Sunday, February 15, 2026




Home Blog Page 26

THE RASMUS (Floyd, 25/10/25)

0
Rasmus

Rasmus

Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου στο Floyd, οι THE RASMUS ανέβηκαν στη σκηνή με την αυτοπεποίθηση μιας μπάντας που ξέρει ακριβώς τι θέλει να προσφέρει. Από την πρώτη νότα του “Rest in Pieces”, ο χώρος γέμισε σκοτεινή, ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα· τα φώτα κινήθηκαν σε ψυχρούς τόνους, ενώ ο Lauri Ylönen, σταθερός και συγκεντρωμένος, κράτησε το βλέμμα του κοινού με ένα μίγμα έντασης και μυστηρίου. Κάθε του φράση είχε βαρύτητα, κάθε παύση στιγμάτιζε τη στιγμή και η φωνή του μετακινήθηκε άψογα ανάμεσα στην ευθραυστότητα του “Guilty” και την αποφασιστικότητα του “No Fear”. Το rhythm section, με τον  Eero Heinonen στο μπάσο και ο Aki Hakala στα τύμπανα έδιναν σταθερό ρυθμικό υπόβαθρο, γεμίζοντας τον χώρο με συνοχή και δύναμη, ενώ η κιθάρα της Emppu Suhonen προσέθετε μελωδικά στρώματα που ενίσχυαν τον ήχο χωρίς να αποσπούν την προσοχή από τον frontman.

Καθώς η συναυλία προχωρούσε με τα “Time to Burn”, “Justify” και “Bullet”, φάνηκε η ικανότητα της μπάντας να χτίζει ένταση σταδιακά: τα riffs έκοβαν την ανάσα, τα τύμπανα και το μπάσο κρατούσαν τον χώρο ζωντανό και οι στίχοι του Ylönen κυλούσαν σαν αφήγηση. Οι κινήσεις του ήταν υπολογισμένες αλλά εκφραστικές και το βλέμμα του προς το κοινό κάλυπτε κάθε γωνία του χώρου. Στα «Still Standing» και «Shot», η σκηνική αλληλεπίδραση έγινε πιο έντονη: η μπάντα κινήθηκε σαν ενιαίο σώμα, κάθε μέλος προσέχοντας να συνυπάρχει αρμονικά με τα υπόλοιπα, χωρίς να επιδιώκει την υπερβολή.

Μια ξεχωριστή και ευαίσθητη στιγμή της βραδιάς ήρθε με το «October & April»: τα φώτα χαμήλωσαν, η ένταση υποχώρησε για να αφήσει χώρο στο συναίσθημα, και η Emilia “Emppu” Suhonen ανέλαβε διακριτικά να μοιραστεί τα φωνητικά, προσθέτοντας τρυφερότητα και αρμονία στην εκτέλεση χωρίς να αφαιρεί τίποτα από την κεντρική παρουσία του Ylönen, αντικαθιστώντας τρόπον τινά την Anette Olzon που έκανε τα φωνητικά στη στούντιο εκτέλεση. Ακολούθησαν τα «First Day of My Life», «Jezebel», «Creatures of Chaos», όπου για πολλοστή φορά έγινε αναφορά από τον Ylönen για το νησί της Φολεγάνδρου όπου γράφτηκε το κομμάτι αυτό, καθώς και το μισό άλμπουμ… Για την συνέχεια «Not Like the Other Girls», «Falling», «Banksy», κομμάτια που εναλλάσσονταν σε δυναμικές κορυφώσεις και μελωδικά περάσματα, κρατώντας το κοινό συνεχώς σε εγρήγορση. Στο «Livin’ in a World Without You» η ένταση κορυφώθηκε, ενώ τα φώτα άλλαζαν ρυθμικά με το tempo, δημιουργώντας ένα σχεδόν κινηματογραφικό αποτέλεσμα. Οι THE RASMUS έδειχναν απόλυτα δεμένοι, σαν να είχαν ξαναβρεί τον εσωτερικό ρυθμό που τους είχε αναδείξει στις αρχές των 2000s, μα αυτή τη φορά με ωριμότητα και αυτοπεποίθηση. Κάθε κομμάτι είχε τη δική του ενέργεια: οι κιθάρες έδιναν ενέργεια και υφή στις συνθέσεις, το rhythm section μετέδιδε σταθερό παλμό και ο Ylönen κυριαρχούσε με την φωνή του, ερμηνεύοντας το κάθε συναίσθημα με ακρίβεια.

Το φινάλε πριν το encore, με τα «In the Shadows» και «Weirdo», άφησε τον χώρο να σείεται από τις φωνές των θεατών που τραγουδούσαν μαζί. Το encore ξεκίνησε με το «Sail Away», ένα πιο ήρεμο αλλά γεμάτο συναίσθημα κομμάτι εκτελεσμένο από τον Ylönen με την ακουστική του κιθάρα, που προετοίμασε το κοινό για το τελευταίο χτύπημα, το «Love Is a Bitch», όπου η μπάντα απέδειξε ξανά την σκηνική της αρτιότητα: δυναμικά riffs, ακριβής ρυθμός και η συνολική ενέργεια του συγκροτήματος πλημμύρισαν για μια τελευταία φορά τον χώρο. Το κοινό, συμμετέχοντας ενεργά, έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης.

Η εμφάνιση στο Floyd απέδειξε ότι οι THE RASMUS παραμένουν μια μπάντα που συνδυάζει συναίσθημα, ένταση και ακριβή σκηνική παρουσία. Ο Lauri Ylönen παραμένει η καρδιά και η ψυχή της μπάντας, με την Emilia “Emppu” Suhonen και τα υπόλοιπα μέλη να υποστηρίζουν και να εμπλουτίζουν τον ήχο, δημιουργώντας ένα live που δεν είναι απλώς αναδρομικό, αλλά ζωντανά εξελισσόμενο.

Όταν έσβησαν τα φώτα, ο ήχος των χειροκροτημάτων συνέχισε να γεμίζει τον χώρο. Οι THE RASMUS έδειξαν γιατί παραμένουν ζωντανή δύναμη πάνω στη σκηνή: γιατί έχουν καταφέρει να μετατρέψουν τη μελαγχολία τους σε ενέργεια και τη σιωπή τους σε ένταση. Οι THE RASMUS παραμένουν μια μπάντα που συνδυάζει συναίσθημα, ένταση και δυναμική σκηνική παρουσία, και απέδειξαν πως μερικές μπάντες ουσιαστικά δεν φεύγουν ποτέ από τη μνήμη μας.

Κείμενο, φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής

A day to remember… 27/10 [CELTIC FROST]

0
Celtic

Celtic

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “To Mega Therion” – CELTIC FROST
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Horst Müller, Thomas Gabriel “Warrior” Fischer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες – Thomas Gabriel “Warrior” Fischer
Mπάσο – Dominic Steiner
Τύμπανα – Reed St. Mark

Την 1η Ιουνίου του 1984 το δίδυμο Warrior/Ain έκανε το πλάνο του για τις κυκλοφορίες της μπάντας που θα διαδεχόταν τους HELLHAMMER. Οι τίτλοι των κυκλοφοριών είχαν προκαθοριστεί και το όνομα του πρώτου τους full length άλμπουμ τους θα ήταν “To megatherion”. Αυτό, όμως, που δεν περίμεναν ήταν να ηχογραφηθεί χωρίς τον Ain στο μπάσο στο δεύτερο μισό του Σεπτεμβρίου του 1985. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν μεγαλειώδες, καθιστώντας τον δίσκο ορόσημο για την εξέλιξη του ακραίου ήχου συνολικά. Οι μπασογραμμές του Dominic Steiner δεν τους άφησε ικανοποιημένους και γι’ αυτόν το λόγο με την επανείσοδο του Ain στην μπάντα μπήκαν στη διαδικασία επαναηχογράφησής του. Το εγχείρημα δεν αγκαλιάστηκε από την Noise, η οποία σταμάτησε τις ηχογραφήσεις πριν ολοκληρωθούν. Το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό αν αναλογιστούμε τον ήχο που είχε το “Tragic serenades” EP, που έχει μέρος του εγχειρήματος και αποτελεί για τους φανατικούς τους οπαδούς την ηχητικά καλύτερή τους κυκλοφορία.

Για εξώφυλλο ήθελαν το έργο “Satan I” του Giger, συμπατριώτη τους και διάσημου για τη δουλειά του στις ταινίες “Alien” εκείνη την περίοδο. Ο Giger τους χάρισε το έργο να το χρησιμοποιήσουν, ζητώντας τους να χρησιμοποιήσουν και το –αδημοσιεύτο- “Victory III”, το οποίο κόσμησε τη gatefold έκδοση του βινυλίου.

Αυτή η σύμπραξη έχει μείνει στην ιστορία και στιγμάτισε τους CELTIC FROST, αποτελώντας την απαρχή μιας φιλίας που κράτησε για πάντα.

Το πομπώδες ορχηστρικό intro, ” Innocence and wrath”, είναι αρχέτυπο όσων επέλεξαν να έχουν intro σε κάποια extreme metal κυκλοφορία τους.
Η απόκοσμη ατμόσφαιρά τους διανθίζεται από τα εμβόλιμα γυναικεία φωνητικά της Claudia-Maria Mokri στα “The usurper”, “Circle of the tyrants” και “Necromantical screams”. Στο τελευταίο μάλιστα υπέδειξαν πως μπορεί κανείς με ευφυή και περίτεχνο τρόπο να αξιοποιήσει τα γυναικεία φωνητικά σε ένα extreme metal κομμάτι.
Όλη αυτή η avant garde ηχητική που είναι εμβόλιμη στον δίσκο με την εκτεταμένη χρήση των tympani, δεν ήταν παρά ο προπομπός για το “Into the pandemonium”, στο οποίο ξανασυνεργάστηκαν δύο χρόνια με την Mokri, δίνοντας πνοή στο ατμοσφαιρικό metal για πρώτη φορά. To instrumental “Tears in a prophet’s dream” ήταν ακριβώς το σημείο του δίσκου που έδειχνε ότι ο πειραματισμός είναι και θα είναι κύριο χαρακτηριστικό τους έκτοτε.

Η ένταση και η ακρότητα στις πριμαριστές κιθάρες του Warrior αποκτούν άλλη διάσταση με τα εκπληκτικά τύμπανα του Reed St. Mark, παρουσιάζοντας ένα άλμπουμ που ανάγεται στην κατηγορία των έργων. Στο αργόσυρτο “Dawn of Meggido” αποκτούν άλλη διάσταση τα riffs τους, παρουσιάζοντας με εκπληκτικό τρόπο την υποβλητική ατμόσφαιρα του δίσκου.

Ο αντίκτυπος τότε ήταν τρομακτικός, εδραιώνοντας τους ως πρωτοπόρους του thrash σε μια περίοδο που ο χώρος βομβαρδιζόταν από δίσκους που έγραψαν ιστορία.

Όμως το άλμπουμ αυτό με τον ελληνικό τίτλο ήταν επιδραστικό και για τo death και black metal, τα οποία διαδέχτηκαν το thrash τα επόμενα χρόνια στο ακραίο metal..Οι λόγοι είναι πάρα πολλοί, αλλά ο κυριότερος είναι η επιδεξιότητα που είχαν οι CELTIC FROST να ακροβατούν ανάμεσα στην ακρότητα, την ατμόσφαιρα και τις avant garde τάσεις τους.

Λευτέρης Τσουρέας

RELEASE ATHENS 2026: Ανακοινώθηκαν SABATON – HELLOWEEN – SAVATAGE – EPICA σε δύο μέρες γεμάτες metal

0
Release

Release

Το Release Athens Festival συμπληρώνει 10 χρόνια από το ξεκίνημά του, και από αυτή τη γιορτή δεν θα μπορούσαν να λείψουν ορισμένα από τα κορυφαία ονόματα του σκληρού ήχου.  Το 2026 θα παρουσιάσει δύο ημέρες αφιερωμένες, κατά βάση, στο power metal (και όχι μόνο), με headliners δύο σπουδαίες μπάντες που έχουν τιμήσει το φεστιβάλ με την παρουσία τους πριν από μερικά χρόνια.

Οι Helloween θα ηγηθούν του lineup την Παρασκευή 10 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού. Μετά την επική εμφάνισή τους στην ίδια σκηνή, το 2023, οι Γερμανοί πρωτοπόροι του power metal επιστρέφουν για ένα απολαυστικό show με όλες τις μεγάλες επιτυχίες τους. 

Οι Sabaton, δυνατότεροι από ποτέ, θα κλείσουν το φεστιβάλ το Σάββατο 25 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση εκεί. Μαζί τους, οι Savatage, οι οποίοι επιστρέφουν στην Αθήνα μετά από πολλά χρόνια, ως ιδανικοί co-headliners, σε ένα lineup που συμπληρώνουν οι – τόσο αγαπημένοι στη χώρα μας – εκπρόσωποι του symphonic metal, Epica.

Περισσότερα ονόματα θα ανακοινωθούν σύντομα.

Οι Helloween αποτελούν ένα από τα πιο καθοριστικά σχήματα που αναδείχθηκαν στο περιβόητο “metal boom” των 80s. Το συγκρότημα από το Αμβούργο εξελίχθηκε γρήγορα σε μια από τις κορυφαίες δυνάμεις του είδους, με τα θρυλικά “Keeper of the Seven Keys Part I and Part II” να διαμορφώνουν το καλούπι του ευρωπαϊκού power metal και να εδραιώνουν τη θέση της μπάντας στη συνείδηση των metalheads σε όλον τον κόσμο.

Η συνέχεια ήταν το ίδιο εντυπωσιακή. Με 15 χρυσούς και 6 πλατινένιους δίσκους και πάνω από δέκα εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, οι Helloween διατηρούνται στην πρώτη γραμμή του metal εδώ και δεκαετίες. Με την πολυπόθητη επιστροφή των Michael Kiske και Kai Hansen στο γκρουπ και τη σταθερή παρουσία των Weikath και Grosskopf, το συγκρότημα άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο με την κυκλοφορία του ομώνυμου δίσκου το 2021, ο οποίος κατέκτησε την πρώτη θέση στα charts.

Πέρσι, οι Γερμανοί θρύλοι γιόρτασαν την 40ή επέτειό τους με τον διάδοχο του επιτυχημένου εκείνου album. Το “Giants & Monsters” είναι ο δεύτερος δίσκος μετά την επανένωση του γκρουπ και υπενθύμισε, για μία ακόμη φορά, γιατί θεωρούνται Masters of Power Metal.

Follow Helloween:

Official Website

Facebook

Instagram

Χ

YouΤube

 

Στα περισσότερα από 25 χρόνια από την ίδρυσή τους, οι Sabaton έχουν πρωταγωνιστήσει σε μεγάλα φεστιβάλ, έχουν γεμίσει στάδια και έχουν αποκτήσει μια λεγεώνα πιστών οπαδών σε όλο τον κόσμο. 

Από το ντεμπούτο άλμπουμ τους το 2005 μέχρι σήμερα, έχουν κυκλοφορήσει μια σειρά από σπουδαίους δίσκους που έχουν κατακτήσει τα charts σε διάφορες χώρες, έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα και έχουν αποδείξει ότι το power metal μπορεί να είναι τόσο εκπαιδευτικό όσο και συναρπαστικό, μετατρέποντας ιστορικές μάχες και ηρωικές στιγμές σε metal anthems.

Τώρα, ετοιμάζονται για μια ακόμα τεράστια περιοδεία, έχοντας μόλις κυκλοφορήσει το “Legends”, τον 11ο δίσκο της καριέρας τους, και με αυτές τις ιστορίες θα επιστρέψουν στην Πλατεία Νερού για ένα ακόμα εκρηκτικό ταξίδι στο χρόνο.

Follow Sabaton:

Official Website

Facebook

Instagram

Χ

YouΤube

TikTok

Spotify

 

Οι Savatage ανήκουν στα πιο καινοτόμα και επιδραστικά συγκροτήματα της αμερικανικής metal σκηνής. Ξεκινώντας από τη Φλόριντα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι αδελφοί Jon και Criss Oliva δημιούργησαν μια μπάντα που θα επαναπροσδιόριζε τα όρια του σκληρού ήχου. Με αξεπέραστους δίσκους όπως τα “Hall of the Mountain King”, “Gutter Ballet” και “Streets: A Rock Opera”, πραγματικά καθόρισαν τη σκηνή του progressive metal.

Η τραγική απώλεια του Criss Oliva, το 1993, δεν σταμάτησε τη δημιουργική πορεία της μπάντας, η οποία συνέχισε να παράγει αριστουργήματα, όπως το “Dead Winter Dead” και “The Wake of Magellan”, αφήνοντας έτσι μια πλούσια κληρονομιά που αποτέλεσε καθοριστική επιρροή για αμέτρητα συγκροτήματα. 

Follow Savatage:

Official Website

Facebook

Instagram

YouΤube

TikTok

Spotify

 

Οι Epica αποτελούν μια από τις πιο σημαντικές μπάντες του σύγχρονου symphonic metal. Από την ίδρυσή τους, το 2002, από τον κιθαρίστα Mark Jansen, το ολλανδικό συγκρότημα έχει καταφέρει να συνδυάσει τις εντυπωσιακές και πολύπλοκες ενορχηστρώσεις με τον μαγικό κόσμο του σκληρού ήχου.

Με την Simone Simons στα φωνητικά, οι Epica έχουν κυκλοφορήσει μια σειρά από σπουδαία άλμπουμ – όπως τα “The Divine Conspiracy”, “Design Your Universe” και “The Holographic Principle” – και έχουν καθιερωθεί ως μια από τις πιο σημαντικές μπάντες της σκηνής.

Φέτος, κυκλοφόρησαν έναν ακόμα υπέροχο δίσκο, το “Aspiral”, το οποίο αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς, αποδεικνύοντας ότι βρίσκονται στην πιο δημιουργική περίοδο της ιστορίας τους.

Follow Epica:

Official Website

Facebook

Instagram

YouΤube

X

TikTok

Spotify

 

Η διάθεση των εισιτηρίων και για τις δύο ημέρες ξεκινάει την Πέμπτη 30 Οκτωβρίου, στις 12:00, προς 60€. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. 

 

Επίσης, διατίθεται περιορισμένος αριθμός VIP εισιτηρίων, με πρώτη τιμή τα 125€.

 

Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές:

  • Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους
  • Open-bar
  • Ξεχωριστή πύλη εισόδου
  • Ιδιωτικό parking
  • Ξεχωριστές τουαλέτες
  • Αναμνηστικό δώρο

 

Ταυτόχρονα, γίνεται διαθέσιμη μια ακόμα ειδική προσφορά για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν και τις δύο αυτές ημέρες:

 

Helloween & more tba (10/7, Πλατεία Νερού) + Sabaton, Savatage, Epica (25/7, Πλατεία Νερού) προς 90€ (κέρδος 30€)

Διάθεση εισιτηρίων:

 

Τηλεφωνικά στο 211770000

Online / releaseathens.grmore.com

Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

 

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

 

Διάθεση εισιτηρίων ΑμεΑ:

 

Το Φεστιβάλ φροντίζει για την πρόσβαση Ατόμων με Αναπηρία, προσφέροντας ειδικό χώρο με ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή. Ο ειδικός χώρος είναι προσβάσιμος με αμαξίδιο, διαθέτει καθίσματα, ξεχωριστές τουαλέτες & δωρεάν parking.

 

Για την αγορά εισιτηρίων ΑμεΑ, παρακαλούμε να προωθήσετε το αίτημά σας ηλεκτρονικά στο support@releaseathens.gr, επισυνάπτοντας την κάρτα αναπηρίας σας. Για την είσοδό σας στους χώρους ΑμεΑ, η κάρτα αυτή θα χρειαστεί να επιδειχθεί κατά την άφιξή σας στο Φεστιβάλ.

 

Follow Release Athens: 

Official Website

Facebook

Instagram 

TikTok 

YouTube 

Spotify 

A day to remember… 24/10 [DEEP PURPLE]

0
Purple

Purple

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Rapture of the deep” – DEEP PURPLE
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Edel
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Bradford
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ian Gillan
Κιθάρες – Steve Morse
Mπάσο – Roger Glover
Πλήκτρα – Don Airey
Τύμπανα – Ian Paice

Τον Σεπτέμβριο του 2003, οι θρυλικοί DEEP PURPLE κυκλοφόρησαν το 17ο άλμπουμ τους, το έντονα αμφιλεγόμενο “Bananas”. Επρόκειτο για έναν δίσκο που δεν κατάφερε να σηκώσει –επαρκώς επάξια – το βαρύ και ασήκωτο όνομα του συγκροτήματος, πελαγοδρομώντας στα charts ανά τον κόσμο και οδηγώντας, εξαιτίας της εμπορικής δυστοκίας του, στην λύση της συνεργασίας τους με τον δισκογραφικό κολοσσό EMI. Όπως αποκάλυψε και ο θρυλικός τραγουδιστής τους, Ian Gillan, «στην περιοδεία του Bananas Πουλήσαμε πάνω από 150 χιλιάδες εισιτήρια στο Ηνωμένο Βασίλειο…η βρετανική θυγατρική της ΕΜΙ τύπωσε μόνο 18 χιλιάδες αντίτυπα του άλμπουμ, που ξεπούλησαν.. όταν τους ρωτήσαμε γιατί δεν τυπώνουν μερικές ακόμα χιλιάδες – εφόσον υπάρχει τεράστια ζήτηση εκεί έξω –  η απάντηση ήταν έπιασαν την πρόβλεψη που ήθελαν και εκεί τελείωσαν την συζήτηση».

Το συγκρότημα είχε περάσει διάφορα στάδια ανανέωσης και προσαρμογής σε νέα δεδομένα, κυρίως λόγω της απεμπλοκής του μαέστρου Jon Lord, ο οποίος αποχώρησε λόγω κόπωσης μετά από πολλά χρόνια συνεχόμενων – και απαιτητικών – περιοδειών και ηχογραφήσεων. Την θέση του πίσω από τα πλήκτρα των PURPLE πήρε ένας άλλος τεράστιος μουσικός, βετεράνος πλέον και αυτός, ο τεράστιος Don Airey, που, κυριολεκτικά μέχρι εκείνο το σημείο είχε παίξει με την αφρόκρεμα του σκληρού ήχου (και όχι μόνο), συμπεριλαμβανομένων και των RAINBOW του Ritchie Blackmore.

Μέσα σε αυτό το κλίμα και ενόψει της νέας τάξης πραγμάτων, οι DEEP PURPLE ανασυντάχθηκαν, ξεκινώντας από το κομμάτι της δισκογραφικής. Χωρίς να χαθεί χρόνος μετά την περιοδεία του “Bananas”, έκλεισαν μία συμφωνία με την γερμανική εταιρεία Edel από το Αμβούργο, συνεργασία που κρατάει μέχρι και σήμερα.

Με την σύνθεση Mk VIII, δηλαδή τους «παλιούς» Ian Gillan (φωνητικά), Roger Glover (μπάσο) και Ian Paice (ντραμς) συν τους «νεότερους» Steve Morse (κιθάρα) και Don Airey (πλήκτρα), οι PURPLE μπήκαν στο στούντιο τον Μάρτιο του 2005 για να ξεκινήσουν δουλειά, ξανά με τον παραγωγό Michael Bradford – που ήταν μαζί και στο “Bananas” – πάνω στο 18ο άλμπουμ τους, που τιτλοφορήθηκε “Rapture of the deep”.

Αυτή η έκφραση προέρχεται από τον κόσμο των καταδύσεων και αποδίδεται στον πασίγνωστο Γάλλο ωκεανογράφο Jacques Cousteau. Περιγράφει την νάρκωση αζώτου, ήτοι την προοδευτική εμφάνιση συμπτωμάτων μέθης ή νάρκωσης κατά την έκθεση του δύτη σε περιβάλλον αυξανόμενης ατμοσφαιρικής πίεσης. Το άζωτο σε μεγάλη μερική πίεση δρα όπως τα αναισθητικά αέρια κατά τη γενική νάρκωση που παρέχεται για ιατρικούς σκοπούς. Όπως το περιέγραψε ο Gillan «είναι σαν να βρίσκεσαι σε μία κατάσταση ευφορίας…μεθυσμένος και μαστουρωμένος ταυτόχρονα», ενώ ο Glover τόνισε την διπλή έννοια της φράσης: «Ο κίνδυνος είναι ότι βρίσκεσαι σε έκσταση, βρίσκεσαι σε μια κατάσταση αγνής χαράς και ευδαιμονίας… και θέλεις να είσαι μέρος αυτής, οπότε βγάζεις τη μάσκα σου και πεθαίνεις». Έτσι, αυτή η επιστημονική έκφραση μετατράπηκε σε ποιητική, αποτυπώνοντας μια αίσθηση ευφορικού αποπροσανατολισμού και βαθιάς, υποσυνείδητης σκέψης που ενέπνευσε τα θέματα του άλμπουμ.

Αυτή την φορά, η μπάντα είχε δέσει περισσότερο και ξεκίνησε εκ βάθρων να χτίζει το νέο άλμπουμ, καταλήγοντας να ξοδέψει περίπου πέντε εβδομάδες προβάροντας και ηχογραφώντας στα Chunky Style Studios στο Los Angeles. Με χαλαρότητα αλλά στόχο, με αυτοπεποίθηση αλλά χωρίς υπερβολές, οι PURPLE κατάφεραν να ξαναβρούν την χημεία τους. Πολύ περισσότερο σε αυτά τα καλοστημένα, «ζωντανά» sessions του παραγωγού Bradford, όπου οι δύο πυλώνες του ήχου του συγκροτήματος, Morse και Airey δείχνουν να δένουν ξεκούραστα στα μεταξύ τους κομμάτια. Ο αυθορμητισμός των live τους που προέκυψε κατά τις ηχογραφήσεις είναι διάχυτος στο τελικό αποτέλεσμα, με τους Glover και Paice να βρίσκονται στα τυφλά μεταξύ τους, ενώ ο Gillan αφήνει το επιβλητικό του αποτύπωμα, τραγουδώντας μέσα στις δυνατότητές του, μεν, με το γνωστό χιούμορ και οξυδέρκειά του, δε. Στο τέλος, κατέληξαν με το πιο αξιόλογο και ισορροπημένο υλικό που είχαν να επιδείξουν εδώ και χρόνια. Και σε μία παράλληλη νότα, τον Ιούλιο του 2005, εμφανίστηκαν και στην φιλανθρωπική συναυλία Live 8, συγκεκριμένα στον Καναδά, με headliner τον Neil Young και εμφανίσεις από πρώην μέλη των RUN-DMC, AEROSMITH και CARS καθώς και ένα set των TRAGICALLY HIP.

Το άλμπουμ ανοίγει με το “Money talks”, με ένα βαθύ και απειλητικό groove από τους Airey και Glover. Η σαρδόνια ερμηνεία του Gillan – όπου εδώ ερμηνεύει σε όλο το φωνητικό του εύρος –  σχολιάζει την διαχρονικά παρατηρούμενη απληστία και την υποκρισία, με τον Morse να ελίσσεται κιθαριστικά ανάμεσα στον βηματισμό των υπολοίπων. Έπειτα, στο ομώνυμο τραγούδι, “Rapture of the deep”, το συγκρότημα περνά σε μία πιο εξωτική, σχεδόν μεσανατολίτικη χροιά, προσφέροντας μας ένα από τα δυνατότερα κομμάτια τους για τον 21ο αιώνα και αντηχώντας κάπου την ατμόσφαιρα του επικού “Perfect strangers”. O Gillan πλοηγεί τον ακροατή με σιγουριά πάνω στη θάλασσα μελωδιών και διαθέσεων που δημιουργούν οι Morse και Airey, σε ένα άκρως «κινηματογραφικό» τραγούδι. Όλο αυτό ξεκίνησε από μία προτροπή του Ian Paice στον Don Airey να συνεχίσει πάνω σε ένα παιχνίδι με τα πλήκτρα του, που είχε έναν πιο ανατολίτικο χαρακτήρα. Το τραγούδι κυκλοφόρησε και ως single την ίδια χρονιά.

Στο “Clearly quite absurd”, η διάθεση αλλάζει τελείως, με την μελαγχολία να έρχεται στο προσκήνιο. Ένα τραγούδι που επιδεικνύει την πιο συναισθηματική πλευρά της μπάντας, σε ένα κλίμα αυτογνωσίας και τρυφερότητας. Το “Don’t let go” που συνεχίζει το άλμπουμ είναι σαφώς πιο ανάλαφρο, με αυτό το μίγμα blues και ολίγη funk που οι DEEP PURPLE δουλεύουν πολύ καλά και με τον Morse να το κάνει να φαίνεται πολύ εύκολο με την φυσικότητα του παιξίματος του. Παρόμοια είναι η φάση και με το “Back to back”, που προωθεί το πνεύμα των PURPLE ακόμα πιο εμφατικά, στα κλασικά παιχνίδια κιθάρας-πλήκτρων, που τόσο πολύ αγαπήσαμε στο παρελθόν.

Το “Kiss tomorrow goodbye” είναι από τις πιο «σκληρές» στιγμές του δίσκου, αρκετά κοντά στις παλιές μέρες του συγκροτήματος, με πρωτεργάτες τους Morse και Paice. Παρομοίως και το “Junkyard blues”, που θα μπορούσε να είχε γραφτεί σε κάποια από τα δυναμικά και αυθόρμητα jams των PURPLE  από τις αρχές των 70s. Μαζί με αυτά, στο ίδιο ύφος, έχουμε και το “Wrong man”, ένα από τα πιο υποτιμημένα τραγούδια του άλμπουμ, θεωρώ.

Το ζευγάρι που κλείνει το άλμπουμ, “Before time began” και “Girls like that”, επιδεικνύει το εύρος των δυνατοτήτων του Mk VIII. Το πρώτο έχει το prog στοιχείο σε αφθονία, ατμοσφαιρικό και φιλοσοφικού τύπου αναζητήσεις, με τους Morse και Airey να δίνουν το μουσικό πάτημα κάτω από την ενδοσκόπηση του Gillan. Το δεύτερο ελαφρύνει το κλίμα με σκανδαλιάρικο τρόπο. Τέλος, αξίζει να γίνει μνεία στο bonus – σε κάποιες εκδόσεις του άλμπουμ – τραγούδι “MTV”, όπου ο Gillan αστειεύεται με το γεγονός ότι πολλά μουσικά κανάλια και ραδιόφωνα ασχολούνται με τους βετεράνους του rock πολύ επιφανειακά και χωρίς να έχουν κάνει καλά και την μελέτη τους, περιορίζοντας καριέρες δεκαετιών σε τρία τραγούδια.

Η υποδοχή του “Rapture of the deep” από τους fans, το οποίο κυκλοφόρησε πριν δύο δεκαετίες, ήταν βελτιωμένη σε σχέση με το “Bananas”, αν και όχι με δραματικό τρόπο. Μουσικά, υπήρξε σαφής εξέλιξη, συνθετικά κυρίως, με την κυκλοφορία να ενισχύεται από  την άριστη παραγωγή του Michael Bradford. Η υψηλότερη θέση στα charts ήρθε στην Γερμανία (νο. 10), στην Ιαπωνία πάτωσε στο νο. 240, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο πήγε στο χαμηλό νο. 81 του γενικού καταλόγου επιτυχιών, αλλά στο νο. 3 του εξειδικευμένου chart UK Rock & Metal Albums και στο νο.8 του UK Independent Albums. Στις ΗΠΑ κατέγραψε μόνο μία μέτρια παρουσία, στο νο. 43 του επίσης εξειδικευμένου Billboard US Independent Albums.

Αν και το “Rapture of the deep” δεν τα πήγε και πολύ καλά σε πωλήσεις, έδωσε στο συγκρότημα την ευκαιρία να βγει στον δρόμο, σε μία κίνηση που εξελίχθηκε σε ένα πολυετή μαραθώνιο συναυλιών, παίζοντας πάνω από 500 live σε πάνω από 50 χώρες, μεταξύ 2005-2011, με θέση headliner σε περισσότερα από 30 φεστιβάλ, μεταξύ αυτών από δύο φορές στο ιστορικό Montreux Jazz Festival και τις σύγχρονες εκδοχές του Monsters of Rock. Tην γιγάντια παγκόσμια περιοδεία τους την έκλεισαν στην χώρα μας, με εμφανίσεις σε Ηράκλειο, Αθήνα, Πάτρα, Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα. Είχαν, φυσικά προηγηθεί οι εμφανίσεις τους στο Θέατρο Βράχων τον Ιούλιο του 2006 και ξανά εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 2009, στο πλαίσιο αυτής της πολυετούς περιπλάνησης τους ανά τον κόσμο. Στις εμφανίσεις αυτές, ο Roger Glover δεν ήταν παρών για προσωπικούς λόγους και αντικαταστάθηκε από τον πρώην μπασίστα των Jamiroquai, Nick Fyffe.

Το “Rapture of the deep” είναι μία από τις αξιόλογες παραγωγές των DEEP PURPLE στον αιώνα που διανύουμε. Είναι πιο σκοτεινός και περιπετειώδης δίσκος από το “Bananas”, απλά συνθετικά καλύτερο και πιο ισορροπημένο σαν μουσική πρόταση. Δεν είναι ότι λείπουν και οι όχι τόσο καλές στιγμές. Όμως, αν μη τι άλλο, αποτελεί τεκμήριο των υψηλών προδιαγραφών ενός συγκροτήματος που ακόμα και μετά την απώλεια βασικών μελών τους, κατάφεραν να ακούγονται εφευρετικοί και μοντέρνοι σε μία περίοδο που η μουσική βιομηχανία, το hard rock και τα ιστορικά συγκροτήματα του άλλαζαν με ραγδαίο και απρόβλεπτο τρόπο.

Κώστας Τσιρανίδης

CORONER: Ανακοινώθηκε εμφάνισή τους στο Golden R Festival!!!

0
Coroner

Coroner

Δελτίο Τύπου

Οι Coroner στο Golden R. Festival 2026! Ναι, είναι αλήθεια, το θρυλικό συγκρότημα επιστρέφει επιτέλους στην Ελλάδα για μία και μόνη αποκλειστική ζωντανή εμφάνιση!

Mετά από 32 (!!!) ολόκληρα χρόνια απουσίας κατάφεραν να ταρακουνήσουν και πάλι τον πλανήτη του metal! To “Dissonance Theory” είναι αδιαμφισβήτητα ο δίσκος της χρονιάς (ή μήπως το τελευταίων πολλών χρόνων;), κάτι που συνομολογούν δισκοκριτικοί αλλά και οπαδοί! Με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, η μουσική των Coroner ήρθε να ταρακουνήσει και πάλι τις ψυχές όλων των metalheads.

Το ζητήσατε από το Golden R. Festival και εκείνο το έκανε πράξη!

‼️Η προπώληση των τριήμερων εισιτηρίων συνεχίζεται στην τιμή των SUPER EARLY BIRD… 70 ευρώ και θα τρέξει μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής 2 Νοεμβρίου…!!! Το δικό σου εισιτήριο στον σύνδεσμο του πρώτου σχολίου‼️

Το πρώτο ελληνικό metal festival με κάμπινγκ δίπλα στην θάλασσα επιστρέφει στις 3, 4 και 5 Ιουλίου 2026 ή αλλιώς η απόλυτη φεστιβαλική εμπειρία!

Facebook event: ⫸ https://fb.me/e/5PPaexS7M
Σύνδεσμος εισιτηρίων: ⫸ https://www.more.com/gr-el/tickets/music/golden-r-festival-2026

A day to remember… 24/10 [SAVATAGE]

0
Savatage

Savatage

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dead winter dead” – SAVATAGE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Paul O’Neill / Jon Oliva (Co-producer)
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Zak Stevens / Jon Oliva
Κιθάρες – Chris Caffery / Al Pitrelli
Μπάσο – Johnny Lee Middleton
Drums – Jeff Plate
Πλήκτρα – Jon Oliva

Ιδιάζουσα η περίπτωση των SAVATAGE, από κυκλοφορίες όπως το “Sirens” και το “Hall of the mountain king” τίγκα στο μέταλλο, πάμε σε άλλες όπως τα “Streets” και “Dead winter dead” που εισέρχονται βαθιά στη σφαίρα των soundtracks και musicals. Ο κοινός παρανομαστής βέβαια ήταν πάντα η υψηλή ποιότητα με αποτέλεσμα πολλοί οπαδοί των ‘tage να δηλώνουν ως τέτοιοι σε όλη την πορεία της μπάντας, κάτι που φαίνεται ως τεράστιο κατόρθωμα, σκεπτόμενοι πάντα την τεράστια ηχητική διαφορά μεταξύ παρελθόντος και της δουλειάς που μας απασχολεί στο παρόν κείμενο. Όχι ότι πέφτουμε και από τα σύννεφα βέβαια, το συγκρότημα είχε ήδη συστήσει παρόμοια στοιχεία τόσο στο “Streets” όσο και το “Gutter Ballet”.

Πηγαίνοντας στο “Dead winter dead” λοιπόν, το άλμπουμ ήρθε σε μία πολύ δύσκολη περίοδο, αφού ο Criss Oliva είχε φύγει από τη ζωή δύο χρόνια πριν. Η ίδια η ύπαρξη του συγκροτήματος ήταν εν αμφιβόλω, αλλά ο διάδοχός του, “Handful of rain”, δεν άργησε πολύ να έρθει τελικά. Για να μπουν τα πράγματα σε μια σειρά, πρόκειται υπό μία έννοια για την αφετηρία των TRANS-SIBERIAN ORCHESTRA, οπότε υπάρχουν πολλές ομοιότητες με αυτούς, δεν είναι τυχαία άλλωστε η χρήση του “Christmas Eve/Sarajevo” από τους TSO. Ως εκ τούτου, ο δίσκος μπορεί να κριθεί υπό δύο σκοπιές. Είναι πολύ δεκτή η άποψη ότι μιλάμε για ένα άνευρο ηχητικό αποτέλεσμα που του λείπει το τσαγανό, σαν Μέταλ δίσκος και χωρίς να έχουμε επιπλέον πληροφορίες, δεν εντυπωσιάζει. Αν εμβαθύνουμε και το προσεγγίσουμε ανοιχτόμυαλα σαν ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης όμως, είναι ακριβώς αυτό, έργο τέχνης, από πολλές απόψεις! 

Πρόκειται για ένα concept άλμπουμ που διαδραματίζεται κατά τον πόλεμο της Βοσνίας, ο οποίος διήρκησε τρία χρόνια μεταξύ 1992 και 1995. Αν κάποιος διαβάσει την σούμα της ιστορίας (πρέπει!!!), θα τον κυριεύσουν αρκετά και έντονα συναισθήματα. Αν αυτό δε, γίνει συνοδεία με την μουσική των SAVATAGE, τότε θα ξεδιπλωθεί όλο το πραγματικό μεγαλείο του “Dead winter dead”. Τα τραγούδια είναι σαν σκηνές από παράσταση, σε σημείο που όταν τελειώνουν άθελά μου περιμένω να ακούσω κάποιο χειροκρότημα. Ο σκληρός ήχος αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο πολύ ταιριάζει με την κλασσική μουσική, σε ένα ηχητικό αποτέλεσμα που ξεχειλίζει από θεατρικότητα. Το όλο εγχείρημα αποκτά άλλη αξία όταν καταλάβεις πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Το gargoyle στο εξώφυλλο, ο Mozzart, η παραμονή Χριστουγέννων, όλα έχουν λόγο ύπαρξης και είναι τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να αναβιώσουν την ιστορία όσο πιο πιστά γίνεται. 

Στα τραγούδια τώρα να πω την αλήθεια μου δυσκολεύομαι πολύ να βρω αγαπημένα, καθώς πιστεύω πως λειτουργούν πιο καλά ώς μέρη του συνόλου. Μεμονωμένα θεωρώ πως χάνουν αρκετή από τη γοητεία τους με κάποιες εξαιρέσεις ίσως, αφού σίγουρα το ορχηστρικό “Christmas Eve/Sarajevo 12/24” προκαλεί ρίγη όποτε και όπου ηχήσει. Πολύ ωραία και τα “This is the time”, “Starlight”, “One child”, συνθέσεις με αρκετό συναίσθημα, το οποίο εκδηλώνεται εξίσου μέσω της μουσικής αλλά και της απόδοσης του Zak ο οποίος κάνει εξαιρετική δουλειά. Μιας και πιάσαμε το κομμάτι του τραγουδιστή, ο αγαπημένος Jon παίρνει την σκυτάλη από τον Zak στα lead φωνητικά για δύο τραγούδια μετά από το διάλειμμα που έκανε στο “Handful of rain” (μόνο στο κομμάτι των φωνητικών, γιατί κατά τα άλλα ήταν παντού το αποτύπωμά του). Μας είχε συνηθίσει διαφορετικά ο Mountain King, αλλά από την πρώτη στιγμή που το άκουσα αρκετά χρόνια πριν, το “I am” με κέρδισε λόγω της σκοτεινής θεατρικότητάς του και μιας ερμηνείας που δύσκολα συναντάς αλλού.

Στα γενικά, η παραγωγή είναι πεντακάθαρη, τα σόλο εκθαμβωτικά, εκτελεστικά τι να λέμε τώρα, η προσοχή στα πάντα είναι αξιέπαινη, το οποίο με κάνει να ζηλεύω λίγο εκείνη την εποχή. Μόλις ένα χρόνο μετά το “Handful of rain” και δύο από το “Edge of thorns” (3 δίσκοι σε 3 χρόνια με λίγα λόγια), με την απώλεια ενός κυρίου μέλους, οι SAVATAGE κυκλοφορούν αυτόν τον δίσκο όπου μέχρι και η τελευταία λεπτομέρεια είναι στη θέση της, στα πλαίσια ενός concept άλμπουμ πάντα. Όσο κριτική και όσα “αλλά” μπορεί να σηκώσει, άλλο τόσο αποστομικός είναι με αυτά που καταφέρνει. Υποστηρίζω με πάθος την μουσική σκηνή του σήμερα, αλλά τέτοια πράγματα δεν γίνονται. Επομένως μιλάμε για ένα δίσκο που δεν πρέπει να λείπει από καμία ενημερωμένη SAVATAGE δισκοθήκη, ενώ ανά τακτά διαστήματα επιβάλλεται να τον βάλεις να παίζει, να κάτσεις αναπαυτικά, και να τον αναπνεύσεις ολόκληρο.     

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 24/10 [AYREON]

0
Ayreon

Ayreon

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The final experiment” – AYREON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Transmission
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Arjen Anthony Lucassen
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Arjen Anthony Lucassen – φωνητικά, κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, drums, percussion
και φυσικά πάρα πολλοί καλεσμένοι!!!

Αγαπημένος Arjen Lucassen, αγαπημένοι AYREON, αυτό ήταν το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Όσοι νόμιζαν ότι ο δρόμος για τη δημιουργία των AYREON, ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα όμως, θα πρέπει να αναθεωρήσουν πάραυτα, αφού ο ίδιος ο Arjen, στην επανακυκλοφορία του “The final experiment”, περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, καλύτερα απ’ όλους.

Όπως γνωρίζουμε, ιδιαίτερα όσοι ζήσαμε από κοντά τα 90s, δεν ήταν και η καλύτερη περίοδος για το heavy metal, πόσο μάλλον να ασχοληθεί κανείς με rock opera!!! Ο Lucassen, είχε βρεθεί χωρίς συμβόλαιο με τους VENGEANCE για καιρό, είχε βγει από μία μακροχρόνια σχέση και μόλις είχε κυκλοφορήσει ένα σόλο άλμπουμ, που ήταν πραγματικά μέτριο (μην πω κακό), το “Pools of sorrow, waves of joy”, και φυσικά είχε εμπορική αποτυχία.

Με λίγα λόγια, είχε φτάσει να ξύνει τον πάτο του βαρελιού, μέχρι που αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι εντελώς παράτολμο για τότε. Δίχως να λογαριάζει όσους τον απέτρεπαν να κάνει κάτι τέτοιο, παραβλέποντας δισκογραφικές, Τύπο ακόμα και φίλους του, έθεσε σε λειτουργία το πλάνο του για ένα όνειρο που είχε από μικρός. Να ηχογραφήσει μία rock opera με πολλούς guest μουσικούς, που θα συνδύαζε το επικό rock των RAINBOW και των QUEEN, την ατμόσφαιρα των HAWKWIND και PINK FLOYD, το heavy folk των LED ZEPPELIN, το prog rock των ELP και του Rick Wakeman και το θεατρικό concept των “Tommy” (THE WHO) και “Jesus Christ Superstar” (Andrew Lloyd Webber).

Εννοείται ότι οι αρνητικές απαντήσεις από τις δισκογραφικές, έπεφταν βροχή, αλλά τελικά μία μικρή Ολλανδική εταιρία, η Transmission Records (στην οποία έμεινε μέχρι και τα “Universal migrator” άλμπουμ), δέχτηκε να το κυκλοφορήσει. Ο αστικός μύθος, λέει ότι και ο πατέρας του Arjen είχε τη δική του οικονομική συνεισφορά, αλλά από κάπου πρέπει να γίνει μία αρχή. Οι πωλήσεις ήταν αργές στην αρχή, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να ανεβαίνουν σταδιακά, κυρίως λόγω του word of mouth και τα πάντα πήραν το δρόμο τους…

Επηρεασμένος από το “Tommy” των THE WHO, ο Lucassen ήθελε να γράψει μία ιστορία που να περιστρέφεται γύρω από έναν χαρακτήρα και που να εκτυλίσσεται και στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον, συνδυάζοντας τις μοντέρνες και τις «παλιακές» επιρροές της μουσικής του. Λαμβάνοντας υπόψη και τις μεσαιωνικές μελωδίες, η ιστορία συμβαίνει στην εποχή του Βασιλιά Αρθούρου. Μάλιστα, όπως μας λέει στα liner notes της επανακυκλοφορίας, πήγε ο ίδιος στην Αγγλία για να κάνει τη δική του έρευνα στις περιοχές που είχαν να κάνουν μ’ αυτό το έπος.

Του ήρθε η ιδέα ότι ο κόσμος καταστρέφεται το 2084 (100 χρόνια μετά το “1984” του George Orwell δηλαδή) και ότι οι επιστήμονες εφηύραν ένα πρόγραμμα που στέλνει οράματα στο παρελθόν. Αυτά τα οράματα τα λαμβάνει ένας τυφλός ραψωδός που λέγεται AYREON και προειδοποιεί τον κόσμο να αλλάξει για να αποφύγει την καταστροφή.

Στην αρχή, δεν υπήρχε τίτλος καλλιτέχνη, εξαιτίας της επιτυχίας που είχε, ο Lucassen αναγκάστηκε να βγάλει το AYREON από τον τίτλο και να το κάνει τίτλο συγκροτήματος. Για την πραγμάτωση του στόχου του, χρησιμοποίησε, όπως συνηθίζει τόσα χρόνια, μία πλειάδα μουσικών, όπως τους τραγουδιστές Ed Reekers (R.I.P.), Ian Parry, Roberty Soeterboek, Lenny Wolf και πολλούς άλλους. Η λίστα δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όπως στα επόμενα άλμπουμ, αλλά το νερό είχε μπει στο αυλάκι.

Οι συνθέσεις ήταν όπως ακριβώς τις περιέγραψα νωρίτερα, στο γνώριμο AYREON ύφος, με το “The eyes of time” να ξεχωρίζει άνετα. Δεν είναι από τους καλύτερους δίσκους του, αλλά ήταν ένα πολύ δυναμικό ξεκίνημα, που έδωσε τον τόνο γι’ αυτό που θα επακολουθούσε, σε μία περίοδο που κανείς μα κανείς δεν σκεφτόταν και δεν πραγματοποιούσε κάτι τόσο παράτολμο. Γι’ αυτό και μόνο, ο Lucassen παίρνει απεριόριστα credit και σεβασμό.

Did you know that:

  • Παρότι υπάρχουν πολλοί τραγουδιστές, σ’ αυτό το άλμπουμ δεν υποδύεται ο καθένας κάποιον ρόλο, όπως σε ύστερους δίσκους του γκρουπ, αλλά τραγουδά όποια μέρη του ταιριάζουν.
  • Στην επανακυκλοφορία για τα δέκα χρόνια του δίσκου, υπάρχει ένα bonus CD με ημι-ακουστικές εκτελέσεις εννιά τραγουδιών. Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, αφού είχαν χαθεί οι αυθεντικές ηχογραφήσεις, οπότε μπήκε στη διαδικασία να ηχογραφήσει από την αρχή τα τραγούδια στη μορφή που ήθελε, με νέους τραγουδιστές με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο μεταξύ. Πρόσθεσε κι άλλα όργανα και τελικά κατέληξε ουσιαστικά σαν ένας ολοκληρωμένος δίσκος με 9 τραγούδια.

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 24/10 [ANTHRAX]

0
Anthrax

Anthrax

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Stomp 442” – ANTHRAX
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Electra
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: ANTHRAX, The Butcher Bros.
ΣΥΝΘΕΣΗ:
John Bush – lead φωνητικά
Scott Ian – ρυθμική κιθάρα, δεύτερα φωνητικά
Frank Bello – μπάσο, δεύτερα φωνητικά
Charlie Benante – ντραμς, percussion, κιθάρες

Τι περίεργος δίσκος, σε τι περίεργη περίοδο κι αυτός… Το “Sound of white noise”, το πρώτο άλμπουμ των ANTHRAX με τον John Bush στα φωνητικά, ήταν πραγματικά διαφορετικό, παρόλα αυτά μου άρεσε και μάλιστα πολύ, θα έλεγα, σε σημεία. Αρκετός κόσμος δεν το έβλεπε έτσι, βέβαια, και το καταλαβαίνω. Όταν βγήκε το “Stomp 442”, ήμουν από αυτούς που αγόρασα το βινύλιο τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας. Έκανα καλά όμως; Ας το δούμε παρακάτω:

Ξεκινάμε με μία απώλεια, αυτή του Dan Spitz. Lead κιθαρίστας του συγκροτήματος, από τις κλασικές φιγούρες, η αλήθεια είναι ότι δεν έγραφε τραγούδια ο ίδιος, οπότε η απώλειά του, δεν χαρακτηρίζεται και κομβική. Όμως, το θέμα είναι ότι ουσιαστικά δεν αντικαταστάθηκε!!! Δηλαδή το συγκρότημα έπαιξε δίχως lead κιθαρίστα!!! Τα κιθαριστικά σόλο παίχτηκαν από διάφορους ανθρώπους μέσα κι έξω από το συγκρότημα.

Πρώτα απ’ όλα, ο Charlie Benante, αυτός ο κορυφαίος ντράμερ, είναι ο βασικός συνθέτης του σχήματος και τα κομμάτια τα συνθέτει στην κιθάρα, οπότε τα περισσότερα κιθαριστικά σόλο τα έπαιξε εκείνος, όσο περίεργο κι αν ακούγεται σε κάποιους! Σε κάποια άλλα τραγούδια, τα σόλο έπαιξε ο Paul Crook, που ήταν τεχνικός κιθάρας του Dan Spitz για κάποια χρόνια, όπως και ο Mike Tempesta, που είχε υπάρξει τεχνικός κιθάρας του Scott Ian. Σαφώς πιο τρανταχτό όνομα, πάντως, είναι ο Dimebag Darrell, από τους PANTERA, πολύ καλός φίλος του συγκροτήματος, που έπαιξε σόλο στο “King size” και στο “Riding shotgun”.

Όπως καταλαβαίνουμε, ήδη η κατάσταση ήταν λίγο μπερδεμένη σε ότι έχει να κάνει με τη σύνθεση. Σ’ αυτό, έρχεται να προστεθεί και η γενικότερη κατάσταση με το metal στην Αμερική, που εκείνα τα χρόνια ήταν «ως μη γενόμενο», πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ένα –πρώην- thrash metal συγκρότημα, αφού οι ANTHRAX εκείνη τη δεκαετία, απείχαν πολύ από τον χαρακτηρισμό, όσο μπορεί να έχει σημασία αυτό. Και λέω «όσο μπορεί να έχει σημασία αυτό», διότι το πρόβλημα και αυτού του δίσκου, δεν ήταν το πόσο metal ακουγόταν, αλλά το ότι δεν είχε συμπαγείς, καλές συνθέσεις.

Σαφώς επηρεασμένο από τις τάσεις στην πέρα πλευρά του Ατλαντικού, ακούμε περισσότερο HELMET, PANTERA και ALICE IN CHAINS, παρά τους ANTHRAX των τελευταίων δίσκων με τον Belladonna. Μόνο που το επίπεδο των συνθέσεων, δεν ήταν τέτοιο που να φτάνει στα προαναφερθέντα συγκροτήματα. Λείπουν τα ρεφρέν που μας έκαναν να αγαπήσουμε το συγκρότημα, λείπουν τα riff που θα σε ξεσηκώσουν και το “Stomp 442”, ακούγεται ρηχό κι ανέμπνευστο. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις, όπως το εναρκτήριο “Random acts of senseless violence”, το “Fueled” και το “Nothing”. Τέλος όμως, μέχρι εκεί. Όλα τα υπόλοιπα τραγούδια, έχουν κάποιες στιγμές και τίποτα παραπάνω.

Αν στην υπάρχουσα κατάσταση, προστεθεί το γεγονός ότι άλλαξε πρόεδρο η επί χρόνια δισκογραφική εταιρία τους, Elektra και πλέον δεν τους ενδιέφεραν καθόλου οι ANTHRAX, καταλαβαίνετε ότι ο δίσκος πάτωσε κυριολεκτικά. Το συγκρότημα απογοητεύθηκε από τη στάση της Elektra και αποχώρησε, αφού τη θεώρησαν υπεύθυνη για την κακή ανταπόκριση που είχε το άλμπουμ, όμως νομίζω ότι πρώτα έπρεπε να κοιτάξουν το είδωλό τους στον καθρέφτη, διότι το “Stomp 442” δεν ήταν δίσκος που άξιζε να φέρει τη σφραγίδα των ANTHRAX…

Did you know that:

  • Το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο Storm Thorgerson της Hipgnosis, γνωστός για τα εμβληματικά εξώφυλλα των PINK FLOYD κι όχι μόνο. Όμως, παρότι μπορεί να ακούγεται περίεργο, το γκρουπ αντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα, καθώς τα Walmart στην Αμερική, αρνήθηκαν να το πουλήσουν, με το πρόσχημα ότι φαίνονται τα γυμνά οπίσθια το ανθρώπου στη δεξιά πλευρά!!!
  • Το εξώφυλλο αυτό, φαίνεται ότι προοριζόταν για το “Balls to Picasso” του Bruce Dickinson, που είχε βγει την προηγούμενη χρονιά. Θα μου πείτε, που κολλάει αυτό το εξώφυλλο με αυτόν τον τίτλο; Ο λόγος είναι ότι το working title ήταν το “Laughing in the hiding bush”. Τώρα, κάνετε τη σύνδεση…

Σάκης Φράγκος

DEE SNIDER: Ασκεί κριτική στους KISS

0

Ο Dee Snider απηύθυνε πρόσφατα κριτική στους KISS για το γεγονός πως υποχρέωσε τους Tommy Thayer και Eric Singer να αντιγράψουν τις περσόνες των Ace Frehley και Peter Criss.

Η δήλωση του Snider, που κοινοποιήθηκε στο X (πρώην Twitter) επικεντρώνεται στο ερώτημα αν ο Thayer και ο Singer θα έπρεπε να είχαν αναπτύξει τις δικές τους σκηνικές ταυτότητες αντί να υποχρεωθούν να υιοθετήσουν αυτές των πρώην μελών.

Ένας οπαδός των KISS έγραψε: “Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Thayer και ο Singer πήραν τις περσόνες του Ace και του Peter, όταν ο Vinny Vincent και ο Eric Carr είχαν τις δικές τους μοναδικές ταυτότητες. Όπως είπε κάποτε ο Highlander, ‘there can be only one’.”

Στην απάντησή του, ο Snider είπε:

“Θα στοιχημάτιζα ότι ο Tommy Thayer και ο Eric Singer θα προτιμούσαν τα δικά τους σχέδια μακιγιάζ. Διάολε, έκαναν και τον Eric να αλλάξει το χρώμα των μαλλιών του για να ταιριάξει με τον Peter Criss!”

Το σχόλιο του Snider αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη συζήτηση ανάμεσα στους οπαδούς των KISS σχετικά με αυτήν την απόφαση του συγκροτήματος. Η μπάντα επέλεξε τα αναπληρωματικά μέλη να υιοθετήσουν τις σκηνικές περσόνες και ταυτότητες των αρχικών μελών, αντί να δημιουργήσουν νέες — όπως είχαν κάνει οι προηγούμενοι αντικαταστάτες, ο Vinny Vincent και ο Eric Carr.

Οι θρυλικές σκηνικές περσόνες των KISS — ο Demon (Gene Simmons), ο Starchild (Paul Stanley), ο Spaceman (Ace Frehley) και ο Catman (Peter Criss) — δεν ήταν απλώς κοστούμια, αλλά βασικά στοιχεία της ταυτότητας του συγκροτήματος.

Κάθε χαρακτήρας συνδεόταν με ένα ξεχωριστό σχέδιο μακιγιάζ που καθιερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μετατρέποντας τους KISS σε πολιτιστικό φαινόμενο. Οι περσόνες αυτές έγιναν αχώριστες από τους μουσικούς που τις δημιούργησαν.

Όταν η σύνθεση των KISS άλλαξε με την πάροδο των δεκαετιών, προέκυψε το ερώτημα: θα έπρεπε τα νέα μέλη να φορούν το εμβληματικό μακιγιάζ των αρχικών;

Ο Tommy Thayer αντικατέστησε τον Ace Frehley ως βασικός κιθαρίστας το 2002, ενώ ο Eric Singer ανέλαβε τα ντραμς μετά την αποχώρηση του Peter Criss το 1991. Και οι δύο υιοθέτησαν αντίστοιχα το μακιγιάζ του Spaceman και του Catman, συνεχίζοντας έτσι την οπτική ταυτότητα των KISS στις ζωντανές τους εμφανίσεις.

Σύμφωνα με το Ultimate Classic Rock, αυτή η απόφαση κατέστη δυνατή νομικά, καθώς ο Frehley και ο Criss είχαν μεταβιβάσει τα δικαιώματα των χαρακτήρων τους στους Simmons και Stanley, δίνοντας στο συγκρότημα τη δυνατότητα να εκχωρεί τις περσόνες σε νέα μέλη.

 

Ο Dee Snider υπήρξε από τους πιο έντονους επικριτές αυτής της πρακτικής. Ο frontman των Twisted Sister έχει επανειλημμένα επικρίνει τους KISS επειδή επιτρέπουν σε αντικαταστάτες να φορούν το εμβληματικό μακιγιάζ.

Σύμφωνα με το iHeart, ο Snider υποστήριξε ότι αυτή η προσέγγιση «υποτιμά την κληρονομιά» των αυθεντικών μελών.

Ιδιαίτερα στοχοποίησε τον Tommy Thayer, σημειώνοντας πως ο Thayer συμμετείχε παλαιότερα σε tribute band των KISS και υπονοώντας ότι «μιμείται τον Ace σε όλη του την πορεία!»

Οι KISS, από την πλευρά τους, αιτιολόγησαν την απόφασή τους, επικαλούμενοι τόσο την πρακτική όσο και τη φιλοσοφική της διάσταση. Ο Paul Stanley απέρριψε τα σχόλια του Snider, χαρακτηρίζοντάς τα άνευ σημασίας.

Η θέση του συγκροτήματος είναι ότι οι περσόνες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της θεατρικής της παράδοσης. Και αφού οι Simmons και Stanley κατέχουν τα δικαιώματα, μπορούν να αναθέτουν τους χαρακτήρες όπως επιθυμούν.

Αυτή η επιχειρηματική επιλογή επέτρεψε στους KISS να διατηρήσουν τη σκηνική τους συνοχή μέσα από τις αλλαγές στη σύνθεση. Ωστόσο, έχει πυροδοτήσει μια διαρκή συζήτηση γύρω από την καλλιτεχνική αυθεντικότητα και το αν οι εμβληματικές σκηνικές ταυτότητες θα έπρεπε να ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους.

ORDER OF THE EBON HAND – Απελευθερώνουν τον απόκρυφο σκοταδισμό του black metal με το “XI Justice”

0
Ebon

Ebon

Από τα έγκατα της Αθήνας, οι ORDER OF THE EBON HAND αναδύονται ξανά για να αναπλάσουν το αρχέτυπο του black metal σύμφωνα με το δικό τους επιβλητικό όραμα. Ξεπηδώντας από τις αρχαίες σκιές της πόλης, το συγκρότημα παρουσιάζει το τέταρτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του, “XI JUSTICE”, που κυκλοφορεί τώρα μέσω της Satanath Records. Πιστοί στην καθιερωμένη τους κληρονομιά, οι Order of the Ebon Hand υπερβαίνουν τη νοσταλγία, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που διοχετεύει τη διαχρονική κακία των μαστόρων των ’90s — όπως Emperor, Gehenna και Limbonic Art — αλλά με μια μορφή απολύτως δική τους.

Από το 1994, το συγκρότημα βαδίζει με αταλάντευτο σκοπό στο Αριστερό Μονοπάτι, με μια δισκογραφία που μοιάζει με σειρά πνευματικών ταρώ επικλήσεων. Κάθε άλμπουμ, εκτός από το ντεμπούτο, ενσαρκώνει την ουσία μιας κάρτας ταρώ μέσα από ένα σκοτεινό πρίσμα — μια αποστολή που φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της με το “XI JUSTICE”. Το άλμπουμ εκτείνεται σε 11 κομμάτια και πάνω από 70 λεπτά, αποτελώντας ένα μνημειώδες τεκμήριο της αυστηρότητας της Δικαιοσύνης. Οι συνθέσεις του αντηχούν μια μάχη όχι μόνο μεταξύ κόσμων, αλλά και μέσα στο ίδιο το πνεύμα — ένα επικίνδυνο πέρασμα όπου το σωστό και το λάθος διαστρεβλώνονται, αμφισβητούνται και αναγεννιούνται μέσα σε μια αδυσώπητη ηχητική καταιγίδα.

Στοιχειωμένοι από οράματα της επερχόμενης αλλαγής της εποχής, οι Order of the Ebon Hand άντλησαν έμπνευση από την κοσμική αναδιάταξη και τις αναπόφευκτες, παγωμένες ανατροπές της. Η δημιουργική τους διαδικασία βυθίζεται βαθιά στο αποκρυφιστικό, διοχετεύοντας δυνάμεις πέρα από το πέπλο, με μελωδίες και νοήματα σκαλισμένα από περιοχές όπου κατοικεί ο πραγματικός κίνδυνος. Όπως δηλώνει το συγκρότημα:

“Είμαστε υπερήφανοι για την εξαντλητική μας δουλειά πάνω στο XI JUSTICE. Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθούν οι Black Metal μπάντες.”

Το αποτέλεσμα δεν είναι απλή αισθητική επίδειξη, αλλά πνευματική επιταγή — μια ωμή πράξη επίκλησης που αρνείται κάθε συμβιβασμό.

Μιξαρισμένο και mastered από τον Victor Santura στα Woodshed Studios, το XI JUSTICE αποκτά μια τεράστια, καθηλωτική δύναμη, πιστή στην αφοσίωση του συγκροτήματος στη σπιρτάδα και την άμεση διοχέτευση, θυμίζοντας ορόσημα όπως το “Reinkaos” των Dissection και το “The Thousandfold Epicenter” των The Devil’s Blood. Ο ήχος του άλμπουμ είναι περήφανος και σκοτεινός — ένα έργο που δεν φοβάται να δηλώσει πως αφηγείται την αληθινή ιστορία, βουτώντας άφοβα στο αποκρυφιστικό και το αόρατο.

Παράλληλα με την κυκλοφορία, το συγκρότημα παρουσιάζει το επίσημο video clip για το κομμάτι “Amaymon”, δημιουργία των Hydra Rise Media, που προβάλλεται τώρα στο YouTube:
Δείτε το βίντεο:

Ζήστε ολόκληρο το σκοτάδι του άλμπουμ στο Spotify:

Με το XI JUSTICE, οι Order of the Ebon Hand επιβεβαιώνουν τη θέση τους στην πρωτοπορία της εξέλιξης του black metal, ως φορείς του πυρσού ενός ήχου και πνεύματος που παραμένει ταυτόχρονα αρχαίο και τρομακτικά ζωντανό.

Οι αποκρυφιστικές ζυγαριές έγειραν. Η Δικαιοσύνη αποδόθηκε.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece