό “All the world’s a stage” που κυκλοφόρησε κι αυτό το 1976. Από την κυκλοφορία του και έπειτα, το “2112” φιγουράρει ψηλά στις δημοσκοπήσεις και στις λίστες με τα σημαντικότερα και πιο αγαπημένα progressive rock άλμπουμ όλων των εποχών. Και παρόλο που οι RUSH γνώρισαν ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία στα χρόνια που ακολούθησαν (με αποκορύφωμα το φοβερό “Moving pictures” του 1981), ήταν αυτό το λατρεμένο, τέταρτο άλμπουμ τους, το “2112” που πρώτο κέρδισε πανηγυρικά την καρδιά και το μυαλό όλων των οπαδών των RUSH, και όχι μόνο.

Κώστας Τσιρανίδης

SACRED REICH – ACID REIGN – THE TROOPS OF DOOM live in Athens

0
Sacred

Sacred

No Truth, No Justice European Tour 2026

SACRED REICH (U.S.A.)

+ACID REIGN (U.K.)

+THE TROOPS OF DOOM (Brazil)

[FEATURING: Jairo “Tormentor” Guedz (ex SEPULTURA & THE MIST) & Frank “Blackfire” Gosdzik (SODOM, ex KREATOR & ASSASSIN)]

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026 – Gagarin 205 Live Music Space
“Thrash Metal Feast”

Την Κυριακή 30 Αυγούστου 2026, το Gagarin 205 Live Music Space θα υποδεχθεί μια τριπλή και χορταστική δόση αυθεντικού thrash metal με τους Αμερικάνους SACRED REICH ως headliners, πλαισιωμένους από τους Άγγλους ACID REIGN και τους Βραζιλιάνους THE TROOPS OF DOOM, σε ένα line up που συνδυάζει διαφορετικές σχολές του σκληρού ήχου.

Οι SACRED REICH αποτελούν μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και διαχρονικές παρουσίες του Αμερικανικού thrash metal. Δημιουργημένοι το 1985 στο Phoenix της Arizona, κατάφεραν να καθιερωθούν ως βασικοί εκπρόσωποι του λεγόμενου “Second Wave” του είδους, δίπλα σε ονόματα όπως TESTAMENT, DARK ANGEL, DEATH ANGEL, FORBIDDEN, HEATHEN, FLOTSAM AND JETSAM, VIO-LENCE, NUCLEAR ASSULT, DEFIANCE, ATROPHY, κ.λ.π. Από τα πρώτα τους κιόλας βήματα, ξεχώρισαν για τον τρόπο με τον οποίο συνδύαζαν την επιθετικότητα του thrash metal με στοιχεία από το punk και το hardcore, διαμορφώνοντας έναν ήχο άμεσο, δυναμικό και με έντονο χαρακτήρα.

Το κλασικό πλέον ντεμπούτο τους “Ignorance” (1987) έθεσε πολύ γερά τις βάσεις, όμως ήταν το “Surf Nicaragua” (EP 1988) και κυρίως το εμβληματικό “The American Way” (1990) που τους εκτόξευσαν σε ένα ευρύτερο κοινό. Το τελευταίο παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αγαπημένα thrash metal άλμπουμ στην Ελλάδα, με τραγούδια που έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικό status. Η απήχηση του άλμπουμ σε συνδυασμό με τη συνεχή συναυλιακή δραστηριότητα εκείνης της εποχής, εδραίωσε τη φήμη τους ως ένα συγκρότημα με ουσία, ταυτότητα και ξεκάθαρο κοινωνικοπολιτικό λόγο.

Οι SACRED REICH δεν περιορίστηκαν ποτέ σε απλή ταχύτητα ή τεχνική επίδειξη. Οι mid-tempo δομές, τα στιβαρά riffs και η έντονη ενασχόληση γύρω από κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα δημιούργησαν ένα αποτέλεσμα που επικοινωνεί άμεσα με το κοινό. Αυτή η “επικοινωνιακή ενέργεια” παραμένει μέχρι και σήμερα βασικό στοιχείο της ταυτότητάς τους.

Μετά από μια περίοδο δισκογραφικής ύφεσης τη δεκαετία του ’90 (κατά την οποία κυκλοφόρησαν τα “Independent” (1993) και “Heal” (1996)) και τη διάλυση τους το 2000, η επιστροφή τους το 2006 έδειξε ότι το ενδιαφέρον του κοινού παρέμενε ισχυρό. Η επανένωση εξελίχθηκε σε μια σταθερή συναυλιακή παρουσία, ενώ το “Awakening” (2019) απέδειξε ότι η μπάντα διατηρεί ακόμα δημιουργική φλόγα και σύγχρονη προσέγγιση, χωρίς να απομακρύνεται από τον πυρήνα της. Το νέο τους στούντιο άλμπουμ “Into The Abyss” θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο 2026 (αρχικά επρόκειτο να κυκλοφορήσει την άνοιξη) και αναμένεται να ταρακουνήσει γερά τα νερά αυτήν την φορά. Άλλωστε ορισμένα κομμάτια του θα παιχθούν ζωντανά και στις επερχόμενες συναυλίες τους, παίρνοντας έτσι το κοινό μια γεύση του τι πρόκειται να επακολουθήσει.

Στην Ελλάδα, οι SACRED REICH απολαμβάνουν διαχρονικά ιδιαίτερης αποδοχής. Οι εμφανίσεις τους θεωρούνται σημείο αναφοράς για το εγχώριο κοινό, με ένταση, πάθος και αυθεντικότητα που σπάνια συναντά κανείς. Η επιστροφή τους στο Gagarin 205 Live Music Space και στην Αθήνα, μετά από εννέα χρόνια, αποτελεί μια ευκαιρία για μια ακόμη αξέχαστη βραδιά, με setlist που αναμένεται να καλύψει όλο το φάσμα της καριέρας τους.

Οι ACID REIGN ανήκουν στον ευρύτερο πυρήνα του Αγγλικού thrash metal, αποτελώντας ένα από τα λεγόμενα “Big Four” συγκροτήματα του είδους στη Μεγάλη Βρετανία, μαζί με τους ONSLAUGHT, SABBAT και XENTRIX (οι VENOM δεν αναφέρονται γιατί δεν ανήκουν μόνο στον χώρο του thrash metal). Σχηματίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 (και συγκεκριμένα το 1985) και γρήγορα ξεχώρισαν για την ιδιαίτερη προσωπικότητά τους, που συνδύαζε την επιθετικότητα και το mosh, με το έντονο χιούμορ και μια πιο “χαλαρή” προσέγγιση στη θεματολογία των στίχων.

Οι κυκλοφορίες τους “Moshkinstein” (EP 1988), “Humanoia” (EP 1989), “The Fear” (1989) και “Obnoxious” (1990) κατέγραψαν το στίγμα τους στην εποχή, πριν το συγκρότημα διαλυθεί το 1991. Η επιστροφή τους το 2015, υπό την καθοδήγηση του frontman τους Howard “H” Smith, έδωσε νέα πνοή στο όνομα ACID REIGN, οδηγώντας τελικά στην κυκλοφορία του “The Age Of Entitlement” το 2019, που απέσπασε πολύ θετικές αντιδράσεις.

Με το νέο τους στούντιο άλμπουμ “Daze Of The Week” (το οποίο ηχεί σαφέστατα επιθετικότερο έναντι του προκατόχου του) έτοιμο και προς κυκλοφορία στις 15 Μαΐου 2026, μέσω της Back On Black Records, οι ACID REIGN επανέρχονται στο προσκήνιο με ανανεωμένη ενέργεια, διάθεση και σύνθεση (εν μέρει). Πρώην μέλη τους συνέχισαν την καριέρα τους σε συγκροτήματα όπως CATHEDRAL, CRONOS, HOLOSADE, LAWNMOWER DETH, VENOM INC., SEPTIC TANK, LUCIFER, DEATH PENALTY, M-PIRE OF EVIL, κ.λ.π.), Η εμφάνισή τους στο Gagarin 205 Live Music Space θα είναι και η πρώτη τους στη χώρα μας, δίνοντας στο Ελληνικό κοινό την ευκαιρία να βιώσει από κοντά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σχήματα του Αγγλικού thrash metal.

Οι Βραζιλιάνοι THE TROOPS OF DOOM αποτελούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συγκροτήματα της σύγχρονης extreme metal σκηνής, με επικεφαλής τον Jairo “Tormentor” Guedz, τον πρώτο κιθαρίστα των SEPULTURA (επίσης πρώην κιθαρίστας των THE MIST, OVERDOSE, EMINENCE) και βασικό συντελεστή των ιστορικών “Bestial Devastation” (Split Album με τους συμπατριώτες τους OVERDOSE, 1985) και “Morbid Visions”.(1986) Το συγκρότημα δημιουργήθηκε το 2020 με στόχο την αναβίωση του αυθεντικού πνεύματος του ’80s death / thrash metal.

Η μουσική τους αντλεί έμπνευση από την πρώιμη περίοδο των SEPULTURA, καθώς και από μπάντες όπως SLAYER, CELTIC FROST και POSSESSED, δημιουργώντας έναν ήχο που λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έχουν κυκλοφορήσει τα φοβερά και τρομερά “The Rise Of Heresy” (EP 2020), “The Absence Of Light” (EP 2021), ”Antichrist Reborn” (2022) και “A Mass To The Grotesque” (2024), που όλα τους έχουν αποσπάσει εξαιρετικά σχόλια από κοινό και τύπο, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησαν και μία διασκευή στο “God Of Thunder” των KISS με την συμμετοχή μεταξύ άλλων του Chuck Billy (TESTAMENT, κ.λ.π.) και του Martin Furia (DESTRUCTION, κ.λ.π.), υπό την μορφή single.

Πρόσφατα, το συγκρότημα ενισχύθηκε με την προσθήκη του κιθαρίστα Frank ”Blackfire” Gosdzik (νυν SODOM και FRANK BLACKFIRE (πρώην MYSTIC), πρώην KREATOR και ASSASSIN), για την επερχόμενη περιοδεία τους στην Ευρώπη, αντικαθιστώντας τον πολυπράγμων κιθαρίστα τους Marcelo Henrique Vasco που αποχώρησε πρόσφατα από τους THE TROOPS OF DOOM.

Η ένταξή του Frank ”Blackfire” Gosdzik προσθέτει ακόμη μεγαλύτερο ειδικό βάρος στην σύνθεση τους και ενισχύει τη σύνδεση του συγκροτήματος με την Ευρωπαϊκή thrash metal σκηνή. Η εμφάνισή τους στην Αθήνα θα είναι και για αυτούς η πρώτη τους στη χώρα μας και αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η Κυριακή 30 Αυγούστου 2026 στο Gagarin 205 Live Music Space διαμορφώνεται ως μια βραδιά υψηλής έντασης, με τρία σχήματα που εκπροσωπούν διαφορετικές πτυχές του thrash metal και του extreme metal ήχου γενικότερα. Και δεν έχουμε τακτικά την ευκαιρία να απολαμβάνουμε τέτοιου είδους πακέτα, ιδιαίτερα όταν έχουν φτιαχτεί αποκλειστικά για την Αθήνα…

 

Ώρα έναρξης: 19:00 – Τιμή εισιτηρίου: 35 Ευρώ (Περιορισμένη προπώληση) – 38 Ευρώ (Λοιπή προπώληση) – 40 Ευρώ (Ταμείο)

Η online προπώληση εισιτηρίων Θα ξεκινήσει την Τετάρτη 1 Απριλίου 2026 στις 14:00 μέσω του www.ticketservices.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σύντομα θα ξεκινήσει και η προπώληση εισιτηρίων μέσω των παρακάτω φυσικών σημείων πώλησης.

Προπώληση Εισιτηρίων

Ticket Services (Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), Αθήνα / Τηλ: 210-7234567)

Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα / Τηλ: 210-3304133)

Reload Store (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ: 210-3801464)

Le Disque Noir (Θεμιστοκλέους 29, Αθήνα / Τηλ: 211 2143554)

Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι / Τηλ: 210-3648180)

ROY KHAN (CONCEPTION, ex-KAMELOT) interview – The story behind “The black halo”

0
Khan
Photo by Petros Karalis
Khan
Photo by Petros Karalis

“The halo and the abyss”

Ο αγαπημένος Roy Khan, πρώην τραγουδιστής των KAMELOT, που τον απολαύσαμε πέρυσι στο Rock Hard Festival Greece μαζί με τον συνοδοιπόρο του στους CONCEPTION, Tore Ostby και στο ακουστικό show τους, αλλά και ως guest με τους Gus G. & Friends, έρχεται την Παρασκευή 17 Απριλίου στην Αθήνα (Gagarin205) και την Κυριακή 19 Απριλίου στη Θεσσαλονίκη (Eightball), για να παίξει ολόκληρο το κλασικό “The black halo” των KAMELOT, μαζί με άλλα κλασικά τραγούδια των Αμερικάνων power metallers, έχοντας μαζί του τους SEVEN SPIRES. Ο Σάκης Φράγκος, μίλησε μαζί του για τις ιστορίες πίσω από εκείνον τον δίσκο, δίχως να παραλείψει την ενημέρωση γύρω από το επερχόμενο σόλο άλμπουμ του όπως και αυτό των CONCEPTION. (Οι φωτογραφίες των KAMELOT, είναι από το photo session εκείνου του δίσκου, 21 χρόνια πριν).

Είμαι πολύ χαρούμενος που έχω τον Roy Khan για άλλη μια φορά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου. Γεια σου Roy.
Γεια σου Σάκη, τι κάνεις;

Πολύ καλά. Είναι πάντα χαρά να μιλάω μαζί σου και να σε βλέπω να παίζεις live. Είναι μια πολύ ευχάριστη σύμπτωση ότι θα σε δούμε ξανά ζωντανά μετά από λίγους μήνες από το δικό μας φεστιβάλ, παρουσιάζοντας το “Black Halo and Beyond”, όπως λες.
Ναι, επιστρέφουμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 17 και 19 Απριλίου.

Στις 17 η συναυλία στην Αθήνα και στις 19 στη Θεσσαλονίκη. Και ας μιλήσουμε για το άλμπουμ “Black Halo”, το οποίο θεωρώ ότι ήταν το σημείο καμπής στην καριέρα των KAMELOT. Το πιστεύεις αυτό;
Ναι, σε έναν βαθμό, με την έννοια ότι ήταν το άλμπουμ που πιθανότατα είχε τη μεγαλύτερη επίδραση στο κοινό. Αλλά οι KAMELOT ανέβαιναν σταδιακά με κάθε κυκλοφορία, ακόμα και από το “Siege Perilous” μέχρι και όταν αποχώρησα. Τα νούμερα ανέβαιναν, οι συναυλίες μεγάλωναν. Όμως το “Black Halo” ξεχώρισε σίγουρα, με την έννοια ότι άντεξε πραγματικά στον χρόνο. Έχει γίνει κάπως ένα κλασικό μέσα στο είδος. Και φυσικά συνδυάστηκε με το “One Cold Winter’s Night” show, που έδωσε και μια πολύ όμορφη οπτική διάσταση στα τραγούδια, μαζί και με κομμάτια από άλλα άλμπουμ, φυσικά. Αλλά αυτός ο συνδυασμός, νομίζω, ήταν πολύ δυνατός.

Και πρόκειται να αναδημιουργήσεις το “One Cold Winters Nightshow στη Νορβηγία, έτσι δεν είναι;
Ναι, τον Νοέμβριο. Θα στήσω το ίδιο show. Φυσικά, σε κάποιο βαθμό κάποια πράγματα θα είναι διαφορετικά. Αλλά στις 27 Νοεμβρίου θα το κάνω στον ίδιο χώρο όπου ηχογραφήθηκε το DVD το 2005. Και θα είναι sold-out και θα είναι υπέροχο.

Πώς προέκυψε η απόφαση να συνεχίσετε την ιστορία που ξεκίνησε στο “Epica” με ένα δεύτερο concept άλμπουμ; Ήταν από πριν αποφασισμένο ότι θα κάνετε δύο concept δίσκους;
Ναι. Η δυαδικότητα ήταν πάντα στοιχείο στους στίχους μου. Και ο Thomas ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη θεματολογία. Και πριν καν κάνουμε το “Epica”, είχαμε ήδη αποφασίσει ότι θα είναι ένα άλμπουμ σε δύο μέρη. Δεν θυμάμαι αν το είχαμε επικοινωνήσει τότε… Μεταξύ “Epica” και “The Black Halo” αλλάξαμε δισκογραφική εταιρεία. Οπότε δεν ήμασταν απόλυτα σίγουροι για το budget που θα είχαμε, ούτε για τις ιδέες και τη φιλοσοφία της νέας εταιρείας. Δεν θέλαμε λοιπόν να υποσχεθούμε κάτι. Αλλά σίγουρα ήταν μια απόφαση που είχαμε πάρει για εμάς τους ίδιους, ότι θα ήταν ένα έργο σε δύο μέρη.

Και η νέα σας εταιρεία, η Steamhammer, νομίζω σας έδωσε μεγαλύτερο budget… ώστε να κάνετε για πρώτη φορά video clips στην ιστορία των KAMELOT. Και όλα κύλησαν ομαλά σε αυτό το κομμάτι.
Μέχρι το “Epica” δουλεύαμε με παλιά συμβόλαια. Και τα πράγματα άλλαξαν πολύ γρήγορα σε αυτό το είδος εκείνη την περίοδο. Έτσι, τα χρήματα που είχαμε για το “The Black Halo” μας έδωσαν την ελευθερία να κάνουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε. Με τον τρόπο που θέλαμε. Είχαμε όλους τους καλύτερους συνεργάτες. Και αφιερώσαμε τον χρόνο που χρειαζόταν ώστε το άλμπουμ να γίνει όσο καλό τελικά έγινε.

Η αφήγηση καθόρισε πρώτα τη μουσική; Ή κάποια τραγούδια προέκυψαν πριν ξεκαθαριστεί ο ρόλος τους μέσα στην ιστορία;
Συνήθως γράφουμε πρώτα τη μουσική. Αυτό ισχύει και για τους CONCEPTION. Πάντα ξεκινάμε από τη μουσική. Σε κάποιες περιπτώσεις, στο “The Black Halo” και στο “Epica”, υπήρχε πρώτα το στιχουργικό περιεχόμενο. Αλλά κυρίως η μουσική έρχεται πρώτη. Πάντα μπορείς να προσαρμόσεις τους στίχους κάπως. Αλλά φυσικά, αν έχεις ένα συγκεκριμένο θέμα… Για παράδειγμα, στο “March of Mephisto”, το τραγούδι του Διαβόλου στην ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι μπαλάντα. Δεν θα είχε νόημα. Η θεματολογία που έχεις για κάθε τραγούδι καθορίζει προφανώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του.

Τώρα που ανέφερες το “March of Mephisto”, είχε σχεδιαστεί εξαρχής για να αποτυπώνει την κορύφωση της δύναμης του Mephisto πάνω στον Ariel; Ή αυτή η ερμηνεία προέκυψε αργότερα; Είχατε στο μυαλό σας ότι το άλμπουμ θα ξεκινά με το “March of Mephisto”;
Δεν θυμάμαι ακριβώς. Νομίζω ότι αυτή ήταν η γενική ιδέα. Αλλά μιλάμε για 20 χρόνια πριν, οπότε δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.

Θυμάσαι ποιο τραγούδι του άλμπουμ χρειάστηκε τα περισσότερα takes ή τον περισσότερο φωνητικό πειραματισμό;
Όχι, δεν θυμάμαι. Μάλλον βαρετή απάντηση (γέλια).

Σκεφτόσουν ότι «υποδύεσαι» τον ρόλο του Ariel κατά την ηχογράφηση;
Πάντα προσπαθώ να ενσαρκώσω όποιον χαρακτήρα τραγουδώ. Ταυτόχρονα, το στιλ μου στο τραγούδι, ειδικά όταν τραγουδώ live, είναι ότι «χάνομαι» μέσα μου και το σώμα μου λειτουργεί αυθόρμητα. Μου αρέσει να λέω ότι ο τέλειος ορισμός της ευτυχίας για μένα είναι όταν συγκεντρώνεσαι απόλυτα και ο χρόνος σταματά. Απλώς υπάρχεις. Και αυτό νιώθω τις περισσότερες φορές όταν ανεβαίνω στη σκηνή. Χάνομαι μέσα στη μουσική, στη συμβίωση ανάμεσα στη μουσική, σε μένα και στο κοινό. Αυτό είναι το νόημα για μένα. Θα ήθελα να πω ότι ελέγχω περισσότερο το πώς κινούμαι στη σκηνή, αλλά όλες αυτές οι κινήσεις βγαίνουν πολύ φυσικά. Τις περισσότερες φορές λειτουργεί πολύ καλά. Κάποιες φορές ίσως είναι λίγο υπερβολικό ή και λίγο «cheesy». Αλλά όταν τραγουδώ δεν σκέφτομαι.

Τι έφερε ο Shagrath στον χαρακτήρα του Mephisto που θεώρησες μοναδικό;
Είναι μια πολύ δυνατή φωνή στο black metal, και παραμένει. Οι DIMMU BORGIR είναι ίσως το πρώτο συγκρότημα που σκέφτεται κανείς όταν μιλά για black metal, σίγουρα από τα κορυφαία. Και έτυχε να μένει μόλις 10 λεπτά από εμένα. Είναι Νορβηγός. Σκεφτήκαμε «γιατί όχι;». Επικοινώνησα μαζί του και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Θυμάμαι το booklet του promo του “Black Halo” που είχαμε τότε. Εκεί ανέφερες ότι, εκτός από τον Shagrath, συμμετείχε και ο Jens Johansson από τους STRATOVARIUS. Είχα σημειώσει ότι έπαιζε με μια «βιολιστική» προσέγγιση που παρέπεμπε στο όργανο του διαβόλου. Ήταν αυτό κάτι που είχατε στο μυαλό σας, να ακούγονται τα πλήκτρα σαν βιολί;
Όχι ακριβώς. Αλλά φυσικά είχαμε στο μυαλό μας το στιλ του Jens και θεωρήσαμε ότι θα ταίριαζε απόλυτα. Και έχεις δίκιο ότι στη νορβηγική παράδοση το βιολί συνδέεται με τον διάβολο. Οπότε ταίριαξε τέλεια. Ήμουν επίσης τεράστιος θαυμαστής. Ο πατέρας του, Jan Johansson, ήταν διάσημος τζαζ μουσικός και είχε βγάλει έναν δίσκο που λεγόταν “Jazz på svenska”. Αυτός ο δίσκος ήταν ουσιαστικά το soundtrack της παιδικής μου ηλικίας. Η μητέρα μου τον λάτρευε. Τον ακούω ακόμα συχνά. Ήταν απίστευτο να έχουμε τον Jens, τον γιο του, να παίζει σε αυτά τα δύο κομμάτια του άλμπουμ.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Simone στο “The Haunting”;
Ήταν ήδη στο «κύκλωμα», με την έννοια ότι ηχογραφούσε σε στούντιο στη Γερμανία. Τη γνωρίζαμε μέσω του Sasha (Paeth, παραγωγού). Έχει υπέροχη φωνή και τότε ήταν μια ανερχόμενη μπάντα. Ταίριαζε απόλυτα στον χαρακτήρα. Και από τη στιγμή που ήθελε να το κάνει, το έκανε.

Και πώς διαμόρφωσε ο Sasha τον τελικό ήχο του άλμπουμ;
Ο Sasha είναι πάντα πολύ σημαντικός στο τελικό αποτέλεσμα. Άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο. Αλλά ειδικά σε εκείνο το άλμπουμ, όλοι ένιωθαν ότι υπήρχε τεράστιο potential. Ίσως ήμασταν και τυχεροί. Όλοι έκαναν τη δουλειά τους με εξαιρετικό τρόπο. Ήταν σαν να ευθυγραμμίστηκαν τα άστρα κατά την παραγωγή του “The Black Halo”. Πάντα τον θεωρούσαμε σαν πέμπτο μέλος. Παίζει και κιθάρες στον δίσκο. Μπορεί να αλλάξει ένα τραγούδι με μεταβάσεις ή να προσθέσει νέα μέρη. Αν δεν βρίσκαμε την ιδανική λύση, βοηθούσε ώστε να «δέσει» το κομμάτι. Εξαιρετικός παραγωγός και, πάνω απ’ όλα, εξαιρετικός άνθρωπος.

Χάρηκα πολύ που στο φεστιβάλ μας τον περασμένο Σεπτέμβριο είχες την ευκαιρία να συναντήσεις ξανά όχι μόνο τον Sasha, αλλά και τους ανθρώπους που είχαν κάνει τα backing vocals στο “The Black Halo”, στο πλαίσιο του reunion των HEAVENS GATE που είχαμε οργανώσει. Επίσης την Adrian από τους SEVEN SPIRES. Είναι το συγκρότημα που σε συνοδεύει, σωστά; Αν δεν κάνω λάθος, η Adrian θα αποδώσει και τα φωνητικά του Shagrath στη σκηνή; Γιατί κάνει harsh φωνητικά.
Κάνει και τα growls.

Οπότε ήταν σαν μια επανένωση με την «ομάδα» του “The Black Halo”.
Ναι, σωστά. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον Sasha… Δηλαδή μιλούσαμε, αλλά ήταν η πρώτη φορά που τον είδα από κοντά μετά από περίπου 20 χρόνια. Ήταν backstage στο Rock Hard Festival. Ήταν μια πολύ όμορφη στιγμή.

Έχουμε τα interludes σε όλο το άλμπουμ. Τα είχατε σκεφτεί σαν αφηγηματικές «αλλαγές σκηνής», όπως στην όπερα; Ποια ήταν η λογική σας πάνω σε αυτό;
Ήταν ένας συνδυασμός από μικρά κομμάτια που είχαμε και νιώθαμε ότι ταιριάζουν μουσικά, αλλά και ότι ενισχύουν την ιστορία ή την ατμόσφαιρα των τραγουδιών που τα περιβάλλουν. Για μένα, είναι στοιχεία που προσθέτουν και στο θεατρικό στοιχείο του συνολικού έργου. Ένα fun fact που πολλοί γνωρίζουν είναι ότι αν βάλεις το CD και κάνεις rewind, υπάρχει ένα κρυφό κομμάτι πριν ξεκινήσει το “The Black Halo”. Δεν το ήξερες;

Δεν το ήξερα, και παρότι το έχω ακούσει άπειρες φορές, έχω δύο-τρεις εκδόσεις του “Black Halo” και δεν έχω πάει ποτέ πριν από το πρώτο track. Δεν βγάζει και πολύ νόημα να το κάνεις.
Ναι, δεν βγάζει νόημα. Αλλά αν το κάνεις, υπάρχει ένα κρυφό κομμάτι.

Θα το δοκιμάσω στο αμάξι μόλις φύγω. Έχω ήδη ένα από αυτά τα CD. Υπάρχει και στην έκδοση των 20 χρόνων;
Υποθέτω ναι. Είναι ένα ακόμη interlude, απλώς βρίσκεται πριν ξεκινήσουν όλα. Πρέπει να το τσεκάρεις. Δεν είναι ακριβώς τραγούδι, αλλά κάτι που προσθέτει στο συνολικό θεατρικό ύφος του άλμπουμ.

Σε ένα από αυτά τα interludes, το “Un assassinio molto silenzioso”, η Cynthia Rizzo τραγουδά στα ιταλικά. Πιστεύεις ότι δίνει αυτό το cabaret ύφος σε εκείνο το σημείο;
Αυτό το μικρό κομμάτι είχε ήδη ένα cabaret ύφος πριν το τραγουδήσει. Αλλά το γεγονός ότι τραγούδησε στα ιταλικά το απογείωσε. Είχα γράψει τους στίχους και τη μελωδία, αλλά όταν μεταφράζονται στα ιταλικά, προκύπτουν ζητήματα με φράσεις και συλλαβές. Εκείνη κατάφερε να το προσαρμόσει εξαιρετικά. Και ο τρόπος που το ερμήνευσε πρόσθεσε πολλά στο κομμάτι.

Έχει κάποια σχέση με τον Robert Hunecke από τους HEAVENS GATE;
Ήταν η σύζυγος του Robert, ναι.

Γιατί βλέπω το Rizzo και το HuneckeRizzo και όλα συνδέονται με τους HEAVENS GATE, οπότε λέω…
Ναι, ήταν η σύζυγος του Robert. Σωστά.

Ποιο τραγούδι θεωρείς ότι αποτυπώνει καλύτερα τη μουσική ταυτότητα του “The Black Halo”;
Αυτό είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Όπως σε κάθε άλμπουμ που κάναμε, κινηθήκαμε με ειλικρίνεια σε όλα: από μπαλάντες μέχρι mid-tempo και πολύ γρήγορα κομμάτια. Όλα αποτελούν μέρος της συνολικής ταυτότητας. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα τραγούδι που να το εκπροσωπεί πλήρως.

Οι KAMELOT είχαν πάντα τα κλασικά power metal κομμάτια με διπλή κάσα και τις μπαλάντες. Αλλά εδώ το άλμπουμ ισορροπεί ανάμεσα σε πιο «κλασικά» KAMELOT τραγούδια, όπως τα “Soul Society” και “When the Lights Are Down”, και κομμάτια όπως το “Memento Mori”, που πολλοί σήμερα, 20 χρόνια μετά, θεωρούν το καλύτερο του δίσκου, ή το “March of Mephisto”, που τότε ήταν κάπως ασυνήθιστα για KAMELOT. Ποιος ήταν ο μουσικός σας στόχος πριν μπείτε στο στούντιο; Θέλατε αυτή την ποικιλία;
Ναι, όπως είπα, πάντα θέλαμε αυτή την ποικιλία. Και φυσικά ο τρόπος που προέκυψε το “March of Mephisto”… Μπορείς να πεις ότι όλα τα κομμάτια είναι σημαντικά, γιατί το καθένα καλύπτει το δικό του μέρος στην ιστορία. Αλλά το “March of Mephisto” ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η ιστορία περιστρέφεται γύρω από κάποιον που πουλάει την ψυχή του, οπότε ο διάβολος, ή ο Mephisto, είναι καθοριστικός παράγοντας. Από την άλλη, το “Memento Mori” θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εκφράζει καλύτερα το άλμπουμ συνολικά, γιατί περιλαμβάνει πολλά από τα θεματικά στοιχεία της ιστορίας, αλλά και μουσικά έχει τα πάντα: μπαλαντοειδή μέρη, mid-tempo και πιο γρήγορα σημεία. Είναι μεγάλο κομμάτι, αλλά αποτυπώνει πολλά από αυτά που είναι το άλμπουμ.

Διάβαζα στο αρχικό δελτίο Τύπου του “The Black Halo” ότι «υπάρχουν πολλές αναφορές και στη δική μας ζωή, προσωπικές εμπειρίες και πολιτικές απόψεις, όπως ο πόλεμος στο Ιράκ». Πιστεύεις ότι ζούμε κάτι παρόμοιο σήμερα, 20 χρόνια μετά;
Δεν μου αρέσει να μιλάω για πολιτική, αλλά σίγουρα η εποχή που ζούμε είναι… Είναι σχεδόν απίστευτο πού έχουμε φτάσει και πόσο γρήγορα έγιναν όλα. Μέσα σε πέντε-έξι χρόνια έχουν συμβεί τόσα πολλά που νομίζω ότι πολύς κόσμος φοβάται. Είναι σαν οι απειλές να πλησιάζουν όλο και περισσότερο την ασφαλή ζωή που είχαμε σε αυτό το μέρος του κόσμου.

Ήδη βρίσκεσαι σε περιοδεία, θα σε δούμε στην Ευρώπη, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη μαζί με τους SEVEN SPIRES. Μπορείς να πεις στον κόσμο τι θα δει στο “Black Halo and Beyondtour;
Θα δουν εμένα, τον αυθεντικό τραγουδιστή του άλμπουμ, να ερμηνεύω αυτά τα πολύ σημαντικά τραγούδια. Είναι σημαντικά για μένα και για πολύ κόσμο, και το άλμπουμ έχει αφήσει το στίγμα του στο είδος. Για όσους δεν με έχουν δει live, είμαι από αυτούς τους καλλιτέχνες που πρέπει να τους ζήσεις στη σκηνή. Είναι τελείως διαφορετικό από το να με ακούς σε δίσκο. Καταλαβαίνεις καλύτερα τι κάνω όταν με βλέπεις ζωντανά. Θα δείτε μια πολύ καλά προετοιμασμένη μπάντα. Έχω μαζί μου τους SEVEN SPIRES, τον Caio Kehyayan και δύο κιθαρίστες. Όλοι ανυπομονούμε να παίξουμε αυτά τα κομμάτια. Και ελπίζω να έρθει πολύς κόσμος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Και δεν θα παίξεις μόνο τραγούδια από το “Black Halo”, σωστά; Θα υπάρχουν και κομμάτια από άλλες περιόδους των KAMELOT;
Ναι, αυτό είναι το “Beyond”. Θα υπάρχουν και κάποια τραγούδια από άλλα άλμπουμ. Θα δείτε.

Τέλεια. Υπάρχει επίσης ένα solo άλμπουμ που ετοιμάζεις, και φυσικά το νέο υλικό των CONCEPTION, από ό,τι βλέπω και από τα social. Έχουν προχωρήσει οι συνθέσεις;
Σε μεγάλο βαθμό, ναι.

Photo by Dinos Fragos

Θες να σχολιάσεις και τα δύο;
Ναι. Δουλεύω το solo υλικό, και ταυτόχρονα τρέχει και η παραγωγή για τους CONCEPTION. Προχωρούν παράλληλα, αλλά προσπαθούμε να απομονώνουμε χρονικά περιόδους για να επικεντρωνόμαστε κάθε φορά σε ένα πράγμα. Φυσικά θα υπάρξει κάποια απόσταση ανάμεσα στις κυκλοφορίες. Και τα δύο πάνε πολύ καλά. Υπάρχει κατανόηση και από τις δύο πλευρές, ώστε να λειτουργήσει αυτό σωστά. Οι CONCEPTION είναι κάτι διαφορετικό, αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να το διαχειριστούμε με τρόπο που να ωφελεί και τα δύο projects, αξιοποιώντας τη μεταξύ τους «συνέργεια».

Πριν κλείσουμε, θα ήθελα ένα μήνυμα προς τον κόσμο που θα έρθει στις συναυλίες. Αθήνα 17 Απριλίου και Θεσσαλονίκη 19 Απριλίου.
Όπως είπα, θα ανέβουμε στη σκηνή με τεράστια όρεξη και με μια εξαιρετικά προετοιμασμένη μπάντα. Οι SEVEN SPIRES μαζί με τον Caio Kehyayan θα δώσουν ένα show που θα θυμάστε για πάντα. Ελπίζω να σας δω όλους στην Αθήνα στις 17 Απριλίου και στη Θεσσαλονίκη στις 19. Τα λέμε εκεί.

Σε ευχαριστώ πολύ.

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 31/3 [LED ZEPPELIN]

0
Zeppelin

Zeppelin

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Presence” – LED ZEPPELIN
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Swan Song/Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jimmy Page
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Robert Plant
Κιθάρες – Jimmy Page
Mπάσο/πλήκτρα – John Paul Jones
Τύμπανα – John Bonham

Τον Φλεβάρη του 1975, οι LED ZEPPELIN με το “Physical graffiti” βρέθηκαν στην κορυφή του κόσμου. Το άλμπουμ έγινε νο. 1 ταυτόχρονα σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία μέσα σε λίγες μέρες (μόνο οι BEATLES το είχαν καταφέρει επτά χρόνια νωρίτερα με το “White album”) και το συγκρότημα έσπασε κι άλλα συναυλιακά ρεκόρ, πετυχαίνοντας πέντε sold-out βραδιές στο Earls Court του Λονδίνου τον Μάιο του 1975, ενώ παρέμεναν σταθερά το όνομα με τα υψηλότερα έσοδα από περιοδείες παγκοσμίως εκείνη την περίοδο. Στις αρχές του 1975, κανείς δεν πλησίαζε τους LED ZEPPELIN σε εμπορική και συναυλιακή επιτυχία.

Η μπάντα ξεκίνησε την προετοιμασία για μία ακόμη περιοδεία στις ΗΠΑ, προγραμματισμένη για το καλοκαίρι του 1975. Συγκεκριμένα είχαν σχεδιάσει οκτώ συναυλίες, από τις 23 Αυγούστου έως τις 9 Σεπτεμβρίου με τις δύο πρώτες εμφανίσεις να έχουν ξεπουλήσει. Επιπλέον, μια ευρωπαϊκή περιοδεία είχε προγραμματιστεί για το φθινόπωρο. Αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια, όμως, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, λόγω της εμπλοκής του τραγουδιστή Robert Plant σε ένα παραλίγο μοιραίο περιστατικό, που έμελλε να επηρεάσει την μελλοντική πορεία των ZEPPELIN.

Το συγκρότημα αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο διάλειμμα πριν επιστρέψει στην Αμερική. Οι οικογένειες των Plant και Page είχαν ζήσει ένα σχεδόν περιπετειώδες ταξίδι. Ξεκινώντας από το Μαρόκο, διέσχισαν τη Σαχάρα με Range Rover, χάθηκαν επανειλημμένα στην έρημο και τελικά κατέληξαν στην Καζαμπλάνκα και, από εκεί, στο γραφικό Montreux της Ελβετίας, όπου τους φιλοξένησε ο Claude Knobs του Montreux Jazz Festival (ο “Funky Claude” που αναφέρεται στο “Smoke on the water” των DEEP PURPLE). Η συνολική εμπειρία άφησε έντονα αποτυπώματα στους δύο καλλιτέχνες, όχι μόνο στην ψυχολογία του Plant, αλλά και στο υλικό που θα έγραφαν στη συνέχεια. Ωστόσο, ο Plant ένιωθε ότι χρειαζόταν ακόμη λίγες ημέρες ξεκούρασης πριν επιστρέψει στη σκηνή. Έτσι επέλεξε την όμορφη Ρόδο, έναν δημοφιλή προορισμό για τους Βρετανούς. Ο Page προτίμησε να κάνει μία εξόρμηση στην Σικελία, επιδιδόμενος στο αγαπημένο του «σπορ», το «κυνήγι» του μάγου Aleister Crowley και, εν προκειμένω, το παλιό «Αββαείο του Θελήματος» (Abbey of Thelema), στα περίχωρα της πόλης Cefalù, κοντά στο Παλέρμο, που ενδιαφερόταν να αγοράσει.

Στην Ρόδο, ο Plant με την σύζυγο του Maureen και τα παιδιά τους, συναντήθηκαν με φίλους, που διέμεναν σε σπίτι ιδιοκτησίας του Roger Waters. Το κλίμα ήταν χαλαρό και τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που θα ακολουθούσε. Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου 1975, ο Plant νοίκιασε ένα Morris Mini. Η σύζυγος του, Maureen,  οδηγούσε, ενώ στο πίσω κάθισμα βρίσκονταν τα δυο παιδιά τους και η κόρη του Jimmy Page. Πίσω τους ακολουθούσε ένα δεύτερο αυτοκίνητο με συγγενείς. Κάποια στιγμή, χωρίς σαφή αιτία, η Maureen έχασε τον έλεγχο. Το αυτοκίνητο βγήκε από τον δρόμο και προσέκρουσε σε δέντρο. Οι συνέπειες, αν και ευτυχώς όχι θανατηφόρες, ήταν καταστροφικές. Ο Plant υπέστη σοβαρά κατάγματα στον αστράγαλο και τον αγκώνα. Η Maureen τραυματίστηκε ακόμη πιο βαριά, με κατάγματα στη λεκάνη, στο πόδι και στο κρανίο, και χάνοντας μεγάλη ποσότητα αίματος. Ο τραγουδιστής, βλέποντάς τη γυναίκα του αιμόφυρτη και αναίσθητη, πίστεψε ότι είχε πεθάνει. Τα παιδιά ούρλιαζαν από τον τρόμο στο πίσω κάθισμα.

Οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο νησί δεν βοήθησαν την κατάσταση. Καθώς στην Ρόδο του 1975 δεν υπήρχε διαθέσιμο ασθενοφόρο, οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο με ένα ημιφορτηγό που μετέφερε φρούτα. Όταν, δε, έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο, αποκαλύφθηκε το πλήρες μέγεθος της τραγωδίας. Η Maureen είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, τα παιδιά είχαν κατάγματα σε πόδι και χέρι, ενώ η κόρη του Page, ήταν η μόνη που γλύτωσε με ελαφρούς τραυματισμούς. Η ζωή της Maureen κινδύνευε άμεσα λόγω της απώλειας αίματος, όντας ευτυχώς τυχερή στην ατυχία της καθώς η αδελφή της πρόσφερε αίμα για μετάγγιση. Από εκεί και πέρα, η ιστορία παίρνει σχεδόν κινηματογραφική τροπή.

Άμεσα ειδοποιήθηκε ο manager τους Peter Grant στο Λονδίνο, και ο tour manager Richard Cole κινητοποιήθηκε άμεσα. Οργανώθηκε μια «επιχείρηση διάσωσης» αλλά οι ελληνικές τοπικές αρχές αρνούνταν να αφήσουν τους τραυματίες να φύγουν πριν ολοκληρωθεί η έρευνα για το ατύχημα. Η λύση ήταν ακραία: ο Cole ουσιαστικά «απήγαγε» τους τραυματίες από το νοσοκομείο, μεταφέροντάς τους κρυφά σε ιδιωτικό αεροπλάνο. Μέσα σε λίγες ώρες βρίσκονταν στον αέρα, κατευθυνόμενοι προς το Λονδίνο. Ακόμη, όμως, και σε αυτό το σημείο, η παράνοια συνεχίστηκε. Επειδή οι ZEPPELIN ήταν «φορολογικοί εξόριστοι» (“tax exiles” που μεταφέραν μόνιμα την διαμονή τους σε άλλη χώρα με ευνοϊκότερη φορολογία, προκειμένου να αποφύγουν τους υψηλούς φόρους του Ηνωμένου Βασιλείου), η προσγείωση καθυστέρησε για… λογιστικούς λόγους. Το αεροπλάνο έκανε κύκλους στον αέρα, μέχρι που ο Cole αποφάσισε να αγνοήσει τις οδηγίες και να προχωρήσει σε άμεση προσγείωση. Ο Plant και η οικογένεια του μεταφέρθηκαν στο Guy’s Hospital του Λονδίνου. Οι γιατροί ήταν ξεκάθαροι: ο τραγουδιστής μπορεί να χρειαζόταν έξι μήνες για να περπατήσει ξανά, ενώ δεν υπήρχε εγγύηση πλήρους αποκατάστασης.

Ο Robert μεταφέρθηκε στο νησάκι της Μάγχης Jersey για ανάρρωση, σε κακή σωματική και ψυχολογική κατάσταση. Φιλοξενήθηκε σε μία έπαυλη, όπου, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι για εβδομάδες, περνούσε τον χρόνο του απομονωμένος, καταναλώνοντας αλκοόλ και παυσίπονα, με τη διάθεσή του να αμφιταλαντεύεται μεταξύ απελπισίας και αβεβαιότητας. Η αδράνεια, ωστόσο, δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον και, με την περιοδεία ακυρωμένη και το μέλλον αβέβαιο, ο Jimmy Page πίεσε για άμεση επιστροφή στη δημιουργική διαδικασία, θεωρώντας ότι η δουλειά ήταν η μόνη διέξοδος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκε το νέο άλμπουμ των LED ZEPPELIN. Ήταν η ανάγκη και όχι η δυνατότητα επιλογών, που διαμόρφωσε τον έβδομο δίσκο τους. Tον Σεπτέμβριο του 1975, οι Plant και Page πήγαν στο Malibu του Los Angeles, με τον κιθαρίστα να αναλαμβάνοντας τον πλήρη δημιουργικό έλεγχο, γράφοντας σχεδόν όλο το υλικό και καθορίζοντας τον ήχο. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι «ήταν στο χέρι του να βρει τα riffs», κάτι που εξηγεί και τον έντονα κιθαριστικό χαρακτήρα του δίσκου. Ο Plant, από την άλλη, σωματικά περιορισμένος, διοχέτευσε όλο το τραύμα και την αβεβαιότητα από τις πρόσφατες εμπειρίες του στους στίχους του. Ο Bonham, παρά την όλο και πιο ακραία συμπεριφορά του εκτός στούντιο, παρέμεινε εκρηκτικός, ενώ ο Jones βρέθηκε στο περιθώριο, με την συνεισφορά του να είναι περιορισμένη (όπως ο ίδιος παραδέχτηκε με κάποιο παράπονο).

Στο ειδυλλιακό Malibu, μέσα σε ένα περιβάλλον απομόνωσης, ουσιών και ψυχολογικής φόρτισης, ο Page και ο Plant άρχισαν να γράφουν από το μηδέν. Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου έτοιμο υλικό από πριν, κάτι ασυνήθιστο για τη μπάντα. Εκεί γεννήθηκαν οι πρώτες ιδέες για τραγούδια, όπως το “The wheelchair song” το οποίο στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα δεκάλεπτο κομμάτι με τίτλο εργασίας “Two ones are won”, που εμπνεύστηκαν απευθείας από τα πρόσφατα κοινά τους ταξίδια και την άσχημη κατάσταση του τραγουδιστή. Θα γινόταν ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των ZEPPELIN, το επικό “Achilles last stand”. Παράλληλα, κομμάτια όπως το “Hots on for nowhere” και το “For your life”,  αποτυπώνουν έντονα την απογοήτευση και τον θυμό του Plant. Όταν ήρθε και ο Bonham με τον Jones, το συγκρότημα ξεκίνησε τις πρόβες στα SIR Studios στο Hollywood, με το μεγαλύτερο μέρος του υλικού ήδη διαμορφωμένο, έχοντας άλλα πέντε τραγούδια στα σκαριά. Εκείνες τις μέρες ο Bonham ξέφυγε τελείως, καθώς ένα βράδυ πήγε στο περίφημο Rainbow Bar and Grill στο Los Angeles, ήπιε μονορούφι δέκα κοκτέιλ Black Russian και γρονθοκόπησε μία γυναίκα που νόμιζε ότι τον «κοίταζε περίεργα». Και όταν έφευγαν άρον-άρον από το Los Angeles για το Μόναχο, όπου είχε προγραμματιστεί η ηχογράφηση του άλμπουμ στα Musicland Studios, ο Bonham δημιούργησε τόσο μεγάλο θέμα με το μεθύσι του στο αεροπλάνο, που οι υπόλοιποι επιβάτες παρακαλούσαν τις αεροσυνοδούς να μην τον ξυπνήσουν μέχρι να φτάσουν.

Οι ZEPPELIN έπαιζαν κόντρα στον χρόνο. Είχαν στη διάθεσή τους μόλις 18 ημέρες πριν το στούντιο παραχωρηθεί στους Rolling Stones, οι οποίοι ετοιμάζονταν να ηχογραφήσουν το δικό τους νέο άλμπουμ, “Black and blue”. Αυτή η πίεση οδήγησε σε μια από τις πιο εντατικές ηχογραφήσεις στην ιστορία της μπάντας. Ο Page το πήρε σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω του να ολοκληρωθεί το άλμπουμ, δουλεύοντας έως και 20 ώρες την ημέρα. Ενθυμούμενος εκείνη την περίοδο, ανέφερε αργότερα ότι ο ίδιος και ο ηχολήπτης Keith Harwood δούλευαν σε συνεχείς βάρδιες, και όποιος ξυπνούσε πρώτος, ξυπνούσε και τον άλλον για να συνεχίσουν τη δουλειά.

Η πίεση κορυφώθηκε όταν ο Page χρειάστηκε να ολοκληρώσει όλα τα κιθαριστικά overdubs μέσα σε ένα μαραθώνιο session διάρκειας περίπου 14 ωρών. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι εμφανές στον ήχο του άλμπουμ: άμεσος και χωρίς περιττές προσθήκες. Από την άλλη, ο Plant, πέρα από τα σωματικά του προβλήματα, αντιμετώπιζε και έντονη ψυχολογική πίεση. Το στούντιο βρισκόταν στο υπόγειο ενός ξενοδοχείου, γεγονός που του προκαλούσε κλειστοφοβία, ενώ η απόσταση από την οικογένειά του επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο άλλοτε εμβληματικός frontman προσπάθησε να σηκωθεί, έχασε την ισορροπία του, έπεσε και ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος σπασίματος, με τον Plant να ουρλιάζει από την τρομάρα του. Όλα πάγωσαν μέχρι που ένα τηλέφωνο από το νοσοκομείο διαβεβαίωσε πως ο τραγουδιστής δεν είχε ξανασπάσει το πόδι του, και ο Page, απτόητος, ξανάπεσε με τα μούτρα στην δουλειά.

Παρά τις δύσκολες συνθήκες, το album ολοκληρώθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1975, σε χρόνο-ρεκόρ για τα δεδομένα των LED ZEPPELIN. Πήρε τον τίτλο “Presence”, αντικατοπτρίζοντας την υπεράνθρωπη παρουσία και την δυνατή συντροφικότητα του συγκροτήματος, που υπερέβαινε τα χτυπήματα της μοίρας εναντίον τους, καθώς και την ισχυρή δέσμευση τους απέναντι στους οπαδούς τους και την τέχνη τους.

Με την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων, το κλίμα στο στρατόπεδο των Led Zeppelin ήταν ένα μείγμα εξάντλησης αλλά και ανακούφισης. Ο Robert Plant, προτού καν φύγει από μέσα του η ένταση, επικοινώνησε περιχαρής με τα γραφεία της εταιρείας τους Swan Song στη Νέα Υόρκη για να ανακοινώσει ότι το άλμπουμ είχε τελειώσει, προτείνοντας μάλιστα αστειευόμενος τον τίτλο “Thanksgiving”, καθώς η ολοκλήρωση συνέπεσε με την Γιορτή των Ευχαριστιών. Λίγες ημέρες αργότερα, το συγκρότημα επέστρεψε στο νησάκι του Jersey, όπου, παρά τη φυσική κατάσταση του Plant, άρχισε να επανέρχεται σταδιακά σε μια μορφή δραστηριότητας. Στις αρχές Δεκεμβρίου, οι John Bonham και John Paul Jones έσκασαν ξαφνικά σε ένα τοπικό κλαμπ μαζί με τον πιανίστα Norman Hale, ενώ λίγες ημέρες αργότερα ολόκληρη η μπάντα συμμετείχε σε ένα επίσης απροειδοποίητο live περίπου 45 λεπτών μπροστά σε λιγότερους από 300 θεατές. Ο Plant, καθισμένος σε σκαμπό, κατάφερνε περιστασιακά να σηκώνεται για να αποδώσει πιο έντονες φωνητικές στιγμές, σε μια από τις πρώτες ενδείξεις ότι η επιστροφή του, αν και δύσκολη, ήταν εφικτή.

Η πρόοδος αυτή επιβεβαιώθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα στο Παρίσι, όπου, την Πρωτοχρονιά του 1976, ο Plant έκανε τα πρώτα του βήματα χωρίς βοήθεια μετά το ατύχημα, σηματοδοτώντας ένα ψυχολογικά καθοριστικό σημείο καμπής. Σύντομα, η μπάντα βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, με τον Jimmy Page να επιστρέφει στη δουλειά πάνω στο υλικό της συναυλιακής ταινίας (και του ζωντανού άλμπουμ) “The song remains the same”, που θα κυκλοφορούσε το φθινόπωρο του 1976, ενώ τα υπόλοιπα μέλη προσπαθούσαν να ξαναβρούν τους καθημερινούς ρυθμούς τους. Ωστόσο, η περίοδος αυτή δεν ήταν απαλλαγμένη από εντάσεις και υπερβολές, με τον John Bonham να συνεχίζει την αυτοκαταστροφική του συμπεριφορά, φτάνοντας στο σημείο να ανέβει μεθυσμένος στη σκηνή των Deep Purple όταν αυτοί έπαιξαν στη Νέα Υόρκη τον Γενάρη του 1976, να αναγγέλει ότι οι ZEPPELIN κυκλοφορούν νέο άλμπουμ και να προκαλέσει δημόσια τον Tommy Bolin, λέγοντας ότι δεν μπορεί να παίξει τίποτα!

Παράλληλα, πάντως, με όλα τα ευτράπελα, διαμορφωνόταν και η οπτική ταυτότητα του άλμπουμ. Η ομάδα της Hipgnosis ανέπτυξε την ιδέα ενός μυστηριώδους μαύρου αντικειμένου — ενός «οβελίσκου» που τοποθετείται σε καθημερινά, σχεδόν «κανονικά» περιβάλλοντα, δημιουργώντας μια αίσθηση αποξένωσης και συμβολικής ισχύος. Το αντικείμενο αυτό, που περιγράφηκε ως «μαύρη τρύπα», ενέπνευσε τελικά και τον τίτλο “Presence”, τον οποίο προτίμησε ο Page έναντι του αρχικού “Obelisk”, θεωρώντας ότι αποτύπωνε βαθύτερα την ιδέα μιας δύναμης που γίνεται αισθητή ακόμη και όταν δεν είναι ορατή.

Συνολικά, το “Presence” δεν είναι το άλμπουμ που περιέχει τεράστια ποικιλία ακουσμάτων, αλλά είναι ένα άλμπουμ έντασης. Κάθε τραγούδι λειτουργεί ως δείγμα μιας συγκεκριμένης ψυχολογικής κατάστασης. Και αν κάτι το κάνει πραγματικά ξεχωριστό, δεν είναι η τεχνική του αρτιότητα, αλλά το γεγονός ότι παρουσιάζει μια μπάντα που δημιουργεί ενώ βρίσκεται στα όριά της.

Το “Achilles last stand” ανοίγει το άλμπουμ ως το απόλυτο statement των Led Zeppelin εκείνης της περιόδου. Με διάρκεια που ξεπερνά τα δέκα λεπτά, αποτελεί μία από τις πιο φιλόδοξες και σύνθετες προσπάθειες της μπάντας. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Στην ελληνική μυθολογία, ο Αχιλλέας ήταν άτρωτος εκτός από τη φτέρνα του. Η ειρωνεία είναι προφανής: ο Plant, μετά το ατύχημα στη Ρόδο, είχε τραυματιστεί ακριβώς στο ίδιο σημείο. Στιχουργικά, το κομμάτι αντλεί από τα ταξίδια των Page και Plant σε Μαρόκο, Ελλάδα και Ισπανία, αλλά και από τη λογοτεχνική επιρροή του William Blake. Η αναφορά στο “Albion” παραπέμπει τόσο στην Αγγλία όσο και στο έργο του Blake “The Dance of Albion”, ενώ οι στίχοι για τον Άτλαντα λειτουργούν σε διπλό επίπεδο, τόσο ως γεωγραφική αναφορά στα βουνά του Μαρόκου όσο και ως μυθολογική εικόνα του τιτάνα που κρατά τον κόσμο στους ώμους του. Πρόκειται για ένα κομμάτι που συνδυάζει αρμονικά προσωπικές εμπειρίες, μυθολογία και ποίηση.

Μουσικά, δε, ο Page δημιουργεί ένα εντυπωσιακό ηχητικό τοπίο της καριέρας του. Η χρήση έως και έξι κιθαριστικών overdubs, ηχογραφημένων μέσα σε μία μόνο βραδιά, προσφέρει ένα σχεδόν «ορχηστρικό» αποτέλεσμα. Όπως ο ίδιος ανέφερε, εκείνη τη στιγμή όλοι αμφισβητούσαν αν «ήξερε τι έκανε». Το αποτέλεσμα, όμως, τον δικαίωσε. Ο ίδιος θεωρεί το solo του κομματιού ισάξιο με αυτό του “Stairway to Heaven”. Ο John Paul Jones χρησιμοποιεί για πρώτη φορά οκτάχορδο μπάσο, δημιουργώντας ένα πιο γεμάτο ήχο, ενώ ο Bonham οδηγεί το κομμάτι με ένα παίξιμο, που ο Plant χαρακτήρισε «πέρα από ανθρώπινα όρια». Το κομμάτι δημιουργεί στον ακροατή μια αίσθηση συνεχούς κίνησης, καθιστώντας το όχι απλώς το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, αλλά μάλλον το τελευταίο πραγματικά επικό κομμάτι του συγκροτήματος.

Το “For Your Life” κινείται σε πιο σκοτεινό και επιθετικό έδαφος. Πρόκειται για ένα κομμάτι που ουσιαστικά «γεννήθηκε» μέσα στο στούντιο, χωρίς να υπάρχει προκαθορισμένη δομή. Ο Page χρησιμοποιεί για πρώτη φορά Fender Stratocaster σε ηχογράφηση των Zeppelin, κάτι που δίνει έναν πιο κοφτερό ήχο. Τα “dive bombs” ενισχύουν αυτή την αίσθηση αποσταθεροποίησης, ενώ οι στίχοι του Plant είναι από τους πιο «δηλητηριώδεις» που έχει γράψει, κάνοντας (οξύμωρα) επίθεση στην κουλτούρα των ναρκωτικών που είχε κατακλύσει τη σκηνή του Los Angeles. Η φράση “crystal payin’ through your nose” δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Όμως το τραγούδι έχει και πιο προσωπική διάσταση, καθώς αναφέρεται σε συγκεκριμένο άτομο από τον κύκλο του Plant που μπήκε σε αυτή την λούπα.

Το “Royal Orleans” αποτελεί την πιο ανέμελη στιγμή του δίσκου, αλλά ακόμα και εδώ υπάρχει μια ιδιόμορφη ειρωνεία. Aναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό από τη Νέα Ορλεάνη, όπου μέλος της μπάντας βρέθηκε σε μια αμήχανη κατάσταση με μία drag queen, ανακαλύπτοντας την επόμενη μέρα ότι «δεν ήταν αυτό που νόμιζε». Η μπάντα σύχναζε σε gay bars της πόλης, καθώς εκεί μπορούσε να κινηθεί πιο ελεύθερα χωρίς την πίεση των fans. Μουσικά, το κομμάτι έχει πιο funky χαρακτήρα, πιο χαλαρό vibe, και είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου η σύνθεση πιστώνεται και στα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος.

Εδώ έχουμε ένα ακόμη hit των ZEPPELIN, το “Nobody’s fault but mine”, μία ακόμη επιτυχημένη blues διασκευή στην δισκογραφία τους. Βασισμένο στο gospel-blues κομμάτι του Blind Willie Johnson από το 1927, εδώ μετατρέπεται σε ένα δυναμικό, βαρύ και ηλεκτρικό κομμάτι. Παρότι πιστώνεται στους Page και Plant, το βασικό θέμα ανήκει στον Johnson, κάτι που και ο ίδιος ο Plant είχε αναγνωρίσει δημόσια. Στο “Nobody’s fault but mine”, οι Zeppelin αναλαμβάνουν την προσωπική ευθύνη, αλλά μετατοπίζουν το πλαίσιο από το θρησκευτικό στο υπαρξιακό. Αναφορές όπως “that monkey on my back” παραπέμπουν ξεκάθαρα στον εθισμό, ενώ υπονοείται μια εσωτερική πάλη. Μουσικά, το κομμάτι λειτουργεί μέσα την slide κιθάρα του Page και την φυσαρμόνικα του Plant, ενώ το rhythm section των Bonham και Jones είναι σφιχτό και έντονο. Στις ζωντανές εμφανίσεις της επόμενης χρονιάς, το τραγούδι αυτό έγινε βασικό μέρος του setlist.

Το “Candy store rock” λειτουργεί ως ένα περίεργο διάλειμμα μέσα στο άλμπουμ. Εμπνευσμένο από το rock ’n’ roll των αρχών της δεκαετίας του ’50, με εμφανείς επιρροές από Elvis Presley, παρουσιάζει τον Plant να υιοθετεί ένα σχεδόν rockabilly ύφος. Οι στίχοι του αποτελούν συρραφή φράσεων εμπνευσμένων από παλιά rock τραγούδια, ενώ η ίδια η σύνθεση γράφτηκε μέσα σε περίπου μία ώρα, λόγω της πίεσης χρόνου στο στούντιο. Παρά την απλότητά του, ο Plant το θεωρεί ένα από τα αγαπημένα του κομμάτια από το άλμπουμ. Κυκλοφόρησε και ως single στις ΗΠΑ, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Στο “Hots on for nowhere”, το συγκρότημα επιστρέφει στον πυρήνα του άλμπουμ, που είναι η απογοήτευση και η αποξένωση. Ο Plant που έγραψε τους στίχους όντας καθηλωμένος στο Malibu, αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τη φυσική του κατάσταση αλλά αφήνει και μία υπόνοια δυσαρέσκειας του προς τον Jimmy Page και τον Peter Grant που τους θεώρησε ανάλγητους μπροστά στο δράμα του. Η χαρακτηριστική φράση “I got friends who would give me f— all”, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για τα συναισθήματα του. Μουσικά, βασίζεται σε riff του ακυκλοφόρητου τότε “Walter’s walk” (θα έβγαινε αργότερα στο “Coda” του 1982), ενώ και εδώ η ηχογράφηση έγινε μέσα σε μία ώρα περίπου, όπως και άλλα τραγούδια του “Presence”.

Το άλμπουμ κλείνει με το “Tea for one”, σε πιο γκρίζο τόνο. Πρόκειται για ένα αργό blues, σαν το “Since I’ve been loving you” από το “III”, αλλά με πιο βαριά ατμόσφαιρα. Οι στίχοι γράφτηκαν σε ένα ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη, με τον Plant να αποτυπώνει τη μοναξιά της ζωής στον δρόμο. Ο Page προσέγγισε το solo με ιδιαίτερη προσοχή, αποφεύγοντας τα κλισέ και επιλέγοντας μια πιο «συγκρατημένη» και εκφραστική προσέγγιση. Το κομμάτι δεν παίχτηκε τότε live από τους Zeppelin, αλλά αργότερα παρουσιάστηκε από τους Page/Plant με ορχήστρα, δείχνοντας ότι η αξία του αναγνωρίστηκε εκ των υστέρων.

Το “Presence” κυκλοφόρησε στις 31 Μαρτίου 1976 από τη Swan Song και, παρά τις αντίξοες συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε, επιβεβαίωσε τη δυναμική των Led Zeppelin, φτάνοντας άμεσα στο Νο.1 τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, με εντυπωσιακές προπαραγγελίες και ισχυρή αρχική εμπορική απήχηση, μπαίνοντας στο top-10 των περισσότερων χωρών. Ωστόσο, σε σύγκριση με τους προκατόχους του, το άλμπουμ παρουσίασε μικρότερη αντοχή σε βάθος χρόνου, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την απουσία περιοδείας για την υποστήριξή του. Μέχρι σήμερα, είναι και το λιγότερο εμπορικά επιτυχημένο των ZEPPELIN (μαζί με την συλλογή ανεκδότων τραγουδιών “Coda” του 1982), έχοντας πουλήσει μόνο τρία εκατομμύρια αντίτυπα στις ΗΠΑ (και πάνω από έξι εκατομμύρια, συνολικά παγκοσμίως). Ο μουσικός τύπος διχάστηκε, με κάποιους να το επικροτούν ως επιστροφή στον πρωτογενή ήχο της μπάντας, ενώ άλλοι το χαρακτήρισαν «άνισο» και «προϊόν πίεσης», χωρίς την πολυμορφία προηγούμενων κυκλοφοριών τους. Σε παρόμοιο πνεύμα και το κοινό τους, αν και αρχικά ανταποκρίθηκε, δεν αγκάλιασε το “Presence” με θέρμη. Πάντως, κατά τον Jimmy Page το “Presence” είναι ένα από τα τρία καλύτερα άλμπουμ τους.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1976, οι δραστηριότητες του συγκροτήματος παρέμειναν περιορισμένες λόγω της ανάρρωσης του Robert Plant, με τη μπάντα να προετοιμάζεται σταδιακά για επιστροφή. Αυτή ήρθε το 1977 με μια μεγάλη αμερικανική περιοδεία, όπου εντάχθηκαν στο setlist κυρίως τα “Achilles last stand” και “Nobody’s fault but mine”. Όμως ακόμη και τότε δεν βρήκαν την πολυπόθητη ηρεμία. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ο αιφνίδιος θάνατος του μικρού γιου του Plant, Karac (που είχε γλυτώσει οριακά στο τροχαίο της Ρόδου) διέκοψε απότομα την περιοδεία και βύθισε ξανά τη μπάντα στο πένθος και σε επ’ αόριστον παύση, επιβεβαιώνοντας ότι η περίοδος γύρω από το “Presence” δεν ήταν μια τυπική δύσκολη φάση, αλλά το πιο καθοριστικό σημείο καμπής στην ιστορία τους.

Κώστας Τσιρανίδης

OSI interview 2006 (Jim Matheos)

0
OSI

OSI

“Leaving the past behind”

Νέα βουτιά στο παρελθόν και στις συνεντεύξεις του εντύπου Rock Hard, με τον Jim Matheos να μιλά για το νέο –τότε- άλμπουμ των OFFICE OF STRATEGIC INFLUENCE (aka OSI), με τίτλο “Free”. Για τις διαφωνίες Mike Portnoy – Kevin Moore και πολλά ωραία, που συνέβαιναν είκοσι χρόνια πίσω, με αφορμή την επέτειο κυκλοφορίας του δίσκου. Πάντα με φωτογραφίες εποχής…

Μια συνέντευξη με το Jim Matheos για το νέο άλμπουμ των OSI και το τελευταίο (;;;) πιθανόν των FATES WARNING, για τον εκκεντρικό φιλαράκο του Kevin Moore, τον τσαντισμένο – επίσης φίλο του – Mike Portnoy και τις μεταξύ τους σχέσεις οργής και στοργής, για τους νέους και τους παλιούς guest star και τη συμπεριφορά της Inside Out απέναντι στο πάλε ποτέ διαφημιζόμενο ως «απόλυτο prog supergroup», είναι από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που θα συναντήσετε σε metal έντυπο τους τελευταίους μήνες. Αν μάλιστα ήταν λιγότερο διπλωμάτης ο συμπαθής ελληνοαμερικανός, τότε θα μιλάγαμε για μια από τις συνεντεύξεις της χρονιάς.

Για αρχή πες μου δυο λόγια για τη διαδικασία ηχογράφησης του νέου άλμπουμ.
Βεβαίως. Η διαδικασία δεν διαφέρει από εκείνη που ακολουθήσαμε για το πρώτο άλμπουμ. Έγραψα κάποιες ιδέες τις οποίες έστειλα στον Kevin που με τη σειρά του τις επεξεργάστηκε και πρόσθεσε τα δικά του στοιχεία. Κάθε φορά που τέλειωνε ένα τραγούδι, μου έστελνε τη version του κι έπειτα συζητούσαμε για αυτό, το δεχόμασταν όπως είναι ή το αλλάζαμε ξανά. Αυτό το πράγμα κράτησε αρκετό καιρό. Συνολικά γράψαμε κοντά στα είκοσι κομμάτια από τα οποία διαλέξαμε τα 11 για το άλμπουμ.

Ακούγοντας το άλμπουμ μου έδωσε την εντύπωση πως πρόκειται για μια πιο σκληρή εκδοχή του “Dead air for radios” των CHROMA KEY με πρόσθετα στοιχεία από FATES WARNING.
Αντιλαμβάνομαι τι λες. Δεν ξέρω αν θα σου έδινα κι εγώ αυτή την περιγραφή όμως σίγουρα υπάρχουν τα στοιχεία που ανέφερες. Τόσο κάποια riffs που θυμίζουν FATES WARNING όσο και στοιχεία που παραπέμπουν σε δίσκους των CHROMA KEY. Είμαι μεγάλος οπαδός του Kevin Moore και θαυμάζω οτιδήποτε έχει κάνει και ασφαλώς και τους CHROMA KEY. Αν με ρώταγες ποιος από τους δυο μας έχει βάλει τη σφραγίδα του στο άλμπουμ, τότε θα σου έλεγα ότι αυτός είναι ο Kevin.

Γενικά πάντως το “Free” μου ακούγεται περισσότερο εγκεφαλικό, intellectual και λιγότερο συναισθηματικό σε σχέση με το ντεμπούτο σας. Σίγουρα πάντως δύσκολο άκουσμα.
Δεν ξέρω αν το “Free” είναι περισσότερο ή λιγότερο intellectual σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ. Όσον αφορά όμως το συναίσθημα, θεωρώ πως είναι πολύ πιο συναισθηματικό άλμπουμ σε σχέση με το πρώτο. Το περιεχόμενο των στίχων του πρώτου αφορούσε θέματα κοινωνικά και πολιτικά, ενώ το “Free” αναφέρεται στις προσωπικές σχέσεις. Επίσης, μουσικά είναι πιο «ζεστό», φιλικό για τον ακροατή.

Πριν από ένα χρόνο οι πληροφορίες έλεγαν ότι ψάχνατε για καινούριο drummer στη θέση του Mike Portnoy o οποίος δεν ήθελε με τίποτα να συμμετάσχει ξανά στους OSI. Τι συνέβη τελικά και συμμετέχει στο άλμπουμ έστω και σαν guest;
Ο Mike ήταν εξοργισμένος με το πρώτο άλμπουμ των OSI. Η μπάντα ξεκίνησε σαν δικό μου project και ο πρώτος μουσικός τον οποίο κάλεσα να συμμετάσχει ήταν ο Mike. Νομίζω πως ένιωσε παραμελημένος, αισθάνθηκε πως δεν είχε στο project την επίδραση που περίμενε να έχει, αφού οι περισσότερες ιδέες του για την μουσική κατεύθυνση του άλμπουμ απορρίφθηκαν. Τελικά, μου είπε πως του άρεσε το αποτέλεσμα, όμως αυτό δεν μετρίασε την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η μουσική δεν πήγε εκεί που ο ίδιος ήθελε. Αφού λοιπόν απέρριψε κάθε ιδέα να συμμετέχει στο νέο άλμπουμ σαν drummer, καθίσαμε μια μέρα και μιλήσαμε και του εξήγησα πως θα μπορούσε να συνεισφέρει σαν guest και όχι απαραίτητα σαν συνθέτης. Με τα πολλά πείστηκε κι έτσι είμαστε περήφανοι που τον έχουμε ξανά μαζί μας έστω και σαν guest.

Πως τα πήγε με τον Kevin Moore; Οι σχέσεις τους δεν είναι καθόλου καλές, πόσο μάλλον αφού ο Kevin – παρόλο που προσκλήθηκε – δεν δέχτηκε να εμφανιστεί στο show που έδωσαν οι THEATER για τον εορτασμό των 20 χρόνων της καριέρας τους. Βρέθηκαν καθόλου από κοντά στο στούντιο;
Βρεθήκαμε όλοι μαζί στο στούντιο για 4-5 μέρες περίπου. Νομίζω ότι τα πήγαν καλά. Έχουν βέβαια τις διαφορές μεταξύ τους, όμως ο λόγος για τον οποίο βρεθήκαμε ήταν επαγγελματικός και σε αυτό το επίπεδο δεν υπήρξαν διαφωνίες ή άλλου είδους δυσκολίες. Σχετικά με το γιατί δεν εμφανίστηκε ο Kevin στη συναυλία των DREAM THEATER, μάλλον θα πρέπει να ρωτήσεις τον ίδιο. Από όσο έχω καταλάβει, η άρνησή του έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη τέχνη, αφού θεωρεί πως δεν είναι και το πλέον δημιουργικό πράγμα για έναν καλλιτέχνη να επιστρέφει σε πράγματα που έχει αφήσει πίσω του οριστικά.

Κάτι ανάλογο μου είχε δηλώσει και ο ίδιος σε μια συνέντευξη που είχαμε για το τελευταίο άλμπουμ των CHROMA KEY. Τέλος πάντων. Ο Joey Vera είναι ο νέος μπασίστας της μπάντας. Τι έγινε με τον Shawn Malone και δεν παίζει ξανά αυτός;
Κατ’ αρχήν, ο Joey δεν είναι ο νέος μπασίστας μας. Δεν μπορείς να τον θεωρήσεις μέλος της μπάντας, είναι απλά guest. Ένα από τα πράγματα που θέλαμε να πετύχουμε στην καινούρια δουλειά μας ήταν να διαφοροποιηθούμε σε σχέση με τον ήχο του πρώτου δίσκου. Λατρεύω το παίξιμο του Shawn, είμαι μεγάλος θαυμαστής των GORDIAN KNOT, όμως ξέχωρα από το ότι θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό, έπρεπε και να δώσουμε στον κόσμο την ξεκάθαρη εντύπωση ότι οι OSI αποτελούνται κατά βάση από μένα και τον Kevin και δεν υπάρχει σταθερό line-up.

Κατανοητό. Λοιπόν, αυτό που με εξέπληξε με το “Free” είναι το γεγονός ότι δεν αποτελεί top priority release για την Inside Out. Αντίθετα φαίνεται πως για τους επόμενους μήνες, το άλμπουμ των EVERGREY είναι εκείνο που θα πλασαριστεί σαν η σπουδαιότερη νέα κυκλοφορία της εταιρείας. Γιατί συμβαίνει αυτό; Υποτίθεται πως οι OSI – από τη στιγμή μάλιστα που οι TRANSATLANTIC έχουν διαλυθεί – είναι το μεγαλύτερο supergroup της εταιρείας. Γιατί λοιπόν, σας ρίχνουν στην προώθηση και τη διαφήμιση; Μήπως αυτό έχει να κάνει με τις πωλήσεις του πρώτου άλμπουμ;
Αυτό που λες με εκπλήσσει γιατί τον τελευταίο καιρό συνομιλώ διαρκώς με τα στελέχη της εταιρίας τα οποία με διαβεβαιώνουν πως το “Free” είναι κυκλοφορία προτεραιότητας για την ίδια. Δεν λέω ότι δεν σε πιστεύω, αλλά θα ήθελα να ξέρω πως κατέληξες σε αυτό το συμπέρασμα.

Από τη διαφημιστική καταχώρηση που μας έστειλε η εταιρία είναι προφανές πως το άλμπουμ των EVERGREY διαφημίζεται σαν η σπουδαιότερη κυκλοφορία της Inside Out αυτή την περίοδο. Οι OSI έρχονται δεύτεροι.
Δεν ξέρω τι να σου πω. Σε μένα λένε άλλα και καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο γι’ αυτούς από τη στιγμή που δυο από τα μεγάλα ονόματα της εταιρίας κυκλοφορούν νέο άλμπουμ την ίδια χρονική περίοδο. Πάντως, δεν έχω κανένα παράπονο από τη συμπεριφορά τους απέναντί μας. Είμαστε ικανοποιημένοι με το budget που έχουν διαθέσει για μας και με την προώθηση των άλμπουμ μας. Μάλιστα, σε λίγο καιρό θα γυρίσουμε ένα βίντεο για κάποιο τραγούδι ενώ το συζητάμε να βγούμε και σε περιοδεία. Δεν είναι 100% σίγουρο αλλά διαπραγματευόμαστε με έναν ατζέντη και είμαστε σε καλό δρόμο.

Έχετε σκεφτεί ποιοι μουσικοί θα σας πλαισιώσουν;
Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να σκεφτούμε διεξοδικά. Τα μόνα σίγουρα μέλη είναι ο Kevin κι εγώ.

Το “Free” θα κυκλοφορήσει και σαν διπλό CD με extra τραγούδια που δεν συμπεριλήφθησαν στο κανονικό άλμπουμ. Πες μου δυο λόγια γι΄ αυτά.
Όπως είπα και πριν, κάθισα κι έγραψα είκοσι τραγούδια συνολικά για το νέο άλμπουμ. Κάποια από αυτά και ειδικότερα δυο συγκεκριμένα, δεν συμπεριλήφθησαν στο δίσκο παρόλο που εγώ ήθελα να γίνει αυτό. Είναι instrumental και δεν πολυάρεσαν στον Kevin, ωστόσο εμένα μου αρέσουν πολύ και θέλω να τα ακούσει ο κόσμος. Τα άλλα τρία τραγούδια είναι συνθέσεις του Kevin που τις είχε παρουσιάσει σε ένα ραδιοφωνικό show που έκανε παλιότερα. Υπάρχει τέλος και μια demo version του “When you ‘re ready” από το πρώτο άλμπουμ μας.

Σε αυτή την έκδοση θα περιλαμβάνεται και το video-clip που θα γυρίσετε;
Όχι, όχι, το βίντεο θα γυριστεί αργότερα. Τώρα είμαστε απλά στο στάδιο όπου ρίχνουμε ιδέες.

Το project των OSI έχει να μας δώσει άλλα άλμπουμ στο μέλλον;
Δεν ξέρω. Είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε για το μέλλον. Είναι πάντως μέσα στις προθέσεις και τις επιθυμίες μου να ηχογραφήσουμε κι άλλα άλμπουμ Επειδή όμως είναι μια δουλειά που απαιτεί κόπο, το μόνο που σκέφτομαι αυτό τον καιρό είναι να ξεκουραστώ λιγάκι.

Ας μιλήσουμε λίγο για τους FATES WARNING, αν δεν έχεις πρόβλημα. Σε ικανοποίησε το αποτέλεσμα του DVD “Live in Athens”;
Είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τον ήχο, αλλά δεν είμαι καθόλου χαρούμενος για το οπτικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι οι τύποι που ανέλαβαν να βιντεοσκοπήσουν το show θα μπορούσαν να είχαν κάνει καλύτερη δουλειά. Σε γενικές γραμμές πάντως, είναι μια κυκλοφορία για την οποία είμαι ευχαριστημένος.

Πολλοί άνθρωποι όμως εκείνη τη βραδιά απογοητεύτηκαν με τη συμπεριφορά του Kevin Moore. Όλο το club τον αποθέωνε και εκείνος παρά-έδειχνε σνομπ και δεν μπήκε καν στον κόπο να πει ένα «γεια» ή ένα «ευχαριστώ» σε αυτούς που τον έχουν λατρέψει. Φαντάζομαι πως θα ξέρεις καλύτερα τους λόγους για την συμπεριφορά του.
Και πάλι δεν μπορώ να μιλήσω για λογαριασμό του Kevin και απλά θα σου πω τι πιστεύω εγώ για εκείνο το βράδυ. Όλη την μέρα έδειχνε πολύ νευρικός γιατί είχε πολύ καιρό να ανέβει στη σκηνή και να παίξει live. Μπορεί ο κόσμος να νομίζει πως ήταν αλαζόνας ή σνομπ, όμως εγώ θεωρώ πως ήταν περισσότερο νευρικός και ντροπαλός και γι’ αυτό συμπεριφέρθηκε έτσι.

Νομίζω πως ο κόσμος θα εξακολουθήσει να έχει αντίθετη άποψη από τη δικιά σου.
Ναι, το καταλαβαίνω.

Πολλοί πιστεύουν πως το “FWX” θα αποτελέσει το τελευταίο άλμπουμ στην καριέρα των FATES WARNING. Πολλά ακούγονται και μάλλον όχι αδικαιολόγητα αφού πέρα από κάποιες αινιγματικές δηλώσεις σου, υπάρχουν και οι στίχοι του άλμπουμ που φανερώνουν μια πεσιμιστική διάθεση, μια διάθεση απολογισμού και αποχαιρετισμού συνάμα. Από την άλλη, έχετε ήδη προγραμματίσει την εμφάνισή σας στο φεστιβάλ του Rock Hard στη Γερμανία ενώ οι φήμες μιλάνε για επιστροφή του Frank Aresti. Τι ισχύει από όλα αυτά;
Ο Frank θα είναι σίγουρα μέλος της touring band που θα δώσει τη συναυλία στη Γερμανία και κάποιες άλλες στην Αμερική. Σχετικά με νέο άλμπουμ, ο Ray κι εγώ δεν έχουμε πάρει ακόμη τις αποφάσεις μας. Δεν βρήκαμε το χρόνο να μιλήσουμε λόγω της ενασχόλησής μου με τους OSI. Έχω την αίσθηση όμως ότι τελικά θα ηχογραφήσουμε καινούριο άλμπουμ κάποια στιγμή στο μέλλον. Τίποτα δεν είναι σίγουρο και απόλυτο. Αν όμως συμβεί αυτό, επίσης δεν είναι σίγουρο ότι θα συμμετάσχει και ο Frank.

Έχεις κουραστεί με τους FATES ή απλά αισθάνεσαι ότι κλείνει ή έχει κλείσει ο κύκλος τους;
Στο τελευταίο άλμπουμ έγραψα τους στίχους έχοντας το προαίσθημα ότι θα είναι μάλλον το τελευταίο μας. Αλλά βλέπω ότι η χημεία με τον Ray ακόμη κρατάει και συνεπώς μόλις τελειώσω με τους OSI, ίσως να ξεκινήσουμε να γράφουμε νέο υλικό. Μην παίρνεις τίποτα για δεδομένο. Όλα είναι πιθανά.

Λευτέρης Καλοσπύρος
Photos: Frank Seifert

LORD OF THE LOST – AD INFINITUM (Gagarin 205, 27/03)

0
Lord

Lord

Η πρώτη headline εμφάνιση των LORD OF THE LOST ήταν για εμένα προσωπικά κάτι απρόσμενο. Τολμώ δε να πω ότι ήταν και μια τολμηρή, διοργανωτική απόφαση. Εδώ και πολλά χρόνια, η παρέα του Chris Harms βρίσκεται σε συνεχή ανοδική πορεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όμως οι δικές μου προσδοκίες ήταν χαμηλές. Ο ήχος τους είναι ναι μεν δημοφιλής στη χώρα μας, αλλά το Αμβούργο απέχει αρκετά μίλια και από το Halifax και από τη Λισαβώνα.

Μπαίνοντας στο Gagarin 205 είδα ότι ο κόσμος ήταν ακόμη λιγοστός, παρόλα αυτά το πρόγραμμα τηρήθηκε με χρονομετρική ευλάβεια και έτσι, οι Ελβετοί AD INFINITUM ανέβηκαν στη σκηνή. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι fan του ήχου τους, οπότε και δεν τους είχα δει επί σκηνής στην προηγούμενη εμφάνισή τους στα μέρη μας, όταν είχαν έρθει παρέα με τους ELUVEITE. Αυτή η μίξη μεταξύ των EPICA στα αργά, συμφωνικά σημεία και των AMARANTHE στα πιο μοντέρνα, δεν είναι και το πιο ελκυστικό πακέτο.

Εκείνο που σε κερδίζει με τους AD INFINITUM είναι τα ευκολομνημόνευτα refrains τους, η άνεση που έχουν στη σκηνική τους παρουσία και φυσικά, αυτό το εξαιρετικό πλάσμα ονόματι Melissa Bonny. Το κορίτσι αυτό, βάζοντας στην άκρη την εξωτερική του ομορφιά, έχει μια ολόσωστη φωνή, που δεν έσπασε ούτε στιγμή. Στα τρία τέταρτα της ώρας που διήρκεσε η εμφάνιση των Ελβετών, ακούσαμε με άψογο ήχο μια επιλογή τραγουδιών από το σύνολο της δισκογραφίας τους, συν το νέο τους single “Regicide” από το επερχόμενο άλμπουμ τους. Δίκαια κέρδισαν το χειροκρότημα του κοινού, το οποίο τους παρακολούθησε με σχετικά μεγάλη προσοχή, αλλά αυτό με τις καρδούλες που ανταπέδιδαν τακτικά όλα τα μέλη τους, πρέπει να το κοιτάξουν….

Το πρόγραμμα τηρήθηκε ευλαβικά και στους headliners της βραδιάς. Το Gagarin 205 ήταν πλέον απρόσμενα μισογεμάτο (!!!), οπότε ήταν οι συνθήκες ιδανικές για να ξεκινήσει μια αξέχαστη εμφάνιση. Με το που βγήκαν με το εναρκτήριο “Kill the lights” από το επερχόμενο “OPVS NOIR Vol. 3”, τρία πράγματα ήταν αμέσως ευδιάκριτα: Η απουσία του μπασίστα και συνιδρυτή των LORD OF THE LOST, Klaas Helmecke (να ευχηθούμε τα περαστικά μας), η άκρως μελετημένη και μετρημένη σκηνική τους παρουσία και ο καλύτερος ήχος που έχω ακούσει προσωπικά στο Gagarin 205 την τελευταία δεκαετία (για να μην πάω και πιο πίσω).

Μένοντας στη σκηνική παρούσια, όλα τα βλέμματα, θέλοντας και μη, έπεφταν στον χαρισματικό Chris Harms. Ντυμένος κάτι σαν ορθόδοξος ιερέας, βρίσκονταν σε συνεχή κίνηση, χωρίς να χάνει νότα και έπαιζε το κοινό στα δάχτυλα. Όταν έλεγε ότι έπρεπε να χοροπηδήσει στο “Blood for blood”, αυτό γίνονταν αμέσως, όταν δανείζονταν την ατάκα του Dickinson “Scream for me Athens” στο έπος “Loreley”, τα ουρλιαχτά συντόνιζαν το πάτωμα, όταν διέταξε να γίνει wall of death στη διασκευή του “Cha cha cha”, εκεί έπεσαν κλωτσοπατινάδες. Για αυτό άλλωστε είχε και τα τυχερά του, όπως πρόστυχα εσώρουχα, λουλούδια, λούτρινα κουκλάκια και πολλά άλλα.

Και τα άλλα μέλη των LOTL δεν πήγαν βέβαια πίσω. Ο Gernnt Hannemann τα έσπαγε και στα πλήκτρα και στο percussion, ο Niklas Kahl γκρούβαρε ασταμάτητα στα drums και οι δύο κιθαρίστες έδιναν όγκο και τα δεύτερα φωνητικά τους. Και όλα αυτά μέσα σε απόλυτη αρμονία, κρυστάλλινο ήχο και με τις τραγουδάρες να διαδέχονται η μία την άλλη. Το “Prison” είναι ένας gothic rock ύμνος, το “Drag me to hell” είναι δικαίως το LOTL milestone και για το “Doomsday disco” οι COMBICHRIST ακόμη απορούν πως δεν έχουν καταφέρει να συνθέσουν.

Με ένα τέτοιο σερί δυναμικών συνθέσεων, ήταν λογική εξέλιξη η φωνή του Harms να “σπάσει” κατά τη διάρκεια του “Winter’s dying heart” (άλλο που του έφτιαξε η διάθεση αμέσως μετά με έναν μαύρο στηθόδεσμο, κάνοντας και τα σχετικά αστεία), όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να το πάει μέχρι τέλους. Έτσι λοιπόν, έγινε ο σχετικός αυτοσαρκασμός για την παταγώδη αποτυχία του ομώνυμου “Blood & glitter” στον διαγωνισμό της Eurovision, η κυνική ομολογία ότι τα encore είναι περιττή ματαιοδοξία και ο ψυχωμένος αποχαιρετισμός με το “Light can only shine in the darkness”, όπου έλειπε ξεκάθαρα η Sharon των WITHIN TEMPTATION. Ας φώναζε τουλάχιστον στη σκηνή τη Melissa…

Αξέχαστη βραδιά για τους τυχερούς που τόλμησαν να πάνε στο Gagarin 205. Είδαν έναν headliner που είναι τεράστιος τώρα στη σκοτεινή μουσική σκηνή και ένα support act που ήταν άκρως συμπαθές. Κι ας με ρώτησε ένας αλαφιασμένος τύπος, κατά τη διάρκεια των AD INFINITUM, αν είχε τελειώσει η εμφάνιση των… HOUSE OF DISTORTION (read the f@kin’ manual bro!).

Γιώργος Κόης
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece