Saturday, February 14, 2026




Home Blog Page 22

A day to remember… 9/11 [WHITE LION]

0
White Lion

White Lion

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ : “Fight to survive” – WHITE LION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ : 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ : JVC/Victor Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Peter Haucke
ΣΥΝΘΕΣΗ :
Mike Tramp – φωνή
Vito Bratta – κιθάρες
Felix Robinson – μπάσο
Nick Capozzi – τύμπανα

Έχουμε διαβάσει πολλές ιστορίες για καλλιτέχνες που δυσκολέυτηκαν να βρουν συμβόλαιο, άλλους που έδωσαν αγώνα για να πετύχουν και κάποιους που έφτυσαν αίμα για να καταξιωθούν. Αυτό που συνέβη όμως με τους WHITE LION είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, γεμάτη από δράμα, χιλιάδες δολλάρια, ένα Γιαπωνέζικο όνειρο, χαρές, λύπες και τελικά ένα ντεμπούτο που φέρει τον πιο ιδανικό τίτλο. Το “Fight to survive”, είναι κάτι παραπάνω από την πρώτη δισκογραφική τους προσπάθεια. Ήταν ένας γολγοθάς και μια τεράστια αποζημίωση ενός μακροπρόθεσμου αγώνα σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες συνήθως δεν είχαν τις αντοχές, όσο οι δισκογραφικές εταιρείες, όσο το ραδιόφωνο και το MTV καθόριζαν την τύχη τους. Τώρα, μέσα σε όλα αυτά, τι σχέση μπορεί να έχει η Τάνια Τσανακλίδου;

Βλέπετε, η ιστορία των WHITE LION προέρχεται από τις στάχτες των Δανών STUDS που το 1982 έκαναν μια τρελή απόπειρα να μεταφερθούν στην Νέα Υόρκη για να βρουν την τύχη τους. Φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι από μόνο του αυτό το εγχείρημα και βέβαια οι περισσότερες πιθανότητες ήταν εναντίον τους. Ο Mike Tramp, ο ξανθόμάλλης τραγουδιστής τους, είχε παρελθόν στους MABEL, μια παρέα νεαρών Δανών που έφτασε μέχρι την Eurovision του 1978, όπου όμως δεν κατάφεραν να μαζέψουν πάνω από 13 βαθμούς με το τραγούδι “Boom boom”, αφήνοντάς τους 16ους, πίσω ακόμα κι από την Ελλάδα, που συγκέντρωσε 66, με το “Charlie Chaplin” της Τσανακλίδου. Η πρώτη γεύση της επιτυχίας του έδωσε την ώθηση για να παραμείνει στις ΗΠΑ όταν οι άλλα παρέδωσαν τα όπλα και να φτάσει να φτιάξει τέλικά τους WHITE LION το 1983.

Για να συμπληρωθεί το DNA τους, χρειαζόταν το έταιρο μισό της αλυσίδας. Ο Vito Bratta, επίσης στα 23 του χρόνια τότε, είχε φτάσει ήδη ένα βήμα πριν την μπάντα του Ozzy Osbourne, όσο και τους KISS αφού το τεράστιο ταλέντο του διαφαινόταν στα κλαμπ που έπαιζε με την μπάντα του. Τελικά, κατάφερε να βρει το μουσικό του σπίτι στους WHITE LION, όπου όχι μόνο μπόρεσε να αποκαλύψει τις απίστευτες κιθαριστικές του ικανότητες, αλλά και να ξεδιπλώσει το συνθετικό του ταλέντο, συμμετέχοντας σε όλα τα τραγούδια.

Παρά το νεαρό της ηλικίας τους, τόσο ο Tramp, όσο και ο Bratta, ακουγόταν ώριμοι και υπερβολικά έμπειροι όταν έπαιζαν. Ο πρώτος, με την βραχνή, ξεχωριστή φωνή του, με μια δόση ξένης προφοράς και κάτι από Don Dokken. Ο δεύτερος, σαν ο μικρότερος αδερφός του Eddie Van Halen, έκανε την κιθάρα του να φτύνει φωτιές σε κάθε σόλο, ενώ έγραφε ριφ-άρες, εμπνευσμένος τόσο από την Δυτική ακτή με τους φαντεζί παίκτες, όσο κι από τους παραδοσιακούς Βρετανούς κιθαρίστες. Όμως, οι φήμες λένε πως ο μπασίστας τους, έπαιξε τον μεγαλύτερ ρόλο στο να υπογράψουν σε μια πολυεθνική, αφού το παρελθόν του Felix Robinson στους ANGEL (με τον Gregg Giuffria), τον έκανε πασίγνωστο και για εμπορικούς λόγους, προσέλκυσε ενδιαφέρον.

Δεν συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε επετείους κυκλοφοριών από την Ιαπωνία, όμως το “Fight to survive” δεν κυκλοφόρησε στην Ευρώπη και την Αμερική, παρά αρκετούς μήνες αργότερα. Η JVC/Victor πίστεψε στην προοπτική αυτού του νεαρού και ιδιόμορφου σχήματος, παρά το γεγονός πως η Elektra, που τους είχε υπογράψει στις ΗΠΑ, έβαλε το άλμπουμ στην κατάψυξη. Ευτυχώς όμως, είχε ήδη χρηματοδοτήσει την ηχογράφηση του άλμπουμ, που έγινε για έναν παράδοξο λόγο, στην Φρανκφούρτη, της Δυτικής Γερμανίας τον Φεβρουάριο του 1985, με τον Peter Haucke ως παραγωγό. Έτσι ο ήχος του δίσκου, ήταν πιο ωμός και ακατέργαστος από ότι αν είχε γραφτεί στην Αμερική, ενώ τα τραγούδια είχαν μεγάλη έμφαση στις πιασάρικες μελωδικές γραμμές. Γενικά όμως, το συγκρότημα ακροβατούσε μεταξύ του ραδιοφωνικού μελωδικού hard n’ heavy και του πιο σκληρού metal. Μάλιστα, για ένα συγκρότημα που έγινε μετέπειτα γνωστό για τις τεράστιες επιτυχίες του, οι στίχοι των περισσότερων τραγουδιών εδώ αναφέρονται σε πιο σοβαρά και όχι τόσο χαρούμενα μοτίβα.

Στην τελική όμως, είναι η ποιότητα η οποία κρίνεται σε βάθος χρόνου και το “Fight to survive” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, με τραγούδια που άδικα θάφτηκαν, λόγω λάθος αποφάσεων. Η επιτυχία που βρήκαν αργότερα το απέδειξε. Το “Broken heart” ανοίγει απαλά, σε ξεγελάει, για να μεταμορφωθεί σε ένα hard rock ύμνο. Το “Cherokee” – που αναφέρεται βέβαια στους ιθαγενείς – έχει βάθος, με τον Bratta να δείχνει για πρώτη φορά τα «δόντια» του, τόσο στις έξυπνες ιδέες στις στροφές, αλλά και το τρομερό του σόλο. Μετά μπαίνει το a-la-EVH εισαγωγικό του ομότιτλου τραγουδιού, μια σύνθεση με αλλαγές στην ατμόσφαιρα, αλλά και στο παίξιμο, που έγινε σημείο αναφοράς της ταυτότητας των WHITE LION. Θα μπορούσα να αναφερθώ στο κάθε ένα ξεχωριστά, διότι υπάρχουν ριφ, ρεφραίν, σόλο και πολύ attitude από το νεαρό συγκρότημα. Αγαπώ όμως ιδιαίτερα τα “All the fallen men” και “Road to Valhalla”, που ίσως φανερώνουν περισσότερο από τα υπόλοιπα την ιδανική συνύπαρξη του Tramp με τον Bratta. Ο πρώτος έφερνε την Ευρωπαϊκή αύρα (QUEEN πιανάκι;) και την πιο ποπ αισθητική, με τον δεύτερο να φέρνει την τεχνική, την ένταση και τον Αμερικάνικο ήχο.

Δεν υπάρχει τίτλος που να αρμόζει καλύτερα στο ντεμπούτο των WHITE LION από το “Fight to survive” και αυτό ισχύει για όλόκληρη την καριέρα τους. Πιστεύω πως το έχετε στην κατοχή σας, όλοι εσείς που διαβάζεται αυτές τις γραμμες. Εάν όχι, τότε απλά αναζητήστε το.

Did you know that:

  • Η επιτυχία του άλμπουμ ήρθε αφού το δεύτερό τους πόνημα κυκλοφόρησε και πούλησε καλά. Το “Pride” βγήκε το 1987 και τελικά το 1988 το “Fight to survive” σκαρφάλωσε στο 151 Billboard.
  • Τόσο ο Felix Robinson όσο και ο άγνωστος Nick Capozzi, είχαν αντικατασταθεί όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ, σχεδόν δύο χρόνια μετά την ηχογράφησή του. Ο πρώτος, από τον James LoMenzo (μετέπειτα στους BLACK LABEL SOCIETY, MEGADETH, DAVID LEE ROTH BAND και άλλους) και ο δεύτερος από τον Greg D’Angelo (προηγουμένως στους ANTHRAX).
  • To “Brokenheart” επανηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε στο “Maneattraction” το 1991, όπου και τελικά απέκτησε την αναγνώριση που του άξιζε.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 9/11 [W.A.S.P.]

0
WASP

WASP

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Last Command” – W.A.S.P.
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Capitol Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Spencer Proffer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά/Μπάσο – Blackie Lawless
Κιθάρες – Chris Holmes/Randy Piper
Drums – Steve Riley

Το 1984, θεωρώ ότι είναι αντικειμενικά μια από τις σημαντικότερες χρονιές και έχει (καθ)ορίσει όλη την αρχική πορεία πολλών καλλιτεχνών στη rock/hard rock και heavy metal μουσική. Συγκροτήματα που ήδη προϋπήρχαν χρονικά, και από το κίνημα του New Wave Of British Heavy Metal στην Αγγλία, αλλά και από αλλά σε όλη την Ευρώπη, κυκλοφόρησαν εκείνη την χρονιά δίσκους που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στην δισκογραφία. Γκρουπ όπως οι BATHORY, BON JOVI, GRAVE DIGGER, ANNIHILATOR, CANDLEMASS, BLIND GUARDIAN, CELTIC FROST, HELLOWEEN, RUNNING WILD, ICED EARTH, OBITUARY, RAGE, SEPULTURA, JAG PANZER, LIZZY BORDEN, STRATOVARIUS, PRETTY MAIDS, STRYPER έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην σκηνή, άλλοι μικρά και άλλοι πιο μεγάλα.

Στην Αμερική, γκρουπ όπως οι METALLICA, SLAYER, ANTHRAX, MANOWAR, ARMORED SAINT, METAL CHURCH, MEDIEVAL STEEL, BROCAS HELM, OMEN, CIRITH UNGOL, DIO, DOKKEN, FATES WARNING, HELSTAR, WARLORD, TROUBLE, QUEENSRYCHE, με τις κυκλοφορίες που είχαν εκείνη την χρονιά κρατούσαν ψηλά την σημαία του metal. Μια από αυτές όμως θα έκανε μια ακόμα ιδιαίτερη εντύπωση, το ομώνυμο των W.A.S.P. Το όνομα, που παρέπεμπε σε κάτι διαβολικά σεξιστικό, για κάποιους, και το όλο στήσιμο και attitude τους, που ίσως απώτερο σκοπό είχε να διαπομπεύσει και να καταστρέψει οτιδήποτε μέχρι τότε ήταν ταμπού στην πουριτανική Αμερικανική κοινωνία, σόκαρε τους πάντες.

Όταν το συγκρότημα πρωτοεμφανίστηκε, δεν ήταν απλά άλλη μια μπάντα στην αχανή σκηνή. Ήταν μια ηχητική, και σίγουρα, μια αισθητική πρόκληση προς κάθε κατεύθυνση. Το άλμπουμ δεν γινόταν να διαφέρει από αυτό που ήθελε να μεταδώσει/πρεσβεύσει, και έτσι η κάθε του σύνθεση ξεχείλιζε από φρενήρεις ρυθμούς και μια ανεπανάληπτη ένταση και «ωμότητα», που δεν σε άφηνε να ηρεμήσεις. Η πρώτη τους δουλειά σε σύνολο 10 τραγουδιών έβγαλε 4 singles, δείγμα του υψηλού επιπέδου του δίσκου.

Είχαν ήδη ξεκινήσει να αποτελούν μια ανερχομένη δύναμη στο κλασικού ύφους heavy metal κι έτσι δεν έμειναν άπραγοι, αλλά έκαναν την μια κίνηση μετά την άλλη, για να κρατάνε το όνομα τους «ζεστό» στο κοινό. Το ίδιο έτος κυκλοφορούν σε βιντεοκασέτα την ζωντανή εμφάνισή τους στο Lyceum του Λονδίνου, έπειτα μπαίνουν στο studio και μια χρονιά μετά, η δεύτερη δισκογραφική τους δουλειά “The last command”, ήταν στα δισκοπωλεία. Η όποια σύγκριση με το ντεμπούτο θα ήταν αναπόφευκτη, αλλά οι Blackie Lawless και Chris Holmes, κύριοι συνθέτες του δίσκου, βάση τελικού αποτελέσματος, είχαν την ικανότητα με την μουσική τους, να αποσιωπήσουν την κάθε πιθανή αρνητική κριτική.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, έλεγαν οι Αρχαίοι μας πρόγονοι. Έτσι το εναρκτήριο τραγούδι  “Wild child”, και σαν σύνθεση αλλά και σαν video clip, θα φανέρωνε άμεσα τις προθέσεις του γκρουπ. Από την μια ήθελαν να κρατήσουν την ηχητική ταυτότητα που είχαν δημιουργήσει μια χρονιά πριν, από την άλλη προσδοκούσαν να έχουν τραγούδια που σου προκαλούν μια τέτοια εσωτερική ξεγνοιασιά, σαν συνειρμικά, να καβαλάς τη μηχανή σου με ωραίες γυναικείες παρουσίες από πίσω, να κάνεις όσες στάσεις επιθυμείς για φαΐ και σεξ και μετά να οδηγείς πάλι προς το πουθενά, ακούγοντας απλά την μουσική τους σε ένταση. Οι W.A.S.P., ειδικά εκείνα τα χρόνια, ήταν από τα συγκροτήματα που έγραφαν τραγούδια που εκκρίνανε περίσσια ενέργεια, ηχητική αλητεία και τσαμπουκά.

Υπάρχουν άλμπουμ που έχουν ορίσει μια εποχή ή μια χρονιά, όχι εξαιτίας μόνο της όποιας αρτιότητας τους, αλλά επειδή έχουν το βάρος μιας αλλαγής, έστω και μικρής, και πως θα την αντιμετωπίσει ο κόσμος. Το “The last command”, θα είναι για πάντα ένα από αυτά. Οι W.A.S.P., μετά το «βίαιο» ντεμπούτο τους, αντί να αντιγράψουν τους εαυτούς τους με, μάλλον, σίγουρη την επιτυχία, αποφασίζουν να κάνουν το βήμα παραπάνω, που οι ίδιοι θεώρησαν σωστό, δημιουργώντας κάπως πιο εμπορικές συνθέσεις, με ίσως απώτερο σκοπό μεγαλύτερη απήχηση και πωλήσεις, κάτι που προφανώς κατάφεραν. Είχαν το ταλέντο/έμπνευση/πείτε το όπως θέλετε, να γράψουν εκτός του “Wild child”, ένα τραγούδι που αν και οι πέτρες είχαν στόμα και λαρύγγι θα το τραγουδούσαν, το “Blind in Texas”. Αυτά τα δυο, «άνοιξαν» κάθε πιθανή κλειστή πόρτα, «βάζοντας» τους μέσα σε κάθε σπίτι, metal club, ή όπου αλλού ακουγόταν η heavy metal μουσική.

Φυσικά δυο τραγούδια δεν φέρνουν την άνοιξη. Έτσι τα “Ballcrusher”, “Fistful of diamonds”, “Jack action”, “Widomaker”, “Cries in the night”, “The last command”, “Running wild in the streets” και “Sex drive”, χωρίς βεβαίως να είναι ισάξια των δυο, αποτέλεσαν όμως τα ιδανικά δεκανίκια για να σταθούν οι W.AS.P. στα πόδια τους και να κάνουν το βήμα, που ήθελαν ή προσδοκούσαν. Δημιουργήσαν 10 τραγούδια που δικαιολογούσαν απολύτως τη φήμη και τον ντόρο που έγινε τον προηγούμενο χρόνο, δίνοντας στο κοινό συνθέσεις που είχαν από την αρχή μέχρι το τέλος τους, 100% τον χαρακτηριστικό ήχο του γκρουπ και το στυλ δόμησης που προϋπήρχε. Αφαίρεσαν την «αρχέγονη» ωμότητα στη σύνθεση, «κρατώντας» όμως το επιθετικό ύφος, την ηχητική δυναμική και τα trademarks που προϋπήρχαν, έχοντας, κυρίως, αυτές τις μελωδίες, ειδικά στα κιθαριστικά μέρη, αλλά και τα refrain, που σου «κολλούσαν» τόσο εύκολα, σαν την νικοτίνη.

Φυσικά τα τραγούδια τα κάνουν οι μουσικοί. Έτσι τα τότε μέλη του σχήματος, παρόλο που ο drummer ήταν καινούργιος, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα στιβαρό line-up που «έδεσε» γρήγορα και προσέφερε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Βεβαίως είναι περιττό να αναφερθεί ότι την μερίδα του λέοντος την είχε, από τότε, η φιγούρα και προσωπικότητα του Blackie Lawless. Η χαρακτηριστική φωνή του θα μείνει ηχητικά αθάνατη στο χρόνο. Ο λυσσασμένος τρόπος που ερμηνεύει την κάθε σύνθεση, σου κάνει τα συναισθήματα σου να ζωντανεύουν σε κάθε ακρόαση. Είναι από τις αυτές τις λίγες φωνές που έστω και ένα τραγούδι να έχεις ακούσει, την αναγνωρίζεις σε δευτερόλεπτα.

Αν το ομώνυμο ντεμπούτο ήταν η γέννηση του θηρίου, το ”The last command” ήταν το παιδί που έγινε γρήγορα έφηβος και «μεγάλωσε» των W.A.S.P.. To άλμπουμ, με τις σωστές βεβαίως κινήσεις που έγιναν, ειδικά με την βοήθεια του μουσικού καναλιού MTV που έπαιζε συχνά τα video clip τους, κέρδισε γρήγορα την αποδοχή του ευρύτερου κοινού, κάνοντάς το, το πιο εμπορικά επιτυχημένο του γκρουπ, κυρίως στην Αμερική. Η αμεσότητα των τραγουδιών στον ακροατή, «έκλεισε» πολλά στόματα αμφισβητιών του συγκροτήματος, από την μια, και από την άλλη γέμισε με χαρά πολλούς οπαδούς αφού είχαν άλλο ένα άλμπουμ, να «λιώσουν» στο παίξιμο. Η εν λόγω δουλειά έχει μείνει στην ιστορία και την έχει γράψει με χρυσά γράμματα, γιατί οι ίδιοι οι μουσικοί, αποφάσισαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να επαναπροσδιορίσουν ηχητικά τον εαυτό τους, κερδίζοντας στο τέλος την ψήφο του κοινού. Αν όντως ήταν «Η Τελευταία Εντολή», αυτή σίγουρα θα μας έλεγε: «Ακούτε heavy metal όπου είστε και ό,τι κι αν κάνετε». Κάπως έτσι οι W.A.S.P., έγιναν για πάντα μια από τις «κολώνες» του ιδιώματος.

Did you know that?

–  Το άλμπουμ θα ήταν το τελευταίο του κιθαρίστα Randy Piper αφού αποχώρησε μετά.

–  Ο παραγωγός του δίσκου, Spencer Proffer, έγινε πολύ γνωστός μετά την δουλειά του στο έξι φορές πλατινένιο album “Metal health” των QUIET RIOT του 1983.

–  Το τραγούδι “Running wild in the street” έχει γραφτεί από τον Spencer Proffer, και αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει από τους KICK AXE. Στη εκτέλεση στο δίσκο συμμετέχουν στα backing vocals ο κιθαρίστας Carlos Cavazo (ex-QUIET RIOT, ex-RATT) και ο μπασίστας Chuck Wright (ex-QUIET RIOT, ex-HOUSE OF LORDS). Όπως είναι κατανοητό, και οι δυο αυτές συμμετοχές έφεραν πολλά credits στο δίσκο αλλά και τη μπάντα.

–  Το τραγούδι “Sex drive” είναι σύνθεση των Lawless/Piper από την συνεργασία τους στους SISTER, group που υπήρχε από το 1976 μέχρι το 1978 με πολύ επίσης γνωστό μέλος στο lineup τον μπασίστα Nikki Sixx, που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια διάσημος από τους MOTLEY CRUE.

–  Το τραγούδι “Cries in the night” υπήρξε προηγουμένως με διαφορετική μορφή και τίτλο, αφού αρχικά ονομαζόταν “Mr. Cool”. Ο Blackie Lawless το έγραψε όταν ήταν 18 ετών, πολύ πριν από τη δημιουργία των W.A.S.P., κατά την περίοδο που έπαιζε στους CIRCUS CIRCUS. Σύμφωνα με άλλες πηγές, δημιουργήθηκε όταν ήταν στους KILLER KANE BAND με τον Arthur Kane. Η τελική εκδοχή του, περιλαμβάνει αλλαγές στον ρυθμό, τη μουσική και τους στίχους του refrain. Ο Lawless δήλωσε αργότερα ότι μετάνιωσε που άλλαξε την αρχική εκδοχή, καθώς θεωρούσε καλύτερη την πρώτη σύνθεση. Οι αλλαγές έγιναν κατόπιν συμβουλής ενός υπαλλήλου της τότε δισκογραφικής εταιρείας Capitol Records, που τους είχε προτείνει να αλλάξουν το refrain για εμπορικούς λόγους.

–  H digital remastered έκδοση του “The last command”, έχει σαν bonus τα b-sides από singles, “Mississippi queen” διασκευή στο γνωστό τραγούδι των MOUNTAIN και “Savage” (ακυκλοφόρητο) και 5 τραγούδια από την ζωντανή εμφάνιση του συγκροτήματος, τον Οκτώβριο του 1984 στο Lyceum Ballroom.

–  Η σημαία στο εξώφυλλο του δίσκου δεν είναι κάποια υπαρκτή εθνική σημαία, αλλά ένα φανταστικό σύμβολο που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του εξωφύλλου. Πιο συγκεκριμένα, εκτός των ωραία συνδυασμένων χρωμάτων, απεικονίζει έναν λύκο, που αποτελεί σύμβολο δύναμης, ανεξαρτησίας και επιθετικότητας έχοντας μια μαύρη λωρίδα, δημιουργώντας μια ωραία αισθητικά εικόνα.

–  Υπάρχουν φήμες ότι ο Blackie Lawless είχε προσφέρει το τραγούδι “Wild child” στους MOTLEY CRUE, αλλά ο Nikki Sixx το απέρριψε επειδή θεώρησε ότι ο τραγουδιστής των MOTLEY CRUE, Vince Neil, δεν θα μπορούσε να το ερμηνεύσει σωστά. Ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ επίσημη επιβεβαίωση από τους ίδιους τους μουσικούς για την ακρίβεια αυτής της ιστορίας. Είναι γνωστό ότι οι Lawless και Sixx είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν στην μπάντα SISTER, πριν ο Lawless απολύσει τον Sixx, ο οποίος στη συνέχεια δημιούργησε τους MOTLEY CRUE. Αυτή η σχέση είναι πιθανό να έχει τροφοδοτεί τέτοιες φήμες.

–  Οι W.A.S.P. και με το “The last command” στοχοποιήθηκαν από το Κέντρο Μουσικών Πόρων Γονέων (PMRC), μια δικομματική κυβερνητική επιτροπή των Ηνωμένων Πολιτειών που συστάθηκε το 1985 με τον δηλωμένο στόχο της αύξησης του γονικού ελέγχου στην πρόσβαση των παιδιών σε μουσική που θεωρείται ότι έχει βίαια ή σεξουαλικά θέματα και στίχους που υμνούν και προωθούν τα ναρκωτικά. Το έργο της επιτροπής οδήγησε στην ευρεία υιοθέτηση και τοποθέτησης του αυτοκόλλητου Γονικής Συμβουλευτικής (Parental Advisory: Explicit Content/Lyrics) στα εξώφυλλα των άλμπουμ, μέχρι και σήμερα.

–  Το “The last command” των W.A.S.P. έχει πουλήσει περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα παγκοσμίως. Πιο συγκεκριμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες πιστοποιήθηκε ως Χρυσό από την RIAA (Ένωση Βιομηχανίας Ηχογράφησης της Αμερικής) στις 4 Ιουνίου 1998. Η επιτυχία του οφείλεται στα δημοφιλή singles που περιείχε, όπως το “Blind in Texas” και φυσικά το “Wild child”, δυο τραγούδια που είχαν συχνές προβολές από το μουσικό κανάλι MTV. Το άλμπουμ έφτασε στη θέση No. 49 του Billboard 200 στις αρχές του 1986.

–  Ο Alexi Laiho κιθαρίστας και τραγουδιστής των CHILDREN OF BODOM, ακούγοντας το “Wild child”, έκανε τον τίτλο του τραγουδιού παρατσούκλι του.

–  Το “Wild child” έχει διασκευαστεί από τους SUSPERIA, NOKTURNAL MORTUM, CRYSTAL VIPER και NIGHWISH μεταξύ άλλων.

–  Το “Wild child”, αν και θεωρείται ένα από τα κορυφαία τραγούδια του γκρουπ, εντούτοις κυκλοφόρησε επισήμως το 1986, μια χρονιά μετά την επίσημη χρονιά κυκλοφορίας, σε remix έκδοση και όχι σαν single προπομπός του άλμπουμ.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 9/11 [TWISTED SISTER]

0
Twisted Sister

Twisted Sister

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Come out and play” – TWISTED SISTER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Dieter Dierks
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Dee Snider – Φωνητικά
Jay Jay French, Eddie Ojeda – Κιθάρες
Mark “The Animal” Mendoza – Μπάσο
A.J. Pero (R.I.P. 2015) – Τύμπανα

Μόλις έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του υπερεπιτυχημένου “Stay hungry”, οι TWISTED SISTER κυκλοφόρησαν το τέταρτο τους άλμπουμ , με τίτλο “Come out and play”. Πολύ αγαπημένος δίσκος για τον γράφοντα, παρά τις ομολογουμένως αρκετές, κατά τη γνώμη μου αστοχίες του.

Ας ξεκινήσουμε με τα κακώς κείμενα. Υπάρχουν κομμάτια που ακούγοντας τα, χωρίς να είναι κακά, προκαλούν απορία στον ακροατή. Το “Leader of the pack”, μια παντελώς αχρείαστη διασκευή σε κομμάτι του γυναικείου γκρουπ THE SHANGRI-LAS που μεσουράνησε την δεκαετία του ‘60, θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει ως b-side σε κάποιο single. Το “Be chrool to your scuel” παρά την συμμετοχή των πολλών καλεσμένων όπως του Alice Cooper και του Billy Joel, ακούγεται και αυτό αρκετά εκτός κλίματος. Προφανώς και η μπάντα ήθελε να καρπωθεί την επιτυχία του “Stay hungry” και ακολούθησε κάπως πιο εμπορικές φόρμες, που όμως έμοιαζαν αταίριαστες με την γενική εικόνα των SISTER. Ακόμα και η , πανέμορφη κατά τα άλλα, μπαλάντα “I believe in you”, χάνει σε σύγκριση αν μπει στη ζυγαριά με το ανυπέρβλητο “The price”.

Και αφού τελειώσαμε με τα, ας πούμε άσχημα, ας πιάσουμε τώρα τα καλά. Και είναι ΠΟΛΥ καλά! Πολύ όμορφα τα “You want what we got” και “Lookin’ out for #1” που, χωρίς να είναι ultra heavy, είναι δυνατά και με τον κλασικό SISTER ήχο. Τα πράγματα βαραίνουν με τα πορωτικά “I believe in rock ‘n’ roll “  και “Kill or be killed” ενώ τα πολύ σκοτεινά “The fire still burns” και “Out on the streets” παίζει να είναι τα δύο πιο αγαπημένα μου κομμάτια του δίσκου….

… φυσικά μετά το ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο! Γρήγορο, ωμό, ασυμβίβαστο και πάνω από όλα HEAVY METAL, το “Come out and play” είναι ξεκάθαρα ένα από τα καλύτερα κομμάτια των SISTER, που αν θεωρείς τον εαυτό σου μεταλλά, δεν μπορείς να μην παρασυρθείς όταν το ακούς!

Η παραγωγή από τον Dieter Dierks, πασίγνωστο για τις δουλειές του με SCORPIONS και ACCEPT, μεταξύ άλλων, είναι ίσως η καλύτερη που είχαν ποτέ οι SISTER σε δίσκο τους, ενώ και η απόδοση της μπάντας είναι φοβερή με τον Snider να τραντάζει βουνά με το πάθος του.

Σε γενικές γραμμές, το “Come out and play” είναι ένας πολύ καλός δίσκος, παρά τις αστοχίες του. Το πρόβλημα είναι ότι εκείνη την εποχή οι TWISTED SISTER πειραματίστηκαν και έβγαλαν ένα δίσκο που ακροβατούσε ανάμεσα στην εμπορικότητα και τον heavy ήχο τους με οδυνηρά για την μπάντα αποτελέσματα που αντικατοπτρίσθηκαν στις χαμηλές πωλήσεις των εισιτηρίων για την περιοδεία και την αποχώρηση του ντράμερ A.J. Pero. Μπορεί να δίχασε τους οπαδούς όταν κυκλοφόρησε, τελικά όμως αγαπήθηκε από τον κόσμο σε βάθος χρόνου. Και ο χρόνος είναι πάντα ο απόλυτος κριτής. Οπότε, μέρα που είναι…

PLAY IT LOUD MUTHA!

Did you know that:

  • Η περιορισμένη έκδοση του βινυλίου κόστισε αρκετά στην Atlantic καθώς είχε ένα pop-up εξώφυλλο με τον Snider να βγαίνει από το καπάκι ενός υπονόμου.
  • Προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν την επιτυχία που γνώρισαν με τα προηγούμενα βίντεο κλιπ τους, οι TWISTED SISTER γύρισαν δύο σε παρόμοιο μοτίβο για τα “The leader of the pack” και “Be chrool to your scuel” που όμως δεν είχαν την ανάλογη απήχηση και σίγουρα αυτό έπαιξε τον ρόλο του στις πωλήσεις του άλμπουμ. Ειδικά το βίντεο του “Be chrool to your scuel” απαγορεύτηκε από το MTV καθώς θεωρήθηκε υπερβολικά βίαιο.
  • Η CD έκδοση του άλμπουμ περιέχει επιπλέον την μπαλάντα “King of the fools” που κυκλοφόρησε αρχικά σαν standalone single νωρίτερα την ίδια χρονιά.
  • Το ομώνυμο κομμάτι παραμένει ένα από τα απόλυτα fan favorites μέχρι και σήμερα, ενώ συνήθως με αυτό η μπάντα ξεκινάει τα encore στα live της. Όσο για την εισαγωγή, αυτή είναι εμπνευσμένη από την κλασική cult ταινία “The warriors” του 1979.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 8/11 [ANNIHILATOR]

0

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Schizo deluxe” – ANNIHILATOR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: AFM Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jeff Waters
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Dave Padden – Φωνητικά
Jeff Waters – Κιθάρες, Μπάσο, Φωνητικά στο “Too far gone”
Tony Chappelle – Τύμπανα

Η περίοδος των Καναδών thrashers ANNIHILATOR με τον Dave Padden στα φωνητικά δεν είχε ξεκινήσει και με τους καλύτερους οιωνούς. Το πρώτο άλμπουμ με τον Padden πίσω από το μικρόφωνο, το “All for you” του 2004 ήταν, για να το πω κομψά, απογοητευτικό. Το “Schizo deluxe” που κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα, έδειχνε ότι ο Waters είχε αφουγκραστεί τα παράπονα των οπαδών και παρουσίασε έναν δίσκο που έδειχνε ότι άρχισε να παρεκκλίνει από την nu-metal πορεία του προκατόχου του, αν και όχι εντελώς.

Ακούγοντας το “Schizo deluxe” για μια ακόμη φορά χάριν της επετείου αυτής, διαπίστωσα ότι η άποψη μου  για τον ενδέκατο δίσκο των ANNIHILATOR δεν έχει ακόμη και 20 χρόνια μετά. Έχει κάποια μέτρια κομμάτια, αλλά έχει και κάποιες φοβερές κομματάρες που διέψευσαν με τον καλύτερο τρόπο όσους ισχυρίζονταν ότι ο Waters έχει στερέψει από έμπνευση. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα κακώς κείμενα, πάντα κατά την ταπεινή μου άποψη.

Συνήθως οι ANNIHILATOR ξεκινούν τα άλμπουμ τους με δυνατά κομμάτια. Το “Maximum Satan” που ανοίγει τον δίσκο παίζει να είναι και από τα χειρότερα εναρκτήρια κομμάτια των ANNIHILATOR. Οι επιρροές από MACHINE HEAD και PANTERA είναι εμφανέστατες και η κατάσταση δεν σώζεται ούτε στο thrash ξέσπασμα στο τέλος. Οι πειραματισμοί συνεχίζονται στο “Too far gone” όπου αναλαμβάνει ο Waters εξ ολοκλήρου τα φωνητικά και ηχητικά παραπέμπει στο “Remains”. Τα “Like father, like gun” και “Something witchy” είναι παντελώς αδιάφορα, ενώ το “Clare” , που προσπαθεί να συνδέσει στιχουργικά τις ιστορίες των “Alice in hell” και “Never, neverland” έχει δυνατές προοπτικές αλλά αυτά τα nu-metal στοιχεία κάπου φρενάρουν την κατάσταση.

Όμως για τους ANNIHILATOR μιλάμε, διάολε, όχι για τίποτα τυχάρπαστους φτωχούς αντιγραφείς των MACHINE HEAD!  Και εκεί που έχεις ακούσει το “Maximum Satan” και σε ζώνουν τα φίδια ότι θα ακούσεις άλλη μια έκδοση του “All for you”, σκάει μύτη το “Drive” και σου πέφτει το σαγόνι. Φανταστείτε το riff του “King of the kill” παιγμένο σε διπλάσια ταχύτητα! Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο και, με κίνδυνο να φανώ υπερβολικός, εκτιμώ ότι είναι ένα από τα πιο επιθετικά κομμάτια που έχει γράψει ο Waters. Πολύ δυνατά επίσης και τα “Warbird” και “Plasma zombies”, ίσως η μοναδικές στιγμές που το πάντρεμα του μοντέρνου ήχου που ακολουθούσαν τότε οι ANNIHILATOR με τις πιο βασικές τους φόρμες ακούγεται αρμονικά. Τέλος, τα “Invite it” και “Pride” είναι καταπληκτικά και δεν μπορούν να μην φέρουν χαμόγελα στον κάθε παραδοσιακό ANNIHILATOR οπαδό! Το πρώτο ακούγεται σαν να έρχεται κατευθείαν από το 1990 και το “Never, Neverland” , ενώ το δεύτερο έχει αυτό το παρανοϊκό riff που μόνο ο Waters θα μπορούσε να γράψει και σου καρφώνεται στο μυαλό.

Το άλμπουμ έγινε δεκτό με θετική ανταπόκριση από τον κόσμο που είδε την μπάντα να αρχίζει να γυρνά σε πιο κλασικές φόρμες μετά την απογοήτευση του “All for you”. Ναι, υπάρχουν ακόμα εδώ αυτά τα στοιχεία που ξένισαν τους οπαδούς. Όμως, υπάρχουν και κάποιες κομματάρες που θύμισαν εκείνη την εποχή που οι ANNIHILATOR μεσουρανούσαν. Με λίγα λόγια, το “Schizo deluxe” είναι το μεταβατικό άλμπουμ από την πειραματική φάση των Καναδών προς τις back to basics ρίζες τους, και αυτό μόνο ως θετικό χαρακτηρίζεται!

Did you know that:

  • Αξίζει να αναζητήστε τη deluxe έκδοση του δίσκου που περιέχει κάποια πολύ ενδιαφέροντα bonus κομμάτια. Το ένα είναι το “Weapon X” (γραμμένο φυσικά για τον Καναδό mutant της καρδιάς μας, τον Wolverine) το οποίο είχε κυκλοφορήσει στο E.P. “The one” τον Απρίλιο του 2004. Πρόκειται για μια πολύ δυνατή thrash σύνθεση που θεωρήθηκε ότι δεν ταίριαζε με το όλο κλίμα του “All for you” και δεν συμπεριλήφθηκε εκεί. Όσο για τα άλλα δύο, έχουν ιστορική σημασία καθώς το ένα είναι το “I am in command” από την πρώτη πρόβα της μπάντας το 1990 με τον αείμνηστο Coburn Pharr , ενώ το άλλο είναι το “Annihilator” από εποχής 1985 με τον John Bates στα φωνητικά και θεωρείται η πρώτη ηχογράφηση των ANNIHILATOR.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 7/11 [ALICE IN CHAINS]

0
Chains

Chains

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ – “Alice in chains” – ALICE IN CHAINS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Columbia/ Sony
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Toby Wright
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Layne Staley
Kιθάρες/φωνητικά – Jerry Cantrell
Mπάσο – Mike Inez
Τύμπανα – Sean Kinney

Το ομότιτλο άλμπουμ των ΑLICE IN CHAINS βγήκε σαν σήμερα πριν από τριάντα χρόνια, σε μια σκοτεινή και δύσκολη περίοδο για το σχήμα που αντανακλάται απόλυτα και στην ήχο του συγκεκριμένου δίσκου. Ας δούμε όμως τα πράγματα χρονολογικά που θα μας επιτρέψουν να καταλάβουμε πώς προέκυψε ο ήχος και οι συνθέσεις του “Alice in chains”.

Η μπάντα ήταν σε ένα τρελό rollercoaster καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας με τα δυο πρώτα άλμπουμ τους, γεγονός που εκτοξεύθηκε με την κυκλοφορία του EP “Jar of flies” τον Ιανουάριο του 1994 . Ήταν το πρώτο EP στην ιστορία του billboard που έφτασε στον # 1 των album charts, γεγονός που δείχνει αν μη τι άλλο την τεράστια δημοτικότητά τους εκείνη την εποχή. Όμως αμέσως μετά ο Layne Staley μπήκε σε κλινική αποτοξίνωσης και ακόμα και όταν βγήκε δεν ήταν στην καλύτερη κατάσταση για περιοδείες. Έτσι το σχήμα αποφάσισε ανεπίσημα να σταματήσει στις δραστηριότητες του για τους επόμενους έξι μήνες και ο καθένας θα ασχοληθεί με τα δικά του project.  Ο κιθαρίστας Jerry Cantrell έγραφε κομμάτια για ένα πιθανό solo δίσκο ενώ ο μπασίστας Mike Inez συμμετείχε στον δίσκο του Slash “It’s five o clock somewhere”. O Staley συμμετείχε στους MAD SEASON, project που ξεκίνησε από τον κιθαρίστα των PEARL JAM, Mike McCready και ηχογράφησε το άλμπουμ “Above” τον χειμώνα του 1994.

Μετά την κυκλοφορία του “Above” από τους ΜΑD SEASON τον Μάρτιο του 1995 η μπάντα αποφασίζει μετά και από πιέσεις της δισκογραφικής εταιρίας τους να ξαναμαζευτεί και να δουλέψει πάνω σε υλικό για έναν νέο δίσκο. Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του “Αbove” θα μπουν στα Bad Animals Studios (ιδιοκτησία των αδελφών Wilson από τους ΗΕΑRΤ), studio που επιλέχθηκε για να είναι κοντά στο σπίτι του Staley και να μπορεί να εμφανίζεται.

Επίσης κομμάτια όλοι μαζί δεν είχαν γράψει, πως να γίνει άλλωστε αφού είχαν ένα χρόνο να βρεθούν. Όμως κάποια demos που έγραφε αυτό το διάστημα ο Cantrell χρησιμοποιήθηκαν σαν ιδέες για τα μελλοντικά κομμάτια. Ο παραγωγός Toby Wright (CORROSION OF CONFORMITY) είχε να διαχειριστεί μια δύσκολη κατάσταση με τον εθισμό του Staley, καθώς πολλές φορές αργούσε ή απουσίαζε στις πρόβες και στις ηχογραφήσεις. Οπότε για να αποφεύγει τέτοιες καταστάσεις είχε βάλει τον βοηθό του να ειδοποιεί τόσο αυτόν όσο και την μπάντα την στιγμή που ο Staley ήταν διαθέσιμος για εργασία, ανεξάρτητα από την ώρα της ημέρας. Πράγματι, οι ηχογραφήσεις γίνονταν σχεδόν πάντα αργά την νύχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες σε κλίμα μυσταγωγικό κατά κάποιο τρόπο. Μάλιστα πολλές φορές ο παραγωγός έδινε ρεπό αρκετών ημερών στα μέλη του σχήματος ώστε να μπορέσουν να ξεκουρασθούν και να αποβάλουν την ένταση του studio.

Τελικά μετά από πέντε μήνες στο studio, οι συνθέσεις ετοιμάσθηκαν και ηχογραφήθηκαν. Ο δίσκος θα βγει αρκετά πειραματικός και διαφορετικός σε πολλά σημεία απ’ ότι είχαν κάνει το παρελθόν και όλα αυτά που περιγράφονται παραπάνω προφανώς είχαν παίξει τον ρόλο τους. Πάλι καλά που κυκλοφόρησε θα λέγαμε τελικά μετά από ότι προηγήθηκε αλλά και ότι ακολούθησε της κυκλοφορίας του δίσκου, περισσότερα για αυτά όμως παρακάτω.

Το πρώτο single “Grind” κυκλοφόρησε λίγο πριν το release date του δίσκου και ήταν ένα εξαιρετικό heavy κομμάτι με τα lead φωνητικά να τα αναλαμβάνει ο Jerry Cantrell, ο Layne έκανε τις αρμονικές σε αυτό και με στίχους που θα έρθουν να απαντήσουν στις φήμες που έδιναν και έπαιρναν το διάστημα της απουσίας τους ότι ο Staley ήταν νεκρός. “In the darkest hole, you’d be well advised, not to plan my funeral, before the body dies, come the morning light, it’s a see through show, what you may have heard and what you think you know” ήταν η απάντηση.

Το δεύτερο single ήταν το “Heaven beside you” και είναι μια σύνθεση που σε μεταφέρει στις ακουστικές στιγμές του “Jar of flies” EP ενώ το τελευταίο από τα singles του δίσκου ήταν το “Again”, άλλη μια σύνθεση του Cantrell που μας θυμίζει τις σπουδαίες heavy στιγμές αυτής εδώ της μπάντας. Η πρώτη πλευρά του δίσκου διαθέτει και άλλα ωραία κομμάτια. Το “Brush away” με την ψυχεδελική του αύρα και το “Ηead creeps” με το εθιστικό refrain του, τα φοβερά τύμπανα του Kinney και τον υπόκωφο μουντό ήχο στις κιθάρες είναι δύο από τις καλύτερες στιγμές. Το αργόσυρτο ψυχεδελικό “Sludge factory” είναι αρκετά μεγάλο σε διάρκεια και αρκετά πειραματικό, προσωπικά το θεωρώ το μόνο αδύναμο της πρώτης πλευράς.

Η δεύτερη πλευρά είναι πολύ πιο σκοτεινή ενώ μια βαριά ατμόσφαιρα πλανάται στις συνθέσεις. Το “Shame in you’”, ένα κομμάτι που μας μεταφέρει πάλι στο κλίμα του “Jar of flies” EP,  μας δίνει μια ήρεμη και κάπως χαλαρωτική αίσθηση. To “God am” είναι ένα πολύ ωραίο κομμάτι με έξυπνους στίχους από τον Staley. “Μπορώ να είμαι όπως ο Θεός μου;” ρωτάει o στιχουργός αφού αμέσως πριν λίγο έχει δηλώσει  “Δεν είμαι καλά, βαρέθηκα να προσποιούμαι.” Αυτό μπορεί κάλλιστα να είναι το θέμα ολόκληρου του άλμπουμ, δεν ήταν καλά και προσποιούταν ότι όλα πάνε καλά. Μέτριο είναι επίσης το “So close” όπως κουραστικό και ψιλοαδιάφορο είναι και το ψυχεδελικό οκτάλεπτο “Frogs”.

Το “Nothing song” είναι το πιο ωραίο κομμάτι στην δεύτερη πλευρά που περιγράφει την κατάσταση του Staley να έρχεται αργά στο studio χωρίς στίχους και πως αυτό επηρέαζε την σχέση του με τα υπόλοιπα μέλη. Ένα κομμάτι που και μουσικά έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Τέλος, το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο, το “Over now” είναι τραγουδισμένο και αυτό από τον Cantrell, ένα κομμάτι προφητικό για το μέλλον το σχήματος με την παρούσα σύνθεση.

Ο δίσκος πήρε ανάμεικτες κριτικές αλλά αυτό δεν το εμπόδισε να πάει κατευθείαν στο #1 της Αμερικής και έγινε 3 φορές πλατινένιος. Όμως η μπάντα λόγω του προβλήματος με τα ναρκωτικά του Staley δεν μπορούσε να περιοδεύσει για να προωθήσει τον δίσκο, κάτι που ο Cantrell δεν ήθελε με τίποτα, να γίνουν οι AIC μια studio μπάντα. Παρόλα αυτά κατάφεραν και εμφανίσθηκαν στο MTV Unplugged, μια εμφάνιση που κυκλοφόρησε κιόλας επίσημα. Επίσης θα εμφανισθούν στα shows του David Letterman και στο Saturday Night Special. Θα πάρουν μέρος στην reunion περιοδεία των KISS το 1996 αλλά άντεξαν λόγω Staley να εμφανισθούν μόνο σε τέσσερις συναυλίες. Μάλιστα η τελευταία συναυλία στο Kansas στις 03 Ιουλίου του 1996 ήταν και η τελευταία φορά που θα εμφανιζόταν ζωντανά ο Layne Staley πριν τον θάνατό του το 2002. Μάλιστα μετά το live αυτό κατέληξε στο Νοσοκομείο λόγω υπερβολικής δόσης. Στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους η πρώην αρραβωνιαστικιά του Demri Parrott βρέθηκε νεκρή από υπερβολική δόση. Το χρονόμετρο μετρούσε ήδη αντίστροφα για τον αγαπημένο τραγουδιστή και τίποτα απ’ ότι φαίνεται δεν μπορούσε να το αποτρέψει.

Το “Alice in chains” προσωπικά το εκτιμώ σήμερα λίγο περισσότερο απ’ όταν κυκλοφόρησε, γνωρίζοντας πλέον την ιστορία πίσω από τα τραγούδια και το κόπο που κατέβαλαν για να το γράψουν και να το ηχογραφήσουν. Δεν φθάνει σε ποιότητα σε καμία περίπτωση τα δύο πρώτα αριστουργήματα της μπάντας “Facelift” και “Dirt” αλλά σε μια εποχή που είχαμε την αυτοκτονία του Cobain και την διάλυση των NIRVANΑ, το grunge να πλέει πλέον τα λοίσθια και πολλά από τα σχήματα του είδους να αλλάζουν τον ήχο τους ή να διαλύονται, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό ντοκουμέντο της εποχής εκείνης και της δύσκολης κατάστασης που βρισκόταν οι ALICE IN CHAINS.

Did you know that?

– Ο δίσκος  λόγω εξωφύλλου αναφέρεται συχνά και σαν “Tripod” η “Three -legged dog” μάλιστα ο σκύλος του εξωφύλλου ήταν πραγματικός και λεγόταν Sunshine.

– Το artwork  επιλέχθηκε για να αντικατοπτρίσει την ατέλεια και την επιβίωση,  κατοπτρισμός των δικών τους προβλημάτων και ιδιαίτερα του τραγουδιστή τους Layne Staley.

– Τα κομμάτια “Again’” και “Grind” προτάθηκαν για grammy στις κατηγορίες best hard rock video και best hard rock performance.

– Όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, μπορούσες να βρεις το “Alice in Chains” σε δύο διαφορετικά χρωματιστές θήκες. Οι περισσότερες ήταν κίτρινες με μωβ ράχη, αλλά οι πιο σπάνιες ήταν μωβ με κίτρινη ράχη. Ακόμα και οι κασέτες έρχονταν σε χρωματιστές θήκες – κίτρινες, με μωβ ταινία μέσα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

From the Top to Obscurity: 70s Rock Bands That Struggled in the 80s (Μέρος δεύτερο)

0
Obscurity

Obscurity

Μέρος Β: Casualties of war

Αφού στο πρώτο μέρος μιλήσαμε για τις αλλαγές από την μια δεκαετία στην άλλη, το καινούργιο και τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις μπάντες, ήρθε η ώρα να δούμε τις ίδιες τις μπάντες που σε αυτή την θαυμαστή δεκαετία θα τα έβρισκαν πολύ σκούρα τα πράγματα!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

KANSAS και οι υπόλοιποι προοδευτικοί που τους ξέχασε η …πρόοδος

Το prog rock στα 70s ήταν σχεδόν ισότιμο του κλασικού ροκ. Ο κόσμος αποθέωνε τις συνθέσεις των 12 λεπτών, τα φουτουριστικά concepts, τα φανταχτερά πλήκτρα και την τεχνική δεξιοτεχνία. Στα 80s όμως, το prog έγινε σχεδόν απαγορευμένη λέξη . Οι δισκογραφικές δεν στήριζαν πια περίπλοκα άλμπουμ. Οι νέοι ακροατές ήθελαν εικόνα, τραγούδι, γρήγορο hook.

Οι EMERSON, LAKE & PALMER που εδώ μπορεί να μην τους έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση, αλλά με πωλήσεις άνω των 40.000.000 άλμπουμ, ίσως να μην έχουμε και πολύ δίκιο. Μετά τη διάλυση στα τέλη των 70s, επανήλθαν ως EMERSON, LAKE & POWELL (χωρίς τον Palmer) το 1986 με το “Touch and go”, αλλά φάνταζαν σαν καρικατούρα του εαυτού τους. Το prog rock  είχε ήδη παραδώσει τα σκήπτρα. Αντιθέτως, η δημιουργία των ASIA με τον Palmer στην σύνθεση τους, με εκρηκτικό μείγμα prog rock και μελωδίας ήταν το ιδανικό παράδειγμα προσαρμογής του prog στις φόρμουλες των eighties, όπως και οι GENESIS ..που άλλαξαν δέρμα. Νέες prog μπάντες όπως οι IQ, PALLAS, TWELFTH NIGHT, PENDRAGON  κλπ δεν μπόρεσαν να αντέξουν πολύ τότε, αν και αργότερα επανήλθαν στο προσκήνιο. Εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα οι MARILLION βέβαια οι οποίοι είναι ένα μουσικό θαύμα προσαρμοστικότητας.

Γενικότερα το prog rock είχε ηττηθεί, και θαυμάσιες μπάντες όπως οι CAMEL, GENTLE GIANT, ELOY, BARCLAY JAMES HARVEST, VAN DER GRAAF GENATATOR κλπ, άλλοι διαλύθηκαν, άλλοι προσπάθησαν να προσαρμοστούν χωρίς επιτυχία, αλλά γενικότερα αντιμετώπισαν σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης. Οι CAMEL π.χ. ουσιαστικά διαλύθηκαν, οι ELOY, BARCLAY JAMES HARVEST αν και παρέμειναν δισκογραφικά ενεργοί, προσπάθησαν να βρουν πιο εμπορικούς δρόμους χωρίς επιτυχία. Οι YES έκαναν πιο προσιτό τον ήχο τους και γνώρισαν επιτυχία τέτοια που τους επέτρεψε να επιβιώσουν και να μας δώσουν πολύ ενδιαφέροντα άλμπουμ.  Μην ρωτάτε για τους PINK FLOYD και τους RUSH, αυτοί ήταν, είναι και θα είναι μια κατηγορία μόνοι τους, από τα κορυφαία σχήματα που ανέδειξε η rock μουσική.

Ακόμα ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι KANSAS. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν κολοσσοί στις Η.Π.Α.: “Carry on wayward son”, “Dust in the wind” κλπ, πολυπλατινένια άλμπουμ, γεμάτα στάδια και αξιοσέβαστη μουσική υπόσταση — ένα μοναδικό μείγμα αμερικανικού prog και μελωδικού hard rock. Μπήκαν στα 80s με ένα από τα καλύτερά τους άλμπουμ, το “Audio-Visions” (1980), αλλά ήδη το κοινό είχε αρχίσει να μετακινείται σε άλλα ακούσματα. Η μεγάλη καμπή ήρθε όταν ο Steve Walsh αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από τον John Elefante. Τα δύο άλμπουμ που ακολούθησαν, “Vinyl confessions” (1982) και “Drastic measures” (1983), είχαν πιο AOR προσανατολισμό, αλλά έχασαν το χαρακτήρα και το μεγαλείο της κλασικής περιόδου των 70s, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειπε η ποιότητα και οι καλές συνθέσεις. Απλά το κοινό τους δεν μπορούσε πολύ εύκολα να δεχτεί την αλλαγή και οι νεότεροι δεν έρχονταν εύκολα προς αυτούς.

Για μένα, απλά είναι λίγο περίεργο το ότι άλλες μπάντες, συνοδοιπόροι τους, όπως οι STYX, REO SPEEDWAGON, JOURNEY ενώ και αυτοί άλλαξαν δραστικά τον ήχο τους, βρήκαν απίστευτη επιτυχία, οι KANSAS παρά τα καλά άλμπουμ τους δεν βρήκαν αντίστοιχη ανταπόκριση. Το 1986 ο Steve Walsh επέστρεψε για το άλμπουμ “Power”, με νέο δισκογραφικό συμβόλαιο και νέο παραγωγό τον Andrew Powell. Το single “All I wanted” έφτασε στο νο9 του Billboard, σηματοδοτώντας ένα σύντομο comeback, αυτή τη φορά με έναν περισσότερο AOR/arena rock ήχο – κοντά στους SURVIVOR ή FOREIGNER. Το επόμενο άλμπουμ, “In the spirit of things”, ήταν ένα φιλόδοξο concept, αλλά εμπορικά δεν πήγε καθόλου καλά. Αν και είχαν μερικές ραδιοφωνικές επιτυχίες όπως το “Play the game tonight”, ήταν σαφές ότι δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν την εικόνα και τον ήχο των νέων συγκροτημάτων ή των παλαιοτέρων ανταγωνιστών τους. Κυκλοφόρησαν πέντε άλμπουμ μέσα στα 80s, αλλά στο τέλος έχασαν το δισκογραφικό τους συμβόλαιο και δεν βρήκαν ξανά ποτέ συμβόλαιο σε major label. Ο  μύθος των 70s είχε  επισκιαστεί από την αμηχανία των 80s, ήταν πολύ «προοδευτικοί» για να γίνουν AOR stars, και πολύ AOR για να παραμείνουν prog ήρωες. Έπεσαν στο κενό μεταξύ δύο εποχών.

Γενικότερα το prog rock αναγεννήθηκε πρώτα μέσα από τις metal μπάντες  τύπου DREAM THEATER, FATES WARNING, όπου και η ύπαρξη αυτού του ρεύματος ωφέλησε τα μέγιστα ώστε παλιότερα και νεότερα σχήματα να βρουν ξανά τον δρόμο προς πιο μεγάλα ακροατήρια.

URIAH HEEP και ο θρίαμβος του hard rock που δεν αφορούσε τους …hard rockers των 70s!

Η στροφή της δεκαετίας του ’80 προς το θεαματικό hair / glam metal (διαφωνώ κάθετα με τον όρο, αλλά δεν έχει σημασία) έφερε νέο ήχο, νέα αισθητική, νέα πρότυπα επιτυχίας. Οι μπάντες που είχαν χτίσει την καριέρα τους στα 70s με riff και ιδρώτα στη σκηνή, βρέθηκαν ξαφνικά να ανταγωνίζονται μπάντες που μουσικά ήταν στο σύνολο τους άρτιες, αλλά η μουσική τους ήταν πιο «εύκολη», η εμφάνιση τους στα πρότυπα της εποχής, με περισσότερη… λακ μαλλιών, τρομακτική ορμή, φανταστικά show  και άφθονη υποστήριξη. RATT, STRYPER, BON JOVI, CINDERELLA, SKID ROW, NIGHT RANGER, DEF LEPPARD κλπ όχι μόνο ήταν μια νέα γενιά, αλλά είχαν και την μουσική παιδεία και συνθετική ικανότητα να σαρώσουν ότι έβρισκαν μπροστά τους.  Πάμε να δούμε μερικά τυπικά παραδείγματα:

UFO

Η μπάντα του Phil Mogg είχε ζήσει μεγαλεία στα 70s με τον Michael Schenker στην κιθάρα, επί της ουσίας όρισε το hard rock. Όταν o Schenker αποχώρησε το 1978, άρχισε η φθίνουσα πορεία, αλλά εξακολουθούσαν να μας δίνουν καλή μουσική. Το “Mechanix” (1982) και το “Making contact” (1983) ήταν αξιοπρεπή, αλλά δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό, μιας και η μπάντα έδειξε κουρασμένη. Ο ήχος τους ακουγόταν “παλιός” σε μια εποχή όπου οι  DEF LEPPARD και οι QUIET RIOT γέμιζαν τα στάδια του κόσμου. Εσωτερικές αστάθειες, καυγάδες, ναρκωτικά, αλκοόλ τους ακολουθούσαν από παλιά και βοήθησαν τα μέγιστα ώστε να έρθει η παρακμή. Η μουσική αλλαγή των πολύ καλών, αλλά αταίριαστων στο ύφος της μπάντας,  “Misdemeanor” και “High stakes & dangerous men” φυσικά ήταν αποτυχίες μεγίστου βαθμού, που είχαν ακολουθήσει την πτώση τους.

URIAH HEEP

Έδωσαν τιτάνια μάχη για να κρατηθούν σε ένα ασταθές για αυτούς περιβάλλον, με εσωτερικές διαμάχες και συνεχής αλλαγές μελών. Από το 1980 με το “Conquest” έως το 1991 με το “Different world” έδωσαν πραγματικά επικές μάχες να αλλάξουν, να γράψουν μουσική εναρμονισμένη στην εποχή, να επιβιώσουν. Το εξαιρετικό  “Abominog” του 1982  είναι ίσως το πιο επιτυχημένο βήμα τους στα 80s, μα η επιτυχία των 70s δεν ήρθε ξανά στην πατρίδα τους, για την Αμερική δεν το συζητάμε καν, παρόλο που η αλλαγή στην μουσική τους είχε αυτό το στόχο.  Με τον εξαιρετικό Peter Goalby στα φωνητικά και παραγωγή στα μέτρα των καιρών, προσπάθησαν να μπουν στο AOR ρεύμα,  αλλά το brand URIAH HEEP παρέπεμπε σε κάτι πολύ διαφορετικό. Παρόλα αυτά “Abominog” και “Equator” παρά το γεγονός ότι είναι πολύ μακριά από τον τυπικό τους ήχο, έχουν μέσα τους εξαιρετικές συνθέσεις. Παρά τις πολύ έντονες προσπάθειες τους οι URIAH HEEP στα 80s, γνώρισαν την εμπορική παρακμή και θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως μια από τις πλέον …αντιτουριστικές μπάντες για το MTV. Παρόλα αυτά, τα άλμπουμ τους, μόνο άσχημα δεν είναι..

BAD COMPANY

Είναι αυτές οι Αγγλικές μπάντες που όσο και να προσπαθήσουν, όσο καλά και να παίξουν τον Αμερικάνικο ήχο που πλησιάζει το AOR, είναι τόσο δυνατό τα παρελθόν τους από την μία, και τόσο δύσκολη η αποδοχή τους στην απέναντι ακτή από την άλλη,  που ήταν καταδικασμένες. Μετά τη φυγή του Paul Rodgers το 1982, επανήλθαν, με άλλες συνθέσεις και με νέους τραγουδιστές (Brian Howe και Robert Hart)  με προσέγγιση πολύ πιο ραδιοφωνική, με αρκετά πλήκτρα και η αποδοχή από τους παραδοσιακούς οπαδούς τους, ήταν και είναι σχεδόν απορριπτική.  Κυκλοφόρησαν με σχεδόν μέτρια επιτυχία πέντε άλμπουμ, αλλά σήμερα ο κόσμος δεν τους θυμάται για κανένα από αυτά δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι είναι καλές δουλειές, αλλά διαφορετικές…

BLACKFOOT και άλλοι ήρωες του Νότου…

Μια από τις πιο τίμιες southern hard rock μπάντες των 70s. Με δίσκους όπως το “Strikes” και το “Tomcattin’”, άφησαν σοβαρό αποτύπωμα στην Αμερικάνικη σκηνή αλλά και απέκτησαν ικανό αριθμό οπαδών και στην δική μας ήπειρο.  Στα 80s προσπάθησαν πολύ — το “Marauder” (1981) είναι πιο σκληρό και άγριο από τα προηγούμενα τους άλμπουμ, αλλά δεν άντεξε απέναντι στις μπάντες με περισσότερο «λάμψη». Πάντως αξίζει να το έχετε στην δισκοθήκη σας. Την στροφή σε πιο εμπορικά μονοπάτια την έκαναν αμέσως μετά με το “Siogo” (1983), πολύ πιο εμπορικό,  στο οποίο είχε και συμμετοχή του Ken Hensley (ex-URIAH HEEP) στα πλήκτρα — αλλά ακόμα κι έτσι, και παρά την ύπαρξη πολύ αξιόλογων συνθέσεων αυτό και το επόμενο τους άλμπουμ το “ Vertical smiles” (μετριότατο), το οποίο ήταν ακόμα πιο FM Rock, δεν γνώρισαν την αναγκαία επιτυχία. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα με το “Rick Medlocke and Blackfoot” που ακολούθησε αφού ουσιαστικά η μπάντα είχε διαλυθεί. Γενικότερα το Southern rock, στα 80s σε καμία περίπτωση δεν είχε την επιτυχία των προηγούμενων χρόνων και παρά την παραγωγικότητα (υπό πολύ αντίξοες συνθήκες) συγκροτημάτων όπως πχ οι MOLLY HATCHET, DOC HOLIDAY, OUTLAWS κ.α.  η εμπορική τους απήχηση ήταν ελάχιστη. Αρκετά χρόνια αργότερα όμως και αυτοί θα έκαναν το come back τους. Η εξαίρεση που επιβεβαίωσε τον κανόνα ήταν οι 38 SPECIAL που προσάρμοσαν τον ήχο τους και γνώρισαν επιτυχία, και οι BLACK CROWS (αν και ήταν 80s band) που στόλισαν το southern rock παίξιμό τους και με άλλες επιρροές.

WISHBONE ASH and more sad stories to come…

APRIL WINE

Οι Καναδοί είχαν δυναμική παρουσία στα ’70s, εξαιρετικές πωλήσεις, εκτεταμένες περιοδείες και πολύ καλό όνομα. Μπήκαν στα ’80s με το εξαιρετικό “The nature of the beast” (1981) και μια σειρά από ενδιαφέροντα άλμπουμ,  όμως σταδιακά και σταθερά η δημοτικότητα τους έφθινε και μέχρι το 1988, παρά την δισκογραφική τους συνέπεια,  διέλυσαν. Τα δυνατά singles που κυκλοφόρησαν,  όπως το “Just Between You and Me”,δεν ήταν αποτυχημένα όμως  η μπάντα δεν μπόρεσε να σταθεί στην αμερικανική αγορά απέναντι στην νέα γενιά που έρχονταν με (και αυτή..) με φόρα!

WISHBONE ASH

Η μπάντα είχε ήδη χάσει έδαφος εμπορικά και με την εταιρία τους να τους πιέζει για εμπορική επιτυχία με το “Just testing”  του 1980 τα πράγματα στο εσωτερικό της μπάντας έγιναν ακόμα χειρότερα. O Wetton ήρθε για να φύγει πριν καν την κυκλοφορία του αποτυχημένου “Number the brave” για να σχηματίσει τους ASIA και ακολούθως με τον Trevor Bolder κυκλοφόρησαν το σχεδόν metal “Twin barrels burning”, γνωρίζοντας επιτυχία μόνο στην Μ. Βρετανία. Μπορεί να προσπάθησαν να ακουμπήσουν τις νέες τάσεις, αλλά το MTV αγνόησε πλήρως τους WISHBONE ASH. Δεν είχαν ιδιαίτερα video clips, ούτε είχαν την παραμικρή σύνδεση με την “οπτική” κουλτούρα του 80s rock. Η δισκογραφία τους ήταν πλέον μάλλον άνιση και μετριότατη, ειδικά και με τις απίστευτες παλινωδίες στο εσωτερικό της μπάντας. Η twin-guitar αισθητική τους είχε επηρεάσει όλο το metal των 80s, αλλά οι δάσκαλοι ξεπεράστηκαν πολύ εύκολα από τους μαθητές.

BLUE ÖYSTER CULT

Με το “Fire of unknown origin” οι αγαπημένοι μας BLUE OYSTER CULT μπήκαν στην δεκαετία του ‘80 με τους καλύτερους οιωνούς. Όμως η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη, αν και τα άλμπουμ τους μόνο άσχημα δεν ήταν. “The revolution by night” (πολύ αγαπημένο), “Club Ninja” και “Imaginos” είναι μια τριάδα εξαίσιων  προσπαθειών, πιο εμπορικών μεν, εξαιρετικών δε!  Όμως το παραδοσιακό τους κοινό δε τα εκτίμησε και οι νέοι ακροατές δεν συγκινήθηκαν. Ίσως και η εποχή δεν σήκωνε το στυλ τους.  Και τα τρία (εμπορικά) για τα δεδομένα της εποχής ήταν αποτυχίες (για το “Imaginos” και την ιστορία του μπορείτε να διαβάσετε το αντίστοιχο άρθρο), πράγμα που οδήγησε την μπάντα στο χείλος της καταστροφής και χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι να βρουν ξανά δισκογραφικό συμβόλαιο.

Πολλές πετυχημένες μπάντες των 70s όπως οι παραπάνω αλλά και οι ALLMAN BROTHERS, MOUNTAIN, FOGHAT, GRAND FUNK RAILROAD, TEN YEARS AFTER δεν βρήκαν καθόλου τον δρόμο της επιτυχίας στα 80s. Μεγαθήρια σε πωλήσεις, όσο και εάν δεν τους εκτιμάμε εδώ, όπως οι SLADE και οι SWEET ουσιαστικά εξαφανίστηκαν. Οι φτωχοί οι SLADE (16 top 20 hit singles στην M. Βρετανία εκ των οποίων τα 6 στο νο1 παρακαλώ στα 70s, με το “”Merry Xmas Everybody” από μόνο του να έχει πουλήσει πάνω από 1.000.000 αντίτυπα.. )  έκαναν μια πρόσκαιρη επιτυχία με το θαυμάσιο “Run runaway” και “My oh my” , αλλά από εκεί και πέρα οι νεότεροι τότε τους έμαθαν μόνο από τις διασκευές στα δικά τους “Come on feel the noise” και “Mamma we’re all crazy now” που έκαναν οι QUIET RIOT με απίστευτη επιτυχία. Οι δε SWEET είχαν στο ρεπερτόριο τους επιτυχίες όπως τα “Fox on the run”, “Ballroom Blitz”, “Action”, “Love is like oxygen” όπου και αυτοί έβλεπαν μπάντες όπως οι KROKUS και οι DEFL LEPPARD να τα διασκευάζουν, ενώ τους ίδιους  ο κόσμος τους είχε ξεχάσει εντελώς. Μια ιδιάζουσα περίπτωση είναι αυτή του Alice Cooper. Έζησε τις χειρότερες εμπορικά χρονιές της καριέρας του στις αρχές των ’80s. Το shock rock δεν συγκινούσε πια, το glam metal τον ξεπέρασε, και οι έξι δίσκοι του (“Special forces”, “Zipper catches skin”, “DaDa” κλπ ) ήταν άνισοι, χωρίς προώθηση και εμπορικά δεν πήγαν καθόλου καλά.  Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν η δεκαετία και να έρθει η υπερπαραγωγή του “Trash” (1989) προκειμένου να επιστρέψει δυναμικά πίσω στην επιτυχία και να γνωρίσει μια περίοδο μεγάλης ακμής και παγκόσμιας αναγνώρισης. Μέχρι τότε όμως… πάλευε μόνος του.

Τέλος, θα κάνω μια μικρή αναφορά σε τρεις μουσικούς που τα 80s για αυτούς ήταν εξαιρετικά δύσκολα, όχι μόνο από μουσικής απόψεως αλλά και λόγω προσωπικών προβλημάτων. Phil Lynott και Rory Gallagher, δυο σπουδαιότατοι μουσικοί όπου το χάος των 80s τους βύθισε ακόμα περισσότερο στο προσωπικό τους χάος.  Ο πρώτος έφυγε γρήγορα, πριν προλάβει να επανιδρύσει τους THIN LIZZY, ο δεύτερος, πάντα ασυμβίβαστος, έφυγε μια δεκαετία αργότερα, αλλά ουσιαστικά η rock σκηνή στην οποία τόσα πρόσφερε, το είχε ξεχάσει σχεδόν οριστικά. Τον Jimmy Page ακόμα τον ψάχνουμε από τότε μιας και κανείς δεν έδωσε και πολύ σημασία στις κυκλοφορίες του με τους FIRM είτε με το προσωπικό του “The outrider” το 1988. Τον θυμηθήκαμε ξανά  μόνο το 1993 με το “Coverdale–Page” άλμπουμ.

Επίλογος: Από την κορυφή στην αφάνεια — αλλά …

Αναφέραμε επιγραμματικά περιπτώσεις συγκροτημάτων στα οποία τα 80s δεν τους φέρθηκαν και με πολύ ευγένεια… Παρά τη φαινομενική τους πτώση, πολλές από αυτές τις μπάντες δεν χάθηκαν ποτέ πραγματικά. Μπορεί να μην προσαρμόστηκαν στο MTV, να μην έκαναν clip ή να μην μπήκαν ποτέ στα charts των ’80s, αλλά πρόλαβαν και άφησαν πίσω τους έργο διαχρονικό. Άλμπουμ, riffs και μελωδίες που συνεχίζουν να επηρεάζουν νέους καλλιτέχνες και να ζουν στις καρδιές των παλιών οπαδών. Γιατί το rock ‘n’ roll δεν μετριέται μόνο σε πωλήσεις – μετριέται σε πάθος, επίδραση και αφοσίωση. Και αυτά δεν τα σβήνει καμία δεκαετία.

Όμως νιώθω την ανάγκη να τονίσω και πάλι, ότι πολλές από αυτές τις μπάντες, για να μην πω σχεδόν όλες, θα είχαν τα επόμενα χρόνια και μια δεύτερη και τρίτη ευκαιρία να επανέλθουν. Και τα κατάφεραν. Επίσης πολλά 70s σχήματα που εναρμονίστηκαν με επιτυχία στην χρυσή δεκαετία, στα 90s τα βρήκαν και αυτοί πολύ σκούρα και η επιτυχία τους στοίχησε πολύ, αφού είχαν χάσει εν καιρώ την βάση των πιστών τους οπαδών, αλλά και η σύγκρουση με νέα ρεύματα της rock ήταν άνιση. Πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα οι WHITESNAKE, οι REO SPEEDWAGON και οι STYX. Αλλά ακόμα και αυτοί όμως με την αλλαγή της χιλιετίας θα γνώριζαν πάλι στιγμές αναγνώρισης και σεβασμού…

ΥΓ: Κάπου θα έπρεπε να βρω χώρο για τους αγαπημένους μας SUPERTRAMP, αλλά πραγματικά νομίζω ότι δεν θα ενδιέφερε και πολλούς…

ΥΓ: Και επειδή δεν θα ήθελα να κάνω ειδική αναφορά, θα πω εδώ για τους DEEP PURPLE και ας σας φανεί παράξενο. Αν εξαιρέσουμε το reunion άλμπουμ τους, το “Perfect strangers” μη θαρρείτε ότι έκαναν κατόπιν καμιά εμπορική επιτυχία στα 80s… Όπως και η περίπτωση των BLACK SABBATH όπου με τις γνωστές παλινδρομήσεις και ανακατατάξεις δεν πέρασαν καθόλου εύκολα την δεκαετία, ειδικά μάλιστα κατόπιν  της διάσπασης της μπάντας τα χρόνια μετα τον Dio. Το ειδικό βάρος όμως και των δυο ήταν τέτοιο που τους απότρεψε από την ολική καταστροφή.

Δημήτρης Σειρηνάκης

AMORPHIS interview (Esa Holopainen, Tomi Koivusaari)

0
Amorphis

Amorphis

“Crossing the borders”

Αυτή η συνέντευξη με τους AMORPHIS, είχε μία μεγαλύτερη δυσκολία, καθώς τότε, απασχολημένος φουλ με τα του Rock Hard Festival, δεν είχε προλάβει να είμαι στην ώρα μου για τη συνέντευξη. Ο Esa Holopainen (lead κιθάρα) ήταν στις επάλξεις, όμως ο Tomi Koivusaari (ρυθμική κιθάρα) είχε φύγει, εξ ου και το γεγονός ότι τον βλέπετε στο αυτοκίνητό του!!! Αν εξαιρέσει κανείς αυτή τη δυσκολία, όμως, όλα κύλησαν πάρα πολύ ωραία, σε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα και μας λύθηκαν όλες οι απορίες γύρω από το “Borderland”, το πρόσφατο άλμπουμ των Φινλανδών.

Ευχαριστώ και τους δυο για τον χρόνο και την υπομονή σας. Ας ξεκινήσουμε τη συνέντευξη.
Τι συμβολίζει για εσάς προσωπικά και καλλιτεχνικά ο τίτλος “Borderland”;
Esa:
Νομίζω ότι περιγράφει πολύ καλά τα θεματικά μοτίβα των στίχων του άλμπουμ. Το “Borderland” είναι ουσιαστικά η γραμμή ανάμεσα στον κάτω κόσμο και τον κόσμο των ζωντανών — αυτό αντιπροσωπεύει. Εφόσον βασίζεται στην εννοιολογική θεματολογία των στίχων, θεωρήσαμε ότι θα ήταν και ένας εξαιρετικός τίτλος.
Tomi:
Ναι, ρωτήσαμε τον Pekka, τον στιχουργό μας, αν είχε στο μυαλό του κάποια λέξη που θα μπορούσε να ενώσει τους στίχους, κάτι σαν εννοιολογικό άξονα και το “Borderland” ήταν η δική του ιδέα.

Πώς διέφερε η παραγωγική προσέγγιση του Jacob Hansen από εκείνη του Jens Bogren, με τον οποίο συνεργαζόσασταν τόσα χρόνια; Γιατί αποφασίσατε να κάνετε αυτή την αλλαγή;
Esa:
Ε, κάναμε τρία άλμπουμ με τον Jens και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ωραίο να εξερευνήσουμε λίγο περισσότερο τον ήχο μας, να αποκτήσουμε μια νέα οπτική. Μιλήσαμε με τον Jens και του είπαμε ότι μάλλον θα δουλεύαμε με κάποιον άλλον. Εκείνη την περίοδο, όταν κάναμε το “Halo”, ο Jens ήταν ήδη πολύ απασχολημένος με την εταιρεία του, τη Bogren Digital, και δεν ήταν σίγουρος αν θα συνέχιζε να κάνει τόσες πολλές παραγωγές. Ήταν πάντα μεγάλα, απαιτητικά πρότζεκτ που έπαιρναν πολύ χρόνο, οπότε το κατάλαβε απόλυτα. Έπειτα ψάξαμε κάποιες επιλογές και καταλήξαμε στον Jacob Hansen, γιατί τα άλμπουμ που έχει παράγει και μιξάρει ακούγονται φανταστικά, με τρόπο που ταίριαζε με το πώς θέλαμε να ακούγονται και οι AMORPHIS.
Tomi:
Η συνεργασία μαζί του ήταν αρκετά διαφορετική. Ο Jens είναι τελειομανής, εστιάζει πολύ στις λεπτομέρειες, ενώ ο Jacob αφήνει περισσότερο τη μπάντα να παίξει. Εστιάζει περισσότερο στο να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και να πετύχει μια εξαιρετική μίξη. Εντελώς διαφορετική προσέγγιση, αλλά μου αρέσουν και οι δύο. Αυτή τη φορά, νομίζω ότι ακουγόμαστε πιο φρέσκοι από ποτέ.

Νιώσατε την ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση; Κάτι που θα έδινε έναν αέρα ανανέωσης στους AMORPHIS;
Esa:
Πιθανόν, ναι. Ο Jacob είναι ένας πολύ ευχάριστος τύπος, εύκολος στη συνεργασία, κι αυτό από μόνο του εμπνέει καλύτερα αποτελέσματα. Αξίζει πάντα να δοκιμάζεις νέα πράγματα. Μουσικά, δεν άλλαξε κάτι δραματικά στη σύνθεση ή στις ενορχηστρώσεις μας, ίσως μόνο μικρές λεπτομέρειες. Αλλά συνολικά έκανε τις ηχογραφήσεις πολύ απολαυστικές και μας ενέπνευσε να δημιουργήσουμε αυτό το άλμπουμ.

Υπήρξε κάποιο κομμάτι που σας έβγαλε πιο έξω από τη ζώνη άνεσής σας;
Esa:
Όχι ιδιαίτερα!
Tomi:
Έχουμε κάνει τόσα διαφορετικά είδη τραγουδιών τα τελευταία 35 χρόνια, που μάλλον δεν έχει μείνει τίποτα να μας εκπλήξει πια. Οπότε όχι.

Το δελτίο τύπου αναφέρει το τραγούδι “Dancing Shadow”. Η ερώτησή μου δεν αφορά το ίδιο το κομμάτι, αλλά τον προσωρινό τίτλο του, “Disco Tiger”. Το σκεφτόσασταν σοβαρά ως πιθανό τίτλο άλμπουμ;
Esa:
(γέλια) Όχι, όχι. Πάντα δίνουμε προσωρινούς τίτλους στα demo πριν τα στείλουμε. Συνήθως είναι αστείοι ή τυχαίοι, απλώς για εσωτερική χρήση ώστε να μπορούμε να μιλάμε εύκολα για τα τραγούδια. Το “Disco Tiger” προέκυψε τυχαία, μάλλον επειδή είχε έναν ρυθμό τύπου disco.

Ναι, αλλά μερικές φορές, αν δεν βρίσκουμε μετά τον σωστό τίτλο, κρατάμε ακόμα και το όνομα του demo. Ποτέ δεν ξέρεις, το “Disco Tiger” θα μπορούσε να γίνει πραγματικός τίτλος!
Tomi:
(γέλια) Καμιά φορά οι καταστάσεις αυτές είναι δύσκολες για τη μπάντα, μιας και θυμόμαστε μόνο τους προσωρινούς τίτλους και ξεχνάμε τους κανονικούς!

Αναφέρατε ότι είχατε demo με 24 τραγούδια. Πόσο δύσκολο ήταν να τα περιορίσετε και ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής των τελικών κομματιών;
Esa:
Έχουμε πολλούς συνθέτες μέσα στη μπάντα. Όλοι γράφουν μουσική και μετά ανεβάζουμε όλα τα demo σε έναν κοινό φάκελο. Έτσι ξαφνικά είχαμε 24 κομμάτια! Αφού τα μαζέψουμε, μετά τα στέλνουμε όλα στον παραγωγό, σε αυτή την περίπτωση τον Jacob, και εκείνος τα ακούει όλα. Οπότε ο παραγωγός επιλέγει ποια τραγούδια θα φτάσουν στη διαδικασία της ηχογράφησης. Έτσι δουλεύουμε. Του δίνουμε αυτή την εξουσία για να αποφύγουμε ατελείωτες συζητήσεις και διαφωνίες μέσα στη μπάντα για προσωπικά αγαπημένα. Κάποιες φορές αυτά δεν τελειώνουν ποτέ! Ο παραγωγός βλέπει τη μεγάλη εικόνα του πώς πρέπει να “αισθάνεται” το άλμπουμ συνολικά και κάνει την επιλογή. Έτσι το κάναμε τόσο με τον Jens όσο και με τον Jacob.

Κατά τη γνώμη μου, το “Borderland” είναι το πιο “προσβάσιμο” άλμπουμ σας μέχρι τώρα — χωρίς να χάνετε την ταυτότητά σας ή τον χαρακτηριστικό σας ήχο. Συμφωνείτε;
Tomi:
Ναι, νομίζω πως έτσι είναι. Μετά το “Halo”, αυτό ακούγεται περισσότερο σαν “ομαδικό” άλμπουμ. Δεν χρησιμοποιήσαμε τόσα ορχηστρικά στοιχεία ή αν το κάναμε, είναι πολύ διακριτικά στο βάθος. Ήταν μια πολύ αυθόρμητη διαδικασία. Περιμέναμε ότι ο Jacob θα δούλευε όπως ο Jens, κόβοντας τα κομμάτια σε μικρά μέρη κατά την παραγωγή, αλλά δεν το έκανε. Μας είπε απλώς “παίξτε όπως θέλετε”, και αυτό κάναμε.
Έτσι, ο ήχος είναι πιο άμεσος αν και διατηρεί την πολυπλοκότητά του. Αλλά η όλη διαδικασία έχει σαν επίκεντρο την μπάντα.

Μετά από τόσα χρόνια μαζί, πώς κρατάτε τη δημιουργικότητά σας φρέσκια;
Esa:
Το υπέροχο με τους AMORPHIS είναι ότι πολλοί γράφουν τραγούδια και προσφέρουν ιδέες. Η μπάντα δεν είναι ένα άτομο που κάνει τα πάντα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μοιραζόμαστε μεταξύ μας και νομίζω ότι αυτό κρατάει το ενδιαφέρον και τη δημιουργικότητα ζωντανά. Κάθε φορά που αρχίζουμε να σχεδιάζουμε ένα νέο άλμπουμ, είναι μια μακρά διαδικασία. Για το “Borderland”, αρχίσαμε να γράφουμε νωρίς, μέσα στο 2024. Κάναμε την πρώτη μας κλήση μέσω Zoom με τον Jacob Hansen τον Ιανουάριο του 2024 για να συζητήσουμε την παραγωγή, και αρχίσαμε τις ηχογραφήσεις τον Ιανουάριο του 2025.
Παίξαμε πολλές συναυλίες πέρυσι, αλλά ανάμεσα στις περιοδείες γράφαμε και κάναμε πρόβες συνεχώς. Το να φτιάξεις ένα άλμπουμ παίρνει χρόνο, και τα χρονοδιαγράμματα αυτά μας δίνουν κίνητρο. Το να ξέρεις δηλαδή ότι έχεις ένα συγκεκριμένο διάστημα για να ολοκληρώσεις κάτι σε κρατά συγκεντρωμένο και δημιουργικό.

Εξακολουθείτε να κάνετε πρόβες και να γράφετε όλοι μαζί, ή είναι κυρίως εξ αποστάσεως μέσω Google Drive και αρχείων;
Esa:
Θα ήταν ωραίο να πούμε ότι μαζευόμαστε όλοι σε μια αίθουσα και τζαμάρουμε, αλλά αυτό δεν ισχύει πια (γέλια).
Tomi:
Πλέον όλοι έχουμε στούντιο στο σπίτι, οπότε είναι εύκολο να δοκιμάζουμε ιδέες, να γράφουμε demo και να τα μοιραζόμαστε. Έτσι, τα τραγούδια είναι σχεδόν έτοιμα πριν καν συναντηθούμε. Είναι πολύ διαφορετικό από τα παλιά χρόνια, όταν κάποιος έφερνε ένα riff κι ο άλλος προσέθετε κάτι που δεν ταίριαζε καθόλου — αλλά στο τέλος, κατά κάποιον τρόπο, ακουγόταν προοδευτικό!
Esa:
Είναι αστείο ίσως, αλλά όταν ξεκινήσαμε, δεν υπήρχε ούτε ίντερνετ, ούτε υπολογιστές όπως σήμερα. Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να παίζουμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο και να δημιουργούμε έτσι.

Μιλώντας για το παρελθόν, πώς αντιδρούν οι νεότεροι οπαδοί σας στα παλαιότερα άλμπουμ, ειδικά στα “Tales from the thousand lakes” και “Elegy”; Έχετε πια αρκετό νέο κοινό στις συναυλίες σας.
Tomi:
Νομίζω κάθε άλμπουμ σηματοδοτεί ένα σημαντικό στάδιο στην πορεία μας, και δεν ντρέπομαι για κανένα. Φυσικά, όταν ακούω κάτι που ηχογραφήσαμε στα 18, μπορεί να σκεφτώ “θα το έκανα αλλιώς τώρα”. Αλλά γιατί; Έχει ακόμη το αρχικό συναίσθημα, το αρχικό πνεύμα. Αν μπορούσαμε να παίζουμε μεγαλύτερα σετ, θα ήταν υπέροχο, γιατί με 15 άλμπουμ είναι αδύνατο να φτιάξεις setlist που να ικανοποιεί τους πάντες. Παρ’ όλα αυτά, απολαμβάνω να παίζω και τα παλιά και τα καινούργια κομμάτια.

Και οι fans, ειδικά οι νεότεροι, πώς αντιδρούν στα παλαιότερα τραγούδια;
Tomi:
Κάποιοι γνωρίζουν όλη την ιστορία των AMORPHIS, αλλά ειδικά στη Φινλανδία το κοινό μας έχει ποικιλία. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ακούνε γενικά metal αλλά τους αρέσουν οι AMORPHIS. Μερικές φορές ξαφνιάζονται όταν παίζουμε τα πιο βαριά, με growls, κομμάτια, αλλά νομίζω πως πλέον οι περισσότεροι ξέρουν τι να περιμένουν.
Στις συναυλίες, τα παλιά και τα νέα τραγούδια “δένουν” όμορφα, χάρη στην ενέργεια και τον ήχο της μπάντας.

Ο Tomi (Joutsen) εξακολουθεί να κάνει harsh φωνητικά στη σκηνή — ίσως όχι τόσο συχνά, αλλά είναι ακόμα εκεί. Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στο να ισορροπείς μεταξύ καθαρών και “σκληρών” φωνητικών στα τραγούδια των AMORPHIS;
Esa:
Αυτό συνήθως εξαρτάται από τον Tomi. Εμείς γράφουμε τη μουσική κι εκείνος χτίζει τις φωνητικές του γραμμές πάνω σε αυτά. Μπορούμε συχνά να μαντέψουμε πού θα χρησιμοποιήσει καθαρά φωνητικά, συνήθως στο ρεφρέν, αλλά μερικές φορές μας εκπλήσσει βάζοντας growls σε απρόσμενα σημεία. Ποτέ δεν ξέρεις. Εξαρτάται από το πώς αισθάνεται τη στιγμή της ηχογράφησης.

Είστε μπάντα εδώ και 35 χρόνια. Εκτός από το γεγονός ότι είστε ακόμη μαζί, ποιο επίτευγμα σας κάνει πιο περήφανους;
Esa:
Το ότι είμαστε ακόμη μαζί, σχεδόν με τους ίδιους ανθρώπους. Αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό.
Tomi:
Ναι, συμφωνώ. Τώρα που ο Olli επέστρεψε και ο Jan είναι επίσης στη μπάντα, έχουμε ουσιαστικά ξανά το αρχικό σχήμα, συν έναν κιμπορντίστα και τον “νέο” τραγουδιστή.

Ο τραγουδιστής εν τω μεταξύ είναι στη μπάντα εδώ και 20 χρόνια. Είναι ο “νέος” τραγουδιστής, αλλά…
Esa:
Ναι, είναι ο “νέος τύπος”, μετά από 20 χρόνια…!!!

Ακριβώς! Όπως το αστείο με τον Mikkey Dee στους MOTORHEAD — ήταν “ο νέος ντράμερ των MOTORHEAD και έπαιζε μαζί τους επί 30 χρόνια…
Tomi:
(γέλια) Έτσι πάει. Αλλά ναι, έχουμε δημιουργήσει άλμπουμ για τα οποία είμαστε περήφανοι, και παραμένουμε φίλοι και εκτός μπάντας, πράγμα σπάνιο. Πολλές μπάντες βλέπονται μόνο πάνω στη σκηνή και ζουν χωριστές ζωές εκτός αυτής. Για εμάς, εξακολουθεί να είναι διασκεδαστικό. Δεν μοιάζει με δουλειά.

Οι περισσότερες μπάντες αποφεύγουν να μπλέκουν την προσωπική με την επαγγελματική ζωή για να αποτρέψουν εντάσεις.
Esa:
Σωστό, αλλά εμείς είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά, οπότε θα ήταν χαζό να τα χωρίσουμε έτσι, δουλειά και φιλία. Δεν θα είχε νόημα. Ίσως αυτό να λειτουργεί για μπάντες με session μουσικούς, αλλά εμείς μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αλλιώς…

 

Έχετε περάσει πολλές φάσεις ως AMORPHIS. Ποια εποχή πιστεύετε ότι ορίζει καλύτερα την ταυτότητά σας;
Esa:
Υπάρχουν μερικές! Τα άλμπουμ “Under the Red Cloud” και “Queen of Time” αποτυπώνουν πραγματικά το πώς ακούγονται οι σύγχρονοι AMORPHIS. Αλλά, φυσικά, και τα “Tales…”, “Elegy”, “Eclipse” και “Skyforger” έχουν μεσα τους τα βασικά στοιχεία της μπάντας.
Πάντα προσπαθούμε να εξελισσόμαστε. Έχουμε την παλιά εποχή των ’90s, τα ‘00s και τώρα τη σύγχρονη περίοδο.

Ναι, κάθε φάση δείχνει μια διαφορετική πλευρά των AMORPHIS, αλλά πάντα αναγνωρίζεις τον ήχο τους. Δεν είναι εύκολο αυτό. Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρατε σχετικά με τη μακροβιότητα στη μουσική βιομηχανία;
Esa:
Να περιβάλλεσαι από τους σωστούς ανθρώπους. Ανθρώπους που εμπιστεύεσαι και με τους οποίους έχεις καλή χημεία.
Tomi:
Αυτό ισχύει για τη μπάντα, το management, το crew, τη δισκογραφική, για όλους. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις γύρω σου ανθρώπους που εμπιστεύεσαι, ώστε να μπορείς να επικεντρώνεσαι σε αυτό που κάνεις καλύτερα, το να δημιουργείς μουσική.

Φανταστικά. Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.
Esa:
Ευχαριστούμε, Σάκη, ήταν υπέροχη η κουβέντα.
Tomi:
Ευχαριστώ κι εγώ.

Σάκης Φράγκος
Απομαγνητοφώνηση: Θανάσης Μπόγρης
Φωτογραφίες: Sam Jamsen

A day to remember… 7/11 [DEEP PURPLE]

0
Purple

Purple

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Come taste the band” – DEEP PURPLE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΙΑ: Purple Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Martin Birch
ΣΥΝΘΕΣΗ:
David Coverdale – φωνητικά
Tommy Bolin – κιθάρες, φωνητικά, μπάσο
Jon Lord – πλήκτρα
Glenn Hughes – μπάσο, φωνητικά
Ian Paice – drums

That was a …Good company!

Ήταν 21 Ιουνίου του 1975, όταν ο Ritchie Blackmore, επισημοποίησε την αποχώρησή του από τους DEEP PURPLE. Ένα σοκ για την παγκόσμια rock σκηνή. Ακολούθως, στις 7 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, η μπάντα με νέο κιθαρίστα τον Αμερικανό Tommy Bolin κυκλοφορεί το “Come taste the band”, ουσιαστικά ένα τετράμηνο αργότερα και μόλις ένα τρίμηνο μετά την ένταξη του Bolin στην μπάντα, στις αρχές Αυγούστου. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, στα μέσα Μαρτίου του 1976 δηλαδή, οι DEEP PURPLE είχαν διαλυθεί, μετά τις καταστροφικές συναυλίες στην Αγγλία με αποκορύφωμα το δράμα του Liverpool! Μια εντυπωσιακή αλληλουχία γεγονότων τα οποία συνέβησαν με ταχύτητα και οδήγησαν σε χρόνο ρεκόρ μια από τις μεγαλύτερες rock μπάντες της γης, σε μια διαδοχική διαδικασία κατάρρευσης. Από το σοκ της αποχώρησης του Blackmore, στην αναγέννηση, δημιουργία, πτώση και καταστροφή σε λιγότερο από 365 μέρες συνολικά. Συναρπαστικό αν το σκεφτεί κανείς…

Το λεγόμενο το λεγόμενο Mark IV lineup: David Coverdale (φωνητικά), Glenn Hughes (μπάσο και φωνητικά), Jon Lord (πλήκτρα), Ian Paice (drums) και Tommy Bolin (κιθάρα) ήταν απελπιστικά βραχύβιο και τελικά πολύ δυσλειτουργικό όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα. Παρόλα αυτά, κατέχει το δικό του πολύ αξιόλογο μερίδιο στον θρύλο των DEEP PURPLE και μάλιστα μας έδωσε ένα άλμπουμ πολύ διαφορετικό μεν, καθ’ όλα αξιόλογο δε. Είναι επίσης ο τελευταίος δίσκος πριν το διάλυση της μπάντας μέχρι τα χρόνια του reunion και το “Perfect strangers”, και το μόνο με τον Bolin ως μόνιμο μέλος τους. Ηχογραφήθηκε στο Musicland Studios στο Μόναχο, τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1975 με τον Martin Birch μαζί με την μπάντα να κάνει την παραγωγή. Μια μπάντα που δεν λειτουργούσε με τις μηχανές της στο φουλ, αφού κατά την διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους των ηχογραφήσεων ο Glenn Hughes ήταν για αποτοξίνωση στο Λονδίνο και έκανε πολύ λιγότερα φωνητικά, ο Bolin, που ήταν και αυτός εθισμένος, αναγκάστηκε να παίξει και μπάσο ενώ ο Coverdale να ηχογραφεί ξανά και ξανά ώστε να καλύψει τα κενά. “Come taste the band” κύριοι, η πιο δύσκολη κυκλοφορία της μπάντας ever.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Όταν ο Ritchie Blackmore έφυγε μετά το “Stormbringer”, οι Coverdale, Hughes, Lord και Paice αποφάσισαν μετα από αρκετή σκέψη να συνεχίσουν. Η πρόταση του Coverdale να αλλάξουν το όνομα της μπάντας σε σκέτο PURPLE ή GOOD COMPANY δεν έπεισε κανέναν (άσε που υπήρχαν και οι BAD COMPANY από την άλλη δηλαδή..) και σκέφτηκαν πιθανούς αντικαταστάτες για την θέση του κιθαρίστα. Αρχικές επιλογές ήταν οι Jeff Beck και Rorry Gallagher. Κανείς όμως από τους δύο δεν ήταν πρόθυμος να μπει στους DEEP PURPLE. Η audition με τον Clem Clempson από τους HUMBLE PIE δεν λειτούργησε και το κενό παράμεινε. Ο Coverdale είχε ακούσει τη δουλειά του Tommy Bolin (Billy Cobham’s SPECTRUM, James Gang, ZEPHYR κ.α) και τον κάλεσε για jam και audition. Ο Bolin, ένα “exotic creature” όπως τον χαρακτήρισε ο Coverdale λόγω της εμφάνισής του, ήταν ένας νεαρός κιθαρίστας που δεν είχε και πολύ σχέση με το hard rock. Ήταν πολύ πιο πολύ fusion και jazz μουσικός, ενώ η σχέση του με τους DEEP PURPLE περιοριζόταν μόνο στο άκουσμα του “Smoke on the water”. Όμως εντυπωσίασε αμέσως με το ευέλικτο στυλ του, ένα μείγμα rock, funk, soul και fusion, κι έτσι πήρε την θέση. Η επιλογή του ήταν συνειδητή και δεν έγινε για να έχουν οι PURPLE έναν κιθαρίστα στο στυλ του Blackmore, αλλά έναν μουσικό που θα έδινε την δυνατότητα για μια νέα κατεύθυνση και νέους μουσικούς ορίζοντες στην μπάντα. Ο Glenn Hughes το λέει ξεκάθαρα: “It would have been ridiculous to get a Ritchie Blackmore clone… Tommy didn’t sound like Blackmore… we fell in love with what Tommy was doing” είχε δηλώσει στο MusicRadar.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν 3/8–1/9/1975 στο Musicland studio όπως είπαμε και το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που εν πολλοίς δεν είχε σχέση με το παρελθόν της μπάντας. Ήταν μεν ο Paice και ο Lord εκεί, αλλά οι επιρροές και η κυριαρχία των Coverdale, Hughes και Bolin είχαν μετατρέψει τους DEEP PURPLE από ένα στιβαρό και επιθετικό hard rock σχήμα σε μια μπάντα που ακούγονταν πια πιο πολύ funk rock, πιο πολύ soul, πιο πολύ rock n’ roll και πιο πολύ groovy γενικότερα. Ήταν άσχημο αυτό; Δεν ήταν, αντίθετα ήταν μια χαρά, αλλά μάλλον δεν ήταν και πολύ DEEP PURPLE όπως τουλάχιστον τους γνωρίζαμε και αυτοί είχαν ορίσει τον 70s hard rock ήχο που θα οριοθετούσε σε μεγάλο βαθμό και το heavy metal. Από την άλλη δεν μπορείς να παραπονεθείς όταν μουσικοί τέτοιου βεληνεκούς ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους και προσφέρουν τόσο καλή μουσική. Άλλωστε οι ρίζες της πρώτης φάσης των WHITESNAKE (μέχρι το “Saints and sinners” δηλαδή), εδώ είναι ξεκάθαρα διακριτές και δεν γίνεται να σου αρέσουν τα “Come and get it” ή “Lovehunter” για παράδειγμα και να μην σου αρέσει το “Come taste the band” που περιέχει τραγούδια όπως “Coming home”, “Ι need love” ή το “Lady luck” για παράδειγμα. Όπως πάντως και να το κάνουμε, για μια κυκλοφορία που φέρει το όνομα DEEP PURPLE και μάλιστα το 1975, τουλάχιστον «τολμηρό» θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το “Come taste the band”.

Βέβαια κατά την προσωπική μου άποψη το άλμπουμ μας δίνει δύο από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία της μπάντας και ακόμα μια συναρπαστική στιγμή, κάτι σαν bonus:

Οι δυο στιγμές:

“You keep on moving”, γραμμένο από το 1974, μελωδικό, συναισθηματικό, η κορυφαία ever στιγμή του ντουέτου Hughes/Coverdale που εδώ γράφει ιστορία. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν τελετουργική, οι φωνές δένουν τέλεια, και το κιθαριστικό solo του Bolin έχει κάτι από μια απόλυτα μελαγχολική ομορφιά. Κλείνει το άλμπουμ με ένα αίσθημα λύτρωσης αλλά και επί της ουσίας αποχαιρετισμού, αφού αυτές εδώ ήταν οι τελευταίες νότες που ακούσαμε από αυτή τη σύνθεση και οι τελευταίες γενικότερα των DEEP PURPLE για εκείνη την περίοδο .

“This time around”, τρομερά συναισθηματικό αλλά πολύ διαφορετικό σε ύφος, είναι μια soul/rock μπαλάντα με γλυκόπικρη ερμηνεία του Hughes και άρτια συνεργασία με τον Lord. Ο συνδυασμός των δύο δημιουργεί μια στιγμή καθαρής μαγείας και ανατριχιάζεις μόνο που τους ακούς… Το πιο συγκινητικό σημείο του δίσκου νομίζω.

Και το …bonus!

Το “Owed to ‘G’”, ένα instrumental tour de force του Bolin, ένα jazz rock έπος που αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία του. Αν θέλετε ένα καλό δείγμα της αξίας του Bolin, στο “Owed to G” θα βρείτε ότι ακριβώς ψάχνετε.

Αν είχαν ολοκληρώσει και το “Same in L.A.” θα ήταν ακόμα ένα ατού για το άλμπουμ, αλλά τουλάχιστον μπήκε στην επετειακή του έκδοση.

Κατά την κυκλοφορία του (Νοέμβριος 1975) οι κριτικές ήταν μικτές: κάποιοι επαίνεσαν την φρεσκάδα και το παίξιμο του Bolin, οι πιο πολλές όμως υπογράμμισαν, όχι άδικα, ότι δεν είναι μια κυκλοφορία των DEEP PURPLE όπως τους ξέραμε. Η επιτυχία του άλμπουμ δεν ήταν η αναμενόμενη και αυτό φυσικά δεν είναι περίεργο, μιας και η μουσική στροφή που είχε ήδη φανεί από το “Stormbringer” είχε ολοκληρωθεί με θεαματικό τρόπο, η φυγή του Blackmore και η εμφάνιση ενός τόσο διαφορετικού κιθαρίστα στην θέση του, έφεραν σε φανερή αμηχανία το κοινό τους. Το κακό όμως δεν ήταν αυτό. Αυτό σε ένα παράλληλο σύμπαν θα μπορούσε να έχει διορθωθεί εάν η μπάντα είχε τον χρόνο με το μέρος της και θα ήταν σε θέση να κάνουν ακόμα μια προσπάθεια. Όμως οι καταστάσεις εντός του συγκροτήματος δεν ήταν αυτές που θα επέτρεπαν μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτή την σύνθεση.

Τα βασικά προβλήματα που προέκυψαν εντός του συγκροτήματος συνοψίζονται πρώτον στην βαρύτατη χρήση οπιούχων ουσιών και ηρωίνης από τον Bolin, κάτι που η μπάντα γνώριζε, αλλά όχι τον βαθμό που διαπίστωσαν αργότερα. Δεύτερον, στην έντονη χρήση κοκαΐνης από τον Hughes. Τρίτον στην εξουθένωση τους από τις συνεχείς εμφανίσεις και περιοδείες. Τέταρτον στο ότι ο Bolin, μην έχοντας καμία επαφή με το παρελθόν της μπάντας, δυσκολεύτηκε πολύ να προσαρμοστεί και να μάθει το παλιό ρεπερτόριο, η χρήση ουσιών δεν βοηθούσε κιόλας… Πέμπτο, ότι έγιναν κάτι …αλλαξοκωλιές εσωτερικά στο συγκρότημα, μιας και η κοπέλα του Bolin έμπλεξε με τον Hughes, αλλά και η κοπέλα του Hughes έμπλεξε με τον …Lord!

Η περιοδεία για το “Come taste the band” ξεκίνησε από την Χαβάη και προχώρησε προς την Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία με αρχικά πολύ επιτυχία. Από την Ινδονησία όμως και μετά, τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω και σημαδεύτηκε από εμφανίσεις μέτριες έως και καταστροφικές. Ήδη από την Ινδονησία ο Bolin είχε πρόβλημα λόγω χρήσης μολυσμένης σύριγγας και κακής ποιότητας ηρωίνης, με το ένα του χέρι, και το πρόβλημα γενικεύτηκε κατά τις εμφανίσεις τους στην Ιαπωνία όπου η μπάντα έπαιζε σχεδόν χωρίς κιθαρίστα και τα μέρη της κιθάρας τα έπαιξε στα πλήκτρα ο Lord. Από την τελευταία τους εμφάνιση εκεί, μπορείτε να ακούσετε το “Last concert in Japan” το οποίο αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό της κατάσταση των DEEP PURPLE εκείνη την περίοδο. Ακολούθησε η περιοδεία τους στην Αμερική, όπου σε δύο μήνες μέσα έδωσαν τριάντα (!) show και ακολούθως η μπάντα έπρεπε να κάνει ένα διάλειμμα. Οι manager όμως, ενώ στο σχέδιο ήταν να ξεκουραστεί επιτέλους το συγκρότημα μέχρι το καλοκαίρι, τον Μάρτιο του 1975 έκλεισαν ακόμα πέντε εμφανίσεις στην Αγγλία.

Αυτό ήταν και το μοιραίο χτύπημα για μια μπάντα που ήταν σε κακή κατάσταση, είχε χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, ήταν εξαντλημένη και αφόρητα πιεσμένη από το βάρος του ονόματός της. Το κοινό στην πατρίδα τους δεν ήταν τόσο ανεκτικό όσο το αντίστοιχο της Αμερικής ή της Αυστραλίας. Εκεί ακόμα ο Blackmore ήταν ένας ήρωας κι ο Bolin απλά ένας Αμερικανός στην ιερή του θέση. Η κατάσταση ήταν άσχημη και η αντιμετώπιση του Bolin, την έκανε ακόμα χειρότερη. Τα πράγματα έγιναν οριακά όταν και ο Hughes από την χρήση ουσιών ήταν αλλού γι’ αλλού, ούτε για τα encore δεν ήταν ικανός να βγει στην σκηνή και τον έσερνε έξω ο Lord! Το κύκνειο άσμα και τραγικό τέλος, ήρθε αμέσως μετα την τραγική τους εμφάνιση στο Λίβερπουλ στις 15 Μαρτίου στο Liverpool Empire Theatre, όπου οι Lord και Paice πληροφόρησαν τον Coverdale ο οποίος τους είπε ότι θέλει να παραιτηθεί, πως δεν γίνονταν αυτό, μιας και πια δεν υπήρχε μπάντα από την οποία θα μπορούσε να φύγει… Είχε έρθει το τέλος… Στο μεταξύ ο Bolin …δεν είχε καταλάβει και πολλά και τις επόμενες μέρες δήλωνε ότι θα έμπαιναν στο στούντιο να γράψουν το επόμενο τους άλμπουμ.. ήταν Μάρτιος του 1976 και ο φτωχός λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, σε ηλικία μόλις 25 ετών θα πλήρωνε πολύ ακριβά τους εθισμούς του και τις κακές συνήθειες του.

Το “Come taste the band” είναι σαν ένα ποτό που καίει αλλά σε κάνει να νιώθεις ζωντανός. Δεν είναι το πιο “DEEP PURPLE” άλμπουμ, αλλά είναι σίγουρα ειλικρινές, γεμάτο πάθος, αυτοκαταστροφή, groove και ψυχή, ήταν μια τελευταία πρόποση πριν τη σιωπή.

Δημήτρης Σειρηνάκης

The Exploited και στη Θεσσαλονίκη! Special Guests Ομίχλη! Σάββατο 28 Μαρτίου 2026 στο Principal

0
Exploited

Exploited

The Exploited (UK) live στην Θεσσαλονίκη

45 Years of Punk’s Not Dead Tour 2026

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026 | Principal Club Theater, Θεσσαλονίκη

Special guests: Ομίχλη

Τα εισιτήρια κοστίζουν 23 ευρώ (περιορισμένη προπώληση), 25 ευρώ (προπώληση), 28 ευρώ (ταμείο).

Προπωληση πραγματοποιείται μέσω της more.com και του δικτύου καταστημάτων της, όπως και σύντομμα στα καταστήματα The Nephilim και Alone Records.

Online προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/the-exploited-omixli-2026

Facebook Event https://www.facebook.com/events/2050151805719194

Στις 29 Μαρτίου οι The Exploited θα εμφανιστούν και στην Πάτρα στο Frida!
https://cometogether.live/event/3913/the-exploited-uk-live-sthn-patra

Οι The Exploited επιστρέφουν στην Ελλάδα για να γιορτάσουν 45 χρόνια ασυμβίβαστης punk τραγουδοποιίας και στάσης ζωής. Το συγκρότημα που με το Punks Not Dead (1981) όρισε μια ολόκληρη εποχή, έρχεται στη Θεσσαλονίκη για μια εμφάνιση που -όπως και κάθε προηγούμενη- θα αναδείξει τη δύναμη, την ωμότητα και τον κοινωνικό σχολιασμό που χαρακτήρισαν τη βρετανική punk σκηνή των αρχών της δεκαετίας του ’80.

Ιδρυμένοι το 1979 από τον Wattie Buchan, οι Exploited υπήρξαν από την πρώτη στιγμή φωνή της οργής και της απογοήτευσης μιας γενιάς που ένιωθε προδομένη από το σύστημα. Με αιχμηρούς in-your-face στίχους και έναν ήχο που συνδύαζε το αγνό, ανόθευτο punk με thrash και hardcore στοιχεία, έγιναν σημείο αναφοράς για την underground μουσική σκηνή των δεκαετιών που ακολούθησαν, επηρεάζοντας δεκάδες συγκροτήματα. Τα albums Troops of Tomorrow (1982), Let’s Start a War… (1983) και Death Before Dishonour (1987) που ακολούθησαν, καθιέρωσαν το συγκρότημα ως έναν από τους πιο συνεπείς και επιδραστικούς εκπροσώπους του είδους και όχι άδικα!

Πιστοί στην DIY ηθική και τη ριζοσπαστική τους στάση, οι The Exploited παρέμειναν στο προσκήνιο για ένα τρελό σερί τεσσάρων δεκαετιών, περιοδεύοντας ασταμάτητα ανά τον κόσμο, και διατηρώντας ταυτόχρονα τον σκληρό ιδεολογικό πυρήνα, την κοινωνική, αλλά και την μουσική ταυτότητά τους. Η σκηνική παρουσία του Wattie Buchan, αυτού του άκρως αφοσιωμένου frontman αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το είδος και για πολλούς, μια ηχηρή πολιτική δήλωση που εκφραζόταν επί σκηνής.

Έχοντας στη φαρέτρα τραγούδια όπως τα “Army Life”, “Sex and Violence”, “Dogs of War” και “Beat the Bastards”, οι Exploited προσφέρουν διαπιστευμένα ιδρωμένες, high energy συναυλιακές συγκινήσεις, σε κάθε ζωντανή τους εμφάνιση! Οι εν Ελλάδι συναυλίες του Μαρτίου θα είναι μια αναδρομή στην πολυτάραχη πορεία και πολυπληθή δισκογραφία τους και ταυτόχρονα μια επιβεβαίωση ότι το punk δεν ήταν ποτέ μόδα, παρά μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ναι, 45 χρόνια μετά, το σύνθημα “Punk’s Not Dead” εξακολουθεί να ηχεί επίκαιρο, όχι ως νοσταλγία για μια εποχή που πέρασε, αλλά ως ζωντανή υπενθύμιση ότι ο χρόνος δεν αλλοίωσε ποτέ το αληθινό punk! Beat the Bastards!

Οι Clutch έρχονται στο FLOYD – 23.05.2026

0
Clutch

Clutch

Οι Clutch επιστρέφουν στην Αθήνα, το Σάββατο 23 Μαΐου, στο Floyd Live Music Venue, για μια βραδιά  καταιγιστικού και παθιασμένου rock ‘n’ roll! 

Την Πέμπτη 21 Μαΐου, η μπάντα θα εμφανιστεί στο Principal Club Theater, στη Θεσσαλονίκη.

Η προπώληση ξεκινά την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, στις 10:00, προς 39€ και για συγκεκριμένο αριθμό εισιτηρίων. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.

Διάθεση:
Τηλεφωνικά στο 2117700000 / Online more.com / Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

Οι Clutch δημιουργήθηκαν το 1991, στο Maryland των ΗΠΑ. Σε μια πορεία που, όταν έρθουν ξανά στην Ελλάδα, θα έχει συμπληρώσει 35 χρόνια, το lineup της μπάντας παραμένει αδιαπραγμάτευτα σταθερό: Tim Sult (κιθάρα), Dan Maines (μπάσο), Jean-Paul Gaster (ντραμς) και, βέβαια, Neil Fallon (φωνή, κιθάρα) αποτελούν την τετράδα-μηχανή που παράγει ένα “διαβολικό” groove ‘n’ roll και ενώνει το heavy rock με τα blues και άλλα, φαινομενικά ετερόκλητα, στοιχεία που – στον πλανήτη των Clutch – μοιάζουν απόλυτα φυσιολογικά.

Από το ντεμπούτο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα, παραμένουν απόλυτα προσηλωμένοι σε αυτό που κάνουν, ξεπερνώντας συνεχώς τον εαυτό τους και μεγαλώνοντας, εμπορικά και καλλιτεχνικά, με κάθε νέο τους βήμα.

Εκεί που πραγματικά μεγαλουργούν είναι η σκηνή, αφού πρόκειται για μια μπάντα που ζει για να δίνει συναυλίες, μπροστά σε οπαδούς κάθε ηλικίας. Στη χώρα μας το έχουμε διαπιστώσει πολλές φορές και το ίδιο θα συμβεί και σε αυτή την πολυαναμενόμενη επιστροφή τους, τέσσερα χρόνια μετά την σπουδαία εμφάνισή τους στο Release Athens!

Ετοιμαστείτε για μια βραδιά απόλαυσης με “Electric Worry”, “The Regulator”, “The Mob Goes Wild”, “X-Ray Visions”, “Earth Rocker”, “A Quick Death in Texas”, “Red Alert (Boss Metal Zone)” και “We Strive For Excellence”, “How to Shake Hands”, “Burning Beard”, “The Wolf Man Kindly Requests…” και πολλά ακόμα.

 

Follow Clutch

Official Website | Facebook  |  Instagram | YouTube


Follow Floyd

Official Website | Facebook  |  Instagram |  TikTok   | YouTube

Floyd live music venue: Πειραιώς 117, Γκάζι, Αθήνα, πλησίον του Στ. Μετρό Κεραμεικός / Τηλ. 210 3416706

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece