ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The damnation game” – SYMPHONY X ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΙΑ: Inside Out (Ευρώπη) / Zero Corporation (Ιαπωνία) ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Romeo, Steve Evetts, Eric Rachel ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρα – Michael Romeo
Φωνητικά – Russell Allen
Πλήκτρα – Michael Pinella
Τύμπανα – Jason Rullo
Μπάσο – Thomas Miller
Το progressive metal είχε αρχίσει να είναι στα φόρτε του κι εγώ αγόραζα μανιωδώς οτιδήποτε έστω και από το εξώφυλλο μου μύριζε prog. Κάπως έτσι βρήκα το “The damnation game” των SYMPHONY X 20 χρόνια πίσω κι αφού το ντεμπούτο τους είχε βγει μόνο στην Ιαπωνία μέχρι τότε, το μόνο που ρώτησα τον πωλητή ήταν: «είναι progressive;» και στην καταφατική του απάντηση, το αγόρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα… Το πρώτο που κάνει εντύπωση, είναι οι εκπληκτικές κιθάρες του Michael Romeo, που είχαν αυτό που πάντα ήθελα από τον Malmsteen, δηλαδή περισσότερο όγκο στον ήχο του.
Neoclassical progressive, στα καλύτερά του από τους SYMPHONY X, που στη συνέχεια γιγαντώθηκαν, αλλά τότε ακούγοντας το “The edge of forever”, την απαρχή ουσιαστικά από τις ασύλληπτες «ημι-μπαλάντες» (όπως το “The accolade” και τόσα άλλα μνημεία της μουσικής μας), έπαθα κοκομπλόκο. Δεν ήταν τυχαίο ότι στη ραδιοφωνική εκπομπή που είχα, το συγκεκριμένο κομμάτι έπαιζε σχεδόν κάθε εβδομάδα για αρκετούς μήνες!!! Ουσιαστικά από το άλμπουμ ξεχωρίζει το τρίπτυχο “The edge of forever”, “The haunting” (καρακλασικό ύφος SYMPHONY X) και το “The winter’s dream” που κλείνει το άλμπουμ. Από εκείνη τη φουρνιά των συγκροτημάτων, οι SYMPHONY X ήταν ένα από τα ελάχιστα που μπορούσαν να παίζουν υπερτεχνικά, αλλά να έχουν και κολλητικές μελωδίες.
Σ’ εκείνο το άλμπουμ, υπήρχαν στιγμές που δεν το κατάφερναν εντελώς, αφού άλλοτε ακούγονταν cheesy κι άλλοτε απλά υπερβολικοί, αλλά είχαν τεθεί οι βάσεις. Μεγάλο όπλο, εκτός από τον Romeo, ο Russell Allen, που ανέλαβε τα φωνητικά στη θέση του μετριότατου Rod Tyler, ο οποίος είναι αρκετά νεαρός και άγουρος τότε, αλλά έδειχνε ότι επρόκειτο για κορυφαίο τραγουδιστή. Όσο για τους υπόλοιπους παίχτες, ιδιαίτερα ο Pinella στα πλήκτρα και ο Rullo στα ντραμς, αποδείχτηκαν «λίρα εκατό», συνεχίζοντας μέχρι σήμερα στο σχήμα και βοηθώντας το τα μέγιστα να βρίσκεται στην ελίτ του prog metal, με χαρακτηριστική άνεση.
Πολύ ανώτερο από το ντεμπούτο (που ήταν σχετικά απογοητευτικό, να λέμε την αλήθεια), κάνει εντύπωση πως μέσα σε τόσους λίγους μήνες, βρέθηκε τόση έμπνευση μαζεμένη (αφού το “The damnation game” βγήκε λίγους μήνες μετά το “Symphony X”), δεν είναι όμως και το τόσο καλά κρυμμένο διαμάντι του prog metal. Ούτε καν στους 5 καλύτερους δίσκους του γκρουπ. Δείχνει όμως από πού ξεκίνησαν όλα και τέθηκαν οι βάσεις για το κολοσσιαίο υπερδημιούργημα που ακούει στο όνομα “The divine wings of tragedy”, το οποίο κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα.
Αν δεν υπήρχε ορισμός για την έννοια του αναπάντεχα καλού reunion δίσκου, αυτός θα πήγαινε σίγουρα στο “Dissonance theory” των CORONER. Φυσικά περιμέναμε ένα πολύ καλό άλμπουμ, αυτό όμως που ακούσαμε ήταν πραγματικά ασύλληπτο… Και μάλιστα 32 χρόνια μετά το “Grin” του 1993 και δύο εμφανίσεις στη χώρα μας (Αθήνα και Ηράκλειο Κρήτης). Ο Σάκης Φράγκος, έκανε meeting με τον Κώστα Αλατά, οι λίγες ερωτήσεις του οποίου, γέμισαν δύο σελίδες, κάνοντας το έργο ακόμα πιο εύκολο (;), προσπαθώντας να ρωτήσουμε όσο το δυνατό περισσότερα πράγματα στο μισάωρο που είχαμε στη διάθεσή μας. Κυρίες και κύριοι, ο Tommy Vetterli…
Λοιπόν, έχουμε εδώ τον TommyVetterli από τους CORONER. Γεια σου Tommy, καλώς ήρθες στο RockHardGreece. Γεια σου, ευχαριστώ για την πρόσκληση, φίλε μου. Είναι χαρά μου.
Είχαμε κάνει μία συνέντευξη πριν από 11 ή 12 χρόνια και τότε συζητούσαμε για την πιθανότητα ενός νέου άλμπουμ των CORONER, λίγο πριν από την προηγούμενη συναυλία σας, την οποία προωθούσα στην Αθήνα. Και να υποθέσουμε ότι αυτό είναι, θεωρητικά, το δικό σας “Hysteria” των DEFLEPPARD, ας πούμε; Ναι, ίσως να είναι περισσότερο το δικό μας “Chinese Democracy”, ξέρεις. Θέλαμε να το ονομάσουμε “Reborn too Late”.
Και να το συνδέσετε με το παρελθόν. Όπως το “Reborn Through Hate”. Χαχαχα! Οπότε, σκεφτήκατε ποτέ να αφήσετε το παρελθόν ως έχει; Πόσο δύσκολη ήταν η απόφαση να πάρετε το ρίσκο να επιστρέψετε με ένα νέο άλμπουμ, μετά από τόσα χρόνια που λέγατε ότι δουλεύετε πάνω σε νέο υλικό και τέτοια; Ναι, εννοώ, όταν ξεκινήσαμε την επανένωση το 2011, απλώς θέλαμε να παίξουμε μερικά live, μερικά φεστιβάλ, μερικές μικρές περιοδείες και τέτοια. Και ο Marky ποτέ δεν ήθελε να κάνουμε άλμπουμ. Πίστευε, “όχι, θα καταστρέψουμε την κληρονομιά μας” και τέτοια. Αλλά μετά από δύο χρόνια με φεστιβάλ και περιοδείες, ο Marky είχε κουραστεί και ήθελε να φύγει από το συγκρότημα έτσι κι αλλιώς. Οπότε μίλησα με τον Ron και του είπα, όχι, δεν θέλω να σταματήσω τώρα. Περνάω πολύ καλά. Αλλά τότε ήταν ξεκάθαρο ότι έπρεπε να γράψουμε νέο υλικό. Είναι περίεργο να παίζεις τα ίδια παλιά κλασικά για χρόνια.
Photo by Manuel Schuetz
Ποια ήταν τα εμπόδια σε αυτή τη διαδρομή; Γιατί αρχίσατε να γράφετε τραγούδια το 2015. Σωστά. Υπογράψαμε το δισκογραφικό συμβόλαιο το 2014 και τότε άρχισα να δουλεύω πάνω σε αυτό το 2015, αλλά μετά η ζωή μπήκε στη μέση. Συνέβησαν πολλά πράγματα. Πέθαναν άνθρωποι, όπως ο πατέρας μου, ο πατέρας του Ron, εγώ πέρασα ένα διαζύγιο, ήρθε ο γαμ**ένος COVID. Και νομίζω ότι το βασικό μου πρόβλημα ήταν η καθημερινή δουλειά μου ως παραγωγός — μετά από ολόκληρη μέρα δουλεύοντας με μια άλλη μπάντα, δεν μου έμενε καθόλου δημιουργικότητα. Αυτό ήταν το κύριο πρόβλημά μου. Και ακόμα κι όταν είχα λίγες μέρες ελεύθερες, το να γράψω εδώ ήταν αδύνατο, γιατί με αποσπούσαν όλα. Έβλεπα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σε κάθε γωνιά του στούντιο. Οπότε δούλευε μόνο όταν έπαιρνα μια εβδομάδα άδεια και πήγαινα μόνος μου στα βουνά της Ελβετίας — τότε άρχισαν να ρέουν οι ιδέες. Αλλά μπορούσα να το κάνω μόνο για λίγες μέρες ή μια εβδομάδα. Μετά έπρεπε να επιστρέψω στο στούντιο γιατί ερχόταν η επόμενη μπάντα. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Ίσως είχα και ένα μικρό πρόβλημα αναβλητικότητας — κατά τη διάρκεια του COVID, είχα χρόνο να γράψω αλλά δεν είχα διάθεση. Επικεντρώθηκα σε άλλα πράγματα. Έφτιαχνα ένα τεράστιο pedalboard. Ίσως φοβόμουν κιόλας λίγο να κάνω αυτό το άλμπουμ. Και έτσι πήρε πολύ χρόνο το γράψιμο, γιατί βαριέμαι πολύ εύκολα τον εαυτό μου. Έπρεπε πάντα να νιώθω αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα όταν έγραφα ένα riff. Ίσως από 30 ή 50 riffs, μόνο ένα να κατέληγε στο άλμπουμ, κάτι τέτοιο. Ήταν λίγο εμμονικό, ίσως, αλλά νομίζω ότι άξιζε. Τα τραγούδια είχαν χρόνο να ωριμάσουν. Νομίζω ότι αυτό είναι καλό.
Μόλις ανέφερες ότι φοβόσουν να κυκλοφορήσεις νέο υλικό. Ναι, ίσως.
Πάντα αντιμετώπιζες τον πειραματισμό ως φυσικό κομμάτι της μουσικής σου και όχι ως αυτοσκοπό. Πώς μπορείς, μετά από περισσότερα από 30 χρόνια, να κρατήσεις αυτό το πειραματικό πνεύμα αυθεντικό, όταν ο κόσμος το περιμένει από εσένα; Και ταυτόχρονα να παρουσιάσεις κάτι φρέσκο και διαφορετικό από το παρελθόν σου. Αυτό ήταν που σε φόβισε; Ναι, πιθανόν. Σκέφτηκα πολύ το πώς έπρεπε να είναι αυτό το άλμπουμ. Περισσότερο σαν συνέχεια του “Grin”, το οποίο αρέσει σε πολλούς, αλλά άλλοι προτιμούν τα τρία πρώτα άλμπουμ. Και κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι δεν έχει νόημα, γιατί είμαι τελείως διαφορετικός άνθρωπος σήμερα. Οπότε απλώς άρχισα να γράφω. Και πάντα έλεγα στον Ron, ή συζητούσαμε, ότι θα γράψουμε αυτό το άλμπουμ για εμάς, όπως κάναμε και στο παρελθόν. Πάντα γράφαμε πρώτα για εμάς, όχι για το κοινό. Ίσως γι’ αυτό η μουσική μας ακούγεται κάπως περίεργη καμιά φορά, υποθέτω.
Το δελτίο τύπου αναφέρει ότι κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ένιωσες ότι κάτι έλειπε. Κάτι σαν μια φρέσκια ή κριτική ματιά. Τι σε έκανε να ζητήσεις βοήθεια; Και ήταν πρόβλημα αυτή η βοήθεια; Ένιωθα λίγο μόνος. Έγραψα τα πάντα μόνος μου. Δούλεψα στα drum beats με τον Diego (σ.σ. ντράμερ του σχήματος). Και πάντα του άρεσαν οι ιδέες μου. Είχα την αίσθηση ότι χρειάζομαι να δουλέψω με κάποιον που εμπιστεύομαι 100%, έναν επαγγελματία μουσικό. Έτσι ζήτησα τη βοήθεια του καλού μου φίλου Dennis Russ. Δουλεύουμε μαζί στο στούντιο σχεδόν μια δεκαετία. Τον φέρνω όταν μια μπάντα έχει πρόβλημα με τους στίχους ή τη σύνθεση και εγώ δεν έχω χρόνο γιατί δουλεύω σε άλλο project. Είναι σαν τον Mr. Wolf στο “Pulp Fiction”. Έρχεται, τα ελέγχει όλα και λέει “οκ, αυτό λειτουργεί, αυτό όχι”. Εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον απόλυτα. Ήμουν σίγουρος ότι αν θεωρούσε κάτι όχι καλό, θα μου το έλεγε. Αρχικά τον κάλεσα επειδή είναι Αμερικανός και χρειαζόμουν βοήθεια με τους στίχους. Στο παρελθόν, ο Mark έγραφε όλους τους στίχους, αλλά είχε και τη βοήθεια ενός Αμερικανού φίλου. Γιατί, αν τα αγγλικά δεν είναι η μητρική σου γλώσσα, είναι πολύ δύσκολο να γράψεις κάτι έστω και μισοέξυπνο. Έτσι, όλα τα μέλη της μπάντας άρχισαν να γράφουν λίγο στίχους και δεν ήταν κακοί, ήταν εντάξει. Αλλά για μένα, δεν ταίριαζαν με το βάρος της μουσικής και δεν ταίριαζαν με αυτό που είχα στο μυαλό μου. Ήθελα να υπάρχει μια αφήγηση ανάμεσα στη μουσική και στους στίχους. Όταν συμβαίνει κάτι στη μουσική, να συμβαίνει και στους στίχους, κάτι τέτοιο. Ήθελα απλώς να αλλάξω λίγο τους στίχους προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά με τον Dennis καταλάβαμε ότι δεν είχε νόημα. Έπρεπε να γράψουμε από την αρχή. Υπάρχουν μπάντες με εξαιρετική μουσική που τραγουδούν για σφαγμένους δράκους και μάχες. Οκ, μπορείς να το κάνεις αυτό, είναι διασκέδαση, αλλά δεν είναι για εμάς.
Επέλεξες επίσης να συνεργαστείς με τον JensBogren για το τελικό mix και το mastering. Σε οδήγησε εκεί η ίδια ανάγκη ή απλώς ήθελες κάποιον πιο, ας πούμε, σχετικό ή με ουσιαστική εμπειρία στον σύγχρονο metal ήχο; Κάπως όπως έκαναν, για παράδειγμα, οι CELTICFROST με το “Monotheist” και τον PeterTägtgren; Όχι, όχι, όχι, όχι. Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτό. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο να κάνω το mix μόνος μου, κάνω mix για άλλες μπάντες, έχω πολλή εμπειρία. Αλλά όταν έφτασα στο τέλος των ηχογραφήσεων, ξεκινούσα κάθε riff από την αρχή. Είχα ηχογραφήσει τα πάντα, ήταν πραγματικά παραγωγή σε βάθος. Ακουγόταν σχεδόν τελειωμένο χωρίς κανένα plug-in. Ήμουν εμμονικός. Μου πήρε σχεδόν τρεις εβδομάδες να βρω τον ήχο κιθάρας που ήθελα στο στούντιο, γιατί ήθελα κάτι φρέσκο για μένα. Και ναι, στο τέλος σκέφτηκα, οκ, τώρα δεν μπορώ άλλο να ακούω τα τραγούδια. Ήρθε η ώρα να το κάνει κάποιος άλλος. Έψαξα λοιπόν για έναν που να κάνει mix μουσικά, για τη μπάντα και για το τραγούδι, και όχι για τον δικό του ήχο. Είχα συνεργαστεί με τον Jens παλιότερα. Είχε κάνει mix σε δύο άλμπουμ των ELUVEITIE που είχα παράγει και ηχογραφήσει. Οπότε ήξερα ότι θα ήταν η σωστή επιλογή για αυτή τη δουλειά, γιατί ο ήχος ήταν ήδη εκεί, στο 95%. Όταν τον ενημέρωνα, του είπα “καλύτερα να μην αγγίξεις τις κιθάρες μου. Είναι ακριβώς όπως θέλω να είναι”. Αλλά είχα πρόβλημα με τα keyboards, γιατί υπάρχουν πολλά keyboards στο άλμπουμ. Όταν κάναμε το πρόχειρο mix με τον Dennis, λέγαμε, “είναι πολύ δυνατά. Δεν είμαστε καμία γαμ**ένη symphonic metal μπάντα”. Ήταν τρέλα, και ξέρεις, το να το δώσεις σε κάποιον με φρέσκια ματιά όπως ο Jens — το έκανε πολύ μουσικά. Μερικές φορές είναι πολύ δυνατά τη σωστή στιγμή και μερικές φορές τα εξαφάνισε τελείως. Νομίζω ότι ήταν η καλύτερη επιλογή να το δώσουμε στον Jens. Έκανε εξαιρετική δουλειά και ανέβασε όλο το πράγμα σε άλλο επίπεδο. Είμαι υπερβολικά ευχαριστημένος.
Στη συλλογή “TheCoroner” του 1995, στα ντραμς ήταν ο PeterHaas, με τον οποίο είχες συνεργαστεί στους CLOCKWORK. Σκέφτηκες να του ζητήσεις να επιστρέψει στα ντραμς μετά την αποχώρηση του Marky; Όχι, όχι στην πραγματικότητα. Ο Peter Haas είναι φοβερός ντράμερ. Αλλά στο μεταξύ, είχα ήδη δουλέψει πολύ με τον Diego. Ο Diego ήταν session drummer εδώ στο στούντιό μου για πολλά projects. Είναι πολύ ευέλικτος, μπορεί να παίξει κάθε είδος και ήμουν απλώς συνηθισμένος να δουλεύω μαζί του. Παίξαμε επίσης μαζί στους 69 CHAMBERS, και από την πρώτη φορά που παίξαμε, ένιωσα σαν να παίζαμε μαζί χρόνια. Είχαμε αυτή τη μοναδική χημεία. Οπότε ήταν ξεκάθαρο ότι θα τον ρωτούσα πρώτα. Ο Peter Haas θα ήταν κι εκείνος προφανής επιλογή, βέβαια. Είναι φοβερός.
Photo by Grzegorz Golebiowski
Η απουσία του εμβληματικού λογότυπου με το κρανίο από το εξώφυλλο του “DissonanceTheory” είναι πολύ αισθητή. Τι θέλατε να εκφράσετε με αυτή την επιλογή και είχε να κάνει με την απουσία του Marky, δεδομένου ότι το λογότυπο είναι ιστορικά και αισθητικά δεμένο μαζί του; Ναι, φυσικά. Δηλαδή, στο αρχικό λογότυπο υπάρχουν μέσα τα stage names. Και φυσικά είναι και το όνομα του Marky. Για να είμαι ειλικρινής, ό,τι κι αν δοκιμάσαμε, όπως το “Diego Rapacchietti”, ήταν πολύ μακρύ. Δεν χωρούσε εκεί. Ό,τι κι αν δοκιμάσαμε, φαινόταν χειρότερο από το πρωτότυπο. Αυτός ήταν ένας λόγος που αποφασίσαμε να μην το βάλουμε στο εξώφυλλο. Και ο άλλος λόγος είναι ότι πρόκειται για ένα νέο ξεκίνημα. Κρατήσαμε κάποια στοιχεία, όπως τη μαύρη γραμμή, φυσικά την κρατήσαμε, αλλά το λογότυπο, νομίζω, έχει κάτι λίγο “κιτς”. Είναι πιο καθαρό χωρίς αυτό, και τελικά το προτίμησα έτσι.
Δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι τα σόλο κιθάρας σου είναι το αποκορύφωμα του νέου άλμπουμ. Ευχαριστώ.
Φαίνεται πως γενικά προτιμάς την προσέγγιση του “less is more”. Τα σόλο σου είναι γεμάτα ένταση, τεχνική και συναίσθημα, αλλά παραμένουν ουσιαστικά. Πώς δουλεύεις τα σόλο σου; Για να είμαι ειλικρινής, όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσω τα σόλο, καθόμουν εδώ και σκεφτόμουν, “άντε τώρα, υπάρχουν τόσοι πολλοί κιθαρίστες εκεί έξω τεχνικά απίστευτοι”. Υπάρχουν δεκάχρονα κορίτσια που παίζουν κομμάτια του Yngwie Malmsteen. Οπότε επικεντρώθηκα σε αυτό που πιστεύω πως μπορώ να κάνω καλύτερα· να παίζω με την καρδιά, το στομάχι και τα αρχ**ια μου. Όταν γράφω ένα σόλο, για μένα πρέπει να είναι σαν ένα μικρό τραγούδι μέσα στο τραγούδι. Το ίδιο ισχύει και για τη σειρά των κομματιών σε ένα άλμπουμ· πρέπει να είναι σαν ένα μεγάλο τραγούδι που αποτελείται από όλα τα υπόλοιπα. Αυτή είναι πάντα η οπτική μου.
Μπορείς να μας πεις τι συμβαίνει στο “Transparent Eye”; Έχω την εντύπωση ότι αλλάζει η τονικότητα ή το κούρδισμα μέσα στο κομμάτι. Πώς προέκυψε αυτό; Ναι. Στην πραγματικότητα, η ιδέα είναι του Jonas Wolf, κιθαρίστα των ELUVEITIE, με τον οποίο δουλέψαμε στα άλμπουμ τους — είναι εξαιρετικός μουσικός. Του έδειξα κάποια από τα τραγούδια, μιλήσαμε γι’ αυτό και σκέφτηκα πως ήταν σπουδαία ιδέα. Παίζω με το δεξί χέρι και με το αριστερό πιάνω το vibrato bar και το κατεβάζω έτσι. Δεν το εφηύρα εγώ, ήταν ιδέα του Jonas, και υπήρχαν κι άλλοι που το έκαναν πριν. Με το μπάσο έπρεπε να το κάνουμε με τα κλειδιά κουρδίσματος… Οπότε ίσως να είναι δύσκολο να το παίξουμε ζωντανά. Πρέπει να δούμε πώς θα το καταφέρουμε.
Photo by Manuel Schuetz
Βλέπουμε ότι το demo “Death Cult” με τον Tom Warrior περιλαμβάνεται σε μία από τις εκδόσεις του “Dissonance Theory”. Θεωρείς το “Dissonance Theory” ως κλείσιμο ενός κεφαλαίου ή ως νέα αρχή; Νομίζω ότι είναι περισσότερο μια νέα αρχή. Η δισκογραφική ήθελε να υπάρχει κάτι ξεχωριστό για την mediabook έκδοση και δεν είχαμε ηχογραφήσεις για κάποιο live. Οπότε νομίζω είχαν την ιδέα να συμπεριλάβουν το demo σε καλύτερη ποιότητα. Και συνειδητοποιήσαμε ότι είναι ακριβώς 40 χρόνια διαφορά. Το βρήκαμε κάπως αστείο, ξέρεις· ακούς το νέο άλμπουμ και μετά μπορείς να ακούσεις πώς ξεκίνησαν όλα πριν από 40 χρόνια.
Είναι ένα ταξίδι των CORONER από την αρχή έως σήμερα. Οι στίχοι του άλμπουμ γράφτηκαν από την Kriscinda Lee Everitt, η οποία εργάζεται και στη βιογραφία των CORONER που είχε ανακοινωθεί πριν μερικά χρόνια. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία και μπορείς να μας ενημερώσεις για την πορεία του βιβλίου; Ναι, όχι όλοι, αλλά οι περισσότεροι στίχοι είναι δικοί της, βασισμένοι στις ιδέες μας. Δύο κομμάτια γράφτηκαν από τον Dennis Russ, τον συμπαραγωγό. Μας είχε προσεγγίσει πριν από μερικά χρόνια, θέλοντας να γράψει ένα βιβλίο για τη μπάντα. Δεν ξέρω γιατί, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν “μα, γιατί;” Αλλά εκείνη πίστευε πως η ιστορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα για να γραφτεί. Κάναμε ώρες συνεντεύξεων μέσω Zoom, πράγματα από το παρελθόν. Το έκανε αυτό με όλα τα μέλη. Την έχω συναντήσει τρεις φορές. Ήρθε και στην Ελβετία μία φορά και την είδα στις δύο τελευταίες αμερικανικές περιοδείες. Είναι πολύ έξυπνη. Σκέφτηκα λοιπόν, τι καλύτερο από το να γράφει τους στίχους κάποιος που γράφει βιβλία; Ήταν εξαιρετικό. Αλλά δεν ήταν συνηθισμένη στο να γράφει στίχους, γράφει βιβλία και οι στίχοι είναι λίγο διαφορετικοί. Έπρεπε να της εξηγήσουμε ότι μια λέξη που έχει μεγάλη σημασία σε μια πρόταση, μπορεί να μην ακούγεται καθόλου καλά σε εκείνο το σημείο του τραγουδιού. Είχαμε τα demo και βάλαμε νότες πιάνου εκεί που θα ήταν τα φωνητικά, ρυθμικά και τα λοιπά. Μετά ο Ron προσπάθησε να τα τραγουδήσει και διαπιστώσαμε ότι χρειαζόταν άλλες λέξεις εδώ κι εκεί ή ότι κάποια φράση ήταν πολύ μεγάλη. Πήρε πολύ χρόνο, αλλά άξιζε κάθε δευτερόλεπτο. Τώρα έχω αυτό που είχα στο μυαλό μου.
Πέρα από τη συμμετοχή σου στους KREATOR, σου έχει προταθεί ποτέ να μπεις σε άλλη γνωστή metal μπάντα; Ναι, έχω παίξει σε πολλές άλλες μπάντες. Πριν από τους KREATOR έπαιζα με έναν τραγουδοποιό, τον Stefan Eicher. Δεν είναι metal, αλλά ήταν τεράστιος στη Γαλλία τότε — και εξακολουθεί να είναι. Κάποτε μου έγινε πρόταση από μια γερμανική μπάντα που δεν μου άρεσε και την απέρριψα. Ήθελαν να μου πληρώσουν πολλά λεφτά, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου το ύφος και φορούσαν περίεργες στολές στη σκηνή. Οπότε ήμουν σε φάση “όχι, ευχαριστώ”. Έπαιξα στους VOODOOCULT. Στην πραγματικότητα, σταμάτησα να παίζω κιθάρα όταν έφυγα από τους KREATOR. Είχα βαρεθεί την κιθάρα, ήθελα να επικεντρωθώ στην παραγωγή και αγόρασα πολλά αναλογικά συνθεσάιζερ. Ήθελα να μάθω πώς λειτουργούν. Μου φαινόταν πολύ πιο ενδιαφέρον από το να παίζω κιθάρα, που με είχε κουράσει λίγο. Οπότε δεν έπαιξα σχεδόν για 10 χρόνια.
Πώς θα περιέγραφες την εξέλιξη των CORONER μέσα στα χρόνια; Θα ήθελα ένα σύντομο σχόλιο, μια φράση για κάθε ένα από τα στούντιο άλμπουμ, ξεκινώντας από το “R.I.P.”. Το “R.I.P.” ήταν το πρώτο άλμπουμ και φυσικά θέλαμε να δείξουμε ότι είχαμε εξασκηθεί πολύ. Είναι πολύ τεχνικό. Προσπαθήσαμε να παίξουμε όσες περισσότερες νότες μπορούσαμε — ίσως λίγο αφελές, αλλά έτσι ήταν.
1987, όλα καλά. Μετά ήρθε το “Punishment for Decadence”. Το “Punishment…” μας έμαθε λίγα πράγματα, γιατί όταν ηχογραφήσαμε το “R.I.P.” δεν είχαμε παίξει ποτέ live. Έτσι μάθαμε τι λειτουργεί ζωντανά. Όταν παίζεις συνέχεια γρήγορα, γίνεται βαρετό. Οπότε λίγος ρυθμός, λίγο groove και πιο αργά μέρη λειτουργούν καλύτερα live, και σε αυτό εστιάσαμε περισσότερο. Αυτό μάθαμε μέσα από τις συναυλίες και τις περιοδείες.
Καιτο “No More Colour”; Το “No More Colour” το πήγε παραπέρα. Για μένα, είναι το πρώτο άλμπουμ που πραγματικά καθορίζει τη μπάντα. Μου αρέσει πολύ ο ήχος του. Ήταν ο πρώτος δίσκος που πήγαμε στις ΗΠΑ για μίξη. Το μίξαρα με τον Scott Burns και νομίζω ότι βγήκε εξαιρετικό.
Και μετά είχαμε το “Mental Vortex”. Στο “Mental Vortex” έκανε παραγωγή ο Tom Morris. Πέταξε από τη Florida στο Βερολίνο για να ηχογραφήσει μαζί μας. Ήταν ο πρώτος μας πραγματικός παραγωγός. Πριν πάμε στο στούντιο, περάσαμε χρόνο σε μια αίθουσα πρόβας για να δουλέψουμε τα τραγούδια μαζί του. Ήταν η πρώτη φορά. Μέχρι τότε απλώς πηγαίναμε στο στούντιο και ηχογραφούσαμε ό,τι είχαμε γράψει. Αλλά εκείνη τη φορά δουλέψαμε πραγματικά με έναν παραγωγό και έφερε πολλές σπουδαίες ιδέες. Έμαθα πολλά από εκείνη τη συνεργασία.
Και μετά ήρθε το “Grin”, ένα άλμπουμ που ο κόσμος είτε αγαπά είτε μισεί. Ναι, σωστά. Και αυτό είναι καλό. Ήταν μια ιδιαίτερη εποχή. Το heavy metal έπεφτε. Είχα κουραστεί με αυτά που έκαναν οι άλλες μπάντες και τότε ήρθε η grunge σκηνή από το Σιάτλ. Στην Ελβετία, η techno σκηνή άρχισε να γίνεται μεγάλη και ήταν κάτι νέο, φρέσκο και συναρπαστικό, οπότε όλοι προσπαθούσαν να είναι λίγο πιο πειραματικοί, υποθέτω. Και αυτό βγήκε. Είμαι περήφανος για αυτό το άλμπουμ. Αν οι παλιοί thrash οπαδοί ήταν λίγο πιο ανοιχτόμυαλοι και το άκουγαν χωρίς προκατάληψη…
Νομίζω ότι το “Grin” εκτιμήθηκε περισσότερο μετά από αρκετά χρόνια. Αλήθεια.
Όταν το άκουσα πρώτη φορά σε βινύλιο, είπα “μα τι είναι αυτό; Είναι CORONER; Μήπως μου έδωσαν λάθος δίσκο;” Χαχαχα! Αλήθεια; Για μένα δεν είναι τόσο διαφορετικό. Υπάρχουν γρήγορα κομμάτια μέσα. Πάντα βαριόμασταν να κάνουμε τα ίδια. Οπότε δοκιμάζαμε πράγματα. Όπως είπα και πριν, γράφαμε για εμάς, όχι για το κοινό.
Σάκης Φράγκος (βασισμένος στις ερωτήσεις του Κώστα Αλατά)
Να ‘μαι πάλι εδώ να μιλήσω για τον Σουηδό μάγο της κιθάρας… Και μάλιστα για ένα άλμπουμ που ήταν το πρώτο που άκουσα από εκείνον τη χρονιά που κυκλοφόρησε. Ευτυχώς, δεν έδωσε μεγάλη σημασία στο εξώφυλλο (πραγματικά μία μικρή τραγωδία), αλλά μόνο στη μουσική και ακούγοντάς το πάλι, μπορούσα να θυμηθώ σε ποια σημεία κολλούσε η βελόνα από το βινύλιο από τις τόσες φορές που το είχα ακούσει (και φυσικά το είχα κακομεταχειριστεί όντας πιτσιρικάς).
Τρίτο άλμπουμ του Malmsteen, πρώτο με τον Αμερικάνο Mark Boals στα φωνητικά. Οι παλινωδίες με τους τραγουδιστές είχαν αρχίσει από νωρίς, αφού ο Jeff Scott Soto είχε αποχωρήσει πριν την περιοδεία για το “Marching out” και ο Boals κλήθηκε να τραγουδήσει στο video clip του “I’ll see the light tonight”, όπως όμως ο ίδιος λέει, τον κορόιδεψε το management κι απλά βρέθηκε να κάνει lip sync πάνω στη φωνή του Soto. Όχι και τόσο ωραίο θέαμα, να πω την αλήθεια… Ο Soto, ο οποίος τραγούδησε στην περιοδεία για τον δίσκο, αλλά στο “Odyssey” που ακολούθησε, στα φωνητικά ήταν ο Joe Lynn Turner. Πάντως ο Boals, βρέθηκε πίσω από το μικρόφωνο της μπάντας σε τρεις ακόμα περιόδους, είτε σε στούντιο κυκλοφορίες, είτε σε περιοδείες. Απλή καταγραφή για να καταλάβουμε το μπάχαλο που επικρατούσε!
ΟΜΩΣ, επειδή δεν ήρθαμε για τα κους κους, ούτε έχω κόρη να την παντρέψω με τον Malmsteen, ώστε να με ενδιαφέρουν τα καπρίτσια του, πάμε να δούμε το worst to best, του –ίσως- αγαπημένου μου δίσκου του.
The “Trilogy” countdown:
“Queeninlove” (4.02) Είναι λίγες οι φορές που οι πιο «εμπορικές» προσπάθειες του Yngwie Malmsteen με συγκίνησαν. Το αυτό συμβαίνει και με το “Queen in love”, που μου θύμισε EUROPE λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Γλυκανάλατοι στίχοι (όχι και το φόρτε του), γλυκανάλατη μουσική (λέγε με και cheesy), όχι και το καλύτερό μου… 8. “Fury” (3.54) Από εδώ και πέρα, ψάχνω να βρω δικαιολογίες για τη θέση που μπήκε το κάθε τραγούδι. Το “Fury”, είναι καρα-neoclassical μέχρι εκεί που δεν πάει, αρχέτυπο για πολλά τραγούδια του είδους, αλλά τα φωνητικά στο ρεφρέν νομίζω ότι γράφτηκαν πιο πολύ έχοντας την κιθάρα στο μυαλό πάρα τις μελωδικές γραμμές ενός τραγουδιστή. Όχι άσχημο, αλλά θεωρώ ότι θα μπορούσε να είχε καλύτερη ενορχήστρωση στο ρεφρέν. 7. “Fire” (4.09) Ακούγοντάς το μετά από αρκετά χρόνια, μου θυμίζει το “Teaser”, ένα τραγούδι που πάντα με ενοχλούσε, με το πόσο «τσιχλόφουσκα» (που λέει και ο Σειρηνάκης) είναι. Όμως, το κουπλέ του είναι συγκλονιστικό, όπως και το σόλο. Ίσως ακριβώς επειδή μου αρέσει τόσο πολύ το κουπλέ, να περίμενα κάτι καλύτερο στο ρεφρέν που με απογοήτευσε ολίγον τι…
6. “Crying” (5.01) Πολύ ωραίο instrumental, βασισμένο στην κλασική κιθάρα, ανυπέρβλητο δείγμα του ότι ο Malmsteen, παρά την απαράμιλλη τεχνική του, δεν στερείται και συναισθήματος στο παίξιμο και το “Crying”, έρχεται να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές. Ορχηστρικό κομμάτι με σκοπό και στόχο, δίχως υπερβολές, απλά υποδειγματικό.
5. “Liar” (4.07) Όπως στο αντίστοιχο τραγούδι των MEGADETH, έτσι και σ’ αυτό, είναι βέβαιο ότι δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση αυτού που στοχοποιεί στους στίχους ο Σουηδός.
“You came to me
You said you were my friend
I shared my art and my mind.
You found it easier
To steal than create.
Then call it yours, though it’s mine”
Κάπως σαν το “I am a Viking” που είχε στο μυαλό του τον Graham Bonnet, που ήταν ένας από τους πρώην συνεργάτες του που δεν θα ήθελε να ξαναδεί στη ζωή του. Και είναι και πολλοί. Κορυφαία ερμηνεία από τον τότε πρωτοεμφανιζόμενο Boals, που έδωσε το στίγμα του (αφού τα αδέρφια Johansson τα γνωρίζαμε και από το παρελθόν), με δυναμική τσιρίδα στο κλείσιμο.
4. “Magicmirror” (3.52) Ή αλλιώς «τούμπανο». Ασύλληπτο τραγούδι, σύνθεση uptempo που σίγουρα την έχουν μελετήσει πολύ συγκροτήματα όπως οι SYMPHONY X, για παράδειγμα. Από την πρώτη στιγμή που το άκουσα, μου καρφώθηκε στο μυαλό, με τρομερό riff, κουπλέ, ρεφρέν, σόλο, φωνητική ερμηνεία… Ένα από τα απόλυτα neoclassical metal τραγούδια για εμένα.
3. “Darkages” (3.54) Κι εκεί που έχεις ακούσει το “Magic mirror” κι έχεις μείνει παγωτό, έρχεται μία εκ διαμέτρου αντίθετη σύνθεση. Αργόσυρτη, επική μέχρι το μεδούλι, κατά τι, όμως, πιο ανατριχιαστική. Η πιο RAINBOW σύνθεση του δίσκου, αν τραγουδούσε ο Ronnie James Dio, θα θεωρούνταν από τις κορυφαίες συνθέσεις στον χώρο. Μόνη μου ένσταση, ότι θα μπορούσε να έχει λίγο παραπάνω διάρκεια, έλα όμως που οι στίχοι ήταν όλες κι όλες 71 λέξεις…
2. “Trilogy Suite Op: 5” (7.17) …ή αλλιώς The instrumental to end all instrumentals… Ναι, καλό το συναίσθημα του “Crying”, αλλά όταν μιλάμε για Malmsteen, μιλάμε για τεχνική και ταχύτητα αδιανόητη. Οι «μάχες» με τον Jens Johansson στα πλήκτρα, έχουν μείνει στην ιστορία, ενώ πρέπει να ακούσετε τι παίζει και στο μπάσο… Τα ύστερα του κόσμου… Στην πεντάδα των αγαπημένων μου instrumentals, άνετα.
1. “Youdon’tremember, I’llneverforget” (4.29) Πολύ απλά, ο λόγος για τον οποίο αγόρασα το δίσκο τότε. Όταν η κρατική τηλεόραση είχε δείξει το video clip, ψάρωσα εντελώς από τη στιγμή που έβαλε ο Malmsteen το κλειδί στο αμάξι στο ξεκίνημα, με τα ρούχα, το εξωπραγματικό του παίξιμο και τις πόζες του… Από σύνθεση; Τι να λέμε τώρα; Ένα από τα πιο διαχρονικά τραγούδια στο metal, από τις κορυφαίες του συνθέσεις και μοναδικές ερμηνείες απ’ όλο το συγκρότημα και σόλο από άλλον πλανήτη. Υπερβολικός όσο χρειάζεται, πομπώδης, εμπορικός, τα πάντα. Άψογο τραγούδι. Ιστορία.
Υπάρχουν δίσκοι που γράφονται με πειθαρχία, άλλοι που γεννιούνται από ένστικτο, άλλοι που χρειάζονται πολύ χρόνο για να τους αποδοθεί δικαιοσύνη από το κοινό, άλλοι που θα μείνουν για πάντα στην σκιά όσο καλοί και ένα είναι, και άλλοι που απλά το timing τους δεν ήταν σωστό. Γενικά πολλές κατηγορίες. Υπάρχουν και οι δίσκοι που διαδέχτηκαν ιδιόμορφα άλμπουμ και το έργο τους εξ ορισμού ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Το “Mob rules” ανήκει σε αυτή την κατηγορία, γιατί η αποδοχή και η έκρηξη του “Heaven and hell” μοιραία έθεσε πολύ υψηλά standards για τον διάδοχό του. Ένα άλμπουμ που βγήκε μέσα από τον ιδρώτα, τον καπνό και τις εντάσεις μιας μπάντας που είχε μόλις γευτεί την α(A)ναγέννηση και κινδύνευε ξανά να βρεθεί στον Μεσαίωνα.
Το 1981, οι BLACK SABBATH δεν ήταν πια τα παιδιά που είχαν παίξει στο “Paranoid” ή στο “Master of reality”. Ο Ozzy είχε φύγει, το τραύμα ήταν μεγάλο αλλά ο Ronnie James Dio είχε φέρει νέα φλόγα, και ο Bill Ward είχε αντικατασταθεί από τον Vinny Appice. Ο Tony Iommi και ο Geezer Butler αναζητούσαν ένα δεύτερο μονοπάτι, πιο σκληρό, πιο αιχμηρό, πιο «μεταλλικό» από ποτέ, μιας και το εγχείρημα του “Heaven and hell” ήταν πολύ πετυχημένο τόσο εμπορικά, όσο και μουσικά. Άλλωστε βρίσκονταν σε μια εποχή που ήδη ως headliners και πρωτοπόροι των 70s, ένιωθαν την ανάσα της νέας γενιάς πίσω τους και τα γκαράζ σε Ευρώπη και Αμερική ήταν γεμάτα με ταλαντούχες νέες μπάντες, που ανυπομονούσαν να κάνουν το μεγάλο βήμα. Και κάτι ακόμα που συχνά ξεχνάμε να αναφέρουμε. Το ανταγωνισμό με τον Ozzy, που και είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά την καριέρα του την προηγούμενη χρονιά με το εξαιρετικό “Blizzard of Ozz” και ερχόταν φουριόζος με το “Diary of a madman” να το διαδέχεται. Όλοι δηλαδή είχαν από κάτι να αποδείξουν και στο κοινό, αλλά και στον εαυτό τους. Η πίεση θα ήταν φανερή. Κι έτσι, μέσα στα Record Plant Studios της Καλιφόρνια, με τον Martin Birch στην παραγωγή (ήδη από τότε με πολλά παράσημα στο πέτο του), γεννήθηκε ένας δίσκος πιο ωμός, πιο ψυχρός, πιο θυμωμένος από το “Heaven and hell”, με άλλα λόγια ήρθε το πιο απειλητικό και πιο βαρύ “Mob rules”. Σαφώς σε σημεία πολύ πιο επιθετικό!
Δουλειά μας σήμερα δεν είναι να κάνουμε μια περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και νομίζω ότι σας έδωσα μια σχετικά καλή εικόνα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε, δουλειά μας είναι να θυμηθούμε τα τραγούδια και για ακόμα μια φορά, πάντα με βάση την προσωπική άποψη του συντάκτη, να μπουν σε μια αξιολογική σειρά. Οπότε πάμε να κατεβούμε στα έγκατα του δίσκου, εκεί όπου ο ήχος γίνεται τελετουργία, και να τα βάλουμε σε μια σειρά από το πιο «αδύναμο» κομμάτι προς το πιο μεγαλειώδες.
The “Mob rules” countdown:
9. “E5150” (2:51) Το “E5150” δεν είναι κανονικό τραγούδι, απλά μια εισαγωγή. Ένα σύντομο, σκοτεινό βουητό από κιθάρες περασμένες μέσα από synths, και ηλεκτρικές παρεμβολές που χτίζουν μια αίσθηση απειλής, άγχους και σκότους. Ο τίτλος του, μην το συγχέεται με τι “5150” των VAN HALEN, ένας συνδυασμός από την λέξη “EVIL” γραμμένο σε ρωμαϊκούς αριθμούς, ακούγεται σαν μια προειδοποίηση. Μια πόρτα που ανοίγει στην καταιγίδα. Μπορεί να είναι το «χειρότερο» του δίσκου με μουσικούς όρους, αλλά είναι το κατώφλι του ομώνυμου τραγουδιού του άλμπουμ.
8. “Slipping Away” (3:45) Εδώ, οι SABBATH αφήνουν για λίγο τoν βαρύ ήχο τους και πιάνουν κάτι σχεδόν groove, σαν το “Wshing well” από το “Heaven and hell”. Έχει ένα σχεδόν bluesy feeling, με τον Geezer να κρατά σταθερά τη γραμμή του και τον Vinnie Appice να παίζει με πολύ με τον ρυθμό. Ο Dio δείχνει τη φωνητική του ευλυγισία, όμως το κομμάτι δεν φτάνει την ατμόσφαιρα των υπολοίπων. Ακούγεται σαν ένα μικρό ευχάριστο διάλειμμα μέσα στην ένσταση του άλμπουμ, αλλά δεν διαθέτει εκείνο το στοιχείο του μυστηρίου που κάνει το “Mob rules” να αιωρείται σε άλλη διάσταση. Δεν είναι κακή στιγμή φυσικά, αλλά μοιάζει να έρχεται σαν outtake των session του “Heaven and hell”.
7. “Country girl” (4:02) Ίσως το πιο παρεξηγημένο κομμάτι του δίσκου. Το πιο RAINBOW τραγούδι των SABBATH, νομίζω γραμμένοι οι στίχοι, από τον Dio, για την Wendy. Ρυθμικό και δυναμικό, απλό και σχεδόν αφηγηματικό, ένα τραγούδι που το αδίκησαν αρκετά αφού σπάνια το έπαιζαν live. Η κιθάρα του Iommi είναι βαριά, το riff πολύ χαρακτηριστικό και η φωνή του Dio γεμίζει τον χώρο σαν εξομολόγηση. Είναι αυτό που λέμε deep cut favorite, και σας συστήνω να ακούσετε την εξαιρετική του εκτέλεση από το “Live at Hammersmith Odeon”. Απλό, ναι μα κάτω από την απλότητα, φαίνεται όλη η χάρη του!
6. “Over and Over” (5:27) Το “Over and Over” είναι το πιο μελαγχολικό τραγούδι του δίσκου, αργό, σχεδόν πνιγηρό, με blues υφος, αλλά με τη φωνή του Dio να μετατρέπει την θλίψη σε μεγαλείο. Από την άλλη κιθάρα του Iommi στάζει πόνο σε κάθε νότα και η ατμόσφαιρα μόνο θυμίζει τον παλιό, μελαγχολικό βαρύ ήχο των SABBATH, αλλά και εδώ δεν υπάρχει πια ελπίδα — μόνο αποδοχή. Ένα φινάλε σπαρακτικό και όμορφο, όπως μόνο αυτοί θα μπορούσαν να γράψουν.
5. “Voodoo” (4:32) Ο τίτλος τα λέει όλα. Εδώ οι SABBATH βυθίζονται πιο πολύ στον σκοτεινό τους κόσμο. Σχεδόν τελετουργικό το riff του Iommi σέρνεται σαν φίδι, η φωνή του Dio έχει αυτή την σχεδόν εκδικητικά αφηγηματική ένταση, και το ρεφρέν μένει χαραγμένο στο μυαλό. Ο Geezer χτίζει ένα υπόγειο groove, και ο Vinny Appice κάνει τα τύμπανα να ακούγονται σαν καρδιακοί παλμοί. Το “Voodoo” είναι το πιο «Sabbathικό» κομμάτι του δίσκου και θυμίζει τα σκοτεινά μονοπάτια των ‘70s, αλλά με παραγωγή πιο αιχμηρή, πιο μοντέρνα και με λιγότερη ψυχεδέλεια, είναι πιο άμεσο.
4. “Turn up the night” (3:40) Το εναρκτήριο ξέσπασμα στα χνάρια του “Neon knights’. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για την εισαγωγή του “Mob rules” από αυτή την ορμή. Τα τύμπανα πέφτουν σαν βόμβες, ο Iommi σκορπίζει ηλεκτρικούς σπινθήρες, κι ο Dio τραγουδά με έναν ενθουσιασμό σχεδόν νεανικό. Το τραγούδι είναι μια έκρηξη, μια επιστροφή στη δράση. Δεν είναι το πιο “βαθύ” κομμάτι του άλμπουμ, αλλά έχει κάτι το ακατέργαστο και το ειλικρινές. Θα έλεγα πως είναι ο ήχος μιας μπάντας που ξέρει ότι ζει μια δεύτερη ζωή και θέλει να το φωνάξει με κάθε τρόπο, πως δεν θα καταθέσει τα όπλα.
3. “The Mob Rules” (3:12) Δεν είναι τυχαίο που με αυτό άνοιγαν τα live τους μέχρι και τα χρόνια των HEAVEN & HELL. Η οργή και ο θυμός σε καθαρή μορφή. Τρία λεπτά κόλασης, με τη φωνή του Dio να σε χτυπάει σαν σφυρί και την κιθάρα του Iommi να κόβει σαν ακονισμένο σπαθί. Η παραγωγή του Birch είναι τόσο τραχιά, που σχεδόν μυρίζεις το αίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιήθηκε (με άλλη μίξη βέβαια) και στο soundtrack της ταινίας “Heavy metal” ήταν το απόλυτο δείγμα της εποχής: ωμό, επιθετικό, επικίνδυνο, χωρίς περιττές φιγούρες. Άμεσο! “If you listen to fools… the mob rules!” — ένα σύνθημα, μια κραυγή ενάντια στην τύφλωση των μαζών, πάντα επίκαιρο, πάντα διαυγές! Ίσως το πιο «τραχύ» heavy metal κομμάτι των SABBATH με τον Dio.
2. “The Sign of the Southern Cross” (7:47) Έρχεται κατευθείαν από το “Heaven and hell” και το “Children of the sea” σαν μια φυσική επέκτασή τους. Μια επική αφήγηση για τη μοίρα, το φως και το σκοτάδι, την αιώνια ένωση ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θείο. Το μπάσο γεμίζει το κενό, ο Iommi πλέκει ένα riff που μοιάζει με κάλεσμα των αρχαίων Θεών κι ο Dio σε μια από τις πλέον συγκλονιστικές του ερμηνείες! “The sign of the southern cross”, ένα ρεφρέν που μοιάζει να χαράζεται στον ουρανό. Είναι doom, είναι metal, είναι λυρικό ποίημα. Όλη η δύναμη, το μυστήριο και η τραγωδία των BLACK SABBATH κρύβεται μέσα σε αυτό το τραγούδι. Το μεγαλείο τους.
1. “Falling Off the Edge of the World” (5:03) Εδώ σταματούν όλα. Το τραγούδι αυτό δεν ανήκει απλώς στο “Mob Rules”, είναι το πνεύμα του. Ένας ορισμός του heavy metal. Μοιάζει και αυτό σαν τον διάδοχο του “Die young”, αλλά το ξεπερνά ίσως και αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο! Η αποκάλυψη. Ξεκινά κι αυτό αργά, σχεδόν σαν μυστήριο, ο Dio ψιθυρίζει πάνω από ένα σκοτεινό, σχεδόν μυστικιστικό και ομιχλώδες intro κι ύστερα, η έκρηξη! Το riff πέφτει σαν κεραυνός, και το τραγούδι μετατρέπεται σε ένα έπος πέντε λεπτών, όπου η απόγνωση συναντά την οργή και η ταχύτητα συνυπάρχει αρμονικά με την μελωδία. Η φωνή του Dio και εδώ είναι ανεπανάληπτη: μια ερμηνεία γεμάτη θεατρικότητα και μεγαλείο με τους στίχους να μοιάζουν με προφητεία για έναν κόσμο που καταρρέει. Βαρύ, ανατριχιαστικό, επιβλητικό, άψογο. Ο ορισμός της επιβλητικότητας του heavy metal!
Επίλογος
Το “Mob rules” ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ο τελευταίος πραγματικά μεγάλος SABBATH δίσκος της κλασικής εποχής με την έννοια της ευρείας αποδοχής. Η ένταση στις σχέσεις του Dio με τον Iommi και τον Butler θα τους οδηγούσε σύντομα σε ρήξη αλλά για μια στιγμή, το 1981, το συγκρότημα βρήκε ξανά τον ήχο που μπορούσε να κάνει την μπάντα να μοιάζει αθάνατη. Ο Dio τραγουδούσε σαν θεός, ο Iommi έπαιζε σαν μάγος, ο Birch αποτύπωνε όλα αυτά στην μπομπίνα. Και κάπου εκεί ψηλά ανάμεσα στα σύννεφα, η φωνή του Dio συνεχίζει να ψιθυρίζει:
“Think you’re safe but you’re wrong, we are falling off the edge of the world..”
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Delirious nomad” – ARMORED SAINT ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Chrysalis Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Max Norman, Bill Freesh, Bob Ludwig ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
John Bush – Φωνητικά
Dave Prichard – Κιθάρες
Joey Vera – Μπάσο
Gonzo Sandoval – Τύμπανα ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Phil Sandoval – Κιθάρα
Οι ARMORED SAINT ανέκαθεν ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση συγκροτήματος. Προέρχονταν από το L.A, αλλά πάντα ήταν μία ανήσυχη μπάντα, χωρίς στερεότυπα στον ήχο της και μ’ έναν σχεδόν προοδευτικό τρόπο σύνθεσης, σε σχέση με τις υπόλοιπες μπάντες της περιοχής. Μπορούσαν να μπερδέψουν, να «συγχύσουν» τον ακροατή τόσο με τη μουσική, όσο και με το image τους. Φαντάσου τώρα, όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο “March of the Saint”, από τη μία να υπάρχει το αμερικανικό hard ‘n’ heavy, με μπάντες σαν τους POISON, τους RATT, τους BON JOVI και όλους αυτούς τους φανταχτερούς θεούληδες, από την άλλη το οργισμένο Bay Area thrash με τους SLAYER, ANTHRAX, METALLICA, MEGADETH κλπ. και συ να ακούς ένα εντελώς ξεχωριστό heavy metal, εγκεφαλικό, επηρεασμένο από τους JUDAS PRIEST, SCORPIONS, THIN LIZZY, UFO και AEROSMITH.
Να βλέπεις μια μπάντα που φορά πανοπλίες, έχει εξώφυλλα με περικεφαλαίες (βάζω και το θρυλικό EP “Armored Saint” μέσα), ιππότες, κάστρα, αλλά κάθε άλλο παρά επική ήταν. Στο οπισθόφυλλο να φιγουράρουν μηχανές και να παρακολουθείς ένα γκροτέσκο, ψιλο-γραφικό αλλά τέρμα 80s Mad Max concept μπροστά στην κάμερα, στο video clip του “Can U deliver”. Αυτό ήταν όμως που τους έκανε τόσο ξεχωριστούς. «Οι ARMOREDSAINT δεν έμοιαζαν με καμία άλλη μπάντα εκείνη την εποχή. Ήταν μοναδικοί, ξεχωριστοί!» θα έλεγε ο καλός τους φίλος James Hetfield, o άνθρωπος που μαζί με τον Lars Ulrich, θα έδιναν γη και ύδωρ στον John Bush για να αναλάβει το μικρόφωνο των METALLICA, πιέζοντάς τον να ενδώσει, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.
To “March of the Saint” δεν ήταν και η καλύτερη των εμπειριών, συνολικά. Το συγκρότημα δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένο από τον «ευνουχισμένο» ήχο του παραγωγού Michael James Jackson, ικανότατου μεν επαγγελματία με περγαμηνές και μεγάλες συνεργασίες, αλλά ακατάλληλου για τους ARMORED SAINT. Δεν είναι τυχαίο πως ο άνθρωπος που κάθισε πίσω από την κονσόλα των KISS, L.A GUNS, HURRICANE και Paul Stanley, μεταξύ άλλων, δεν είχε ασχοληθεί και δεν ασχολήθηκε ποτέ με το heavy metal, πλην του “March of the Saint”… Βάλε και τα προσωπικά προβλήματα που τότε αντιμετώπιζε με τον γάμο του ο μακαρίτης πια Jackson (πέθανε από Covid το 2022) και έχεις την πλήρη εικόνα.
«Για άλλον Michael πηγαίναμε», θα έλεγε αργότερα ο Vera, εννοώντας τον «πολύ» Michael Wagener, «με άλλον συνεργαστήκαμε τελικά»… Έτσι, το πράγμα «στράβωσε» εξαρχής. Στο MTV δεν έγιναν και πολλά πράγματα, στο Billboard το ίδιο. Η μπάντα άκουγε ξανά την studio version των τραγουδιών της, άκουγε και πως αυτά έβγαιναν επί σκηνής και η δυσαρέσκεια είχε ήδη εξελιχθεί σε πλήρη απογοήτευση. Απογοήτευση που έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν αποχώρησε από την Chrysalis Records o Ron Fair, ένα μεγάλο «γατόνι» που ανακάλυψε την Christina Aguilera, τη Lady Gaga και τους BLACK EYED PEAS (αχ Fergie…). Αυτός ήταν που έδωσε στην μπάντα το πρώτο της επαγγελματικό συμβόλαιο ως μεγάλος οπαδός της και συνάμα, ήταν ο μοναδικός σε ολόκληρη την εταιρεία που σκάμπαζε από heavy metal…
Έτσι, το ότι η ίδια η Chrysalis αναγνώρισε το λάθος της και θεώρησε πως η αλλαγή παραγωγού ήταν επιβεβλημένη, το λες και έκπληξη. Jackson έξω, Max Norman μέσα, με το παρελθόν του ως παραγωγός του Ozzy και τις πρόσφατες τότε δουλειές του στα “Power of the night” (SAVATAGE) και “Thunder in the East” (LOUDNESS) να αποτελούν το καλύτερο εισιτήριο. Σίγουρα, πολύ πιο κοντά στο όραμα των Αγίων, ανέλαβε να «σκληρύνει» τον ήχο και τα πήγε αρκετά καλά. Οι ARMORED SAINT στο “Delirious nomad” απέκτησαν τσαμπουκά και «καρύδια», ακόμη και όταν τα κομμάτια δεν είχαν τόσο heavy χαρακτήρα. Για να καταλάβεις την εμφανέστατη διαφορά, δεν έχεις παρά να βάλεις δύο ας πούμε πανομοιότυπα κομμάτια, για παράδειγμα το “Madhouse” ή το ομώνυμο από το “March of the Saint” και το “Conqueror” από το “Delirious nomad” και να συγκρίνεις τον ήχο τους.
Η διαδικασία σύνθεσης και ηχογράφησης ξεκίνησε αμέσως μετά τις συναυλίες για την υποστήριξη του “March of the Saint” και ήταν πανεύκολη. Ο Norman από την αρχή δραστηριοποιήθηκε ενεργά δείχνοντας μεγάλο ζήλο για οτιδήποτε αφορούσε τη μουσική του γκρουπ. Στη γρήγορη ηχογράφηση βοήθησε και το ότι τρία από τα κομμάτια του νέου δίσκου (“Released”, “The laugh”, “You’re never alone”) ήταν έτοιμα από πριν, απλά δε γινόταν να χωρέσουν στο ντεμπούτο. Άλλο ένα χαρακτηριστικό του πως δούλεψε η μπάντα τότε, ήταν ότι οι ηχογραφήσεις έγιναν απογευματινές ώρες, επειδή τότε «άνοιγε» η φωνή του Bush.
Ο Norman ευθυνόταν και για την αποπομπή του Phil Sandoval, λόγω του προβλήματός του με το αλκοόλ. Λόγω των πολύ στενών δεσμών που υπήρχαν μεταξύ των μελών, κανείς δεν έπαιρνε την απόφαση, όσο κι αν φαινόταν πως αυτή θα ήταν η σωστή. Ο Norman λοιπόν τους έβγαλε όλους από τη δύσκολη θέση, με τον Phil να αποχωρεί σε ένα κλίμα κατανόησης και χωρίς ανούσια δράματα. Ακόμη και ο αδερφός του, ο Gonzo, ήξερε πως αυτό έπρεπε να γίνει. Ο Phil θα προλάβαινε βέβαια να ηχογραφήσει κάποια κιθαριστικά μέρη, να έχει την υπογραφή του σε κάποια κομμάτια και ως γνωστόν, θα επέστρεφε άλλος άνθρωπος πια, στο “Symbol of salvation”. Αντικαταστάτης δεν υπήρξε, διότι και η μπάντα αισθανόταν άνετα ως τετράδα και η εταιρεία ήθελε να μια αλλαγή προς ένα περισσότερο “classic rock line up”, σαν αυτό που είχαν πχ οι LED ZEPPELIN. Τώρα τι σχέση είχαν οι Βρετανοί με μια μπάντα που έπαιζε heavy metal made in LA, μόνον οι άνθρωποι της Chrysalis ήξεραν.
Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, μπάντα και εταιρεία περίμεναν να πάει πολύ καλύτερα του ντεμπούτου, αλλά αυτός πήγε χειρότερα! Το hairspray και η πούδρα κυριαρχούσαν ήδη, το MTV είχε να ασχοληθεί με άλλα πράγματα και υπήρχε πάντα το πρόβλημα του προσανατολισμού: Οι ARMORED SAINT ήταν από το L.A, έπαιζαν όμως πολύ σκληρότερα από τα συγκροτήματα της hard ‘n’ heavy σκηνής και όχι τόσο σκληρά, όσο τα αντίστοιχα της thrash! Βρισκόμενοι κάπου στη μέση, μπορούσαν να παίξουν (και το έκαναν) μαζί με τους MOTLEY CRUE και τους RATT, μπορούσαν και μαζί με τους TESTAMENT και τους SLAYER. Αν αυτό λοιπόν δημιουργούσε σύγχυση στον μουσικό, φαντάσου τι δημιουργούσε στον μέσο ακροατή! Και μιλάμε για τα 80s, επαναλαμβάνω.
Άλλη μια «πετυχεσιά», ήταν το εξώφυλλο… Το αρχικό concept το ήθελε επηρεασμένο από τα γεγονότα του Ψυχρού Πολέμου, με μια ατομική βόμβα να εκρήγνυται. Επιρροή που έτσι κι αλλιώς, υπάρχει διάχυτη και στους στίχους. Αντί όμως για αυτό, η Chrysalis έδωσε το ελεύθερο στην Ria Lewerke και στον Geffrey von Gerlach να έχουν την καλλιτεχνική διεύθυνση και να χρησιμοποιήσουν αυτήν την… «ό,τι να ’ναι» φωτογραφία του Tom Murray για να δείξουν… τι; Ποιον; Τον «παραληρητικό νομάδα»; Κάποιο άλλο, βαθύτερο νόημα; Ούτε οι ίδιοι κατάλαβαν τι ήθελαν να καταφέρουν με τούτο δω το… πράγμα.
Πάντως, καθαρά μουσικά, ο δίσκος είναι καταπληκτικός. Για αρκετούς, είναι ο μόνος που μπορεί να κοντράρει στα ίσα το ασύλληπτο “Symbol of salvation” και για κάποιους άλλους, καλύτερος ακόμη κι από αυτό. Τα τραγούδια είναι όλα «ένα κι ένα», οποιοδήποτε και να διαλέξεις το «πετάς» σε ένα live τους και γίνεται χαμός. Τα παιξίματα; Τέλεια. Ο μακαρίτης ο Dave Prichard ήταν αντικειμενικά κιθαρίστας «καρφί» για καλλιτέχνες επιπέδου Ozzy και Dio, στο rhythm section γίνεται κανονικό πανηγύρι και ο Bush έχει και με τη βούλα ένα από τα καλύτερα «λαρύγγια» των Η.Π.Α, μόνο που οι METALLICA δεν θα τον περίμεναν άλλο και θα αποφάσιζαν να γίνουν τεράστιοι με τον ρυθμικό τους κιθαρίστα στα φωνητικά.
Τελικά έγιναν. Όσο για τους ARMORED SAINT; Αυτοί θα συνέχιζαν να διαπρέπουν συνθετικά αλλά όχι εμπορικά, για λίγα ακόμη χρόνια… Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Done With Mirrors” – AEROSMITH ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985 ΕΤΑΙΡΙΑ: Geffen ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Ted Templeman ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Steven Tyler – Φωνητικά, πιάνο, φυσαρμόνικα
Joe Perry – Κιθάρες
Brad Whitford – Κιθάρες
Tom Hamilton – Μπάσο
Joey Kramer – Τύμπανα
Το “Done with Mirrors” του 1985 σηματοδοτεί μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές στην πορεία των AEROSMITH — όχι γιατί αποτελεί δισκογραφική κορύφωση, αλλά γιατί είναι ο δίσκος της επανένωσης. Μετά από χρόνια εξαρτήσεων, εσωτερικών συγκρούσεων και δημιουργικής αστάθειας, οι Joe Perry και Brad Whitford επιστρέφουν στο συγκρότημα, κι έτσι οι “Toxic Twins” ξαναβρίσκονται στο ίδιο στούντιο. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε από τη Geffen και θεωρήθηκε ως μια απόπειρα επαναπροσδιορισμού, μια δήλωση ότι οι AEROSMITH είναι ακόμα ζωντανοί – όμως το αποτέλεσμα ακούγεται περισσότερο σαν μια μπάντα που προσπαθεί να θυμηθεί πώς να είναι η παλιά της εκδοχή.
Ο ήχος του δίσκου είναι ωμός, ανεπεξέργαστος, σχεδόν «βρώμικος» με την καλή έννοια, αλλά και με μια δόση απροσεξίας. Η παραγωγή του Ted Templeman (γνωστού από τη συνεργασία του με τους VAN HALEN) δίνει έναν κλασικό rock χαρακτήρα, χωρίς πολλά στολίδια, με τα όργανα να ακούγονται «ζωντανά», σχεδόν σαν να παίζουν μπροστά σου σε ένα μικρό club. Αυτή η προσέγγιση ταιριάζει στην ενέργεια των Aerosmith, αλλά παράλληλα αποκαλύπτει και τις αδυναμίες τους εκείνης της περιόδου: φωνητικά λιγότερο σταθερά από τον Tyler, riffs που επαναλαμβάνονται ή μοιάζουν βιαστικά, και μια συνολική αίσθηση ότι η μπάντα δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει προς τα πού θέλει να πάει.
Το εναρκτήριο “Let the Music Do the Talking” (διασκευή του τραγουδιού από τον πρώτο solo δίσκο του Perry) είναι ίσως η πιο δυνατή στιγμή του δίσκου. Ο Perry παίζει με εκείνη τη γνώριμη ένταση που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ και ο Tyler τραγουδά με φανερή προσπάθεια να επαναφέρει την παλιά του δυναμική. Το “My Fist Your Face” και το “Shame on You” κινούνται στο γνώριμο hard rock ύφος του συγκροτήματος, με κοφτερά riffs και blues υπόβαθρο, αλλά χωρίς την εκρηκτικότητα που χαρακτήριζε τις δουλειές των 70s. Αντίθετα, τραγούδια όπως το “The Hop” ή το “Gypsy Boots” δείχνουν μια πρόθεση για groove και funk διάθεση, χωρίς όμως να φτάνουν σε κάποιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα.
Η μπαλάντα “Shela” ξεχωρίζει για την ωραία κιθαριστική γραμμή και τη σχετική μελωδικότητα, ενώ το “Darkness” στο φινάλε κλείνει το άλμπουμ με έναν σκοτεινό, σχεδόν εσωστρεφή τόνο, κάτι σπάνιο για τους AEROSMITH εκείνης της εποχής. Υπάρχει μια έντονη αίσθηση αναζήτησης σε όλο τον δίσκο — λες και η μπάντα ψάχνει το παλιό της ένστικτο, χωρίς να το βρίσκει ακριβώς, αλλά νιώθει ότι είναι κοντά.
Από εμπορικής πλευράς, το “Done with Mirrors” δεν ήταν επιτυχία. Δεν είχε το radio appeal που θα έφερνε η επόμενη φάση του συγκροτήματος, όταν συνεργάστηκαν με εξωτερικούς συνθέτες και έκαναν το μεγάλο comeback με το “Permanent Vacation” δύο χρόνια αργότερα. Όμως, σε αναδρομή, το άλμπουμ αυτό έχει τη δική του σημασία: είναι το πρώτο βήμα στην επιστροφή, ο κρίκος που ενώνει το χαοτικό παρελθόν με το πιο ώριμο μέλλον.
Ακούγοντάς το σήμερα, το “Done with Mirrors” μοιάζει με ηχητικό ημερολόγιο μιας μπάντας που ξαναμαθαίνει να είναι μπάντα. Δεν έχει μεγάλες στιγμές, αλλά έχει ειλικρίνεια. Δεν έχει εμπορικά πιασάρικα ρεφρέν, αλλά έχει ένταση και πείσμα. Και αυτό, με έναν τρόπο, είναι η μεγαλύτερη αρετή του: είναι ένας ατελής (όπως τον χαρακτήρισε ο Joey Kramer σε συνέντευξή του), αλλά αληθινός δίσκος, που έπρεπε να υπάρξει για να μπορέσουν οι AEROSMITH να επιστρέψουν πραγματικά στο παιχνίδι.
Δεύτερο άλμπουμ για τους Αθηναίους thrashers, που χρειάστηκε να περάσουν έξι ολόκληρα χρόνια από το ντεμπούτο τους, “Disciples of war”, που είχε βγει από τη No Remorse Records. Η μουσική τους, κάνει πιο απλά να λόγια μας, διότι οι DREAMLORD φαίνεται ότι λατρεύουν τους METALLICA και γενικότερα τη Bay Area thrash σκηνή, με τη συντριπτική πλειονότητα των επιρροών τους, να βρίσκεται εκεί.
Η βασική διαφορά με τον πρώτο δίσκο τους, έγκειται στο γεγονός ότι το “Artificial imprisonment” είναι πιο περιπετειώδες. Εκεί που το “Disciples…” έγερνε πιο πολύ στο “Master of puppets”, τούτο εδώ είναι το “…and justice for all” τους. Όχι σε αξία, αλλά στο ύφος. Ταχύτητα αναμεμειγμένη με πολύ ωραία mid tempo περάσματα και riffολογία πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα.
Άλλο ένα στοιχείο που κάνει το άκουσμα του “Artificial imprisonment” ακόμα πιο επιτακτικό, είναι τα φωνητικά που μου φέρνουν προς τους NUCLEAR ASSAULT, κάτι που μου έχει λείψει τα τελευταία χρόνια. Άρα λοιπόν, βάλε στη ζυγαριά τους ATROPHY, τους SACRED REICH, ολίγη από EXODUS και γίναμε. Δεν ακούγεται ωραίος ο συνδυασμός;
Εκτός αυτού, στους στίχους τους, θίγουν ένα πολύ σοβαρό ζήτημα των ημερών μας, την τεχνητή νοημοσύνη και άλλα σύγχρονα προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας, όπως έκαναν τη δεκαετία του ’90 και τα αντίστοιχα Bay Area σχήματα. Στη συνέντευξη που είχαμε κάνει με το γκρουπ, μου είχε κάνει πολύ θετική εντύπωση όλο το υπόβαθρο πίσω από τους στίχους, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η μεγαλύτερη φυλακή είναι εκείνη που δεν την αντιλαμβάνεσαι», ενώ για την τεχνητή νοημοσύνη, είχαν αναφέρει ότι «μας βολεύει αλλά ταυτόχρονα μας κλείνει σε ένα κλουβί χωρίς να το καταλαβαίνουμε». Σκέψεις που προβληματίζουν και που η μουσική τους, έρχεται να δώσει ψυχή.
Πολύ αξιόλογη δουλειά, θέλει και κότσια να επιλέξεις να τη βγάλεις αυτοχρηματοδοτούμενη, οπότε η στήριξη επιβάλλεται. Άλλωστε, τραγούδια όπως τα “This war of mine”, ‘Against control” και “Kill the serpent”, δεν γράφονται κάθε μέρα. Διαθέτοντας σκεπτόμενη μουσική, διόλου μονόχνοτη, αρκούντως βίαια και ωμή, αλλά με χρωματισμούς που δίνουν άλλη διάσταση στο thrash metal τους, οι DREAMLORD μου πρόσφεραν πολλές ποιοτικές ακροάσεις με το “Artificial imprisonment”.
«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα bestseller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.
Ο δίσκος “The Devil’s bridge” είναι η δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά των LVTHN και αποτελεί μια χαρακτηριστική στιγμή στο χώρο του σύγχρονου black metal, εκεί όπου η σκληρότητα και η ατμόσφαιρα συνυπάρχουν σε μια σχεδόν τελετουργική ένωση. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, γίνεται φανερό πως οι Βέλγοι μουσικοί (για τους οποίους δεν υπάρχει η παραμικρή επιπλέον πληροφορία) επιδιώκουν κάτι περισσότερο από την απλή αναπαραγωγή ενός γνωστού ηχητικού προτύπου. Χτίζουν μια εμπειρία που κυριαρχείται από σκοτεινό μυστικισμό, εσωτερική ένταση και την αίσθηση πως κάθε κομμάτι είναι μια πύλη προς έναν άλλο κόσμο. Η επιλογή του τίτλου δεν είναι τυχαία. Η «Γέφυρα του Διαβόλου» λειτουργεί εδώ ως συμβολικό μονοπάτι, ένα πέρασμα ανάμεσα στο ανθρώπινο και το υπερβατικό, ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα.
Η ηχητική ταυτότητα του άλμπουμ κινείται σε ένα φάσμα που συνδυάζει παραδοσιακά black metal στοιχεία με πιο ατμοσφαιρικές αποχρώσεις. Τα κιθαριστικά riffs, κοφτερά και αδυσώπητα, διαδέχονται αργόσυρτες μελωδικές γραμμές που θυμίζουν ψαλμούς μέσα στην ομίχλη. Η παραγωγή δεν είναι υπερβολικά γυαλισμένη, διατηρεί μια ωμή, ακατέργαστη υφή που ενισχύει την αίσθηση αυθεντικότητας και σκοτεινής ειλικρίνειας. Τα φωνητικά, άλλοτε κραυγές γεμάτες οργή και άλλοτε ψίθυροι απόκοσμοι και θυμωμένες απαγγελίες, μετατρέπονται σε αφηγηματικά εργαλεία, καθοδηγώντας τον ακροατή βαθύτερα στο συμβολικό ταξίδι που υπόσχεται ο τίτλος.
Εκεί που το “The Devil’s bridge” ξεχωρίζει είναι στην ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στην άγρια επιθετικότητα και τη στοχαστική μελαγχολία. Δεν πρόκειται απλώς για μια συνεχόμενη καταιγίδα ήχου, αλλά υπάρχουν στιγμές παύσης, σιωπής, αργών μεταβάσεων, οι οποίες λειτουργούν σαν ανάσες μέσα στη δίνη. Αυτή η εναλλαγή δημιουργεί μια παράξενη ροή, σαν να παρακολουθεί ο ακροατής μια σκοτεινή τελετή όπου κάθε πράξη έχει τον ρόλο της. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που δεν εξαντλείται σε μια πρώτη ακρόαση, αλλά αντιθέτως αποκαλύπτει νέα στρώματα νοήματος και αίσθησης κάθε φορά που επιστρέφεις σε αυτό.
Σε θεματικό επίπεδο, ο δίσκος φαίνεται να εμπνέεται από την έννοια της δοκιμασίας και της μετάβασης. Η «γέφυρα» του τίτλου γίνεται μεταφορά για την ανθρώπινη ανάγκη να ξεπεράσει τα όριά της, να αντικρίσει τον τρόμο και να αντλήσει δύναμη από αυτόν. Η μουσική λειτουργεί ως τελετουργικό πλαίσιο που ενισχύει αυτή την ιδέα. Ο ακροατής βιώνει μια πορεία μέσα από το σκοτάδι, μια συνάντηση με τον ίδιο τον εσωτερικό του δαίμονα. Σε αυτό το επίπεδο, το “The Devil’s bridge” δεν είναι μόνο ένα άκουσμα αλλά και μια εμπειρία υπαρξιακού στοχασμού.
Το άλμπουμ των LVTHN αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στον χώρο του black metal, αποδεικνύοντας πως το είδος μπορεί να παραμένει σκληρό και αδυσώπητο, χωρίς να χάνει τη δύναμη να είναι και βαθιά πνευματικό. Με την έντονη ατμόσφαιρα, τις εναλλαγές ανάμεσα στην αγριότητα και την περισυλλογή, αλλά και τη συμβολική του διάσταση, το “The Devil’s bridge” δεν είναι απλώς μια συλλογή κομματιών. Είναι μια τελετουργία σε ηχητική μορφή. Οι LVTHN, μέσα από αυτόν τον δίσκο, καταφέρνουν να συνδέσουν τον ακροατή με ένα κόσμο σκοτεινό, μυστηριακό και ταυτόχρονα απελευθερωτικό. Έτσι, το έργο τους παραμένει ζωντανό στη μνήμη, σαν μια γέφυρα που καλεί διαρκώς σε πέρασμα προς το άγνωστο.
(7,5 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SÖLICITÖR ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Enemy in mirrors” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Gates Of Hell Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Amy Lee Carlson – Φωνητικά
Damon Cleary-Erickson – Μπάσο
Patrick Fry – Κιθάρες
Matthew Vogan – Κιθάρες
Johann Waymire – Τύμπανα ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Leif Julin – Φωνητικά ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram Spotify Deezer Tidal YouTube
Πέντε ολόκληρα χρόνια πέρασαν από το “Spectral devastation”, το πρώτο ολοκληρωμένο πόνημα των SÖLICITÖR από το Seattle. Όταν το παρουσιάζαμε, στο 31ο Underground Halls, ήμασταν κλεισμένοι στα σπίτια μας λόγω της πρώτης καραντίνας και η μουσική μας κρατούσε ιδανική συντροφιά. Το “Spectral devastation” που λες, ήταν εξαιρετικό. Ένας πραγματικός speed metal τυφώνας, όπως είχα γράψει χαρακτηριστικά, που έκανε μεγάλη εντύπωση στο ευρύτερο NWOTHM κίνημα. Και δύο χρόνια μετά, ήταν το EP “AlldebtsonDeath” που ήρθε για να γεμίσει το κενό, μέχρι η μπάντα από το Seattle να κυκλοφορήσει το επόμενό της δισκογραφικό πόνημα.
Και τι πόνημα! Με μπροστάρισσα την Amy Lee Carlson και την εντυπωσιακή φωνή της, οι SÖLICITÖR κυκλοφορούν άλλο ένα… «καυτό» άλμπουμ! Η speed metal κατεύθυνση του “Spectral devastation” παραμένει, ωστόσο οι Αμερικανοί βάζουν και άλλα «καλούδια» τη μουσική τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της τάσης, το “Iron wolves of war”, όπου η μπάντα φλερτάρει έντονα με το ακραίο (λέγε με black/thrash) metal, τόσο σε riffing όσο και ερμηνευτικά και το “Spellbound mist” μαζί με τη διλογία “Black magic & the devil’s hand”, όλα τους με έντονο το KING DIAMOND άρωμα. Λογικό όμως δεν είναι να υπάρχει τάση για ανανέωση του ήχου και εισχώρηση στοιχείων που δεν είχαμε ως τώρα ακούσει; Το συγκρότημα αποτελείται από ταλαντούχους μουσικούς, καταρτισμένους σε επίπεδο μεγαλύτερο του «επαρκούς» και έχει μια τραγουδίστρια που πραγματικά, μπορεί να τραγουδήσει ό,τι θέλει! Λίγη θέληση να υπάρχει και αποκλείεται να «βαλτώσει».
Θετικά αποτιμάται και η ποικιλία στους ρυθμούς. Το “Enemy in mirrors”, ακριβώς λόγω του ανοίγματος της βεντάλιας των επιρροών, δεν είναι ένα μονότονο speed metal album, από αυτά που έχουν ως μόνο στοιχείο αναφοράς την ταχύτητα για την ταχύτητα και το headbanging για το headbanging. Άλλωστε, οφείλουμε ξανά να αναφέρουμε, γιατί δεν είναι η πρώτη φορά, την σημασία των μεσαίων και αργών ρυθμών σε έναν δίσκο. Η ποικιλία βοηθά να αναδειχθούν όλα τα τραγούδια. Άσε που στην περίπτωση των ταχυδύναμων υπο-ειδών στο metal (thrash, speed, death), ένα mid-tempo κομμάτι μπορεί να είναι απείρως δυναμικότερο από ένα up-tempo. Τι εννοώ… Πού κάνεις εντονότερο headbanging; Στο πρώτο ή στο δεύτερο μέρος του “Postmortem” των SLAYER; Μα στο πρώτο, φυσικά!
Μετά και από τούτο το άλμπουμ, δεν περιμένω θαύματα από τους SÖLICITÖR. Δεν περιμένω να επαναπροσδιορίσουν το heavy/speed metal, ούτε να κάνουν κάποια στιγμή μια τέτοια στροφή που δε θα τους αναγνωρίζω! Περιμένω όμως να κυκλοφορούν ΤΕΤΟΙΟΥΣ δίσκους. Εμπνευσμένους, άψογους παικτικά, εντυπωσιακούς ερμηνευτικά. Και σίγουρα, θα ήθελα πολύ να τους δω live. Αν αυτό που ακούγεται από τα ηχεία μου, μπορεί να αποδοθεί το ίδιο ή και καλύτερα επάνω στο σανίδι, οι τύποι σίγουρα θα πετούν σπίθες στις συναυλίες τους!
(8/10)
Δημήτρης Τσέλλος
Photo by James Bennett
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: THE LUNAR EFFECT ΤΙΤΛΟΣΔΙΣΚΟΥ: “Fortune’s always hiding” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Svart Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Josh Gosling – Φωνητικά
John Jefford – Κιθάρες
Brett Halsey – Μπάσο
Dan Jefford – Τύμπανα ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Official site Bandcamp Facebook Spotify YouTube
Τρίτος δίσκος για τους υπέροχους Λονδρέζους THE LUNAR EFFECT, ένανχρόνομόλιςμετάτο “Sounds οf green and blue”. Εμείς όμως τους παρακολουθούμε από την αρχή της καριέρας τους και τους θυμόμαστε από το “Calm before the calm” που επίσης ήταν στα ίδια, πολύ-πολύ καλά επίπεδα! Φίλοι THE LUNAR EFFECT, έχετε την τιμή να βρίσκεστε στο πολύ κλειστό club των συγκροτημάτων που τούτη δω η στήλη παρακολουθεί στενά, από τα δικά τους αλλά και τα δικά της γεννοφάσκια, οπότε, μαζί της μεγαλώνετε και σεις!
Το “Fortune’salwayshiding” σηματοδοτεί λοιπόν την τρίτη κατά σειρά full length κυκλοφορία τους και τέταρτη εν τω συνόλω, μαζί με τo EP “Strangelands”. Όπως συμβαίνει σε κάθε δισκογραφική δουλειά της μπάντας, έτσι κι εδώ, το παρόν εμπλέκεται με το παρελθόν και δίνουν κάτι το διαχρονικό και εσαεί ελκυστικό. Οι Λονδρέζοι παίζουν σύγχρονο, σκληρό rock στο ίδιο ύφος με τους RIVAL SONS, ROYAL BLOOD και WOLFMOTHER, φλερτάρουν με το «χωριάτικο» heavy rock των GREEN LUNG, λατρεύουν τους LED ZEPPELIN, ακουμπούν το garage των THE BLACK KEYS, αγκαλιάζουν με θέρμη το alternative heavy rock των SOUNDGARDEN και AUDIOSLAVE, ενώ δε φοβούνται να παίξουν blues και soul, αφήνοντας το συναίσθημά τους να κατακλύσει τον χώρο. Τι να σου λέω… μέχρι και τους THE BEATLES θα ακούσεις δω μέσα, αν είσαι πολύ προσεκτικός!
Ο Josh Gosling στα φωνητικά, παραδίδει ξανά μαθήματα rock ερμηνείας. Πάθος, έκταση, γρέζι… ο τύπος τα έχει όλα! Η ιδανική φωνή για να πατήσει επάνω στις old school, Page-ικές κιθάρες του John Jefford και να καλουπωθεί, μαζί της, από το «παλιακό», λιτό και απίστευτα δυναμικό rhythm section των Brett Halsey και Dan Jefford. Η μπάντα μας ενημερώνει πως οι στίχοι είναι ένα ταξίδι μέσα από την απώλεια, τη μνήμη και το βάρος του χρόνου και το νέο album σηματοδοτεί μια νέα εποχή για το συγκρότημα, μια εποχή βαθύτερη, πιο παράξενη και πιο ψυχρή από ποτέ. Δε θα τους φέρω αντίρρηση, εξάλλου ακούγεται αυτό με την πρώτη ακρόαση. Ωστόσο, καίτοι πεσιμιστικά και ψυχρά, τα καινούργια τραγούδια είναι ταυτόχρονα πολύ δυναμικά και διόλου υποβλητικά! Προφανώς, οι τύποι έχουν βρει τη χρυσή τομή, έχουν το knowhow για κάτι τέτοιο και μπράβο τους!
Όπως έχουν το knowhow ώστε να μη μιμούνται το παρελθόν, αλλά να διοχετεύουν το πνεύμα του μέσα από ένα πρίσμα σύγχρονο, που γράφει επάνω «έτος κατασκευής 2025». Σπουδαίο πράγμα αυτό! Οι THE LUNAR EFFECT είναι μάλιστα από τις μπάντες που περιοδεύουν πολύ, δίνοντας αρκετές συναυλίες. Γιατί κάποιος δεν τους έχει φέρει ως τώρα στην Ελλάδα, δεν το γνωρίζω. Ίσως να φοβάται, επειδή στο βιογραφικό και εισαγωγικό σημείωμα που τους συνοδεύει, υπάρχει και η απαγορευμένη, στη χώρα μας, λέξη “alternative”. Θα έλεγα λοιπόν να την παραβλέψουμε, ή ακόμη καλύτερα, να αναλογιστούμε, πριν τη σβήσουμε, πως οι μεγάλοι του alternative, τους LED ZEPPELIN και τους BLACK SABBATH πήραν κατά βάση, για να φτιάξουν τον ήχο τους.
Θα τους ρίξουμε κι αυτούς στο πυρ το εξώτερον;
(8/10)
Δημήτρης Τσέλλος
ME, MYSELF AND I – Projects with a single member
Ο δίσκος “The mind’s eternal storm” των ECHOES OF GLOOM αποτελεί μια μουσική εμπειρία που κινείται ανάμεσα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα και τη συναισθηματική ένταση. Το σχήμα μας έρχεται από την Αυστραλία και το άλμπουμ είναι πόνημα του Dan Elkin, ο οποίος είναι και το μοναδικό μέλος. Από τον τίτλο κιόλας διαφαίνεται η πρόθεση του συγκροτήματος να μιλήσει για τα εσωτερικά τοπία του νου, για εκείνες τις θύελλες που ταράζουν τη συνείδηση και τις ισορροπίες μας. Η μουσική γραφή του άλμπουμ συνδυάζει βαριά κιθαριστικά riffs με ατμοσφαιρικά πλήκτρα και φωνητικά που κυμαίνονται από μελωδικά περάσματα μέχρι σπαρακτικές εκρήξεις. Το αποτέλεσμα είναι μια καθηλωτική αφήγηση, με εναλλασσόμενες σκηνές πάθους, σιωπής και καταιγίδας.
Η θεματολογία των στίχων επικεντρώνεται στην εσωτερική πάλη, την απώλεια, αλλά και την αναζήτηση νοήματος μέσα στο χάος. Κάθε τραγούδι μοιάζει με ένα κεφάλαιο που εξερευνά διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, την αβεβαιότητα, την απόγνωση, αλλά και την αχτίδα ελπίδας που έρχεται έστω διστακτικά. Οι ECHOES OF GLOOM καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια ποιητική αλλά ταυτόχρονα άγρια ατμόσφαιρα, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολική δραματοποίηση. Αντίθετα, οι στίχοι τους αγγίζουν μια ειλικρίνεια που ενισχύεται από την ένταση της μουσικής, κάνοντας τον ακροατή να αισθάνεται πως συμμετέχει κι εκείνος σε αυτό το εσωτερικό ταξίδι.
Στο μουσικό επίπεδο, το άλμπουμ κινείται ανάμεσα σε dungeon και atmospheric post black metal με prog πινελιές και επικά στοιχεία, με έξυπνες εναλλαγές ρυθμών και ενορχηστρώσεων. Οι κιθάρες πότε σχηματίζουν τείχη ήχου και πότε διαλύονται σε όμορφες μελωδίες, ενώ τα τύμπανα στηρίζουν με ένταση τις κορυφώσεις και τις ήρεμες στιγμές. Τα πλήκτρα λειτουργούν ως συνδετικός ιστός, δημιουργώντας ένα πέπλο ομίχλης που ενώνει τα κομμάτια.
Η παραγωγή του “The mind’s eternal storm” είναι προσεγμένη και καταφέρνει να ισορροπήσει τη δύναμη με την καθαρότητα. Δεν χάνεται ούτε λεπτομέρεια, παρότι οι ενορχηστρώσεις είναι πλούσιες και πολυεπίπεδες. Η μίξη δίνει τον απαραίτητο χώρο σε κάθε όργανο, ώστε να συνυπάρχει αρμονικά με τα υπόλοιπα. Αυτό ενισχύει την κινηματογραφική διάσταση του άλμπουμ, αφού κάθε κομμάτι ακούγεται σαν σκηνή από μια ιστορία που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια και τα αυτιά του ακροατή. Η προσοχή στη λεπτομέρεια και η διάθεση για πειραματισμό κάνουν τον δίσκο να ξεχωρίζει μέσα σε ένα είδος όπου πολλές φορές η ομοιομορφία υπερισχύει.
Τελικά, το “The mind’s eternal storm” είναι μια μουσική κατάθεση ψυχής. Οι ECHOES OF GLOOM δείχνουν ότι μπορούν να συνδυάσουν δύναμη και συναίσθημα, σκότος και φως, καταστροφή και κάθαρση. Ο ακροατής που θα μπει στον κόσμο τους δεν θα βγει αλώβητος, θα έχει όμως κερδίσει μια βαθύτερη ματιά στον εσωτερικό του εαυτό. Είναι ένας δίσκος που αξίζει να ακούγεται ολόκληρος, με προσοχή και διάθεση για ενδοσκόπηση, καθώς η κάθε του στιγμή προσφέρει κάτι περισσότερο από απλή μουσική διασκέδαση. Προσφέρει μια εμπειρία προσωπικής αναμέτρησης με την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Οι SOEN παρουσιάζουν το συντριπτικό δεύτερο single «Mercenary» από το επερχόμενο στούντιο άλμπουμ Reliance, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου μέσω της SilverLiningMusic. Για προπαραγγελίες επισκεφθείτε αυτόν τον σύνδεσμο.
Με το Reliance, το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους, οι Σουηδοί progressive metal πρωτοπόροι, με επικεφαλής τον JoelEkelöf (φωνητικά) και τον MartinLopez (ντραμς), συνεχίζουν να ανακαλύπτουν απίστευτα νέα μονοπάτια στους διαδρόμους ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στο δυνατό και το ήρεμο, στο βαρύ και το γαλήνιο.
Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ διαπερνά τη σύνθεση του άλμπουμ, εκεί όπου η συναισθηματική βαρύτητα και η ακατέργαστη δύναμη συνυπάρχουν χωρίς συμβιβασμούς. Είναι μια δυαδικότητα που καθορίζει τον ήχο των SOEN — η προθυμία να αντιμετωπίζουν το σκοτάδι όχι για το θέαμα, αλλά για την αλήθεια. Πουθενά αυτή η ισορροπία δεν είναι πιο εμφανής από ό,τι στο «Mercenary», ένα κομμάτι που μεταφέρει το βάρος της κληρονομημένης βίας και το προσωπικό κόστος της πεποίθησης με αδιάκοπη καθαρότητα.
«Το Mercenary μιλά για τη βία που κληρονομούμε, η οποία επιτρέπει στο μίσος να εισχωρεί στις ζωές — και στη ζωή — διαμορφώνοντας έτσι γενιές», σχολιάζει ο τραγουδιστής και frontman JoelEkelöf. «Αναφέρεται επίσης στην προδοσία, στο πώς αυτή μπορεί να μας οδηγήσει στο να “βάζουμε κορώνα σε γύπες και να τους κάνουμε βασιλιάδες”», συμπληρώνει ο ιδρυτής και ντράμερ MartinLopez.
«Στην ουσία του, το Mercenary μιλά για το κόστος της πίστης», προσθέτει ο Ekelöf, προτού ο Lopez επιβεβαιώσει ότι «μουσικά, φέρει την ουσία των SOEN – βαρύ αλλά μελωδικό και χτισμένο πάνω στη δύναμη και την ακρίβεια».
Δείτε/Ακούστε το «Mercenary» εδώ – βίντεο από τους FreakshotFilm.
Το πρόσφατα κυκλοφορημένο πρώτο single, «Primal», είναι μια προκλητική, δυναμική κραυγή που περιγράφει τη υπαρξιακή μάχη ανάμεσα στο ανθρώπινο πνεύμα και τον σημερινό μας κόσμο, με τα εκπληκτικά φωνητικά του Ekelöf να ηγούνται της βαριάς επίθεσης.
Δείτε/Ακούστε το «Primal» εδώ – βίντεο από τους FreakshotFilm.
Με τους LarsEnok Åhlund (πλήκτρα & κιθάρα), CodyLeeFord (κιθάρα) και StefanStenberg (μπάσο) να στέκονται πλάι στους Ekelöf και Lopez, η πλούσια και διαρκής εξέλιξη του ήχου των SOEN απογειώνεται. Με τη συνεχή της πορεία πάνω στο βαθιά ανθρώπινο συναισθηματικό έδαφος, η μουσική των SOEN συνεχίζει να εξερευνά το ανθρώπινο μυαλό, την καρδιά και την ψυχή με ένα οραματιστικό αίσθημα ευθύνης — και μια επιπλέον αιχμή βαρύτητας.
Οι SOEN προετοιμάζονται για ένα γεμάτο 2026, με μια σειρά από φεστιβαλικές εμφανίσεις και headline shows ήδη προγραμματισμένες. Μετά τις πρόσφατες, εξαιρετικά επιτυχημένες περιοδείες τους, οι οπαδοί μπορούν να περιμένουν μια ακόμη πιο έντονη live εμπειρία, καθώς η μπάντα θα φέρει το χαρακτηριστικό της μείγμα δύναμης, ακρίβειας και συναισθήματος σε σκηνές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Οι επιβεβαιωμένες φεστιβαλικές ημερομηνίες είναι οι εξής· σύντομα θα ανακοινωθούν επιπλέον ημερομηνίες και φεστιβάλ. Για περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια επισκεφθείτε: https://www.soenmusic.com/tour
Στοχαστικό, προκλητικό, όμορφο και βίαιο, το Reliance είναι ένα ταξίδι που πρέπει να κάνετε.
Το Reliance θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου 2025 μέσω της SilverLiningMusic. Θα είναι διαθέσιμο σε CD, βινύλιο 12” σε μαύρη και έγχρωμη έκδοση, ψηφιακά formats και ειδικά D2C προϊόντα και πακέτα. Για προπαραγγελίες επισκεφθείτε αυτόν τον σύνδεσμο.
RelianceTrack Listing:
Primal
Mercenary
Discordia
Axis
Huntress
Unbound
Indifferent
Drifter
Draconian
Vellichor
Παραγωγή, ηχογράφηση και μίξη από τον Alexander Backlund στα Fascination Street Studios.
Mastering από τον Tony Lindgren.
SOEN:
Joel Ekelöf – φωνητικά Martin Lopez – ντραμς Lars Enok Åhlund – πλήκτρα και κιθάρα Cody Ford – lead κιθάρα
Stefan Stenberg – μπάσο
Η βραδιά ξεκίνησε με το Αθηναϊκό τρίο CHURCH OF THE SEA το οποίο, εάν δεν απατώμαι έχει στο ενεργητικό του ένα ΕΡ και δύο LPs. Η μουσική τους πρόταση περιλαμβάνει μια μίξη μεταξύ χαμηλά κουρδισμένων καθαριστικών τόνων με delay και reverb που πατάνε πάνω σε ηλεκτρονικά κρουστά και ηχητικά στρώματα από πλήκτρα, συνοδευόμενα από γυναικεία φωνητικά που διαμορφώνουν ένα αιθέριο ηχητικό τοπίο, κάποιες φορές σκοτεινό, κάποιες φορές απειλητικό, κάποιες φορές ονειρικό, αλλά που ποτέ δεν αφήνει τον ακροατή αδιάφορο.
Κάποιοι το ονομάζουν doomgaze (από την σύμπτυξη των όρων doom και shoegaze) και η αλήθεια είναι ότι το πανταχού παρών αργό tempo και η χαμηλή τονικότητα συνεισφέρουν σε αυτήν την εντύπωση, αλλά για μένα φτάνουν πιο πέρα από αυτούς τους κάπως περιοριστικούς ορισμούς. Για παράδειγμα, με κομμάτια όπως “Eva”, τραγουδισμένο στα Ελληνικά, φτάνουν να φλερτάρουν και με την Ελληνική παραδοσιακή μουσική ενώ, μιλώντας γενικότερα, μας δείχνουν ότι το dark folk της Myrkur, το goth-folk της Chelsea Wolf, το dark ambient των THIS MORTAL COIL και η μελαγχολία των PORTISHEAD και COCTEAU TWINS έχουν βοηθήσει στην ανάπτυξη της δικιάς τους μουσικής ταυτότητας. Μια μουσική πρόταση που συνιστώ ανεπιφύλαχτα.
Γιώργος Γκούμας
Ήταν η πρώτη συναυλία των Ιταλών PONTE DEL DIAVOLO ως headliners εκτός των συνόρων της Ιταλίας και η τελευταία φορά που ακούστηκαν και τα έξι δικά τους κομμάτια από το περσινό ντεμπούτο τους, “Fire blades from the tomb”. Με σύμμαχο τον άριστο ήχο, κατάφεραν για πάνω από μία ώρα να δικαιολογήσουν πλήρως τον αντίκτυπο που έχουν στη σκηνή που τους έφερε στη σκηνή μεγάλων φεστιβάλ όπως το Roadburn και το Inferno.
Από την αρχή η παρουσία της Elena “Erba del Diavolo” Camusso καθήλωσε όλους με την δαιμονισμένη εισαγωγή της να κινείται στη σκηνή και απαγγέλει στίχους με απόκοσμη χροιά. Η απόδοση της ήταν καθηλωτική! Σαν μια μικρή Diamanda Galas με αέρα μεγάλης frontwoman, πιο ολοκληρωμένης και πειστικής από την εμφάνιση τους στη Μάντοβα που τους πρωτοείδα τον περασμένο Φεβρουάριο. Στο τέλος του main set τους ειδικά στο “A V E” από το τρίτο τους EP ήταν πραγματικά σε έκσταση με τα πολύπλευρα φωνητικά της. Αναμφίβολα η οπτικοποίηση των στίχων και η διαρκή της κίνηση την έφερνε σε κάθε σημείο της σκηνής του Temple, φτάνοντας να τραγουδά ακόμα και ξαπλωμένη.
Δεν ήταν, όμως, μια παράσταση για έναν ρόλο! Τα δύο μπάσα των Kratom και Abro έδιναν έναν φοβερά ογκώδη ήχο στα κομμάτια τους. Σε αυτό το ηχητικό τείχος η κιθάρα του Nerium οδηγούσε τις συνθέσεις, δίνοντας ακόμα και την new wave πλευρά τους στο “Il bacio a mezzanotte”. Στην εξίσωση αυτή το σταθερό και δυνατό παίξιμο στα drums από τον Segale Cornuta διαμόρφωσε ένα άκρως doom/black metal προσωπείο, το οποίο συναυλιακά δεν υπάρχει σε καμία άλλη μπάντα του χώρου!
Πώς να περιγραφεί ο καταιγισμός στο “La razza” και η καθηλωτική απόδοση του “Covenant”, του οποίου το video clip είναι έργο τέχνης; Όσοι είμασταν μάρτυρες αυτής της εμφάνισης, ξέρουμε ότι είδαμε μια μπάντα, της οποίας η πορεία διαφαίνεται εξίσου ιδιότυπη με τις, μέχρι τώρα, κυκλοφορίες της. Και αυτό έγινε αντιληπτό από τα δύο καινούρια κομμάτια που έπαιξαν από τον δεύτερο δίσκο τους, ο οποίος θα κυκλοφορήσει αρχές του έτους. Και η αίσθηση πληρότητας που είχαν τους οδήγησε να παρουσιάσουν απρογραμμάτιστα στο encore το δεύτερο καινούριο τους κομμάτι, “Every tongue has its thorn” – περιπαικτικός τίτλος στο γνωστό κομμάτι “Every rose has its thorn”. Και αυτό οφείλεται στην φοβερή ατμόσφαιρα που δημιούργησε το κοινό και απογείωσε την απόδοση τους.
Προσωπικά στη Μόντενα είχα δει μια μπάντα να αποδίδει άριστα τα κομμάτια της και να δημιουργεί ωραία ατμόσφαιρα, αλλά με την αίσθηση της τοπικής μπάντας. Οι συνεχείς εμφανίσεις, τους έχουν μετατρέψει σε ένα συναυλιακό μαυρομεταλλικό θηρίο, το οποίο καθηλώνει και τον πιο ανυποψίαστο οπαδό του είδους. Να πάνε όλα καλά και να μας ξανάρθουν για να ξαναβιώσουμε αυτή τη μοναδική συναυλιακή εμπειρία που μόνο εκείνοι μπορούν να παρουσιάσουν στις μέρες μας. Ελπίζω να καταφέρω να είμαι παρών σε κάποια από τις συναυλίες που θα παρουσιάσουν ολόκληρο το νέο τους δίσκο στις αρχές του επόμενου έτους.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
February 14, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to