Δεν είχα ιδέα περί του τι έκαναν όλα αυτά τα έξι χρόνια οι YEAR OF THE GOAT. Υπέθεσα μάλιστα πως διαλύθηκαν. Όταν λοιπόν ήρθε στα χέρια μου το promo από το καινούργιο τους άλμπουμ, ξαφνιάστηκα θετικά και χάρηκα! Αφενός διότι με δίσκους σαν το “Angels Necropolis” (2012), το “The Unspeakable” (2015) και το “Novis Orbis Terrarum Ordinis” (2019) με έχουν κερδίσει ως ακροατή, αλλά κι αυτό να μην είχε συμβεί, πάντα πρέπει να υπάρχει χώρος για αξιόλογα συγκροτήματα στο rock και στο metal πέραν από κάθε γούστο και οι YEAR OF THE GOAT, αντικειμενικά, είναι ένα από αυτά.
Το “Trivia goddess” είναι ένα concept άλμπουμ, με βάση τα γεγονότα της περιόδου του “Det stora oväsendet” (“the Great Noise”, «ο Μεγάλος Θόρυβος»), δηλαδή ενός εκτεταμένου κυνηγιού μαγισσών, μεταξύ 1668 και 1676, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρόλου 11ου. Η δίωξη εκείνη ήταν μεγαλύτερη από κάθε άλλη στο παρελθόν, έλαβε χώρα στα βόρεια της χώρας και συγκεκριμένα στην επαρχία Bohuslän, οδηγώντας στον θάνατο 280 γυναικών. Ως ένα occult rock σχήμα, οι YEAR OF THE GOAT βρίσκονται «στο στοιχείο τους». Προσεγγίζουν το ζήτημα από τη δική τους πλευρά, διατηρούν το ιστορικό του πλαίσιο, επεκτείνουν τις αναφορές τους και προς σε άλλες πτυχές ανάλογων θεμάτων (όπως πχ τον εξορκισμό της Anneliese Michel – η έμπνευση για την ταινία με την Emily Rose) και δίνουν πολύ «χώρο» σε λαογραφικά και ποιητικά στοιχεία.
Ορμώμενοι από τους σκοτεινούς rock ήχους των 60s και 70s, οι YEAR OF THE GOAT τιμούν το παρελθόν του occult rock και χειροκροτούν το παρόν του. Κοιτώντας «πίσω» τους, οι YEAR OF THE GOAT βρίσκουν και πάλι έμπνευση σε συγκροτήματα όπως οι BLACK SABBATH, ATOMIC ROOSTER, BLUE OYSTER CULT, IRON BUTTERFLY, 13TH FLOOR ELEVATORS και DEMON (της δεύτερης περιόδου, όταν απέκτησαν ακόμη πιο έντονη μελωδικότητα), ενώ κοιτώντας «δίπλα» τους, αντλούν έμπνευση από τους αδικοχαμένους THE DEVIL’S BLOOD, τους GHOST, τους WITCHCRAFT… Η ψυχεδέλεια είναι όπως πάντα διακριτικά παρούσα, ενώ τα δεύτερα και τρίτα φωνητικά εξακολουθούν να αποτελούν σήμα κατατεθέν. Θα μπορούσα να πω ότι, αν η Hammer Horror δραστηριοποιείτο ξανά και γύριζε έργα στο ύφος και στο κλίμα των κλασσικών της ταινιών, μπάντες σαν τους YEAR OF THE GOAT θα ταίριαζαν πολύ στο soundtrack κάποιας ταινίας της.
Από μεμονωμένα κομμάτια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα υπόλοιπα υστερούν δραματικά, μου άρεσαν ιδιαίτερα το “The power of Eve”, το “Trivia goddess” με το εντελώς RAINBOW solo, το “Alucarda” που στοχεύει να γίνει το επόμενό τους hit και το “The king of damnation” που ακούγεται σαν AVATARIUM ή σαν αργή σύνθεση των FIREBIRD και SPIRITUAL BEGGARS. Τί δε μου άρεσε; Πρώτον, σε κάποιες συνθέσεις, υπάρχουν gothic rock στοιχεία, λες και εισχώρησαν στο studio οι 69 EYES. Ωραίοι είναι οι 69 EYES, αλλά μόνοι τους, όχι σε συνεργασία με το occult rock. Για παράδειγμα, το “Kiss of a serpent” θα ήταν από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου, αν δεν γινόταν gothic rock στο τελευταίο δίλεπτο. Δεύτερον, τα δύο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια του δίσκου, “Mét Agwe” και “The witch of the woods”, είναι μεγαλύτερα σε διάρκεια από όσο χρειαζόταν, με συνέπεια να χάνουν σε ευθύτητα και αμεσότητα. Έτσι όμως τα οραματίστηκε ο συνθέτης, έτσι τα έγραψε. Δικαίωμά του, όπως πάντα.
Το τελικό συμπέρασμα πάντως, μετά από πλείστες ακροάσεις, είναι πως η επιστροφή των YEAR OF THE GOAT χαρακτηρίζεται τουλάχιστον «επιτυχημένη». Το σερί των πολύ καλών δίσκων δε χαλάει, το συγκρότημα δείχνει να πατά γερά στα πόδια του και αυτό που θέλουμε να μας δώσει, μας το δίνει απλόχερα. Τώρα, οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια, είναι ακριβώς αυτό: Λεπτομέρεια.
Ο Chris Harms είναι αναμφισβήτητα ένας μουσικός που δεν μπορεί να κάτσει στα αυγά του. Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει μια χρονιά που δεν θα μας δώσει το κατιτίς, είτε αυτό είναι κάποιο studio άλμπουμ, είτε κάποιο live άλμπουμ, είτε κάποιο project. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό κάνει εξαργύρωση της αναγνώρισης που έλαβε και με τη μακροσκελή, παγκόσμια περιοδεία με τους IRON MAIDEN, αλλά και με το εξαιρετικό “Blood & glitter” που σχεδόν όλο το tracklist του κυκλοφόρησε σε επιτυχημένα (video) singles.
Το 2025 είναι η χρονιά του Harms. Ξεκίνησε με το solo “1980”, όπου δοκίμασε τον εαυτό του σε ΕΒΜ/electropop μονοπάτια (με μέτρια αποτελέσματα είναι η αλήθεια) και τώρα έρχεται το πρώτο μέρος της τριλογίας “OPVS NOIR” με τους LORD OF THE LOST. Μια συλλογή τριάντα τριών συνθέσεων, που χωρίζεται διά του τρία και η οποία μόνο ως υπερφιλόδοξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Όπως συμβαίνει διαχρονικά σε οποιοδήποτε project περιλαμβάνει sequels, ελλοχεύει πάντοτε η παγίδα του filler και το “OPVS NOIR vol. 1” δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα.
Ναι, έχει ένα σκασμό προσκεκλημένους για να προσδώσουν μια έξτρα λάμψη στο τελικό αποτέλεσμα. Ναι, έχει μια τεράστια, ευκρινή παραγωγή δια χειρός Harms, όπου είναι γνωστός για τους ψυχαναγκασμούς του. Όμως, στα βάθη του πυρήνα του, το “OPVS NOIR vol. 1” παρουσιάζει μερικές αστάθειες και δεν μπορείς να κάνεις το bonding που θα επιθυμούσαν οι LOTL μέσω των συνθέσεών τους. Η πληροφορία που υπάρχει σε κάθε ένα από τα έντεκα τραγούδια είναι τόσο μεγάλη, με όλες αυτές τις ορχήστρες εδώ κι εκεί, που κάπου χάνεσαι στη μετάφραση.
Σαφώς και υπάρχει το LOTL element, που ακροβατεί μεταξύ του gothic metal και του industrial metal. Εκεί όμως που την πατάνε είναι ότι προσπαθούν να προσαρμόσουν τις συνθέσεις με βάση το μετερίζι του κάθε προσκεκλημένου και όχι το ακριβώς ανάποδο. Για παράδειγμα το “Light can only shine in the darkness” που ακούγεται υπερβολικά WITHIN TEMPTATION ελέω Sharon. Ή στο “Damage”, που θα μπορούσε να είναι ένα καινούργιο DEATHSTARS single και ο Whiplasher να χοροπηδάει από τη χαρά του.
Το παράδοξο λοιπόν που συμβαίνει εδώ είναι ότι τα τραγούδια στα οποία ΔΕΝ συμμετέχουν καλεσμένοι είναι εν τέλει και τα καλύτερα. Λόγου χάρη, το “My sanctuary” είναι χιτάρα με τα όλα του, όπως και το “Things we do for love” με το τρομερό refrain. Και είναι να απορεί κανείς πως οι LOTL έπεσαν τελικά στην παγίδα και αποπροσανατολίστηκαν, έστω και εν μέρει, από όλα αυτά που τους κατέστησαν ιδιαιτέρως δημοφιλείς στη «»σκοτεινή» σκηνή.
Το “OPVS NOIR vol. 1” σίγουρα δεν είναι ένα ευκολοχώνευτο, straight forward άλμπουμ. Είναι μια συλλογή συνθέσεων η οποία δε διαθέτει ομοιομορφία, έχει ΠΟΛΛΗ μουσικότητα, αλλά και πολλές διακυμάνσεις, που απαιτούν την προσοχή του ακροατή. Παράλληλα όμως, για κάποιον που είναι εξοικειωμένος με τους καλεσμένους του, θα του σκάνε πυροτεχνήματα από τις «πρωινές δουλειές» τους. Αντιλαμβάνομαι ότι το “Blood & glitter” είναι κομβικό στην καριέρα των LORD OF THE LOST, αλλά η ελάχιστη απαίτηση που είχα από αυτούς, λόγω momentum, ήταν να μας παρουσιάσουν κάτι τουλάχιστον ισάξιο. Και αυτό, προς το παρόν, δεν το κατάφεραν. Επιφυλάσσομαι για το δεύτερο και το τρίτο μέρος.
Είναι γνωστή σε αρκετούς η… χμ… εμμονή μου με τους VENOM. Όταν λοιπόν μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω την αυτοβιογραφία του Antony Bray, (κατά κόσμον Abaddon) σε συνεργασία με τον Ανδρέα Ανδρέου, φυσικά και δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω να περάσει ανεκμετάλλευτη! Μέσα λοιπόν από τη ματιά του εμβληματικού ντράμερ, βλέπουμε να παρουσιάζεται η ιστορία των VENOM, της μπάντας που επηρέασε όσο ελάχιστες τον ακραίο ήχο. Χωρισμένο πολύ έξυπνα σε δομημένα κεφάλαια, το βιβλίο παρουσιάζει την πορεία των VENOM από τη ίδρυσή τους, ξεδιπλώνοντας διάφορες ιστορίες, άλλες γνωστές, άλλες όχι και τόσο, όχι μόνο για τα άλμπουμ, αλλά και για τις θυελλώδεις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ανίερης τριάδας από το Newcastle. Χωρίς να μασάει τα λόγια του, ο Abaddon, άλλοτε αυτοσαρκαστικός, και άλλοτε απόλυτα ωμός, πάντα με το δικό του φλεγματικό Βρετανικό ύφος, διηγείται ιστορίες που σίγουρα θα προκαλέσουν πολλές συζητήσεις αλλά και αντιδράσεις… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα έχουν όχι μόνο η σχέση του και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Lant / Dunn / Bray αλλά και το κεφάλαιο που αφορά τους VENOM INC που έρχεται να ρίξει φως στο μυστήριο και την παραφιλολογία γύρω από την αποχώρησή του.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι το βιβλίο προλογίζει ο ιδιοκτήτης της Metal Blade, Brian Slagel, ενώ το φωτογραφικό υλικό που περιέχει είναι εξαιρετικά πλούσιο και προέρχεται από το προσωπικό αρχείο του Abaddon. Πολλά συγχαρητήρια και στον Ανδρέα για την επιμέλεια του βιβλίου, που φαίνεται ότι έγινε με αγάπη και μεράκι.
Εν κατακλείδι, το “View from the metal throne”είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο! Ένα βιβλίο που δεν απευθύνεται μόνο στους οπαδούς των VENOM (αυτοί πρέπει να το αποκτήσουν… χθες!) αλλά και σε όσους αρέσκονται να διαβάζουν μουσικές βιογραφίες. Είναι μια κατάθεση ψυχής από έναν άνθρωπο που δεν έχει διάθεση να κρύψει τίποτα, αλλά μιλά για τα πάντα. Προσωπικά απόλαυσα κάθε σελίδα του και είμαι σίγουρος ότι θα το κάνετε και εσείς.
Γερμανία, Essen, 1982. Μια νεογνή, βάναυση σκηνή σε αναβρασμό, από μπάντες που έχουν μόλις σχηματιστεί. HOLY MOSES (1980), LIVING DEATH (1980), SODOM (1981), ASSASSIN (1982), DESTRUCTION (1982) και μέσα σε όλους είναι και κάποιοι τύποι που ξεκίνησαν ως METAL MILITIA, έπειτα για λίγες βδομάδες έγιναν TYRANT και τέλος μετονομάστηκαν σε TORMENTOR. “Φτιάξαμε τη μπάντα, ως διασκέδαση στον ελεύθερο μας χρόνο, από το να αράζουμε στα κέντρα νεολαίας όλη την ώρα. Κανένας μας δεν είχε τη φιλοδοξία για άλμπουμ και όταν δεν παίζαμε τα δικά μας κομμάτια με διάσημους τίτλους όπως “Shoot them in the head”, “Shellshock” και “Heavy metal fight”, παίζαμε διασκευές σε PRIEST, VENOM και TWISTED SISTER. Μια φορά παίξαμε και το “Born to be wild” των STEPPENWOLF στο πρώτο μας επίσημο live ως TORMENTOR, ως support στους LIVING DEATH, που βγήκε χάλια. Αλλά ο μηχανόβιος που ήταν στο live, γούσταρε!” θυμάται χαρακτηριστικά ο Mille.
Η πρώτη επίσημη ηχογράφηση ήταν μια πρόβα που βγήκε στις 13 Μάιου του ‘84, ηχογραφημένη σε ένα Woolworth boombox, με τίτλο “Blitzkrieg” και είχε τα κομμάτια “Armys of hell”, “Cry war” (σας θυμίζει κάτι;!), “Satan’s day”, “Massengers of burning death”. Για την ακρίβεια, η πρόβα αυτή είχε 11 κομμάτια σύνολο: τα τέσσερα που βγήκαν προς τα έξω, μια πρώιμη εκδοχή του “Tormentor”, μια διασκευή του “Breaking the law” των PRIEST και άλλες 5 διασκευές! Με τα ορθογραφικά τους, με την πρωιμίλα τους, με τα πάντα τους, αυτοί ήταν και δεν λογαριάζανε. Παικτικά, τα πράγματα σοβαρεύουν, στο ιστορικό “End of the world” demo του Νοεμβρίου του ‘84, το οποίο ηχογραφήθηκε στα Zeche Carl studios, σε μια μέρα. Ένα demo, όπου ακούμε και άλλο ένα κομμάτι που αναγνωρίζουμε, το “Bonebreaker”, δίπλα στα “Armys of hell”, “Cry war” και “Tormentor”. Εδώ είναι που τα πράγματα επίσης θα έπαιρναν μια άλλη στροφή για τους Γερμανούς.
Ο Mille θυμάται χαρακτηριστικά “το tape trading τότε ήταν τεράστιο στο metal underground, είχα στείλει κόπιες του demo, σε διάφορους φίλους που αλληλογραφούσαμε για τράμπα με την καινούργια live κασέτα των RAVEN, ή για ηχογραφήσεις Νοτιοαμερικάνικων black metal μπαντών. O Stoney που ήταν πάντα, σαν ανεπίσημο μέλος της μπάντας, γούσταρε τόσο πολύ το demo, που αποφάσισε από μόνος του να κάνει δύο κόπιες του και να τις στείλει στην SPV και την Noise. Εγώ λόγω του ότι κάνω σκληρή κριτική στον εαυτό μου, δεν μου άρεσε και τόσο αυτή η ιδέα, γιατί σκεφτόμουν ότι έπρεπε να περιμένουμε μέχρι να έχουμε καλύτερα κομμάτια. Όλα αυτά, μέχρι που ήρθε με ένα γράμμα από τον Karl Walterbach, διευθυντή της Noise, που έλεγε ότι θέλει να ακούσει νέο υλικό γιατί θέλει να μας υπογράψει. Μερικές από τις αγαπημένες μου μπάντες, όπως οι SLIME και οι HELLHAMMER/CELTIC FROST ήταν ήδη στο δυναμικό τους, όποτε ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που θα κάναμε δίσκο μαζί τους (κι ας είχαμε μόνο 6 κομμάτια). Μετά από έντονη διαδικασία σύνθεσης, πολύπλοκη οργάνωση (κανένας μας δεν ήταν 18 τότε, οπότε κανένας δεν είχε δίπλωμα οδήγησης και το studio ήταν στο Βερολίνο. Οπότε, έπρεπε να ζητήσω από το σύζυγο της ξαδέρφης μου, να μας οδηγήσει, εμάς και τον εξοπλισμό μας) και συζητήσεις με τους δασκάλους στο σχολείο για το πως η ηχογράφηση ενός δίσκου, είναι πιο σημαντική από το διαγωνίσματα Ιστορίας, φτάσαμε στα CAT studios, χωρίς ιδέα και 10 κομμάτια”.
Αλλά τα θέματα δεν σταματούσαν εκεί, μια και προέκυψε άλλο ένα, δια στόματος Mille “κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο Walterbach μας είπε, ότι πρέπει να αλλάξουμε το όνομα μας, γιατί κάπου υπάρχουν άλλοι TORMENTOR. Οπότε σκεφτήκαμε το όνομα KREATOR”. Ουδέν κακόν αμιγές καλού θα πω εγώ, μια και επίσημα ξεκινάει το ταξίδι της αγαπημένης μου Γερμανικής μπάντας, υπό το όνομα με το οποίο τους λατρέψαμε. Για την ιστορία, το όνομα φημολογούνταν για χρόνια, ότι το πήραν από τον δαίμονα της Γερμανικής μυθολογίας που λέγεται έτσι, αλλά ο drummer Jurgen “Ventor” Reil ξεκαθάρισε ότι είναι από τους MERCYFUL FATE. Συγκεκριμένα, από την πρώτη στροφή του πρώτου κομμάτιου του “Don’t break the oath” (“By the symbol of the creator”). Αλλάξανε το “c” με “k” και έτοιμο. Το νέο λογότυπο έτοιμο επίσης, εξώφυλλο από τον Phil Lawvere, βάναυσο και επικό υπό μια έννοια (βγάλει μια “Conan the barbarian” αισθητική), ενώ ο τίτλος, ήταν φυσικά μια τεράστια δήλωση. “Endless pain”.
Το έμπα του ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΥ ομώνυμου ύμνου, στάζει εφηβική κάψα σε συνδυασμό με άγνοια κινδύνου, από κάτι πιτσιρίκια που δεν περίμεναν τίποτα και ήταν ευγνώμονες για τα πάντα. Χώρια το χαρακτηριστικό μοίρασμα των φωνητικών μεταξύ Mille και Ventor όπου τα “μονά” τα έχει ο Ventor και τα “ζυγά” ο Mille. Για το “Tormentor” και το “Flag of hate” που έχουν γίνει σημαίες του συγκροτήματος και μέχρι πολύ πρόσφατα, έκλειναν σαν “ζευγαράκι” τις συναυλίες των Γερμανών θεών, δεν έχουν μείνει πολλά να ειπωθούν, πέραν του ότι το “Tormentor” ήταν άκρως λατρεμένο κομμάτι από τις ημέρες που ήταν, το “ομώνυμο” της μπάντας. Το δε “Total death” όπως και το ομώνυμο, επιλέγονται συχνά πυκνά όταν θέλουν να πάνε τόσο “πίσω” στο setlist. Από την άλλη, το βρωμιάρικο “Bonebreaker”, το “Living in fear”, το “Son of evil” ρίχνουν Γερμανικό ταβερνόξυλο και μας αρέσει. Αλλά κάπου εδώ, εμφανίζονται και ορισμένα ψήγματα της μετέπειτα ωρίμανσης του σχήματος, που αξίζουν να σημειωθούν.
Το πιο ποικιλόμορφο “Storm of the beast” που ξεκινάει σε πιο mid-tempo μοτίβο (απέτιναν φόρο τιμής σε αυτό, οι AURA NOIR στο ομώνυμο του “Black thrash attack” – έτσι για την ιστορία!) γκαζώνει και επιστρέφει. Και για το τέλος, έχουμε το προσωπικό βίτσιο μου, το “Dying victims” που είναι η πιο μεγάλη σε διάρκεια σύνθεση του δίσκου και η πιο διαφορετική, λόγω μελωδικής εισαγωγής που δείχνει ότι ακόμα και ο έφηβος Mille, άκουγε και άλλα πράγματα, μη ακραία (μη σας πω ότι σκέφτηκα και λιγάκι SISTERS OF MERCY στο εισαγωγικό άρπισμα και χτίσιμο του κομματιού…) τα οποία σιγά σιγά θα έβρισκαν το δρόμο τους μέσα στη μουσική των Γερμανών. Κάπως έτσι, η ιστορία ξεκίνησε να γράφεται πριν 40 ολόκληρα χρόνια για τους KREATOR. Ένας άκρως αγαπημένος δίσκος μνημείο μέσα σε όλη την άγρια ομορφιά του.
Δεν θεωρείται τυχαία, επιδραστικός για το black metal, με πολλούς να θεωρούν ότι αυτή η εποχή των Γερμανών, μαζί με πρώιμους SODOM και DESTRUCTION, εντάσσεται στο πρώτο κύμα του black metal δίπλα στους HELLHAMMER/CELTIC FROST και φυσικά τους BATHORY. Αποτελεί δε, ένα πολύ μα πολύ σημαντικό θεμέλιο στον ήχο σύγχρονων ούγκανων όπως οι NEKROMANTHEON, DEATHHAMMER, CONDOR, TOXIK DEATH, VICIOUS KNIGHTS, CHAINSAW, INCULTER, EVOKE και πάει λέγοντας, μια και μεταξύ άλλων, εντάσσονται στα ακούσματά τους. Καθόλου άσχημα θα πω εγώ για δημιούργημα ούτε 18χρονων που έπρεπε να πάρουν άδεια από τους δασκάλους στο σχολείο για τις ηχογραφήσεις! Και όπως λέει και ο ίδιος ο Mille “8 μήνες μετά, ο Walterbach θα μας ξανακαλούσε για να κάνουμε δεύτερο δίσκο με την Noise. Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία”. Πράγματι αρχηγέ μου, πολύ διαφορετική ιστορία, για άλλο κείμενο… μέχρι τότε
FEEL THE ENDLESS PAIN, LOCKED IN METAL CHAINS!
Did you know that?
– Έχει επανακυκλοφορήσει σε CD με bonus το “End of the world” demo, ενώ εσχάτως πριν 2 χρόνια βγήκαν ξεχωριστά τα demo σε μια συλλογή με τον τίτλο “Bonecrushing demos / rehearsals ’84 – ’85”, η οποία είχε άλλη μια πρόβα όπου ακούμε υλικό του “Pleasure to kill” σε πρώιμη μορφή, ενώ έχει και ένα DVD, με μια συναυλία που λέγεται “Heavy metal battle” από τις αρχές του ‘86. Φάτε μάτια ψάρια δηλαδής!
– Η club edition που βγήκε το ‘89 από την Noise Records, έχει εμβόλιμα στο tracklisting το “Take their lives” και το “Awakening of the gods”, ενώ, έχει αντικαταστήσει την εκδοχή του “Flag of hate” στο “Endless pain” με αυτήν του EP (η οποία είναι και αυτή που παίζουν στις συναυλίες τους).
– O Phil Lawvere, θα συνδέσει το όνομα του άρρηκτα με την πρώιμη εποχή των KREATOR, μια και μέχρι το “Terrible certainty” θα έχει αναλάβει οπτικά όλες τις κυκλοφορίες των Γερμανών.
Το πρώτο Rock Hard Festival Greece είναι πλέον παρελθόν, δύσκολα όμως θα ξεχάσουμε –εκτός των άλλων- τη μεγαλειώδη, αποκλειστική εμφάνιση των CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin πίσω από το μικρόφωνο. Ο Messiah, το βράδυ πριν εμφανιστεί στη σκηνή, ενώ τα λέγαμε, μου ζήτησε να κάνουμε μία αποκλειστική συνέντευξη, για να συζητήσουμε για τα πάντα, θέλοντας να μας ευχαριστήσει για την πρόσκληση και τη βραδιά που επρόκειτο να ζήσουμε. Και μιλήσαμε. Για όλα. Εσείς τι λέτε; Έχετε το κουράγιο να διαβάσετε κάτι περισσότερο από 5500 λέξεις; Βάλτε δισκογραφία CANDLEMASS με τον Messiah να παίζει, καθίστε απολαυστικά, φέρτε στη μνήμη σας και τις στιγμές που ζήσαμε και διαβάστε. Δεν κάνω κανένα spoiler!!!
Βρισκόμαστε ακριβώς μία εβδομάδα μετά την εμφάνιση των στο RockHardFestivalGreece την ώρα που γίνεται η συνέντευξη και απέναντί μου, στην οθόνη του υπολογιστή μου, έχω τον MessiahMarcolin. Πως είσαι τώρα που παίξατε; Τι κάνεις αδερφέ μου, Σάκη; Ήταν μία απίστευτη εμφάνιση αυτή με τους CANDLEMASS στο Rock Hard Festival Greece! Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους οπαδούς που ήρθαν απ’ όλον τον κόσμο, πάνω από 600 άτομα, από 40 διαφορετικές χώρες. Τους δίνω τις θερμότερες ευχαριστίες μου, μέσα από την καρδιά μου και φυσικά και στους Έλληνες οπαδούς μας, που ταξίδεψαν από κάθε πιθανή πόλη μέσα στην Ελλάδα για να έρθουν στην Αθήνα. 4.500 χιλιάδες κόσμος έκανε σαν τρελός. Τραγουδούσε, ούρλιαζε, έκανε doom dancing, ακριβώς όπως έπρεπε να γίνει. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος. Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εμείς ευχαριστούμε που ανταποκρίθηκες στο κάλεσμά μας, αλλά θα φτάσουμε εκεί, αφού έχω πολλά να σε ρωτήσω. Πως θα περιέγραφες τα συναισθήματά σου, βρισκόμενος στη σκηνή με τους , ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες; Έχουν περάσει είκοσι χρόνια, αλλά ήταν σαν να ήμουν μαζί τους από χθες. Ήμουν με το γκρουπ από το 1987 έως το 1991 όταν και παραιτήθηκα και μετά, από το 2002 μέχρι το 2006 οπότε και παραιτήθηκα ξανά. Μπορεί να ήμουν μαζί τους οχτώ χρόνια συνολικά, αλλά όταν παίζουμε μαζί, συμβαίνει κάτι μαγικό. Μερικά συγκροτήματα το έχουν αυτό, όταν παίζουν μαζί, συμβαίνει κάτι μοναδικό. Αυτό συμβαίνει με τους CANDLEMASS, από την πρώτη κιόλας συναυλία μας, το 1987 στη Σουηδία. Από τη στιγμή που ξεκινήσαμε με το “Crystal ball”, ακόμα και οι punk rockers πηδούσαν από τη σκηνή και όλοι έκαναν σαν τρελοί. Όταν παίζουμε οι πέντε μας μαζί, συμβαίνει κάτι μοναδικό. Δεν μπορώ να το περιγράψω, απλά συμβαίνει έτσι. Αυτά πάνω στη σκηνή. Κάτω από τη σκηνή, είναι κάτι άλλο. Χαχαχαχα!
Αισθάνθηκες καθόλου άγχος πριν ανέβεις; Ποτέ δεν νιώθω άγχος. Θα έλεγα ότι είχα πολύ ενθουσιασμό. Νιώθω σαν να θέλω να σκοτώσω. Χαχαχα! Όχι στην κυριολεξία, καταλαβαίνεις. Από την άλλη, το κορμί σου δεν ανταποκρίνεται όπως πριν από 20 χρόνια, έπεσα κάτω με τον κώλο μου, το είδες. Η ισορροπία δεν είναι ίδια. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να μάθω tai chi.
Σαν το KungFuPanda; Χαχαχα! Όχι σαν το Panda, το Kung Fu μόνο! Χαχαχαχα! Με τους είμαστε σαν την Οικογένεια Adams, που λείπει ο θείος Fester για είκοσι χρόνια κι όταν επιστρέφει, είναι το ίδιο περίεργος.
Πρέπει να ομολογήσω ότι η σκηνική σου παρουσία και ιδιαίτερα η φωνή σου, ήταν σε απίστευτα καλή κατάσταση. Έκανες πολλή εξάσκηση αυτόν τον καιρό ή είναι κάτι σαν musclememory που επανέρχεται μόλις το ζητήσεις; Οι άνθρωποι μου έλεγαν «καλή τύχη στην Αθήνα», αλλά δεν είναι τύχη, είναι σκληρή δουλειά. Έκανα εξάσκηση στα φωνητικά, σχεδόν κάθε μέρα για πέντε μήνες, οπότε όλα εξαρτώνται από την αποφασιστικότητα και την σκληρή δουλειά. Όταν πέσεις στη σκηνή (όπως συνέβη σε μένα) ή αν αντιμετωπίσεις κάποια τεχνικά προβλήματα, τότε χρειάζεσαι το muscle memory. Ξέρεις; Είμαι τεμπέλης. Τραγουδάω μόνο όταν πρέπει. Αλλά τώρα, έστω και γι’ αυτή τη μία συναυλία, δούλεψα πέντε μήνες και άξιζε τον κόπο. Ήταν πάρα πολύ ωραία. Εδώ, θα ήθελα να πω, επίσης, ότι δεν είπα εγώ πως αυτό θα είναι το μοναδικό show που θα κάνουμε. Ο Leif είπε κάτι τέτοιο. Εγώ θα έλεγα σε όλους τους promoter του κόσμου, να έρθουν σ’ επαφή με τον manager των CANDLEMASS, τον Ole Bang και να προσπαθήσουν να κλείσουν τους CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin. Πιστεύω ότι είναι κρίμα για όσους δεν μπόρεσαν να έρθουν να μη δουν αυτήν την εμφάνιση. Τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι ΕΓΩ. Δεν ξέρω πως αισθάνονται ΕΚΕΙΝΟΙ. Πιθανώς να έχουν κουραστεί μαζί μου, ήδη, αλλά αν οι promoter των άλλων μεγάλων φεστιβάλ, μας φερθούν όσο τέλεια μας φέρθηκε το Rock Hard Festival Greece, δεν βλέπω τον λόγο να μην ξαναγίνει μία τέτοια συναυλία. Γερνάμε όλοι –αν κι εγώ είμαι ο νεότερος, 57 ετών, χοχοχο. Αυτή η σύνθεση είναι οι vintage CANDLEMASS. Ήμουν εκεί στα δύσκολα χρόνια, όταν παίζαμε σε σκατένια club στις πρώτες μας συναυλίες. Κάποια στιγμή, ήρθαμε στην Ελλάδα το 1989, ήμασταν στο αεροδρόμιο και είδαμε οπαδούς εκεί. Ψάχναμε να βρούμε ποια διασημότητα ήταν στο αεροπλάνο!!! Είχαν έρθει όμως για τους CANDLEMASS και αυτό δεν το είχαμε συνηθίσει. Δεν μας έδιναν και πολλή σημασία τότε. Παίζαμε μπροστά σε κόσμο, αλλά αυτό που συνέβαινε στην Αθήνα, ήταν CANDLE-mania!!! Κι έτσι παρέμεινε μέχρι σήμερα. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που μου έδωσαν γύρο. Ευχαριστώ πολύ! Χαχαχαχα!
Έχεις συζητήσει αυτό που μου είπες με τους ή τον Ole; Όχι, ξέρεις τώρα, έχουν πει ότι θα είναι ένα show και διάφορα τέτοια. Αν όμως πάρουμε καλές προσφορές απ’ όλον τον κόσμο, ίσως αλλάξουν τη γνώμη τους. Αν μας φερθούν οι διοργανωτές όπως εσύ στο Rock Hard Festival Greece, γιατί όχι; Τώρα είναι η ώρα να κλείσουμε σε κάποιο από τα μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ για το 2026. Πιστεύω ότι πρέπει να το προσπαθήσουν, ακόμα κι αν είναι ένα ή δύο. Τουλάχιστον είναι κάτι.
Photo by Petros Karalis
Διαβάζοντας σχόλια στα socialmedia, ο κόσμος μιλούσε για μία ιστορική συναυλία, για μία μοναδική εμφάνιση. Πως το ένιωσες εσύ από τη σκηνή; Βρήκες ότι ήταν όντως μία ιστορική συναυλία; Έτσι όπως το βλέπω εγώ, έδωσα αγάπη στο κοινό και μου το ανταπέδωσε. Έτσι συμβαίνει. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πολλοί που κάνουν ό,τι κάνω στη σκηνή. Κάποιοι ανεβαίνουν στη σκηνή κι έχουν ένα attitude του τύπου «δείτε πόσο όμορφος είμαι και τι ωραία ρούχα φοράω». Αυτό δεν έχει σχέση μ’ ένα heavy metal show. Εδώ μιλάμε για αλληλεπίδραση. Εγώ έτσι μεγάλωσα. Να λέω στον κόσμο να τραγουδήσει μαζί μου και να το κάνει. Να λέω στον κόσμο να χτυπήσει παλαμάκια και να το κάνει. Όταν ήμουν 17 χρονών είχα δει τον Ozzy στην “Speak of the devil tour”, τους στην “Don’t break the oath tour”, τον Rob Halford με τους JUDAS PRIEST στην περιοδεία για το “Defenders of the faith”, τους MANOWAR στην περιοδεία για το “Sign of the hammer”, όλες από την πρώτη σειρά, τότε που ήταν δύσκολο να φτάσεις και σπρωχνόσουν για να πιάσεις θέση. Τώρα δεν ξέρω αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί ο κόσμος είναι απασχολημένος με το κινητό του!!! Τότε, λοιπόν, οι καλλιτέχνες είχαν αλληλεπίδραση με το κοινό τους. Αυτό κάνω κι εγώ. Δίνεις αγάπη, παίρνεις αγάπη. Η Αθήνα είναι πάντα στην καρδιά μου. Είμαι ευγνώμων και ήταν κάτι μοναδικό.
Ξέρεις, αυτή η εμφάνιση ξεκίνησε μετά από μία κουβέντα που είχα με τον συνεργάτη μου, τον Michael, που λέγαμε τι να φέρουμε στο φεστιβάλ και του είπα ότι θέλουμε κάτι special, κάτι σαν να φέρουμε τους με τον Messiah… Να προσέχεις τι εύχεσαι λοιπόν! Χαχαχα! Και τα καταφέρατε πάρα πολύ ωραία. Ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Μπράβο σας!
Photo by Elena Vasilaki
Λοιπόν, ο Leif είπε ότι δεν θα υπάρξουν περιοδείες, αλλά και ότι δεν θα υπάρξουν ηχογραφήσεις. Είχατε συζητήσει να ηχογραφήσετε το show στην Αθήνα; Τι συνέβη τελικά; Έχεις την πλευρά των CANDLEMASS πάνω στη σκηνή, που είμαστε όλοι αδέρφια κι έχεις και την επαγγελματική πλευρά του πράγματος. Αυτά τα χρόνια, είμαι στη φάση να υπογράφω συμβόλαια, να έχω τα πάντα σε μία τάξη. Κάποιες φορές, οι άνθρωποι έχουν άλλες απόψεις και θέλουν να το κάνουν αντίστροφα. Δηλαδή, πρώτα να κάνεις κάτι και μετά να υπογράψεις συμβόλαιο. Απλά δεν είχαμε χρόνο να κάνουμε μία επαγγελματική ηχογράφηση αυτής της συναυλίας. Ίσως να συνέβαινε αν είχαμε χρόνο να φτιάξουμε τα απαραίτητα συμβόλαια.
Και για το documentary; Δεν έχω καμία σχέση με αυτό. Δεν ξέρω καν τι κάνουν με αυτό. Δεν έχω υπογράψει τίποτα, οπότε ποιος ξέρει;
Το 2017, oMichaelDenner μας είχε αποκαλύψει ότι ηχογραφούσατε ένα άλμπουμ, το οποίο προοριζόταν να είναι η πρώτη σου σόλο δουλειά, με μέλη των CANDLEMASS; Μπορείς να μας πεις περισσότερα; Ναι, μπορώ!!! Πίσω στο 2007 πριν από 18 χρόνια, εγώ και ο Hank Sherman από τους MERCYFUL FATE ξεκινήσαμε να γράφουμε τραγούδια μαζί, πολύ ωραία τραγούδια. Ξέρεις, αγαπώ τους MERCYFUL FATE. Ήμουν μέλος του fan club όταν ήμουν έφηβος. Ήμουν σε δύο fan clubs και το ένα ήταν το Kiss Army. Είμαι μεγάλος fan των KISS, ξέρεις, με το μακιγιάζ και όλα αυτά από όταν ήμουν 10 χρονών. Και το άλλο fan club ήταν το MERCYFUL FATE Coven. Και έτσι ήρθα σε επαφή με τον Ole Bang, τον μάνατζερ των MERCYFUL FATE, γιατί υπήρχε τότε ένα άλλο, ξέρεις, ψεύτικο fan club που έκλεβε τους οπαδούς. Και νευρίασα με αυτό. Έτσι, επικοινώνησα με τον Ole και του είπα, υπάρχει αυτό το fan club που κλέβει τα λεφτά των οπαδών. Μου είχαν πάρει κι εμένα χρήματα. Οπότε το τακτοποίησε. Και μετά είχα αυτήν την επαφή. Και χρησιμοποίησα αυτήν την επαφή για να φέρω τους CANDLEMASS να ανοίξουν για τον King Diamond στην περιοδεία του “Abigail”. Κάναμε δύο συναυλίες, στο Γκέτεμποργκ και στη Στοκχόλμη. Οπότε, ξέρεις, αν επικοινωνείς με ανθρώπους και ρωτάς, μπορούν να γίνουν τέτοια πράγματα. Φυσικά βοήθησε ότι του έστειλα, νομίζω το “Epicus…” στον Ole και ο King σκέφτηκε ότι ήταν πολύ καλό. Και είπε, γιατί να μην έχουμε μια σουηδική μπάντα support; Υπήρχαν ήδη αρκετοί Σουηδοί στους King Diamond τότε, όπως ο Mickey Dee και ο Andy LaRoque.
Photo by Elena Vasilaki
Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου για αυτό το άλμπουμ;
Λοιπόν, ξεκινήσαμε να γράφουμε τραγούδια με τον Hank, και ήταν μια αργή διαδικασία, γιατί είχε υποχρεώσεις με τους και άλλα projects. Πήγαινε σε περιοδείες, είχε διάφορα πράγματα, οπότε ήταν αργή διαδικασία. Αλλά τα τραγούδια είναι πραγματικά καλά. Τώρα είναι ηχογραφημένα περισσότερα κι από όσα χρειάζονται για άλμπουμ. Το σόλο άλμπουμ μου “Messiah Marcolin” στην αρχή ξεκίνησε σαν μπάντα. Αλλά μετά είπα, ξέρεις, κουράστηκα με τα συγκροτήματα, που σπάνε, που μαλώνουν, όλα αυτά. Ήρθε η ώρα να δοκιμάσω να είμαι ο “αρχηγός”, να υπάρχει ηγεσία. Έτσι έγινε. Και ελπίζω ο Hank να παίξει κιθάρα σε αυτό. Επίσης, έγραψα δύο τραγούδια με τον Fredrik Åkesson από τους OPETH. Και φυσικά γράφω και τα δικά μου τραγούδια. Έτσι υπάρχει ένα μείγμα. Επίσης, ο Sami Karppinen, που έπαιξε τύμπανα με τους THERION και τους OPETH, ηχογράφησε όλα τα τύμπανα. Είναι απίστευτος. Δεν μου αρέσουν τα click tracks, τα βρίσκω ψυχρά. Αυτός τα ηχογράφησε live και είναι συγκλονιστικό. Φυσικά, ανεβοκατεβαίνει λίγο ο ρυθμός, αλλά έτσι ήταν τα άλμπουμ που μεγάλωσα ακούγοντας. Οι μεγάλες δουλειές των 70s και των early 80s δεν είχαν click tracks. Αυτό ήρθε αργότερα. Στους αρχίσαμε να τα χρησιμοποιούμε από το “Ancient Dreams”. Στο “Nightfall” και στο “Epicus…” δεν υπήρχε click track. Δεν ξέραμε καν τι ήταν. Και το “White Album” των CANDLEMASS, το κάναμε χωρίς click track. Έτσι η μουσική αποκτά swing, ζωντανεύει. Όταν όλα είναι τέλεια, σαν μηχανή, δεν είναι αυτό που θέλω. Επίσης, ο Johan Niemann από τους EVERGREY, φίλος και εξαιρετικός μπασίστας, συμμετείχε. Οπότε, ελπίζω όλοι αυτοί να είναι μέσα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί κάποιος να πει “παίρνω δύο χρόνια άδεια”. Αλλά ξέρω πολλούς μουσικούς. Το βασικό είναι ότι υπάρχουν σπουδαία τραγούδια, πολύ βαρύ doom metal, και ο κόσμος θα το απολαύσει. Και φυσικά, live θα παίξω και κάποια παλιά αγαπημένα.
Θα σκεφτόσουν να καλέσεις μέλη των στο σόλο άλμπουμ σου ή θα ήταν πολύ προφανές;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος. Έχουμε ήδη κάνει τόσα άλμπουμ μαζί. Όταν πας σόλο, θες να αφήσεις τους “γονείς” στο σπίτι (γέλια).
Ναι, το καταλαβαίνω. Υπάρχει ανάγκη να δουλέψεις και με άλλους μουσικούς.
Ακριβώς. Και βέβαια, είχαμε τις κόντρες μας με τους CANDLEMASS, αλλά όλες οι μπάντες έχουν, όπως οι DEEP PURPLE. Υπάρχει πάντα μια ένταση. Δεν ξέρω αν βοηθάει ή αν καταστρέφει, αλλά υπάρχει. Στη σκηνή όλα λειτουργούν υπέροχα, αλλά όταν μπαίνουν τα επαγγελματικά, δυσκολεύουν.
Γιατί τα επαγγελματικά έχουν να κάνουν με χρήματα… Δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι ότι μπορεί να υπάρχουν δύο ισχυροί χαρακτήρες με διαφορετικές απόψεις.
Για παράδειγμα, ξέρω ότι μια διαφωνία σας ήταν το εξώφυλλο του “WhiteAlbum”. Ναι. Ήθελα να βάλουμε πίνακα, όπως στο “Ancient Dreams” και στο “Nightfall”, γιατί είχαμε δύο ακόμη πίνακες που δεν είχαμε χρησιμοποιήσει. Εγώ ήθελα να γίνει έτσι, αλλά ο Leif είπε όχι. Είχε μόλις διαλύσει τη μπάντα και δοκίμαζαν άλλους τραγουδιστές, όπως τον Tony Martin και τον Johan Längqvist. Εγώ τους έπεισα να κάνουμε ξανά άλμπουμ. Στο τέλος συμβιβαστήκαμε: ήθελα το original logo και είπα ναι στο λευκό εξώφυλλο με τον σταυρό. Επίσης, ο Leif είπε ότι δεν θα φορούσα το ράσο μου στις φωτογραφίες, αλλά μαύρα κοστούμια. Το ξεκίνησε ο Jonas Åkerlund που του άρεσε να με δει με κοστούμι σε γάμο. Έτσι έγινε. Αλλά μετά, όταν ζήτησαν να κάνω promo φωτογραφίες με πουκάμισο και γραβάτα, είπα όχι, δεν είμαι στους DEPECHE MODE. Θα φορέσω το ράσο. Και τσακωθήκαμε.
Βλέπω ότι είσαι πολύ ενεργός στα socialmedia τελευταία. Ο κόσμος ρωτούσε συνέχεια αν θα φορέσεις το ράσο και τους απαντούσες εσύ ο ίδιος.
Ναι, γιατί να μην απαντάς στους fans; Είναι τόσο εύκολο να τους κάνεις χαρούμενους. Ένα γεια, ένα ευχαριστώ, και αρκεί. Ο doom metal ήχος είναι σκοτεινός, αλλά για μένα φέρνει χαρά και ενέργεια. Και φυσικά ο Leif έχει γράψει φανταστικά τραγούδια. Θέλω να πω, με τον Leif μπορεί να έχουμε διαφορετικές απόψεις, αλλά είμαστε φίλοι. Στην εποχή των reunion ήμασταν πάντα οι τελευταίοι στο μπαρ. Εγώ τον φρόντιζα να πάει στο ξενοδοχείο. Δεν είναι θέμα φιλίας, είναι θέμα διαφορετικών απόψεων. Στις πρόβες γι’ αυτές τις εμφανίσεις όλα πήγαν τέλεια. Είπαμε να μην μιλήσουμε για business και έτσι έγινε. Κάναμε ακόμα και συμβόλαιο για το πώς θα εμφανιστούμε: το ράσο, τα κοστούμια, να μην φωνάζω πάνω στα σόλο του Lars. Και όλα πήγαν μια χαρά.
Photo by Petros Karalis
Ας μιλήσουμε πάλι για το σόλο άλμπουμ. Θα είναι doommetal ή κάτι διαφορετικό;
Doom metal. Σίγουρα doom metal. Αλλά μου αρέσει να γράφω με διαφορετικούς μουσικούς. Ο Hank Sherman φέρνει τη δική του αύρα . Ο Fredrik Åkesson πιο τεχνικό στυλ. Εγώ κατεβάζω το κούρδισμα σε B. Πολύ βαρύς ήχος, αλλά ταιριάζει με τη φωνή μου. Με τους CANDLEMASS παίζουμε σε C#. Έχω πολλά τραγούδια, θα κόψω μερικά για να χωρέσουν σε βινύλιο. Το βινύλιο είναι ακόμη ζωντανό, αλλιώς δεν θα υπήρχαν μουσικοί πια. Θα κρατήσω τα καλύτερα, τα υπόλοιπα για το επόμενο.
Θα έκανες reunion όπως οι HELLOWEEN με δύο τραγουδιστές;
Μιλάς για τους CANDLEMASS; Εμένα και τον Johan μαζί; Δεν νομίζω. Έχουν το δικό τους σχήμα, παίζουν μαζί 7 χρόνια, γυρίζουν τον κόσμο. Όταν μπήκα εγώ ως feat. Messiah Marcolin, ήθελα να δείξουμε τους vintage CANDLEMASS . Ίσως να ήταν και η τελευταία φορά στην Αθήνα. Αλλά ήταν σπουδαίο για τους οπαδούς. Από εκεί και πέρα εξαρτάται από τους CANDLEMASS και τους promoters. Εγώ είμαι μέσα.
Το “Doomdance” σου έχει μείνει στην ιστορία. Θυμάσαι πότε το έκανες πρώτη φορά;
Ναι! Είχα δει τον Scott “NOT” Ian των Anthrax να κάνει το “War dance” και να κοπανάει τα πόδια του στη σκηνή. Και είπα να κάνω το “Doom dance”. Ευχαριστώ Scott “NOT” Ian για την έμπνευση! (γέλια). Ήμουν πάντα στην πρώτη σειρά στις συναυλίες τους. Είδα και τον David Ellefson στο Rock Hard Festival Greece και του θύμισα ότι τον είχα δει στην περιοδεία για το “Rust in Peace”. Τους ANTHRAX τους είχα δει στην περιοδεία του “Among the Living”. Πάντα πρώτη σειρά, πάντα headbanging.
Photo by Elena Vasilaki
Ποια είναι η πιο αξέχαστη στιγμή σου σε συναυλία ;
Η συναυλία στην Αθήνα ήταν φανταστική. Η αγάπη του κοινού ήταν απίστευτη. Μετά από τόσα χρόνια, με κόσμο από όλο τον πλανήτη και την Ελλάδα. Ήταν πολύ special. Από άποψη μεγέθους κοινού, το Wacken 2005. Οι NIGHTWISH ήταν headliners και εκείνη τη μέρα έπαιζε μόνο η κεντρική σκηνή. Ήταν “μόνο” 35.000 άτομα! Θυμάμαι πόσο ικανοποιημένος ήμουν που “κράτησα” αυτό το κοινό. Ήταν απίστευτο. Αλλά αυτή η τελευταία συναυλία στην Αθήνα… Θεέ μου!
Λοιπόν Messiah, υπάρχουν και κάποια πράγματα από το παρελθόν που θα ήθελα να συζητήσουμε, όπως η συνεργασία σου με τον Abaddon στο tribute των VENOM, το τραγούδι “CountessBathory”. Τι θυμάσαι από εκείνη την εμπειρία; Αυτό ήταν διασκεδαστικό, γιατί πήρα έναν μυστικό τηλεφωνικό αριθμό το 1987 όταν μπήκα στους CANDLEMASS, επειδή πολύ σύντομα οι οπαδοί άρχισαν να με καλούν μεθυσμένοι, και είπα, τι στο καλό γίνεται; Οπότε πήρα έναν μυστικό αριθμό τηλεφώνου, και πάντα τον είχα, και τον έχω ακόμα. Και τότε δέχτηκα αυτό το τηλεφώνημα, ήταν μετά τους MEMENTO MORI, και ήταν κάτι σαν, «είναι ο Abaddon από τους VENOM», κι εγώ είπα, «όχι, δεν είναι», του το έκλεισα. Και μετά ξανακαλεί, «όχι, είμαι πραγματικά εγώ». Και του είπα, «πώς βρήκες τον αριθμό μου;» Είπε ότι ήταν μέσω της Black Mark που κυκλοφόρησε τους MEMENTO MORI. Και είπε, «προσπαθώ να σε βρω εδώ και μερικούς μήνες, αλλά δεν μπορώ, κανείς δεν έχει τον αριθμό σου». Και έτσι έκαναν κάτι σαν tribute άλμπουμ στους εαυτούς τους. Και έτσι ήταν διασκεδαστικό, και πέταξα εκεί στο Newcastle, και πήγα εκεί, και σκεφτόμουν, εντάξει, με έχουν τώρα να κάνω αυτό το τραγούδι. Θα το κάνουμε έξτρα βαρύ, έξτρα αργό, αλλά το έπαιξαν πιο γρήγορα. Ο John Connelly από τους NUCLEAR ASSAULT, έπαιζε κιθάρα σε αυτό, και το έπαιξαν πιο γρήγορα. Οπότε έκανα τα φωνητικά γι’ αυτό, και περάσαμε καλά κάνοντας πάρτι. Στην πραγματικότητα, πήγαμε σε αυτό το κλαμπ, και ήταν αστείο. Στην Αγγλία, είχαν τότε αυτές τις heavy metal disco. Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν. Είμαι κακός με τις χρονιές, αλλά ήταν όλα σαν μια ντίσκο, και οι άνθρωποι στέκονταν κάνοντας headbanging με metal μέσα στη ντίσκο. Και έκλεισε ή κάτι τέτοιο. Πίναμε στο Newcastle. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι λέει κανείς εκεί. Έχουν πολύ βαριά διάλεκτο. Αλλά περνούσαμε καλά. Όσο πιο μεθυσμένος γίνεσαι, τόσο πιο πολύ διασκεδάζεις, και τόσο πιο πολύ καταλαβαίνετε ο ένας τον άλλο. Τέλος πάντων, περπατούσα έξω από το χώρο, και είδα τον Paul Di’Anno να βγαίνει από το κλαμπ. Και είχα ένα μεγάλο διπλό χάμπουργκερ, και τον κοιτούσα, και με κοιτούσε με το χάμπουργκερ, κι εγώ είπα, θα ήθελες ένα χάμπουργκερ; Και είπε, ναι, ναι. Οπότε του έδωσα ένα χάμπουργκερ, και τότε όλη η μπάντα του βγήκε έξω και άρχισε να με κοιτάζει. Και είπα, απλώς θέλω να σας ταΐσω όλους. Αλλά είπα, «ευχαριστώ πάρα πολύ, Paul, για τα σπουδαία άλμπουμ των MAIDEN. Αγαπώ αυτά τα άλμπουμ». Και φυσικά, αγαπώ και τον Bruce Dickinson. Εννοώ, είναι απλά φανταστικά πράγματα. Θρύλοι.
Μιλώντας για γρήγορη και πιο αργή μουσική, θυμάμαι τι μου είχες πει πριν το φεστιβάλ για την ταχύτητα των τραγουδιών των CANDLEMASS, ότι θα ήθελες να παίζονται. Μπορείς να μας πεις κι αυτό; Πώς θα ήθελες να παίζονται τότε τα τραγούδια, και πώς παίζονταν τώρα;
Λοιπόν, το κάναμε. Το παρατήρησα αυτό, γιατί όπως συζητήσαμε για το set list και τέτοια, αλλά ο βασικός κορμός του set list μας ήταν από το live άλμπουμ που κάναμε το 1990 στη Σουηδία. Το live άλμπουμ των CANDLEMASS στο οποίο τραγουδάω. Και αυτό ήταν που εξασκούσα. Και τότε, ήμασταν νέοι, 1987. Τέλος πάντων, ήμασταν νέοι, και παίζαμε πιο γρήγορα τότε. Οπότε όταν ξεκινήσαμε πρόβες τώρα, ήταν σαν, hey, θα παίξετε όλα αυτά τα τραγούδια τόσο αργά; Επειδή όταν κάναμε Reunion, πάντα εγώ ήμουν ο τύπος που έλεγα, έλα, είναι doom metal. Πρέπει να παίξουμε πιο αργά, πιο αργά, και όλοι θύμωναν μαζί μου. Αλλά αυτή τη φορά, εγώ ήμουν εκείνος που έλεγα, ότι ίσως να πρέπει να ανεβάσουμε λίγο τον ρυθμό σε μερικά από αυτά τα τραγούδια. Οπότε νομίζω ότι τα πήγαμε καλά. Ήταν ένας καλός συνδυασμός ανάμεσα σε σούπερ βαρύ και πιο γρήγορο.
Τους τελευταίους μήνες, εμφανίστηκες ζωντανά με μπάντες όπως οι ANVIL και οι LION‘SSHARE, όπως είδαμε σε κάποια βίντεο στο YouTube. Πώς προέκυψαν αυτές οι ευκαιρίες;
Οι ευκαιρίες απλά συνέβησαν. Γνώρισα τον Lips και τον Rob Reiner από τους ANVIL την πρώτη φορά. Φυσικά, πάντα τους αγαπούσα. Από τότε που ήμουν έφηβος, είχα το άλμπουμ “Forged in Fire”, απλά το έπαιζα τρελά στο πικάπ μου. Και αυτό που συνέβη ήταν ότι παίξαμε στο Tradate Festival στην Ιταλία, και οι Dio ήταν headliners στο show, και ήταν το πρώτο show. Εκείνο το καλοκαίρι του 2005, έπαιζαν οι CANDLEMASS και μετά οι Dio. Έτσι έγινε εκεί για πρώτη φορά. Και τότε γνώρισα τα παιδιά από τους ANVIL, και είπαν, “ας πάμε στο ξενοδοχείο να κάνουμε πάρτι και αυτό κι εκείνο”. Και κατέληξα στο δωμάτιο του Lips. Και είπε, απλά θα πάω μια βόλτα, να δω αν μπορώ να βρω κάτι. Και δεν ήξερα τι εννοούσε. Τι εννοείς να βρεις κάτι; Και μετά γύρισε πίσω και είπε, βρήκα ένα τεράστιο κουτί με κόκκινο κρασί. Πρέπει να ήταν, δεν ξέρω. Ήταν σαν, 12 μπουκάλια κόκκινο κρασί ή κάτι τέτοιο. Ήταν τρελό. Και είπα, λοιπόν, ίσως αυτό να μην είναι δικό σου, Lips, να το πάρεις. Και είπε, «όχι, το βρήκα. Είναι δικό μου». Αλλά είπε, «δεν έχω ανοιχτήρι για κρασί. Και δεν έχω ποτήρια. Οπότε πήγαινε στη ρεσεψιόν και βρες ποτήρια».
Έτσι κατέβηκα στη ρεσεψιόν. Και εκεί συνάντησα όλη τη μπάντα, τους Dio. Και ήταν εκεί η Wendy Dio, με την οποία μιλούσα, όταν ήταν στη σκηνή και έπαιζε. Και συστήθηκα και όλα. Και τότε με σύστησε στον Ronnie. Και είπα, είμαι με τους ANVIL. Και έχουμε αυτό το τεράστιο κουτί με κόκκινο κρασί. Και είπε, “έχει καλό κόκκινο κρασί;” Είπα, “είμαστε στην Ιταλία. Φυσικά είναι καλό”. Οπότε του εξήγησα το πρόβλημα. “Δεν έχουμε ποτήρια. Δεν έχουμε ανοιχτήρι”. Είπε, «θα φτιάξουμε τα πάντα. Πηγαίνετε στο δωμάτιο του βοηθού μου. Όλη η μπάντα, δεν θα κοιμηθούμε απόψε. Έχουμε πρωινή πτήση. Οπότε δεν έχει νόημα να πάμε για ύπνο. Απλά ας κάνουμε πάρτι, να πιούμε κρασί». Και καθόμασταν εκεί περιμένοντας, εγώ και οι ANVIL. Και ξαφνικά, μπαίνει μέσα ο Ronnie James Dio. Νομίζω ήταν ο Craig Goldie, ο Rudy Sarzo. Εννοώ, ήταν απλά αυτοί οι τύποι που λάτρευα από πάντα. Και ήταν όλοι προσγειωμένοι, σαν κουλ άνθρωποι. Ο Simon Wright, ο ντράμερ. Ήταν απλά τόσο διασκεδαστικό. Κι εγώ και ο Lips ήμασταν σαν fanboys, καθισμένοι στο κρεβάτι, πίνοντας κρασί, και κάνοντας στον Dio όλες αυτές τις ερωτήσεις. Και θυμάμαι, λέγαμε, πώς ήταν με τους RAINBOW; Πώς ήταν με τους BLACK SABBATH και τέτοια;
Και μας είπε όταν ο Richie Blackmore έκανε ακροάσεις σε ντράμερς, ο Cozy Powell μπήκε μέσα. Και είπε ότι ο Richie απλά έπαιζε ένα shuffle, σαν dun-ga-dun-ga-dun-ga-dun-ga-dun-ga-dun. Και όλοι οι ντράμερς έπρεπε να παίξουν μαζί με αυτό και να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Και ο Cozy άρχισε να το κάνει αυτό για περίπου 10 λεπτά. Φυσικά, έπαιζε τέλεια. Οπότε ο Richie συνέχιζε. Και μετά απλά άφησε κάτω τις μπαγκέτες του. Είπε, “τι είδους μαλ**ία τραγούδι είναι αυτό; Αν δεν έχετε δικά σας τραγούδια, δεν ενδιαφέρομαι καν”. Και τότε ο Richie απάντησε, “αυτός είναι ο τύπος που ψάχνουμε. Αυτός είναι”. Οπότε γίναμε καλοί φίλοι, φίλοι με τον Ronnie James Dio. Και μετά ήταν όλο εκείνο το καλοκαίρι που παίζαμε πριν τους Dio, ακόμα και στο Sweden Rock. Οπότε πήγαινα να τους επισκεφθώ αφού είχαν παίξει οι Dio το set τους. Μπήκα εκεί. Και είπα, “hey, ας ανοίξουμε το κόκκινο κρασί”. Και ακόμα και στο Rockwave Festival στην Ελλάδα, ήταν το ίδιο πράγμα. Οπότε γίναμε φίλοι. Ήταν ένας σπουδαίος τύπος. Μου λείπει.
Photo by Elena Vasilaki
Τι θυμάσαι από την εποχή σου με τους MEMENTOMORI; Θα σκεφτόσουν ποτέ να επαναφέρεις αυτή τη μπάντα ή κάτι τέτοιο;
Ποτέ δεν ξέρεις. Δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ σε τίποτα, νομίζω. Εκτός κι αν είναι pop metal, τότε πρέπει να πεις όχι. Όχι, αστειεύομαι. Ο κόσμος ακούει ό,τι θέλει. Το ξέρω, το ξέρω. Εγώ είμαι απλά ένας παλιομοδίτης doom τύπος. Ό,τι να ’ναι. Ο Mike Weed είναι πάντα απασχολημένος, φυσικά, με τον King Diamond. Και δουλεύει πολύ στο στούντιο και τέτοια. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ. Ίσως να μπορούσε να συμβεί κάποια μέρα. Είχαμε προτάσεις να το κάνουμε. Στην πραγματικότητα, έκανα τρία άλμπουμ με τους MEMENTO MORI. Το “Rhymes of Lunacy”, το “Life, Death, and other morbid tales”. Και ποιο ήταν το τελευταίο; Δεν θυμάμαι καν. (“Songs for the apocalypse Vol. IV”) Έκανα τρία άλμπουμ με τους MEMENTO MORI και τρεις συναυλίες. Μία στη Στοκχόλμη, μία στην Κοπεγχάγη, και μία στο Λονδίνο. Αυτό ήταν όλο.
Μία συναυλία για κάθε άλμπουμ.
Ναι, κάπως έτσι. Όχι με αυτή τη σειρά, αλλά αυτό έγινε. Η Black Mark ήταν η Black Mark. Και δεν ξέρω αν η διανομή τους ήταν καλή ή όχι. Αλλά ήταν σχεδόν σαν μόνο οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί να πρόσεξαν τα άλμπουμ των MEMENTO MORI. Αλλά μετά ο υπόλοιπος κόσμος όχι.
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τους AMONAMARTH; Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησες σε άλμπουμ, αν δεν κάνω λάθος.
Μπορεί, ναι. Μπορεί να ήταν. Ήταν διασκεδαστικό. Τους επισκέφθηκα στη Στοκχόλμη για μία από τις συναυλίες τους. Και ήταν σαν οπαδοί, κάναμε πάρτι μετά τη συναυλία και τα λοιπά. Και είπαν, «θα κάνουμε ένα νέο άλμπουμ. Θα ερχόσουν να δουλέψεις με τον Andy Sneap;» Και είπα, «ξέρω τον Andy Sneap. Έπαιξε support σε εμάς με τους SABBAT. Πίσω στο 1988, όταν παίζαμε σε όλα τα κλαμπ στην Αγγλία, είχαμε τους SABBAT ως support. Οπότε τον ξέρω, φυσικά. Θα ήταν διασκεδαστικό να τον επισκεφτώ. Και φυσικά, να τραγουδήσω ένα τραγούδι με εσάς. Αλλά φυσικά, πρέπει να ακούσω το τραγούδι». Και μου έστειλαν ένα πραγματικά doom, βαρύ τραγούδι που λεγόταν “Hel”. Και τότε σκέφτηκα, εντάξει, αυτός τραγουδάει με το growl του. Ίσως μπορώ να κάνω μια μελωδία πάνω στο growl του. Και λειτούργησε. Στην πραγματικότητα τραγούδησα όλο το τραγούδι, και διάλεξαν ό,τι ήθελαν. Είναι το άλμπουμ τους.
Είναι πραγματικά μεγάλοι οπαδοί των CANDLEMASS. Ξέρω ότι οι AMONAMARTH, αν δεν είχαν αυτή την περιοδεία στις ΗΠΑ που κάνουν τώρα, θα ήταν στην Αθήνα για το σόου σου.
ΟΚ. Τέλεια. Ναι. Είναι φίλοι. Εγώ και ο Johan Söderberg πίνουμε μπύρα όλη την ώρα. Δεν μιλάμε καν για μουσική. Μιλάμε μόνο για μπύρες. IPAs. Ναι. Είμαστε nerds με τις IPA. Όλο αυτό με το untapped και «α, αυτή έχει γεύση σαν παλιά λουλούδια».
Ακολουθείς τη σημερινή doommetal σκηνή, ή γενικά τη σημερινή heavymetal σκηνή;
Δηλαδή, όταν ακούω κάτι, υπάρχει αυτή η μπάντα, ω Θεέ μου, οι GOATSNAKE. Αυτό είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχω ακούσει τα τελευταία 10 χρόνια. Νομίζω λέγεται “Black Age Blues”, από τους GOATSNAKE. Είναι τόσο βαρύ, και τόσο ωραίο, και με φανταστικά φωνητικά και τα πάντα. Το προτείνω σε όλους. Αλλά φυσικά, πάντα επιστρέφω στα κλασικά μου. Το αγαπημένο μου άλμπουμ όλων των εποχών είναι το TROUBLE “Psalm 9”. Το ακούω κάθε μήνα, τουλάχιστον δύο φορές. Είναι τόσο καλό. Και τα τρία πρώτα άλμπουμ των TROUBLE, “Psalm 9”, “The Skull”, και “Run to the Light”, είναι απλά φανταστικά, φανταστικά άλμπουμ.
Κοιτάζοντας πίσω στον κατάλογο των CANDLEMASS, ποιο άλμπουμ είναι το προσωπικό σου αγαπημένο, και γιατί;
Λοιπόν, για μένα είναι το “Nightfall”. Μου αρέσει πραγματικά το “Nightfall”. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά ο ήχος των φωνητικών σε αυτό βγήκε πραγματικά καλός. Επίσης, το live άλμπουμ από το 1990, νομίζω. Γιατί δεν ξέραμε ότι μπορείς να «κλέψεις» με τα live άλμπουμ. Οπότε κάναμε πολύ σκληρή πρόβα, και το ηχογραφήσαμε ζωντανά. Αυτό που ακούς είναι αυτό που παίρνεις. Δεν είναι ψεύτικο. Δεν υπάρχει ούτε μία νότα στα φωνητικά μου σε εκείνο το άλμπουμ που να μην τραγουδούσα. Φυσικά, μπορεί να υπήρχε κάτι μικρό στην κιθάρα που έπρεπε να φτιαχτεί, ή στο μπάσο, ή ό,τι άλλο, αλλά δεν ήταν πολλά. Και επίσης κινηματογραφήσαμε εκείνη τη συναυλία. Δηλαδή, βγήκε σε DVD πολλά χρόνια αργότερα.
Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, θα διαχειριζόσουν διαφορετικά τη σχέση σου με τη μπάντα;
Δεν μετανιώνω για τίποτα. Ζω με το στομάχι μου, όπως λέω. Όχι με το στομάχι κυριολεκτικά, αλλά με το ένστικτό μου. Αν κάτι με κάνει να νιώθω καλά στο στομάχι, το κάνω. Αν κάτι αρχίσει να με κάνει να νιώθω άσχημα, τότε λέω όχι, ως εδώ. Την πρώτη φορά που έφυγα από τους CANDLEMASS, μου έλεγαν «πρέπει να τραγουδάς με λιγότερο vibrato». Και τότε, είχα μόνο ένα vibrato. Τραγουδούσα στο φουλ vibrato. Αλλά μου άρεσε αυτό που έκανα τότε. Οπότε φυσικά θύμωσα γι’ αυτό, και έφυγα από τη μπάντα. Και τη δεύτερη φορά, όταν θα το κάναμε ξανά, είχαμε ήδη αρχίσει να ηχογραφούμε το “King of the Grey Islands” με τον Andy Sneap, στην πραγματικότητα. Και αρχίσαμε να παίζουμε ξανά χωρίς τα click tracks και τέτοια. Και μετά είχαμε παίξει, νομίζω η τελευταία μου συναυλία ήταν στο Πόρτο Αλέγκρε στη Βραζιλία, με τους CANDLEMASS το 2005, νομίζω 2005. Και είχα πάρει πολύ χρόνο άδεια από τη δουλειά για να μπορέσω να κάνω αυτή τη συναυλία. Οπότε είπα, εντάξει, δεν μπορώ να είμαι σε αυτή την πρόβα, αλλά θα είμαι στην επόμενη, γιατί δουλεύαμε πάνω στα τραγούδια για το άλμπουμ. Και τότε αποφάσισαν, νομίζω ήταν ο Lars και ο Jan, να φεύγουν από τη δουλειά τους μία ώρα νωρίτερα από εμένα. Και είπαν, ας κάνουμε πρόβα νωρίτερα. Και το δοκίμασαν μία φορά. Την επόμενη φορά, μου είπαν, ξέρεις, θα κάνουμε πρόβα νωρίτερα, γιατί δεν θέλουμε να σε περιμένουμε μία ώρα. Κι εγώ ήμουν σε φάση, μέχρι να πάρω το τρένο και το λεωφορείο, η πρόβα σας θα έχει τελειώσει, οπότε δεν μπορώ να έρθω. Και είπαν, δεν μας νοιάζει. Οπότε, τους απάντησα ότι δεν με νοιάζει κι εμένα. Αφού δεν μπορούμε καν να κάνουμε πρόβα μαζί για το άλμπουμ, τα παρατάω. Έτσι παραιτήθηκα ξανά. Όταν τους το είπα ότι θα το κάνω, η απάντησή τους ήταν να κάνω ό,τι θέλω. Και είπα, εντάξει, το αφήνω. Γεια σας. Ίσως να μην ήταν το πιο ώριμο πράγμα που θα έκαναν ενήλικοι άντρες. Αλλά, ξέρεις, είναι σαν, αν δεν μπορούμε καν να κάνουμε πρόβα μαζί για το άλμπουμ, δεν με ενδιαφέρει. Αλλά δεν μετανιώνω. Δεν νομίζω ότι πρέπει να μετανιώνεις για τίποτα. Νομίζω ότι πρέπει απλά να είσαι χαρούμενος που ζεις κάθε μέρα. Ναι. Δόξα τω Θεώ που είσαι ζωντανός και υγιής.
Και δώσε ευκαιρίες στους ανθρώπους. Δηλαδή, νομίζω ότι αυτό που είδαμε το περασμένο Σάββατο θα έπρεπε να το δουν περισσότεροι άνθρωποι, αν με ρωτάς. ΟΚ, ήταν σπουδαίο για το RockHardFestivalGreece, για την πρώτη έκδοση του φεστιβάλ μας. Αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να το κρατήσουμε μόνο για εμάς.
Νομίζω ότι αν υπάρξει η ευκαιρία, η σωστή πρόταση, όπως θες πες το, πρέπει να το δουν πολλοί, πολλοί άνθρωποι. Αυτό είναι το ωραίο με τους CANDLEMASS. Δηλαδή, δεν φτάσαμε στην κορυφή διεθνώς. Αλλά οι CANDLEMASS έκαναν διεθνές breakthrough αρκετά γρήγορα. Ξέρεις, μας ήξεραν στα έντυπα όπως το Kerrang! και σε όλα αυτά τα περιοδικά που υπήρχαν τότε. Οπότε οι CANDLEMASS, θα έλεγα, είναι γνωστοί σε όλο τον κόσμο σήμερα. Όχι σαν μια τεράστια μπάντα. Δεν είναι σαν τους IRON MAIDEN ή κάτι τέτοιο. Αλλά είναι γνωστοί ανάμεσα στους οπαδούς, που αγαπούν τη heavy μουσική, ως ένας από τους δημιουργούς του Doom Metal. Και οπότε θα ήθελα πολύ να το κάνω αυτό για περισσότερους οπαδούς. Αν οι CANDLEMASS το θέλουν, θα το κάνω κι εγώ. Αν μας δώσουν μια καλή πρόταση, οι διοργανωτές μας δώσουν μεγάλα φεστιβάλ. Νομίζω ότι θα είναι κυρίως φεστιβάλ. Γιατί αυτό δεν είναι πράγμα για κλαμπ, πραγματικά, να το κάνεις. Οπότε αν φεστιβάλ θέλουν να κλείσουν τους CANDLEMASS, πρέπει να επικοινωνήσουν με τον Ole Bang, τον μάνατζερ των CANDLEMASS, και να το κανονίσουν.
Το είδες αυτό. Πάνω από 600 άτομα από 40 διαφορετικές χώρες. Συνάντησα κόσμο από Βενεζουέλα, από Σαουδική Αραβία, από Αυστραλία, από Χιλή, Μεξικό, Εσθονία.
Είμαι τόσο ευγνώμων. Είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό. Και ίσως σκέφτονται, “ω Θεέ μου, καλύτερα να βιαστούμε, γιατί θα αρχίζουν να μαλώνουν ξανά”. Δεν θα το ξαναδούμε για άλλα 20 χρόνια. Και τότε θα είμαι 77. Και οι άλλοι τύποι είναι πιο μεγάλοι από εμένα.
Θα είναι 80 κι εγώ 77. Νομίζω θα ήταν υπέροχη στιγμή να ξεκινήσει το επόμενο καλοκαίρι αν θέλουν. Αν δεν θέλουν, εντάξει κι αυτό. Θα συνεχίσω με το σόλο άλμπουμ μου. Αλλά για χάρη των οπαδών, για χάρη των οπαδών των CANDLEMASS, αυτοί το κάνουν εδώ και επτά χρόνια με τον Johan τώρα να περιοδεύει, και ακόμα έχουν τη μπάντα τους. Δεν είμαι μέλος της μπάντας τους. Είμαι περισσότερο σαν ένα παλιό μέλος της οικογένειας που έρχεται να επισκεφθεί πότε πότε. Είμαι ακόμα περίεργος; Ναι, είμαι. (γελάει)
Πριν το τέλος, η τελευταία ερώτηση που μου αρέσει πάντα να κάνω είναι: τι συμβουλή θα έδινες στον 18χρονο εαυτό σου;
Να τρως λιγότερες μεγάλες μερίδες. Όχι, γιατί έτσι έχασα βάρος τώρα. Το αριστερό μου γόνατο είναι χάλια. Η πλάτη μου είναι χάλια. Και το ισχίο μου είναι χάλια. Και όσο μεγαλώνεις, τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται χειρότερα. Αρθρίτιδα και όλα αυτά, και πονάει. Οπότε πήγαινα σε φυσικοθεραπευτή, και του έδειξα την κοιλιά μου και είπα, τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό; Και είπε, απλώς φάε μικρότερες μερίδες. Οπότε ακολούθησα τη συμβουλή του. Και παλιά έτρωγα, δεν ξέρω, πριν 15 χρόνια, 10 χρόνια, έτρωγα μερίδες ενός κιλού. Αυτό είναι πολύ φαγητό. Και είπε, δεν χρειάζεσαι τόσο πολύ φαγητό. Απλά χρειάζεσαι να χορτάσεις. Και αν αρχίσεις να τρως μικρότερες μερίδες, θα χάσεις βάρος. Και αυτό έγινε. Άρχισα απλά να παίρνω αυτά τα lunchboxes και να τα κάνω όλο και μικρότερα. Και τώρα έχω κατέβει περίπου στα 400 γραμμάρια αντί για ένα κιλό. Οπότε είναι διαφορά. Και μετά βρήκα αυτό το δωρεάν, υπέροχο, είδα αυτή τη διαφήμιση στο YouTube, όχι, στο Facebook. Tai Chi, να κάνω Tai Chi. Και άρχισα να το κάνω. Αυτό βοηθάει επίσης. Θα πολεμήσω τον Kung Fu Panda όταν γίνω καλύτερα.
Φανταστικά. Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, Messiah. Είμαστε ευγνώμονες γι’ εκείνο το σόου, τόσο σε εσένα όσο και στους CANDLEMASS. Ήταν μια πραγματικά μοναδική εμπειρία. Σου είπα τη γνώμη μου, την ταπεινή και ειλικρινή γνώμη μου, πριν το σόου, μετά το σόου, τώρα. Σε ευχαριστούμε για ό,τι μας πρόσφερες.
Και ευχαριστώ όλους τους οπαδούς σε όλο τον κόσμο. Τους οπαδούς των CANDLEMASS, σας αγαπώ. Εννοώ, είστε οι καλύτεροι. Ελπίζω να έχω την ευκαιρία να τραγουδήσω ξανά με τους CANDLEMASS. Κι αν όχι, τότε απλά θα πρέπει να έρθετε να δείτε τη σόλο μπάντα μου.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ: “The Carnival Bizarre” – CATHEDRAL ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Earache ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kit Woolven ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Lee Dorrian – φωνητικά,
Garry Jennings – κιθάρες, mellotron
Leo Smee – μπάσο, mellotron
Brian Dixon – τύμπανα
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, το doom metal χωριζόταν σε δύο ακραίες κατευθύνσεις: οι παραδοσιακοί που προσκολλούνταν στις ρίζες των SABBATH όπως οι SOLITUDE AETERNUS, SLEEP, TROUBLE κτλ. και οι καινοτόμοι που έσπρωχναν προς το sludge, το death/doom ή το psychedelic stoner rock όπως ήταν οι MY DYING BRIDE, MONSTER MAGNET, CROWBAR, EYEHATEGOD κτλ. Το ‘The Carnival Bizarre’ των CATHEDRAL έφτασε την ιδανική στιγμή για να ενώσει αυτές τις δύο κατευθύνσεις.
Το τρίτο άλμπουμ της μπάντας αποδεικνύει μια σίγουρη ανανέωση του ήχου τους. Ενώ το “Forest of Equilibrium” έβαζε τις βάσεις του funeral doom, το “The Carnival Bizarre: φλερτάρει τόσο με το επικό όσο και το γκροτέσκο στοιχείο. Τα riff του Garry Jennings είναι μνημειώδη, εμποτισμένα με SABBATH, αλλά επαναπροσδιορισμένα με μια πιο πυκνή, πιο groovy πινελιά. Η φωνητική προσέγγιση του Lee Dorrian, που είναι εξίσου εσωστρεφής και θεατρική, σαν να είναι όντως ο παρουσιαστής ενός καρναβαλιού, προσδίδει μια έξτρα εκκεντρικότητα στη επιθετικότητα της φωνής του.
Υπό την εποπτεία του έμπειρου παραγωγού Kit Woolven (1951-2022) που είχε δουλέψει με μπάντες όπως ANATHEMA, THIN LIZZY, CRADLE OF FILTH, οι CATHEDRAL αποφεύγουν τον λασπώδη ήχο του ντεμπούτου τους, χωρίς να χάσουν την doom ουσία τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που δεν είναι μόνο heavy, αλλά και παράξενα έντονο, ζωντανό, απειλητικό — σαν να παρακολουθούμε μια ταινία τρόμου να ξετυλίγεται μπροστά μας σε technicolor ή σαν να περιπλανιόμαστε σε ένα στοιχειωμένο λούνα παρκ όπου κάθε τραγούδι είναι και μια ξεχωριστή αλλά πάντα ζοφερή attraction.
Κομμάτια που θα ξεχώριζα προσωπικά είναι το “Vampire Sun”, ίσως ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσει ο δίσκος, με την κιθάρα του Garry Jennings να ακούγεται σαν καλπασμός αλόγου μέσα σε SABBATH κοιλάδες και να μας κάνει να κάνουμε ατέλειωτο headbanging με ένα δυνατό σόλο, καθώς και το “Hopkins (The Witchfinder General)”, σίγουρα το πιο πιασάρικο τραγούδι της δισκογραφίας τους και που δεν θα έπρεπε να λείπει από το set list οποιουδήποτε metal DJ που σέβεται τον εαυτό του. Τι καλύτερο από το να κάνεις headbanging υπό την φωνή του Vincent Price, μιας που το κομμάτι είναι εμπνευσμένο από την ζωή του πραγματικού κυνηγού μαγισσών Matthew Hopkins και από την ομώνυμη ταινία του 1968.
Τι να πούμε για το “Utopian Blaster” όπου τόσο η κιθάρα του Jennings όσο και το σόλο του Tony Iommi (ναι, ο μαέστρος ήρθε να ευλογήσει τους μαθητές του) μας τινάζουν τα μυαλά στον αέρα. Παρεμπιπτόντως, μου φαίνεται ή όντως το κομμάτι είναι σαν να κλείνει το μάτι στο “Supernaut” των BLACK SABBATH;
Οι οπαδοί του H.P. Lovecraft και των ταινιών τρόμου έχουν την τιμητική τους στο κομμάτι “Night of the Seagulls”, το οποίο είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη Ισπανική ταινία του 1975 που με την σειρά της είχε βασιστεί σε ένα διήγημα του γνωστού Αμερικανού συγγραφέα. Το απόλυτο ηχητικό συμπλήρωμα για μια ταινία τρόμου.
Θα ξεχώριζα τέλος το κομμάτι “Blue Light” μιας που φαίνεται αρχικά να μην ταιριάζει με τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου μιας που αποπνέει μια εντελώς ψυχοδελική spaced out ατμόσφαιρα, χάρη και στο mellotron, που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι μόλις έφαγες κάποια ειδικά μανιτάρια.
Ίσως ο πιο ολοκληρωμένος και μεστός δίσκος της καριέρας τους. Αν και μετέπειτα θα πειραματίζονταν ακόμα πιο πολύ, δεν θα έφταναν στα ίδια επίπεδα εξισορρόπησης μεταξύ εμπορικότητας και ποιότητας όπως εδώ. Εάν κάποιος με ρωτούσε με ποιον δίσκο να ξεκινούσε την γνωριμία του με την μπάντα, θα του συνιστούσα αναμφίβολα αυτόν.
Οι Γερμανοί PRIMAL FEAR, επέστρεψαν δυνατότεροι από ποτέ, με το νέο τους άλμπουμ, “Domination”, έχοντας πάλι στις τάξεις τους το ιδρυτικό τους μέλος, Mat Sinner, που απουσίαζε για κάποια χρόνια λόγω σοβαρής ασθένειας. Ο Σάκης Φράγκος, βρήκε την ευκαιρία, να συνομιλήσει με τον μπασίστα του σχήματος, ύστερα από αρκετά χρόνια και να μιλήσουν για το νέο δίσκο, τις αλλαγές στο lineup και πολλά άλλα ενδιαφέροντα.
Καλωσορίζουμε τον MatSinner από τους PRIMALFEAR . Πώς είσαι Matt; Είμαι καλά. Σε ευχαριστώ πολύ.
Οι PRIMALFEAR πρόκειται να κυκλοφορήσουν το νέο άλμπουμ “Domination”. Μετά το “CodeRed”, δείχνει να πιάνει ξανά δυναμική. Ποιο ήταν το όραμα πίσω από αυτούς τους νέους δίσκους; Θέλαμε να κάνουμε έναν διαφορετικό δίσκο, τον πιο ενδιαφέρον δίσκο που μπορούμε αυτή τη στιγμή, με τα καλύτερα τραγούδια που μπορούμε να γράψουμε και την καλύτερη απόδοση και ήχο. Θέλαμε να βελτιωθούμε. Ένα πράγμα που δεν θέλαμε ήταν να κάνουμε τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά. Έτσι, γράψαμε πολλά τραγούδια και επιλέξαμε εκείνα που θεωρήσαμε ότι θα έκαναν τον δίσκο πολύ ενδιαφέροντα, χωρίς να χάσουμε τις ρίζες και τα χαρακτηριστικά των PRIMAL FEAR . Από την άλλη, δείξαμε και μια άλλη πλευρά του συγκροτήματος.
Πόσο διαφορετικοί μπορούν να γίνουν οι PRIMALFEAR ; Γιατί εσύ μιλάς για κάτι διαφορετικό… Όχι, δεν θέλαμε να είμαστε διαφορετικοί. Θέλαμε να βελτιωθούμε. Αυτή είναι η διαφορά!
Photo by Roland Guth
Ναι, γιατί μου είπες ότι θέλατε να κάνετε έναν διαφορετικό δίσκο και αναρωτήθηκα πόσο διαφορετικοί μπορούν να γίνουν οι PRIMALFEAR , αφού μετά από τόσους δίσκους έχετε πια ένα σταθερό στυλ με μικρές διαφοροποιήσεις, αλλά πάντα με το χαρακτηριστικό ήχο σας… Απολύτως. Και αυτό είναι που θέλουν οι οπαδοί μας και οφείλουμε να το παραδίδουμε. Είναι πολύ σημαντικό να μη χάνουμε τις ρίζες μας. Από την άλλη, μπορούμε να βελτιωνόμαστε σε κάποια τραγούδια. Πρέπει να βρούμε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στο γνώριμο ύφος των PRIMAL FEAR και σε κάποια νέα, πιο ενδιαφέροντα μουσικά στοιχεία.
Στο κομμάτι “Eden” συμμετέχει η MelissaBonny, κάτι που αποτέλεσε έκπληξη. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία; Είχατε στο μυαλό σας κάτι παρόμοιο με αυτό που είχατε κάνει με τη SimoneSimons των EPICA; Όχι, ήταν λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Γνωρίζουμε τη Melissa εδώ και μερικά χρόνια και πραγματικά θαυμάζουμε το ταλέντο της, αλλά και την ίδια σαν άνθρωπο. Είναι υπέροχη, θετική και εξαιρετική συνεργάτης. Όταν τελειώσαμε το κομμάτι, σκεφτήκαμε ότι θα ταίριαζε μια καθαρή γυναικεία φωνή από πάνω. Τη ρωτήσαμε, δέχτηκε, και έκανε εξαιρετική δουλειά. Έφερε μια καινούρια «πινελιά» που έκανε το τραγούδι ακόμη καλύτερο.
Ένα άλλο τραγούδι που θέλω να συζητήσουμε είναι αυτό που κλείνει το άλμπουμ, το “Iwon’tforget”. Φαίνεται πολύ προσωπικό. Είναι ο Ralf που τραγουδάει σε όλο το κομμάτι; Ναι. Ήταν για εμάς ένα είδος πειράματος. Δεν ήταν ότι είπαμε «ουάου, αυτό είναι σπουδαίο, το κάνουμε». Πήγαμε στο στούντιο, το δουλέψαμε και αποδείχτηκε πολύ δύσκολο στην παραγωγή και την ηχογράφηση. Στο τέλος όμως νιώσαμε ότι ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Αποφασίσαμε να κλείσουμε με αυτό τον δίσκο, γιατί δεν θα το περίμενε κανείς από εμάς να έχουμε για κλείσιμο κάτι τέτοιο. Είναι ωραίο να υπάρχουν εκπλήξεις. Επίσης, ο τρόπος που ηχογραφήθηκαν τα φωνητικά –η ερμηνεία , έχει πολύ-πολύ προσωπικό ύφος – ήταν κάτι καινούριο για εμάς. Και λειτούργησε καλά. Το λατρέψαμε. Μάλιστα, σε μια παρουσίαση του δίσκου στην εταιρεία, οι δημοσιογράφοι στην αρχή δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν όταν το άκουσαν πρώτη φορά, αλλά στο τέλος όλοι το λάτρεψαν νομίζω. Να, αυτό που λέγαμε πριν, το “I won’t forget” είναι κάτι διαφορετικό σίγουρα!
Photo by Roland Guth
Και υπάρχει και το instrumental το “Hallucinations”, στη μέση του δίσκου. Είναι σπάνιο να έχετε ένα οργανικό κομμάτι. Γιατί το βάλατε; Πως προέκυψε; Ήταν μια καλή μελωδία, αλλά δεν βρήκατε τους κατάλληλους στίχους; Δεν ήταν ότι δεν βρίσκαμε στίχους. Απλώς, όταν δουλεύαμε πάνω του, νιώσαμε ότι έπρεπε να μείνει instrumental. Έπρεπε βέβαια να πείσουμε τον Ralf, γιατί ποτέ δεν είχαμε βάλει instrumental σε δίσκο, μόνο intros ή outros. Αλλά οι μελωδίες ήταν τόσο ωραίες που δεν θέλαμε να τις αλλάξουμε για να μπουν φωνητικά. Είναι ένα όμορφο instrumental που αναδεικνύει τις κιθάρες. Στο τέλος, ο Ralf άκουσε το demo και συμφώνησε ότι είναι ένα ωραίο μικρό κομμάτι, που κάνει τον δίσκο πιο ενδιαφέρον ακόμα!
Τον Αύγουστο του 2024 είχαμε την αποχώρηση αρκετών μελών των PRIMALFEAR . Τι μπορείς να μας πεις γι’ αυτό και πώς επηρέασε το “Domination”; Ο André Hilgers (ντράμερ) είχε ήδη παίξει στην τελευταία ευρωπαϊκή περιοδεία, οπότε για εμάς δεν νέο μέλος κατ’ ουσία. Ίσως για τους οπαδούς, αλλά όχι για εμάς. Για το μπάσο, ο αναπληρωτής μου ο Alex Jansen δεν ήταν ποτέ κανονικό μέλος – ήμουν ξεκάθαρος ότι όταν θα επέστρεφα στη σκηνή για τα live, θα γύριζα στη θέση μου. Ήταν αυτή η συμφωνία μας από την αρχή. Όσο για τον Alex Beyrodt, απολύθηκε λόγω κάποιων ενεργειών και που έκανε την περίοδο της απουσίας μου και αυτό ήταν πολύ δυσάρεστο. Ο Tom Naumann ο άλλος μας κιθαρίστας όμως, που ήταν μεγάλη έκπληξη το ότι έφυγε γιατί γνωριζόμαστε μια ζωή και ξαφνικά αποφάσισε να συνεχίσει με τον Alex. Δεν ξέρω τι κάνουν, εκτός από κάποια live με cover μπάντες. Ήταν λυπηρό που δεν έμεινε. Από την άλλη, ο Magnus Karlsson είναι μαζί μας 17 χρόνια, ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες της Ευρώπης, και θα ήταν χαζό να μην χρησιμοποιούμε το ταλέντο του και να επιστρέψει. Πολλές φορές στο παρελθόν είχαμε μιλήσει για να επέστρεφε, αλλά δεν είχε συμβεί! Τώρα όμως έφτασε η ώρα. Έτσι μόνο η θέση της δεύτερης κιθάρας έμεινε κενή. Είναι απίστευτο πως αυτό έκανε ξαφνικά τον γύρο του κόσμου μέσα από τα social media και μας προσέγγισαν εξαιρετικά πολλοί κιθαρίστες. Άλλοι γνωστοί, άλλοι άγνωστοι! Εκεί μπήκε η Talia Bellazecca, την οποία πρότεινε ο Ralf. Στην αρχή ήμουν επιφυλακτικός – πρώτη φορά γυναίκα κιθαρίστρια στους PRIMAL FEAR , αριστερόχειρας, νεότερη… Αλλά αποδείχτηκε εξαιρετική μουσικός, πολύ ταλαντούχα και πολύ καλή σαν άνθρωπος. Όταν την ανακοινώσαμε, τα social media μας «εξερράγησαν». Φυσικά είναι και όμορφη, κάτι που …δεν χαλάει καθόλου το κοινό μας. Αλλά το πιο σημαντικό: παίζει τέλεια τα κομμάτια και ταιριάζει με τον χαρακτήρα της μπάντας. Είμαστε πολύ χαρούμενοι μαζί της. Ήδη έχουμε κάνει μαζί κάποια live και είναι πολύ αποτελεσματική στην σκηνή!
Photo by Roland Guth
Επειδή σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι έχουν ξαναπαίξει στους PRIMALFEAR , ο μόνος πραγματικά νέος είναι η Talia. Πώς άλλαξε η χημεία στην μπάντα; Ε, αλλάζει πολλά πράγματα, ακόμη και στα παρασκήνια. Δεν μπορείς πια να κάθεσαι γυμνός, πρέπει να προσέχεις (χααχαχαχα). Αλλά σοβαρά τώρα, είναι μεγάλη αλλαγή. Το κλίμα είναι θετικό, φρέσκο, με ενθουσιασμό. Παλιά κάποιοι παραπονιούνταν συνέχεια, ακόμα και στις καλύτερες συναυλίες. Τώρα όλα είναι πιο ευχάριστα. Είναι σαν μια νέα πνοή για όλους μας. Όταν παίζεις με τους ίδιους ανθρώπους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, κάποιες φορές αυτό λειτουργεί θετικά, κάποιες φορές όχι. Έχουμε τα καλύτερα στούντιο, ηχογραφούμε με old school methods, κάνουμε μεγάλες περιοδείες. Ακόμα και αυτά για μερικούς δεν είναι αρκετά. Και αρχίζουν συνεχώς να έχουν παράπονα, ακόμα και όταν έχεις τις καλύτερες περιοδείες και την ευκαιρία, τουλάχιστον, να δεις ξένα μέρη που υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσες. Όταν όλα αυτά δεν σου τραβάνε πλέον την προσοχή, σε αφήνουν αδιάφορο, τότε σίγουρα κάτι πάει λάθος! Τώρα με το νέο line up όμως, όλα είναι πολύ θετικά, υπάρχει πολύ καλή διάθεση και όρεξη από όλους μας να βγούμε έξω και να παίξουμε, έχουμε πολύ καλό κλίμα επιτέλους στην μπάντα. Έχουμε ξανά κίνητρο.
Έχεις περάσει σοβαρά προβλήματα υγείας. Πώς νιώθεις τώρα που επιστρέφεις δυνατός με το “Domination”; Δεν είμαι πιο δυνατός από ποτέ – έχω μόνιμα ζητήματα, δεν θα φτάσω ποτέ στο 100%. Αλλά έχω κάνει τεράστια πρόοδο, είμαι ζωντανός, μπορώ να δουλεύω με τη μουσική που αγαπώ, να ζω κανονικά, να οδηγώ, να παίζω στη σκηνή. Όχι όπως ένα 20χρονο παιδί που τρέχει σαν λαγός, αλλά μπορώ να το κάνω και αυτό, να διασκεδάζω πάλι, είναι ανεκτίμητο. Μετά από όλα όσα πέρασα, πριν τέσσερα χρόνια ήμουν στα νοσοκομεία, έκανα επεμβάσεις, δεν ήμουν καλά! Όταν όμως ανέβηκα ξανά στη σκηνή ήταν σαν να έπαιζα την πρώτη μου συναυλία με το σχολικό συγκρότημα. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής μου.
Οι PRIMALFEAR υπάρχουν από το 1997. Τι σας κρατάει ακόμα ζωντανούς, μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες; Η νέα ενέργεια, οι χαρακτήρες, η θετικότητα, ο ενθουσιασμός μέσα στην μπάντα. Αυτό μας ανανεώνει τόσο τον Ralf, όσο και εμένα. Αν έχεις θετικούς ανθρώπους γύρω σου, όλα είναι πιο εύκολα. Μας δίνει κίνητρο και ώθηση και στη σύνθεση, στον τρόπο που γράφουμε, που ήταν πάντα ο αγαπημένος μας τομέας. Αυτή τη στιγμή είναι από τις καλύτερες περιόδους της καριέρας μας.
Ποιο άλμπουμ της δισκογραφίας σας θεωρείς πιο παρεξηγημένο ή υποτιμημένο; Δεν θεωρώ ότι κάποιο είναι υποτιμημένο. Απλώς πάντα υπάρχουν οι λίγοι που θα πουν κάτι αρνητικό στο ίντερνετ. Δεν πρέπει να τους αφήνουμε να καθορίζουν την πορεία μας. Στην ουσία: «Στ’ αλήθεια; Στ’ αρχ… μας!» και συνεχίζουμε με το όραμά μας.
Photo by Heiko Roith
Έχοντας υπάρξει κομμάτι της μουσικής βιομηχανίας τόσα χρόνια, πού πιστεύεις ότι κατευθύνεται; Και ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία προσαρμογής; Κυρίως οι δισκογραφικές έχουν αλλάξει. Κάποιες κάνουν καλή δουλειά, άλλες απλά βγάζουν πάρα πολλές κυκλοφορίες και χάνεται η ουσία. Επίσης, υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι υπάρχει μόνο το digital. Εμείς πουλάμε ακόμα πολλά CDs και βινύλια. Για άλλες μπάντες μπορεί να ισχύει το μοντέλο «μόνο singles και streaming», αλλά για εμάς τους PRIMAL FEAR είναι σημαντικό να κυκλοφορούμε δίσκους όπως πάντα, στο υψηλότερο επίπεδο που μπορούμε. Δεν πιστεύω ότι το physical format έχει τελειώσει τουλάχιστον στο είδος της μουσικής που παίζουμε, δεν ξέρω να σου πω για άλλα είδη τι συμβαίνει.
Σε ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνέντευξη και για τον χρόνο σου Matt. Είναι υπέροχο να σε βλέπουμε ξανά γεμάτο ενέργεια! Ναι, το πιο σημαντικό είναι να απολαμβάνεις τη ζωή.
Είδα και μερικά livevideos από εσάς, η μπάντα είναι σε τρομερή φόρμα και νομίζω ότι ο δίσκος θα πάει πολύ καλά. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν χαρά μου που μιλήσαμε ξανά .
Καλή συνέχεια, ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα από κοντά αυτή τη φορά. Ευχαριστώ, να είσαι καλά Σάκη! Γεια χαρά.
H στήλη επανέρχεται δυναμικά μετά την απαραίτητη καλοκαιρινή ανάπαυλα με εξαιρετικά κομμάτια από επερχόμενες κυκλοφορίες του φθινοπώρουoυ και του χειμώνα που έρχεται. Scroll down and enjoy!
Η φιλανθρωπική εκδοχή του κλασικού “War Pigs” των BLACK SABBATH με τους JUDASPRIEST με τον Ozzy Osbourne, μόλις κυκλοφόρησε και μπορείτε να τo παρακολουθήσετε παρακάτω. Όλα τα κέρδη της Sony Music Entertainment UK Ltd και της Epic Records στο Ηνωμένο Βασίλειο από ροές ήχου, λήψεις και φυσικές πωλήσεις της ηχογράφησης θα διατεθούν στο The Glenn Tipton Parkinson’s Foundation και στο Cure Parkinson’s.
Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στη ραδιοφωνική εκπομπή του Full Metal Jackie, ο Rob Halford των JUDAS PRIEST αναλογίστηκε τον πρόσφατο θάνατο του Osbourne. Ερωτηθείς αν είχε μια ιστορία από τις εμπειρίες του με τον Ozzy που μιλούσε για το ποιος ήταν ως άτομο πέρα από τη σκηνή της συναυλίας, ο Rob είπε: “Έδωσε τα πάντα στη σκηνή. Όταν έβγαινε στη σκηνή, πάντα έλαμπε. Αγαπούσε τους θαυμαστές του με ένα τόσο εξαιρετικό πάθος, αλλά αυτό υπήρχε και εκτός σκηνής. Όποτε τον έβλεπα, αν πήγαινα να δω μια παράσταση, το πρώτο πράγμα που μου έλεγε ήταν: «Πέρασες καλά; Περάσατε καλά; Ήταν υπέροχο;» Και έτσι αυτό το κομμάτι του ως άτομο- πάντα έδινε πράγματα. Δεν ήταν τύπος που έπαιρνε. Πάντα έσπρωχνε τα πράγματα προς τα εμπρός, τα πλήρωνε, όποια και αν είναι αυτή η έκφραση. Έτσι, αυτό το κομμάτι του Ozzy που μάλλον δεν είδαμε πολύ υπήρχε όταν δεν ήταν στη σκηνή”.
Οι JUDAS PRIEST δεν μπόρεσαν να εμφανιστούν στο “Back To The Beginning” που πραγματοποιήθηκε στις 5 Ιουλίου στο Birmingham επειδή το συγκρότημα ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστεί στην τεράστια συναυλία για την 60η επέτειο των SCORPIONS στο Heinz Von Heiden Arena στο Ανόβερο της Γερμανίας την ίδια μέρα.
Photo by Rui Vasco
Στις 26 Οκτωβρίου 2024, οι Πορτογάλοι gothic metallers MOONSPELL πραγματοποίησαν το πρώτο τους συμφωνικό σόου, με τίτλο “Opus Diabolicum”, στο MEO Arena στη Λισαβόνα, την πρωτεύουσα της Πορτογαλίας. Η μπάντα έγραψε ιστορία σε αυτό το αξέχαστο live event, προσθέτοντας άλλο ένα υπέροχο κεφάλαιο τόσο στη metal μουσική που παράγεται στην Πορτογαλία όσο και στη δική τους κληρονομιά. Τώρα, ένα χρόνο αργότερα, αυτό το μνημειώδες γεγονός μπορεί να είναι δικό σας για να το δείτε ανά πάσα στιγμή, διαθέσιμο σε DVD/Blu-ray, διπλό CD, μαύρο και έγχρωμο βινύλιο και ψηφιακή μορφή μέσω της Napalm Records στις 31 Οκτωβρίου.
Στο “Opus Diabolicum” οι MOONSPELL επανεξετάζουν τα κλασικά τους κομμάτια και το βομβαρδιστικό άλμπουμ τους “1755” σε μια μοναδική, αποκλειστική συναυλία και τη μεγαλύτερη παραγωγή τους μέχρι σήμερα. Η βαριά μεταλλική δύναμη των πρωτοπόρων του dark metal συναντά το κλασικό μέγεθος της 45μελούς Orquestra Sinfonietta de Lisboa (Lisbon Sinfonietta Orchestra) -μιας από τις καλύτερες ορχήστρες της Πορτογαλίας -υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Vasco Pearce de Azevedo.
Σχετικά με το όραμά του για το “Opus Diabolicum”, ο Fernando είπε: “Ποτέ δεν ήμουν αυτός που ώθησε τους MOONSPELL σε ορχηστρική κατεύθυνση. Θέλω να πω, όπως κάθε οπαδός, μπορώ να αναγνωρίσω τον αντίκτυπο που είχε η κλασική μουσική στο heavy metal (ο Quorthon, από τους BATHORY, συνήθιζε να αναφέρει τον Wagner ως το αγαπημένο του «συγκρότημα») και στη μουσική μου συλλογή ο Mussorgsky, ο Prokofiev και ο Ravel μπορούσαν να βρεθούν, δίπλα-δίπλα με τους προαναφερθέντες BATHORY, CELTIC FROST, SARCÓFAGO ή MAIDEN. Αλλά δεν ήμουν οπαδός των προσπαθειών του metal-meets-orchestra και όταν πλησίασα τον Jaime (Gomez Arellano) για να μιξάρουμε αυτό το θηρίο, τον ρώτησα: έχεις ακούσει το “S&M” των METALLICA και άλλα άλμπουμ metal συγκροτημάτων με ορχήστρα; Δεν θέλουμε τίποτα τέτοιο!”.
Photo by Alicia Hauff
Οι nu metallers P.O.D, μετά από πολλούς πλατινένιους δίσκους, επέστρεψαν και με μια ανατροπή. Δημοσίευσαν μια εκπληκτική διασκευή ενός κλασικού τραγουδιού. Σήμερα μας παρουσιάζουν τη διασκευή τους στο εμβληματικό κομμάτι των BEATLES, “Don’t Let Me Down”.
“Όσο κλισέ κι αν ακούγεται, πάντα θαυμάζαμε τους BΕATLES από την αρχή του ταξιδιού μας στη σύνθεση τραγουδιών”, λέει ο κιθαρίστα Marcos Curiel. “Οι μελωδίες τους, τα hooks και ο ατρόμητος πειραματισμός τους μας ενέπνευσαν να δημιουργήσουμε τη δική μας εκδοχή του κλασικού “Don’t Let Me Down”, με τίποτα άλλο εκτός από τον απόλυτο σεβασμό. Σας ευχαριστούμε που βοηθήσατε να τεθούν τα θεμέλια αυτού που όλοι γνωρίζουμε σήμερα ως rock ‘n roll, pop και metal”. Tο ακούμε παρακάτω.
Οι CREMATE, το θρυλικό death/thrash metal σχήμα με έδρα την Αθήνα υπέγραψαν με την Wormholedeath Records .Το συγκρότημα πρόκειται να κυκλοφορήσει το πολυαναμενόμενο EP του “Ready To Fight” στις 7 Νοεμβρίου, σηματοδοτώντας μια δυναμική επιστροφή που γεφυρώνει τις cult ρίζες της δεκαετίας του 1990 με μια φρέσκια, σύγχρονη ηχητική επίθεση.
Σχηματίστηκαν το 1991 στον Άλιμο από τους φίλους Χρήστο (κιθάρα/φωνητικά) και Λεωνίδα (ντραμς), οι CREMATE χάραξαν γρήγορα μια ωμή και επιθετική θέση που συνδυάζει death και thrash metal – αντλώντας έμπνευση από τιτάνες όπως οι KREATOR και οι SODOM. Το demo τους “End of Time” του 1993 κέρδισε διεθνή αναγνώριση μέσω κριτικών, ραδιοφωνικών playlists και αφοσιωμένης underground υποστήριξης. Μετά από αλλαγές στη σύνθεση και αδυσώπητες ζωντανές εμφανίσεις που επαινέθηκαν από τα Μέσα, οι CREMATE κυκλοφόρησαν το 7″ EP “Enchanting Black Recess” το 1995 μέσω της Dark Side Records. Ωστόσο, ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ δεν υλοποιήθηκε ποτέ καθώς το συγκρότημα διαλύθηκε αμέσως μετά.
Το 2021, ο ιδρυτής Χρήστος αναζωπύρωσε τους CREMATE μαζί με τον ντράμερ Γιώργο και τον μακροχρόνιο συνεργάτη Άκη Πάστρα (DEXTER WARD, DAMON SYSTEMA, NIGHTFALL). Επανεξετάζοντας το demo τους, ο Χρήστος οραματίστηκε εκ νέου το υλικό εμποτίζοντας σκοτεινές συνθετικές ατμόσφαιρες, δείγματα και νέες ενορχηστρώσεις που εντείνουν τη χαρακτηριστική death/thrash μανία της μπάντας της δεκαετίας του ’90. Το αποτέλεσμα είναι το “Ready To Fight”, ένα EP 4 κομματιών που ενσωματώνει την ακατέργαστη ενέργεια μέσα από έναν σύγχρονο φακό παραγωγής. Περιλαμβάνει τρία ανανεωμένα κλασικά κομμάτια – το “Another Pain Born” που αναγεννήθηκε ως “Human”, το “Die as You Lived” ενισχυμένο με στοιχειωμένο βιολί από τον Lusty Apricot και το ολοκαίνουργιο ομότιτλο κομμάτι που παρουσιάζει ένα καταιγιστικό σόλο από τον Μάριο Ηλιόπουλο (NIGHTRAGE).
Το “Ready To Fight” συμβολίζει την ισχυρή αναγέννηση των CREMATE, τιμώντας το cult demo τους του 1993 ενώ προχωρά με τόλμη προς τα εμπρός. Ακούμε το ομότιτλο κομμάτι παρακάτω.
Οι FLAMES είναι το πιο ΘΡΥΛΙΚΟ ελληνικό thrash metal συγκρότημα και δημιουργήθηκε από τον κιθαρίστα Chris Kirk το 1984. Από τότε έχουν κυκλοφορήσει πολλά άλμπουμ και έχουν συμμετάσχει σε πολλές ζωντανές εμφανίσεις ως headliners ή καλεσμένοι συχνά δίπλα σε μεγάλα συγκροτήματα. Η σύνθεση της μπάντας έχει αλλάξει αρκετές φορές αλλά πάντα με πυρήνα τους αδερφούς Kirk. Η τωρινή σύνθεση είναι: Thomas Trampouras (κιθάρες, φωνητικά), Chris “R.B. Lee” Kirk (κιθάρες), Andy Kirk (μπάσο) και Nick “Yngve” Samios (τύμπανα).
Το νέο τους άλμπουμ με τίτλο “Frequency of illusion” θα κυκλοφορήσει στις 7 Νοεμβρίου 2025 από την Sleaszy Rider SRL. To νέο τους κομμάτι λέγεται “Thrashin’ beer” και όπως αναφέρουν οι ίδιοι, “δεν υπάρχει διαφορά αν η μπύρα σας είναι lager, weiss ή μαύρη, δεν κάνει διαφορά ακόμα κι αν σας αρέσει χωρίς αλκοόλ… Αυτό είναι για τη μουσική που μας κρατά ζωντανούς, αυτή είναι η μπύρα thrashin…”.
To ακούμε παρακάτω.
Η ελληνική μελωδική death metal δύναμη FLAMECORE παρουσιάζει το επίσημο μουσικό βίντεο για το “Only Waste Remains”, από το επερχόμενο ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους “Flamecore”, που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 24 Οκτωβρίου μέσω της Wormholedeath.
Σκοτεινό, βαρύ και κατευθείαν στο θέμα, το “Only Waste Remains” δείχνει τοuς FLAMECORE σε πλήρη ισχύ. Το κομμάτι συνδυάζει ταχύτητα και ακρίβεια με μια συντριπτική ανάλυση και ωμά, επιθετικά φωνητικά, δημιουργώντας έναν τοίχο ήχου που μοιάζει τόσο επικός όσο και αδυσώπητος. Στιχουργικά, εξερευνά την καταστροφή, τον χρόνο και την περιφρόνηση: ένα πορτρέτο αυτοκρατοριών που καταρρέουν και φωνές που ξεθωριάζουν σε σκόνη.
To ακούμε πατώντας παρακάτω:
Oι Αμερικάνοι hard rockers BANGALORE CHOIR κυκλοφόρησαν το δεύτερο single “Driver’s Seat” (ΔΕΝ είναι διασκευή από τους SNIFF ‘N’ THE TEARS όπως ίσως αρχικά σκεφτήκατε κάποιοι) από το επερχόμενο νέο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει από την BraveWords Records στις 24 Οκτωβρίου. Το νέο άλμπουμ έχει τίτλο “Rapid fire succession: On Target Part II”.
To πρώτο κομμάτι από τον δίσκο το “Bullet train” έφτασε πρόσφατα στο #1 στη λίστα αναπαραγωγής 97Underground.com, οπότε αναμένονται συναρπαστικά πράγματα για το “Driver’s Seat”.
O τραγουδιστής David Reece (που έχει περάσει και από τους ACCEPT στο “Eat the heat”), μιλάει για το “Driver’s Seat”: “Φανταστείτε τον εαυτό σας με την κορυφή προς τα κάτω, να κυλάτε στον αυτοκινητόδρομο, να γυρίζετε το ραδιόφωνο, τον ήλιο στο πρόσωπό σας. Όλα είναι καλά, μωρό μου. Δέστε τις ζώνες σας!”.
Οι Γερμανοί/Φινλανδοί/Γάλλοι βετεράνοι του thrash metal KREATOR θα κυκλοφορήσουν το δέκατο έκτο στούντιο άλμπουμ τους, “Krushers Of The World” στις 16 Ιανουαρίου του 2026 μέσω της Nuclear Blast Records. Οι KREATOR ηχογράφησαν το “Krushers Of The World” στα Fascination Street Studios στο Örebro της Σουηδίας με παραγωγό τον Jens Bogren. Ο Bogren είχε προηγουμένως δουλέψει τα “Phantom Antichrist” (2012) και “Gods Of Violence” (2017) των KREATOR. Το εξώφυλλο του “Krushers Of The World” δημιουργήθηκε από την ιδιοφυΐα του Πολωνού Zbigniew Bielak (GHOST).
Το “Krushers Of The World” είναι μια δήλωση, μια έκφραση υπερηφάνειας και αυτογνωσίας γνωρίζοντας πόσο μακρύς και δύσκολος ήταν ο δρόμος της μπάντας και γνωρίζοντας τι έχουν ακόμα να πουν και να μοιραστούν με τους συνεχώς αυξανόμενους οπαδούς τους. Μετά τον θόρυβο γύρω από την ταινία και το βιβλίο, ήρθε η ώρα για τους KREATOR να αφήσουν τα riffs, τα βρυχηθμό- φωνητικά και τα βροντερά τύμπανα να μιλήσουν.
Ο Petrozza σχολιάζει: “Είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι που ξεκινάμε τη νέα χρονιά με την κυκλοφορία του ολοκαίνουργιου άλμπουμ μας “Krushers Of The World”, που θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό! Στις 20 Μαρτίου, βγαίνουμε στο δρόμο για να σας φέρουμε τη μεγαλύτερη παραγωγή περιοδείας που έγινε ποτέ. Αυτή θα είναι μια βραδιά αδυσώπητου metal χάους, με τους αδελφούς μας CARCASS, EXODUS και τους πανίσχυρους NAILS. Αυτό σηματοδοτεί ένα συναρπαστικό νέο κεφάλαιο για το συγκρότημα”.
To πολυαναμενόμενο δεύτερο άλμπουμ των Αμερικάνων power metallers, WINGSOFSTEEL θα κυκλοφορήσει από την High Roller Records στις 17 Οκτωβρίου κι έχει τίτλο “Winds of time”. To τρίτο single από τον δίσκο έχει τίτλο “Burning Sands” και το παρακολουθούμε παρακάτω.
Η High Roller Records τον Νοέμβριο θα επανακυκλοφορήσει επίσης τις προηγούμενες δουλειές του σχήματος που ήταν αυτοχρηματοδοτούμενες και πιο συγκεκριμένα το EP “Wings of steel”(2022) και το ντεμπούτο τους “Gates of twilight”(2023).
Photo by Jim Louvau
Οι πρωτοπόροι του extreme metal SOULFLY θα κυκλοφορήσουν το δέκατο τρίτο άλμπουμ τους “Chama” στις 24 Οκτωβρίου μέσω της Nuclear Blast Records. Για άλλη μια φορά, μια αξιοσημείωτη απόδειξη της φυσικής συγγένειας του Βραζιλιάνου τραγουδοποιού με τα δυνατά αλλά ρυθμικά riffs που καθόρισαν τον χαρακτηριστικό ήχο του στους ακροατές σε όλο τον κόσμο. Μια αληθινή επιστροφή στην πνευματική ανατροφή των SOULFLY που κατά κάποιο τρόπο φέρει μια σύγχρονη αιχμή και ζωντάνια. Κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο από έναν πραγματικό μάστορα της τέχνης, και ο Max μας έχει καταπλήξει όλους ξανά.
Το τελευταίο τραγούδι των SOULFLY “Nihilist” συνεχίζει την κληρονομιά της οικογένειας Cavalera με ένα κομμάτι που αποτελεί απόδειξη ωμής επιθετικότητας. Το τραγούδι διαθέτει τον θρυλικό ήχο του συγκροτήματος που ενισχύεται από τον εξελισσόμενο ρόλο του Zyon Cavalera ως παραγωγού. Το κομμάτι όχι μόνο αποδίδει τον χαρακτηριστικό ήχο της μπάντας, αλλά εισάγει μια σύγχρονη, ζωτική, ηχητική επίθεση στον ακροατή και περιλαμβάνει τον Todd Jones των NAILS.
Ο Max Cavalera σχολιάζει: “Οι στίχοι μου είναι εμπνευσμένοι από τον LG των ENTOMBED και NIHILIST. Έφυγε από αυτή τη γη το 2021 και ήταν πάντα μεγάλη επιρροή πάνω μου. Αυτό είναι ένα από τα πιο βαριά τραγούδια του δίσκου και μου αρέσει το γεγονός ότι πήγαμε στη Βουλγαρία για να κάνουμε το βίντεο. Ο Todd Jones είναι ο ειδικός καλεσμένος στο τραγούδι, παραδίδοντας την πιο σκληρή γραμμή του δίσκου. «Δεν πιστεύω σε τίποτα!»”
Οι Maiden uniteD ανακοινώνουν τη νέα κυκλοφορία THE IONIAN SEA.
Στο πλαίσιο του φιλόδοξου πρότζεκτ “The Seven Seas”, οι Maiden uniteD παρουσιάζουν με υπερηφάνεια το επόμενο κεφάλαιο του μουσικού τους ταξιδιού: THE IONIAN SEA, με κυκλοφορία προγραμματισμένη για τον Σεπτέμβριο του 2025.
Αυτή η μοναδική κυκλοφορία αποτελεί μέρος ενός αφιερώματος επτά μερών, με αφορμή τη 10η επέτειο του δεύτερου άλμπουμ του συγκροτήματος, “Across The Seventh Sea”, που κυκλοφόρησε αρχικά στις 27 Σεπτεμβρίου 2012. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα project που θα συνέβαινε μία φορά, έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο μουσικό ταξίδι, με κάθε κυκλοφορία να επανερμηνεύει τραγούδια από το αρχικό άλμπουμ, σε συνεργασία με μουσικούς και πολιτιστικές επιρροές από όλο τον κόσμο.
Μετά τις ιδιαίτερα επιτυχημένες κυκλοφορίες THE BLACK SEA (2022) και THE ATLANTIC OCEAN (2023), το THE IONIAN SEA συνεχίζει το ταξίδι με μια συλλογή δυνατών, πολιτισμικά εμπνευσμένων διασκευών που αντλούν από τον πλούτο της ελληνικής μουσικής παράδοσης.
Tracklist – THE IONIAN SEA
Τρώτε και πίνετε, άρχοντες
Alexander The Great
Λεβέντικος
The Evil That Men Do
Seven Deadly Sins
Το THE IONIAN SEA θα κυκλοφορήσει ως Double A-Side Vinyl, μαζί με το THE ATLANTIC OCEAN, τον Σεπτέμβριο του 2025, και συνεχίζει να αντικατοπτρίζει την αφοσίωση των Maiden uniteD στη μεταμόρφωση εμβληματικών κομματιών μέσα από διαφορετικούς πολιτισμικούς φακούς, προσφέροντας στους fans μια τολμηρή επανερμηνεία κλασικού υλικού, ενώ παράλληλα γιορτάζει την ουσία της συνεργασίας και της αφήγησης.
Αυτό το project παραμένει ανεξάρτητο από άλλες δραστηριότητες των Maiden uniteD και αποτελεί ένα ταξίδι με οδηγό το πάθος μέσα από τη μουσική, τη μνήμη και τη δημιουργικότητα σε παγκόσμια κλίμακα.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ – “From Mars to Sirius” – GOJIRA ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2005 ΕΤΑΙΡΙΑ – Listenable Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – GOJIRA ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ: Φωνητικά / Κιθάρες – Joe Duplantier
Κιθάρες – Christian Andreu
Μπάσο – Jean-Michel Labadie
Τύμπανα – Mario Duplantier
Το 2025 σηματοδοτεί την 20η επέτειο από την κυκλοφορία του “From Mars to Sirius”, του τρίτου στούντιο άλμπουμ των Γάλλων GOJIRA και σημείο καμπής τόσο για το συγκρότημα όσο και για τον σύγχρονο extreme metal ήχο.
To “The link” ήταν το πιο πετυχημένο άλμπουμ τους μέχρι τότε η υπογραφή συμβολαίου με τη Listenable Records τον Δεκέμβριο του 2004 τους βρίσκει να δουλεύουν σε ακόμη καλύτερες συνθήκες για την επερχόμενη τους δισκογραφική δουλειά. Οι ηχογραφήσεις έλαβαν χώρα στο Le Studio des Milans, ένα στούντιο που τα μέλη των GOJIRA έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια μέσα σε έναν παλιό αχυρώνα, τοποθετημένο κυριολεκτικά στη μέση του δάσους Landes, στη νοτιοδυτική Γαλλία. Η απόλυτη απομόνωση και η στενή επαφή με τη φύση ενέπνευσαν και διαμόρφωσαν βαθιά την ατμόσφαιρα του άλμπουμ, το οποίο είναι γεμάτο οικολογικούς και υπαρξιακούς συμβολισμούς. Η ευαισθησία του συγκροτήματος για το περιβάλλον και τους ωκεανούς, σε συνδυασμό με την έντονη και διαρκή ακτιβιστική τους δράση, οδήγησαν το “From Mars to Sirius” να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρισμένα και εμβληματικά metal άλμπουμ της δεκαετίας, με διεθνή απήχηση και διαχρονική επιρροή στη σκηνή.
Το “From Mars to Sirius” εξερευνά όχι μόνο τη ρύπανση των ωκεανών και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά και την ανάγκη για ριζική πνευματική αφύπνιση. Μια έκκληση για συνειδητότητα και μια υπενθύμιση πως ο πλανήτης μας είναι πολύτιμος. Ο Joe Duplantier εμπνεύστηκε το κεντρικό concept από την ελληνική μυθολογία, την αστρολογία και τα αρχέτυπα που σχετίζονται με τους πλανήτες. «Ήθελα να αφηγηθώ μια μετάβαση από μια κατάσταση πολέμου και σύγκρουσης προς ένα πιο φωτεινό, πνευματικό επίπεδο», ανέφερε ο Joe στη συνέντευξή του στο περιοδικό Decibel το 2018, με αφορμή την ένταξη του άλμπουμ στο Hall of Fame του περιοδικού. Πρόκειται για ένα φανταστικό ταξίδι από τον πόλεμο στην ειρήνη, με υπόβαθρο την αναγέννηση ενός νεκρού πλανήτη με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες και τις πνευματικές αναζητήσεις του Joe Duplantier να διατρέχουν ολόκληρο το concept, με αναφορές σε βιβλία όπως το “The Celestine Prophecy” και το “Life and Teachings of the Masters of the East” και τη new-age φιλοσοφία. Η ιδέα ήταν φιλόδοξη, αλλά υλοποιήθηκε χωρίς δισταγμό, με καθοδήγηση από το ένστικτο και το συναίσθημα και μουσικά οι GOJIRA ενισχύουν τον αφηγηματικό χαρακτήρα του άλμπουμ με περισσότερα μελωδικά περάσματα και ατμοσφαιρικά ιντερλούδια, χωρίς να θυσιάζουν τη βαρύτητα του ήχου τους. Η τεχνική ακρίβεια και η ρυθμική πολυπλοκότητα συνυπάρχουν αρμονικά με τις στιγμές ηρεμίας, δημιουργώντας ένα μουσικό σύμπαν γεμάτο ένταση και συναίσθημα. Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο Joe Duplantier, «το “From Mars to Sirius” είναι ένα ταξίδι κι όπως κάθε ταξίδι, έχει παύσεις, εναλλαγές και στιγμές γαλήνης».
Από την πρώτη κιόλας ακρόαση, ήταν φανερό πως οι GOJIRA είχαν κάνει ένα σημαντικό εξελικτικό άλμα σε σχέση με το “The link”. Για να προσδιορίσει κανείς τα σημεία αναφοράς τους, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους παρομοίασαν με συγκροτήματα όπως οι STRAPPING YOUNG LAD, MESHUGGAH, MORBID ANGEL και DARKANE. Ωστόσο, με τις επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, αναδεικνυόταν ολοένα και περισσότερο ο προσωπικός τους χαρακτήρας, καθώς και η ωριμότητα που συνήθως χαρακτηρίζει το τρίτο άλμπουμ ενός συγκροτήματος.
Παρότι το death metal υπόβαθρο των μελών παραμένει εμφανές, εδώ το συναντάμε σε μια μεταβατική, εξελικτική φάση, παρόμοια με αυτή που ακούσαμε σε δίσκους όπως το “Domination” (MORBID ANGEL) και το “Symbolic” (DEATH). Χαρακτηριστικό στοιχείο του riffing του Joe Duplantier αποτελεί το ξύσιμο των χορδών με την πένα, το λεγόμενο pick-scrape, το οποίο σε συνδυασμό με την έντονη παραμόρφωση, παράγει έναν απόκοσμο, σχεδόν βιομηχανικό ήχο. Με ουσιαστικό και τεχνικά καλοδουλεμένο παίξιμο, οι GOJIRA αποφεύγουν την παγίδα του εύκολου εντυπωσιασμού, επιλέγοντας να δώσουν έμφαση σε κάθε νότα. Ο Mario Duplantier ξεχωρίζει πίσω από τα τύμπανα, εντυπωσιάζοντας με το πόσο αβίαστα αποδίδει ακόμη και τα πιο απαιτητικά ρυθμικά μέρη. Η παραγωγή είναι υποδειγματική, προσφέροντας τον απαραίτητο χώρο σε κάθε όργανο, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στον ακροατή να βιώσει στο έπακρο το εύρος και τη δυναμική του άλμπουμ. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην κλιμάκωση του “Flying Whales”, καθώς και στις πιο επιθετικές και επιβλητικές στιγμές, όπως τα “Backbone”, “From the Sky” και “The Heaviest Matter of the Universe”, τα οποία αποτελούν μέχρι και σήμερα αναπόσπαστα μέρη στις συναυλίες τους.
Το “From Mars to Sirius’ απέσπασε ευρεία αναγνώριση και θετικές κριτικές, με τον βρετανικό Τύπο και κυρίως το περιοδικό Kerrang! να το αποθεώνει. Δημοσιογράφος του περιοδικού παρευρέθηκε στη συναυλία παρουσίασης του άλμπουμ στο Elysée Montmartre στο Παρίσι, τον Φεβρουάριο του 2006 και δημοσίευσε ένα ενθουσιώδες άρθρο που τράβηξε την προσοχή του κόσμου. Στις 19 Μαΐου 2006, οι GOJIRA εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα πλαίσια του The Great Escape στο Brighton, με την υποστήριξη του Kerrang!. Ακολούθησε η εμφάνισή τους στο Download Festival, η οποία αποτέλεσε καθοριστικό σημείο στην καριέρα τους, όπως έχει δηλώσει και ο Joe Duplantier. Η αυξημένη προβολή που απέκτησαν άνοιξε το δρόμο για τη διεθνή τους παρουσία. Μέχρι τότε οι GOJIRA εμφανίζονταν κυρίως στη Γαλλία και τις γύρω χώρες, αλλά σύντομα άρχισαν να επεκτείνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμμετέχοντας σε φεστιβάλ όπως το Hole in the Sky, το Brutal Assault, το Hellfest και το Tuska. Ωστόσο, η πιο σημαντική τους εμφάνιση στη Γηραιά Ήπειρο ήταν κατά τη διάρκεια της περιοδείας The Unholy Alliance στο Παρίσι, όπου άνοιξαν για ονόματα όπως οι CHILDREN OF BODOM, LAMB OF GOD, IN FLAMES και SLAYER.
Το “From Mars to Sirius” κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 2006 από την Prosthetic Records, συγκεντρώνοντας πάνω από 5.000 προπαραγγελίες μέσω της ιστοσελίδας της εταιρείας, ενώ ακολούθησε η ανάρτηση μιας διασκευής στο “Escape” των METALLICA. Το άλμπουμ ξεπέρασε τις 20.000 πωλήσεις τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς. Η περιοδεία για την προώθησή του περιλάμβανε περισσότερες από 220 συναυλίες παγκοσμίως, με το συγκρότημα να ταξιδεύει για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περιόδευσε στο πλευρό των CHILDREN OF BODOM, AMON AMARTH και SANCTITY. Το 2007 βρίσκει τους GOJIRA ξανά στις ΗΠΑ, αυτή τη φορά με τους MACHINE HEAD, LAMB OF GOD και TRIVIUM, ενώ ακολούθησε ευρωπαϊκή περιοδεία με τους TRIVIUM, ANNIHILATOR και SANCTITY. Η χρονιά ολοκληρώθηκε με ακόμη μία αμερικανική περιοδεία, δίπλα στους JOB FOR A COWBOY, BEHEMOTH και BENEATH THE MASSACRE.
Didyouknowthat:
Τον Μάιο του 2018, οι GOJIRAερμήνευσαν για πρώτη φορά ζωντανά το “Global warming” στο Silver Cord Studio, το νέο στούντιο του Joe Duplantier στη Νέα Υόρκη, που λειτουργεί ως βάση του συγκροτήματος. Το κομμάτι δεν είχε παιχτεί ποτέ live λόγω της τεχνικής του δυσκολίας και της συναισθηματικής του φόρτισης. Η απόφαση να το παρουσιάσουν ήρθε ως υπενθύμιση της διαρκούς σημασίας του μηνύματός του για την περιβαλλοντική ευθύνη, με το συγκρότημα να το χαρακτηρίζει «μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας» και να καλεί σε έναν τρόπο ζωής με σεβασμό προς τον πλανήτη. Η εμφάνιση, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Ιούνιο του 2018, συνοδεύτηκε από το μανιφέστο “We will see our children growing”, ως κάλεσμα για ενσυναίσθηση, δράση και βιώσιμο μέλλον.
Το βίντεο του “To Sirius” δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από διαδοχικές φωτογραφίες που προβάλλονται με μεταβαλλόμενες ταχύτητες, χωρίς τη χρήση παραδοσιακού κινηματογραφικού υλικού. Την παραγωγή ανέλαβε ο Alain Duplantier, ξάδερφος των αδερφών Duplantier των GOJIRA.
Το “From Mars to Sirius” έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα κορυφαία metal άλμπουμ όλων των εποχών, με το περιοδικό Rolling Stone να το κατατάσσει στη λίστα με τα 100 καλύτερα metal άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
January 19, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to