Wednesday, March 11, 2026




Home Blog Page 2

DEFACED – “Icon” (Massacre Records)

0
Defaced

Defaced

Από την Ελβετία, μια χώρα με μεγάλη ιστορία στον ακραίο ήχο, και πιο συγκεκριμένα από την περιοχή όπου παράγεται το διάσημο τυρί Έμενταλ, έρχονται οι death metallers DEFACED που φιλοδοξούν με το τρίτο τους άλμπουμ, και πρώτο με τη Massacre, με τίτλο “Icon” να τραβήξουν επάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας. Τα δύο πρώτα τους άλμπουμ, τα “On the frontline” του 2012 και “Forging the sanctuary” του 2015 παρουσίασαν μια μπάντα με συνεχή εξέλιξη, που όμως για διάφορους λόγους έπεσε σε αδράνεια για 11 χρόνια. Ήμουν λοιπόν πολύ περίεργος αν η επιστροφή τους μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα θα ήταν άξια λόγου και αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι το line up είναι εντελώς διαφορετικό από αυτά των δύο προηγούμενων άλμπουμ, παρέλαβα το “Icon” με μεγάλη ανυπομονησία.

Ανέφερα παραπάνω ότι οι DEFACED παίζουν death metal, όχι όμως με τη στενή έννοια του όρου. Σίγουρα υπάρχουν στιγμές που το “Icon” παρουσιάζει συνθέσεις πιο straightforward και πιο άμεσες, όμως αυτές είναι και οι λιγότερο ενδιαφέρουσες! Πάρτε για παράδειγμα το εναρκτήριο “The antagonist”, ένα ταχύτατο, ορμητικό, πλην όμως τυπικό death metal κομμάτι που ακούγεται σχετικά αδιάφορο. Και εκεί που είσαι έτοιμος να πεις “μια από τα ίδια” και παίρνεις παραμάσχαλα το φτυάρι του πολέμου, σκάει το “Perception”, διανθισμένο με heavy metal riffs που ξεφεύγουν από την πεπατημένη και σε υποχρεώνουν να ανασηκώσεις το φρύδι με ενδιαφέρον. Στο ίδιο μοτίβο ακολουθεί η κομματάρα “As my will prevails” που παίρνει κεφάλια, ενώ το “The initiation” ανήκει στις λιγότερο καλές στιγμές του δίσκου, μαζί με το “The antagonist” και το “Betrayer”. Συνεχίζοντας με τα αξιοσημείωτα τραγούδια, ξεχωρίζουν τα “Forever mine” που ξεκινά με έναν αρρωστημένο groovy ήχο προτού καταλήξει σε έναν death metal όλεθρο, και το “Anthem of vermin” που εκτιμώ ότι κάνει τη διαφορά ανάμεσα στα πιο straightforward κομμάτια του δίσκου με τα μελωδικά του solos.

Άφησα τελευταία τα, κατά την ταπεινή μου άποψη, καλύτερα κομμάτια του δίσκου, το ομώνυμο και το “Culling the herd”. Το πρώτο, ξεκινά άρρηκτα συνδεδεμένο με το ακουστικό instrumental “Sonate” με ένα heavy doom riff που παραπέμπει σε πρώιμους ANATHEMA και PARADISE LOST προτού απογειωθεί, ενώ το δεύτερο εντυπωσιάζει με το κόψιμο του μπάσου στο μέσον του και τις εναλλαγές στο ρυθμό του παρουσιάζοντας μια απίστευτη ποικιλομορφία.

Από εκεί και πέρα αξίζει να επισημάνουμε την απίστευτη τεχνική κατάρτιση των μελών της μπάντας, με ιδιαίτερη έμφαση στον ντράμερ Massimiliano Malvassora, ενώ τα σπηλαιώδη φωνητικά του Thomas Gertsch ακούγονται όπως ακριβώς θα έπρεπε.

Το “Icon” είναι μια πολύ τίμια και αξιοπρεπής επιστροφή των DEFACED στα δισκογραφικά δρώμενα. Χωρίς να προσπαθούν να ανακαλύψουν τον τροχό, παρουσιάζουν ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ που προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τα death metal στερεότυπα και τα καταφέρνει σε αρκετά μεγάλο ποσοστό.

7,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

HEAVENWOOD: Πρεμιέρα για το νέο single των gothic/dark metallers

0
heavenwood
Photo by Joao Fitas
heavenwood
Photo by Joao Fitas

«Έχουμε πλέον διανύσει τα στάδια μέσα από τα οποία το πνεύμα κατέρχεται στη σταδιακή και ολοκληρωτική του πτώση προς τον υλικό κόσμο. Όλα έχουν πλέον ολοκληρωθεί· το πνεύμα έχει πλήρως υλοποιηθεί και η μεταμόρφωση αυτή υποδηλώνεται από τη δέκατη όγδοη κάρτα.» — Papus

Οι πορτογάλοι πρωτοπόροι του gothic/dark metal Heavenwood ανακοινώνουν την κυκλοφορία του στοιχειωτικού νέου τους single και του επίσημου video, «The Moon». Το κομμάτι αποτελεί την πρώτη γεύση από το πολυαναμενόμενο άλμπουμ “The Tarot Of The Bohemians – Part II”, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει παγκοσμίως αργότερα μέσα στη χρονιά.

Μια βαθιά και ατμοσφαιρική σύνθεση, το «The Moon» βυθίζεται στον εσωτεριστικό συμβολισμό του Gérard Encausse, γνωστού ως Papus, μεταφράζοντας τη μελέτη του πάνω στο Ταρώ σε ένα βαθιά προσωπικό και συναισθηματικά φορτισμένο μουσικό ταξίδι. Εμπνευσμένο από τη δέκατη όγδοη κάρτα και τον συμβολισμό της πνευματικής καθόδου προς την ύλη, το τραγούδι εξερευνά τη δυαδικότητα της Αγάπης μέσα από τη μεταφορική σχέση ανάμεσα στον Ήλιο και τη Σελήνη. Σκοτεινό, καθηλωτικό και πλούσιο σε υφές, το «The Moon» ξεδιπλώνεται με μελαγχολική ένταση πριν κορυφωθεί σε ένα ισχυρό και καθαρτικό φινάλε.

«Αυτό το κομμάτι – και η δική μου μουσική ερμηνεία της μελέτης και της ιδέας που ανέπτυξε ο αποκρυφιστής Papus – αποτελεί μια αναλογία για τη διαδικασία υλοποίησης μιας σειράς προσωπικών εμπειριών, βιωμένων μέσα από τον δικό μου μικρόκοσμο και φορτισμένων με βαθιές δυαδικότητες, οι οποίες, στα μάτια του εξωτερικού κόσμου, μας παρουσιάζονται διαρκώς με δογματικό τρόπο», σχολιάζει ο Ricardo Dias dos Santos. «Σε αυτή την περίπτωση, πρόκειται για την Αγάπη και τη μεταφορική σχέση ανάμεσα στον Ήλιο και τη Σελήνη».

Το «The Moon» αποκαλύπτει το εννοιολογικό βάθος και τη ηχητική πολυπλοκότητα του “The Tarot Of The Bohemians – Part II”. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στην Πορτογαλία και έγινε μίξη και mastering στη Γαλλία από τον Niko HK Krauss, ανεβάζοντας το χαρακτηριστικό μείγμα γοτθικής μελαγχολίας και μεταλλικής έντασης των Heavenwood σε νέα εκφραστικά ύψη.

Σχηματισμένοι το 1992 στη Vila Nova de Gaia, οι Heavenwood παραμένουν ένα από τα πιο σεβαστά και διεθνώς αναγνωρισμένα metal συγκροτήματα της Πορτογαλίας, γνωστοί για τον πρωτοποριακό τους ρόλο στην επέκταση της πορτογαλικής metal σκηνής πέρα από τα σύνορα. Με περισσότερες από τρεις δεκαετίες ιστορίας, καταξιωμένες κυκλοφορίες και εμφανίσεις δίπλα σε μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της σκηνής, το συγκρότημα ανοίγει τώρα ένα νέο κεφάλαιο υπό τη στέγη της Mighty Music, επιβεβαιώνοντας την κληρονομιά του ενώ ταυτόχρονα αγκαλιάζει ένα φιλόδοξο μέλλον.

Δείτε το video clip για το “The moon” σε πρώτη μετάδοση από το Rock Hard.

Σύνθεση:
Ricardo Dias dos Santos – κιθάρες, φωνητικά

Single pre-save:
https://bfan.link/hvwd-moon

Web:
https://www.facebook.com/HeavenwoodOfficial
https://www.instagram.com/heavenwoodofficial/
https://x.com/heavenwoodmusic

@heavenwood_band


https://heavenwoodmusic.bandcamp.com/

https://music.apple.com/au/artist/heavenwood/417112322
https://www.youtube.com/channel/UC21j5FrExtiZOvCs5HCVIoA
https://tidal.com/browse/artist/4510103
https://open.qobuz.com/artist/2444393
https://link.deezer.com/s/32x3NgndPNg2PvSITzkSz
https://soundcloud.com/ricardoheavenwood-dias

Underground Halls Vol. 230 – MEGA COLOSSUS – “Watch out!”

0
Colossus

Colossus

Ξέρεις πόσο ιδιαίτερο καλλιτέχνη σε κάνει και πόσα κιλά παχαίνουν οι “cojones” σου, όταν είσαι μέλος/μέρος μιας σκηνής όπως αυτή του NWOTHM και ταυτόχρονα φαίνεσαι/ακούγεσαι εντελώς ξένος με δαύτη; Όταν δε δίνεις δεκάρα για τη μη μετρήσιμη πλέον πόζα και τη γραφική «ψευδο-τρουίλα» που τη λυμαίνονται, έχεις αποβάλει από πάνω σου το περίβλημα του «και καλά macho» και θεωρείς πολύ σημαντικό τη θετική διάθεση, αρνούμενος να έχεις ύφος και στυλ σύγχρονου σταυροφόρου που διεξάγει «σταυροφορία για τη μεταλλική πίστη» (γελάω), ή σύγχρονου Δον Κιχώτη που κυνηγάει φανταστικούς γίγαντες (όχι φασόλια);

Βασικά, δεν σε κάνει μόνο ιδιαίτερο καλλιτέχνη. Σε κάνει θεότρελo (με την καλή έννοια) και πρωτίστως αυθεντικό, πραγματικό. Σε κάνει… MEGA COLOSSUS! Την αγαπώ τούτη τη πολυτάλαντη παρέα από το Raleigh της Β. Καρολίνας. Δεν έχει ουδεμία πρεμούρα ρε παιδί μου να ενταχθεί σε στρατόπεδα, μόδες, τάσεις και πλαίσια. Βγάζει αγνό, γνήσιο οπαδισμό και εντελώς απελευθερωμένη, γράφει μουσική πρωτίστως για τον εαυτό της και μετά για τον κόσμο. Δεν καταπιέζει τα «θέλω» της προς χάρη του τι θα πουν οι οπαδοί. Ρίσκο; Ναι. Γι’ αυτό την παραδέχομαι και τη γουστάρω, όπως κι όλους όσους κάνουν το ίδιο!

Adventure Metal since 2005…”

Και το πιο ωραίο όλων, είναι ότι οι MEGA COLOSSUS πετυχαίνουν άνετα αυτό που τόσοι και τόσοι προσπαθούν μέσω της επιτήδευσης, καταφέρνοντας, εννοείται, μια τρύπα στο νερό: Να θεωρούνται cult! Όπως οι μέντορες και μεγαλύτερη μουσική τους επιρροή, οι THE LORD WEIRD SLOUGH FEG, οι οποίοι, όλως τυχαίως (not!) έχουν κι αυτοί τη νοοτροπία του «κάνω ό,τι μου αρέσει και όποιος θέλει ακολουθεί, όποιος δε θέλει, ποτέ του». Αχ, μακάρι να είχαμε πολλούς Mike Scalzi (o mastermind των Fegs) στο heavy metal… Σίγουρα, πολλά πράγματα θα ήταν καλύτερα και θα είχαμε γλυτώσει από άλλα τόσα, που τα ακούω και θέλω να κόψω τα αυτιά μου ή τα βλέπω και θέλω να βγάλω τα μάτια μου! Θου, Κύριε!

Ας επιστρέψουμε όμως στους MEGA COLOSSUS. Το “Watchout!” είναι το πέμπτο full length album τους και ένατο στο σύνολο, μαζί με τρία EPs και ένα live. Όχι πως οι προηγούμενες δουλειές τους πήγαιναν πίσω, αλλά ειδικά από το “Riptime” (δες εδώ) και μετά, οι Αμερικανοί διανύουν περίοδο μεγάλης φόρμας σε όλα τα επίπεδα και το “Showdown” (δες εδώ) θεωρείται από αρκετούς ως το αποκορύφωμα της μέχρι τώρα καριέρας τους. Επειδή όμως για να διαβάζεις αυτές τις γραμμές περιμένεις και την άποψη του γράφοντος, να πω, ευκαιρίας δοθείσης, πως για μένα όλοι τους οι δίσκοι ήταν ισάξια ποιοτικοί, μέχρι που μπήκε στο παιχνίδι τούτος εδώ.

“Twin guitar leads like an eagle screeching through space…”

Στο “Watchout!”, ο παγιωμένος ήχος του γκρουπ – μια υπέροχη μίξη THE LORD WEIRD SLOUGH FEG, HAMMERS OF MISFORTUNE και ANNIHILATOR – συναντάται στα καλύτερά του. Το μεγαλύτερο μέρος της λάμψης παίρνουν, όπως πάντα, αφού μιλάμε για MEGA COLOSSUS, οι κιθάρες. Θέματα ξεπετάγονται από το πουθενά, ξαφνικές αλλαγές διαφοροποιούν το όποιο κεντρικό riffing εκεί που δεν το περιμένεις, τα leads είναι super τεχνικά… γενικά, οι Chris Millard και Bill Fischer έχουν τέτοια εξαιρετική φαντασία και ευφυΐα τόσο σε σύνθεση όσο και σε ενορχήστρωση που αν τους είχε, όπως είναι, «πακέτο», ένα μεγάλο, mainstream συγκρότημα, θα είχαν ήδη γίνει εξώφυλλο ως «το καταπληκτικό δίδυμο που μπλα μπλα μπλα»… Αλλά τώρα, είναι μια απλή Παρασκευή… δηλαδή, η μέρα που κυκλοφορεί το “Watchout!”.

Εξίσου ξέφρενη είναι και η απόδοση του rhythm section των Anthony Micale και Doza Mendoza, με μεγάλη συμβολή στην σκόπιμα αντισυμβατική μουσική του group. Έχω βέβαια μια ένσταση εδώ: Η παραγωγή των Al Jacob και Matt Tuttle, στα Warrior Sound Studios του Chapel Hill είναι μεν «κρύσταλλο», ωστόσο η τελική μίξη που ανέκαθεν προτιμούν οι MEGA COLOSSUS βγάζει πολύ μπροστά τις κιθάρες, με αποτέλεσμα να μην ακούμε όσο πρέπει τους «παπάδες» που παίζει από πίσω το μπάσο. Ευτυχώς πάντως, τουλάχιστον υπό συνθήκες “live”, αυτό το – για τα δικά μου πάντα μέτρα και σταθμά -μικρό ελάττωμα, διορθώνεται.

Ο Sean Buchanan στα φωνητικά, είναι άλλη… φάση. Μοιάζει να ανήκει σε άλλο ιδίωμα! Έχει ωραία φωνή, πεντακάθαρη, στις πολλαπλές φωνητικές αρμονίες δένει υπέροχα με τους υπολοίπους αλλά σίγουρα, «μεταλλική» δεν τη λες με τίποτα! Μου θυμίζει τον τρόπο που τραγουδά ο Chris Black (HIGHSPIRITS, DAWNBRINGER, AKTOR κλπ), ο οποίος δέχεται τα ίδια πάνω-κάτω σχόλια για τις ερμηνείες του. Γι’αυτό και δικαιολογώ απολύτως όσους προσπαθούν αλλά στο τέλος δε μπορούν να αγαπήσουν τη μπάντα. Καλώς ή κακώς, είναι γεγονός πως το heavy metal είναι κατά βάση συνυφασμένο με άλλου είδους φωνές.

“…fantasy inspired lyrics from the dustiest old book collection…”

Στιχουργικά, το “Watchout!” κινείται κι αυτό στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, με πολύ ωραίους, γλαφυρούς ως και παιχνιδιάρικους στίχους, χωρίς να φοβάται μήπως χαρακτηριστεί “nerdy”. Ένα πεδίο που γνωρίζει άπταιστα ο Buchanan, συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ο ίδιος και που αυτήν την στιγμή, ολοκληρώνει το πρώτο του μυθιστόρημα. Όντως, έχει πολύ καλή στιχουργική πένα ο frontman των MEGA COLOSSUS.

Αξιοπρόσεκτη είναι και η διάταξη των τραγουδιών: Τα τρία πιο γρήγορα και άμεσα (ο Θεός να τα κάνει, για MEGA COLOSSUS μιλάμε) είναι στην αρχή του δίσκου, τα πλέον εκτενή σε διάρκεια και πολυποίκιλα στο δεύτερο μισό. Από την πρώτη ομάδα ξεχώρισα το “Tag in your friend” (ωραίος τίτλος!), από τη δεύτερη τα “Good hunting” και “Bloodless”. Γενικά όμως, το άλμπουμ έχει απίθανη συνθετική ισορροπία με αποτέλεσμα, όταν πατήσεις το “play”, να μην κάνεις “skip” πουθενά. Και ρέει νεράκι!

“…and the raw power of metal to make you grin with pleasure, as you pour beer on your own head! This is Mega Colossus!”

Αυτό είναι το metal των MEGA COLOSSUS: Μελωδικό, περιπετειώδες, ατρόμητο και διασκεδαστικό! Βάλτο στη ζωή σου και πίστεψέ με, δε θα το μετανιώσεις. Επίσης, αν είσαι από εκείνα τα μέρη ή σε φέρει ο δρόμος κατά κει, δες τους στο Up the Hammers Festival της Θεσσαλονίκης. Και αφού ενθουσιαστείς (δεδομένο) από την σαρωτική (σίγουρο) εμφάνισή τους, μη διστάσεις να τους αναζητήσεις για μια μπύρα και έναν καλό λόγο. Είναι πολύ ωραίοι τύποι, προσγειωμένοι, προσιτοί και διόλου ντίβες. Αν μάλιστα τους πεις πως φέτος κυκλοφόρησαν τον καλύτερό τους δίσκο, εκεί να δεις χαρά που θα πάρουν! 

(8,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MEGA COLOSSUS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Watchout!”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Cruz Del Sur Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Sean Buchanan – Φωνητικά
Chris Millard – Κιθάρες
Bill Fischer – Κιθάρες
Anthony Micale – Μπάσο
Doza Mendoza – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Βandcamp
Facebook
Spotify
Instagram
Deezer
Tidal
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ:
Bandcamp
Facebook
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
“…and the Rift of the Pan-Dimensional Undergods” (Nice LifeRecords, 2008)
“Drunk on blood” (EP, Nice Life Records, 2009)
“…and the Sepulcher of the Mirror Warlocks” (EP, Independent, 2012)
“HyperGlaive” (Killer Metal Records, 2016)
“V”(EP, Independent, 2019)
“Riptime” (Independent, 2021)
“Showdown” (Cruz Del Sur Music, 2024)
“Live at the Cat’s Cradle Backroom” (Live, Independent, 2024)
“Watch out!”(Cruz Del Sur Music, 2026)

A Day To Remember… 05/03 [OVERKILL]

0
Overkill

Overkill

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ‘The killing kind” – OVERKILL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: CMC International Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: OVERKILL
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Bobby “Blitz” Elsworth
Κιθάρες – Joe Comeau, Sebastian Marino (R.I.P. 2023)
Μπάσο – D.D. Verni
Τύμπανα – Tim Mallare

Το όγδοο άλμπουμ των αγαπημένων μου OVERKILL που κυκλοφόρησε σαν σήμερα, είναι ένα άλμπουμ που μπορεί να μην βρίσκεται πολύ ψηλά στην εκτίμηση των οπαδών, κατά την προσωπική μου άποψη όμως, είναι πολύ υποτιμημένο. Για μια ακόμη φορά συναντούμε αλλαγές στο line up καθώς έχουμε ένα καινούργιο κιθαριστικό δίδυμο και συγκεκριμένα τον Joe Comeau (τραγουδιστή των LIEGE LORD και αργότερα και των ANNIHILATOR) και τον Sebastian Marino που είχε συμμετάσχει στο “Worth the weight” των ANVIL.

Σαφώς πιο ποικιλόμορφο από τον προκάτοχό του, το “W.F.O.” αλλά όχι λιγότερο τραχύ, το “The killing kind” περιέχει κάποιες πολύ δυνατές στιγμές αλλά και κάποιες που θα μπορούσαν να λείπουν. Για παράδειγμα το “Bold face pagan stomp” είναι ένα groovy κομμάτι που μου θυμίζει αρκετά εποχές “I hear black” και ακούγεται λίγο εκτός κλίματος. Από την άλλη, οι OVERKILL ήταν, είναι και θα είναι μια κορυφαία thrash metal μπάντα και το “The killing kind” φροντίζει να το επιβεβαιώσει αυτό με τον καλύτερο τρόπο καθώς τα τρία πρώτα κομμάτια του δίσκου, τα “Battle”, “God-like” και “Certifiable” παίρνουν κεφάλια.

Η ποικιλομορφία που αναφέραμε παραπάνω συνεχίζεται σε τραγούδια όπως το φοβερό “Burn you down/ to ashes”που ξεκάθαρα πατάει γερά στις doom βάσεις που οι ίδιοι έθεσαν με το “Skullkrusher” από το “The years of decay”, και την επική μπαλάντα “The mourning after/ private bleeding” που προσδίδει ένα ιδιαίτερο τόνο. To “The cleansing” είναι άλλο ένα πολύ δυνατό κομμάτι ενώ το “Cold, hard fact” που κλείνει τον δίσκο είναι μεν καλό αλλά οι OVERKILL μας έχουν συνηθίσει σε καλύτερους επιλόγους στα άλμπουμ τους. Άφησα τελευταία για σχολιασμό το “Feeding frenzy”, ένα καταπληκτικό instrumental κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του D.D Verni και το προσωπικό αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου το “Let me shut that for you”, μια κλασική OVERKILL τραγουδάρα γεμάτο τραχύτητα και ωμότητα και με έναν Blitz να μην χαρίζει κάστανα σε κανέναν.

Σε γενικές γραμμές το “The killing kind” είναι μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια που μπορεί να απέχει παρασάγγας από τις πρώτες δουλειές των OVERKILL, δεν παύει όμως να είναι μια σημαντική προσθήκη στη δισκογραφία τους και αν το έχετε παραμελήσει, ποτέ δεν είναι αργά να του δώσετε μια ευκαιρία.

Και όπως ουρλιάζει ο Blitz στο “Certifiable”…..

YOU BETTER! LET ME! IN!
MOTHER FUCKER!

Did you know that:

  • Η Ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνει σαν bonus τη διασκευή στο “Cornucopia” των BLACK SABBATH που αργότερα θα την συναντούσαμε και στη συλλογή διασκευών “Coverkill” του 1999. Κάποιες εκδόσεις περιέχουν επιπλέον τη διασκευή στο “Tyrant” των JUDAS PRIEST αλλά και το “Killogy”, ένα κομμάτι που συμπεριλήφθηκε και σαν bonus στην Ιαπωνική έκδοση του “I hear black”.
  • Ο ηχητικός διάλογος που ακούγεται στο “Battle” είναι δανεισμένος από την ταινία “Batman returns” του 1992 και συγκεκριμένα είναι ανάμεσα στην Michelle Pfeiffer και τον Christopher Walken.
  • Η πρώτη έκδοση του βινυλίου κυκλοφόρησε και σε περιορισμένα αντίτυπα σε πράσινο χρώμα.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 04/03 [OCEANS OF SLUMBER]

0
Slumber

Slumber

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Winter” – OCEANS OF SLUMBER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Russ Russell
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Cammie Gilbert
Κιθάρα – Anthony Contreras
Κιθάρα, φωνητικά – Sean Gary
Μπάσο – Keegan Kelly
Tύμπανα, πλήκτρα, πιάνο – Dobber Beverly

Αρχές του 2016. Δέκα χρόνια πριν. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που έβαλα να παίξει για πρώτη φορά το Winter των OCEANS OF SLUMBER. Δεν ήξερα ακριβώς τι να περιμένω. Είχα ακούσει το “Aetherial”, είχα τσεκάρει το EP, είχα καταλάβει ότι κάτι ιδιαίτερο γεννιόταν εκεί στο Houston. Αλλά αυτό που ακολούθησε, δεν το περίμενα.

Από τις πρώτες νότες του ομώνυμου κομματιού ένιωσα ότι η μπάντα δεν είχε καμία πρόθεση να παίξει με ασφάλεια. Ήταν σαν να άνοιγε μια πόρτα και πίσω της να υπήρχαν όλα: σκοτάδι, μελωδία, ένταση, ευαισθησία. Και στο κέντρο αυτής, η φωνή της Cammie Gilbert. Όχι απλώς όμορφη. Όχι απλώς τεχνικά άρτια. Συναισθηματικά καθηλωτική. Από εκείνες τις φωνές που δεν τις ακούς απλώς — τις νιώθεις στο στομάχι. Θυμάμαι να με εντυπωσιάζει το πόσο φυσικά εναλλάσσονταν τα πάντα. Εκεί που άφηνες τον εαυτό σου σε μια σχεδόν μπαλαντοειδή ηρεμία, ερχόταν ένα ξέσπασμα με blast-beats και riffs που μύριζαν παλιά, «σκοτεινή» Σκανδιναβία. Και όμως, τίποτα δεν έμοιαζε επιτηδευμένο. Δεν ήταν «να δείξουμε ότι μπορούμε να τα παίξουμε όλα». Ήταν «αυτό είμαστε».

Όταν έφτασα στη διασκευή του “Nights in White Satin”, χαμογέλασα. Ήταν από αυτές τις στιγμές που λες “ή θα απογειωθεί ή θα καταρρεύσει”. Και τελικά απογειώθηκε. Όχι γιατί προσπάθησαν να το κάνουν πιο βαρύ ή πιο ακραίο από όσο χρειάζεται. Αλλά γιατί το έκαναν δικό τους. Το φίλτραραν μέσα από τη μελαγχολία και την ένταση που ήδη κουβαλούσε ο δίσκος. Υπήρχαν και οι πιο ήσυχες στιγμές. Τα ιντερλούδια. Τα ακουστικά περάσματα. Εκεί όπου άφηνες για λίγο το headbanging και απλώς άκουγες με τη ψυχή. Ήταν ένας δίσκος με ροή. Με αρχή, μέση και τέλος. Σαν χειμωνιάτικο μονοπάτι που σε πάει από το φως στο σκοτάδι και πίσω. Ιδιαίτερη εντύπωση τότε μου είχαν κάνει και το “Devout”, με το black metal ξέσπασμά του και τις πιο melodic rock μεταβάσεις του, αλλά και το “Apologue”, ίσως την πιο ακραία στιγμή του δίσκου με τα blast-beats και τις κιθάρες που έφερναν στο μυαλό παλιότερες, σκοτεινές εποχές του extreme metal.

Δέκα χρόνια μετά, το ξανακούω και δεν νιώθω νοσταλγία με την έννοια του «τότε ήταν καλύτερα». Νιώθω δικαίωση. Γιατί θυμάμαι τον ενθουσιασμό που είχα όταν έγραφα την παρουσίασή του τότε. Θυμάμαι να λέω ότι «αυτός ο δίσκος θα μείνει». Και έμεινε. Δεν είναι όλα τα άλμπουμ έτσι. Κάποια τα θυμάσαι για λίγο. Κάποια περισσότερο. Το “Winter” είναι από εκείνα που επιστρέφεις όταν θες να θυμηθείς γιατί αγαπάς αυτή τη μουσική. Γιατί το metal δεν είναι ταμπέλες. Είναι συναίσθημα. Το “Winter” από τους OCEANS OF SLUMBER δεν είναι απλώς ένα άλμπουμ στη δισκοθήκη μας… Είναι μια υπενθύμιση ότι όταν το ταλέντο συναντά το θάρρος και το θράσος, γράφεται ιστορία.

Γιώργος Δρογγίτης

SACRED REICH: Ανακοινώθηκε η εμφάνισή τους στο Rethymno Rocks!

0
Reich

Reich

SACRED REICH live @ Rethymno Rocks! #6

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Οι γερόλυκοι Sacred Reich είναι ίσως το σημαντικότερο Thrash metal σχήμα που έβγαλε η πολιτεία της Αριζόνα, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι του αμερικανικού Thrash κινήματος των 80s και 90s. Η μεγάλη επιτυχία των εμβληματικών πρώτων άλμπουμ τους “Ignorance” & “The American Way” και του θρυλικού EP “Surf Nicaragua” οδήγησαν τη μπάντα των Phil Rind και Wiley Arnett από νωρίς στο international σανίδι πλάι σε μεγαθήρια της τότε και μετέπειτα εποχής. Ο στίχος των Sacred Reich ήταν πάντα καυστικός, αλληγορικός και με μαύρο χιούμορ, με έντονο κοινωνικό χρωματισμό, άρρηκτα συνδεδεμένος με τις μελανές στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας, τις κοινωνικές ανισότητες και τα δεινά του πολέμου. Εν έτει 2026 και αρκετά χρόνια μετά το “Awakening” του 2019, το old school Thrash των Sacred Reich είναι ακόμα φρέσκο, σύγχρονο και βροντοφωνάζει μηνύματα που είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Χαίροντας μεγάλης εκτίμησης από το ελληνικό κοινό εδώ και δεκαετίες, οι Αμερικανοί masters υπόσχονται μια εκρηκτική, ασυμβίβαστη και επιβλητική εμφάνιση στο φετινό φεστιβάλ. Το Rethymno Rocks! είναι πανέτοιμο να υποδεχτεί ένα από τα ιστορικότερα αμερικανικά Thrash Metal σχήματα την Παρασκευή 28 Αυγούστου στο Hill Stage της Φορτέτζας! See you ALL in the pit!

PARADISE LOST: Παίζουν στο Floyd το Νοέμβριο

0
Lost

Lost

PARADISE LOST

ΤΕΤΑΡΤΗ 11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2026

FLOYD LIVE MUSIC VENUE

Οι Paradise Lost έρχονται στην Αθήνα με έναν αριστουργηματικό νέο δίσκο και όλα τα highlights της καριέρας τους!

Την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου στο Floyd, θα υποδεχτούμε μια από τις σημαντικότερες μπάντες της σύγχρονης metal ιστορίας, σε μια μοναδική συναυλία που θα επιβεβαιώσει τη σχέση λατρείας που έχει το ελληνικό κοινό με τους Shadowkings. Με το νέο τους album να έχει ήδη αφήσει το στίγμα του και με ένα setlist που διατρέχει τις σημαντικότερες στιγμές της σπουδαίας δισκογραφίας τους, η Βρετανική μπάντα έρχεται για να δώσει ένα καθηλωτικό show αντάξιο του ονόματος και της ιστορίας της.

Περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά την έναρξη της καριέρας τους και με πάνω από δύο εκατομμύρια πωλήσεις άλμπουμ, οι Paradise Lost παραμένουν οι αδιαμφισβήτητοι βασιλιάδες της σκοτεινής πλευράς του metal. Σχηματίστηκαν στο Χάλιφαξ το 1988, και γρήγορα ήρθε η αναγνώριση τους ως πρωτοπόροι του gothic metal μέσα από τα πρώτα, εμβληματικά άλμπουμ τους, όπως το θρυλικό Gothic του 1991.

Ποτέ δεν υπήρξαν συγκρότημα που έμενε δημιουργικά στάσιμο αφού καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας τους εξερεύνησαν πολυάριθμες εκφάνσεις του σκληρού ήχου, από τις sludge doom-death ρίζες τους έως την κατάκτηση των metal mainstream charts με τον ογκώδη, πλούσιο ήχο του Draconian Times το 1995. Aργότερα τόλμησαν να κινηθούν σε πιο πειραματικές, ηλεκτρονικές κατευθύνσεις, επηρεάζοντας καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όπως είναι οι Cradle Of Filth, HIM, Gatecreeper και η Chelsea Wolfe.

Πλέον φτάνοντας στο 2025, το πενταμελές σχήμα από το Γιορκσάιρ επέστρεψε με το εντυπωσιακό 17ο άλμπουμ του, Ascension, έναν δίσκο που επιβεβαίωσε τη συνθετική δεινότητά των Paradise Lost μιας και βρέθηκε σε όλες τις λίστες με τους καλύτερους δίσκους της προηγούμενης χρονιάς. Σε παραγωγή του κιθαρίστα του γκρουπ, Gregor Mackintosh στα Black Planet East Studios στο Γιορκσάιρ, με τα τύμπανα και τα φωνητικά να ηχογραφούνται στα NBS και Wasteland Studios στη Σουηδία, τα 10 τραγούδια του άλμπουμ διαβαίνουν όλα τα σκοτεινά μονοπάτια που δημιούργησαν οι Shadowkings μέσα από τον χαρακτηριστικό τους ήχο μπολιάζοντας τις σπαραξικάρδιες μελωδίες του Mackintosh, το ιδιοφυές rhythm section και την χαρακτηριστική φωνή του Holmes.

«Μετά από 35 χρόνια, όλα είναι συνειδητά», λέει ο Nick. «Είναι δύσκολο να μην είσαι 100% σίγουρος για το από πού προέρχονται τα πάντα, έχοντας ένα τόσο μεγάλο και ποικιλόμορφο back catalogue, αλλά τελικά όλα καταλήγουν στο αν μας αρέσει ή όχι η μουσική που δημιουργούμε. Αν μας αρέσει, μένει! Αυτό δεν έχει αλλάξει από τότε που ήμασταν έφηβοι.»

Το Ascension στέκεται περήφανα στον κατάλογο των Paradise Lost. Η «μιζέρια» δεν σταματά ποτέ, αλλά, όπως λέει αστειευόμενος ο Nick, έτσι τους αρέσει.

Την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου στο Floyd, οι Paradise Lost θα μας υπενθυμίσουν γιατί το σκοτάδι τους αποτελεί, για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, το πιο γοητευτικό καταφύγιο του σκληρού ήχου. Μια βραδιά-σταθμός με τα τραγούδια τους που σημάδεψαν την σπουδαία δισκογραφική τους πορεία και σφράγισαν την ερωτική τους σχέση με το ελληνικό κοινό.

Η προπώληση των εισιτηρίων ξεκινά την Πέμπτη 5 Μαρτίου στις 12:00 μέσω του more.com

 

Axel Rudi Pell – “Ghost town” (Steamhammer)

0
Pell

Pell

«Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;», που έλεγε και ο Τιτάνας Μπέζος στο ρόλο του δικηγόρου Αλέξανδρου Θεοτοκάτου. Αναφέρομαι χαριτολογώντας, φυσικά, σε μια νέα δισκογραφική δουλειά του Axel Rudi Pell ο οποίος συνεχίζει απτόητος το θεάρεστο έργο του κυκλοφορώντας το…ίδιο άλμπουμ τα τελευταία 22 (τουλάχιστον χρόνια)! Ξέρετε τι εννοώ. Όλοι οι δίσκοι του έχουν πάνω-κάτω την ίδια δομή, τα κομμάτια θυμίζουν στάνταρ κάτι από τις προηγούμενες δουλειές του, τα κιθαριστικά μέρη είναι μελωδικά και αψεγάδιαστα, το rhythm section όπως πάντα στιβαρό, η παραγωγή κρυστάλλινη και ογκώδης και ο Gioeli όπως πάντα εντυπωσιακός. Το ίδιο ισχύει και με το “Ghost town”.

Μετά από όλα αυτά, θα αναρωτηθεί ενδεχομένως κάποιος – και πολύ σωστά- που είναι το κακό σε όλα αυτά; Ξεκάθαρα η απάντηση είναι μία: πουθενά! Δεν υπάρχει κάτι κακό. Υπάρχει όμως ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, μία μονοτονία που προφανώς όχι μόνο δεν συμμερίζεται ο Pell αλλά είναι και εκνευριστικά αντίθετος σε όλο αυτό. Μη με παρεξηγείτε. Δηλώνω απερίφραστα μεγάλος οπαδός του Γερμανού κιθαρίστα…άλλωστε και μόνο το γεγονός ότι τιμάει την παράδοση και κληρονομιά του Blackmore για μένα φτάνει και περισσεύει. Στεναχωριέμαι, λοιπόν, να βλέπω να συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο η βάση των οπαδών του λόγω ακριβώς αυτής της εμμονής του στα ίδια…και τα ίδια. Ας μη κρυβόμαστε. Αν θέλουμε να βάλουμε να ακούσουμε κάτι από Axel Rudi Pell, κατά 99% θα επιλέξουμε κάτι από το “The masquerade ball” και πίσω.

Πάντως, το “Ghost town” έχει πραγματικά στιγμές που ξεχωρίζουν όπως το πολύ μελωδικό (και σκοτεινό μαζί) “Guillotine walk”, το φανταστικό ντουέτο με το Στρατηγό Udo Dirkschneider στο “Breaking seals” (το οποίο φέρνει στο νου κάτι από το συνθετικό στυλ του “Mission No X”) και τη χαρακτηριστική μπαλάντα “Towards the shore”. Ύστερα από αρκετές ακροάσεις, θα έλεγα μάλιστα ότι ο Pell μπορεί να επαναλαμβάνεται αλλά τουλάχιστον αυτή τη φορά καταφέρνει να προσθέσει και μερικά στοιχεία στη δομή των συνθέσεων που προσδίδουν θα λέγαμε και έναν αέρα ανανέωσης. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για το εξώφυλλο που μοιάζει με σχεδόν όλα τα υπόλοιπα.

7,5 / 10

Σάκης Νίκας

PRONG – “Live and Uncleansed” (Steamhammer)

0
Prong

Prong

Aυτό το live άλμπουμ αποτυπώνει την πιο ωμή και επιθετική μορφή των PRONG, τροφοδοτούμενο αποκλειστικά από την ένταση, την ακρίβεια και την ατίθαση στάση. Από τις πρώτες στιγμές, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για μια χλιδάτη ζωντανή παραγωγή. Ο ήχος είναι σκληρός, μερικές φορές κλειστοφοβικός και δυνατός, κι αυτό είναι υπέρ του άλμπουμ. Η μουσική, βασισμένη σε industrial/groove riffs, τραχιά φωνητικά και μια hardcore-punk ραχοκοκαλιά, ευδοκιμεί σε ένα ζωντανό περιβάλλον χωρίς στουντιακές παρεμβολές και επεμβάσεις.

Ο τόνος της κιθάρας του Tommy Victor είναι κοφτερός, διαπερνώντας το mix σαν μπαλτάς. Τα φωνητικά του είναι τόσο επιθετικά και άμεσα όσο ποτέ, δίνοντας στα κομμάτια μια χλευαστική χροιά που μοιάζει ακόμα πιο έντονη από τις αντίστοιχες στουντιακές εκδοχές τους. Ακούγονται ριζωμένοι τόσο στο hardcore και το thrash, όσο και στην ψυχρή, επαναλαμβανόμενη industrial ακρίβειά τους που τους μετέτρεψε σε μια μπάντα cult αλλά συνάμα και σε μια μουσική πρόταση που επηρέασε πολλά μεγάλα ονόματα των 90’s, από NINE INCH NAILS μέχρι KORN.

Το setlist εξισορροπεί την επιθετικότητα που καθοδηγείται από την ταχύτητα με τα αναβράζοντα mid-tempo crushers, αναδεικνύοντας την ικανότητα του συγκροτήματος να συνδυάζει άριστα το punk με το metal. Η παραγωγή μπορεί να φαίνεται ανεπεξέργαστη κατά καιρούς, αλλά αυτή η τραχύτητα είναι μέρος της γοητείας της μπάντας ζωντανά. Το άλμπουμ καταφέρνει να κάνει τον ακροατή να αισθάνεται σαν να είναι εγκλεισμένος μέσα σε ένα μικρό club, με τα τοιχώματα του να τρίζουν, παρακολουθώντας μια μπάντα που ακούγεται σφιχτή σαν γροθιά, κοντρολάροντας το χάος γύρω της, δικαιολογώντας απολύτως τον τίτλο του δίσκου (κάνοντας αναφορά από την άλλη, στον πιο πετυχημένο, εμπορικά και καλλιτεχνικά, δίσκο τους: “Cleansing” του 1994).

Αυτός ο δίσκος θα μπορούσε να χρησιμέψει και ως εισαγωγή στους αμύητους στον μοναδικό κόσμο των PRONG, μιας που εμπεριέχει όλα τα ηχητικά στοιχεία τους, αν και λείπουν κάμποσα από τα πιο γνωστά τραγούδια τους.

Γιώργος Γκούμας

PUSCIFER – “Normal isn’t” (Puscifer Entertainment/Alchemy Recordings/BMG)

0
Puscifer

Puscifer

Μια φορά κι έναν καιρό, οι PUSCIFER δημιουργήθηκαν από τον Maynard James Keenan ως ένα όχι-και-τόσο-σοβαρό project, προκειμένου να σκοτώνει την ώρα του και να αποβάλλει από το κεφάλι του κάθε μουσική ιδέα που είχε. Μιλάμε για τα τέλη των 00s, σε μια περίοδο που οι A PERFECT CIRCLE επήλθαν (πρόωρα) σε δημιουργικό τέλμα και οι TOOL περιόδευαν ασταμάτητα και δεν είχαν γράψει ούτε μισή νότα για το “Fear inoculum”. Βάζουμε και τη δεδομένη αγάπη του Maynard για την ηλεκτρονική σκηνή, όπως και για πιο “σκοτεινές” μουσικές των 80s και έχουμε ένα σχετικό, μουσικό πλαίσιο.

Το προ εξαετίας “Existential reckoning” αντιπροσώπευε κατ’ εμέ την πλέον δημιουργική περίοδο των PUSCIFER, αφού ο χαβαλές παραμόνευε σε κάθε γωνιά και οι συνθέσεις ήταν gg μία προς μία. “Πλέον έχουμε 2026 και τώρα τι κάνουμε” φαίνεται να αναρωτήθηκε ο Keenan και οι απαντήσεις υπάρχουν στο “Normal isn’t”. Και κάπου εδώ το πράγμα αρχίζει κάπως να μπερδεύεται.

Μετά από πολλές ακροάσεις, εκείνη η λέξη που θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει το “Normal isn’t” είναι “μπερδεμένο”. Σε μια προσπάθεια να χωρέσει σε κάτι λιγότερο από μία ώρα όλα αυτά που γουστάρει, ο Keenan δημιούργησε μαζί με την παρέα του ένα σύνολο τραγουδιών που έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους. Και είναι πραγματικά αμαρτία, όταν στο πλευρό του υπάρχει μια τόσο χαρισματική καλλιτέχνιδα όπως η Karina Round.

Ακούς το “Pendulum” και νομίζεις ότι ήταν καταχωνιασμένο στα συρτάρια των DEPECHE MODE της “Violator” era. Έχεις το “Bad wolf” και πιστεύεις ότι θα ξεπεταχτεί σαν μπαμπούλας ο Peter Murphy του “In the flat field”. Στο “A public storing” έχεις ακριβώς στο μέσο ένα plot twist και ξεπροβάλλουν από το πουθενά οι MUSE. Και κάπως έτσι πάει μέχρι το τέλος όλο αυτό.

Όλες οι παραπάνω επιρροές κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτες είναι. Εκεί που χαλάει η συνταγή είναι ότι η βάση όλων των συνθέσεων είναι μια μίξη των εμπορικών A PERFECT CIRCLE με κάποιες πατέντες που τις εφηύρε πριν πολλά χρόνια ο Άγιος Trent Reznor. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά ότι χάθηκε το funny part και τη σχεδόν καθολική έλλειψη refrains, έχουμε ως αποτέλεσμα ένα “Normal isn’t” που σου μένει ως highlight το απολύτως τίποτα. Κι αυτό είναι κατόρθωμα.

Δε λέω ότι το “Normal isn’t” είναι κακό άλμπουμ. Δεν είναι ούτε καν μέτριο. Δηλαδή να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας. Είναι ένα σύνολο συνθέσεων σούπερ προσεγμένων, με μουσικάρες, πλημμύρα καλών επιρροών και με κάποιες larger than life προσωπικότητες. Αλλά η μουσική είναι συναίσθημα, βίωμα και το νόημα της κυκλοφορίας ενός άλμπουμ είναι να μπορέσεις να το ακούσεις όσο γίνεται περισσότερο. Και όταν φτάνει στο τέλος της η κάθε ακρόαση και αναρωτιέσαι γιατί δεν υπάρχει ούτε ένα τραγούδι που να θες να πατήσεις εναγωνίως το repeat, τότε υπάρχει πρόβλημα.

7 / 10

Γιώργος Κόης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece