Wednesday, March 11, 2026




Home Blog Page 2753

SUICIDAL ANGELS: Αποκαλύφθηκαν οι λεπτομέρειες του νέου τους album, ”Divide and Conquer”

0

SuicidalAngels 101013Οι Έλληνες thrashers SUICIDAL ANGELS ανακοίνωσαν ότι θα κυκλοφορήσουν το νέο τους album, “Divide and conquer”, στις 14 Ιανουαρίου, μέσω της NoiseArt Records. Το εξώφυλλο του album έχει σχεδιάσει για ακόμη μια φορά ο γνωστός και μή εξαιρετέος Ed Repka, που στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με ονόματα όπως οι MEGADETH, DEATH και SANCTUARY.

Αναφορικά με το νέο album, ο κιθαρίστας/τραγουδιστής της μπάντας, Νίκος Μελισσουργός, δήλωσε: “Ηχογραφήσαμε ξανά στα Prophecy & Music Factory Studios και η μίξη αυτή την φορά έγινε από τον Fredrik Nordström (HAMMERFALL, IN FLAMES, ARCH ENEMY) στα Fredman Studios. Δεν ξέραμε τι να περιμένουμε για το τελικό αποτέλεσμα αλλά αυτό που έχουμε στα χέρια μας είναι killer. Κατάφερε να συνδυάσει το old-school συναίσθημα με την εξελιγμένη παραγωγή του 2013. Ακούγεται απολύτως ογκώδες!”

Το track listing:

01. Marching Over Blood
02. Seed Of Evil
03. Divide And Conquer
04. Control The Twisted Mind
05. In The Grave
06. Terror Is My Scream
07. Pit Of Snakes
08. Kneel To The Gun
09. Lost Dignity
10. White Wizard

SuicidalAngels 101013

SEPTIC FLESH: Ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις για το καινούργιο τους δίσκο

0

SepticFlesh 101013Οι “δικοί μας” SEPTIC FLESH μπήκαν στα Devasoundz Studios για να ηχογραφήσουν δέκα κομμάτια για το, μέχρι στιγμής, άτιτλο καινούργιο album τους, και διάδοχο του εξαιρετικού “The great mass” (το οποίο είχε βγεί και δίσκος της χρονιάς από το site μας), το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές του 2014 μέσω της Prosthetic Records.

Την παραγωγή του album έχει αναλάβει ο πρώην κιθαρίστας των MACHINE HEAD και SOULFLY, Logan Mader και θα περιλαμβάνει επίσης μία ακόμη συνεργασία με την φιλαρμονική ορχήστρα της Πράγας. Παράλληλα, το συγκρότημα θα χρησιμοποιήσει και κανονικές όσο και παιδικές χορωδίες στο album προκειμένου να αναδείξει ακόμη περισσότερο την επική φύση της μουσικής του.

Περισσότερες λεπτομέρειες για το album αναμένονται σύντομα.

MORBID ANGEL: Διαθέσιμο eBook με τις ταμπλατούρες του ”Covenant”

0

MorbidAngel 101013Οι MORBID ANGEL γιορτάζουν τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του κλασικού τους άλμπουμ, “Covenant” και μέσα σε αυτά τα πλαίσια έχουν έτοιμο και ένα νέο eBook με ταμπλατούρες του δίσκου. Το eBook περιλαμβάνει αυθεντικές ηχογραφήσεις με νότες, ταμπλατούρες, συγχορδίες, στίχους και σχόλια από τον Trey Azagthoth.

Δείτε το σχετικό trailer εδώ


Όσοι θέλετε να το παραγγείλετε, κάντε ένα κλικ εδώ

 

 

 

TESTAMENT: ”Παίρνουμε έμπνευση από τις νέες και ανερχόμενες μπάντες που παίζουν thrash”

0

Testament 101013Ο τραγουδιστής των TESTAMENT, Chuck Billy, έδωσε πρόσφατα μία συνέντευξη στο περιοδικό Loud της Αυστραλίας. Μία συγκεκριμένη απάντησή του έχει ενδιαφέρον. Όταν ρωτήθηκε αν επηρεάζονται από νεότερες μπάντες στις μέρες μας ή η πηγή έμπνευσής τους είναι ίδια με τις παλιότερες μέρες, απάντησε:

“Μας εμπνέει το τί γίνεται σήμερα και οι νέες και ανερχόμενες thrash-style μπάντες. Αυτές επηρεάστηκαν από εμας και δημιουργούν το δικό τους ήχο και στυλ. Και είναι κάτι σαν ένας πλήρες κύκλος. Πάρε λίγο από αυτό που κάνουν αυτοί σήμερα και βάλε το στη μουσική μας. Νομίζω αυτό είναι που στην ουσία κρατάει τη μουσική μας από το να μην ακουγόμαστε σαν μία μπάντα 30 χρόνων αλλά ακόμα κάπως φρέσκοι και μοντέρνοι”.

Σωστός…

Αφιέρωμα: MACHINE HEAD

0

“Aesthetics of metal”

MachineHead2014bΤην Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, στο Fix Factory of Sound στη Θεσσαλονίκη και το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου στο Κτίριο 56 (Ελληνικός Κόσμος), οι Αμερικάνοι MACHINE HEAD, θα έρθουν για μία βραδιά τύπου “an evening with”, σ’ ένα show χωρίς support παίζοντας περισσότερες από δύο ώρες, με σκοπό να μας προσφέρουν την απόλυτη MACHINE HEAD βραδιά. Το ROCK HARD, κάνει μία ανασκόπηση στην καριέρα του σχήματος, με αφορμή αυτές τις συναυλίες, μας ενημερώνει για τα παλαιότερα μέλη τους και βάζει και μία DEEP PURPLE πινελιά…

“The ultimate guide to MACHINE HEAD’s discography”
Οι MACHINE HEAD μας έχουν δώσει μέσα σε 25 χρόνια 8 full-length άλμπουμ και είναι μία από τις μπάντες που έδωσαν πνοή στο metal από την Αμερική και εξέλιξαν τον ήχο της thrash metal αρκετά βήματα παραπέρα. Στο παρακάτω μέρος αναλύονται τα άλμπουμ των MACHINE HEAD από σκοπιά “αναγκαιότητας” να έχουν ακουστεί από κάθε ενημερωμένο οπαδό της metal, διότι άλλωστε οι MACHINE HEAD δεν είναι και κανένα δευτεροκλασάτο σχήμα.

Χωρίς αυτά δε βρίσκεις προκοπή

“Burn my eyes” (1994)
burnΠρώτο στην κατάταξη έρχεται αναμφισβήτητα το ντεμπούτο των Αμερικανών. Αυτό τους έβαλε στον χάρτη και μάλιστα για πολύ καλό λόγο. Το “Davidian” ως εναρκτήριο κομμάτι ήταν ιδανικό για να δείξει αμέσως τις προθέσεις και την ταυτότητα των MACHINE HEAD. Δεν είναι καθόλου περίεργο που είναι το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι τους (κι άρα σχεδόν αποκλειστικά αγαπημένο των Ελλήνων rock/metal DJs). Όμως το “Burn my eyes” δεν είναι μόνο το “Davidian”. Η συνέχεια παραμένει εξίσου εκρηκτική με τραγούδια όπως το “Old”, το “A thousand lies” ή το “Block”. Ο Chris Kontos δίνει ρέστα στα τύμπανα με το groove-άτο και δυναμικό παίξιμό τους, ενώ φυσικά οι κιθάρες των Logan Mader και Robb Flynn ξερνούν σωρεία εκπληκτικών και πιασάρικων riffs. Επίσης ο Flynn με το στιβαρό τόνο του και την αγριάδα του δίνει ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο συνολικό εγχείρημα. Must-have για κάθε αξιοπρεπή δισκοθήκη.

 

“The blackening” (2007)
Machine Head The Blackening

Το άλμπουμ που εκτίναξε στα ύψη τις μετοχές των MACHINE HEAD και αναβίωσαν μία δεύτερη περίοδο ευφορίας και ευμάρειας. Θυμάμαι που είχα την τύχη να ακούσω το δίσκο περίπου 2 μήνες πριν κυκλοφορήσει και ήμουν σίγουρος πως θα ήταν ό,τι καλύτερο θα έβγαινε στη metal για το 2007 και δε νιώθω ότι διαψεύστηκα. Και πως να γινόταν αλλιώς όταν περιέχει κομματάρες όπως τα “Clenching the fists of dissent”, “Beautiful mourning”, “Aesthetics of hate”, “Now I lay thee down”, “Slanderous”, “Halo”, “Wolves” και “A farewell to arms”. Ναι, καλά προσέξατε, ανέφερα όλα τα κομμάτια του δίσκου διότι είναι ένα κι ένα και δεν υπάρχει ούτε μισό δευτερόλεπτο που είναι περιττό ή εκτός τόπου και χρόνου στο άλμπουμ αυτό. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που περιόδευσαν 3 χρόνια σχεδόν ασταμάτητα για αυτό το άλμπουμ σχεδόν παντού ως headlining act (υπήρξαν κάποιες περιοδείες που έκαναν co-headline ή απλά έπαιζαν δεύτερο όνομα σε φεστιβάλ κάτω από μπάντες βεληνεκούς METALLICA), γύρισαν video clips για τα “Aesthetics of hate”, “Now I lay thee down” και “Halo” και βγήκε επανακυκλοφορία του δίσκου μόλις 1 χρόνο μετά την επίσημη κυκλοφορία του. Διότι όταν η χήνα κάνει το χρυσό αυγό, την “ξεκωλιάζεις” όσο σε παίρνει.

Δεν σε χάλασαν

the more“The more things change…” (1997)
Το δεύτερο άλμπουμ των MACHINE HEAD “The more things change…” ήταν ένα κλικ πιο κάτω από το ντεμπούτο τους, από μία μπάντα που ήρθε σχεδόν από το πουθενά. Το εναρκτήριο “Ten ton hammer” και το “Take my scars” που περιέχονται στα setlist της μπάντας έκτοτε, είναι τα πιο αξιομνημόνευτα κομμάτια του δίσκου. Φυσικά κομμάτια όπως το “Struck a nerve” ή το “The frontlines” δεν πάνε πίσω. Το “The more things change…” έδειχνε ότι αυτό το νέο συγκρότημα θα μπορούσε ήδη να συγκαταλεχθεί μεταξύ των σχημάτων που θα κάνουν τη διαφορά στη μουσική σκηνή της metal μουσικής.

“Supercharger” (2001)
Αν και το “Supercharger” κινούταν επίσης σε nu metal μοτίβα όπως και το “The burning red”, εντούτοις είχε πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα αλλά και πιο πολλά αξιόλογα τραγούδια, όπως το groove-άτο “Bulldozer”, το σινγκλάκι “Crashing around you”, το πιασάρικο “Kick you when you’re down”, το up-tempo “American high” και το επηρεασμένο από KORN “Trephination”. Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με τον προπάτορά του, και εξαιτίας του απόηχου αυτού, δεν απέδωσε εμπορικά και ήταν ένας από τους λόγους που η μπάντα έφυγε από τη Roadrunner records. Όμως αυτό δεν μειώνει το πόσο αξιόλογο είναι πραγματικά, κι ας περιέχει ορισμένες μέτριες στιγμές. Ειδικά άμα το ακούσει κάποιος τη σήμερον ημέρα με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, μακριά από τα trends της εποχής και τη διαμάχη μεταξύ “πραγματικών μεταλλάδων” και nu μεταλλάδων.

Machine Head Through the Ashes of Empires“Through the ashes of empires” (2003)
Βέβαια δεν άργησε να επιστρέψει λίγους μήνες αργότερα, φυσικά με νέο συμβόλαιο, που να συμφέρει περισσότερο τη μπάντα και νέο άλμπουμ (το οποίο είχε φάει μερικά άκυρα από άλλες εταιρείες). Το “Through the ashes of empires” σημάδεψε την επιστροφή των MACHINE HEAD στα μουσικά μονοπάτια που τους έκαναν γνωστούς στην αρχή της καριέρας τους, με την παράλληλη φυγή του Ahrue Luster (κιθάρες) κι επιστροφή του Phil Demmel. Με τραγούδια όπως το εναρκτήριο “Imperium” ή το “Bite the bullet” δεν είναι καθόλου παράξενο που τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν και πάλι πάνω τους. Όλο το άλμπουμ βρίθει από στιβαρές post-thrash metal συνθέσεις και τσαμπουκά που ταιριάζουν πιο πολύ στους MACHINE HEAD. Σίγουρα μία ιδιαίτερα σημαντική κυκλοφορία στην ιστορία της μπάντας.

 

“Bloodstone & Diamonds” (2014)
Το πιο πρόσφατο εγχείρημα των MACHINE HEAD “Bloodstone & Diamonds” έχει καλές συνθέσεις και ένταση και διάθεση για bloodstoneκοπάνημα, όμως λείπει αυτό το κάτι παραπάνω που θα μπορούσε να το κάνει πιο ξεχωριστό. Σαφέστατα καλύτερο από το “Unto the locust”, με κομματάρες όπως τα “Now we die”, “Night of the long knives”, “Eyes of the dead” και “In comes the flood”. Κάνοντας αλλαγή στο μπάσο με το διωγμό του Adam Duce, με το Rob Flynn να αποτελεί πλέον το μοναδικό αρχικό μέλος των MACHINE HEAD, και μεταγραφή στη Nuclear Blast, βλέπουμε και ορισμένους πετυχημένους πειραματισμούς στο μουσικό πλαίσιο, με συνεργασία με το γνωστό παραγωγό Rhys Fulber (πλήκτρα, ex-FRONT LINE ASSEMBLY) και τον Jordan Fish (πλήκτρα, BRING ME THE HORIZON). Όμως κομμάτια όπως το “Damage inside” ή το υπερβολικά μεγάλο “Sail into the black” (άμα ήταν 2 λεπτά μικρότερο θα ήταν πολύ δυνατό), ρίχνουν λίγο το συνολικό επίπεδο.

 

Την παλεύουν-δεν την παλεύουν

 

“The burning red” (1999)
burning redΤι να πρωτοπεί κανείς για αυτό το άλμπουμ; Ο Flynn έντονα επηρεασμένος από τη μόδα της nu metal, μαζί με τη συνδρομή του Ahrue Luster (κιθάρες, μετέπειτα στους ILL NINO) μεταλλάσσει προσωρινά τους MACHINE HEAD από post-thrashers σε nu metallers και δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκε και πολύς κόσμος. Τουναντίον. Με τη λογική των MACHINE HEAD που βάζανε πάντα το χιτάκι του άλμπουμ να ξεκινάει το άλμπουμ, το “Desire to fire” μόνο χιτάκι δε μπορείς να το πεις, σηματοδοτώντας την αρχή της, ευτυχώς προσωρινής, παρακμής τους. Τα μοναδικά τραγούδια που πάνε να σώσουν την κατάσταση είναι το “The blood, the sweat, the tears” που είναι χιτάκι από τα λίγα και το  “From this day” που είναι μία μίξη KORN και LIMP BIZKIT, χαρακτηριστικότατο της πορείας που ακολουθούσε η μπάντα στο δίσκο. Αλλά μέχρι εκεί. Όλο το υπόλοιπο άλμπουμ προσπαθεί ματαίως να πιάσει το vibe της νεολαίας και του trend της περιόδου, όχι μόνο μουσικά αλλά και σε ό,τι αφορά το παρουσιαστικό του ίδιου του Flynn. Για όποιους/ες δεν ξέρουν που αναφέρομαι, απλά τσεκάρετε στο διαδίκτυο φωτογραφίες τόσο του Flynn όσο και των MACHINE HEAD γενικότερα εκείνης της χρονικής περιόδου. Τέλος, η  διασκευή στο “Message in a bottle” των THE POLICE είναι τουλάχιστον άστοχη.

“Unto the locust” (2011)
locustΤο μεγαλύτερο “κακό” με αυτό το δίσκο είναι πως ήταν ο διάδοχος του “The blackening”. Κι όταν έχουν δημιουργηθεί τέτοιες θεόρατες και δυσθεώρητες απαιτήσεις στο κοινό σου, είναι δύσκολο να κορώσεις τη δίψα του και να πιάσεις το ίδιο ψηλό επίπεδο. Ακόμη δε περισσότερο όταν εσύ ο ίδιος δεν έχεις πάρει κάποιες ανάσες για να κουλάρεις από όλο αυτό το τρέξιμο και να αφήσεις την έμπνευση να σου έρθει κι όταν έχεις κάτι να δώσεις, να το δώσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πόσο αδιάφορα μέτριο είναι το “Unto the locust” είναι να μνημονεύσει κανείς τραγούδια του δίσκου που μπορούν σε κάποια πλαίσια να θεωρηθούν κλασικά. Άντε το “I am hell (Sonata in #C)” ή το “This is the end”; Επίσης, η πολύ παρέα με τους υπερτιμημένους TRIVIUM δεν κάνει καλό. Άλλωστε ο Flynn έχει δείξει και στο παρελθόν ότι είναι επιρρεπής στις μόδες της νεολαίας (βλ. “The burning red”). Βέβαια η αίσθηση ενθουσιασμού που είχε αφήσει “The blackening” έκανε αρκετό κόσμο να παραμιλάει για το “Unto the locust”, βάζοντας πρώτο το οπαδιλίκι από τη συγκρατημένη και συγκροτημένη κριτική σκέψη.

Κωνσταντίνος Βασιλάκος

 

MACHINE HEAD members: Before and after

flynn2014cΟι MACHINE HEAD αποτελούν ένα τεράστιο κεφάλαιο για το thrash και αλλά συνολικά τη heavy metal μουσική. Το ντεμπούτο τους, το “Burn My Eyes” ανανέωσε σημαντικά τη σκηνή της Αμερικής και τους καθιέρωσε αυτόματα στο διεθνές στερέωμα. Και πολύ δίκαια! Και παρότι ο ήχος τους ήταν εξαρχής thrash σίγουρα ήταν πιο μοντέρνος από τα κλασικά γκρουπ της σκηνής. Η ίδια η προϊστορία των μελών τους, ιδιαίτερα του Rob Flynn, το καταδεικνύει και είναι ενδεικτική της μουσικής ταυτότητας που το συγκρότημα εξαρχής δημιούργησε.

Ο ηγέτης των ΜΗ, έχοντας εντρυφήσει στους κλασικούς του Bay Area, αλλά και με ιδιαίτερη συμπάθεια για το hardcore ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα το 1985 από τους FORBIDDEN, που τότε ονομάζονταν FORBIDDEN EVIL. Ναι, μιλάμε για τους γνωστούς FORBIDDEN του Paul Bostaph που έγραψαν ορισμένες ποιοτικότατες σελίδες στην ιστορία του thrash metal. Ο Flynn συμμετείχε συνθετικά στο ντεμπούτο του σχήματος σε τέσσερα τραγούδια, αλλά αποχώρησε το 1987 πριν αυτό κυκλοφορήσει για να ενταχθεί στους VIO-LENCE όπου συνάντησε και τον Phil Demmel, μετέπειτα κιθαρίστα των MH. Με τους VIO-LEΝCE ο Robb Flynn κυκλοφόρησε ένα EP και δύο LP, τα “Oppressing the Masses” και “Eternal Nightmare”. Και οι δύο δίσκοι θεωρούνται κλασικοί και συλλεκτικοί, ενώ το “Oppressing the Masses” έφτασε και στην 38η θέση των charts στην Αμερική! Πολύ δυναμικό thrash με hardcore φωνητικά που κάθε λάτρης του Bay Area thrash οφείλει να εξερευνήσει! Εσωτερικές έριδες στο γκρουπ οδήγησαν στη αποχώρηση του Flynn, o οποίος αποδείχτηκε απόλυτα έτοιμος να ακολουθήσει το δικό του δρόμο… Οι VIO-LENCE κυκλοφόρησαν ακόμα έναν άλμπουμ πριν περάσουν οριστικά στην ιστορία.

 

 

Και ενώ οι υπόλοιποι της αρχικής σύνθεσης των MACHINE HEAD δεν είχαν κάτι αξιόλογο να δείξουν πριν τους στρατολογήσει ο Flynn, ο Demmel πριν περάσει το 2002 στους ΜΗ κυκλοφόρησε έναν δίσκο με τους TORQUE και έκανε μαζί τους και κάποιες συναυλίες. Πολύ βαρύ thrash, όχι κακό, αλλά όχι και κάτι το ιδιαίτερο που δεν μακροημέρευσε.

 

 

Μπορεί οι τρεις πρώτοι drummers των MH, οι Costanza, Kontos και Ryan, να μην έχουν να δείξουν κάτι το ιδιαίτερο (με εξαίρεση τον συμπατριώτη μας Chris Kontos που έπαιξε στους αρκετά συμπαθητικούς KONKHRA αλλά και σε διάφορα άλλα project), δεν ισχύει το ίδιο και με το Dave McClain, που από το 1996 έχει στεριώσει στο συγκρότημα. H καριέρα του ξεκίνησε με τους S.A. Slayer, στους οποίους συναντάμε και τον Ron Jarzombek, των WATCHTOWER με τους οποίους κυκλοφόρησε ένα EP και το “Go For the Throat”. Πρόκειται για μια αξιοπρεπή δουλειά για την εποχή της, επηρεασμένη περισσότερο από τους RUSH και το κλασικό heavy metal που όμως δεν είχε συνέχεια. Αντίθετα,  ο MacClain πέρασε στους θρυλικούς SACRED REICH για το “Independent” και το πολύ καλό “Ηeal” πριν αυτοί διαλυθούν προσωρινά.

 

 

 

 

Από τα πιο πρόσφατα μέλη των M.H. ο James MacEachern, βρέθηκε για λίγο στους  heavy metallers SANCTITY, με τους οποίους κυκλοφόρησε το “Road to Bloodhsed” το 2007. Λίγο μοντέρνοι, με λίγο punk και συμπαθητικές μελωδίες, για ένα διάστημα άνοιγαν τις συναυλίες των MH, όπου προφανώς έγινε και το “κονέ”.

 

 

Και ενώ ο Logan Mader, δεν έχει σημαντική παρουσία πριν τους M.H., ενώ μετά από αυτούς πέρασε για λίγο στους SOYLFLY και αναδείχτηκε ως πολύ σπουδαίος παραγωγός, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Ahrue Luster o οποίος βρέθηκε στις κιθάρες των MH για τα “The Burning Red”, “Superchager”, αλλά και το “Hellalive”. Ο Luster αφότου έφυγε από τους MH, βρίσκεται σταθερά στους ILL NINO με τους οποίους έχει κυκλοφορήσει αρκετούς, σημαντικούς και ενδιαφέροντες δίσκους.

 

 

Ο Robb Flynn είναι ο ηγέτης των MACHINE HEAD και αυτός που κατά κύριο λόγο ορίζει τη μουσική τους κατεύθυνση. Άλλωστε η ίδια η μουσική του διαδρομή και το μέρος στο οποίο ανδρώθηκε μας δείχνουν πως ο ήχος που καθιέρωσαν οι MH και που τους καθιέρωσε σε πολύ υψηλή θέση στο metal στερέωμα είναι κατά κύριο λόγο η φυσική εξέλιξη της δικιάς του πορείας.

Πάνος Παπαπανάγος

…και ολίγη από DEEP PURPLE!!!

deep purple machine headΜε την ευκαιρία της επίσκεψης των MACHINE HEAD στη χώρα μας, σκεφτήκαμε ότι ήταν καλή ευκαιρία να γράψουμε μερικές γραμμές για το δίσκο των DEEP PURPLE από τον οποίο «δανείστηκαν», 20 σχεδόν χρόνια μετά, το όνομά τους το αμερικάνικο συγκρότημα. Και επειδή όλα αυτά τα χρόνια έχουν γίνει άπειρες αναφορές στο αριστούργημα των DEEP PURPLE, εμείς απλώς θα σημειώσουμε 4+1 κεντρικά σημεία που θεωρούμε ότι αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο το μεγαλείο του “Machine head”. Πάμε να τα δούμε…

1.    Το “Machine head” ήταν το έκτο άλμπουμ των DEEP PURPLE οι οποίοι μέσα σε ένα διάστημα 4 χρόνων είχαν καταφέρει να κυκλοφορήσουν –μεταξύ άλλων- ένα καινοτόμο δημιούργημα που πάντρευε το rock με τη συμφωνική μουσική (“Concerto for group and orchestra”), έναν rock…ογκόλιθο (“In rock”), τον εξαιρετικό διάδοχό του που τυγχάνει να είναι ο αγαπημένος ever δίσκος του Ian Gillan (“Fireball”) και τώρα ήταν η σειρά του καλύτερου τους δίσκου ΟΛΩΝ των εποχών! Το γεγονός ότι η μοναδική έμπνευση των PURPLE συνδυάστηκε με την εμπορική επιτυχία βοήθησε ακόμη περισσότερο στην οικοδόμηση μιας λαμπρής καριέρας για το βρετανικό μεγαθήριο που θα διακόπτον`ταν (προσωρινά) 4 χρόνια μετά.
purple 1972
2.    Το “Highway star” είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα εναρκτήρια τραγούδια ενός δίσκου. Η φωνή του Gillan φτάνει στο Θεό και η ασύλληπτη «συνομιλία» των Blackmore – Lord στη μέση του κομματιού είναι από άλλο πλανήτη. Την επόμενη χρονιά, θα μας έστελναν πάλι αδιάβαστους με κάτι αντίστοιχο στο “Burn”.
3.    “Smoke on the water” ή αλλιώς πως η καταστροφή ενός casino δίνει τη μεγαλύτερη επιτυχία στους PURPLE και ίσως το πιο χιλιοπαιγμένο κομμάτι στην ιστορία της rock μουσικής. Είμαστε σίγουροι ότι ακόμη και ο ιδιοκτήτης του casino, o συμπαθέστατος Claude Nobs, δεν χαλάστηκε που το όνομα του έμεινε στην ιστορία με τους στίχους του Gillan.
4.    Το “Machine head” αποτελείται από 7+1 κομμάτια αφού το ανυπέρβλητο “When a blind man cries” έμεινε έξω από το τελικό tracklist γιατί δεν άρεσε και τόσο πολύ στον Ritchie. Και όταν κάτι δεν αρέσει στον Ritchie…ε, ξέρετε τι συμβαίνει. Το 1972 βρέθηκε, πάντως, να είναι το b’ side στο “Never before”. Ευτυχώς, που στις επόμενες επανεκδόσεις του “Machine head” συμπεριλήφθηκε και έτσι δεν μείναμε με το…εφτάρι στο χέρι!
deep purple band
5.    To 2012 κυκλοφόρησε μία ειδική έκδοση του περιοδικού Classic Rock που περιέλαμβανε ένα άλμπουμ διασκευών σε τραγούδια του “Machine head” από σπουδαίους μουσικούς όπως π.χ. οι METALLICA, IRON MAIDEN, BLACK LABEL SOCIETY, CHICKENFOOT, Carlos Santana, Steve Vai κ.α. Το άλμπουμ έφερε τον τίτλο “Re-machined: a tribute to Deep Purple’s Machine head” αλλά δυστυχώς, οι MACHINE HEAD δεν συμμετείχαν σε αυτό…φανταζόμαστε ότι μία εκτέλεση του “Space truckin’” από τους Αμερικανούς θα ήταν απολύτως ταιριαστή.

Σάκης Νίκας

KATAKLYSM – “Of Ghosts And Gods” (Nuclear Blast)

0

Ακάθεκτοι συνεχίζουν οι Γαλλοκαναδοί deathsters, μιας και το “Of ghosts and gods”, είναι η δωδέκατη δουλειά τους, με το ύφος της μπάντας να έχει αλλάξει δραστικά στα είκοσι και παραπάνω χρόνια που δισκογραφούν αποκλειστικά για τη Nuclear Blast.

Με τα ¾ της μπάντας να τα συναντούμε και στο ρωμαϊκό death metal project EX DEO, οι KATAKLYSM, με μπροστάρη πάντα τον Maurizio Iacono, κινούνται πλέον σε ρυθμικό και αρκετά μελωδικό death metal, που μπορεί να μην έχει σχέση με την ακρότητα δίσκων όπως το ντεμπούτο τους, “Sorcery”, ή και μεταγενέστερων άλμπουμ τους, όπως τα “Epic (The poetry of war) και “Shadows and dust”, αλλά ο χαρακτήρας της μπάντας παραμένει σχεδόν ακέραιος. Η βαρβαρότητα στα riff τους παραμένει και αν καταφέρεις και μπεις στο πνεύμα του άλμπουμ, θα σταματήσεις να δυσανασχετείς.

Αυτά ισχύουν βέβαια για τους παλαιότερους οπαδούς των KATAKLYSM, γιατί οι νεότεροι και ιδιαιτέρως αυτοί που δε διστάζουν να βάζουν στην ίδια πρόταση τους AMON AMARTH πχ και το death metal, πολύ πιθανόν να βρουν τη νέα τους αγαπημένη κυκλοφορία. Ο ογκώδης τους ήχος αποτελεί πιθανότατα αποτέλεσμα της παραγωγής του κιθαρίστα της μπάντας και υπεύθυνο για αυτόν τον τομέα εδώ και αρκετά χρόνια, J-F Dagenais (DESPISED ICON, MISERY INDEX, MALEVOLENT CREATION), με την βοήθεια του Mark Lewis (CANNIBAL CORPSE, DEVILDRIVER, WHITE CHAPEL) για την ηχογράφηση των φωνητικών στα Audiohammer Studios και την τελική μίξη από τα χέρια του Andy Sneap (MEGADETH, ΑCCEPT, ΤESTAMENT).

Όσοι μείνατε ευχαριστημένοι από την πρόσφατη κοινή τους εμφάνιση με τους CANNIBAL CORPSE στη χώρα μας ή αρέσκεστε στην πιο μελωδική πλευρά τους, που έτσι κι αλλιώς πάντα υπήρχε στη μουσική τους, καλά θα κάνετε να περάσετε από μία ακρόαση το “Of ghosts and gods”, όπως και οι φίλοι του μελωδικότερου ακραίου ήχου, χωρίς αυτό απαραίτητα να παραπέμπει στη 90s σκηνή του Gothenburg ή κάτι παραπλήσιο.

6.5/10

Κώστας Αλατάς

Second Strike Is Deadlier

0

Autopsy Mental FuneralΤις προάλλες, ενώ έκανα μια μουσική ανασκόπηση για το τρέχον έτος ακούγοντας παράλληλα το καταπληκτικό νέο άλμπουμ των OBSEQUIAE, συνειδητοποίησα πόσο μεγάλο ποσοστό από τις καλύτερες φετινές κυκλοφορίες κατέχουν τα “δεύτερα” άλμπουμ, τα sophomores που λέμε. Κάτι τέτοιο μόνο τυχαίο δεν είναι βέβαια όπως μας έχει δείξει επανειλημμένα η ιστορία. Αν και κατά βάση “πρωτοδισκάκιας” και αρκετά αιρετικός για τις μουσικές μου προτιμήσεις, δεν μπορώ να αγνοήσω κλασσικά παραδείγματα της μουσικής που δείχνουν τεράστια βήματα προόδου μιας μπάντας από το ντεμπούτο στο δεύτερο άλμπουμ. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς, από “Kill ‘Em All” σε “Ride The Lightning” και από “Rocka Rolla” σε “Sad Wings Of Destiny”, από “Undertow” σε “ Ænima” και από “Bleach” σε “Nevermind” ή από “Lost Paradise” σε “Gothic” και από “Severed Survival” σε “Mental Funeral”…θα μπορούσα να συνεχίσω τη λίστα για μέρες. Από τη μία, ένα ντεμπούτο έχει αυτή την ακατέργαστη ενέργεια και τον ενθουσιασμό ενός ξεκινήματος, αλλά συνήθως μια καλή μπάντα βρίσκει τον πραγματικό της εαυτό/ήχο στη συνέχεια, κάτι που έρχεται φυσιολογικά και μέσα από την εμπειρία. Δεδομένου ότι δεν έχουν όλοι την έμπνευση και το ταλέντο να συνεχίσουν για πολλούς δίσκους το ποιοτικό τους σερί, το δημιουργικό peak πολλές φορές συμπίπτει με τον δεύτερο δίσκο. Όπως και να έχει, δεν θα συνεχίσω περαιτέρω μιας και το θέμα εδώ δεν είναι ένα debate “debuts vs. sophomores” αλλά η παρουσίαση μερικών σπουδαίων δεύτερων άλμπουμ από τη μέχρι στιγμής καλή αλλά όχι τέλεια φετινή σοδειά, περιοριζόμενη στον ακραίο metal ήχο.

obsequiaeΑρχίζουμε με το πιο τρανταχτό τέτοιο παράδειγμα και ταυτόχρονα αφορμή για το παρόν κείμενο, το “Aria Of Vernal Tombs” των Αμερικανών OBSEQUIAE, μια από τις πιο φρέσκιες και ανανεωτικές προτάσεις στο σύγχρονο metal underground. Μπορεί διάφορες μπάντες να ισχυρίζονται ότι παίζουν medieval metal ή τελοσπάντων να μιλάνε για μεσαιωνικές μουσικές στον metal ήχο τους, αλλά οι OBSEQUIAE όχι μόνο είναι η επιτομή αυτού του όρου, αλλά ίσως και η μοναδική περίπτωση που μπορεί να μπει κάτω από αυτή την ταμπέλα, μακριά από κιτσοφολκ καραγκιοζιές. Ο δίσκος είναι γεμάτος μαγευτικές μελωδίες τόσο στα ακουστικά κομμάτια παιγμένα με άρπα, όσο και στα ηλεκτρικά τα οποία μπορεί να φέρουν στο νου από ROTTING CHRIST του “Non Serviam” μέχρι παλιό Σουηδικό melodeath και κάτι από το folky touch των AMORPHIS. Απλά μοναδικό, ακόμη καλύτερο από το ήδη φοβερό ντεμπούτο “Suspended In The Brume Of Eos”.

Σε hardcore/grindcore μονοπάτια, το “Ageless” των CALL OF THE VOID συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο σπουδαίος προκάτοχός του, “Dragged Down A Dead End Path”, μην επιφυλάσσοντας ιδιαίτερες εκπλήξεις, αλλά εκπληρώνοντας εν τέλει τις υψηλές προσδοκίες. Κάτι τέτοιο συμβαίνει χάρη στην ποικιλία του άλμπουμ, με riff που δανείζονται από PIG DESTROYER μέχρι black metal, και την πολύ έξυπνη διαχείριση των δυναμικών για το χτίσιμο των κομματιών.
bell witchΣτον doom χώρο μπορεί να μην παρακολουθώ τα τεκταινόμενα στον ίδιο βαθμό όπως με μερικά χρόνια πριν, αλλά το παρακλάδι του funeral doom όσο δύσκολο, επίπονο και για πολύ συγκεκριμένες ώρες και περιστάσεις είναι, τόσο το αγαπώ. Η παγίδα σε αυτό τον ήχο έγκειται στο γεγονός πως η διαχωριστική γραμμή μεταξύ βαρετού και αριστουργήματος είναι λεπτή και οι ισορροπίες εύκολα ανατρέψιμες. Οι BELL WITCH είναι από τις μπάντες που τα καταφέρνουν περίφημα και στο δεύτερο, θεματικό τους άλμπουμ, “Four Phantoms” καταβάλουν τον ακροατή με ατμόσφαιρα βαριά σαν ταφόπλακα.

Περνώντας στον χώρο του death metal, όπου τα τελευταία χρόνια υπάρχει τεράστια παραγωγικότητα στα σκοτάδια του underground, μπορεί μέχρι στιγμής φέτος να μην υπάρχει ο αριστουργηματικός δίσκος που εκτοπίζει όλους τους υπόλοιπους, ωστόσο ποιοτικές κυκλοφορίες έχουμε ακούσει και με το παραπάνω. Αρχικά για να παραμείνουμε σε αυστηρά και ανόθευτα death metal  πλαίσια, αξίζει ν’ αναφέρουμε πως από τους δίσκους που με ευκολία ξεχωρίζουν σε αυτό το είδος είναι το “Gateway To The Antisphere” των SULPHUR AEON που μοιάζουν σαν να βγήκαν κατευθείαν από τη σούφρα του Cthulhu. Ίσως η μόνη μπάντα αυτής της συνομοταξίας που μπορώ ν’απολαύσω σε τόσο μεγάλο βαθμό, και λέγοντας συνομοταξία εννοώ τις μπάντες με καθαρή παραγωγή (φουλ triggers κλπ), απαιτητικό, τεχνικό παίξιμο και πολύ, πολύ blast. Οι SULPHUR AEON για εμένα στέκονται εύκολα αυτή τη στιγμή στο υψηλότερο επίπεδο, με καταπληκτικά θέματα που θα ζήλευαν ακόμα και οι MORBID ANGEL ή οι NILE στα καλύτερά τους.

ectovoidΣε λίγο πιο ομιχλώδη μονοπάτια και σ’ έναν χώρο που τείνει να κορεστεί -αν δεν έχει ήδη- αυτό του INCANTATION-ικού death metal, το “Fractured in the Timeless Abyss” των ECTOVOID που κυκλοφόρησε πριν 3 χρόνια αποτελεί μέχρι και σήμερα μια από τις πλέον καλές και ξεχωριστές προτάσεις σε αυτό το ύφος, με αισθητική (εξώφυλλο, τίτλοι, στίχοι) που έδινε το κάτι παραπάνω. Ο διάδοχός του, “Dark Abstraction” μόλις κυκλοφόρησε και η πρώτη εντύπωση είναι σίγουρα θετική, με τη μπάντα να φαίνεται πως έχει πλέον κατασταλάξει σε αυτό το στυλ που ανάμεσα στον χαμό και τη μαυρίλα διατηρεί μια γερή δόση groove κάνοντας έτσι το αποτέλεσμα όσο πιασάρικο και προσιτό χρειάζεται.

Ξεκινώντας από την ίδια βάση με τους ECTOVOID, (λέγε με INCANTATION) αλλά αναπτυσσόμενοι σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση, οι SHROUD OF THE HERETIC βαδίζουν στα ίδια ή παραπλήσια χνάρια με μπάντες όπως οι VASAELETH. Στο “Unorthodox Equilibrium”, οι Αμερικανοί ακούγονται πραγματικά ακραίοι, με μόλις 4 κομμάτια πολύ μεγάλων διαρκειών, εξαιρετικά βουρκώδη παραγωγή, φωνητικά της σχολής Craig Pillard και μια τελετουργική αύρα να πλανάται καθ’ όλη τη διάρκεια. Ο δίσκος είναι χωρισμένος 50-50 ανάμεσα σε doom ρυθμούς και σαρωτικό blasting κάνοντας το αποτέλεσμα ακόμη πιο δύσκολο και σίγουρα όχι πολύ “ευχάριστο”.

Adversarial coverΠαρομοίως δύσκολο άκουσμα αποτελεί και το δεύτερο άλμπουμ των ADVERSARIAL, από την μητέρα ίσως του death/black ήχου, τον Καναδά. Το γλαφυρά επονομαζόμενο “Death, Endless Nothing And The Black Knife Of Nihilism”, με το ακόμα πιο παραστατικό εξώφυλλο, προσωπικά αποτελεί δίσκο αποκάλυψη για τη χρονιά που διανύουμε. Έχοντας πετύχει τον ήχο που τους ταιριάζει (στο ντεμπούτο υπήρχε μια αστοχία στην παραγωγή), η μπάντα παραδίδει μαθήματα αριστοτεχνικού riffing, μέσα σ’ ένα ελεγχόμενο χάος, με τα δύο ιντερλούδια να προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση σε αυτό το βλάσφημο, μηδενιστικό έργο τέχνης.

Σε black/death πλαίσια, αλλά με περισσότερο παραδοσιακό Νορβηγικό tremolo riffing, οι KATECHON με πολύ γρήγορους για τα σημερινά δεδομένα ρυθμούς φτάνουν στον δεύτερο δίσκο τους. Το “Coronation” είναι σαφώς ανώτερο του προκατόχου του (που τελικά δεν άντεξε το τεστ του χρόνου) σε όλους τους τομείς, με σαφώς καλύτερα και περισσότερο αξιομνημόνευτα riff και συνθέσεις γενικότερα. Τίποτα καινούργιο, αλλά δίχως αμφιβολία προσεγμένο και καλοεκτελεσμένο.

destruktor opprobrium coverΣυνεχίζοντας με ένα ακόμη ανίερο death/black άλμπουμ, από μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ακραίες σκηνές τη σήμερον ημέρα, αυτή της Αυστραλίας, το “Opprobrium” διεκδικεί τον τίτλο του πιο “πουτ**α όλα” άλμπουμ της χρονιάς. Οι DESTRUKTOR μπορεί να μην έλκονται ιδιαίτερα από το όλο κύμα ατονικού/άμετρου/στριφνού death/black που είναι της μόδας τελευταία και να παραμένουν πιστοί στο old-school πνεύμα, ωστόσο δεν κοπιάρουν κανέναν, ούτε και επιχειρούν την χιλιοστή αναβίωση των BATHORY ή των HELLHAMMER. Με απαράμιλλη μανία και ενέργεια, και με σύμμαχο έναν καταπληκτικό φυσικό ήχο, οι Αυστραλοί επιδίδονται σ’ ένα συνεχές σφυροκόπημα από riffs που παίρνουν πολλά από τις thrash ρίζες αυτής της μουσικής και σε κάνουν να θέλεις να βγεις στο δρόμο και να σπάσεις τον πρώτο τραγόπαπα που θα βρεις μπροστά σου.

Μαζί με το προαναφερθέν “Opprobrium”, τα δύο παρακάτω άλμπουμ ανήκουν στα καλύτερα φετινά δείγματα κιθαριστικού metal που μπορεί ν’ ακούσει κανείς μέχρι στιγμής. Το ένα από αυτά είναι το “Hybris In Excelsis” των SCYTHIAN, που επιτέλους κυκλοφόρησε, έξι χρόνια μετά το φανταστικό “To Those Who Stand Against Us…” ενός από τους πιο παραγνωρισμένους metal δίσκους αναλογικά με την αξία του. Ο διάδοχός αποδεικνύεται άξιος, διατηρώντας το χαρακτηριστικό τους πολεμικό στυλ και όντας περισσότερο ώριμος, χωρίς όμως να υστερεί σε επιθετικότητα. Οι Βρετανοί καταφέρνουν να συνδυάσουν άριστα την αιχμή του death/thrash με τις επικές στιγμές των BATHORY, DESASTER, DESTRÖYER 666, με τη μελωδία να μην χάνεται στο βωμό της ακρότητας. Να σημειωθεί ότι οι lead κιθάρες είναι ίσως οι πιο μαεστρικά χειριζόμενες που θ’ ακούσετε σε φετινή metal κυκλοφορία.

noisemΤο δεύτερο είναι το “Blossoming Decay” των Αμερικανών NOISEM. Οι πιτσιρικάδες από τη Βαλτιμόρη στη δεύτερη full-length κυκλοφορία τους έχουν ανέβει φανερά επίπεδο, όντας βελτιωμένοι όχι μόνο συνθετικά και στιχουργικά αλλά σχεδόν σε όλους τους τομείς. Η μουσική ποικιλία εδώ σε σχέση με το ντεμπούτο είναι σαφώς μεγαλύτερη, ενώ οι ανέκαθεν υπάρχουσες punk και grindcore επιρροές έχουν τη μερίδα του λέοντος, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα ένα εκρηκτικό μείγμα, ακόμη πιο έντονο από την death/grind/thrash σφαλιάρα του “Agony Defined” προς έκπληξη των περισσοτέρων. Από τις μεγαλύτερες ελπίδες στον χώρο αυτή τη στιγμή.

Για το τέλος, αφήσαμε τις ντόπιες μουσικές προτάσεις, που για άλλη μια χρονιά επιβεβαιώνουν την με γεωμετρική πρόοδο άνοδο της ποιότητας στα εγχώρια metal δρώμενα. Αρχίζουμε μ’ έναν δίσκο που τυπικά ανήκει στην προηγούμενη χρονιά μιας και κυκλοφόρησε τρεις ημέρες πριν το τέλος του 2014 , όμως ουσιαστικά ανήκει στις φετινές κυκλοφορίες. Πρόκειται για το “Ερείπια Ψυχών” των CAEDES CRUENTA που αποφάσισαν στην δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική τους απόπειρα να ακολουθήσουν πιστά τις διδαχές του “Non Serviam”, συνθέτοντας ένα άλμπουμ-λουκούμι για τους λάτρεις τους παλιού ελληνικού black metal ήχου. Με Storm Studios ήχο και δυνατό song-writing με κιθαρισμούς άλλοτε μελαγχολικούς και άλλοτε επικούς, καταφέρνουν να πιάσουν άριστα το early 90’s κλίμα, όντας μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που τόση πολλή επιτήδευση τελικά λειτουργεί σε τέτοιο βαθμό.

MacabreOmen CoverΓια το αριστούργημα των MACABRE OMEN τα έχουμε πει και πιο αναλυτικά μέσω αυτού του ιστότοπου, τόσο για την μουσική του αξία όσο και για τα ανάμεικτα συναισθήματα και προβληματισμούς που αφήνει. Όπως και να έχει, η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα συναντήσει κανείς καλύτερη BATHORY-ίλα από αυτή του “Gods Of War – At War” όχι μόνο φέτος, αλλά ούτε και στα κιτάπια της metal ιστορίας. Από τις πιο λαμπρές και μεγαλειώδεις στιγμές στο επικό metal.

Φέτος ήταν η χρονιά και για το δεύτερο χτύπημα των NADIWRATH. Έπειτα από ένα σπουδαίο ντεμπούτο πάνκικου black metal με εντελώς “fuck you” attitude και τρία split, οι Αθηναίοι σερβίρουν ένα ακόμη μισανθρωπικό μανιφέστο υπό τον τίτλο “Circle Of Pest”. Τα έντονα hardcore/punk και depressive black metal στοιχεία έχουν δώσει χώρο σε μία πιο παραδοσιακή προσέγγιση, χωρίς όμως να εξαλείφονται εντελώς από τον μουσικό χάρτη των NADIWRATH. Η αηδία και η οργή παραμένουν και λειτουργούν ως έμπνευση για 9 κομμάτια καθοδηγούμενα από τα εξαιρετικά riff του Nadir, δημιουργώντας ένα σύνολο που ικανοποιεί και με το παραπάνω.

serpent noirΓια το τέλος αφήσαμε μια ασυνήθιστη για τα σημερινά δεδομένα πρόταση, που δεν είναι άλλη από το “Erotomysticism” των SERPENT NOIR. Ήδη από τον τίτλο και μια γρήγορη ματιά στο εξώφυλλο μπορεί να υποψιαστεί κανείς ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τυπικό black metal. Βασικά το άλμπουμ κατά τη γνώμη μου περιορίζεται αρκετά από αυτό τον όρο, ξεφεύγοντας και δημιουργώντας έναν δικό του κόσμο, όπου μουσικές επιρροές και αναφορές σε άλλες μπάντες είναι μικρής σημασίας. Το “Erotomysticism” συνεχίζει την διαρκή εξέλιξη των SERPENT NOIR, αυτή τη φορά δημιουργώντας θεατρική και έντονα εικονοπλαστική μουσική μέσα από μυστικιστικές, νοσταλγικές ατμόσφαιρες και mid & low tempo υπνωτιστικούς ρυθμούς.

Τα παραπάνω είναι όλα καθαρά προσωπικές επιλογές, αναγνωρίζοντας πως υπάρχουν και άλλα sophomore άλμπουμ που έχουν δημιουργήσει αρκετό ντόρο στους ανάλογους κύκλους όπως οι νέες δουλειές των ROYAL THUNDER, AKHLYS και MONOLORD για παράδειγμα, με τις οποίες ωστόσο δεν έχω ασχοληθεί.

Νίκος Χασούρας

THE PRODIGY – Are you ready to “Breathe”?

0

Ποιες να είναι οι πρώτες λέξεις που σου έρχονται στο μυαλό όταν ακούς το όνομα THE PRODIGY; Σίγουρα rave, underground… Αλλά και επανάσταση, ένταση, πάρτυ, χάπια, ποτό, 90’s… Ανάμεικτα. Και καλά και άσχημα. Γιατί λοιπόν αξίζει να δείτε ή να ξαναδείτε τους PRODIGY αυτό το Σάββατο στο ερχόμενο Rockwave Festival; Τι έχουν να σας προσφέρουν; Μια μουσική επιστροφή σε ένα είδος που πέρασε και άφησε στο πέρασμά του χιλιάδες παρακλάδια του στην ηλεκτρονική αλλά και στη ροκ μουσική; Την τρέλα και την ανεμελιά που είχες όταν ήσουν 10-12-15 χρονών; Ένα καθόλου άσχημο comeback με το “The day is my enemy”;

Η αρχή της rave μουσικής και ο δρόμος των PRODIGY προς την κορυφή

Η αρχή έγινε στα τέλη του ’80 και στο ξεκίνημα του ’90 όπου εμφανίστηκε και εδραιώθηκε μέχρι και το ’95-’96 η rave μουσική. Για τα τυπικά και μόνο, θα αναφέρω ότι η rave μουσική είναι ένα πάντρεμα της house με την techno κατά βάση, και αργότερα διαχωρίστηκε σε psychedelic trance, drum and bass, electro house και άλλα άπειρα επιμέρους παντρέματα.

Έτσι, το 1992, οι PRODIGY, κάνουν το breakthrough τους με το single “Charly”, του οποίου η γρήγορη διάδοση στα μουσικά μέσα της εποχής, τους βοήθησε να αποκτήσουν την αναγνώριση που κάθε νέο συγκρότημα χρειάζεται.
Το ίδιο έτος λοιπόν, υπήρξε και η κυκλοφορία για το ντεμπούτο τους, “Experience”, με ακόμη πιο underground style αυτή τη φορά, θέλοντας να βγάλουν από πάνω τους τη «ρετσινιά» του “kiddie rave” που τους κόλλησε με την κυκλοφορία του “Charly”. Ευτυχώς για εκείνους, είχε την αποδοχή που προσδοκούσαν και που στόχευαν, με τις κριτικές να είναι η μία πιο ενθαρρυντική από την άλλη, και με κομμάτια που ακούγονται με την ίδια –επιτρέψτε μου- πόρωση ακόμη και σήμερα, όπως το “Wind It up” και το “Out of space”.

 

 

Δύο χρόνια μετά, έρχεται το τεράστιο “Music for the Jilted Generation”, στο οποίο οι PRODIGY εδραιώνουν τον σκοτεινό hardcore ήχο τους, με το “No Good” να αντηχεί σε κάθε Walkman, κάθε πάρτυ, κάθε είδους συνάντηση, ξανά και ξανά.

Το “Music for the Jilted Generation” δίνει την σκυτάλη το 1997 στο “The fat of the land”, με το “Firestarter” το 1996 ως πρώτο single, το οποίο επέτρεψε στους PRODIGY να εισχωρήσουν και να αποκτήσουν σιγά σιγά το δικό τους fan base επί Αμερικανικού εδάφους, αλλά και την αποδοχή τους από άτομα που κατά βάση άκουγαν rock/hard rock/metal μουσική. Εύκολα μπήκε στις λίστες για τα τοπ άλμπουμ της χρονιάς και στο βιβλίο 1001 Albums You Must Hear Before You Die, και οι πωλήσεις του μέχρι το 2012 ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια αντίτυπα. Από το άλμπουμ ξεχωρίζουν  τρία κομμάτια: «Firestarter”, “Breathe” και “Smack my bitch up”, με το τελευταίο να αποσπά κυρίως αρνητικές κριτικές.

Οι κριτικοί «δαγκώνουν» από την πρώτη στιγμή για το άλμπουμ, εξαιτίας του συγκεκριμένου κομματιού που ανοίγει τον δίσκο. Τα μέσα το καταδικάζουν, ενώ δέχεται πυρά και από σωματεία γυναικών, εξαιτίας των προσβλητικών στίχων.
Οι PRODIGY έρχονται ακόμα και σε on stage διαμάχη με τους BEASTIE BOYS στο Reading Festival (βλέπε βίντεο παρακάτω) για το συγκεκριμένο κομμάτι. Αλλά γρήγορα το … «σοκ» ξεπερνιέται και το άλμπουμ σκαρφαλώνει στην κορυφή, δίνοντας επάξια στους PRODIGY τον τίτλο του κορυφαίου συγκροτήματος του είδους του, στην εποχή του.

 

 

Smack My Bitch Up
Αξίζει να σημειωθεί ότι το βίντεο για το “Smack my bitch up”, το οποίο είναι εξίσου ιδιαίτερο, σοκαριστικό και ενόχλησε τους πάντες και τα πάντα, είναι σκηνοθετημένο από τον Jonas Akerlund, έναν άνθρωπο που ξεκίνησε από σκηνοθεσία σε κλιπ των CANDLEMASS και πλέον η λίστα με τις συνεργασίες του έχει από METALLICA και RAMMSTEIN (ναι και το “Pussy”), μέχρι MACY GRAY, MOBY, SMASHING PUMPKINS, μέχρι ROLLING STONES, μέχρι PITBULL, MADONNA και BEYONCE. Οι PRODIGY δεν το συμπεριλαμβάνουν (προς το παρόν τουλάχιστον) στη λίστα με τα official video clips τους στο κανάλι τους στο YouTube.

 

 

Να κάνω μια μικρή παρένθεση και να πω ότι το χτύπημα στην ηλεκτρονική μουσική και ειδικά στο rave/trance/house εκείνο το έτος ήταν μαζικό: ξεκινώντας από το 1996 όπου ήταν το ντεμπούτο των THE CHEMICAL BROTHERS με το “Exit planet dust”, όπως και του FATBOY SLIM με το “Better living through chemistry”, αργότερα το 1997, ήρθε και το “Vegas” των THE CRYSTAL METHOD. Όλα αυτά τα συγκροτήματα δηλαδή που συντέλεσαν τον βασικό κορμό του big beat. Μπορείτε εύκολα να φανταστείτε όλα τα tracklists της εποχής.

Η μακροχρόνια αποχή και το reunion το 2002

Το 1999 υπήρξε η αποχώρηση του Leeroy Thornhill, και το γεγονός αυτό έβαλε στον πάγο τους PRODIGY, βάζοντας στην επίσημη ιστοσελίδα τους ένα μήνυμα-υπόσχεση: “We will be back…”. Υπόσχεση που κράτησαν μέχρι το 2002.

Και εκεί που περιμέναμε ότι όλα τελείωσαν με τους PRODIGY και ότι ήταν ακόμα ένα από εκείνα τα acts που χάθηκαν με την εξέλιξη της μουσικής, επιστρέφουν με reunion και περιοδεύουν σε όλο τον κόσμο, γράφοντας παράλληλα υλικό και ηχογραφώντας.
Το πρώτο δείγμα της επιστροφής τους, το “Baby’s got a temper”, το οποίο προκάλεσε και πάλι αντιδράσεις για την αναφορά του στο “Rohypnol”, υπνωτικό χάπι, η χρήση του οποίου γινόταν κυρίως από τους βιαστές στα θύματά τους. Ουσιαστικά, η κατηγορία ήταν ότι προέτρεπε τον κόσμο στη χρήση του συγκεκριμένου χαπιού.

Το 2004 οι PRODIGY κυκλοφορούν το “Always Outnumbered, Never Outgunned”, το οποίο είναι ο δίσκος με τις λιγότερες πωλήσεις στην ιστορία τους, ωστόσο το “Girls” καταφέρνει να ξεχωρίσει και να μπει στα charts κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας.

Ακολουθούν ακόμη 5 χρόνια αποχής από την δισκογραφία, μέχρι και το 2009 όπου κυκλοφορεί το “Invaders must die”, όπου οι αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Στην Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, όπως επίσης και στον Καναδά κατέκτησε εύκολα υψηλές θέσεις στα charts. Ξεχώρισαν και πάλι συγκεκριμένα κομμάτια –εξαιρετικά κομμάτια- , όπως το “Omen”, το “Takem me to the hospital”, το καταπληκτικό “Warrior’s dance” όπως και το “Run with the wolves” (όπου συμμετέχει ο Dave Grohl στα drums).

 

 

prodigy15
Και ερχόμαστε στο 2015 με την κυκλοφορία του “The day is my enemy” τον περασμένο Μάρτιο, με τους Prodigy να είναι επιθετικοί και παράλληλα σκοτεινοί και μυστηριώδεις στον ήχο τους. Οι ίδιοι έχουν προλογίσει ότι θα είναι βίαιοι σε αυτόν τον δίσκο, αρνούμενοι να ακολουθήσουν το dubstep και όλα τα trends της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής.
Το “Nasty” αποτέλεσε το πρώτο single και το υποδέχτηκαν με διθυραμβικές κριτικές, με το “The day is my enemy”, με τα χαότικα φωνητικά της Martina Topley-Bird, να ακολουθεί την ίδια αποδοχή. Ο δίσκος βέβαια περιλαμβάνει πολλά ακόμα διαμάντια, “Ibiza”, “Wild Frontier”, “Beyond The Deathray” και “Wall of Death”, τα οποία είμαι σίγουρη ότι θα δέσουν απόλυτα με τα διαμάντια του παρελθόντος στις ζωντανές εμφανίσεις τους!

Αν ψάχνετε ακόμη λόγους για να έρθετε το Σάββατο να τους δείτε, μπορώ να σας πω ότι οι PRODIGY ακολουθούν με συνέπεια αυτό που σχεδόν δημιούργησαν και αγάπησαν, παρά τις διάφορες αλλαγές στο line-up τους και είναι εγγύηση για ένα διασκεδαστικό και γεμάτο ενέργεια live. Η αλήθεια είναι ότι τους PRODIGY ή τους αγαπάς με πάθος ή τους μισείς θανάσιμα. Και αυτό το αφιέρωμα δεν ήταν για όσους ανήκουν στη δεύτερη ομάδα.

Δέσποινα Δευτεραίου

JUDAS PRIEST: “Rock Hard, Ride Free”

0

Μετά από την –ουσιαστική- απουσία ενός έτους, το Rockwave Festival υποδέχεται το Σάββατο στη μικρή σκηνή του την καθιερωμένη metal edition του. Με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από εκείνο το αλησμόνητο Rock Of Gods του 1996, το Rock Hard σας θυμίζει είκοσι από τις πιο σημαντικές ημερομηνίες της καριέρας των JUDAS PRIEST, που είναι οι headliners της σκηνής.

Sad wings of destiny cover1/9/1969: Οι JUDAS PRIEST ανοίγουν το παράθυρο προς τον κόσμο του heavy metal, βαφτίζοντας τη μπάντα από το “The ballad of Frankie Lee and Judas Priest” του Bob Dylan. Από τα ιδρυτικά μέλη, κανείς πλέον δεν παίζει στο συγκρότημα.

6/9/1974: Το “Rocka Rolla” γράφτηκε «live». Όχι σε κοινό, αλλά η μπάντα έπαιξε live σε στούντιο και ηχογραφήθηκε το album. Τίποτα δεν θα προμήνυε την θριαμβευτική συνέχεια.

23/3/1976: Κυκλοφορεί το “Sad wings of destiny”. Το τραγούδι που κάνει τη διαφορά και τους ακολουθεί στις live εμφανίσεις τους μέχρι και σήμερα είναι φυσικά το “Victim of changes”, που ουσιαστικά είναι ένα medley από τα τραγούδια “Red light lady” της Atkins era και “Whiskey woman” των HIROSHIMA, της προηγούμενης μπάντας του Metal God.

9/10/1978: Μόλις οκτώ μήνες μετά το “Stained class”, εμφανίζεται στις προθήκες των βρετανικών δισκοπωλείων το “Killing machine”, το οποίο μετονομάστηκε για χάρη της PMRC “Hell bent for leather” στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τελευταίοι είχαν και εξτραδάκι τη διασκευή του “The Green Manalishi (with the two-pronged crown)” των FLEETWOOD MAC. Παρά το ότι οι κυκλοφορίες και των δύο albums είναι πολύ κοντινές, η ποιότητά τους είναι εξαιρετική.

priest maiden tour7/3/1980: Οι Judas Priest ξεκινούν από το Cardiff της Ουαλίας την British Steel Tour. Σε αυτή τη μικρής διάρκειας περιοδείας, support ήταν οι πρωτοεμφανιζόμενοι IRON MAIDEN.

17/7/1982: Το “Screaming for vengeance” συναρπάζει τους πάντες και γίνεται το μοναδικό διπλά πλατινένιο album των JUDAS PRIEST.

4/1/1984: Το γεγονός που επιβεβαιώνει του γνώμη του γράφοντος ότι το “Defenders of the faith” είναι το καλύτερο JUDAS PRIEST album, είναι ότι πρόκειται για τη μοναδική δουλειά τους όπου κάθε τραγούδι της έχει ερμηνευθεί επί σκηνής όχι μόνο στην περιοδεία προώθησής του (πλην του “Eat me alive”), αλλά και στις περιοδείες που ακολούθησαν. Η αδικία του “Eat me alive” αποκαταστάθηκε μόλις το 2008.

23/12/1985: Στην πόλη Sparks της Nevada, οι James Vance και Raymond Belknap, μετά από μια βραδιά γεμάτη καταχρήσεις και τη μουσική των JUDAS PRIEST, πηγαίνουν στην εκκλησιά της γειτονιάς τους και αυτοκτονούν με μια σφαίρα στο κεφάλι. Σύμφωνα με τους οικείους τους, στην αυτοκτονία τους ώθησαν τα τραγούδια “Better by you better than me” και “Beyond the realms of death” από το “Stained class”, τα οποία περιείχαν υποσυνείδητα μηνύματα. Πέντε χρόνια αργότερα, στη δίκη που έγινε, η μπάντα αθωώνεται. Η εικόνα του Halford να σιγοτραγουδά δακρυσμένος τους στίχους του “Better by you, better than me” συγκλονίζει.

priesttrial22/10/1988: Στο Βανκούβερ του Καναδά τελειώνει η “Mercenaries of metal” tour,  για την προώθηση του “Ram it down” και ταυτόχρονα η τελευταία επίσημη εμφάνιση του Dave Holland ως drummer, που στη συνέχεια αποχωρεί, λόγω προβλημάτων υγείας. Τα προβλήματα αυτά ήταν και η αιτία που στο εν λόγω album το ρυθμό δίνει ένα drum machine.

3/9/1990: Η καταιγιστική εισαγωγή του ομώνυμου τραγουδιού στο “Painkiller” έχει την υπογραφή του Scott Travis. Ήταν το πρώτο μη βρετανικό μέλος τους.

19/8/1991: Ο Καναδάς δεν αποδεικνύεται γούρικος για τους PRIEST. Στο Τορόντο αυτή την φορά, το “You’ve got another thing comin’” αποδεικνύεται προφητικό, αφού είναι και το τελευταίο on stage τραγούδι του Rob Halford, πριν την αποχώρησή του. Οι λόγοι ήταν οι συνεχείς καυγάδες του με τους Tipton και Downing, καθώς και η δημιουργία των FIGHT, μαζί με τον Scott Travis.

12/2/1996: Ο Tim “Ripper” Owens αναλαμβάνει τη θέση πίσω από το μικρόφωνο του συγκροτήματος, μετά από μια audition που διήρκεσε μόλις ένα κουπλέ του “Victim of changes”. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μέλος των BRITISH STEEL, μιας tribute band που είχε εντυπωσιάσει την τότε κοπέλα του Scott Travis.

5/2/1998: «Νομίζω ότι οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι είμαι gay για όλη μου τη ζωή και μόλις πρόσφατα αποφάσισα ότι είναι ένα ζήτημα για το οποίο νιώθω άνετα και ένα ζήτημα που με ακολουθεί από τότε που αναγνώρισα τη σεξουαλικότητά μου». Σε συνέντευξη στα νέα του MTV, ο Rob Halford δηλώνει δημόσια την ομοφυλοφιλία του.

7/9/2001: Βγαίνει στις αίθουσες η  ταινία Rock Star, με πρωταγωνιστές τους Mark Wahlberg και Jennifer Anniston, που ήταν εμπνευσμένη με την πρόσληψη του Ripper. Αν και αρχικά είχε συμφωνηθεί να έχει την επίσημη έγκριση του συγκροτήματος, τελικά μίλησαν τα managements, άλλαξαν πρόσωπα και πράγματα, αλλά οι γνωρίζοντες ήξεραν καλά που ήταν βασισμένη.
1/7/2003 Ανακοινώνεται η αποχώρηση του Ripper και η επαναπρόσληψη του Rob Halford.

23/1/2004: Ο πρώην drummer Dave Holland παραπέμπεται σε δίκη για απόπειρα βιασμού σε βάρος ενός 22χρονού με κινητικά προβλήματα, στον οποίο παρέδιδε μαθήματα drums στο σπίτι του στο Northampton. Καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκισης.

20/6/2004: Οι PRIEST εμφανίζονται για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό με τον Metal God στο μικρόφωνο (είχε προηγηθεί η εμφάνισή τους στο ΟΑΚΑ με τον Ripper Owens τρία χρόνια πριν), στο ντεμπούτο του Terra Vibe ως έδρα του Rockwave Festival. Βέβαια, τη συγκεκριμένη πολλοί δεν την ευχαριστήθηκαν δεόντως, καθώς την ίδια ώρα η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου έπαιζε την πρόκρισή της στα προημιτελικά του Euro 2004, απέναντι στη Ρωσία.

24/6/2010: Η μπάντα λαμβάνει βραβείο Grammy την καλύτερη metal εμφάνιση, με τη live εκτέλεση του “Dissident aggressor”, από το “A touch of evil: live”.

7/12/2010: Η μπάντα ανακοινώνει ότι θα κάνει την Epitaph World Tour (2010-2012) και θα συνταξιοδοτηθεί. Ένα χρόνο αργότερα, κάνουν την κωλοτούμπα και ανακοινώνουν ότι ξαναμπαίνουν στο studio.

20/4/2011: Οι διαφορές του KK Downing με τους συνοδοιπόρους του και το management του συγκροτήματος, τον οδηγούν στο να ανακοινώσει τη συνταξιοδότησή του. Ταυτόχρονα ανακοινώνεται η αντικατάστασή του από τον Richie Faulkner.

Γιώργος Κόης

CORROSION OF CONFORMITY: America’s Unholy Stonebreakers

0

Για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες, οι CORROSION OF CONFORMITY ανήκουν στην συνομοταξία εκείνων των συγκροτημάτων που παρότι ουδέποτε σάρωσαν τα charts από τις υπέρογκες πωλήσεις δίσκων, κατάφεραν να διατηρήσουν τον ποιοτικό πήχη της δισκογραφικής όσο και της συναυλιακής τους παρουσίας αρκετά ψηλά ώστε να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του άκρως φανατικού κοινού τους. Με αφορμή την πρόσφατη επανένωσή τους με τον εμβληματικό Pepper Keenan αλλά και την επικείμενη επίσκεψή τους στην Αθήνα, το αφιέρωμα που ακολουθεί ρίχνει φως στους κυριότερους σταθμούς της ιστορίας του συγκροτήματος από την North Carolina όσο και στα πρόσωπα που συνέβαλαν στην διαμόρφωση της.

 

The Four Horsemen: An introduction

Woody Weatherman
Ο λόγος που το όνομα του κιθαρίστα Woody Weatherman μπαίνει πρώτο-πρώτο στο κάδρο είναι προφανής όσο και κατηγορηματικός. Από την γένεση του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα είναι άλλωστε το πρόσωπο που ήταν πάντα εκεί ως πιστός θεματοφύλακας του ήχου και των επιτευγμάτων των CORROSION OF CONFORMITY. Και ναι, όσο κι αν ο Pepper Keenan είναι το αλατοπίπερο της μπάντας και ο απόλυτος star που όλοι λατρεύουν να βλέπουν επί σκηνής, η riffολογία αλλά και ο δυναμισμός του κατά τα άλλα σεμνού και ταπεινού Weatherman αποτελεί δίχως αμφιβολία το Α και το Ω των CORROSION OF CONFORMITY. Και μόνο το γεγονός ότι μονάχα μια φορά κυκλοφόρησε κάτι εκτός C.O.C. και αυτή ήταν το 1989 όταν μαζί με τον Mike Dean και τον comic artist-ντράμερ Brian Walsby σχημάτισε τους SNAKE NATION για συνεχίσει το hardcore punk κρεσέντο του “Animosity”, αρκεί για να τον κατατάξουμε ως μια από τις σεβαστές φυσιογνωμίες στην ιστορία του southern metal και του heavy ήχου γενικότερα.

Pepper Keenan
Έφτασε η πολυπόθητη ώρα της επιστροφής του ασώτου. Σχεδόν μια δεκαετία από την αποχώρησή του ήρθε επιτέλους η στιγμή της επανένωσης των αιώνιων αυτών εφήβων. Λένε πως η αξία κάποιου αποτιμάται καλύτερα όταν αυτός εξαφανίζεται από την ζωή σου. Όταν όλα αυτά τα μοναδικά στοιχεία που ανεβάζουν το επίπεδο κάθε σου προσπάθειας παύουν να υπάρχουν στην (κατά τα άλλα ρουτινιασμένη) καθημερινότητά  σου, αποκαλύπτεται η αληθινή σου όψη. Κάτι τέτοιο συνέβη τόσο με τους C.O.C. με το ομότιτλο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2012, όσο και με την προ διετίας σόλο προσπάθεια του Phil Anselmo “Walk Through Exits Only”. Και στις δύο περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη απόδειξη ότι C.O.C. και DOWN δεν υφίστανται χωρίς τον Pepper Keenan. Και ενώ τόση ώρα του πλέκουμε το εγκώμιο για την πορεία των C.O.C. ας ρίξουμε μια ματιά την πορεία του με τους λατρεμένους από το ελληνικό κοινό DOWN. Οι συστάσεις είναι φυσικά περιττές. Μιλάμε για την μεγαλύτερη συνομοταξία αλιγατόρων που γέννησαν οι ιεροί βάλτοι του νότου. Για τους ιδρυτές της NOLA heavy metal σκηνής. Έτσι λοιπόν, το 1995 με κεκτημένη ταχύτητα από το “Deliverance”, κυκλοφορεί το θεάρεστο “Nola”. Όπως και να ‘χει, τέτοια  βόμβα μεγατόνων δεν εκτοξεύθηκε ξανά από το στρατόπεδο των DOWN. Το εσωστρεφές “Down II: A Bustle in Your Hedgerow” του 2002, βγήκε σε μια εποχή όπου και στην αντίπερα όχθη οι C.O.C. το γύρισαν στο alternative, ενώ το 2007 με το “Down III: Over the Under” μπορεί Keenan να έβγαζε τα απωθημένα που κράταγε μέσα του, παρόλα αυτά η τριπλέτα “Blind”-“Deliverance”-“Nola” είχε περάσει για πάντα στην ιστορία.

Mike Dean
Μετά τον Pepper Keenan ο Mike Dean αποτελεί ίσως την πιο cult φιγούρα του συγκροτήματος από την North Carolina. Ήρεμη δύναμη πίσω από τον μπάσο, είναι ο άνθρωπος που με το παίξιμο και την σταθερότητα του έδωσε αποφασιστική ώθηση σε όλες τις μεγάλες στιγμές των C.O.C. και ειδικά στα αξεπέραστα “Deliverance” και “Wiseblood”. Πλην των C.O.C., ο Dean δημιούργησε το 1996 τους NINEFINGER με τους οποίους κυκλοφόρησε (μόλις) ένα δίσκο-επιτομή του λασπωμένου sludge, το 2010 μαζί με τον Reed Mullin σχημάτισε τους RIGHTEOUS FOOL ενώ το 2013 συμμετείχε στο κομμάτι “As you wish” που περιλαμβανόταν στο ντεμπούτο άλμπουμ των VISTA CHINO, “Peace”. Παράλληλα έχει αναλάβει κατά καιρούς την παραγωγή δίσκων για συγκροτήματα σαν τους WEEDEATER, SOURVEIN και EARTHRIDE.

Reed Mullin
Πίσω από τον στιβαρό, δυναμικό όσο και ογκώδη ήχο των drums στους C.O.C. κρύβεται η προσωπικότητα του Reed Mullin. Με την εξαίρεση του “In the arms of God” όπου αυτή ήταν και η μοναδική φορά που οι δρόμοι του χώρισαν με το συγκρότημα, ο Mullin μαζί με τον Weatherman αποτελούν τους δυο θεμελιώδεις πυλώνες της μουσικής προσωπικότητας των C.O.C. Αρκεί και μόνο να ακούσει κανείς προσεκτικά τα επιτεύγματα του στα “Blind” και “Wiseblood” και θα καταλάβει γιατί μετά την κοινή περιοδεία τους με τους IRON MAIDEN το 1992 ο ίδιος ο Nicko McBrain όχι μόνο τον επαίνεσε για το παίξιμο του αλλά του χάρισε και ένα ζευγάρι ακριβά πιατίνια προκείμενου να ακούγεται ακόμα καλύτερος στις συναυλίες των C.O.C.

The Band: A brief history

The Hardcore Punk Years
Σωτήριο έτος 1982. Προτού σκάσει το κύμα του thrash metal στο Los Angeles και στα πέριξ αυτού και παρασύρει μαζί με τον μουσικό θίασο του glam τα πάντα στον διάβα του, προτού καν η τρέλα του Buzz Osborne βρει την απόλυτη έκφραση της στους MELVINS και λίγο πριν οι SUICIDAL TENDENCIES και οι D.R.I. εξαπολύσουν το πρώτο τους δισκογραφικό χτύπημα που έμελλε να ταρακουνήσει για τα καλά τα θεμέλια του underground, στο Raleigh της North Carolina ο κιθαρίστας Woody Weatherman και ο ντράμερ Reed Mullin, παράλληλα με την δραστηριότητα τους στους NO LABELS, δημιούργησαν μαζί με τον μπασίστα Mike Dean τους CORROSION OF CONFORMITY. O σκοπός τους ήταν από την αρχή απλοϊκός. Να συνδυάσουν την κάψα τους για το νιχιλιστικό punk με ό,τι πιο φρέσκο και οργισμένο υπήρχε στον σκληρό ήχο εκείνη την εποχή. Η συγκεκριμένη θέληση εκφράστηκε εμπράκτως μέσα από την συμμετοχή του συγκροτήματος σε δυο split άλμπουμ το 1982 και το 1983 καθώς και την δημιουργία ενός demo τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, το πρώτο σοβαρό δείγμα γραφής δεν άργησε να έρθει τον Μάιο του 1984 με την κυκλοφορία του “Eye for an eye”, στο οποίο συμμετείχε επίσης και ο τραγουδιστής Eric Eycke. Αν λάβουμε υπόψη το ύφος κομματιών όπως τα “Minds are controlled” και “Dark thoughts”, ουσιαστικά το “Eye for an eye” δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα εκρηκτικό μίγμα ακατέργαστου punk και hardcore που βάδιζε στα χνάρια των BLACK FLAG, BAD BRAINS και THE MISFITS. Η απειρία των μελών του συγκροτήματος όσο και η κακή παραγωγή ήταν σαφώς τα στοιχεία που χαντάκωσαν το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο η παρουσία κομματιών σαν τα “Coexist”, “What?” καθώς και η διασκευή στο “Green Manalishi” των FLEETWOOD MAC (!) καταδείκνυε πως τα περιθώρια για βελτίωση ήταν ακόμα μεγάλα.

 

 

corrosion of conformity animosityΠαρόλα αυτά, το “Eye for an eye” δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητο. Το συγκρότημα είχε ήδη πραγματοποιήσει κάποιες συναυλίες σε μεγάλες πόλεις όπως στη Νέα Υόρκη και στο San Francisco και η κυκλοφορία του ντεμπούτου του σε συνδυασμό με το περίφημο tape-trading της εποχής συνέβαλε έτσι ώστε η φήμη του να εξαπλωθεί εκτός από τις τοπικές σκηνές του hardcore punk/crossover και στα αυτιά ανερχόμενων metal ονομάτων σαν τους METALLICA και SLAYER. Η εξέλιξη αυτή στάθηκε αρκετή για να του δώσει την ευκαιρία να εμφανιστεί ως support στην συναυλία των SLAYER στην Βαλτιμόρη για τις ανάγκες της προώθησης του “Haunting the chapel” EP, με τους Tom Araya και Dave Lombardo να μεσολαβούν μάλιστα προκειμένου οι C.O.C. να κλείσουν συμφωνία με την Death Records που ήταν ουσιαστικά θυγατρική της Metal Blade του Brian Slagel. Εκμεταλλευόμενοι αυτό το ιδιαίτερο ευνοϊκό momentum, οι C.O.C. δεν άργησαν να επανέλθουν τον Οκτώβριο του 1985 με το δεύτερο τους άλμπουμ, “Animosity”. Μπορεί εν συγκρίσει με το “Eye for an eye” οι ταχύτητες  του “Animosity” να ήταν μεν πιο συγκρατημένες, όχι όμως τόσο αισθητά ώστε να υπερκαλύψουν τις οργισμένες punk τάσεις όσο και τις πολιτικοκοινωνικές ανησυχίες στην θεματολογία των στίχων που και πάλι είχαν την μερίδα του λέοντος. Το ενθαρρυντικό στοιχείο είχε να κάνει σαφώς με το γεγονός ότι η μπάντα παρουσίαζε για πρώτη φόρα ένα αρκετά βελτιωμένο και πιο σφιχτοδεμένο πρόσωπο παύοντας ταυτόχρονα να λειτουργεί ως ένα σύνολο που ήξερε απλά να βγάζει ενέργεια και βρωμιά στο παίξιμο του. Και μόνο άλλωστε από τις κιθαριστικές επιδόσεις του Weatherman στα “Holier”, “Kiss of death” και “Mad world” αλλά και την επιβλητική παρουσία του Mike Dean τόσο στο μπάσο όσο και στο μικρόφωνο ως frontman μετά την αποχώρηση του Eycke, καταλαβαίνει κανείς πως η μπάντα έχει κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός σχεδόν σε όλους τους τομείς.

 

 

CorrosionofConformity TechnocracyΜαζί λοιπόν με το “Dealing with it!” των D.R.I. και το “Speak English or Die” από τους S.O.D. που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά, το “Animosity” ήταν ένα σαφές δείγμα πως το ρεύμα του hardcore punk/crossover δεν ήταν απλά και μόνο μια αντίδραση απέναντι στις mainstream μουσικές φόρμες της εποχής αλλά κάτι που άρχιζε πλέον να αποκτά γερές ρίζες όσο και φανατικό κοινό εκτός των στενών πλαισίων του underground. Για αρκετούς ο συγκεκριμένος δίσκος μαζί με το “Technocracy” EP του 1987 ήταν η ιδανική επισφράγιση της πιο αγνής και ανεπιτήδευτης περιόδου του συγκροτήματος. Όπως όμως αποδείχτηκε εκ των υστέρων δεν ήταν παρά μονάχα το μεταβατικό στάδιο για τα χρυσά επιτεύγματα που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια.

 

 

The Great Purification
Όσο κι αν με τα δυο πρώτα της άλμπουμ οι C.O.C. έμοιαζαν να βρίσκουν τα πατήματα όσο και τον προσωπικό τους ήχο δίχως να αποστασιοποιούνται υπερβολικά από τις punk καταβολές τους, δεν θα μπορούσαν να μείνουν εντελώς ανεπηρέαστοι από τις τάσεις στον σκληρό ήχο του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ‘80. Το thrash ήταν άλλωστε στα φόρτε του ενώ η πορεία των SUICIDAL TENDENCIES έδειχνε ξεκάθαρα πως υπήρχε τρόπος να συμβιβαστεί το hardcore punk με το καινούργιο αυτό μουσικό ρεύμα που χρόνο με το χρόνο ανέβαζε συνεχώς την δημοτικότητα του. Η μετάβαση όμως προς τις αμιγώς πιο μεταλλικές φόρμες συνέπεσε και με ορισμένες άκρως σημαντικές μεταβολές στο line-up του συγκροτήματος. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Technocracy” EP ο Mike Dean μαζί με τον τραγουδιστή Simon Bob αποχώρησαν με συνέπεια το συγκρότημα να ξοδέψει δύο χρόνια μέχρι να βρει τους ιδανικούς αντικαταστάτες τους στα πρόσωπα των Phil Swisher και Karl Agell. Ο αέρας ανανέωσης λειτούργησε ευεργετικά καθώς η κυκλοφορία του “Blind” το 1991 έθεσε σε νέες βάσεις το μουσικό μέγεθος των C.O.C. Το “Blind” κυριολεκτικά τα είχε όλα. Ροή, ποικιλία μα πάνω απ’ όλα ξεχείλιζε από τόση δύναμη που δεν σε άφηνε να πάρεις ανάσα. Αυτή άλλωστε ήταν και η πρώτη cocblindcdφορά που ο ήχος του συγκροτήματος αποκτούσε τόσο ξεκάθαρο μεταλλικό προσανατολισμό, με τα riffs του Weatherman μαζί με το metal-on-metal βομβάρδισμα του Reed Mullin στα drums να συμβιβάζουν με τον πιο μαεστρικό τρόπο τις ταχύτητες του thrash και του sludge σε επικές στιγμές του δίσκου όπως τα “Painted smiling face”, “Great purification” και “Damned for all time”. Για να είμαστε ειλικρινείς βέβαια, η έλευση του Pepper Keenan ως δεύτερου κιθαρίστα αποδείχθηκε ως η χρυσή μεταγραφή του δίσκου. Μπορεί η συνθετική συμμετοχή του να μην απέκτησε μονομιάς βαρύτητα ανάλογη με εκείνη των υπολοίπων, παρόλα αυτά οι southern πινελιές που κατάφερε να βάλει στα “Dance of the dead” και “Buried” καθώς και οι φωνητικές ικανότητες του στο “Vote with a bullet” που επισκίασαν το thrash-ιάρικο γρέζι του Agell, ήταν μια επαρκή πιστοποίηση πως μπορούσε να αποτελέσει μεγάλο κεφάλαιο για την μελλοντική πορεία του συγκροτήματος. Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν συν το γεγονός ότι το “Blind” προσέλκυσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του mainstream κοινού, δεν φαντάζει καθόλου παράλογο το πως το συγκρότημα κατάφερε να κλείσει θέση μαζί με τους TESTAMENT στο αμερικανικό σκέλος της “Fear of the Dark Tour” των IRON MAIDEN τον φθινόπωρο του 1992.

 

 

Discarding the Albatross
Το 1994 ήταν σημαδιακή χρονιά για τους CORROSION OF CONFORMITY. Έχοντας κάνει το πρώτο τους δειλό άνοιγμα προς το mainstream μεταλλικό κοινό με το εκπληκτικό “Blind” το 1991, συμφώνησαν να υπογράψουν στην πολυεθνική Columbia Records (η οποία μάλιστα την ίδια χρονιά είχε υπογράψει και τους THE OBSESSED του Scott “Wino” Weinrich), σε μια εποχή όπου η δημοτικότητα του grunge άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί και να αφήνει χώρο για ανερχόμενα ρεύματα όπως αυτό του stoner rock καθώς και των πιο extreme metal ιδιωμάτων. Η εξέλιξη αυτή έμελε να συμπέσει και με ορισμένες αλλαγές στο εσωτερικό της μπάντας. Το κενό που δημιούργησαν το 1993 στη θέση του frontman και του μπάσου αντίστοιχα οι αποχωρήσεις των Karl Agell και Phil Swisher, καλύφθηκε από την επιστροφή του Mike Dean και την ανάληψη των φωνητικών από τον ρυθμικό κιθαρίστα του σχήματος, Pepper Keenan.
COC deliveranceΗ κυκλοφορία του “Deliverance” ήρθε να επισφραγίσει μια σειρά μεταβολών και στο μουσικό ύφος του σχήματος. Το hardcore punk/πρώιμο sludge μοτίβο των προηγούμενων τριών δίσκων εγκαταλείπεται σχεδόν οριστικά, καθώς στη μουσική εξίσωση υπεισέρχονται για τα καλά πλέον στοιχεία που φλερτάρουν ανοιχτά με το southern όσο και το stoner rock, ενώ από την άλλη πλευρά τα riffs αποκτούν έναν αμιγώς πιο groovy και Sabbath-ικό τόνο. Η σπουδαιότητα όμως του “Deliverance” έγκειται στο γεγονός ότι μέσα από αυτό αναδεικνύεται για πρώτη φορά τόσο έντονα η μουσική προσωπικότητα του Pepper Keenan. Δεν ήταν μόνο η χαρακτηριστική χροιά της φωνής του, η οποία επρόκειτο να βάλει την σφραγίδα της και στις επόμενες τρεις δουλειές των C.O.C. αλλά κυρίως η μεγαλύτερη συνεισφορά του στον κιθαριστικό όσο και τον συνθετικό τομέα, που ανεβάζει κατακόρυφα το ποιοτικό επίπεδο του δίσκου και κάνει συγχρόνως τους υπόλοιπους και ειδικά τον έτερο κιθαρίστα του σχήματος, Woody Weatherman, να βγάλουν κυριολεκτικά τον καλύτερο τους εαυτό. Κομμάτια άλλωστε σαν τα “Albatross”, “Clean my wounds”, “Seven Days” ή το fuzz-ιάρικο “Senor Limpio”, όχι μόνο επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές αλλά μέχρι και σήμερα συγκαταλέγονται στις κορυφαίες στιγμές του συγκροτήματος από την North Carolina.

 

 

COC WISEBLOODΌταν όμως ο προηγούμενος δίσκος σου είναι η αιτία της απογείωσης σου, σίγουρα δε θες με τίποτα ο διάδοχός του να είναι αυτός που θα σε προσγειώσει ανώμαλα στο έδαφος. Έχοντας συμβόλαιο για ένα ακόμα άλμπουμ με την θρυλική Columbia, το συγκρότημα αποβάλει κάθε μορφή άγχους που μπορεί να του δημιουργεί η επιβεβλημένη επιτυχία, και απλά μπαίνει στο στούντιο με τους οπαδούς να τρέφουν τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Όμως ο πήχης είχε ανέβει υπερβολικά ψηλά, ακόμα και για τους ίδιους. Το “Wiseblood” παρά το γεγονός ότι ακολουθεί την συνταγή του “Deliverance”, δεν καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να ξεφύγει από την σκιά του. Και μπορεί στα κιτάπια του να βρίσκουμε μια σύμπραξη τιτάνων, με την φωνή του James Hetfiled να συμμετέχει στο “Man or Ash”, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου φαντάζει να ξεθωριάζει μετά από μερικές ακροάσεις. Προσοχή, αν δεν υπήρχε το “Deliverance” θα μιλάγαμε για μία από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας, αφού ο ήχος, το heavy riffing, ο τσαμπουκάς και τα επάλληλα κοψίματα που κυριαρχούν σε συνθέσεις όπως τα “Long whip/Big America”, “The snake has no head” ή το επικό instrumental του “Bottom feeder” δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ακόμα και από τους πιο δύσπιστους. Άλλωστε, παρότι δεν κατάφερε να σημειώσει την εμπορική επιτυχία του προκατόχου του, το “Wiseblood” δεν οδήγησε άδικα το συγκρότημα σε ένα πολύ επιτυχημένο τουρνέ ως support των METALLICA στην “Poor Touring Me” των τελευταίων το 1996. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το σημαντικότερο ήταν πως μέσα από την τελειοποίηση της νέας μουσικής τους προσέγγισης, οι C.O.C. κατάφεραν μέσω αυτού του δίσκου να εξελιχθούν και να καθιερωθούν σε αυτό που όλοι αναγνωρίζουν μέχρι και σήμερα. Ως μια από τις σημαντικότερες μπάντες-εκφραστές του southern metal.

 

 

America in the arms of God
americas volume dealerΗ αλλαγή της χιλιετίας δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την παρέα από την North Carolina. Στα απόνερα της κυριαρχίας της alternative/grunge σκηνής, η μπάντα εξαλείφει σχεδόν πλήρως τον τραχύ ήχο και με το “America’s Volume Dealer” γυρίζει σελίδα σε μια πιο ζεστή stoner χροιά. Οι ιδέες, το αλήτικο attitude και ο γρήγορος ρυθμός παραμένουν αμετάβλητοι, με τις μεγαλύτερες αλλαγές να τις παρατηρούμε στα φωνητικά που χάνουν πολύ από το οξύ αυτό γρέζι στις καταλήξεις που χαρακτήρισε μια ολόκληρη γενιά συγκροτημάτων. Επίσης την επιστροφή του κάνει ο σκονισμένος αέρας τους “Deliverance”, με τις catchy μελωδίες και τα χτυπητά ρεφρέν, στοιχεία που γνωρίζουν να μεταχειρίζονται καλά ο Keenan κι η παρέα του. Ταυτόχρονα η μπάντα αλλάζει εταιρεία, μετακομίζοντας δισκογραφικά στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στη Μ. Βρετανία και την Sanctuary. Φαίνεται πως τα γυρίσματα του “Drowning in a Daydream” που πραγματοποιήθηκαν εκεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα αποδείχθηκαν προφητικά.

 

 

In the arms of godΌχι άδικα το “In The Arms of God” θεωρείται από πολλούς η καλύτερη στιγμή της μπάντας από την “Deliverance” εποχή, μέχρι σήμερα. Οι C.O.C. συγκεντρώνουν με ευλάβεια το απόσταγμα όλων αυτών των χρόνων που οργώνουν με τις μουσικές τους τις ηπείρους για να μας το προσφέρουν στην πιο καθαρή και αγνή του εκδοχή. Ο δίσκος αποτελεί την φυσική συνέχεια του προκατόχου του, με τον ήχο να αποτελεί ουσιαστικά τον κοινό παρανομαστή και οι μεγάλες αλλαγές να παρατηρούνται  στον βαθμό “αυθεντικότητας” των συνθέσεων. Η μπάντα ξεφεύγει από τον χλιαρό χαρακτήρα που κράτησε στον προηγούμενο δίσκο. Στο “In the arms of god” τα δυνατά σημεία γίνονται δυνατότερα, ενώ τα χαλαρά πιο ταξιδιάρικα. Μεγάλη απώλεια για τον δίσκο η απουσία του Reed Mullin που είχε ήδη αποχωρήσει μετά το τέλος του προηγούμενου δίσκου, ενώ και για τον Keenan αυτός θα είναι ο τελευταίος σταθμός στην μακρόχρονη πορεία του με τους C.O.C. .

 

 

Born again for the last time
Όπως είχαμε γράψει και το 2012… «βλέποντας το εξώφυλλο του δίσκου, με τη νεκροκεφαλή του “Eye for an Eye” να επιστρέφει, και το όνομά τους να είναι και ο τίτλος του, δύο πράγματα μπορούμε να συμπεράνουμε. Πρώτον, ότι το ραντεβού με την έμπνευση πάτωσε, αυτή δεν εμφανίστηκε ποτέ, και έτσι έχουμε το επανασυνδεδεμένο τρίο εποχής “Animosity” να μας τα πρήζει για επιστροφή στον ήχο του τότε και κουραφέξαλα! Ή δεύτερον πως η κίνηση αυτή, αποτελεί μια δήλωση της μπάντας ότι ο δίσκος είναι ο πλέον χαρακτηριστικός και ειλικρινής που μπορούσαν να βγάλουν αυτή τη χρονική στιγμή, και τους αντικατοπτρίζει πλήρως (CLUTCH, METALLICA, AUDREY HORNE μερικά παραδείγματα)» (εκτενέστερα όλη η παρουσίαση). Η αλήθεια βέβαια βρίσκεται κάπου στην μέση, αφού στις φλέβες των Weatherman, Mike Dean και Reed Mullin, το πικρό αίμα της hardcore έχει μπολιαστεί με την ζεστασιά της southern σκηνής που πρεσβεύει ο (απών πλέον) Keenan. Κάπως έτσι, τόσο το ομότιτλο album όσο και το “Megalodon” EP, περιέχει αναμνήσεις από την αλλοτινή τους νιότη, χωρίς όμως να ξεχνάνε πόσα κεράκια σβήνουν στην τούρτα τους. Ώριμοι πια, ακομπλεξάριστοι και πάνω απ’ όλα γνώστες των ορίων τους, φέρνουν στο φως έναν τίμιο δίσκο που άξια φέρει το όνομα της μπάντας.

 

 

Δύο χρόνια μετά, το “IX” ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η επιστροφή των C.O.C. δεν ήταν μια ακόμη συναυλιακή αρπαχτή. Αρνούμενοι να μάθουν από τα λάθη που τους προσδίδουν στην πρώτη τους απόπειρα ως τρίο μετά από (πάρα) πολλά χρόνια, ακολουθούν τον ίδιο old school δρόμο μεταξύ thrash (πως;;) και doom/southern-ιάς που τους αρμόζει. Ναι, τα φωνητικά παραμένουν ο αδύναμος κρίκος της μετά-Keenan εποχής, ωστόσο το συγκρότημα βρίσκει τα πατήματά του και αποδεικνύει ότι πάντα και παντού υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Ειδικά ο Woody Weatherman φαίνεται πως είναι η μεγαλύτερη έκπληξη αυτής της νέας προσπάθειας, αφού όντας πλέον ο μοναδικός κιθαρίστας βγαίνει μπροστά (πιο μπροστά και από τον Mike Dean στα φωνητικά) αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο μπορεί να σηκώσει το δημιουργικό-συνθετικό βάρος της μπάντας, αλλά κι ότι δεν κρύβεται πίσω από καμιά σκιά του παρελθόντος.

 

 

Είναι λοιπόν μεγάλη η πρόκληση που πρόκειται να δεχθούμε το ερχόμενο Σάββατο (27/6), αφού θα δούμε επί σκηνής να ξετυλίγεται ένα κουβάρι 30 περίπου χρόνων, με μια πορεία που πέρασε από πολλά και πανύψηλα κύματα. Με μεγάλη περιέργεια περιμένουμε πως θα ανταποκριθεί ο Keenan στο νέο υλικό και το πώς θα δέσει με τον Weatherman. Βέβαια αυτά θα είναι ψιλά γράμματα μπροστά στους ύμνους του παρελθόντος. Κοντοζυγώνουν οι μέρες, ξετρυπώστε καρό πουκάμισα και ελάτε στο Fuzz.
Επιμέλεια αφιερώματος: Πάνος Δρόλιας – Νίκος Ζέρης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece