Saturday, February 14, 2026




Home Blog Page 2751

H.R. GIGER (1940-2014): “O καλλιτέχνης που έκανε εικόνα τον εφιάλτη του υποσυνείδητου”

0

giger faceΟ θάνατος ενός από τους πιο “metal” καλλιτέχνες που πέρασαν ποτέ από τον πλανήτη έχει συγκλονίσει την υφήλιο. Από την Τρίτη 13 Μαΐου ο Giger δεν είναι πλέον μαζί μας, αφήνοντας την τελευταία του πνοή από τραύματα, τα οποία προήλθαν από πτώση στη σκάλα του σπιτιού του. Σίγουρα ένας άδοξος θάνατος για έναν τέτοιο καλλιτέχνη που άγγιξε τα πιο κρυφά σημεία και τους φόβους του ανθρώπινου μυαλού κάνοντάς τους εικόνα.

Ο Giger γεννήθηκε το 1940 από πατέρα φυσικό ο όποιος προσπάθησε να τον σπρώξει προς την φαρμακευτική. Ευτυχώς (ή δυστυχώς για τα όνειρα μας που έγιναν εφιάλτες), ο Giger επηρεασμένος από τα σκοτεινά μονοπάτια της φαντασίας του H.P.Lovecraft και την τέχνη του παρανοϊκά ευφυή Salvador Dali, αποφάσισε να σπουδάσει αρχιτεκτονική και βιομηχανικό σχέδιο (Industrial). Στην πορεία επέτυχε τον απόλυτο συσχετισμό της μηχανής με το ανθρώπινο σώμα δημιουργώντας φανταστικούς εφιαλτικούς κόσμους σε ένα στυλ που ονομάστηκε “βιομηχανικό”, καταφέρνοντας να μπει στο υποσυνείδητο της ανθρώπινης ύπαρξης παρουσιάζοντας τους εσωτερικούς μας φόβους με έναν τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ.

giger oldΜε δουλειές όπως το αγαπημένο μου “Necronomicon” (1977) και “Necronomicon II” (1985) δεν ήταν δυνατόν να μην επηρεάσει όλους τους τομείς της τέχνης. Έτσι λοιπόν η δουλειά του εξαπλώθηκε σε ότι μπορεί να πάει το μυαλό σας.  Από ταινίες (με τα “Alien” να παραμένουν από τα πιο ανατριχιαστικά φιλμ που έχουν υπάρξει ποτέ), κόμικς και computer games, μέχρι μουσεία και μπαρ τα όποια φιλοτέχνησε ο ίδιος! Ξέρετε πολλούς καλλιτέχνες που εν ζωή, είχαν ήδη το δικό τους μουσείο τέχνης, κερδίζοντας έτσι από “Όσκαρ Οπτικών Εφέ” μέχρι μια θέση στο “Science Fiction and Fantasy” Hall of Fame το 2013.

Όπως ήταν φυσικό δεν ήταν δυνατόν να μην επηρεάσει με την δουλειά του και τον κόσμο της μουσικής. Από το πειραματικό ροκ μέχρι το ακραίο metal ο Giger επέλεγε ο ίδιος συνήθως που ήθελε πραγματικά να συνεισφέρει με την δουλειά του.
Από μια σειρά με κιθάρες της Ibanez που βγήκαν με την δίκια του μοναδική πινελιά, τα stage show της ανατρεπτικής γαλλίδας new wave/rock Mylène Farmer , το πρώτο επίσημο βιντεοκλίπ των Γερμανών punk rockers Böhse Onkelz και το stand του μικροφώνου του γνωστού τραγουδιστή τον KORN, Jonathan Davis, ο Giger φιλοτέχνησε και έναν αριθμό από εξώφυλλα που πολλά από αυτά είναι αναγνωρίσιμα σε πολλούς metalheads. Σε αυτά θα κάνουμε μια μικρή αναφορά ως φόρο τιμής σε αυτόν τον μοναδικό καλλιτέχνη που “έφυγε” από κοντά μας.

WALPURGIS – “The Shiver” (1969)
Για πρώτη φορά εξώφυλλο του Giger έγινε για την ελβετική ψυχεδελική ροκ μπάντα τους WALPURGIS. Απέκτησαν ένα  cult όνομα στο χώρο του krautrock και σε αυτό βοήθησαν πολύ οι  “ενοχλητικές”, για την εποχή, εικόνες του άλμπουμ.

elpEmerson Lake & Palmer – “Brain Salad Surgery “(1973)
Ο Giger ήταν φανατικός υποστηρικτής της μουσικής των ELP και ενθουσιάστηκε για την ευκαιρία που είχε να δημιουργήσει το εξώφυλλο του τέταρτου άλμπουμ τους.
Ο κανονικός τίτλος του άλμπουμ ήταν “Whip Some Skull on Ya” μια έκφραση που στην αργκό αναφερόταν στην πεολειχία! Ότι έπρεπε να εξιτάρει την διαστροφική φαντασία του Giger. Όταν είδε η δισκογραφική εταιρεία έκανε φυσικά την παρέμβαση της ώστε να αποκρύψουν όσο μπορούν το ανδρικό μόριο! Το εξώφυλλο είχε και το νέο logo των ELP το οποίο χρησιμοποιήθηκε από εκεί και μετά. Ο Giger αναφέρει στο βιβλίο του ότι ποτέ δεν πλήρωσαν το λογαριασμό για τα έργα τέχνης του γι’ αυτό το άλμπουμ. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι ένας σχεδιαστής που δούλευε με την μπάντα στο παρελθόν, προσπάθησε να πάρει τα εύσημα για το artwork. Το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθεί μετά από μερικούς μήνες σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. (Να αναφέρω εδώ ότι η Li Tobler, Ελβετίδα ηθοποιός η οποία διατηρούσε σχέση με τον Giger, αυτοκτόνησε το 1975 κατά την διάρκεια της σχέσης τους…).

 

ATTAHK – “Magma” (1978)
Οι Attahk μια Γαλλική prog rock μπάντα που ο mastermind της Christian Vander είχε δημιουργήσει δική του γλώσσα στους στίχους της μπάντας (με την ονομασία Zeuhl) δεν θα μπορούσαν να μην ταίριαζαν με μια προσωπικότητα σαν τον Giger. Τα δυο δαιμονικά μωρά που είναι στο εξώφυλλο τα λένε όλα.

frankenTHE DEAD KENNEDYS – “Frankenchrist”  (1985)
Το άλμπουμ ήταν ένα αντικείμενο της διαμάχης, λόγω μιας αφίσας που ήταν στο εσωτερικό του δίσκου. Η αφίσα με την ονομασία  “Τοπίο από πέη”, ήταν ένας πίνακας που απεικονίζει σειρές από πέη και αιδοία. Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος είχε παραπεμφθεί σε δίκη για διανομή επιβλαβούς υλικού σε ανηλίκους, αν και η υπόθεση δεν κατάληξε σε καταδίκη, ο Jello Biafra που είχε την εταιρία δίσκων οδηγήθηκε σχεδόν στην πτώχευση. Μόνο μέσα από την υποστήριξη των οπαδών κατάφεραν να μείνουν ζωντανοί. Ο Biafra κέρδισε την προσοχή, ως υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου, και ήταν στη συνέχεια ένα από τα πιο ενεργούς  αντιπάλους του Resource Center Parents Music.

megatherionCELTIC FROST – “To Mega Therion” (1985)
Ίσως ο γνωστότερος πίνακας στον κάθε οπαδό του Heavy Metal. Τα “Satan I” και “Victory II” τα οποία συναντάμε στο άλμπουμ των CELTIC FROST είναι από τα πιο ανατριχιαστικά δημιουργήματα του Ελβετού. Ο Giger έδωσε τα δυο έργα στον Tomas Gabriel Warrior δωρεάν, ώστε να χρησιμοποιηθούν για το artwork  και από τότε ξεκίνησε μια φιλία και συνεργασία σε όλα τα επίπεδα η οποία κράτησε μέχρι και σήμερα.

STEVE STEVENS – “Atomic Playboys” (1989)
Το πρώτο άλμπουμ του κιθαρίστα του Billy Idol και Vince Neil, είχε στο εξώφυλλο ένα κομμάτι του Giger το οποίο ήταν και το λιγότερο προκλητικό που έκανε ο Ελβετός καλλιτέχνης. Αυτό θα ήταν και το τελευταίο έργο που πήρε σαν ανάθεση από δισκογραφική εταιρεία ο Giger.

atrocityATROCITY – “Hallucinations” (1990)
Οι Γερμανοί death metallers χρησιμοποίησαν το έργο “Hommage an S Becket I” για να ντύσει  το ντεμπούτο τους “Hallucinations”, που έδωσε ένα περισσότερο απόκοσμο συναίσθημα στο γενικότερο κλίμα του άλμπουμ.

CLEPSYDRA – “Hologram” (1991)
Για του Ελβετούς prog rockers, ο Giger δημιούργησε ένα από τα ιδιαίτερα γλυπτά του για να κοσμήσει το εξώφυλλο τους.

DANZIG – “How the Gods Kill” (1992)
Μια από τις συνεργασίες που ΕΠΡΕΠΕ να γίνουν. Ο Evil Elvis (aka Glen Danzig) βρήκε τον τέλειο εκφραστή της παρανοϊκής του μουσικής στη ζωγραφική του Giger.
Το εξώφυλλο του album είναι ένας πίνακας του 1976 που ονομάζεται “Meister und Margeritha” (Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα) από τον HR Giger. Για το εξώφυλλο του άλμπουμ, o Giger τροποποίησε την αρχική ζωγραφική ελαφρώς, καλύπτοντας  το κάθετο πέος “του Άρχοντα” με ένα στιλέτο που φέρει την ερμηνεία του Giger στο σύμβολο του Danzig.

carcassCARCASS – “Heartwork” (1993)
Άλλο ένα πολύ αναγνωρίσιμο εξώφυλλο για κάθε οπαδό του metal που σέβεται τον εαυτό του. Το τέταρτο άλμπουμ των CARCASS ήταν το άλμπουμ που συνεργάστηκαν με τον Ελβετό καλλιτέχνη αλλά και αυτό που ουσιαστικά έκανε το “breakthrough” της μπάντας, όντας το πιο αξιομνημόνευτο μέχρι σήμερα (ακριβώς όπως και στην περίπτωση των CELTIC FROST). Το γλυπτό που απεικονίζεται στο εξώφυλλο, “Life Support 1993”,  είναι μια ενημερωμένη έκδοση από ένα γλυπτό που δημιούργησε o Giger στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

HIDE – “Hide Your Face” (1994)
Το ντεμπούτο του γιαπωνέζου altenative/hard rock καλλιτέχνη HIDE είναι μια αναπαραγωγή μιας μάσκας που φιλοτεχνήθηκε από τον H.R.Giger

DR.DEATH – “Somewhere in Nowhere” (1999)
Το δεύτερο άλμπουμ των Γερμανών Industrial Gothic Metallers δανείστηκε στο εξώφυλλο το έργο του Giger, “Birth Machine”.

eparisterajpgTRIPTYKON -“Eparistera Daimones” (2010)
25 χρόνια μετά το “Το Mega Therion” η συνεργασία σχέση Giger / Tom Warrior παίρνει και πάλι μπρος. Ένα έργο ζωγραφικής του 1975,  με τίτλο “Vlad Tepes” κόσμησε το εξώφυλλο του πρώτου άλμπουμ της νέας προσπάθειας του Warrior προς την ακουστική άβυσσο. Το άλμπουμ περιλαμβάνει επίσης την τέχνη του Vincent Castiglia, ένας διακεκριμένος Αμερικανός καλλιτέχνης που ζωγραφίζει αποκλειστικά με ανθρώπινο αίμα.

TRIPTYKON – “Melana Chasmata” (2014)
Το δεύτερο άλμπουμ των TRIPTYKON έμελε να είναι και το τελευταίο με κάποιο έργο του Giger στο εξώφυλλο. Έκλεισαν έτσι τριάντα χρόνια συνεργασίας του με το πνευματικό του παιδί, τον Tomas Gabriel Warrior.
Μια τεράστια προσωπικότητα της τέχνης έφυγε, η δουλειά του όμως θα ζει για πάντα στους εφιάλτες μας. R.I.P.

Υ.Γ.  Σε λίγες μέρες θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Warrior με πολλές λεπτομέρειες για την συνεργασία και τον άνθρωπο Giger.

Γιώργος Καραγιάννης

KVOHST: “Αφιέρωμα σε μία πολυσχιδή προσωπικότητα”

0

Ο Kvohst (κατά κόσμο Mat McNerney) είναι αναμφισβήτητα μία από τις πιο ιδιαίτερες καλλιτεχνικές φιγούρες της σύγχρονης μουσικής σκηνής. Καλλιεργώντας το πηγαίο του χάρισμα στο να δημιουργεί δαιμονικά πορτραίτα με τις εξωκοσμικές φωνητικές του ικανότητες, δεν έμεινε στάσιμος ποτέ σε όλη την μακρόχρονη μουσική του πορεία. Πάντα απρόβλεπτος και αντισυμβατικός, δεν έπαψε ποτέ να εξελίσσεται, ιδιοποιώντας κάθε φορά το αποτέλεσμα οποιασδήποτε νέας πρόκλησης συναντούσε στα συγκροτήματα που περνούσε. Σε αυτό το άρθρο δε πρόκειται να διυλίσουμε τον κώνωπα. Δεν πρόκειται να παραδώσουμε πτυχιακή εργασία ούτε στο τμήμα Μουσικών Σπουδών, ούτε στο τμήμα Ιστορία της Τέχνης. Στόχος μας είναι να συνδέσουμε τα σημεία που ορίζουν την μουσική πορεία του Mat McNerney, με τρόπο συνοπτικό και ουσιαστικό.

Vomitorium CoverΟ Mathew Joseph McNerney γεννήθηκε το 1978 στην Αγγλία. Κι όμως, μπορεί οι περισσότεροι που τον γνωρίσαμε μετά το “Supervillain Outcast” των DØDHEIMSGARD να υποθέταμε ότι κάπου από την Σκανδιναβία μας έρχεται, μπορεί τα τελευταία αρκετά χρόνια να έχει ζήσει στην Ολλανδία, Νορβηγία και πιο πρόσφατα στην Φινλανδία, ωστόσο ο Kvohst είναι Βρετανός. Η πρώτη καταγεγραμμένη κυκλοφορία, σύμφωνα με την Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Metal ήταν η demo κασέτα “Hauriam Oscula De Te” το μακρινό (πια) 1994 με τους VOMITORIUM. Υπογράφοντας με το “παιδικό” Mat, σε ηλικία μόλις 16 ετών, παίρνει την θέση του πίσω από το μικρόφωνο και την κιθάρα για να παίξει “ακραίο”, για την εποχή, black metal. Αν πω ότι το συγκεκριμένο δείγμα αποτελεί ένδειξη για το τι θα γινόταν αργότερα θα γινόμουν τουλάχιστον γραφικός. Έτσι λοιπόν αφήνοντας στην άκρη τα εκ των υστέρων συμπεράσματα, μένουμε στο ότι το πρόσωπο που ύστερα γνωρίσουμε ως Ionman ή Mat McMercenery ή Kvohst παραθέτει τα πρωτόλεια της μελλοντικής του πορείας μέσα από αυτή την κασέτα.

Aubrey Beardsley the climax 1893Το επόμενο βήμα για τον Mathew McNerney έρχεται ένα χρόνο μετά, από την ίδια μπάντα, κάτω όμως από διαφορετικό όνομα. Σαν THE TRAGEDIANS, αυτή την φορά κυκλοφορούν την κασέτα “Krull” (1995). Σήμερα η τύχη της αγνοείται, αφού στον παγκόσμιο ιστό δεν φαίνεται σχεδόν πουθενά καταχωρημένη. Μη μπορώντας να πούμε κάτι παραπάνω για το πώς θα ηχούσε, μένουμε στο εξώφυλλό της που προέρχεται από το σκίτσο “The Climax” του βρετανού εικονογράφου Aubrey Beardsley (1872-1898), ο τίτλος του οποίου κρίνεται τουλάχιστον προφητικός. Σημειωτέον ότι η χρονιά κυκλοφορίας αυτής της κασέτας συμπίπτει με την κυκλοφορία του θρυλικού “Kronet Til Konge” των DØDHEIMSGARD.

Η πρώτη σοβαρή μουσική απόπειρα έρχεται μετά από μια πενταετία, όταν δημιούργησε τους VOID. Αρχικά με το ψευδώνυμο Ion έγραψε μόνος του δύο Ep, το “Designer Disease” (2000) (ένα δείγμα του οποίου μπορείτε να ακούσετε εδώ) και το “Process” (2001), με την μουσική κατεύθυνση να είναι σαφώς πιο πειραματική, με ένα πολύ πρώιμο πάντρεμα black-industrial να είναι στα σκαριά. Την ίδια χρονιά τα δεδομένα αλλάζουν άρδην. Στην μπάντα προστίθεται στις κιθάρες ο Matt Jarman, a.k.a. OCD (ο οποίος διατηρεί το συγκρότημα μέχρι σήμερα) αλλά και ο τιτανοτεράστιος Carl-Michael Eide. Μικρή παρένθεση. Ο εν λόγω κύριος για όσους δεν ξέρουν, έχει συμμετάσχει κάτω από το όνομα Czarl σε συγκροτήματα όπως ULVER (στις πρώτες τρεις ανεπίσημες κυκλοφορίες τους “Vargnatt”, “Rehearsal 1993”, “Mysticum/Ulver”), DØDHEIMSGARD (στο αξεπέραστο “666 International”) και VIRUS (από την ίδρυσή τους), ενώ με το ψευδώνυμο Aggressor πρακτικά είναι οι INFERNÖ και κατά το ήμισυ οι ΑURA NOIR και (βασικότερα) VED BUENS ENDE. Αυτός λοιπόν ο τύπος πέρασε μόνο για το “Demo #1”από τους VOID, ψημένος για το συγκεκριμένο είδος αφού μόλις έναν χρόνο πιο πριν είχε γράψει τα ντραμς στο “666 International”. Το 2003 Mat McNerney υπογράφει πια ως Ionman και μαζί με τον OCD, κυκλοφορούν το πρώτο full-length “Posthuman” (ακούστε το ολόκληρο εδώ ). Η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά συγγενεύει πολύ με το “Street cleaner” (1989) των GODFLESH, σε μια πιο επιθετική άποψη και μια πιο blackχροιά. Ωστόσο όπως αναφέρει κι ο ίδιος ο Mat McNerney“…με τους VOID η υπόθεση ξεφούσκωνε. Ένιωθα σαν να είχαμε φύγει από την αρχική μας πορεία και ότι ποτέ δεν πραγματοποιούσαμε τις αρχικές μας ιδέες. Το album (σ.σ. Posthuman) υπέφερε από την μη ύπαρξη ντράμερ. Το σχέδιο ήταν να φτιάξουμε κάτι μεταξύ VOIVOD και Tom Waits και μοντέρνο 90’s black metal” και συμπληρώνει “…ήταν η καλή θέληση και η πίστη ατόμων όπως ο Satyr και ο Samoth, που βοήθησαν στην κυκλοφορία του δίσκου από την Nocturnal Art.” (διαβάστε περισσότερα από την συνέντευξη εδώ). Έτσι λοιπόν, το μονότονο ψυχρό drum-machine, καθώς κι η αίσθηση ότι ένας ενδεχόμενος δεύτερος δίσκος δεν πρόκειται να ξεπεράσει την ποιότητα του πρώτου, ώθησαν τον Mat McNerney στην πόρτα της εξόδου από τους VOID, ενώ βρισκόταν ήδη με το ένα πόδι στο κατώφλι των CODE.

Code 2009 Inferno Metal Festival OsloΟι CODE στην ουσία είναι η μετεξέλιξη των Seasonal Code, ενός προσωπικού project του Andrews McIvor ή αλλιώς Aort, που κυκλοφόρησε τρία demo την περίοδο 1998-2001. Μαζί με τον Mat McNerney, που υπογράφει για πρώτη φορά ως Kvohst, σχηματίζουν το συγκρότημα κι έχοντας κάποιον Cthonian να σιγοντάρει στα φωνητικά γράφουν το πρώτο τους demo “Neurotransmissions: Amplified Thought Chemistry” τον Μάρτιο του 2002. Αυτή η κυκλοφορία φθάνει μεταξύ άλλων σε κάποιους φίλους τους στην Νορβηγία, όπου την ακούει ο Vicotnik (ιδρυτικό μέλος των DØDHEIMSGARD και VED BUENS ENDE) και προσφέρεται για την θέση του μπασίστα, με το όνομα Viper. Το lineup, πριν την πρώτη επίσημη κυκλοφορία κλείνει με τον AiwarikiaR στα drums (γνωστός κι από το πέρασμά του από τους ULVER στους τέσσερις πρώτους δίσκους τους). Το “Nouveau Gloaming” κυκλοφόρησε το 2005 από μια θυγατρική της Spinefarm Records, Spikefarm, και εν πολλοίς έβαλε το νερό στ’ αυλάκι για την μετέπειτα μουσική πορεία του Kvohst. Πρόκειται για ένα avant-garde/black metal αριστούργημα, που για την δημιουργία του χρειάστηκε η πλήρης απομόνωση της μπάντας το 2003 κάπου στα βόρεια της Φινλανδίας. Μέσα στον επόμενο χρόνο ο ίδιος ο Vicotnik επιμελήθηκε την μίξη και το master του δίσκου, που φέρνει πολύ στον απόκοσμο ήχο των ANAAL NATHRAKH.  Στο “Nouveau Gloaming” ο Kvohst βάζει τις πρώτες πινελιές στον καμβά της πολυδιάστατης μουσικής του ταυτότητας. Ο ακροατής της εποχής δεν έχει την παραμικρή ιδέα ότι δεν πρόκειται για έναν ακόμα τραγουδιστή που αρέσκεται να ακροβατεί μεταξύ ακραίων και καθαρών occult φωνητικών. Ο Kvohst αποκαλύπτει για πρώτη φορά το πραγματικό του πρόσωπο.

Code Resplendent Grotesque 2009Τα επόμενα χρόνια θα τα περάσει κοντά στην μπάντα όπου το πεπρωμένο τον οδηγούσε. Η συμμετοχή του στο “Supervillain Outcast” (2007) των DØDHEIMSGARD, θα αναλυθεί παρακάτω, μιας και ο φάκελος CODE δεν έκλεισε τόσο εύκολα για τον ίδιο. Με τον AiwarikiaR να αποχωρεί από την μπάντα και τον ICS Vortex (ARCTURUS, DIMMU BORGIR) να θέτει υποψηφιότητα για τα φωνητικά των CODE, ο Aort μαζί με τον Vicotnik προτείνουν τελικά στον Kvohst να επιστρέψει για τον πρώτο δεύτερο δίσκο της καριέρας. Το “Resplendent Grotesque” κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2009 από την Tabu Records κι ήταν ο δίσκος που δικαίως έδωσε στον Kvohst την πρώτη του υποψηφιότητα για το μουσικό βραβείο Spellemannprisen, αντίστοιχα των Grammy. Μιλάμε για έναν ξεχωριστό δίσκο, όπου οι μουσικές συνθέσεις γίνονται πιο μινιμαλιστικές (στα λογικά πάντα όρια του είδους) ενώ στο προσκήνιο έρχονται για άλλη μια φορά οι φωνητικές δεξιότητες του Kvohst, οι οποίες είναι αισθητά αναβαθμισμένες μετά την θητεία του στους DHG, ενώ για πρώτη φορά αρχίζει να διαφαίνεται η λυρικότητα που θα συναντήσουμε αργότερα σους HEXVESSEL.Το lineup του δίσκου κλείνει ο Adrian Erlandsson των θρυλικών AT THE GATES, η παρουσία του οποίου δίνει μια ξεχωριστεί επιθετικότητα στο τελικό αποτέλεσμα. Η παραμονή του Kvohst στην μπάντα διήρκησε μέχρι το 2011, αφού οι υποχρεώσεις του στα άλλα του  project θα τον ανάγκαζαν να αναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες του.

Και τώρα έφτασε η ώρα για τους περισσότερους που ξεκίνησαν να διαβάζουν αυτό το άρθρο. Η μεταγραφή του Kvohst από τους CODE στους DØDHEIMSGARD, η οποία μπορεί να βασίστηκε στην γνωριμία του με τον Vicotnik, ωστόσο αυτή δεν ήταν από μόνης της αρκετή για να πραγματοποιηθεί η επιθυμητή συνένωση αυτών των δύο μουσικών μεγεθών. Και μεταξύ μας δεν είναι παράλογο, αφού ο Aldrahn είχε δημιουργήσει ένα φανατικό κοινό υποστηρικτών και η αντικατάστασή του αποτελούσε ένα μεγάλο ρίσκο για το συγκρότημα. Μάλιστα ο ίδιος ο Clandestine είπε στον Kvohst όταν τον πρωτοσυνάντησε: “Δεν μου αρέσουν τα φωνητικά σου, είμαι μεγάλος οπαδός του Aldrahn, αλλά σέβομαι τον ενθουσιασμό σου”. Η ένταξη του Kvohst στο συγκρότημα έγινε με αργά και σταθερά βήματα, αφού έπρεπε συνεχώς να αποδεικνύει τόσο την αξία όσο και την καινοτομία των φωνητικών του. Αξίζει να αναφερθεί πως ενώ βρισκόταν στην διαδικασία της ένταξης του στο συγκρότημα ο Vicotnik πήρε άρον άρον από την Αγγλία, με προορισμό την Νορβηγία και συγκεκριμένα το σπίτι του ίδιου του Bjørn Aldrahn. Όπως αναφέρει ο ίδιος “o Vicotnik ήξερε τι έκανε, και ήταν μια ωραία ιδέα πιστεύω, αφού έτσι έδειχνε ότι όλοι παραμένουν φίλοι κι ότι αυτό ήταν ο πυρήνας της μπάντας, εμπιστοσύνη, φιλία και ενότητα”.

vic supervillain outcast
Στα του δίσκου τώρα, ο οποίος κυκλοφόρησε από την εταιρεία του Satyr, Moonfog Productions, το 2007. Ο Aldrahn είχε κουβαλήσει στους DHG την εντροπία του. Ο Kvohst έφερε μαζί του την τεχνική του, την συγκρότησή του και την προφορά του. O συγκριτικά σχετικά ψυχρός, αποστασιοποιημένος, τεχνικά άρτιος, ρυθμικά αυστηρότατος τρόπος με τον οποίο καταθέτει τις φωνητικές γραμμές, βρυχώμενος, τραγουδώντας ή απλά φωνάζοντας, ταίριαξε απόλυτα στο όραμα του Vicotnic για το “Supervillain Outcast”. Το χάος είναι οργανωμένο, στην απόγνωση και στον θυμό υπάρχει δομή.  Συγκρίνοντας τις πρώιμες εκδοχές των διαθέσιμων κομματιών πριν την ένταξη του Kvohst με το τελικό αποτέλεσμα, μπορεί κανείς να “ακούσει” τον χαμένο σύνδεσμο της δομής και της συγκρό(ά)τησης, που ουσιαστικά κάνει την διαφορά από την υπομανιακή κατάσταση (επιπέδου “Symptom”) των μεν στο μετά-αποκαλυπτικό “Supervillain Outcast”. Άλλωστε όπως δηλώνει κι ο ίδιος “…το να συμμετέχω ως τραγουδιστής και να συνεισφέρω με μια ερμηνεία στο Supervillain για την οποία είμαι περήφανος, είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ενήλικης ζωής μου”. Κι όντως ήταν μεγάλο το επίτευγμα, αφού στο τερατώδες οικοδόμημα του Aldrahn, ο Kvohst κατάφερε να σταθεί πλάι του επάξια, αποκαλύπτοντας τους δικούς του δαίμονες.

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Supervillain” o Kvohst ξεκινάει δύο εκ διαμέτρου αντίθετα project, τους DECREPIT SPECTRE και τους GANGRENATOR. Ήδη έχει αποκτήσει το status εξαιρετικού μουσικού και frontman και αυτό του εξασφαλίζει δημιουργική ελευθερία και ενδιαφέρουσες συνεργασίες.

decrepitspectre
Οι DECREPIT SPECTRE δίνουν άπλετο χώρο για “καθαρό” πειραματισμό, τόσο μουσικά όσο και φωνητικά. Είναι πιθανότατα η πρώτη φορά (εκείνη την εποχή τουλάχιστον) που ο Kvohst εξερευνά και αναπτύσσει τις φωνητικές του δυνατότητες σε όλο τους το εύρος, χωρίς να αναφέρεται κάπου άλλου (είτε μιλάμε για άλλον τραγουδιστή, είτε μιλάμε για άλλο μουσικό είδος). Σε ένα EP που διαρκεί λιγότερο από είκοσι λεπτά, έχοντας φτύσει στα άλλα projects όλο το πλεόνασμα επιθετικότητας που διέθετε, ο Kvohst ξεδιπλώνει ένα καινούριο συναισθηματικό και δυναμικό φάσμα. Αξίζει να αναφερθεί ότι στους DECREPIT SPECTRE συναντά ξανά τον Andy McIvor (a.k.a. Aort), από τους CODE, ενώ το “Coal Black Hearses” (2008) κυκλοφόρησε από την Paradigms Recordings.

 

Ο Kvohst από την άλλη απολαμβάνει αυτό που κάνει στους GANGRENATOR (στους οποίους συμμετέχει, ειρωνικά, ως McMercenery) και το παίρνει απολύτως στα σοβαρά: brutal old school death/grind, με σολαρίσματα και χιούμορ. Πέραν των στίχων, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τις φωνητικές γραμμές: στυλιστικά, σε πρώτο επίπεδο, παραμένει πιστός στις νοσταλγικές 80’s αναφορές, και από εκεί ξεδιπλώνει μία σειρά brutal δυνατοτήτων (εξαιρετικό παράδειγμα διαφορετικών υφών το “Miniature Limb Collection”). Λίγο πριν αφήσει πίσω του τον ακραίο εαυτό του, ο Kvohst κυκλοφορεί ένα self-financed demo, “Imminent Gangrene” (2008) και μια full-length κυκλοφορία ονόματι “Tales from a Thousand Graves” (2010) με την Apocalyptic Empire Records.

Η νέα σελίδα στη ζωή του Mat McNerney με τον γάμο του και τη μετακόμιση στη Φιλανδία δε θα μπορούσε να μη συνοδευτεί και από μία νέα μουσική αρχή. Έτσι στρεφόμενος στη φύση και τον παγανισμό για έμπνευση, ξεκινάει τους HEXVESSEL, αρχικά ως σόλο project, όπου με τη βοήθεια εκλεκτών φίλων/συνεργατών (θα δούμε ξανά τον Aort πίσω από την κιθάρα) κυκλοφορεί το “Dawnbearer” (2011) που τους συστήνει στο κοινό. Ο ήχος είναι ανάλογα απλός, προσγειωμένος και ειλικρινής, βγάζοντας στην επιφάνεια μια νέα πτυχή του ταλέντου του μέσα από τις folk και ψυχεδελικές επιρροές του. Το άλμπουμ αυτό μπορεί  να αποτελεί ένα ιδανικό soundtrack για τα καλοκαιρινά βράδια, ωστόσο είναι φανερό πως στη συνέχεια οι HEXVESSEL (που μετατρέπονται σε πλήρη μπάντα με 8 μέλη) έχουν ξεκάθαρα εξελικτικά βήματα παρουσιάζοντας μια γκάμα επιρροών πέρα από τα όρια του darkfolk/neofolk (folk rock, jazz, psychedelic rock κ.ά) του ντεμπούτου, καθιστώντας τους μια από τις πιο ποιοτικές μπάντες στον ευρύτερο ήχο μετά από 2 full length “Dawnbearer” και “No Holier Temple” (2012) και ισάριθμα EP, “Vainolainen” (2012) και “Iron Marsh” (2013). Κύριος λόγος γι’ αυτό όπως και για την αυξανόμενη δημοτικότητά τους είναι ο Βρετανός, μιας και εκτός από βασικός συνθέτης κάνει τη διαφορά και στον τομέα των φωνητικών. Προσαρμοσμένος στο νέο ύφος της μπάντας εκπέμπει μια σαγήνη που ίσως να μην ήταν εντελώς άγνωστη (βλ. CODE) αλλά σίγουρα πρωτοφανής σε τέτοια επίπεδα. Σε συνδυασμό με την έφεσή του στη λυρική/ποιητική πλευρά της στιχουργικής, δημιουργεί πολύ έντονες και παραστατικές εικόνες στον ακροατή, κυρίως από τον ρόλο του παραμυθά/αφηγητή. Χωρίς αμφιβολία, ο Kvohst στα πιο ταξιδιάρικά του.

Beastmilk01
Η Φιλανδία αποδεικνύεται μεγάλη πηγή έμπνευσης για τον Kvohst μιας και λίγους μήνες μετά την μετακόμιση του στο Ελσίνκι και τη δημιουργία των HEXVESSEL, ο Βρετανός καταπιάνεται με τη δεύτερη φουλ ενεργή του μπάντα. H μουντάδα της Σκανδιναβικής χώρας, μαζί με την ανάγκη του ίδιου και του συνιδρυτή των BEASTMILK, Goatspeed, για πιο άμεση rock/punk μουσική γέννησαν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και πλέον συζητημένες στους ανάλογους κύκλους, μπάντες. Είχε ενδιαφέρον αν μη τι άλλο να βλέπεις μεταλλάδες (που το άκουσαν λόγω του όλου background) αλλά και πάνκηδες/ποστπάνκηδες να κράζουν για τους ίδιους λόγους αλλά από την ανάποδη οπτική, ο καθείς από το στρατόπεδό του. Εκτός αυτού όμως, η μπάντα κυρίως με το full-length“Climax” (2013) προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού σε μεγάλη γκάμα μουσικόφιλων, αν και τα προηγηθέντα “White Stains On Black Tape” demo (2010) και “Use Your Deluge” EP (2012) είχαν ήδη κάνει έναν σχετικό ντόρο και προϊδέαζαν για το ντεμπούτο. Εκεί ο Kvohst, αν και χρησιμοποιεί ως φόντο και πάλι την αγαπημένη του αποκαλυπτική θεματολογία παρουσιάζει μια πιο έντονη κοινωνικοπολιτική συνείδηση, ενώ φαντάζει περισσότερο ανθρώπινος, συναισθηματικός και αισθησιακός ακόμα, σε σχέση με τις προηγούμενες μουσικές του εμπειρίες. Αυτή η γήινη (παραδόξως) αίσθηση επάγει ως επακόλουθο και μια μεγαλύτερη αμεσότητα και ειλικρίνεια και συνεπώς εντονότερη μουσική εμπειρία για τον ακροατή. Σε απόλυτη αρμονία και οι μεθυστικές φωνητικές γραμμές του, που είναι ίσως ό,τι πιο εθιστικό έχει παραδώσει σε αυτόν τον τομέα από την αρχή της καριέρας του, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα σε όσους είχαν ακόμη αμφιβολίες, ότι θα μπορούσε να τραγουδήσει σχεδόν τα πάντα.

Κάπως έτσι φθάνουμε στο κοντινό παρόν της μουσικής πορείας του Mat McNerney. Αν αναλογιστείτε ότι μόλις στα 36 του χρόνια έχουμε να γράψουμε τόσα πολλά για τον συγκεκριμένο κύριο, φανταστείτε τι σε 10 χρόνια από τώρα πόσες παραγράφους θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτό το άρθρο. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο για το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι του McNerney, είναι ότι όσα προσωπεία κι αν φορέσει, όσους ρόλους κι αν υποδυθεί, όσες όψεις κι αν αλλάξει, θα παραμείνει ακέραιος, κληροδοτώντας σε κάθε του απόπειρα ένα μόνο κομμάτι από τις ενδότερες πνευματικές του αναταράξεις.

Κείμενο: Μαριλένα Σμυρνιώτη, Νίκος Χασούρας, Νίκος Ζέρης

Οι φωτογραφίες από την ζωντανή εμφάνιση των CODE (2009) και DØDHEIMSGARD (2007) στο νορβηγικό φεστιβάλ Inferno προέρχονται από το αρχείο του Κώστα Κανδυλιώτη.

Το artwork για το infographic poster επιμελήθηκε ο Χρήστος Σκούρας.

Μπορείτε ν’ ακούσετε την αντίστοιχη διαδικτυακή κασέτα/συλλογή, με ενδεικτικά κομμάτια απ’ όλη την μέχρι σήμερα πορεία του Βρετανού μουσικού.

infografic big file

Αφιέρωμα: AMON AMARTH

0

Δεν ξέρω αν μας ήρθαν απευθείας από το The Golden Hall ή αν ερχόμενοι πέρασαν μία βόλτα και από το Golden Mall στο Μαρούσι, αλλά οι AMON AMARTH συνεχίζουν αυτό το victorious march τους και το κάνουν με συνεχή και αυξανόμενη επιτυχία.

Στις 9 και 10 Μαΐου θα επισκεφθούν για ακόμα μία φορά τη χώρα μας, σε Αθήνα (Fuzz) και Θεσσαλονίκη (Principal) αντίστοιχα και υπόσχονται, όπως κάθε φορά, ένα σόου γεμάτο δύναμη, μελωδίες, αλλά και το ταξίδι στη Νορβηγική μυθολογία, μέσα από τους στίχους τους.

Τέταρτη φορά για την Αθήνα που θα υποδεχτεί τους Βίκινγκς, με την πρώτη να είναι τον Μάιο του 2007 στο Gagarin, στα πλαίσια της περιοδείας του “With Oden on our side”, με ένα setlist που τσάκιζε κόκαλα και τη δεύτερη, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου του 2009 στο παλιό Fuzz (Λ. Βουλιαγμένης 22), στην περιοδεία του “Twilight of the thunder God”, με τον Hegg να βγάζει έναν «εκλεπτυσμένο», «ερωτικό» και γεμάτο καθαρά συναισθήματα «αγάπης» λόγο, έτσι, για το καλό της ημέρας, κλείνοντας με ένα «αισθησιακό» και σε κάτι σαν Ελληνικά, “να γκαμάτε”. Η τρίτη φορά ήταν τον Απρίλιο του 2012, για την περιοδεία του “Surtur rising”, στο νέο πλέον Fuzz, όπου θα παίξουν και τώρα. Η Θεσσαλονίκη είχε τη χαρά να τους δεί μόνο μία φορά μέχρι σήμερα, το 2009, πάλι στο Principal, για τα μεθεόρτια του Αγίου Βαλεντίνου.
AmonAmarth 4Οι AMON AMARTH live δεν είναι αυτό που λέμε «μηχανάκια» παικτικά. Ούτε βιρτουόζοι ήταν ποτέ (καμία σχέση όμως), ούτε από τις μπάντες που (παικτικά) τις βλέπεις και έχουν κάτι ιδιαίτερο να σου πουν. Δεν το χρειάζονται όμως και άλλωστε η μουσική και ειδικά το metal δεν είναι μόνο θέμα δεξιότητας, αλλά (κυρίως) θέμα συνθετικής ικανότητας. Και οι Σουηδοί είναι μία μπάντα που βγαίνει στη σκηνή και έχει όλο το απαραίτητο riffing και δόμηση των κομματιών που σε «κουνάει» και σε «κουνάει» για τα καλά! Βασικά και να μη θες να κουνηθείς, κάνε κάνα αστείο να σε δει ο Hegg και να κατέβει καμία βόλτα από κάτω και τα λέμε.

Κι αν το 2012 είχαν έρθει σε μία κάπως μεταβατική δισκογραφικά περίοδο, έχοντας κυκλοφορήσει τους δύο πιο αμφιλεγόμενους δίσκους τους (“Twilight of the thunder God” και “Surtur rising”), τώρα έρχονται έχοντας επιστρέψει στις πολύ καλές κυκλοφορίες με το “Deceiver of the Gods” (διαβάστε την παρουσίασή του). Η πολύ χαμηλή τιμή εισιτηρίου, ειδικά για τα δεδομένα της εμπορικότητας της μπάντας, είναι ένας λόγος παραπάνω που δεν πρέπει κάποιος οπαδός της να χάσει αυτό το live, και πόσο μάλλον αν δεν τους έχει ξαναδεί ποτέ.

Το να κάτσουμε να αναλύσουμε ένα προς ένα τα άλμπουμ των AMON AMARTH είναι λίγο περιττό, οπότε ας δούμε λίγα στοιχεία για τη μπάντα και τα μέλη της, χωρίς προφανώς ίχνος «ξερολίασης», πράγμα που πάντα γουστάραμε σαν μεταλλάδες άλλωστε.
Άντε και καλό μας live!

amon-amarth-03•    Στο ντεμπούτο τους, “Once sent from the Golden Hall”, πίσω από τα τύμπανα βρίσκεται ο Martin Lopez, ο οποίος έφυγε από τη μπάντα για να μπει στους OPETH, με τους οποίους ηχογράφησε από το “My arms” μέχρι και το “Ghost reveries”. Μηχανικός δίσκου στο ίδιο άλμπουμ, ήταν ο πανταχού παρών και πολυπράγμων «θεούλης» Peter Tagtgren (HYPOCRISY, PAIN).
•    Ο αντικαταστάτης του Lopez και μέχρι και σήμερα drummer των AMON AMARTH, Fredrik Andersson, έπαιζε επίσης και στους A CANOROUS QUINTET (έχοντας ξεκινήσει σαν κιθαρίστας), τους Σουηδούς melodic death metallers που είχαν κυκλοφορήσει το 1996 το πολύ καλό “Silence of the world beyond”, στο οποίο εκτός από drums έχει παίξει και τα πλήκτρα. Όλα τα μέλη των A CANOROUS QUINTET, οι οποίοι διαλύθηκαν το 1999, συνεχίζουν σήμερα ως THIS ENDING.
•    O Fredrik Andersson, εκτός από drummer, κιθαρίστας, αλλά και πληκτράς, είναι και παραγωγός, έχοντας μάλιστα δουλέψει με τους UNLEASHED στο “Warrior” (1997) αλλά και στη συλλογή “Viking raids 1991-2004” (2008).
•    O J ohan Hegg δεν έχει κάνει ποτέ στη ζωή του μαθήματα φωνητικών.
AmonAmarth1 magnum•    Εκτός των AMON AMARTH, μπορείτε να ακούσετε τον Hegg μόνο σε τρείς ακόμα περιπτώσεις: σαν guest στο άλμπουμ “Blessed with flames of hate” των PURGATORY, στο κομμάτι “Our wrath will rain down from the sky” από το “The lustrate process” (2009) των THE PROJECT HATE MCMXCIX, αλλά και στο κομμάτι “Into submission” από το άλμπουμ “Illusions of grandeur” (2012) των EVOCATION.
•    Πέραν όμως της σκηνής, σύντομα θα απολαύσουμε τον Hegg και στον κινηματογράφο, αφού θα υποδύεται τον πολεμιστή Βίκινγκ (έκπληξη!!!) Valli, στην ταινία “Northmen – A Viking saga”.
•    O Hegg αρνείται τον χαρακτηρισμό “Viking” στη μουσική τους, αλλά ποιός τον ακούει μωρέ.
amon amarth•    Ο Ted Lundstrom, μπασίστας των Σουηδών, είναι μεγάλος οπαδός αλλά και συλλέκτης των IRON MAIDEN.
•    Για να καταφέρουν να μπουν στα charts, έπρεπε να φτάσουν στο έκτο άλμπουμ τους και συγκεκριμένα το “With Oden on our side”.
•    Amon Amarth είναι η ονομασία του Βουνού του Χαμού, που το λέμε και στα μέρη μας (του Mount Doom καλέ), από τον “Άρχοντα των δαχτυλιδιών”, στα Σιλνταριανά (sic), μία από τις πολλές γλώσσες των Ξωτικών της Μέσης Γης.
•    Από το 1998, όταν και μπήκαν στη μπάντα οι Fredrik Andersson (drums) και Johan Soderberg (κιθάρα), το lineup των AMON AMARTH έχει παραμείνει αναλλοίωτο.
•    Πριν μετονομαστούν σε AMON AMARTH, τα περισσότερα μέλη της μπάντας και συγκεκριμένα οι Hegg, Anders Hansson (κιθάρα στο “Once sent from the Golden Hall”), Olavi Mikkonen (κιθάρα) και Ted Lundstrom, έπαιζαν στους SCUM, στο πρώτο (και μοναδικό τελικά) των οποίων τραγούδησε ο Paul “Themgotorh” Makitalo, που κάνει τα φωνητικά, αλλά και παίζει και το μπάσο στο πρώτο ΕΡ και το πρώτο άλμπουμ των DARK FUNERAL, “Darkfuneral” και “The secrets of the black arts” αντίστοιχα .
•    H Lagertha από το “Vikings” θα πρέπει να είναι εκεί, στη σκηνή κανονικά!!! (άσχετο, το ξέρω, αλλά έπρεπε να το βγάλω από μέσα μου).

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

TEITANBLOOD – “Death” (Norma Evangelicum Diaboli/ The Ajna Offensive)

0

Το “Death” ξεκινάει καταιγιστικά. Το “Death” έχει μία από τις πιο απότομες εισαγωγές που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, για την ακρίβεια δεν έχει καμία εισαγωγή. Σκάει σαν ωστικό κύμα, ένα συνονθύλευμα από blastbeats, ξύσιμο, φωνές και leads που θα μπορούσαν να είναι solos αν είχαν κάποιου είδους αρχή ή τέλος, αλλά δεν έχουν, άρα δεν είναι μελωδικές γραμμές είναι μόνο συχνότητες και ηχόχρωμα.  Δεν υπάρχει απολύτως κανένα σημείο ή στοιχείο στα πρώτα πέντε λεπτά του άλμπουμ στο οποίο θα μπορούσε κανείς να σταθεί, το οποίο θα μπορούσε να συγκρατήσει ή να ανακαλέσει. To “Anteinferno” είναι ένα πρελούδιο, μία παράθεση όλων των δομικών στοιχείων που συνιστούν το δεύτερο ουσιαστικά full-length των Ισπανών TEITANBLOOD και από την αρχή γίνεται εμφανές το γεγονός ότι εδώ μιλάμε για κάτι περισσότερο από μουσική.

Από εκεί και πέρα, το “Death” αναπτύσσεται και εξελίσσεται με τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλει η αρχική δομή του ως διπλού βινυλίου – σχηματίζοντας τέσσερεις νοηματικά μουσικά μέρη, τα οποία περιστρέφονται γύρω από τον κοινό άξονα του τρόπου με τον οποίο είναι ενορχηστρωμένη η μουσική: ως πλήρης ενότητα των πάντων σε έναν ηχητικό (και όχι ακριβώς “μουσικό”) όγκο. Έτσι το άλμπουμ έχει μία ιδιότυπη ροή, εξελίσσεται με μία διαδικασία συστολής και διαστολής, ηχητικής διάσπασης και επανοργάνωσης, μέχρι το τελετουργικό κλείσιμο  με το “Silence of the scream martyrs”. Ανά σημεία θα υπάρχει κάποιο στοιχείο το οποίο, μπροστά από το συνεχές ξύσιμο και τα blasts, θα παίζει τον πρώτο ρόλο. Eίτε αυτό θα είναι τα φωνητικά, με βάθος και οργανωμένα σε επίπεδα με τρόπο σχεδόν πολυφωνικό, είτε αυτό θα είναι το drumming το οποίο θα επιβάλλει ρυθμό και γεμίσματα με τρόπο πλήρως μη προβλέψιμο (από τα πιο ευφυή κληροδοτήματα των BLASPHEMY στην ακραία μουσική). Το προεξάρχον στοιχείο εδώ, στο οποίο σε παρασέρνει άνευ όρων το “Death” είναι ο ρυθμός: ο καταιγιστικός ρυθμός των blastbeats, ο στρωτός ρυθμός των φωνητικών γραμμών, ο αργός λασπώδης ρυθμός των rhythm σημείων. Και αυτό χωρίς να υπάρχει σαφής ή σταθερή μελωδική γραμμή σχεδόν πουθενά – δεν υπάρχουν μελωδίες που να ξεπερνούν τις τρεις νότες, δεν υπάρχει καμία ακολουθία νοτών στις κιθάρες που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μελωδική γραμμή, υπάρχει ένα ασαφές basso continuo που απλώς δίνει αλλαγή στην τονικότητα εδώ κι εκεί, τα leads εμφανίζονται ως συχνότητες και τρέμολα που έρχονται από το πουθενά και εξαφανίζονται. Η απλότητα με την οποία έχει συντεθεί μουσικά αυτό το άλμπουμ είναι εξοργιστική – δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Αυτό που συμβαίνει ο ακροατής το προσλαμβάνει ως επίθεση, ως μία πάλη μεταξύ των στοιχείων που συνθέτουν τη μουσική, και δεν μπορείς καν να προσδιορίσεις εύκολα αν αυτό το τίποτα συμβαίνει υπερβολικά γρήγορα ή υπερβολικά αργά.

Θα μπορούσε κανείς εύκολα να κατατάξει τους TEITANBLOOD στη σωρεία των επιγόνων της πρωτόγονης black/ death σχολής  των BLASPHEMY, VON, INCANTATION, ARCHGOAT κλπ. Θα μπορούσε κανείς, εξίσου εύκολα, να χαρακτηρίσει το “Death” ως άλλη μία death/ black κυκλοφορία, με όλη την χαώδη βαβούρα που τείνει να χαρακτηρίζει (?) το συγκεκριμένο είδος. Ωστόσο οι TEITANBLOOD αυτήν τη φορά έχουν οργανώσει άψογα το χάος τους. Και έχουν βρει τον τρόπο να δημιουργήσουν κάτι εξαιρετικό – όχι μία μουσική την οποία καλείσαι να ακούσεις, αλλά μία κατάσταση, στην οποία καλείσαι να μετάσχεις. Όσοι έχουν παρακολουθήσει το συγκρότημα θα αναγνωρίσουν αυτό που έχουν προσπαθήσει να κάνουν οι Ισπανοί σε όλες τους τις κυκλοφορίες. Το “Death” αποτελεί φυσική εξέλιξη, ωρίμανση και κατά κάποιο τρόπο εξευγενισμό του ήχου του “Seven Chalices”, με τα δύο ενδιάμεσα EP να το προετοιμάζουν άψογα ως, κατά κάποιο τρόπο, σχεδιάσματα. Με πολύ καλύτερη παραγωγή και ηχητική ισορροπία από το “Purging tongues”, με περισσότερο χώρο και χρόνο και ανάπτυξη από το “Woven black arteries”.

Οι TEITANBLOOD μας γυρνούν σε ένα παλιό αξίωμα – το black metal  δεν είναι μουσική. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μουσική. Το “Death”, λοιπόν, είναι μία κατάσταση και ως τέτοια είναι αδύνατο να κριθεί αξιολογικά ως καλό ή κακό – απλώς είναι αυτό που είναι, και είναι μάλλον δυσάρεστο και, οδεύοντας προς το τέλος, γίνεται σχεδόν κατανυκτικό. Σε κάθε περίπτωση και για όλους αυτούς τους λόγους, το “Death” είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό άλμπουμ που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι TEITANBLOOD είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό συγκρότημα.

8.5/10

Μαριλένα Σμυρνιώτη

Ο δικός μου Ultimate Warrior

0

Μόλις την Τρίτη, ένας από τους πιο δημοφιλείς και αναγνωρίσιμους wrestlers όλων των εποχών, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή. Ο Ultimate Warrior δε βρίσκεται πλέον ανάμεσά μας. Δύο συντάκτες του Rock Hard που ακόμα ασχολούνται ενεργά με τον κόσμο του wrestling, δίνουν τη δική τους εκδοχή για αυτή την εμβληματική μορφή.

 

Warrior 15 και 6 Απριλίου 2014, η γιορτή της επαγγελματικής πάλης (γνωστή και ως κατς), το Σαββατοκύριακο της WrestleMania. «Είναι ξεχωριστή αυτή εδώ Νίκο, χαλάλι το ξενύχτι» σκέφτηκα. Γιατί ξεχωριστή, θα ρωτήσετε. Μα γιατί εμφανίζεται ο Ultimate Warrior, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές στο κατς, για να τιμηθεί στο WWE Hall of Fame. Δεν θα ξεχάσω πως στηνόμασταν στην τηλεόραση παρέες ολόκληρες για να δούμε κατς στο Sky και το Eurosport στα τέλη της δεκαετίας του ’80 περιμένοντας τον Ultimate Warrior, τον Hulk Hogan, τον Macho Man και τους άλλους παλαιστές της εποχής. Τι και αν τα καλά ματς του Warrior μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού; H είσοδος που είχε με το τρέξιμο και το metal riff να σου ανεβάζει την αδρεναλίνη έκανε ακόμη και τα «ματσάκια» των 2 λεπτών να είναι αξέχαστα ενώ ο κόσμος τον λάτρεψε όσο λίγους.

7 Απριλίου, εμφανίζεται στο εβδομαδιαίο show WWE RAW. Απευθύνεται στον κόσμο με μια ομολογουμένως συγκινητική ομιλία. Τρία λεπτά που αποδείχθηκαν προφητικά μιας και μίλησε για τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς και το πέρασμα στην αιωνιότητα. Μια μέρα μετά μαθαίνω ότι απεβίωσε. Σοκαριστικό. Για τα αίτια του θανάτου προφανώς ισχύει το «τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια» αλλά ας μην σκαλώσουμε εκεί. Έφυγε ένας θρύλος του κατς. Κάθισα σήμερα το πρωί και βρήκα στην αποθήκη το περιοδικό του WWF από τον Μάρτιο του 1990 με το εξώφυλλο του Hulk Hogan και του Ultimate Warrior πριν από την WrestleMania 6. Γαμώτο, πως γίνεται κοτζάμ μαντράχαλος να συγκινείται ακόμη από το «κατσάκι» και να προσπαθεί να κρατήσει τα δάκρυα του; Σκεπτόμενος ότι είμαι τυχερός που έζησα τόσο τα καλύτερα του όσο και την τελευταία του εμφάνιση γύρισα το βλέμμα μου στους «Ουρανούς του Κρόνου» και είπα «Ultimate Warrior, σε ευχαριστώ για τις αναμνήσεις».

Νίκος Ανδρέου

 

Warrior1987.  Ήρθε και στην Ελλάδα η επίγεια δορυφορική τηλεόραση και επιτέλους μπορούσε να δει κάποιος τι άλλο συμβαίνει στον έξω κόσμο. Ανάμεσα στα περίεργα προγράμματα που έβλεπα ήταν κι ένα περίεργο άθλημα, με κάτι θηριώδεις τύπους που πάλευαν μέσα σε τετράγωνο ρινγκ. Ο Andre The Giant, ο Mr Perfect, o Ravishing Rick Rude… Για στάσου! Υπάρχει κι ένας περίεργος ανάμεσά τους!  Ένας περίεργος που μιλάει ακαταλαβίστικα, με εντυπωσιακή σωματοδομή, που εισέρχεται στο ρινγκ τρέχοντας και νικάει όλους τους αντιπάλους του. Το όνομα αυτού Ultimate Warrior. Σχεδόν αυτόματα έγινε ο αγαπημένος μου και στο σχολείο είχαμε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Αυτοί που πίστευαν ότι ο καραφλοχαίτουλας Hogan ήταν ο καλύτερος (πτωχοί τω πνεύματι!) και εμείς που υποστηρίζαμε με φανατισμό αυτόν τον ξανθό, βαμμένο τύπο, τρέχοντας γύρω-γύρω από αυτούς. Όταν δε, ο Warrior πήρε εκείνη την πύρρεια νίκη στη Wrestlemania 6 το 1990 (το αγαπημένο μου ματς όλων των εποχών), το δικό μας στρατόπεδο φούσκωνε τα στήθη από περηφάνια και οι «άλλοι» έψαχναν τρύπα να κρυφτούν. Μέχρι και ότι ο διαιτητής είναι στημένος έλεγαν. Μετά από ελάχιστα χρόνια βέβαια διαπιστώσαμε όλοι μαζί ότι το wrestling είναι στημένο.

2014. Με τις γκρίζες τρίχες να πληθαίνουν επικίνδυνα, εγώ και μερικοί ακόμα ρομαντικοί, βλέπουμε ακόμα «κατς» κι ακόμη αγωνιούμε για το αποτέλεσμα. Ο Ultimate Warrior, που στο μεταξύ είχε εξαφανιστεί για πολλά χρόνια από την πρώτη γραμμή των wrestlers λόγω αμέτρητων δικαστικών διαμαχών με το WWE και δύστροπου χαρακτήρα. επιστρέφει για να τιμηθεί στο Hall Of Fame και να αναγνωριστεί η αξία του. Το ίδιο και στη Wrestlemania 30, το ίδιο και στο Raw της επόμενης ημέρας. Τρεις μέρες σερί ξενύχτια, που όμως άξιζαν τον κόπο, για να τιμήσω έναν childhood hero. Ίσως και το timing να ήταν προφητικό και συνάμα εφιαλτικό. Πάνω που ήρθε η απόλυτη δικαίωση ενός παλαίμαχου ειδώλου, ήρθε πακέτο και το αναπόφευκτο. Τουλάχιστον πέθανε ευτυχισμένο το είδωλο αυτό. Καλό ταξίδι Warrior.

Γιώργος Κόης

JOE LYNN TURNER: “The Ultimate Trivia”

0

joe-lynn-turner2Με αφορμή την εμφάνιση του Joe Lynn Turner στη χώρα μας την προσεχή Κυριακή, 13 Απριλίου, στο Κύτταρο, σκεφτήκαμε ότι θα ήταν μία καλή ευκαιρία να αναφέρουμε κάποια αξιοσημείωτα γεγονότα στην πορεία του σπουδαίου αυτού τραγουδιστή. Για το τυπικό του πράγματος –και απευθυνόμενοι κυρίως σε όλους εκείνους που τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες παρέμειναν κλεισμένοι στη σπηλιά του Νταβέλη- ο Turner έχει περάσει από συγκροτήματα όπως οι RAINBOW, DEEP PURPLE, YNGWIE MALMSTEEN’S RISING FORCE, MOTHER’S ARMY, BRAZEN ABBOT, SUNSTORM κτλ. ενώ έχει και μία πλούσια προσωπική καριέρα (για να μην αναφέρουμε τις δεκάδες guest συμμετοχές του). Όπως, λοιπόν, καταλαβαίνετε την Κυριακή θα είναι μία γιορτή για όλους τους φίλους του Classic Rock. Μέχρι τότε…

ΞΕΡΑΤΕ ΟΤΙ:

Το πραγματικό όνομα του Joe Lynn Turner είναι Joseph Arthur Mark Linquito και όπως καταλαβαίνετε έχει ιταλικές ρίζες.

Στο σχολείο είχε σχηματίσει μία μπάντα όπου έπαιζε διασκευές σε γνωστές μπάντες της εποχής μεταξύ των οποίων ήταν και οι DEEP PURPLE. Για την ιστορία, η σχολική αυτή μπάντα ονομαζόταν Ezra και το όνομα της το είχε πάρει από τον ποιητή Ezra Pound, παράλληλα κάπου στα τέλη των 60’s συμμετείχε και σε μια μπάντα με το όνομα FILET OF SOULS (!) μα ποτέ δεν ηχογράφησαν κάτι!

Πριν από τους RAINBOW, τραγουδούσε στους FANDANGO με τους οποίους κυκλοφόρησε τέσσερις δίσκους. Μάλιστα, έπαιζε και κιθάρα σε αυτό το σχήμα ένα όργανο που αποχωρίστηκε με την προσχώρηση του στο συγκρότημα του Ritchie Blackmore. Πάντως στους FANDANGO έπαιζε κιθάρα κάποιος κύριος…Ricky Blakemore ο οποίος δυστυχώς σκοτώθηκε αργότερα σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Rainbow-TurnerΜέχρι και τα μέσα των nineties ήταν μεγάλος συλλέκτης σπάνιων μοντέλων κιθάρας, έχοντας στην κατοχή τους συλλεκτικά μοντέλα από μάρκες οι FENDER, GIBSON και αυτοσχέδιες PRS!

Το εξώφυλλο του “Difficult to cure” επιμελήθηκε η γνωστή εταιρεία Hipgnosis υπεύθυνη για απίστευτα εξώφυλλα συγκροτημάτων όπως οι PINK FLOYD, SCORPIONS, DEF LEPPARD, UFO, LED ZEPPELIN κ.α. Μάλιστα το συγκεκριμένο είχε προταθεί αρχικά στους BLACK SABBATH για το “Never say die” αλλά το είχαν απορρίψει!

Πολλές φήμες ήθελαν τον Bruce Dickinson να έχει δεχτεί πρόταση από τους RAINBOW να μπει στην μπάντα πριν τον Turner! Ποιος μπορεί να μας το επιβεβαιώσει ή να το διαψεύσει αυτό;

Οι ηχογραφήσεις για το “Difficult to cure” ξεκίνησαν με τον Graham Bonnet πίσω από το μικρόφωνο, ο οποίος το μόνο που πρόλαβε να κάνει –αναφορικά με το εν λόγω άλμπουμ- ήταν μία πρώτη απόπειρα στο “I surrender” καθώς και μία πολύ πρώιμη εκδοχή του “Spotlight kid”. Παρόλα αυτά φήμες θέλουν να υπάρχουν φωνητικά του Bonnet και σε άλλα τραγούδια του δίσκου αν και σε πολύ αρχικό στάδιο. O Bonnet άντεξε μόλις δύο βδομάδες προετοιμασίας μέχρι να σηκωθεί να φύγει από την μπάντα γιατί θεωρούσε πως ήταν πολύ metal για αυτόν!

rainbow2Το πρώτο στάδιο ηχογραφήσεων για το “Difficult to cure” έγινε στα Sweet Silence Studios της Κοπεγχάγης και μηχανικός ήχου ήταν ο Fleming Rasmussen (METALLICA).

Το πρώτο τραγούδι που ερμήνευσε ο Joe Lynn Turner για τον Ritchie Blackmore ήταν το “I surrender” σε ένα προβάδικο στο Long Island της Νέας Υόρκης.

Αρχικά ήταν να ηχογραφηθεί το “I surrender” από τους PRAYING MANTIS!!! Σίγουρα η ιστορία θα ήταν πολύ διαφορετική και για τα δύο συγκροτήματα, αν είχε συμβεί αυτό…

Για να μείνουμε λίγο στο συγκεκριμένο τραγούδι, ήταν η δεύτερη σύνθεση του Russ Ballard που διασκεύαζαν οι RAINBOW. Το πρώτο ήταν στο “Down to earth” το “Since you’ve been gone”. Και τις δύο εκτελέσεις ο δημιουργός τους, τις αντιπαθεί!!  Και όχι μόνο..

O Roger Glover εκτιμούσε αφάνταστα τον Joe Lynn Turner αν και είχε τις αμφιβολίες του αναφορικά με τον υπέρμετρα εγωιστικό χαρακτήρα του. Μάλιστα, ο Turner ισχυρίζεται ότι οι στίχοι για το “Spotlight kid” (τους οποίους έγραψε ο Glover) αναφέρονται σε αυτόν. Βέβαια, όταν έχεις δουλέψει με τον Blackmore όλοι οι υπόλοιποι είναι πρόσκοποι όταν μιλάμε για εγωιστικές συμπεριφορές…

To video-clip για το “Can’t happen here” κέρδισε το χρυσό μετάλιο σ’ ένα festival στις Κάννες.

rainbow-joe-lynn-turner1Στις περιοδείες οι RAINBOW συνήθιζαν να παίζουν ποδόσφαιρο με τα support groups. Μάλιστα, Ο Turner δεν γνώριζε καλά το άθλημα όντας Αμερικάνος και ο Blackmore επέμενε να τον βάζει να παίζει στην άλλη ομάδα!

Ο τίτλος “Straight between the eyes” προέκυψε ύστερα από μία κουβέντα που είχε ο Blackmore με τον Turner για τον Jimi Hendrix. Ο Ritchie φέρεται να είπε στον Joe ότι η κιθάρα του Hendrix τον χτυπάει…κατευθείαν ανάμεσα στα μάτια!

Ότι οι στίχοι για το κομμάτι “Death alley driver” είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά γεγονότα και πιο συγκεκριμένα από μία καταδίωξη της αστυνομίας του New Jersey σε ένα αυτοκίνητο στο οποίο επενέβαιναν έμποροι ναρκωτικών. Η καταδίωξη έλαβε χώρα στον αυτοκινητόδρομο 9 που διασχίζει όλο το New Jersey. Πρόκειται για τον ίδιο αυτοκινητόδρομο στον οποίο αναφέρεται ο Bruce Springsteen στο κομμάτι “Born to run”.

To τραγούδι “Eyes of fire” αναφέρεται σε μία σχεδιάστρια μόδας που γνώρισε ο Turner σε ένα μπαράκι. Το όνομα της κοπέλας ήταν Erica Varga και ήταν από το Μόντρεαλ.

Ο Turner ήταν εκείνος που πρότεινε τον Chuck Burgi για αντικαταστάτη του Bobby Rondinelli στους RAINBOW.

Ο τίτλος “Bent out of shape” προέρχεται από μία ατάκα που συνήθιζε να λέει ο βοηθός του Blackmore, Cookie Crawford. Η ατάκα του ήταν: “Don’t get bent out of shape about it”.

deep-purple-mk5Ο Ritchie Blackmore θεωρεί ότι η καλύτερη ερμηνεία του Turner σε όλους τους δίσκους ήταν για το κομμάτι “Can’t let you go” κάτι που βρίσκει απολύτως σύμφωνο τον ίδιο τον Turner.

O Turner εμπνεύστηκε τους στίχους του “Street of dreams” στο όνειρο του… Αργότερα το video-clip απαγορεύτηκε από το MTV.

Ο Blackmore μιλάει πάντα με τα καλύτερα λόγια για τον Turner και σέβεται απεριόριστα τις φωνητικές του ικανότητες. Μάλιστα, τον προσκάλεσε να τραγουδήσει ξανά σε δίσκο των BLACKMORE’S NIGHT σε ένα ντουέτο με την Candice Night για το “Street of dreams’.

Την παραγωγή για το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ (“Rescue you”, 1985) ανέλαβε ο θρυλικός Roy Thomas Baker ενώ ο βασικός συνεργάτης του Turner στο συγκεκριμένο δίσκο ήταν ο Al Greenwood από τους FOREIGNER.

Προτού πάει στον Malmsteen συμμετείχε στο δίσκο “The hunger” του Michael Bolton κάνοντας δεύτερα φωνητικά στα κομμάτια “Gina” και “Hot love”. Πολλά χρόνια αργότερα ο Turner διασκεύασε το “Gina” στο τρίτο άλμπουμ των SUNSTORM. Παρεμπιπτόντως, τεράστια δισκάρα το “The hunger”…

Οι Michael Bolton και Turner είναι στενοί φίλοι. Μάλιστα ο πρώτος, ήταν αυτός που ώθησε τον Turner να «δανείσει» την φωνή τους σε διαφημίσεις τηλεοπτικές για πρώτη φορά! Από εκεί και πέρα εάν ψάξετε θα βρείτε αρκετά τηλεοπτικά spot με την φωνή του!

dp 1991Ας δούμε τι είχε δηλώσει ο Joe σχετικά με την συμμετοχή του σε άλμπουμ άλλων καλλιτεχνών ως session μουσικός κάνοντας δεύτερα φωνητικά: «Έχω συμμετάσχει σε πολλά άλμπουμ και συναυλίες καλλιτεχνών όπως για παράδειγμα με τους Hall & Oats. Ακόμα και στο άλμπουμ του Don Johnson που ήταν σχεδόν αστείο, αλλά με πληρώσανε τόσα πολλά χρήματα γι’ αυτό! Κάποτε μου είχε πει ο Jon Bon Jovi, πως είμαστε όλοι ..πόρνες .. απλά τώρα έχουμε την δυνατότητα να διαπραγματευόμαστε την τιμή μας! Είμαι επαγγελματίας τραγουδιστής και πληρώνομαι αδρά για να το κάνω καλά αυτό!»

Cher, Lee Aaron, Bonnie Tyler, Cher, John Waite, TNT, Lou Gramm, Paul Carrack, Kathy Troccoli, Taylor Dane, Michael Bolton, BONFIRE, BRAZEN ABBOT και μερικές ..δεκάδες ακόμα καλλιτέχνες έχουν ζητήσει τις υπηρεσίες του!  Χώρια τα tributes που έχει συμμετάσχει!

Η μόνη φορά που αρνήθηκε να πάρει χρήματα ήταν όταν συνεργάστηκε με τον τεράστιο Billy Joel και αυτό γιατί πέρασαν  τόσα καλά κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους που στο τέλος το θεώρησε αγένεια να πληρωθεί κιόλας!

Πριν οι DEEP PURPLE προσλάβουν τον Turner για το “Slaves and masters” είχαν δοκιμάσει μερικούς σπουδαίους τραγουδιστές όπως ο Jimi Jamison, o Jimmy Barnes, o Doug Pinnick κ.α. Ο δίσκος μπορεί να μην πούλησε τα αναμενόμενα –μάλιστα, ορισμένοι αποκαλούσαν τους PURPLE τότε…DEEP RAINBOW- αλλά ο Blackmore τον εκτιμάει ιδιαίτερα. Στα πλαίσια της περιοδείας για το “Slaves and masters” οι PURPLE επισκέφτηκαν για πρώτη φορά τη χώρα μας.

Ηχογράφησαν το show τους στην Σιγκαπούρη, αλλά ποτέ δεν το κυκλοφόρησαν! Κακώς!

JoeLynnTurner400pixΣτην περιοδεία του εξαίσιου “Slaves and masters” την βραδιά που ήταν να παίξουν στο Τελ Αβίβ (Ισραήλ) o Σαντάμ Χουσεΐν εξαπέλυσε επίθεση με πυραύλους Scud! Ήταν οι μέρες του πρώτου πολέμου στον Κόλπο!

Όταν ετοίμαζαν τον διάδοχο του “Slaves and masters”, ήρθε να συμμετάσχει στις συνθέσεις και ο Jim Peterik των SURVIVOR! Είχαν γράψει μαζί  πολλά τραγούδια, τα οποία άλλα χρησιμοποιήθηκαν με άλλους τίτλους και άλλα όχι! Για παράδειγμα το “Lost in the machine” τελικά εμφανίστηκε ως “The battle rages on”!!

Μεγάλο trivia (ψιλοάσχετο.. ) Όταν έδιωξαν τον Turner από τους PURPLE και πριν ξαναπάει ο Gillan. Σε ποιον πρότεινε ο Blackmore να μπει στην μπάντα; Στον Mike DiMeo από τους RIOT!! Δούλεψαν μαζί 3 μήνες πριν η εταιρία τους επιβάλει ουσιαστικά την επιστροφή του Gillan! Ο DiMeo έχει δηλώσει πως έχει όλα τα τραγούδια του άλμπουμ “The battle rages on” τραγουδισμένα από αυτόν σε CD!

Με τον Glenn Hughes δεν ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκαν όταν έφτιαξαν τους HTP. Πίσω στο 1984,  ήταν στο στούντιο παρέα, αλλά ποτέ δεν βγήκε κάτι προς τα έξω!

Κάποτε είχε κυκλοφορήσει η φήμη πως ο Iommi είχε κάνει πρόταση στον Tuner να μπει στους SABBATH κάτι όμως που ο ίδιος ο Turner έχει διαψεύσει!

Tommy Aldridge και Rudy Sarzo, όταν ήθελαν να σχηματίσουν το 1986 το DRIVER Project είχαν σαν πρώτη επιλογή για τα φωνητικά στον Turner. Αυτός όμως αρνήθηκε.

Στους RAINBOW ήταν με απλό μισθό, δηλαδή ότι και εάν πουλούσαν τα άλμπουμ ή όσο καλά και να πήγαιναν τα άλμπουμ, τα χρήματα που έπαιρνε ήταν στάνταρ! Αντιθέτως στους DEEP PURPLE ήταν full member band και είχε ποσοστά από τα πάντα!

malmsteen turnerΚακία; “Με τον Malmsteen σταματήσαμε να δουλεύουμε μαζί για θρησκευτικούς λόγους. Αυτός νόμιζε πως ήταν Θεός, αλλά εγώ διαφωνούσα!» Σχετικά με το γιατί σταμάτησαν την συνεργασία τους

25 Φεβρουάριου 1995. Ο Turner κάνει ένα live μαζί με το Pat Thrall από τους TRAPEZE στο Brooklyn.  Μετά την συναυλία γυρίζει με το τζιπ του σπίτι, όταν σταματά σε ένα βενζινάδικο να βάλει καύσιμα. Τότε τον αρπάζουν κάτι τύποι τον πετάνε έξω από το αμάξι και του το κλέβουν. Μερικές μέρες αργότερα τον ειδοποιούν από την αστυνομία πως βρήκανε το τζιπ του και να πάει να το παραλάβει! Μέχρι όμως να πάει, του το είχαν ξανακλέψει αυτή τη φορά μέσα από την μάντρα της αστυνομίας!

Ήταν να συνεργαστεί με τον John Norum όταν είχε κυκλοφορήσει το “Total control”! Είχε δεχτεί πρόταση να  ήταν τραγουδιστής στην μπάντα του Σουηδού όταν αυτός θα έκανε περιοδεία στην Αμερική!  Τελικά δεν έγινε τίποτα!

Για όσους δεν γνωρίζετε, να μάθετε ότι ο Turner ήταν από τους πρώτους που έδωσαν δουλειά στον Joe Bonamassa, όταν αυτός ήταν μόλις 16 ετών!

Δεκέμβριος 1986. Δουλεύει μαζί με τους Tony Bruno,  Al Greenwood  και με τον Jon Bon Jovi που μάλιστα γράφουν και παρέα τραγούδια. Το άλμπουμ όμως δεν κυκλοφορεί ποτέ! Γιατί άραγε;

1986 ξανά! Οι David Geffen και John Kalοdner προτείνουν στους Turner, Vivian Campbell και Carl Palmer να φτιάξουν παρέα μια μπάντα! Μάλλον αυτό απέτυχε και η συνέχειά του ήταν οι μερικά χρόνια αργότερα οι SHADOW KING.

Πίσω στις διαφημίσεις! Ξέρετε ότι στο πασίγνωστο jingle της Coca Cola, που έκανε γνωστή την Robin Beck (με το “First time”) συμμετέχει και ο Turner;

Θέλετε και άλλα; Έχουμε τόνους από υλικό για τον πολυαγάπητο μας Joe Lynn Turner! Until next time then!

Σάκης Νίκας – Δημήτρης Σειρηνάκης

TRIPTYKON – “Melana Chasmata” (Century Media Records)

0

“The album will be extremely colourful. And all of these colours will be dark.” Tom G Warrior (HELLHAMMER, CELTIC FROST, APOLLYON SUN, TRIPTYKON).

Το “Melana chasmata” είναι η δεύτερη δισκογραφική δουλειά των TRIPTYKON και, όπως όλα τα project του Tom G. Warrior, είτε θα τo λατρέψεις είτε θα τo μισήσεις. Δεν έχει μέσες αντιδράσεις, γιατί η μουσική του δεν προσεγγίζει ούτε ικανοποιεί τους πάντες. Όταν πίσω από μια μπάντα είναι ένα άτομο, που έχει επηρεάσει τον ακραίο ήχο, όπως ο Tom G. Warrior, οι προσδοκίες είναι πολλές, για άλλη μια φορά όμως, κατάφερε να μας εντυπωσιάσει.

Σίγουρα αυτός ο δίσκος είναι ιδιαίτερος και κατά τη γνώμη μου, παιδί των TRIPTYKON. Σαφώς και έχει χαρακτηριστικά και μουσικούς χρωματισμούς από CELTIC FROST, κάτι που είναι αναμενόμενο και επιθυμητό, αλλά έχει τον χαρακτήρα των TRIPTYKON. Αν κάποιος περιμένει να ακούσει αναπαραγωγές των παλαιοτέρων άλμπουμ, θα απογοητευτεί. Μετά από τη δεύτερη ακρόαση αυτό που μπορώ να πω στα σίγουρα, είναι ότι το “Melana chasmata” συνδέεται με το “Eparistera daimones”.

Το πρώτο κομμάτι, “Tree of suffocating souls”, σου δίνει την αίσθηση ότι γραφτήκαν πρώτα οι στίχοι και μετά η μουσική. Η εισαγωγή του είναι κάτι που δεν περιμένεις, θα μπορούσε να είναι μουσική για να πλαισιώσει κάποιο θεατρικό μονόλογο, σε καθηλώνει να δώσεις σημασία στον στίχο και στις εναλλαγές των φωνητικών. Από το “Boleskine House” έως το “Waiting”, δηλαδή 8 κομμάτια, οι εναλλαγές είναι συνεχείς, δεν είναι τίποτα αναμενόμενο ή συνηθισμένο και το μόνο σίγουρο είναι ότι βυθίζεσαι στην απόγνωση, στο μίσος, στην οργή, σε μια ατέλειωτη θλίψη, και εσύ συμβιώνεις και ταυτίζεσαι με πράγματα που δεν έχεις ζήσει… Μάλλον αυτό είναι “μαύρη μαγεία”.

Αυτός ο δίσκος μας συστήνει ουσιαστικά τους TRIPTYKON και τις προοπτικές που έχουν ως μπάντα. Στο “Eparistera daimones” είναι εμφανές ότι δοκιμάζουν τον ήχο τους και φτιάχνουν μια μουσική ταυτότητα, στο “Melana chasmata” όμως είναι πλέον μια ομάδα και το αποτέλεσμα είναι κοινή προσπάθεια, δίνοντας μία καινούργια πνοή στο υλικό τους. Είμαι σίγουρη ότι τα “Monotheist”, “Eparistera daimones” και “Melana chasmata” θα επηρεάσουν την σκηνή περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. Θεωρώ ότι αποτελούν την αρχή για ένα εξελιγμένο κράμα στον extreme ήχο. Ίσως να είμαι λάθος, ο χρόνος θα δείξει. Tο σίγουρο είναι ότι αυτός ο δίσκος είναι ήδη στη λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς για μένα.

9 / 10

Έλενα Βασιλάκη

 

WATAIN: “Through Their Eyes”

0

watain3Οι WATAIN έρχονται στην Ελλάδα, την Παρασκευή 4 Απριλίου, στο Κύτταρο, για δεύτερη φορά… Μια ιδιόμορφη μπάντα που αντιπροσωπεύει τον ακραίο ήχο. Για όσους δεν είχατε την τύχη να τους δείτε την πρώτη φορά θα ήταν καλό να μην χάσετε αυτή την εμπειρία…
Μέσα από ένα μικρό κείμενο, θα προσπαθήσουμε να σας παρουσιάσουμε την μπάντα μέσα από τα μάτια ενός μέλους της .
Οι WATAIN είναι ένα ακραίο σχήμα που κατάφερε να κατακτήσει οπαδούς από όλα τα φάσματα του metal. Δημιουργήθηκαν το 1998 το όνομα τους το έχουν “δανειστεί” από ένα κομμάτι των VON.

Σύμφωνα με τον Erik Danielsson [ex-ARMAGEDDA , ex-DISVRÖV, ex-FUCKING FUNERAL, ex NECRONAUT (live session member), ex-DISSECTION (live session member)] frontman των WATAIN, ήθελαν να δημιουργήσουν μια μπάντα που θα ακολουθούσε το δικό της δρόμο, σε αντίθεση με τις ενεργές μπάντες του χώρου, που κατά την γνώμη του, αναπαράγουν την ίδια μουσική από δημοφιλείς μπάντες του παρελθόντος.

Όταν είχε ρωτηθεί στο παρελθόν ποια είναι η αποστολή και η ουσία της μπάντας η απάντηση του ήταν η εξής:

WATAIN 4«Οι μπάντες που αντιπροσωπεύουν την λεγόμενη pop κουλτούρα παρουσιάζουν την ζωή και τις προσωπικές τους σχέσεις, ότι αγαπούν μέσα από τους στίχους τους. Το ίδιο ακριβώς κάνουμε κι εμείς, απλά δεν μιλάμε για κάποιον άνθρωπο, αλλά για τον Διάβολο, για εμάς ο μονός δρόμος, το πάθος μας είναι μέσα από το μεταφυσικό μας μονοπάτι. Το αίμα, τα κομμάτια ζώων ακόμα και η σκηνική παρουσία μας, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι από την στάση ζωή μας και κατ επέκταση της μουσικής μας.

Ο σκοπός μας είναι να πάμε την φιλοσοφία του Rock and Roll παραπέρα, σε καινούργια μονοπάτια, να την εξελίξουμε. Δεν μας απασχολεί να επηρεάσουμε κόσμο ή να ασπαστεί τα πιστεύω μας, θεωρούμε ότι είναι προσωπική υπόθεση του καθενός.
watain-grammyΗ αποστολή της τέχνης ήταν πάντα να παρουσιάζει όψεις της ζωής που η καθημερινότητα και οι “κανόνες” της, δεν επιτρέπουν την έκθεσή τους…»

Ο ίδιος έχει απομακρυνθεί το τελευταίο διάστημα από τα social media… Θεωρεί ότι είναι κάτι που δεν σε βοηθά, αντιθέτως σε αποπροσανατολίζουν από τις ουσιαστικές σου ανάγκες..

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι WATAIN έχουν βραβευτεί με το Grammy Award στην κατηγορία Hard Rock τον Ιανουάριο του 2011 που έλαβε χώρα στο Royal Opera, στην Στοκχόλμη της γενέτειράς τους, Σουηδίας.

WATAIN 3Η δισκογραφία της μπάντας μέχρι τώρα είναι η εξής:
Go Fuck Your Jewish “God”    Demo    1998
Black Metal Sacrifice    Live album    1999
The Essence of Black Purity    EP    1999
Rabid Death’s Curse    Full-length    2000
The Ritual Macabre    Live album    2001
The Misanthropic Ceremonies        Split    2001
Casus Luciferi    Full-length    2003
Sworn to the Dark    Full-length    2007
Reaping Death    EP    2010
Lawless Darkness        Full-length    2010
Opus Diaboli    DVD    2012
The Vinyl Reissues    Boxed set    2012
All That May Bleed    Single    2013
The Wild Hunt    Full-length    2013
Fuck Off, We Murder    Single    2013

 

Έλενα Βασιλάκη

David Byron: Γεννημένος ερμηνευτής (1947-1985)

0
David Byron

David Byron

O David Byron (πραγματικό όνομα David John Garrick, γεννημένος στις 28 Ιανουαρίου του  1947) ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία και μια τεράστια φωνή, συνέδεσε το όνομα του με τους URIAH HEEP και την χρυσή τους περίοδο 1970-1976.

Μαζί τους κυκλοφόρησε 10 studio δίσκους και ένα live album, από τα οποία τα 9 πρώτα (μέχρι και το “Return to fantasy” – 1975) είναι μνημειώδεις δίσκοι, που αποκαλύπτουν τόσο  το μεγάλο ερμηνευτικό ταλέντο του Byron όσο και το απίστευτο μουσικό εύρος της μπάντας, που μαζί με τους BLACK SABBATH, LED ZEPPELIN και DEEP PURPLE έθεσε τις βάσεις του heavy metal της δεκαετίας του ’70.

O Byron εμφάνιζε προβλήματα αλκοολισμού από την περίοδο που ήταν ακόμα στους URIAH HEEP, τα οποία εντάθηκαν κάπου το 1973-74 όταν σύμφωνα με δηλώσεις του βασικού συνθέτη Ken Hensley τον ενδιέφερε περισσότερο το αλκοόλ από το να βγαίνει και να τραγουδά στη σκηνή. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ σοβαρό για την προσωπικότητα του τραγουδιστή, μιας και το να εμφανίζεται στα γεμάτα στάδια, κάτι που συνέβη από το 1972 και μετά που πλέον οι HEEP είχαν καθιερωθεί, ήταν ο σκοπός της ζωής του και ζούσε γι’ αυτό σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής. Τόσο παθιασμένος ήταν σαν ερμηνευτής.

Tο album “Return to fantasy”, αν και το ένατο κατά σειρά στην δισκογραφία του σχήματος ήταν αυτό που σημείωσε την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην μέχρι τότε πορεία τους, αλλά όλα αυτά τα προβλήματα που προαναφέραμε μπορούν να γίνουν αισθητά στο αμέσως επόμενο “High and mighty”, έναν άνισο δίσκο, που οδήγησε λίγο μετά στην εκδίωξη του από τους URIAH HEEP τον Ιούλιο του 1976.

Ήταν ένα πλήγμα για την μπάντα κυρίως για την διάσπαση της βασικής  τριάδας  Box/ Byron/ Hensley, αλλά δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ο Hensley δήλωσε χρόνια μετά ότι η αποχώρηση του Byron ήταν και το τέλος των ΗΕΕP όπως τους γνωρίζαμε. “Aκουγόμασταν σαν HEEP μα ποτέ δεν ήταν το ίδιο” ανέφερε χαρακτηριστικά. Πριν αποχωρήσει από τους HEEP, κυκλοφορεί ο πρώτος προσωπικός δίσκος του “Τake no prisoners” (1975) ο οποίος μουσικά βαδίζει στα γνωστά ηχητικά μονοπάτια του σχήματος, μάλιστα τόσο ο Mick Box (κιθάρα) όσο και ο Lee Kerslake (τύμπανα) συμμετέχουν στον δίσκο.

Ακολουθεί λίγο μετά η έξοδός του από την μπάντα οι οποίοι προσλαμβάνουν στην θέση του τον εξαιρετικό John Lawton από τους Γερμανούς LUCIFER’S FRIEND και το 1977 τον βρίσκουμε σε νέα πορεία να κυκλοφορεί ένα δίσκο (Μάρτιος 1977) μ’ ένα νέο σχήμα τους ROUGH DIAMOND, με μουσικούς που είχαν διατελέσει μέλη στους WINGS του Paul Mc Cartney και στους ΗUMPLE PIE. Ο ομότιτλος δίσκος της μπάντας παρόλο που έλαβε καλές κριτικές από τον Τύπο της εποχής, δεν τα κατάφερε εμπορικά, οπότε μετά από λίγους μήνες ζωής το σχήμα αυτό θα διαλυθεί οριστικά και ο Βyron θα βρεθεί για άλλη μια φορά σε μουσικό  αδιέξοδο και αμφίβολο μέλλον. Επίσης στις 28/01/1977 θα παντρευτεί την αγαπημένη του -22 ετών – Gabriele Liehmann.

Την επόμενη χρονιά θα συνεργαστεί με το μουσικό και συνθέτη Daniel Boone και κάτω από το όνομα DAVID BYRON θα υπογράψει στην Arista Records όπου και θα κυκλοφορήσει το πολύ καλό δεύτερο προσωπικό του album “Baby faced killer” (1978).  Και αυτό το album θα αποτύχει εμπορικά και μπορούμε να φανταστούμε την απογοήτευσή του. Η  τραγική ειρωνεία εδώ βρίσκεται  στο οπισθόφυλλο του δίσκου που τον δείχνει νεκρό στο πάτωμα (κάτι που θα συμβεί πραγματικά λίγα χρόνια αργότερα, αλλά θα τα πούμε παρακάτω).

Το 1981 θα προσλάβει τον κιθαρίστα και συνθέτη Robin George (με τον ίδιο συνεργάσθηκε και ο Sean Harris μετά την διάλυση των DIAMOND HEAD και κυκλοφόρησε μαζί του υπό το όνομα ΝΟΤORIΟUS τον ομότιτλο δίσκο-μπαρούφα το 1990) θα σχηματίσει τους  BYRON BAND και θα υπογράψει στην Creole records. Το album “On the rocks” (1981), παρόλο που ήταν εξαιρετική δουλειά δεν τα κατάφερε ούτε αυτό, εμπορικά πάντα. Τα προβλήματα αλκοολισμού συνέχιζαν να εντείνονται με αποκορύφωση την κατάρρευσή του στο club Marquee μόλις μετά το τρίτο κομμάτι το 1981. Από εδώ και στο εξής αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.

Ένας από τους καλύτερους performer και τραγουδιστές που πέρασαν ποτέ είχε πια υποκύψει στο μεγάλο του πάθος, το ποτό στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τα οικονομικά προβλήματα άρχισαν να γίνονται αφόρητα, η μαύρη του Rolls Royce παρέμεινε στο garage που φυλασσόταν διότι δεν υπήρχαν τα χρήματα να την συντηρήσει, ο γάμος του με την Gabriele έληξε, η έπαυλή του πουλήθηκε στα τέλη του ’82 και μετακόμισε σε ένα σπίτι στην περιοχή Maidenhead. Ο ίδιος προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει κάποια εταιρία για να προωθήσει κάποια demos που είχε. Την τελευταία χρονιά της ζωής του, έκανε ξανά μια απέλπιδα προσπάθεια να επανέλθει στην μουσική, προσπαθούσε να υπογράψει κάποιες νέες μπάντες και υπήρχαν σκέψεις να δημιουργήσει μια δική του εταιρία, τίποτα από αυτά δεν ευδοκίμησε μιας και τα προβλήματα υγείας του είχαν επιδεινωθεί πάρα πολύ.

Τα Χριστούγεννα του 1984 το συκώτι του διαγνώστηκε σε πολύ άσχημη κατάσταση και κάπου εκεί ξεκίνησε η μάχη του για επιβίωση. Το ταξίδι θα σταματήσει στις 28 Φεβρουαρίου του 1985 όταν ο David Byron θα βρεθεί νεκρός στο σπίτι του στην Raymond Road στο Maidenhead. O πρώην γαμπρός του περνούσε από το σπίτι για να δει τι κάνει, βρήκε το σπίτι κλειδωμένο και καθώς δεν έπαιρνε απάντηση αναγκάστηκε και έσπασε την πόρτα. Βρήκε το πτώμα του στο πάτωμα, στον κάτω όροφο μπροστά στο σπίτι. Ο άνθρωπός που στην ζωή του είχε καταφέρει να συγκινήσει χιλιάδες ανθρώπους, πέθανε ολομόναχος. Ήταν μόνο 38 ετών.

Η μοναξιά που ένοιωθε περιγράφεται από τον Ray, μπάρμαν της pub που σύχναζε κοντά στο σπίτι του στο εξαιρετικό βιβλίο του Jeff Perkins: “David Byron: Born to perform”, μετά από εξερεύνηση του συγγραφέα.

Πριν από καιρό, ερχόταν εδώ ένας David, ωραίος τύπος με σπαστά μαλλιά που έμενε πιο κάτω. Ήταν πάντα μόνος του και καθόταν εδώ, στο τέλος του bar. Δεν ήταν διάσημος αλλά τον θυμάμαι μιας και κάποιες φορές, όταν είχαμε πιεί κάποια ποτά, συνήθιζε να λέει στον κόσμο ότι υπήρξε τραγουδιστής σε ένα πολύ γνωστό group, δεν θυμάμαι ποιο, και όλοι γελούσαμε και λέγαμε «yeah, sure mate». Σε αυτό το σημείο o μπάρμαν βλέπει το βλέμμα θλίψης του συγγραφέα και συνεχίζει “Θεέ μου, γιατί; Δεν ήταν, ήταν;”

O Βyron άφησε πίσω του σπουδαία παρακαταθήκη, κυρίως με τους δίσκους που έκανε με τους URIAH HEEP την περίοδο 1970-1975. Κομμάτια σαν τα “Gypsy”, “Come away Melinda”, “Bird of prey”, “Lady in black”, “Look at yourself”, “July morning”, “Shadows of grief”, “The wizard”, “Easy Livin’”, “Circle of hands” , “Sunrise”, “Rain”, “ Tales”, “Pilgrim”, “The easy road”, “Return to fantasy”, “Beautiful dream”, “A year or a day”, “Weep in silence” είναι μερικά μόνο από τα δεκάδες εξαιρετικά τραγούδια που ερμήνευσε με τους ΗΕΕP.
Για μένα, είναι ο αγαπημένος μου τραγουδιστής ever και αυτό δεν αλλάζει. Ήταν 1987, αν δεν κάνω λάθος, όταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα άκουσα σε μια εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη το “Sunrise”. Ο  ήχος της μουσικής και η φωνή πλημμύρησαν και φώτισαν το δωμάτιο, ένα περιστατικό που το θυμάμαι σαν χθες, και από εκείνη την στιγμή οι URIAH HEEP αυτομάτως ανακηρύχτηκαν σαν το αγαπημένο μου σχήμα και αυτή η φωνή έμελε να με συντροφεύει για πάντα. Επίσης ένα τετρασέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού Heavy metal (No 30, Ιούνιος 1987 του συντάκτη Warrior -να’ ναι καλά το παλικάρι) το είχα μάθει απ’ έξω από τις πολλές αναγνώσεις που του είχα κάνει. Διαφορετικές εποχές.

Σήμερα, κλείνουν 29 χρόνια από τον θάνατο του και μακάρι έστω και ένας από τους νεότερους αναγνώστες μας, με αφορμή αυτό το άρθρο, να καταφέρει να έρθει σε ουσιαστική επαφή με το σπουδαίο έργο και τον τεράστιο πλούτο που άφησε πίσω του ο David Byron. Άλλωστε, από τον King Diamond μέχρι τον Eric Adams, όλοι υποκλίνονται στο μεγαλείο της φωνής του.

Όπως είχε τραγουδήσει και ο ίδιος: “If I had the time to relive my life, I don’t think I’d care to change a thing, As long as I find just a little piece of mind, I can dream and laugh and I can sing”.
Gone but not forgotten.

Γιάννης Παπαευθυμίου

Αφιέρωμα: HOUSE OF LORDS

0

Μια ιστορία μάλλον πονεμένη…

giuffria

Ο Greg Giuffria, έγινε γνωστός στην Αμερική με τους εντυπωσιακούς ANGEL στην δεκαετία του ’80, έχοντας μια σειρά από εντυπωσιακούς prog/AOR δίσκους και γνωρίζοντας επιτυχία. Όταν οι ANGEL έφτασαν στο τέλος τους, θέλοντας να συνεχίσει να ασχολείται με την μουσική και το hard rock, έκανε τη δική του ομώνυμη μπάντα, αφού δεν κατάφερε να εξασφάλισει τα δικαιώματα για την χρήση του ονόματος ANGEL ξανά. Λίγο διαφοροποιημένος ήχος, πιο heavy αλλά πάντα βασισμένος στα «τεράστια» πλήκτρα του, με πιο έντονα κιθαριστικά σπινθηροβόλα ριφ από τον Greg Goldy (μετά στην μπάντα του DIO). Με την πρώτη τους κυκλοφορία οι GIUFFRIA γνώρισαν επιτυχία στην Αμερική, τόσο σε επίπεδο άλμπουμ στο Billboard, όσο και στα hit singles. Προσπάθησαν σκληρά, αλλά οι αλλαγές στην σύνθεση τους, όσο και η εμπορική αποτυχία του δεύτερου άλμπουμ τους, τους οδήγησαν στην ουσιαστική διάλυση ή εάν θέλετε την μετενσάρκωση τους σε HOUSE OF LORDS! Αυτό ήρθε ουσιαστικά όταν φεύγοντας από την MCA RECORDS και υπογράφοντας στην εταιρία του Gene Simmons, τους υποχρέωσε να αλλάξουν όνομα και τραγουδιστή, φέρνοντας τον χαρισματικό James Christian στην μπάντα κατόπιν προτροπής του Chuck Wright.

hold1Κάπως έτσι λοιπόν γεννήθηκαν οι HOUSE OF LORDS, με μεγάλες προσδοκίες και όνειρα σε μια εποχή που το Hair metal και το hard rock ήταν στην ακμή τους. Απλά το κακό ήταν γι’ αυτούς, ότι πολύ σύντομα θα ξεκινούσε η παρακμή και η λήθη του από την μια, αλλά και από την άλλη ήταν υπερβολικά πολλές οι μπάντες που παίζανε ακριβώς τα ίδια πράματα και για πολλά χρόνια. Με άλλα λόγια για κάποιον που τότε θα έβλεπε μπροστά με μάτι τεχνοκρατικό, θα έλεγε ότι οι HOUSE OF LORDS μακροπρόθεσμα θα είχαν αποτύχει εμπορικά πριν καν ξεκινήσουν! Δύσκολη περίπτωση λοιπόν από την αρχή. Τα αφήνουμε αυτά όμως… Ο Greg Goldy στον DIO, ο David Gelnn Eisley απολύεται και με τους James Christian στα φωνητικά και Lanny Cordola στις κιθάρες κάνουν ντεμπούτο στις 18 Οκτωβρίου 1988. Κατά πολλούς το πρώτο τους άλμπουμ, μια καλή πρόταση, καλογυαλισμένου hard n’ heavy είναι και το καλύτερό τους. Ο υπογράφων τούτο το ταπεινό άρθρο διαφωνεί. Με την πρώτη τους κυκλοφορία πιστεύω πως οι HOL έδειξαν τις δυνατότητες τους, δεν τις εξάντλησαν όμως, διότι το άλμπουμ έχει αρκετές filler συνθέσεις και δεύτερον όχι την καλύτερη δυνατή παραγωγή παρά τον δυνατό ήχο τους. Η αναμενόμενη εμπορική επιτυχία δεν έρχεται όμως παρά την έντονη προβολή της μπάντας, αφού το Φεβρουάριο του 1989, καταφέρνει να φτάσει μόλις μέχρι το #78 του Billboard, ενώ σε μια εποχή που τα hit ήταν εύκολα για τέτοιου είδους μπάντες τα θαυμάσια “I wanna be loved” και “Love don’t lie” δεν τα πήγαν καλά, ειδικά το δεύτερο δεν μπήκε καν στα charts. Παρόλες όμως τις δυσκολίες ήταν φανερό πως οι HOL ήταν μια μπάντα με πολλές ικανότητες και δυνατότητες.

holpromobwΕξαιρετικοί μουσικοί όλοι τους, καλοί συνθέτες, απλά έπρεπε να βρεθεί η χρυσή τομή στο ύφος της μπάντας και στον ήχο. Οι συνθέσεις ήταν απλά θέμα χρόνου και χημείας κυρίως των Christian και Giuffria, κάτι που θα ήταν ολοφάνερο στο άμεσο μέλλον. Μετά τις περιοδείες, με SCORPIONS και CHEAP TRICK, μπαίνουν στο στούντιο και όπως κάθε μπάντα που θέλει να κάνει το break, δέχονται έξωθεν βοήθεια από μια πλειάδα γνωστών μουσικών που είτε συνεισφέρουν στον τομέα της σύνθεσης, είτε συμμετάσχουν ως καλεσμένοι στο άλμπουμ. Doug Aldrich (κατά βάση παίζει σε όλο το άλμπουμ αυτός), Rick Nielsen, Chris Impellitteri, Mandy Meyer, David Glen Eisley, Robin Zander, Mike Tramp, Steve Plunkett και Ron Keel, σήμερα μπορεί να μην λένε και πολλά κάποιοι, αλλά τότε ήταν ονόματα πρώτης γραμμής. Το “Sahara”, νομίζω ότι είναι πολύ καλύτερο σε σχέση με το ομώνυμο τους άλμπουμ, σε όλα τα επίπεδα. Καλύτερος ήχος, καλύτερο παίξιμο, καλύτερες συνθέσεις, πιο hard παραγωγή με έμφαση στο παίξιμο του Michael Guy, που στο μεταξύ είχε πάρει την θέση του Lanny Cordola. Σαφώς πιο μεστό και ποιοτικό HOUSE OF LORDS WALLPAPERάλμπουμ το “Sahara” αν και αυτό δεν γνώρισε την τρελή εμπορική επιτυχία, καταξιώνει κατ’ ουσία τους HOL και δημιουργεί έναν σοβαρό κύκλο οπαδών γύρω τους. Τώρα είναι μια μπάντα που μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους WINGER για παράδειγμα. Για ακόμα μια φορά όμως η τύχη δεν θα είναι με το μέρος τους, αφού παρά το σοβαρό βήμα που γίνεται για την καταξίωση της μπάντας και την περιοδεία με τους DEEP PURPLE (ο Blackmore τους άλλαξε τα φώτα με την «φιλοξενία» του), 38 SPECIAL και NELSON (κακές επιλογές για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια) οι Ken Merry και Chuck Wright αποχωρούν μην βρίσκοντας ικανό κίνητρο για να μείνουν με το συγκρότημα. Φτάνουμε στο 1992, όταν πια ουσιαστικά τα μόνα εναπομείναντα μέλη είναι οι Christian και Giuffria. Παραδόξως, και ενώ όλα τα σημαία των καιρών είναι εναντίων τους οι HOL βασισμένοι σε δυο μόνο νέα τραγούδια (“What’s forever for” και “Demons down) αλλάζουν εταιρία και παίρνουν ένα πολύ καλό συμβόλαιο με την Polygram.

Προσλαμβάνουν νέα μέλη και πλειάδα πάλι καλεσμένων, ηχογραφώντας το “Demons down” το οποίο είναι και η κορυφαία τους δουλειά, για μένα, ένα κομψοτέχνημα μεταξύ AOR και Hard rock! Συνθέσεις ώριμες, ρεφρέν να σου μένουν στο μυαλό, κουπλέ ρυθμικά, παραγωγή εκπληκτική, ήχος άψογος, εκτελέσεις και ερμηνείες στο μέγιστο δυνατό επίπεδο! Ένα άλμπουμ που από το εξώφυλλο, μέχρι και την τελευταία νότα του, αξίζει να το έχετε στην δισκοθήκη σας! Εδώ όμως και παρά την μεγάλη επιτυχία που έχουν στην Ιαπωνία (για Αμερική και Ευρώπη ούτε λόγος τότε) η μπάντα φτάνει πραγματικά στα όριά της και διαλύεται. Ο Christian, αποδέχεται την πρόταση των WHIETSNAKE, Adrian Vandenberg, holdRudy Sarzo και Tommy Aldridge, να κάνει φωνητικά στην μπάντα τους με το όνομα MANIC EDEN. Ήταν η περίοδος που ο Coverdale έκανε το άλμπουμ με τον Page και οι υπόλοιποι ήθελαν να φτιάξουν ένα διαφορετικό project και αυτοί. Το θέμα ήταν όμως πως θέλήσε να βοηθήσει και στις συνθέσεις, γιατί τα πρώτα τραγούδια που του δώσανε να ερμηνεύσει δεν τον ικανοποίησαν αρκετά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Vandenberg να…στραβώσει καθώς δεν ήθελε κανέναν άλλον να γράψει μουσική ή στίχους μαζί του, με τελική κατάληξη ο Christian να μην δεχτεί να συνεχιστεί η συνεργασία τους.

Το μόνο που θα ακούσουμε ξανά μετά, είναι το 1995, όταν ο James Christian θα κυκλοφορήσει το προσωπικό του άλμπουμ “Rude awakening” (εξαιρετικό!!) και μετά πάλι σιωπή. Ο Greg Giuffria θα αλλάξει πορεία στην ζωή του και θα ασχοληθεί με τα casino στο Las Vegas, ο δε Christian μάλλον απογοητευμένος (φήμες είχαν ακουστεί και περί κάποιας ασθένειας) δεν θα μας δώσει σημεία ζωής για κάμποσο καιρό, έχοντας ουσιαστικά αποσυρθεί μαζί με την σύζυγο του την Robin Beck σε μια ήσυχη ζωή και απλά συμμετάσχοντας υποβοηθητικά στις δικές της δουλειές.
Αυτή ήταν εν συντομία η ιστορία της πρώτης φάσης της ζωής των HOUSE OF LORDS, μιας μπάντας που θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ πιο μεγάλο όνομα. Η ιστορία τους όμως δεν σταμάτησε εκεί. Κάπου στα μέσα του 2000 ο Christian δέχεται μια κρούση από τον Chuck Wright να ξαναφτιάξουν την μπάντα και αποδέχεται με χαρά, αφού αποφασίζει πως ήρθε ο καιρός να ξαναμπεί στο παιχνίδι. Μαζί με τους Chuck Wright, Lanny Cordola και Ken Mary, αλλά με την άρνηση του Greg Giuffria να συμμετάσχει, αρχίζουν να δουλεύουν πάνω στο άλμπουμ που θα τους έφερνε ξανά στην επικαιρότητα. Τους παίρνει περισσότερο χρόνο από όσο θα χρειάζονταν φυσιολογικά και τελικά μόλις το 2004 καταφέρνουν να το κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα σχεδόν με το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του Christian “Meet the man”. Εδώ έχουμε μια αντίθεση που τότε δεν την περιμέναμε. Το μεν άλμπουμ του Christian είναι ποιοτικότατο, γεμάτο ενέργεια και ζωή, το δε άλμπουμ ως HOUSE OF LORDS είναι γεμάτο πειραματισμούς και progressive στοιχεία που αν μη τι άλλο είναι πολύ μακρινά από ότι κάποιος οπαδός τους θα περίμενε. Όπως και να το κάνουμε σε καμία περίπτωση δεν είναι αντιπροσωπευτικό του ονόματός τους. Αποτέλεσμα; Ένα πολύ αμφιλεγόμενο άλμπουμ αντί να τους στηρίξει τους δημιουργεί πολλά εσωτερικά προβλήματα. Το 2005 εμφανίζονται στο φημισμένο Firefest στην Αγγλία και τον Νοέμβριου του ίδιου έτους, θα μας έρθουν στην Ελλάδα ένα live για το οποίο ο Christian μόνο καλά λόγια έχει να πει!

hol group shot 1Στην συνέχεια η μπάντα ουσιαστικά θα διαλυθεί ξανά, αλλά αυτή φορά, την τύχη τους θα την πάρει ο Christian στα χέρια του και δεν θα τους αφήσει να ξανακυλήσουν. Μια σειρά από πολύ καλά άλμπουμ θα έρθουν, παρόλο που η σύνθεση τους δεν είναι και η πιο σταθερή του κόσμου, (“World upside down”, “Cartesian dreams”, “Big money” και το σύγχρονο “Precious metal”) ο ήχος τους όμως δεν είναι πι ο ίδιος. Διατηρούν το μελωδικά τους στοιχεία φυσικά, αλλά έχουν πιο heavy προσανατολισμούς με πιο έντονα συμφωνικά, ενίοτε, στοιχεία. Ενδιάμεσα να σημειώσουμε και το ζωντανά ηχογραφημένο “Live in the UK”. Μπορεί οι HOUSE OF LORDS να μην κατάφεραν ποτέ να γίνουν αστέρες πρώτου μεγέθους, όμως κατάφεραν να έχουν ποιότητα, σταθερότητα τα τελευταία χρόνια, και σεβασμό από μεγάλη μερίδα του κοινού. Άλλωστε το να κυνηγήσεις την επιτυχία στα 80’s, να μην τα καταφέρεις, να βγάλεις το καλύτερό σου άλμπουμ όταν κανείς πια δεν ενδιαφέρονταν πια, να διαλυθείς, να επανέλθεις με ένα παραλίγο καταστροφικό άλμπουμ και τελικά να επιβιώσεις με μια σειρά πολύ καλών κυκλοφοριών και να έχεις με το κεφάλι ψηλά, ε, με συγχωρείτε κιόλας, αλλά δεν είναι και λίγο πράμα! Πρέπει να έχεις το κουράγιο του James Christian για να το κάνεις! Και πιστέψτε με, αυτός ο τύπος έχει ακόμα και πολύ πείσμα, πολύ σθένος και πολλά κουράγια, πέρα από το μεγάλο ταλέντο του! Άλλωστε εσείς που σε λίγες μέρες θα βρεθείτε μπροστά του στο Κύτταρο, όταν αυτός ανέβει για τρίτη φορά σε σκηνή για να παίξει την Ελλάδα, θα το καταλάβετε άμεσα από το σεληνιασμένο βλέμμα του κάθε φορά που παίζει live! Όταν είχα περάσει μερικές μέρες μαζί του, στην περιοδεία του “Cartesian dreams” τότε που κάναμε το δεύτερο live των HOL με το ROCK HARD στην χώρα μας, είχα πολλές ευκαιρίες να διαπιστώσω τι άνθρωπος είναι ο Christian και πόσο πολύ πιστεύει σε αυτήν την μπάντα! Εσείς;

Οι HOUSE OF LORDS εμφανίζονται με τη Robin Beck στο Κύτταρο, την Πέμπτη 6 Μαρτίου.

Δημήτρης Σειρηνάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece