Wednesday, March 11, 2026




Home Blog Page 2754

CORROSION OF CONFORMITY: America’s Unholy Stonebreakers

0

Για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες, οι CORROSION OF CONFORMITY ανήκουν στην συνομοταξία εκείνων των συγκροτημάτων που παρότι ουδέποτε σάρωσαν τα charts από τις υπέρογκες πωλήσεις δίσκων, κατάφεραν να διατηρήσουν τον ποιοτικό πήχη της δισκογραφικής όσο και της συναυλιακής τους παρουσίας αρκετά ψηλά ώστε να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του άκρως φανατικού κοινού τους. Με αφορμή την πρόσφατη επανένωσή τους με τον εμβληματικό Pepper Keenan αλλά και την επικείμενη επίσκεψή τους στην Αθήνα, το αφιέρωμα που ακολουθεί ρίχνει φως στους κυριότερους σταθμούς της ιστορίας του συγκροτήματος από την North Carolina όσο και στα πρόσωπα που συνέβαλαν στην διαμόρφωση της.

 

The Four Horsemen: An introduction

Woody Weatherman
Ο λόγος που το όνομα του κιθαρίστα Woody Weatherman μπαίνει πρώτο-πρώτο στο κάδρο είναι προφανής όσο και κατηγορηματικός. Από την γένεση του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα είναι άλλωστε το πρόσωπο που ήταν πάντα εκεί ως πιστός θεματοφύλακας του ήχου και των επιτευγμάτων των CORROSION OF CONFORMITY. Και ναι, όσο κι αν ο Pepper Keenan είναι το αλατοπίπερο της μπάντας και ο απόλυτος star που όλοι λατρεύουν να βλέπουν επί σκηνής, η riffολογία αλλά και ο δυναμισμός του κατά τα άλλα σεμνού και ταπεινού Weatherman αποτελεί δίχως αμφιβολία το Α και το Ω των CORROSION OF CONFORMITY. Και μόνο το γεγονός ότι μονάχα μια φορά κυκλοφόρησε κάτι εκτός C.O.C. και αυτή ήταν το 1989 όταν μαζί με τον Mike Dean και τον comic artist-ντράμερ Brian Walsby σχημάτισε τους SNAKE NATION για συνεχίσει το hardcore punk κρεσέντο του “Animosity”, αρκεί για να τον κατατάξουμε ως μια από τις σεβαστές φυσιογνωμίες στην ιστορία του southern metal και του heavy ήχου γενικότερα.

Pepper Keenan
Έφτασε η πολυπόθητη ώρα της επιστροφής του ασώτου. Σχεδόν μια δεκαετία από την αποχώρησή του ήρθε επιτέλους η στιγμή της επανένωσης των αιώνιων αυτών εφήβων. Λένε πως η αξία κάποιου αποτιμάται καλύτερα όταν αυτός εξαφανίζεται από την ζωή σου. Όταν όλα αυτά τα μοναδικά στοιχεία που ανεβάζουν το επίπεδο κάθε σου προσπάθειας παύουν να υπάρχουν στην (κατά τα άλλα ρουτινιασμένη) καθημερινότητά  σου, αποκαλύπτεται η αληθινή σου όψη. Κάτι τέτοιο συνέβη τόσο με τους C.O.C. με το ομότιτλο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2012, όσο και με την προ διετίας σόλο προσπάθεια του Phil Anselmo “Walk Through Exits Only”. Και στις δύο περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη απόδειξη ότι C.O.C. και DOWN δεν υφίστανται χωρίς τον Pepper Keenan. Και ενώ τόση ώρα του πλέκουμε το εγκώμιο για την πορεία των C.O.C. ας ρίξουμε μια ματιά την πορεία του με τους λατρεμένους από το ελληνικό κοινό DOWN. Οι συστάσεις είναι φυσικά περιττές. Μιλάμε για την μεγαλύτερη συνομοταξία αλιγατόρων που γέννησαν οι ιεροί βάλτοι του νότου. Για τους ιδρυτές της NOLA heavy metal σκηνής. Έτσι λοιπόν, το 1995 με κεκτημένη ταχύτητα από το “Deliverance”, κυκλοφορεί το θεάρεστο “Nola”. Όπως και να ‘χει, τέτοια  βόμβα μεγατόνων δεν εκτοξεύθηκε ξανά από το στρατόπεδο των DOWN. Το εσωστρεφές “Down II: A Bustle in Your Hedgerow” του 2002, βγήκε σε μια εποχή όπου και στην αντίπερα όχθη οι C.O.C. το γύρισαν στο alternative, ενώ το 2007 με το “Down III: Over the Under” μπορεί Keenan να έβγαζε τα απωθημένα που κράταγε μέσα του, παρόλα αυτά η τριπλέτα “Blind”-“Deliverance”-“Nola” είχε περάσει για πάντα στην ιστορία.

Mike Dean
Μετά τον Pepper Keenan ο Mike Dean αποτελεί ίσως την πιο cult φιγούρα του συγκροτήματος από την North Carolina. Ήρεμη δύναμη πίσω από τον μπάσο, είναι ο άνθρωπος που με το παίξιμο και την σταθερότητα του έδωσε αποφασιστική ώθηση σε όλες τις μεγάλες στιγμές των C.O.C. και ειδικά στα αξεπέραστα “Deliverance” και “Wiseblood”. Πλην των C.O.C., ο Dean δημιούργησε το 1996 τους NINEFINGER με τους οποίους κυκλοφόρησε (μόλις) ένα δίσκο-επιτομή του λασπωμένου sludge, το 2010 μαζί με τον Reed Mullin σχημάτισε τους RIGHTEOUS FOOL ενώ το 2013 συμμετείχε στο κομμάτι “As you wish” που περιλαμβανόταν στο ντεμπούτο άλμπουμ των VISTA CHINO, “Peace”. Παράλληλα έχει αναλάβει κατά καιρούς την παραγωγή δίσκων για συγκροτήματα σαν τους WEEDEATER, SOURVEIN και EARTHRIDE.

Reed Mullin
Πίσω από τον στιβαρό, δυναμικό όσο και ογκώδη ήχο των drums στους C.O.C. κρύβεται η προσωπικότητα του Reed Mullin. Με την εξαίρεση του “In the arms of God” όπου αυτή ήταν και η μοναδική φορά που οι δρόμοι του χώρισαν με το συγκρότημα, ο Mullin μαζί με τον Weatherman αποτελούν τους δυο θεμελιώδεις πυλώνες της μουσικής προσωπικότητας των C.O.C. Αρκεί και μόνο να ακούσει κανείς προσεκτικά τα επιτεύγματα του στα “Blind” και “Wiseblood” και θα καταλάβει γιατί μετά την κοινή περιοδεία τους με τους IRON MAIDEN το 1992 ο ίδιος ο Nicko McBrain όχι μόνο τον επαίνεσε για το παίξιμο του αλλά του χάρισε και ένα ζευγάρι ακριβά πιατίνια προκείμενου να ακούγεται ακόμα καλύτερος στις συναυλίες των C.O.C.

The Band: A brief history

The Hardcore Punk Years
Σωτήριο έτος 1982. Προτού σκάσει το κύμα του thrash metal στο Los Angeles και στα πέριξ αυτού και παρασύρει μαζί με τον μουσικό θίασο του glam τα πάντα στον διάβα του, προτού καν η τρέλα του Buzz Osborne βρει την απόλυτη έκφραση της στους MELVINS και λίγο πριν οι SUICIDAL TENDENCIES και οι D.R.I. εξαπολύσουν το πρώτο τους δισκογραφικό χτύπημα που έμελλε να ταρακουνήσει για τα καλά τα θεμέλια του underground, στο Raleigh της North Carolina ο κιθαρίστας Woody Weatherman και ο ντράμερ Reed Mullin, παράλληλα με την δραστηριότητα τους στους NO LABELS, δημιούργησαν μαζί με τον μπασίστα Mike Dean τους CORROSION OF CONFORMITY. O σκοπός τους ήταν από την αρχή απλοϊκός. Να συνδυάσουν την κάψα τους για το νιχιλιστικό punk με ό,τι πιο φρέσκο και οργισμένο υπήρχε στον σκληρό ήχο εκείνη την εποχή. Η συγκεκριμένη θέληση εκφράστηκε εμπράκτως μέσα από την συμμετοχή του συγκροτήματος σε δυο split άλμπουμ το 1982 και το 1983 καθώς και την δημιουργία ενός demo τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, το πρώτο σοβαρό δείγμα γραφής δεν άργησε να έρθει τον Μάιο του 1984 με την κυκλοφορία του “Eye for an eye”, στο οποίο συμμετείχε επίσης και ο τραγουδιστής Eric Eycke. Αν λάβουμε υπόψη το ύφος κομματιών όπως τα “Minds are controlled” και “Dark thoughts”, ουσιαστικά το “Eye for an eye” δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα εκρηκτικό μίγμα ακατέργαστου punk και hardcore που βάδιζε στα χνάρια των BLACK FLAG, BAD BRAINS και THE MISFITS. Η απειρία των μελών του συγκροτήματος όσο και η κακή παραγωγή ήταν σαφώς τα στοιχεία που χαντάκωσαν το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο η παρουσία κομματιών σαν τα “Coexist”, “What?” καθώς και η διασκευή στο “Green Manalishi” των FLEETWOOD MAC (!) καταδείκνυε πως τα περιθώρια για βελτίωση ήταν ακόμα μεγάλα.

 

 

corrosion of conformity animosityΠαρόλα αυτά, το “Eye for an eye” δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητο. Το συγκρότημα είχε ήδη πραγματοποιήσει κάποιες συναυλίες σε μεγάλες πόλεις όπως στη Νέα Υόρκη και στο San Francisco και η κυκλοφορία του ντεμπούτου του σε συνδυασμό με το περίφημο tape-trading της εποχής συνέβαλε έτσι ώστε η φήμη του να εξαπλωθεί εκτός από τις τοπικές σκηνές του hardcore punk/crossover και στα αυτιά ανερχόμενων metal ονομάτων σαν τους METALLICA και SLAYER. Η εξέλιξη αυτή στάθηκε αρκετή για να του δώσει την ευκαιρία να εμφανιστεί ως support στην συναυλία των SLAYER στην Βαλτιμόρη για τις ανάγκες της προώθησης του “Haunting the chapel” EP, με τους Tom Araya και Dave Lombardo να μεσολαβούν μάλιστα προκειμένου οι C.O.C. να κλείσουν συμφωνία με την Death Records που ήταν ουσιαστικά θυγατρική της Metal Blade του Brian Slagel. Εκμεταλλευόμενοι αυτό το ιδιαίτερο ευνοϊκό momentum, οι C.O.C. δεν άργησαν να επανέλθουν τον Οκτώβριο του 1985 με το δεύτερο τους άλμπουμ, “Animosity”. Μπορεί εν συγκρίσει με το “Eye for an eye” οι ταχύτητες  του “Animosity” να ήταν μεν πιο συγκρατημένες, όχι όμως τόσο αισθητά ώστε να υπερκαλύψουν τις οργισμένες punk τάσεις όσο και τις πολιτικοκοινωνικές ανησυχίες στην θεματολογία των στίχων που και πάλι είχαν την μερίδα του λέοντος. Το ενθαρρυντικό στοιχείο είχε να κάνει σαφώς με το γεγονός ότι η μπάντα παρουσίαζε για πρώτη φόρα ένα αρκετά βελτιωμένο και πιο σφιχτοδεμένο πρόσωπο παύοντας ταυτόχρονα να λειτουργεί ως ένα σύνολο που ήξερε απλά να βγάζει ενέργεια και βρωμιά στο παίξιμο του. Και μόνο άλλωστε από τις κιθαριστικές επιδόσεις του Weatherman στα “Holier”, “Kiss of death” και “Mad world” αλλά και την επιβλητική παρουσία του Mike Dean τόσο στο μπάσο όσο και στο μικρόφωνο ως frontman μετά την αποχώρηση του Eycke, καταλαβαίνει κανείς πως η μπάντα έχει κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός σχεδόν σε όλους τους τομείς.

 

 

CorrosionofConformity TechnocracyΜαζί λοιπόν με το “Dealing with it!” των D.R.I. και το “Speak English or Die” από τους S.O.D. που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά, το “Animosity” ήταν ένα σαφές δείγμα πως το ρεύμα του hardcore punk/crossover δεν ήταν απλά και μόνο μια αντίδραση απέναντι στις mainstream μουσικές φόρμες της εποχής αλλά κάτι που άρχιζε πλέον να αποκτά γερές ρίζες όσο και φανατικό κοινό εκτός των στενών πλαισίων του underground. Για αρκετούς ο συγκεκριμένος δίσκος μαζί με το “Technocracy” EP του 1987 ήταν η ιδανική επισφράγιση της πιο αγνής και ανεπιτήδευτης περιόδου του συγκροτήματος. Όπως όμως αποδείχτηκε εκ των υστέρων δεν ήταν παρά μονάχα το μεταβατικό στάδιο για τα χρυσά επιτεύγματα που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια.

 

 

The Great Purification
Όσο κι αν με τα δυο πρώτα της άλμπουμ οι C.O.C. έμοιαζαν να βρίσκουν τα πατήματα όσο και τον προσωπικό τους ήχο δίχως να αποστασιοποιούνται υπερβολικά από τις punk καταβολές τους, δεν θα μπορούσαν να μείνουν εντελώς ανεπηρέαστοι από τις τάσεις στον σκληρό ήχο του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ‘80. Το thrash ήταν άλλωστε στα φόρτε του ενώ η πορεία των SUICIDAL TENDENCIES έδειχνε ξεκάθαρα πως υπήρχε τρόπος να συμβιβαστεί το hardcore punk με το καινούργιο αυτό μουσικό ρεύμα που χρόνο με το χρόνο ανέβαζε συνεχώς την δημοτικότητα του. Η μετάβαση όμως προς τις αμιγώς πιο μεταλλικές φόρμες συνέπεσε και με ορισμένες άκρως σημαντικές μεταβολές στο line-up του συγκροτήματος. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Technocracy” EP ο Mike Dean μαζί με τον τραγουδιστή Simon Bob αποχώρησαν με συνέπεια το συγκρότημα να ξοδέψει δύο χρόνια μέχρι να βρει τους ιδανικούς αντικαταστάτες τους στα πρόσωπα των Phil Swisher και Karl Agell. Ο αέρας ανανέωσης λειτούργησε ευεργετικά καθώς η κυκλοφορία του “Blind” το 1991 έθεσε σε νέες βάσεις το μουσικό μέγεθος των C.O.C. Το “Blind” κυριολεκτικά τα είχε όλα. Ροή, ποικιλία μα πάνω απ’ όλα ξεχείλιζε από τόση δύναμη που δεν σε άφηνε να πάρεις ανάσα. Αυτή άλλωστε ήταν και η πρώτη cocblindcdφορά που ο ήχος του συγκροτήματος αποκτούσε τόσο ξεκάθαρο μεταλλικό προσανατολισμό, με τα riffs του Weatherman μαζί με το metal-on-metal βομβάρδισμα του Reed Mullin στα drums να συμβιβάζουν με τον πιο μαεστρικό τρόπο τις ταχύτητες του thrash και του sludge σε επικές στιγμές του δίσκου όπως τα “Painted smiling face”, “Great purification” και “Damned for all time”. Για να είμαστε ειλικρινείς βέβαια, η έλευση του Pepper Keenan ως δεύτερου κιθαρίστα αποδείχθηκε ως η χρυσή μεταγραφή του δίσκου. Μπορεί η συνθετική συμμετοχή του να μην απέκτησε μονομιάς βαρύτητα ανάλογη με εκείνη των υπολοίπων, παρόλα αυτά οι southern πινελιές που κατάφερε να βάλει στα “Dance of the dead” και “Buried” καθώς και οι φωνητικές ικανότητες του στο “Vote with a bullet” που επισκίασαν το thrash-ιάρικο γρέζι του Agell, ήταν μια επαρκή πιστοποίηση πως μπορούσε να αποτελέσει μεγάλο κεφάλαιο για την μελλοντική πορεία του συγκροτήματος. Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν συν το γεγονός ότι το “Blind” προσέλκυσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του mainstream κοινού, δεν φαντάζει καθόλου παράλογο το πως το συγκρότημα κατάφερε να κλείσει θέση μαζί με τους TESTAMENT στο αμερικανικό σκέλος της “Fear of the Dark Tour” των IRON MAIDEN τον φθινόπωρο του 1992.

 

 

Discarding the Albatross
Το 1994 ήταν σημαδιακή χρονιά για τους CORROSION OF CONFORMITY. Έχοντας κάνει το πρώτο τους δειλό άνοιγμα προς το mainstream μεταλλικό κοινό με το εκπληκτικό “Blind” το 1991, συμφώνησαν να υπογράψουν στην πολυεθνική Columbia Records (η οποία μάλιστα την ίδια χρονιά είχε υπογράψει και τους THE OBSESSED του Scott “Wino” Weinrich), σε μια εποχή όπου η δημοτικότητα του grunge άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί και να αφήνει χώρο για ανερχόμενα ρεύματα όπως αυτό του stoner rock καθώς και των πιο extreme metal ιδιωμάτων. Η εξέλιξη αυτή έμελε να συμπέσει και με ορισμένες αλλαγές στο εσωτερικό της μπάντας. Το κενό που δημιούργησαν το 1993 στη θέση του frontman και του μπάσου αντίστοιχα οι αποχωρήσεις των Karl Agell και Phil Swisher, καλύφθηκε από την επιστροφή του Mike Dean και την ανάληψη των φωνητικών από τον ρυθμικό κιθαρίστα του σχήματος, Pepper Keenan.
COC deliveranceΗ κυκλοφορία του “Deliverance” ήρθε να επισφραγίσει μια σειρά μεταβολών και στο μουσικό ύφος του σχήματος. Το hardcore punk/πρώιμο sludge μοτίβο των προηγούμενων τριών δίσκων εγκαταλείπεται σχεδόν οριστικά, καθώς στη μουσική εξίσωση υπεισέρχονται για τα καλά πλέον στοιχεία που φλερτάρουν ανοιχτά με το southern όσο και το stoner rock, ενώ από την άλλη πλευρά τα riffs αποκτούν έναν αμιγώς πιο groovy και Sabbath-ικό τόνο. Η σπουδαιότητα όμως του “Deliverance” έγκειται στο γεγονός ότι μέσα από αυτό αναδεικνύεται για πρώτη φορά τόσο έντονα η μουσική προσωπικότητα του Pepper Keenan. Δεν ήταν μόνο η χαρακτηριστική χροιά της φωνής του, η οποία επρόκειτο να βάλει την σφραγίδα της και στις επόμενες τρεις δουλειές των C.O.C. αλλά κυρίως η μεγαλύτερη συνεισφορά του στον κιθαριστικό όσο και τον συνθετικό τομέα, που ανεβάζει κατακόρυφα το ποιοτικό επίπεδο του δίσκου και κάνει συγχρόνως τους υπόλοιπους και ειδικά τον έτερο κιθαρίστα του σχήματος, Woody Weatherman, να βγάλουν κυριολεκτικά τον καλύτερο τους εαυτό. Κομμάτια άλλωστε σαν τα “Albatross”, “Clean my wounds”, “Seven Days” ή το fuzz-ιάρικο “Senor Limpio”, όχι μόνο επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές αλλά μέχρι και σήμερα συγκαταλέγονται στις κορυφαίες στιγμές του συγκροτήματος από την North Carolina.

 

 

COC WISEBLOODΌταν όμως ο προηγούμενος δίσκος σου είναι η αιτία της απογείωσης σου, σίγουρα δε θες με τίποτα ο διάδοχός του να είναι αυτός που θα σε προσγειώσει ανώμαλα στο έδαφος. Έχοντας συμβόλαιο για ένα ακόμα άλμπουμ με την θρυλική Columbia, το συγκρότημα αποβάλει κάθε μορφή άγχους που μπορεί να του δημιουργεί η επιβεβλημένη επιτυχία, και απλά μπαίνει στο στούντιο με τους οπαδούς να τρέφουν τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Όμως ο πήχης είχε ανέβει υπερβολικά ψηλά, ακόμα και για τους ίδιους. Το “Wiseblood” παρά το γεγονός ότι ακολουθεί την συνταγή του “Deliverance”, δεν καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να ξεφύγει από την σκιά του. Και μπορεί στα κιτάπια του να βρίσκουμε μια σύμπραξη τιτάνων, με την φωνή του James Hetfiled να συμμετέχει στο “Man or Ash”, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου φαντάζει να ξεθωριάζει μετά από μερικές ακροάσεις. Προσοχή, αν δεν υπήρχε το “Deliverance” θα μιλάγαμε για μία από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας, αφού ο ήχος, το heavy riffing, ο τσαμπουκάς και τα επάλληλα κοψίματα που κυριαρχούν σε συνθέσεις όπως τα “Long whip/Big America”, “The snake has no head” ή το επικό instrumental του “Bottom feeder” δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ακόμα και από τους πιο δύσπιστους. Άλλωστε, παρότι δεν κατάφερε να σημειώσει την εμπορική επιτυχία του προκατόχου του, το “Wiseblood” δεν οδήγησε άδικα το συγκρότημα σε ένα πολύ επιτυχημένο τουρνέ ως support των METALLICA στην “Poor Touring Me” των τελευταίων το 1996. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το σημαντικότερο ήταν πως μέσα από την τελειοποίηση της νέας μουσικής τους προσέγγισης, οι C.O.C. κατάφεραν μέσω αυτού του δίσκου να εξελιχθούν και να καθιερωθούν σε αυτό που όλοι αναγνωρίζουν μέχρι και σήμερα. Ως μια από τις σημαντικότερες μπάντες-εκφραστές του southern metal.

 

 

America in the arms of God
americas volume dealerΗ αλλαγή της χιλιετίας δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την παρέα από την North Carolina. Στα απόνερα της κυριαρχίας της alternative/grunge σκηνής, η μπάντα εξαλείφει σχεδόν πλήρως τον τραχύ ήχο και με το “America’s Volume Dealer” γυρίζει σελίδα σε μια πιο ζεστή stoner χροιά. Οι ιδέες, το αλήτικο attitude και ο γρήγορος ρυθμός παραμένουν αμετάβλητοι, με τις μεγαλύτερες αλλαγές να τις παρατηρούμε στα φωνητικά που χάνουν πολύ από το οξύ αυτό γρέζι στις καταλήξεις που χαρακτήρισε μια ολόκληρη γενιά συγκροτημάτων. Επίσης την επιστροφή του κάνει ο σκονισμένος αέρας τους “Deliverance”, με τις catchy μελωδίες και τα χτυπητά ρεφρέν, στοιχεία που γνωρίζουν να μεταχειρίζονται καλά ο Keenan κι η παρέα του. Ταυτόχρονα η μπάντα αλλάζει εταιρεία, μετακομίζοντας δισκογραφικά στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στη Μ. Βρετανία και την Sanctuary. Φαίνεται πως τα γυρίσματα του “Drowning in a Daydream” που πραγματοποιήθηκαν εκεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα αποδείχθηκαν προφητικά.

 

 

In the arms of godΌχι άδικα το “In The Arms of God” θεωρείται από πολλούς η καλύτερη στιγμή της μπάντας από την “Deliverance” εποχή, μέχρι σήμερα. Οι C.O.C. συγκεντρώνουν με ευλάβεια το απόσταγμα όλων αυτών των χρόνων που οργώνουν με τις μουσικές τους τις ηπείρους για να μας το προσφέρουν στην πιο καθαρή και αγνή του εκδοχή. Ο δίσκος αποτελεί την φυσική συνέχεια του προκατόχου του, με τον ήχο να αποτελεί ουσιαστικά τον κοινό παρανομαστή και οι μεγάλες αλλαγές να παρατηρούνται  στον βαθμό “αυθεντικότητας” των συνθέσεων. Η μπάντα ξεφεύγει από τον χλιαρό χαρακτήρα που κράτησε στον προηγούμενο δίσκο. Στο “In the arms of god” τα δυνατά σημεία γίνονται δυνατότερα, ενώ τα χαλαρά πιο ταξιδιάρικα. Μεγάλη απώλεια για τον δίσκο η απουσία του Reed Mullin που είχε ήδη αποχωρήσει μετά το τέλος του προηγούμενου δίσκου, ενώ και για τον Keenan αυτός θα είναι ο τελευταίος σταθμός στην μακρόχρονη πορεία του με τους C.O.C. .

 

 

Born again for the last time
Όπως είχαμε γράψει και το 2012… «βλέποντας το εξώφυλλο του δίσκου, με τη νεκροκεφαλή του “Eye for an Eye” να επιστρέφει, και το όνομά τους να είναι και ο τίτλος του, δύο πράγματα μπορούμε να συμπεράνουμε. Πρώτον, ότι το ραντεβού με την έμπνευση πάτωσε, αυτή δεν εμφανίστηκε ποτέ, και έτσι έχουμε το επανασυνδεδεμένο τρίο εποχής “Animosity” να μας τα πρήζει για επιστροφή στον ήχο του τότε και κουραφέξαλα! Ή δεύτερον πως η κίνηση αυτή, αποτελεί μια δήλωση της μπάντας ότι ο δίσκος είναι ο πλέον χαρακτηριστικός και ειλικρινής που μπορούσαν να βγάλουν αυτή τη χρονική στιγμή, και τους αντικατοπτρίζει πλήρως (CLUTCH, METALLICA, AUDREY HORNE μερικά παραδείγματα)» (εκτενέστερα όλη η παρουσίαση). Η αλήθεια βέβαια βρίσκεται κάπου στην μέση, αφού στις φλέβες των Weatherman, Mike Dean και Reed Mullin, το πικρό αίμα της hardcore έχει μπολιαστεί με την ζεστασιά της southern σκηνής που πρεσβεύει ο (απών πλέον) Keenan. Κάπως έτσι, τόσο το ομότιτλο album όσο και το “Megalodon” EP, περιέχει αναμνήσεις από την αλλοτινή τους νιότη, χωρίς όμως να ξεχνάνε πόσα κεράκια σβήνουν στην τούρτα τους. Ώριμοι πια, ακομπλεξάριστοι και πάνω απ’ όλα γνώστες των ορίων τους, φέρνουν στο φως έναν τίμιο δίσκο που άξια φέρει το όνομα της μπάντας.

 

 

Δύο χρόνια μετά, το “IX” ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η επιστροφή των C.O.C. δεν ήταν μια ακόμη συναυλιακή αρπαχτή. Αρνούμενοι να μάθουν από τα λάθη που τους προσδίδουν στην πρώτη τους απόπειρα ως τρίο μετά από (πάρα) πολλά χρόνια, ακολουθούν τον ίδιο old school δρόμο μεταξύ thrash (πως;;) και doom/southern-ιάς που τους αρμόζει. Ναι, τα φωνητικά παραμένουν ο αδύναμος κρίκος της μετά-Keenan εποχής, ωστόσο το συγκρότημα βρίσκει τα πατήματά του και αποδεικνύει ότι πάντα και παντού υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Ειδικά ο Woody Weatherman φαίνεται πως είναι η μεγαλύτερη έκπληξη αυτής της νέας προσπάθειας, αφού όντας πλέον ο μοναδικός κιθαρίστας βγαίνει μπροστά (πιο μπροστά και από τον Mike Dean στα φωνητικά) αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο μπορεί να σηκώσει το δημιουργικό-συνθετικό βάρος της μπάντας, αλλά κι ότι δεν κρύβεται πίσω από καμιά σκιά του παρελθόντος.

 

 

Είναι λοιπόν μεγάλη η πρόκληση που πρόκειται να δεχθούμε το ερχόμενο Σάββατο (27/6), αφού θα δούμε επί σκηνής να ξετυλίγεται ένα κουβάρι 30 περίπου χρόνων, με μια πορεία που πέρασε από πολλά και πανύψηλα κύματα. Με μεγάλη περιέργεια περιμένουμε πως θα ανταποκριθεί ο Keenan στο νέο υλικό και το πώς θα δέσει με τον Weatherman. Βέβαια αυτά θα είναι ψιλά γράμματα μπροστά στους ύμνους του παρελθόντος. Κοντοζυγώνουν οι μέρες, ξετρυπώστε καρό πουκάμισα και ελάτε στο Fuzz.
Επιμέλεια αφιερώματος: Πάνος Δρόλιας – Νίκος Ζέρης

DJ sets

0

Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο RAINBOW ROCK BAR (Δεκελέων 40, Γκάζι, δίπλα στο σταθμό μετρό Κεραμεικός), ο Σάκης Φράγκος resident dj, με πολλά αφιερώματα, live μπάντες και επιλογές απ’ όλο το φάσμα της metal μουσικής!

Radio shows

0

Κάθε Κυριακή 11-2 το βράδυ, ο Σάκης Φράγκος παρουσιάζει το Rock Hard Radio Show τον Legend 88,6 (live streaming: www.legend886.gr), το νέο rock σταθμό της πόλης, με όλες τις νέες κυκλοφορορίες, επικαιρότητα, καυστικά σχόλια, βουτιές στο παρελθόν, ελληνική σκηνή και φυσικά τις δικές σας παραγγελιές. Συντονιστείτε εγκαίρως!

BLIND GUARDIAN: “Imaginations beyond the red mirror”

0

guardian 2Ο Σάκης Νίκας και ο Φραγκίσκος Σαμοΐλης, βρήκαν την ευκαιρία να βγάλουν τον οπαδό από μέσα τους και να μιλήσουν για τους BLIND GUARDIAN, σ’ ένα κλίμα εντελώς παρεΐστικο, χωρίς να μασάνε τα λόγια τους, λέγοντας την πραγματική τους άποψη για το συγκρότημα και την πορεία του, σαν να μην έχουν κανένα δίπλα τους. Απολαύστε μία συζήτηση «καφενείου», που λέγονται πολλές αλήθειες έξω από τα δόντια και στη συνέχεια, ίσα που προλαβαίνετε να δηλώσετε συμμετοχή για τον σούπερ διαγωνισμό μας με το μυστικό, ακουστικό, δωρεάν show του συγκροτήματος για τα 10 χρόνια του ROCK HARD ή στην τελική να προμηθευτείτε εισιτήριο για τη συναυλία της Παρασκευής στη Θεσσαλονίκη ή της Κυριακής στην Αθήνα (αφού το Σάββατο έγινε ήδη sold out).

(Φ: Φραγκίσκος Σαμοΐλης, Σ: Σάκης Νίκας)

Φ: Και τώρα πως θες να το κάνουμε δηλαδή αυτό;
Σ: Δεν είναι ανάγκη να διαφωνήσουμε. Μπορεί και να συμφωνούμε.
Φ: Όλο και κάπου θα συμφωνούμε εμείς οι δύο. Νομίζω δηλαδή.
Σ: Για παράδειγμα. Ποιά είναι η χρυσή εποχή των BLIND GUARDIAN για εσένα;
Φ: Σίγουρα η περίοδος από το “Tales from the twilight words” μέχρι και το “Imaginations from the other side”. Αυτή η τριάδα δίσκων.
Σ: Ορίστε που συμφωνούμε για αρχή!
Φ: Βέβαια, αυτή η περίοδος είναι η χρυσή για τη δική μας γενικά. Η νεότερη γενιά ίσως διαφωνεί μαζί μας.
Blind Guardian 2015Σ: Κοίτα, το “Nightfall” είναι το άλμπουμ που τους γιγάντωσε. Πούλησαν περισσότερα αντίτυπα, τους έμαθε περισσότερος κόσμος.
Φ: Κοίτα, για μένα είναι ένα σχεδόν ισάξιο άλμπουμ. Διαφορετικό μεν, ποιοτικά σχεδόν ισάξιο δε.
Σ: Φυσικά. Φυσικά. Μου πήρε πολύ χρόνο για να μου αρέσει το “Nightfall”. Ήταν πολλές και μεγάλες οι αλλαγές.
Φ: Και μένα στην αρχή μου φάνηκε λίγο κάπως. Αλλά μετά το αγάπησα και αυτό.
Σ: Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πόσες περιόδους βλέπουμε των GUARDIAN;
Φ: Τουλάχιστον 3.
Σ: Εγώ θα έλεγα 4. Είναι τα πρώιμα χρόνια, τα δύο πρώτα άλμπουμ, “Follow the blind” και “Battalions”, έτσι;
Φ: Ναι, τα οποία είναι speed στην ουσία και δεν έχουν κάποιο προσωπικό ήχο εκεί οι GUARDIAN.
Σ: Ναι, είναι HELLOWEEN “Walls of Jericho” φάση, ξέρεις. Είναι μετά τα χρόνια της Virgin, της εταιρείας. Από το “Tales”, μέχρι… να βάλω και το “Night at the opera”;
Φ: Δε μου κάνει το “Night…” γι’ αυτή την περίοδο. Το “Nightfall” ναι, είναι σίγουρα μέσα σε αυτήν την περίοδο. Το “Night at the opera” προχώρησε στην ουσία τον ήχο του “Nightfall”. Τον πήγε ακόμα παραπέρα.
Σ: Το “Night at the opera” είναι παρεξηγημένο άλμπουμ; Είναι κακό; Είναι καλό; Τι είναι;
blind guardian4Φ: Για μένα είναι σίγουρα μεταβατικό. Γιατί το σήμερα της μπάντας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο “Night at the opera”. Είχαν χρόνια το συμφωνικό στοιχείο ήδη, αλλά δεν ήταν η βάση τους. Εκεί άρχισε να περνάει πιο μπροστά από ότι είχαμε συνηθίσει. Ειδικά τώρα μοιάζει να είναι η βάση του ήχου τους το συμφωνικό στοιχείο.
Σ: Ίσως είναι μεταβατικό, ναι. Απλά εκεί που δε μπορώ καθόλου, είναι η γιγάντωση του συμφωνικού στοιχείου στα χρόνια τους στη Nuclear Blast. Δηλαδή “Twist in the myth”…
Φ: Μακράν το χειρότερο. Εδώ σίγουρα θα συμφωνούμε.
Σ: Εδώ συμφωνούμε. Το “Twist in the myth” είναι το άλμπουμ που δε μου έχει μείνει τίποτα πέρα 2-3 κομματιών.
Φ: Μα ακόμα και στα live δείχνουν και οι ίδιοι ότι δεν το έχουν σε εκτίμηση, αφού θα παίξουν κυρίως το “Fly”.
Σ: Που ακόμα και αυτό είναι κακό κομμάτι για μένα.
Φ: Εμένα με ενοχλεί πολύ και στιχουργικά για BLIND GUARDIAN. Δε θέλω Peter Pan στους GUARDIAN, πως να το κάνουμε. Βάλε και Candy-Candy.
Σ: (γέλια) Από τα 3 τελευταία άλμπουμ, ποιό είναι το καλύτερο;
Φ: Προσωπικά και με χαρακτηριστική ευκολία, είναι το “At the edge of time”.
Σ: Κι εγώ συμφωνώ μαζί σου.
BlindGuardian2010aΦ: Έχει πολλά καλά τραγούδια, έχουν καταφέρει πολύ καλά το πάντρεμα του συμφωνικού με τον παλιότερο κάπως ήχο τους.
Σ: Το τελευταίο σου άρεσε;
Φ: Μου λείπει η μαγεία. Που στους GUARDIAN είναι το Α και το Ω η μαγεία. Αυτό είναι που τους κάνει τόσο ξεχωριστούς και ιδιαίτερους.
Σ: Εγώ απογοητεύτηκα. Αν εξαιρέσεις νομίζω το “Holy grail” και το “Prophecies” που μου έχουν μείνει κιόλας, νομίζω ότι ο Hansi κάνει προσπάθεια να ξεφύγει από το παρελθόν. Στα δύο τελευταία άλμπουμ τουλάχιστον, μη σου πω στα τρία τελευταία. Σα να λέει “όχι, δε θέλω να παίζω όπως στα 90’s, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό”. Μεγαλώνουν; Δε ξέρω.
Φ: Κοίτα, δε μπορείς να παίζεις το ίδιο στα 20, στα 35 και στα 45. Και σαν μουσικός κιόλας, πρέπει να έχεις ανησυχίες. Ή τουλάχιστον το θεωρώ πιο υγιές αυτό.
Σ: Ναι, αλλά πες μου το άλλο. Ένας μουσικός έχει μουσικές ανησυχίες και δε μπορεί πχ στα 45 του να παίζει όπως στα 25 του. Δεκτό. Και παίζει live και βλέπει τον κόσμο να τραγουδάει τραγούδια από το “Tales…” με όλη του τη δύναμη, τραγούδια από το “Somewhere…” με όλη του τη δύναμη, από το “Imaginations…” ακόμα πιο δυνατά, από το “Nightfall” της πουτ@@ας. Και στα καινούργια; Ο κόσμος είναι flat. Τι κάνεις εκεί; Δηλαδή γίνεσαι Geoff Tate που αδιαφορούσε μέχρι πρότινος για τους οπαδούς και έπαιζε ότι γούσταρε;
guardian6Φ: Εντάξει, τώρα μιλάμε όμως για μία μπάντα που δείχνει ότι δεν αδιαφορεί στο ελάχιστο για τους οπαδούς της. Είναι από τις πλέον τίμιες μπάντες εκεί έξω.
Σ: Ναι. Αλλά τι κάνεις εκεί; Γίνεσαι μήπως SAVAGE CIRCUS;
Φ: ΟΧΙ!
Σ: (γέλια) Τι κάνεις τότε; Προσπαθείς να παντρέψεις το παλιό με το νέο;
Φ: Εγώ θεωρώ μαγκιά των GUARDIAN που δεν ενδιαφέρονται για τους οπαδούς όσον αφορά το τι θέλουν να ακούσουν ακριβώς. Σε εισαγωγικά το ενδιαφέρονται. Παίζουν αυτό που θέλουν αυτοί, ανεξαρτήτως αν ας πούμε οπαδός θέλει ένα νέο “Nightfall”. Εμένα αυτό μου αρέσει, να σου πω την αμαρτία μου. Με πονάει σε πολλές μπάντες, συμπεριλαμβανομένων και των GUARDIAN, αλλά μου αρέσει. Γιατί το θεωρώ και πιο αληθινό. Γιατί όταν συνθέτεις τη μουσική σου ελεύθερα, είναι πιο αληθινό από το να πιεστείς και να πεις με το ζόρι ότι πρέπει να βγάλεις ένα καινούριο “Somewhere far beyond” ας πούμε. Και δε μπορείς. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν και πολλές μπάντες που έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο βασικά. Μη σου πω και καμία. Να πάει να αντιγράψει κάτι πολύ πετυχημένο και να το κάνει. Και στην τελική, εγώ είμαι και όπως με μάθει μία μπάντα. Οι GUARDIAN με μάθανε στην αλλαγή. Αυτό που λέγαμε και για τις περιόδους. Αλλάζανε τον ήχο τους. Αν μιλάγαμε πχ για MOTORHEAD και AC/DC, θα ήθελα το ίδιο, γιατί με μάθανε ότι παίζουν το ίδιο πράγμα. Αυτό με μάθανε. Στους GUARDIAN μου αρέσει η αλλαγή. Δεν πετυχαίνει όλες τις φορές, αλλά μου αρέσει που το δοκιμάζουν. Και για τα συμφωνικά πιστεύω ότι φταίει και εκείνο το καταραμένο το συμφωνικό άλμπουμ που θέλουν να κάνουν και δε ξέρω αν και πότε θα βγει τελικά. Μήπως περνάνε κάποια περισσότερα στοιχεία στα κομμάτια τους γι’ αυτό το λόγο.
blind guardian 5Σ: Εμένα με χαλάει η έμφαση που δίνουν στο συμφωνικό τα τελευταία χρόνια. Είναι πολύ πομπώδες και ογκώδες. Πολύ φορτωμένο με ορχήστρες.
Φ: Συμφωνώ. Με χαλάει επίσης ότι είναι πολύ παρεμφερές. Δηλαδή ακόμα και στον τελευταίο δίσκο, τα δύο μεγάλα για παράδειγμα κομμάτια, είναι πολύ κοντά και σε νοοτροπία και σε τοποθέτηση στα αντίστοιχα δύο του προηγούμενου. Ακόμα και ο δίσκος ξεκινάει και τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Τα riff μέσα είναι ίδια. Κάτι που δε μας είχαν συνηθίσει οι GUARDIAN.
Σ: Μήπως θέλουν να τα ενώσουν με κάποιο τρόπο; Να το παρουσιάσουν ως μίας μορφής concept;
Φ: Κοίτα, είναι μία φυσική συνέχεια του προηγούμενου ο τελευταίος δίσκος. Σαν να λένε “εδώ είναι το λιμάνι μας” ρε παιδί μου. “Τα βρήκαμε καλά με το συμφωνικό, εδώ γουστάρουμε”. Μου ακούγεται πολύ safe που λέμε. Γιατί μπορεί οι πιο παλιοί και ηλικιακά να λέμε ότι ανατριχιάζουμε με άλλους BLIND GUARDIAN πολύ περισσότερο, όμως εμπορικά με τα τελευταία άλμπουμ γιγαντώθηκαν. Τα πιο συμφωνικά.
Σ: Ναι, αλλά δεν είναι κακό για μία μπάντα σαν τους GUARDIAN να παίζουν έναν safe ήχο; Και μάλιστα να περιμένεις 5.5 χρόνια για ένα νέο άλμπουμ; 2010 το “At the edge of time”, 2015 το καινούριο.
Φ: Συμφωνώ απολύτως σε αυτό. Και μιλάμε για μπάντες τέτοιου επιπέδου που από αυτό ζούνε. Δεν έχουν όλα τα υπόλοιπα άγχη ας πούμε. Δουλειές, καθημερινότητα. Βέβαια, οι GUARDIAN δεν ήταν και ποτέ η μπάντα που θα έλεγες ότι την έχουν δει rock stars ή συμπεριφέρονται έτσι. Χαβαλέ κάνουν ως ένα βαθμό. Επαγγελματίες στο έπακρο φυσικά, αλλά κάνουν αυτό που γουστάρουν απλά. Και σαν άτομα, τους έχεις γνωρίσει κι εσύ, είναι κυριλέ άτομα που κάνουν αυτό που γουστάρουν και ζουν από αυτό. Δεν είχαν το άγχος του να βγάζουν δίσκο κάθε δύο χρόνια, να περιοδεύσουν, να πουλήσουν. Τουλάχιστον τα τελευταία αρκετά χρόνια. Και αυτό μου αρέσει στους GUARDIAN.
Σ: Εσύ που τους παρακολουθείς και περισσότερο από εμένα, πιστεύεις ότι έχουν χάσει την κά@@α που λέμε; Την όρεξη να δημιουργήσουν.
Φ: Αν έχουν χάσει κάποια κά@@α, αυτή είναι νομίζω του πιο heavy, του πιο γρήγορου παιξίματος.
Σ: Πότε την χάσανε θεωρητικά; Όταν έφυγε ο Thomen ας πούμε;
guardian3Φ: Για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη απώλεια. Γιατί ο Thomen ήταν ο συνδετικός κρίκος στην ουσία. Αυτός που τους κράταγε ηχητικά στην περίοδο μέχρι και το “Imaginations…”. Και σαν drummer καθαρά, είναι άλλο επίπεδο. Βέβαια, ο άνθρωπος πλέον δε μπορεί με τόσα ιατρικά προβλήματα. Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να μην ξαναπαίξει ποτέ δυστυχώς. Χάσανε πολύ όμως. Αν θυμάσαι όταν είχαν έρθει πρώτη φορά με τον Ehmke ήταν περίεργα. Πιο αργά παιγμένα κάποια κομμάτια, διαφορετική αίσθηση σαν συγκρότημα. Δεν ήταν απλά ένας drummer o Thomen. Ήταν ζωτικό κομμάτι των BLIND GUARDIAN. Δεν έχουν χάσει την κά@@α της δημιουργίας. Το αντίθετο μου δείχνει αυτό που κάνουν. Ότι το ψάχνουν διαφορετικά και περισσότερο ηχητικά. Συμφωνικά για παράδειγμα, πάνε σε μέρη που δεν είχαν πάει ποτέ. Δε θα στηριχθούν στο να παίξουν στο 140, στο 160, στο 180, σε οτιδήποτε πιο speed για να δείξουν κάτι. Θα δείξουν κάτι διαφορετικό, περισσότερο στηριζόμενο στην ενορχήστρωση, πιο μουσικό αν μπορείς να πεις κατά μία έννοια. Αν και λίγο παρεξηγήσιμη η λέξη, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δεν έχουν στήριγμα πχ τα τρομακτικά καλά ρεφρέν. Αν και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο που μου λείπει μαζί με τη μαγεία παρεμπιπτόντως. Τα ρεφρέν. Ψάχνω να βρω στο τελευταίο δίσκο και δεν τα βρίσκω εύκολα και πολλά.
Σ: Τελευταία φορά που με έπιασε ένα ρεφρέν των GUARDIAN και να με κολλήσει, ήταν ίσως το “Soulforged”.
Φ: Ο Χριστός και η μάνα του!
Σ: Το “Under the ice”; Εμένα μου αρέσει το “A night at the opera”. Κάπου εκεί σταματώ. Εντάξει, δε σου λέω “Nightfall”. Εκεί είχε πάρα πολλά.
Φ: Τώρα όμως τα ψάχνεις.
Σ: Εγώ πιστεύω ότι είναι και θέμα παραγωγής ρε φίλε. Δηλαδή όταν μπλέκονται τόσα πράγματα στο αυτί μου, δε ξέρω, χάνεται η ουσία του κομματιού ρε γαμώτο.
Φ: Και επειδή οι GUARDIAN δεν είχαν και ποτέ τις τρομακτικές παραγωγές, τώρα τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα.
Σ: Ακριβώς.
blindguardianband2014Φ: Δηλαδή ακόμα και η παραγωγή του τελευταίου… μήπως φταίει και ο Charlie Bauerfeind στην τελική;
Σ: Κοίτα, ότι τους έχει οδηγήσει σε ένα καλούπι και δεν τους βγάζει και δε ρισκάρουν, ναι, σίγουρα. Αλλά δε νομίζω και τόσο όμως ρε συ. Εντάξει, πόσο ρόλο να έχει ο Charlie; Είναι σαν αυτό που λένε για τους ACCEPT με τον Andy Sneap. Που λένε ότι είναι ίδια η παραγωγή.
Φ: Καλά, ο Andy Sneap ούτως ή άλλως το έχει αυτό και του το προσάπτουν μερικοί, αλλά είναι παραγωγάρες, πως να γίνει;
Σ: Ναι. Αλλά το θέμα είναι το τραγούδι.
Φ: Συμφωνώ. Και καλά έκανες και είπες για ACCEPT σαν παράδειγμα, γιατί όταν βγήκε το “Blood of the nations”, αρρωστήσαμε όλοι. Ο συνδυασμός ήχου και τραγουδιών…
Σ: Δεν υπήρχε αυτό το πράγμα!
Φ: Και αυτοί έχουνε μπει βέβαια σε μία λούπα. Τρία ίδια άλμπουμ.
Σ: Ναι. Τρία καλά άλμπουμ μεν, που έχουν όμως χάσει το πλεονέκτημα του εντυπωσιασμού και της έκπληξης που είχε το πρώτο. Μια χαρά είναι και τα άλλα, αλλά το “Blood of the nations” είναι το καλύτερο.
Φ: Πίσω στο θέμα μας όμως, ακόμα και από τις δηλώσεις που διαβάζαμε πριν ακούσουμε το δίσκο, περιμέναμε περισσότερες γέφυρες με το παρελθόν. Να είναι περισσότερο διαφορετικό από το “At the edge of time”. Υπάρχουν φυσικά οι γέφυρες, με το “Imaginations…” περισσότερο, αλλά περιορίζονται σε ένα κουπλέ, κάνα riff, κάνα bridge. Είναι σαν τυράκια ρε παιδί μου.
blindgbandΣ: Αφού το ανέφερες, το “Imaginations…” είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ των GUARDIAN. Αν μου πει κάποιος να του πω το αγαπημένο μου, θα έλεγα “Imaginations…”, αλλά αν μου έλεγε ότι δεν έχει ακούσει ποτέ και μου ζήταγε ένα από όλα, θα έλεγα το “Somewhere…”. Εσύ πιο θα έλεγες; Το πιο αντιπροσωπευτικό δεν είναι το “Somewhere…”;
Φ: Για εμένα είναι το “Imaginations…”, επειδή είναι ίσως αυτό που παντρεύει τα πάντα. Και τα πιο speed, και τα πιο επικά…
Σ: Έχουνε ρίξει όμως ρυθμούς στο “Imaginations…”.
Φ: Ναι, αλλά έχει κάτι “I’m alive” μέσα…
Σ: Τα οποία όμως δεν είναι και τα κατώτερα του δίσκου;
Φ: Δε μπορώ να βάλω κατώτερα εύκολα σε έναν τέτοιο δίσκο ρε φίλε! (γέλια) Αλλά επειδή καταλαβαίνω με ποιά έννοια το λες, μάλλον συμφωνώ. Γιατί ακούς ένα “Mordred’s song” και τέλος! Πεθαίνεις. “Bright eyes”, υπερχιτάρα, το ομότιτλο. Και στο “Somewhere…” βέβαια ισχύει αυτό αρκετά.
Σ: Είναι βέβαια και αυτό που φοράς. To “Tales…”. “Tommy knockers”. (γέλια)
Φ: (γέλια) Έτσι! Στο “Tales…” είναι για παράδειγμα το αγαπημένο μου κομμάτι GUARDIAN. Μάλλον, το αγαπημένο μου ρεφρέν σίγουρα, γιατί στο κομμάτι έχω κάτι δυσκολίες. (γέλια) Το θεωρώ το ύψιστο ρεφρέν που έχουν γράψει ποτέ. Δε θα έβαζα σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει ακούσει ποτέ GUARDIAN το “Tales…”. Θα του έβαζα ένα εκ των “Somewhere…” ή “Imaginations…”. Ίσως το “Somewhere…”, γιατί θα σου πετάξει ένα “Theatre of pain”. Θα σου πετάξει και τα δύο “Bard’s song”.
Σ: Γιατί δεν παίζουν περισσότερα κομμάτια από το “Somewhere…”;
Φ: Πόσα να σου παίξουν δηλαδή ρε συ; Έχουν πλέον 10 άλμπουμ. Αλλά επειδή και οι δύο τους έχουμε δει πολλές φορές, ξέρουμε ότι είναι από τις μπάντες που θα σου αλλάξουν συνέχεια το setlist. Και το διήμερο σε τέτοια συγκροτήματα, έχει απόλυτο νόημα.
Σ: Ναι! Έχει νόημα. Βέβαια! Τίμια live.
Φ: Θυμάμαι στο Fuzz, που παίζουν ξαφνικά “Wizard’s crown” και έχω εκστασιαστεί!
Σ: Ναι, ναι, ναι!
Blind Guardian 1995Φ: Κομμάτι που αρκετός κόσμος από κάτω δεν το ήξερε. Και δεν το λέω υποτιμητικά προφανώς, γιατί είναι λογικό ως ένα βαθμό. Άλλη εποχή BLIND GUARDIAN. Από την άλλη όμως, δεν είναι λίγο άσχημο αυτό; Μαθαίνεις το συγκρότημα για παράδειγμα με το “Nightfall”, κάτι που ισχύει για μεγάλη μερίδα οπαδών των GUARDIAN. Δεν έχει σημασία πότε τους έμαθες. Οι λόγοι μπορεί να είναι άπειροι. Αλλά γιατί να μην κάτσεις να ακούσεις καλά και το υπόλοιπο υλικό τους ρε παιδί μου; Ειδικά το παλιότερο;
Σ: Θα το μάθει νομίζω. Αλλά δεν ξέρω αν θα δεθεί. Αν το μάθει βέβαια, γιατί εξαρτάται και το άτομο πάντα. Αλλά κι εγώ, για να σου πω την αλήθεια, δε μπορώ να δεθώ με το “Battalions of fear”. Δεν το άκουσα όταν βγήκε, άκουσα πρώτο το “Somewhere…” όταν βγήκε, αλλά μετά δε μπόρεσα να δεθώ με τα πρώτα άλμπουμ. Όσο καλά ή κακά είναι. Γούστα.
Φ: Καλά άλμπουμ είναι! Προσωπικά, κάτι ιδιαίτερο δεν είναι. Και κυρίως λόγω του ότι δεν είχαν τότε οι GUARDIAN κάτι το τρελά ξεχωριστό. Περισσότερο σημαντικά γίνονται νομίζω όταν μιλάμε για old-school, για ατάκες τύπου «τα δύο πρώτα», cult, παρά τίποτα παραπάνω. Το απόγειο και το πραγματικά ιδιαίτερο είναι τα τρία επόμενα. Άντε τα τέσσερα επόμενα. Να το βάλω το “Nightfall”, γιατί πραγματικά είναι πολύ ωραίο άλμπουμ και αυτό. Και ας είναι περίεργο άλμπουμ, γιατί πόσους ας πούμε ξέρεις που λένε “σταμάτησα εκεί”.
Σ: Συμφωνώ. Αλλά είναι ένα άλμπουμ που όσο περνάνε τα χρόνια, πηγαίνει όλο και περισσότερο το χέρι σου και το βάζεις να το ακούσεις. Το βάζεις το γαμ@@ένο.
Φ: Ναι, το βάζεις. Και έχει δύο τεράστια χιτ μέσα. “Into the storm” και ειδικά το “Mirror mirror”. Ακόμα και το “Noldor” είναι κομματάρα πχ. Βέβαια, αν τα συγκρίνω με αντίστοιχα “Noldor” προηγούμενων δίσκων, δεν είναι το ίδιο ποιοτικά για μένα, αλλά στο live, αυτό θα είναι πιο αποδεκτό. Παράξενο μεν, αλλά είναι και αυτό που λέμε με τη διαφορά γενιάς. Παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στη μουσική η διαφορά γενιάς. Το πότε άκουσες κάτι. Τι εποχή ήταν. Εσύ πως ήσουνα εκείνη την εποχή. Τι άλλο υπήρχε, πως ξεχώρισε.
Σ: Σίγουρα! Μα η μουσική είναι αυτό που λέμε το soundtrack of your life. Σου θυμίζει τι έκανες τότε. Δεν ξέρω πολλές αν το “Imaginations” πχ είναι το αγαπημένο μου επειδή τα κομμάτια είναι γαμώ ή απλά το άκουσα σε μία περίοδο που ήμουνα κάπως και τους είδα πρώτη φορά live τότε. Hansi με μπάσο. Αυτή η εικόνα μου λείπει.
Φ: (γέλια) Κοίτα, δε μου λείπει ιδιαίτερα και ούτε εκείνου! (γέλια)
Blind Guardian 1Σ: (γέλια) Κάτι για να μην ακουμπάει μωρέ τα χέρια του στο γόνατο και να χτυπιέται με αυτή την κλασική του κίνηση.
Φ: (γέλια) Η κίνηση του συνταξιούχου. Θεός! Αλλά ένας λόγος που αγαπάω τους BLIND GUARDIAN είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας. Ακούω μπάντες που τα μέλη είναι καραγκιόζηδες. Τόσο γενικότερα, όσο και απέναντι στους οπαδούς τους. Οι GUARDIAN δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την τελευταία φορά που είχαν έρθει διήμερο στην Αθήνα, στο Fuzz, μετά την πρώτη συναυλία, βρίσκομαι backstage με τη μπάντα και ήθελε ο Hansi να πιεί ένα ποτό έξω ρε παιδί μου. Μένανε στα όρια των Εξαρχείων και πήγαμε κάτω με τη μπάντα. Με τον Hansi πήγαμε μόνοι μας για ένα ποτό και γυρνώντας προς το ξενοδοχείο, είχε κόσμο σε ένα κομμάτι της διαδρομής. Και όπως είναι φυσικό, κάποιοι τον αναγνώρισαν και ήρθαν του μιλήσανε κλπ. Ξέρεις. «Σας γουστάρουμε πολύ σαν μπάντα» κλπ. Και κάπου λένε ότι δεν έχουν λεφτά να έρθουν στο live. Και ο τύπος, απλά σημείωσε τα ονόματα και τους έβαλε λίστα για το live της επόμενης μέρας. Respect και τέλος! Άλλοι δε κάθονται καν να μιλήσουν.
Σ: Καλά, έχουμε δει πολλά καθίκια στο χώρο μας.
Φ: Και άτομα που είχες ψηλά και μετά ξεπέσανε τελείως.
Σ: Βέβαια!
Φ: Πιστεύω λοιπόν ότι ένας λόγος που υπάρχει αυτό το τόσο μεγάλο δέσιμο μεταξύ των GUARDIAN και των οπαδών τους, είναι και τα ίδια τα μέλη. Ο χαρακτήρας τους. Αυτό μου αρέσει με τους GUARDIAN. Είναι μία μπάντα που μου τα καλύπτει όλα. Στιχουργικά προφανώς μας καλύπτει, με βιβλία που διαβάζαμε κάποτε, εικόνες που δημιουργούσαμε στο μυαλό μας κλπ. Μουσικά εννοείται. Αλλά είναι όλο το πακέτο. Και σαν χαρακτήρες.
Σ: Ρε φίλε, τι κάνει ο Andre και μένει ίδιος τόσα χρόνια; Όσες φορές τον έχω δει από κοντά, δε μεγαλώνει καθόλου!!!
Φ: Μήπως έχει βρει τον Φουστάνο;
Σ: (γέλια)
Φ: Τόσες φορές που έχει έρθει Ελλάδα, όλο και κάποιο κονέ θα έχει κάνει μαζί του.
Σ: Και ο Marcus μια χαρά είναι. Ο Hansi έχει γεράσει ρε φίλε μόνο.
Φ: Κοίτα, είναι μία μπάντα που θα βγάλει το δίσκο, θα κάνει την περιοδεία της, θα πάει μετά στα αμπέλια της, θα βγάλει τα κρασιά της, θα τα πιεί. Δεν είναι η μπάντα που είχε το life style του rock star. Ποτά, ξενύχτια, ναρκωτικά, γυναίκες. ΟΚ, γυναίκες θα είχαν οι άνθρωποι, αλλά δεν είχαν αυτό το απροκάλυπτο. Όχι όλοι τουλάχιστον. (γέλια) Δεν είναι αυτή η ουσία των GUARDIAN ρε παιδί μου. Και αυτό είναι από τα κλειδιά τους για μένα. Και ότι live είναι live ρε φίλε. Τιμάνε τον ιδρώτα και τα λεφτά που δίνει ο οπαδός για να τους δει.
Σ: Δεν το συζητάμε αυτό. Τα live των GUARDIAN είναι εμπειρία! Εμπειρία ζωής! Πραγματικά από τα καλύτερα live που έχω δει ποτέ από τις club μπάντες. Ιδρώνουν και τιμάνε τη φανέλα.
guardian1Φ: Εμένα και κάτι άλλο μου κάνει εντύπωση για το πόσο ιδιαίτεροι είναι. Διασκευές. Άπειρες διασκευές συνέχεια, αλλά πόσες μπάντες έχουν διασκευάσει GUARDIAN; Απειροελάχιστες. Και είναι μία μπάντα που έπαιζε με 2 κιθάρες, μπάσο, τύμπανα σαν βάση. Και η μουσική που βγάζουν, είναι πολύ περίεργη για αυτά τα όργανα. Ενορχηστρωτικά. Ιδιαίτερη. Για αυτό και δεν είναι εύκολο να πας να παίξεις GUARDIAN και να το κάνεις τόσο καλά. Είναι και αυτό το παρεξηγημένο που έχει το heavy/power, που λένε άλλοι ότι δεν είναι τεχνικό, δεν είναι τίποτα, σιγά το πράγμα κλπ. Ρε φίλε, δεν χρειάζεται να παίζεις στο 280 ή progressive για να έχει κάτι τεχνική. Άσε που η μουσική των GUARDIAN έχει και μία progressive αισθητική. Μπορεί να μην είναι τα μετρήματα τόσο, αλλά ενορχηστρωτικά είναι progressive σε πολλές στιγμές τους. Είναι μία μπάντα που σου δείχνει ότι δεν είναι τυχαία. Αυτά που κατάφερε, δούλεψε και τα κατάφερε. Και ίσως αυτό μας ενοχλεί εμάς τους δύο και αρκετούς ακόμα με την ίδια αντίληψη. Ότι αυτό το κομμάτι των GUARDIAN έχει περάσει στην ορχήστρα. Έφυγε από τα «βασικά» ας πούμε όργανα και πέρασε στην ορχήστρα.
Σ: Σωστή παρατήρηση αυτή. Δηλαδή το prog στοιχείο που είχαν ας πούμε στο “Imaginations…” ή το “Nightfall”, πήγε στις ορχήστρες και έγινε περισσότερο συμφωνικό.
Φ: Ναι, γιατί τότε η ορχήστρα λειτουργούσε περισσότερο σαν στήριγμα στη μουσική τους. Έδινε το κάτι παραπάνω, το έξτρα. Τώρα είναι η βάση σε πολύ μεγάλο βαθμό η ορχήστρα.
Σ: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι αυτό. Σωστό. Απλά εγώ δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάτι άλλο. Όταν αναγάγαμε εμείς τους GUARDIAN σαν αγαπημένη μας μπάντα στα 90’s, δυσκολεύομαι να σκεφτώ ότι ένας πιτσιρικάς τώρα, το 2015, θα μπορέσει να αναγάγει τους GUARDIAN με αυτό το δίσκο σε αγαπημένη του μπάντα.
Φ: Με αυτό το δίσκο κι εγώ το πιστεύω αυτό που λες. Αλλά έχουν προηγηθεί άλλοι δίσκοι με τους οποίους μπορεί να το κάνει. Για αυτό πολύς κόσμος γούσταρε πολύ τον καινούριο δίσκο. Πιστεύω ότι οι GUARDIAN είναι χαρακτηριστικότατο παράδειγμα μπάντας αυτού που λέγαμε πριν. Του πότε τους άκουσες. Ακριβώς επειδή είχαν τις αλλαγές στον ήχο τους.
Σ: Αυτό που μου αρέσει εμένα, είναι ότι έχουν δίσκους που τους εκτίμησα αργότερα. Βέβαια, δε νομίζω ότι θα συμβεί ποτέ αυτό με τα τρία τελευταία άλμπουμ, αλλά το “Nightfall” και το “Night at the opera”, όταν βγήκαν έλεγα “τώρα τι ακούω;”. Αλλά μετά τα εκτίμησα και τα δύο.
Φ: Το εκτίμησες τόσο τελικά το “Night at the opera” ε;
Σ: Ναι, γιατί ακολούθησαν τρία κατώτερα άλμπουμ. (γέλια)
Φ: Εγώ το “Night at the opera” το έχω μόνο πάνω από το “Twist in the myth” στη λίστα. Πολύ καλύτερο εννοείται, αλλά ως εκεί.
Σ: Κοίτα να δεις. Εγώ νομίζω ότι πολλές φορές ακούμε με τα μάτια. Κι εγώ το κάνω. Θυμάμαι ότι τότε, ο μακαρίτης ο Βαγγέλης ο Μπαλτάς στο Rock City, είχε ανοίξει το μαγαζί όταν βγήκε το “Night at the opera” και βλέπω αυτό το εξώφυλλο, αφού τότε δεν είχα internet ή οτιδήποτε. Και θυμάμαι πηγαίνω στο Rock City, πρώτη μέρα κυκλοφορίας του δίσκου και βλέπω αυτό το εξώφυλλο. Και λέω “τί είναι αυτό το πράγμα; Είναι αυτό εξώφυλλο GUARDIAN”;
Φ: Πού είναι ο Marshall;
Σ: Τι γίνεται εδώ; Και αυτόματα μου δημιουργείται η εντύπωση ότι θα είναι κακό άλμπουμ. Σίγουρα κατώτερο από τα προηγούμενα τρία τουλάχιστον. Για αυτό λέω ότι ακούμε με τα μάτια μερικές φορές.
Φ: Κοίτα, στη δικιά μας μουσική, το εξώφυλλο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Δεν υπάρχει άλλωστε άλλη μουσική που να δίνει τόση βάση στο εξώφυλλο του δίσκου. Πιστεύω κι εγώ ότι παίζει ένα ρόλο. Σου δημιουργεί μία θετική ή αρνητική προδιάθεση πολλές φορές. Λάθος μεν, αλλά γίνεται.
Σ: Σίγουρα. Σκέψου όμως ότι ίσως το πιο άρτιο heavy metal άλμπουμ όλων των εποχών, το “Black album”, έχει το πιο λιτό εξώφυλλο.
Φ: Βασικά… θεωρείται εξώφυλλο; (γέλια)
Σ: (γέλια) Δε ξέρω. (γέλια) Έχει ένα φίδι κάπου εκεί κάτω δεξιά.
Φ: Είναι όμως αρκετά μεγάλη μπίζνα του χώρου το εξώφυλλο. Και αυτό δεν είναι τυχαίο προφανώς. Και εμένα πάντως με ενόχλησε αρχικά το εξώφυλλο, αλλά μετά με χάλασε και ο ήχος ρε φίλε.
Σ: Σίγουρα δεν είναι το αριστούργημα των GUARDIAN. Το έχω ακούσει λιγότερες φορές από κάθε άλμπουμ ως το 2002 της μπάντας, αλλά το βάζω και το ακούω. Μετά, τα άλμπουμ της Nuclear Blast δε μπορώ να τα ακούσω εύκολα.
Φ: Εγώ το εκτίμησα λίγο παραπάνω το “Night at the opera”, γιατί μετά βγήκε το “Twist in the myth” και απογοητεύτηκα τόσο πολύ, που ξαναγύρισα στο προηγούμενο. Θυμάμαι τότε, όταν έκανα και την κριτική του δίσκου, ήμασταν ακόμα έντυπο και είχαμε και εξώφυλλο GUARDIAN σε εκείνο το τεύχος της κριτικής. Και μόνο που δεν το κατακρεούργησα το άλμπουμ. (γέλια) Τραγική ειρωνεία. Αλλά δε γίνεται να μη μιλήσει ο οπαδός ρε φίλε μέσα σου.
Σ: Το θυμάμαι. Μα και στους ίδιους δεν αρέσει. Ακόμα και στα live όταν πάνε να παίξουν κάτι από εκεί, αστειεύονται με το κοινό και οι ίδιοι.
Φ: Επειδή πάντα κάνουν περιοδείες για άλμπουμ, προσπαθούν και παίζουν κομμάτια από κάθε δίσκο, ειδικά στη μετα-“Tales…” εποχή. 2-3 κομμάτια σίγουρα. Από το “Twist in the myth”, θα είναι τα λιγότερα. Δεν είναι τυχαίο. Και αυτοί καταλάβανε τι δίσκος είναι. Κάποιοι το γουστάρουν, πάσο. Κοίτα, κάποιες φορές είμαστε και πολύ αυστηροί με τις μπάντες.
Σ: Έτσι πάει όμως. Με τις πολύ αγαπημένες σου μπάντες πρέπει να είσαι αυστηρός.
Φ: Συμφωνώ απόλυτα σε αυτό! Από το να είσαι “ότι και να βγάλουν γα@@ει”. Δε γα@@ει. Καλύτερα αυστηρός. Και φάνηκε με το “Twist…” ότι δεν τράβηξε όσο θα ήθελαν ίσως. Και αποτέλεσμα; Σου έβγαλαν έναν πολύ ωραίο δίσκο αμέσως μετά. Δεν είναι τυχαίο για μένα αυτό.
Σ: Καλά, όχι και αμέσως. Τους πήρε 4 χρονάκια. (γέλια)
Φ: Έλα μωρέ. Σαν τις Ολυμπιάδες ή τα Μουντιάλ, αφού και Γερμανοί και βλέπουν και μπαλίτσα. Δικά μας παιδιά. (γέλια)
Σ: Με την ευκαιρία του live, έχεις κάποιο κομμάτι σαν απωθημένο; Που δεν έχεις ακούσει live και θα ήθελες;
Φ: Τώρα μου βάζεις δύσκολα. Πρέπει να κάτσω να θυμηθώ όλες τις φορές που έπαιξαν τι τραγούδια επέλεξαν.
Σ: Κι εγώ και τους έχω δει 8-9 φορές…
Φ: Ίδια χάλια είμαστε δηλαδή. (γέλια)
Σ: (γέλια) Αυτό που δε θυμάμαι να έχουν παίξει όμως ποτέ live και θα ήθελα πολύ να ακούσω, είναι το “Theater of pain”.
Φ: Νομίζω δεν το έχουν παίξει ποτέ στην Αθήνα. Όντως. Και τώρα θα πεταχτεί από κάτω ο κλασικός καμμένος και θα αρχίσει τα “ρε μάγκες, είστε ηλίθιοι; Δε θυμάστε τότε που έβρεχε κιόλας στη μισή Αττική και χιόνιζε στην άλλη μισή;”
Σ: (γέλια) Δε θυμάμαι πάντως.
Φ: Να στο πω αλλιώς. Τo “Theater of pain” είναι από τα κομμάτια που θα ήθελα να ακούω πάντα στα live των GUARDIAN. Το λατρεύω!
Σ: Είναι από τα αγαπημένα μου. Είμαι και πιο του ποζεριλικιού. Καταλαβαίνεις πως στο λέω.
Φ: Ναι. Δυστυχώς. (γέλια) Και ήτανε και λίγο παράταιρο σαν τραγούδι σε αυτό το δίσκο το “Theater of pain”. Πολύ συμφωνικό για την εποχή του και τα δεδομένα τους. Ήταν το πρώτο συμφωνικό κομμάτι τους αν θες. Η αρχή του τέλους για σένα δηλαδή. (γέλια)
Σ: (γέλια) Αλλά δεν το έχω ακούσει live.
Φ: Θα ήθελα μία φορά να δω ένα live GUARDIAN μόνο με τέτοια τραγούδια. Που δεν παίζουν ποτέ ή παίζουν σπάνια. Το κάνουν βέβαια σε κάθε περιοδεία αυτό. Να σου πετάνε στο άκυρο κομμάτια ξεχασμένα στο χρονοντούλαπο. Ένα “Tommy knockers”, ένα “Wizard’s crown”, ένα “Barbara Ann”. Και τους παραδέχομαι τρελά για αυτό! Τότε που πίναμε και το ποτό μας με τον Hansi και τα λέγαμε χαλαρά τελείως, μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση. Παίζει να έχουν προβαρισμένα και 50 κομμάτια για κάθε περιοδεία. Έχουνε κάβα. Είναι έτοιμοι. Και μπαίνουνε στο κλίμα και του κοινού. Είναι τίμιοι. Για αυτό θα ξαναπάω και φέτος σαν καλό αρρωστάκι να τους δω 10η και 11η φορά.
Σ: Αυτό που σου είπα και στο facebook. Μου το είπε ένας φίλος μου βασικά. “Όσο υπάρχουν BLIND GUARDIAN”, μη φοβάσαι τίποτα. Τα live των GUARDIAN είναι εμπειρία.
Φ: Συμφωνώ ότι είναι εμπειρία. Εγγύηση. Ναι, ΟΚ, προφανώς και ο Hansi δεν είναι τραγουδισταράς. Αλλά δε σε νοιάζει! Ξέρεις τι πας να δεις. Δεν πας να δεις την τεχνική αρτιότητα. Πας να γίνεις ένα.
Σ: Το “Bard’s song” θα το πούνε ποτέ μόνοι τους; Μπορεί ο Hansi να το πει μόνος του;
Φ: (γέλια) Είσαι τρελός; To “Lord of the rings” θες να το πει μόνος του πχ ή μόνη της η μπάντα;
Σ: Όχι.
Φ: Δε νομίζω ότι μπορεί και ιδιαίτερα πλέον, αλλά δε με νοιάζει ούτε στο ελάχιστο. Γιατί προτιμώ να μην το λέει κι ας ήταν ο Παβαρότι. Γιατί στην τελική αυτές είναι οι μαγικές στιγμές των live των GUARDIAN. Για μένα είναι ο ορισμός της heavy metal στιγμής αυτό που το κοινό με τη μπάντα γίνονται ένα. Τέλος!
Σ: Ακριβώς. Σε απόλυτη αρμονία. Έτσι. Ακριβώς.
Φ: Δε με νοιάζει αν το “Bard’s song” είναι το χιλιοπαιγμένο κομμάτι των GUARDIAN, το αντίστοιχο «Λιωμένο παγωτό» ας πούμε. Συγχωρήστε την αμαρτία μου εννοείται. Ή το “Mirror mirror” για παράδειγμα. Την ώρα του live είναι απόλυτες στιγμές.
Σ: Ναι, ναι. Που ξεκινάει το Intro του “Mirror mirror” και επικρατεί πανζουρλισμός. Αυτό πάντως μου λείπει από τους GUARDIAN. Το να σε αρπάξουνε.
Φ: Αυτό, αυτό! Η μαγεία που βγάζανε. Δε σε αρπάζουνε πλέον τόσο. Βέβαια στο live μια χαρά θα σε αρπάξουνε, δεν υπάρχει πιθανότητα.
Σ: Όταν είδα το πρώτο μέρος της τριλογίας των ταινιών του “Lord of the rings”, το “Fellowship of the ring” και τους δείχνει να πλέουν στο ποτάμι, είναι σαν να ακούω τον Hansi στο μυαλό μου να τραγουδάει το “Lord of the rings”. Ξέρεις, το “Slow down and I sail on the river”. Είναι απίστευτο το γιατί οι GUARDIAN δεν έγραψαν το soundtrack του “Lord of the rings”.
Φ: Δεν είναι μεγάλη αδικία; Είχε γίνει ντόρος τότε, θυμάσαι. Δεν ήταν ακριβώς παραφιλολογία. Αλλά έπρεπε έστω τιμής ένεκεν, για το δικό μας το μεταλλάδικο γαμώτο.
Σ: Έπρεπε να στείλουν στον Jackson το κομμάτι για να το βάλει.
Φ: Λες να γινότανε οπαδός; Τώρα πάει, έφυγε. Αλλά και αυτός είναι ένας λόγος του κολλήματος με GUARDIAN. Eπειδή τότε εμείς παιδάκια ακόμα, διαβάζαμε τα “Lord of the rings”, τον “Έλρικ” και τα συναφή βιβλία. Και όταν η μπάντα μου κάνει εικόνα στο μυαλό μου ακούγοντάς την, είναι το πιο σημαντικό. Πιο σημαντικό από το να κοπανηθώ, από το οτιδήποτε. Και είναι σπάνιες τέτοιες μπάντες. Υπάρχουν, αλλά όχι και τόσες πολλές. Και οι GUARDIAN μου έκαναν εικόνες σε πράγματα που είχα ήδη από τα βιβλία για παράδειγμα. Ή από βιβλία που δεν είχα διαβάσει, ιστορίες που δεν είχα ακούσει. Το να σε πάνε κάπου αλλού. Αυτό το ταξίδι που σου δίνουν είναι κάτι διαφορετικό.
Σ: Σίγουρα. Και πιστεύω ότι ο Hansi στο πίσω μέρος του μυαλού του θα ήθελε να γράψει μουσική για ταινίες. Πως το έκανε δηλαδή ο δικός σου εκεί με τους NIGHTWISH, ο Tuomas.
Φ: (γέλια) Θες λίγο οινόπνευμα να καθαρίσεις το στόμα σου; Ξέρω ότι έκανες υπέρβαση αυτή τη στιγμή και νιώθεις μολυσμένος. Είναι γνωστή η μη αγάπη σου για αυτό το είδος.
Σ: Τον συμπαθώ τον Tuomas. Τα γυναικεία φωνητικά δε μπορώ.
Φ: Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχουν οι BLIND GUARDIAN, αλλά και οι RUNNING WILD επίσης, είναι ότι και ο πιο ακραίος ηχητικά οπαδός θα ακούσει BLIND GUARDIAN. Έστω το υλικό μέχρι και το “Imaginations”. Μπορεί να σιχαίνεται το power, να μην άκουσε ή ακούει πλέον αυτό το είδος, αλλά οι GUARDIAN είναι κάτι διαφορετικό.
Σ: Ναι, θα βρει στοιχεία που θα του μιλήσουνε. Καλά, τώρα θα σου πω μα@@κία, αλλά το πιστεύω. Ξέρεις γιατί στο μυαλό μου οι GUARDIAN θα είναι πάντα μία πολύ μεγάλη metal μπάντα; Γιατί αναφέρεσαι σε αυτούς σαν GUARDIAN. Πως λέμε ρε παιδί μου MAIDEN; Πως λέμε PRIEST;
Φ: (γέλια) Που κόβεις την πρώτη λέξη. Δεκτό! Εγώ τους θεωρώ πολύ μεγάλη μπάντα και για έναν άλλο λόγο. Που έχουν καταφέρει και έχουν διατηρήσει τόσο πολύ το όνομά τους, παρόλο που έχουν τόσο μεγάλα κενά μεταξύ των δίσκων για παράδειγμα, πάρα πολλές αλλαγές στον ήχο τους, συνεχίζουν να πειραματίζονται. Ακόμα και για το ότι περιοδεύουν όσο θέλουν και δεν κάνουν πχ περιοδείες 1.5 χρόνου. Βλέπεις άλλες μπάντες και σκίζονται στα live και στις περιοδείες και δεν φτάνουν αυτό το status.
Σ: Έχουν ισχυρό fan base. Δεν ξέρω τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο. Όταν τους είδα στη Γερμανία, ο κόσμος γούσταρε, αλλά ήταν η χώρα τους. Αλλά και από βίντεο που έχω δει, ο κόσμος τους γουστάρει πολύ. Και να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Γιατί νομίζεις ότι οι Έλληνες είναι τόσο δεμένοι με τους BLIND GUARDIAN;
Φ: Κοίτα, νομίζω ότι το επικό στοιχείο πάντα μίλαγε στον Έλληνα οπαδό. Να στο πω και σε πιο ακραίο ήχο. Οι BOLT THROWER γιατί μιλάνε στον Έλληνα τόσο πολύ; Που είναι death metal. Είδος που στην Ελλάδα δεν έχει και το τρομερά μεγάλο κοινό. Και όποιος διαφωνεί, ας τσεκάρει απλά τις προσελεύσεις στα live. Οι BOLT THROWER γιατί μιλάνε όμως τόσο πολύ; Το Gagarin ακόμα κουνιέται από εκείνο το επικό live τους. Οι AMON AMARTH; Οι SABATON γιατί μιλήσανε στους πιτσιρικάδες; Για να πάμε πάλι σε πιο heavy.
Σ: Καλά, γι’ αυτό έχω την απορία μου. (γέλια)
Φ: Ως ένα βαθμό κι εγώ, αλλά ισχύει. Οι WARLORD γιατί μιλήσανε κάποτε στον Έλληνα; Είσαι και οπαδός εσύ.
Σ: Είχε να κάνει με τον Τσάμη ίσως, τις λυρικές κιθάρες…
Φ: Είχαν το επικό στοιχείο μέσα όμως;
Σ: Ναι, πως δεν το είχαν.
Φ: Οι Έλληνες ακούνε BATHORY; Ακούνε PRIMORDIAL; Το επικό στοιχείο μιλάει στον Έλληνα.
Σ: Ναι, σωστή παρατήρηση και αυτή. Το επικό στοιχείο μιλάει στον Έλληνα. Το δέσιμο με τους GUARDIAN όμως είναι μοναδικό.
Φ: Ξέρεις κάτι φίλε; Ίσως ο κόσμος τελικά, σε αυτές τις καλές εκλάμψεις του, εκτιμάει. Και στους GUARDIAN εκτιμάει ότι είναι αληθινή μπάντα.
Σ: Σωστό. Δηλαδή όσο και αν ακούγεται περίεργο, ο Έλληνας είναι περισσότερο δεμένος με GUARDIAN παρά με HELLOWEEN για παράδειγμα. Ή με GAMMA RAY. Μπάντες πρωτοπόρους στο είδος τους.
Φ: Σε βάθος χρόνου συμφωνώ! Αν πηγαίναμε στις αρχές με μέσα 90’s δε θα ίσχυε κάτι τέτοιο βέβαια. Δεν υπάρχει σύγκριση. Αλλά σε βάθος χρόνου, ισχύει. Βέβαια μιλάμε για μπάντες με τελείως διαφορετική πορεία. Οι GAMMA RAY έχουν μία πολύ πτωτική πορεία εδώ και χρόνια για παράδειγμα. Οι HELLOWEEN από την άλλη, βγάζουν μεν πολύ καλά άλμπουμ, κατά την ταπεινή μου άποψη, αλλά έχουν διχάσει ακόμα περισσότερο τον κόσμο τους, τόσο με τις αλλαγές στον ήχο, όσο και με τον Deris, που ακόμα και μετά από 20 χρόνια, ο κόσμος κάθεται και ασχολείται με αυτό. Οι GUARDIAN δε διχάζουν τόσο πολύ. Έχουν ξενερώσει αρκετοί με τη δισκογραφική τους πορεία στα 3 τελευταία άλμπουμ, αλλά έχουν διατηρήσει τεράστιο fan base.
Σ: Είναι στο απυρόβλητο οι GUARDIAN; Δηλαδή εσύ που σε εμάς, στο Rock Hard, έχεις κάνει όλες τις κριτικές τους, ξεκινάς θετικά διακείμενος;
Φ: Δεν ξεκινάω ποτέ για μπάντα που λατρεύω έτσι. Είτε τους πεις GUARDIAN, είτε SAVATAGE, είτε AMORPHIS, είτε DARK TRANQUILLITY. Πάντα ξεκινάω αυστηρά, ακριβώς επειδή τους λατρεύω. Όταν αγαπάς μία μπάντα θες πάντα το καλύτερο. Εννοείται πως είσαι ρεαλιστής και δύσκολα θα έχεις το τέλειο.
Σ: Μα και δεν πρόκειται ποτέ οι GUARDIAN να μας ξαναδώσουν εύκολα το τέλειο νομίζω. Είτε λέγεται κάτι αντίστοιχο του “Imaginations”, είτε του “Nightfall”, είτε όποιου νομίζει ο καθένας.
Φ: Μα δε με ενδιαφέρει καν αυτό. Δε θέλω από τέτοιες μπάντες να αλλάξουν πάλι το χάρτη της μουσικής ας πούμε. Από κάποιες μπάντες θέλω την τιμιότητα. Να ακούω ωραία πράγματα. Να βγάζουν δίσκους που να τους ακούω και να γουστάρω. Και ας μην είναι εννοείται τέλειοι. Δε με νοιάζει πλέον.
Σ: Ξέρεις, είμαστε και εμείς υπερβολικοί ίσως μερικές φορές. Στην ηλικία μας…
Φ: Στην ηλικία σου. Είμαι και 6 χρόνια νεότερος. (γέλια)
Σ: (γέλια) Ωραία. Στην ηλικία μου λοιπόν, είναι δύσκολο να με πιάσει ένα άλμπουμ και να με ταρακουνήσει όπως έκανε πχ το “Imaginations…”.
Φ: Σε πιάνουν όμως.
Σ: Ναι. Λίγα και διαφορετικά βασικά. Οι GUARDIAN δε νομίζω ότι θα το ξανακαταφέρουν αυτό. Μακάρι δηλαδή, αλλά δε νομίζω.
Φ: Αλλά παρόλα αυτά κατάφεραν και διατήρησαν τη φήμη τους και μη σου πω ότι την αύξησαν κιόλας! Γιατί επειδή έχουν τόσα διαφορετικά άλμπουμ, υπάρχει κόσμος που αγάπησε κάποιο διαφορετικό από αυτά και μπήκε στη μπάντα με κάποιο άλλο. Θα υπάρχει και κάποιος που αγάπησε το “Twist in the myth”. Δε γίνεται.
Σ: Υπάρχει;
Φ: Υπάρχει ανωμαλία σε αυτόν τον κόσμο! Αλλά άστα αυτά για να τελειώνουμε κιόλας. Στο ακουστικό θα κλαίμε; Τι θα κάνουμε;
Σ: Στο ακουστικό, χαμός!
Φ: Θέλω Στέλιο Μπασμπαγιάννη με ότι μπορεί να έχει από το φαρμακείο του δίπλα μου. Δε με βλέπω καλά.
Σ: (γέλια) Αυτό θα είναι εμπειρία πραγματικά. Θα ήταν ωραία μία ακουστική περιοδεία GUARDIAN πλάκα πλάκα.
Φ: Και αφού λέγαμε για τίμιες μπάντες. Αυτή η κίνηση είναι τίμια; Έχουν ανάγκη να το κάνουν αυτό; Και στην τελική, παίζουν Παρασκευή Θεσσαλονίκη, ταξιδεύουν Αθήνα, θα παίξουν Σάββατο, θα παίξουν και Κυριακή. Γιατί να μην ξεκουραστούν, να πάνε βόλτες, να κάνουν κάτι άλλο ρε παιδί μου.
Σ: Μα δεν έχουν ανάγκη να παίξουν και μάλιστα ΔΩΡΕΑΝ και για κανέναν. Θα μπορούσαν να κάνουν 10 άλλα πράγματα.
Φ: Και το κάνουν τζάμπα.
Σ: Για τον Σάκη το Φράγκο. (γέλια)
Φ: (γέλια) Το απαραίτητο γλύψιμο ήταν αυτό ε; Δε μπόρεσες! (γέλια) Τιμή μας πάντως φίλε, πραγματικά. Και δείχνουν ότι εν μέσω περιοδείας, έκατσαν και έφτιαξαν ένα set ακουστικών εκτελέσεων, για να παίξουν τζάμπα (το τονίζω, αλλά δε γίνεται), για εμάς σαν Rock Hard και 20 τυχερούς οπαδούς. Και ας τους έβαλα 6 στο τελευταίο άλμπουμ (γέλια)
Σ: Θα παίξουν το “Tommy knockers” ακουστικά; (γέλια)
Φ: (γέλια) Ότι και να παίξουν θα περάσουμε τέλεια.
Σ: Θα ήθελα να ακούσω το “Theatre of pain”.
Φ: Υπάρχει. Υπάρχει στο “The forgotten tales”. Ναι. Αυτό θα το γούσταρα πολύ. Αλλά άμα πούνε το “Fly” στο ακουστικό, θα τους σκοτώσω, στο λέω! (γέλια)
Σ: (γέλια) “Mordred’s song”… γιατί όχι;
Φ: Ίσως το αγαπημένο μου μαζί με το “Lost in the twilight hall”. Ναι. Παίξτε το!
Σ: Έλα να το κλείσουμε. Ποιό ένα κομμάτι πρέπει σίγουρα να ακούσουμε;
Φ: Ένα; Να τα κάνω δύο; Βασικά να τα κάνω τρία που θέλω σίγουρα;
Σ: Δύο και bonus ένα Ιαπωνικής έκδοσης. Άντε. Πάμε.
Φ: “Lord of the rings”, “Bright eyes” και “Mordred’s song”. Εύκολα. Βασικά αν τους πρήξω, λες να μου πούνε και το ρεφρέν έστω του “Lost in the twilight hall”; (γέλια)
Σ: (γέλια)

Σάκης Νίκας / Φραγκίσκος Σαμοΐλης

ACCEPT – Η δεκαετία του ‘90: “The classic, the obscure and the underrated”

0

Η δεκαετία του ‘90 δεν υπήρξε και πολύ γενναιόδωρη για το παραδοσιακό heavy metal. Για να ακριβολογούμε ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος (ιδιαίτερα στην Αμερική) με πολλά συγκροτήματα να χάνουν το δισκογραφικό τους συμβόλαιο και να καταλήγουν να παίζουν σε μικρά clubs αφού η δημοτικότητά τους είχε αγγίξει το ναδίρ. Οι αιτίες πολλές και σύνθετες αλλά σίγουρα η εύκολη απάντηση για την έλευση του grunge δεν δίνει την πλήρη εικόνα του φαινομένου. Αυτή όμως είναι μία άλλη συζήτηση…

Οι ACCEPT είναι δίχως δεύτερη σκέψη η σημαντικότερη Γερμανική heavy metal μπάντα όλων των εποχών. Σημάδεψαν ανεξίτηλα τα 80’s με δίσκους-ορόσημα ενώ ο ήχος τους επηρέασε πλήθος συγκροτημάτων που μέχρι τις μέρες μας αναπαράγουν συχνά τις μουσικές φόρμες των Γερμανών. Ωστόσο, τα 90’s υπήρξαν και γι’ αυτούς μία δύσκολη περίοδος η οποία –κρινόμενη σήμερα με μία πιο αποστασιοποιημένη και αντικειμενική ματιά σε σχέση με εκείνα τα χρόνια- δεν ήταν διόλου αμελητέα. Για να μην παρεξηγηθούμε, κανένας από τους τρεις δίσκους της δεκαετίας του ‘90 δεν φτάνει σε ποιότητα κανένα από τα μουσικά πονήματα της περιόδου 1981-1986. Όμως, οι ACCEPT κατάφεραν να προσθέσουν ένα κλασικό, ένα…περίεργο και ένα υποτιμημένο άλμπουμ στον πλούσιο κατάλογό τους που «αναγκάζει» πολλούς fans να δίνουν μία ακόμη ευκαιρία σε αυτούς τους δίσκους. Για να δούμε τι ηχογράφησαν τα Panzer από το 1993 ως το 1996…

Objection Overruled album
The Classic
: H επανασύνδεση των ACCEPT –αν και χωρίς τον Jorg Fisher- βρίσκει τους Γερμανούς σε σπουδαία φόρμα γεγονός που οφείλεται σίγουρα στη θετική ενέργεια που απορρέει πάντα από ένα reunion. Οι ACCEPT αποβάλουν κάθε ίχνος πειραματισμού και εμπορικής διάθεσης (που ήταν τόσο εμφανή στο “Eat the heat”) και το “Objection overruled” γίνεται αποδεκτό με διθυραμβικά σχόλια από τον μουσικό τύπο και φυσικά από όλους τους οπαδούς της μπάντας. Ο κλασικός ήχος των ACCEPT είναι ξανά εδώ με την κιθάρα του Hoffmann να βγάζει φωτιές παντρεύοντας ιδανικά τον σκληρό ήχο με τις κλασικότροπες φόρμες, τους Baltes & Kaufmann να χτίζουν ένα στιβαρό rhythm section και τον Στρατηγό να σε κολλάει στον τοίχο με το trademark γρέζο του! Τα “I don’t wanna be like you”, “Protectors of terror”, “Sick, dirty and mean”, η εκπληκτική μπαλάντα “Amamos la vida” και το ομώνυμο κομμάτι είναι υπερκλασικά ACCEPT. Οι Γερμανοί είχαν επιστρέψει αλλά η συνέχεια δεν θα ήταν εφάμιλλη και θα ξένιζε πολύ κόσμο…

death row
The Underrated
: Το “Death row” που διαδέχθηκε το “Objection overruled” προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα και οι κριτικές ήταν –κατά το μάλλον ή ήττον- μέτριες και αποθαρυντικές. Ο νέος δίσκος φλέρταρε ανοιχτά με τον ήχο των PANTERA –που ήταν στο απώγειό τους εκείνη την εποχή- και οι μοντέρνες αναφορές στον ήχο των ACCEPT σίγουρα δεν άρεσαν στους μακροχρόνιους οπαδούς της μπάντας. Οι κοφτές και χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες του Hoffmann θύμιζαν ελάχιστα τις χαρακτηριστικές μελωδίες των προηγούμενων δίσκων και οι ACCEPT έκαναν μία –αποτυχημένη, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων- προσπάθεια να κερδίσουν ένα νεότερο ακροατήριο (κυρίως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού). Ωστόσο, οι συνθέσεις αυτές καθαυτές ήταν αξιοσημείωτες και αν κατάφερνε κάποιος να αποδεχθεί τη μοντέρνα παραγωγή του δισκου, τότε ανακάλυπτε μερικά εξαιρετικά τραγούδια όπως τα “Like a loaded gun”, “Bad habits die hard”, “The beast inside”, το ομώνυμο κομμάτι κ.α. Το “Death row” είναι σίγουρα ένας υποτιμημένος δίσκος που περιμένει όλους μας να τον ανακαλύψουμε ξανά 21 χρόνια μετά την κυκλοφορία του.

Predator album
The obscure
: And then there were three…οι ACCEPT ηχογραφούν τον τελευταίο τους δίσκο με τον Udo και δίχως τον Stefan Kaufmann αφού τα προβλήματα του τελευταίου με τη μέση δεν του επιτρέπουν να συμμετέχει στις ηχογραφήσεις. Αντ’ αυτού, πίσω από τα τύμπανα κάθεται ο Michael Cartellone (DAMN YANKEES, LYNYRD SKYNYRD) και από την κλασική σύνθεση των ACCEPT συναντάμε μονάχα τους Hoffmann, Baltes & Udo. Φυσιολογική εξέλιξη όλων αυτών ήταν το…περίεργο “Predator” που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα των Γερμανών μέχρι το εντυπωσιακό “Blood of the nations” του 2010. Η αλήθεια είναι ότι όσες ευκαιρίες έχω δώσει στο “Predator” (και πιστέψτε με είναι πάρα πολλές στο πέρασμα των χρόνων) η αρχική μου εκτίμηση παραμένει ίδια και απαράλλακτη. Πρόκειται για ένα αναιμικό άλμπουμ, με αδιάφορες συνθέσεις που φανερώνουν μία μπάντα που ηχογραφεί μόνο και μόνο γιατί δεσμεύεται από ένα δισκογραφικό συμβόλαιο. Στα αξιοσημείωτα είναι η παρουσία του Baltes πίσω από το μικρόφωνο σε τρία τραγούδια του δίσκου τα οποία όμως είναι και αυτά κατώτερα των αυξημένων προσδοκιών μας. Το εναρκτήριο “Hard attack” και το “Diggin’ in the dirt” κάπως διασώζονται αλλά…ως εκεί.

Οι ACCEPT θα επισκεφτούν ξανά τη χώρα μας για ένα ακόμη εκρηκτικό live αλλά οι πιθανότητες να ακούσουμε κάτι από τα τρία αυτά άλμπουμ είναι μάλλον ελάχιστες. Ίσως να πόνταρα λίγα χρήματα σε κάποιο τραγούδι από το “Objection overruled”. Άλλωστε, το 2011 είχαν παίξει το “Bulletproof”…όπως και να έχει θα είμαστε εκεί για μία ακόμη βραδιά απόλυτου Τευτονικού Τρόμου!

Σάκης Νίκας

BEHEMOTH: “Satan’s evangelion”

0

SventevithΚαι το όνομα αυτού… BAPHOMET! Όχι δεν είναι ορθογραφικό λάθος. Ο Nergal (Holocausto τότε), κατά κόσμον Adam Darski και ο Τσέχος Adam Muraszko (Sodomizer τότε, Baal Ravenlock αργότερα), οι δημιουργοί της μπάντας, της είχαν δώσει αυτό το όνομα, το οποίο άλλαξε πολύ σύντομα σε BEHEMOTH, αφού υπήρχαν δεκάδες συγκροτήματα με το τίτλο BAPHOMET. Οι Πολωνοί έχουν καταφέρει να κάνουν το βλάσφημο metal τους, ένα είδος hype, όχι τόσο με τη μουσική τους, που εξακολουθεί να είναι ακραία και ποιοτική, αλλά με τα καμώματα του χαρισματικού Nergal, ο οποίος ταυτόχρονα είναι «κόκκινο πανί» αλλά και είδωλο για πολλούς. Αλλά για να δούμε πως φτάσαμε ως εδώ, κυρίως μουσικά όμως.

Βρισκόμαστε στο μακρινό 1991 στη Πολωνία. Μετά από 4 demos, το 1995 έρχεται η πρώτη επίσημη κυκλοφορία τους, το “Sventevith (Storming near the Baltic)”. Φυσικά καμία σχέση με το σήμερα, αλλά σου έδινε την εντύπωση, πως δεν θα είναι άλλη μια black metal μπάντα. Καθαρό black metal, με μερικά ακουστικά σημεία και πλήκτρα όπου το απαιτεί η ατμόσφαιρα. Τα φωνητικά του Nergal δεν είναι και τα καλύτερα, αν και οι πιο φανατικοί του είδους ίσως διαφωνούν. Για την εποχή του και το είδος, ήταν ένας θετικός δίσκος, αλλά όχι και τόσο ιδιαίτερος. Αξιομνημόνευτα τραγούδια, τα “From the pagan vastlands” και “Hidden in a fog”.

Pandemonic IncantationsΜόλις ένα χρόνο μετά, κυκλοφορούν το “Grom”, ο οποίος είναι αντικειμενικά ίσως ο χειρότερος δίσκος της μπάντας. Το ύφος ήδη έχει αρχίζει να αλλάζει, οι κιθάρες γίνονται πιο thrash, το drumming βελτιώνεται πολύ, αλλά οι συνθέσεις είναι κατώτερες του ντεμπούτου. Το αποτελειώνουν τα γυναικεία φωνητικά, τα οποία είναι ερασιτεχνικά το λιγότερο. Νομίζω πως ούτε ο Nergal δεν θέλει να θυμάται αυτό το δίσκο. Η κυκλοφορία αυτή θα μπορούσε να είναι η ταφόπλακα της μπάντας. Ευτυχώς όμως, η μετέπειτα πορεία τους μας διαψεύδει. Δε μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι, σε έναν flat δίσκο (ούτε τα ακουστικά περάσματα με συγκινούν). Παρόλα αυτά, η μπάντα ξεκινά ευρωπαϊκές περιοδείες (να ‘ναι καλά τα Πολωνικά μεγαθήρια του death metal).

Προχωράμε στο 1998. Ο Baal Ravenlock αποτελεί παρελθόν από τη μπάντα και τη θέση του παίρνει, ο πολύ καλύτερος κατ’ εμέ, τωρινός drummer των Πολωνών, Inferno. Το Μάρτιο εκείνης της χρονιάς κυκλοφορούν το “Pandemonic incantations”. Ο δίσκος αυτός είναι η «γέφυρα» μεταξύ του black metal παρελθόντος και του blackened death metal της νέας εποχής των BEHEMOTH. Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι το άλμπουμ αυτό ήταν ανάμεσα σε δυο στρατόπεδα, μπλακμεταλλάδων και ντεθμεταλλάδων, που το καθένα το απαξίωνε για τους δικούς του λόγους. Ακούγοντας το σήμερα όμως, σίγουρα είναι κοινώς αποδεκτό ότι ήταν ότι καλύτερο είχαν βγάλει μέχρι τότε. Τα πρώτα riffs που υπάρχουν μέχρι και σήμερα και χαρακτηρίζουν τη μπάντα, σε αυτόν πρωτοακούστικαν. Πολύ πιο κιθαρο-κεντρικό άλμπουμ, με αρκετά solos και με τα γεμάτα drums να του δίνουν άλλη υπόσταση. Ο Nergal επιτέλους βρίσκει τα φωνητικά που του ταιριάζουν και απομακρύνεται από τα καθαρά black metal, που ποτέ δεν «είχε». Ιδιαίτερες στιγμές τα “In thy pandemaeternum” και “The thousand plagues I witness”.

satanicaΣτο τέλος του περασμένου αιώνα, ο Nergal είχε γνωρίσει τον ποιητή/συγγραφέα Krzysztof Azarewicz, ο οποίος έμελε να αλλάξει αρκετά το ύφος της μπάντας, κυρίως στους στίχους (μη ξεχνάμε ότι έχει γράψει την αυτοβιογραφία του Nergal). Ο Azarewicz από το 1999 και την 4η κατά σειρά full length δουλειά των BEHEMOTH, “Satanica”, έχει γράψει στίχους σε πάρα πολλά τραγούδια της μπάντας, έχει επιμεληθεί artworks, ακόμα και backing vocals. Στο συγκεκριμένο δίσκο, πέρα των στίχων “Starspawn”, τα υπόλοιπα εφτά κομμάτια είναι του Azarewicz. Εδώ η μπάντα διαχωρίζεται από το παρελθόν κάθετα, κρατώντας το σκοτάδι του black metal, αλλά όχι τον ήχο. Κι εγένετο blackened death metal. Κοφτά riffs, με prog πινελιές, λυσσαλέο drumming (αν και λίγο «πλαστικό») και το Nergal να «μισεί» τον κόσμο, δείχνοντας το με τα φωνητικά του. Κορυφαίες στιγμές, τα “Chant for eschaton”, “Decade of therion” και “Lam”.

Μόλις ένα χρόνο μετά, κυκλοφορούν το “Thelema.6”. Άλλο ένα άλμπουμ, που η μπάντα ακόμα ψάχνεται. Ίσως το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον προκάτοχό του, δεν βοήθησε και πολύ τον Nergal να γράψει κάτι το πολύ καλό. Ο δίσκος δε φημίζεται για τις συνθέσεις του, αφού είναι σχετικά απλοϊκές σε σχέση με ότι είχε κάνει η μπάντα. Αρκετά death/thrashy δίσκος, με σχετικά βαρετές κιθάρες και πλαστικό drumming. Ιδιαίτερα τα πάμπολλα solos κουράζουν. Είναι σαν ένα πάντρεμα MORBID ANGEL με black metal. Ίσως ο λιγότερο σκοτεινός και λυρικός δίσκος της μπάντας. Συνθέσεις που ξεχωρίζουν κάπως, τα “Christians to the lions” και “Pan Satyros”.

Zos Kia CultusΈκτη κατά σειρά full length δουλειά το υπερεκτιμημένο κατ’ εμέ “Zos Kia Cultus (Here and Beyond)”. Ίσως φταίει ότι άρχισα να ακούω τη μπάντα από το “Demigod” και μετά. Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι ακόμα πιο death metal. Οι επιρροές MORBID ANGEL έχουν πάλι την τιμητική τους και ασφαλώς οι συνθέσεις υπερέχουν κατά πολύ του “Thelema.6”. Όχι όμως και του “Satanica”, παρόλο που ο ήχος εκμοντερνίζεται ακόμα περισσότερο. Και πάλι στη πλειοψηφία των τραγουδιών, οι στίχοι είναι από τον Azarewicz. Ο Inferno χρησιμοποιεί triggers κατά κόρον, αλλά τα drums είναι πιο ευφάνταστα. Πολλά catchy riffs, που κάνουν αρκετά εμπορικό τον δίσκο. Επιμένω ότι και εδώ απουσιάζει το «σκοτάδι». “As above below” και το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου ξεχωρίζουν.

Το 2004, ενώ η Ελλάδα κατέστρεφε την οικονομία της με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Nergal και η παρέα του έβγαλαν έναν δίσκο-σταθμό στη καριέρα τους, που δεν είναι άλλος από το “Demigod”. Πλέον η μπάντα αρχίζει και απολαμβάνει παγκόσμια αναγνώριση. Πολλοί οι λόγοι. Καταρχήν, η μπάντα επιτέλους βρίσκει άλλο ένα σταθερό μέλος, τον Orion (VESANIA), που αναλαμβάνει το μπάσο. Μέχρι τώρα το «τρίτο» μέλος πηγαινοερχόταν, γι’ αυτό δεν αναφέρθηκα. Η μπάντα ηχογραφεί το άλμπουμ στη Σουηδία, με τον γνωστό από τους IN FLAMES και τους MESHUGGAH, παραγωγό Daniel Bergstrand, με τον οποίο συνεργάζονται μέχρι και σήμερα. Η παραγωγή είναι κάτι παραπάνω από καλή και βοηθά τα μέγιστα τον ήχο της μπάντας. Τα τραγούδια επιτέλους «μαυρίζουν» και βγάζουν το απόλυτο blackened death metal ήχο. Πολλά catchy κομμάτια, αλλά με νόημα. Ο Nergal χρησιμοποιεί πολύ το τρέμολο, ενώ τα solos του δε κουράζουν πλέον, αλλά και τα φωνητικά του γίνονται ακόμα καλύτερα (βοηθά η παραγωγή). Στο άλμπουμ συμμετέχει ως guest στο τραγούδι “XUL”, o κιθαρίστας των NILE, Karl Sanders. “Conquer all”, “Sculpting the throne ov Seth”, “Slaves shall serve” και το ομώνυμο ξεχωρίζουν.

The ApostasyΤρία χρόνια μετά, κυκλοφορούν μία από τις καλύτερες δουλειές τους, το “Apostasy”, το οποίο συνεχίζει στα χνάρια του προκατόχου του, βελτιωμένο σε αρκετούς τομείς. Τα φωνητικά του Nergal είναι ένα επίπεδο πιο καλά, brutal-ίζουν αρκετά, ενώ τα riffs είναι ακόμα πιο εμπνευσμένα. Ξεχωρίζουν τα drums, όπου ο Inferno δίνει ρεσιτάλ, παίζοντας ίσως καλύτερα από ποτέ. Η εξέλιξη του μέσα όλα αυτά τα χρόνια είναι αξιοθαύμαστη. Για πρώτη φορά θα ακούσουμε και tech στοιχεία στη μουσική της μπάντας, με αρκετές επιρροές NILE. Η παραγωγή και πάλι είναι άψογη, κάνοντας ακόμα και το μπάσο να ακούγεται (επιτέλους). Οι στίχοι γίνονται ιδιαίτερα αντιχριστιανικοί, κάτι που τους χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα, δημιουργώντας τους αρκετά προβλήματα, αλλά εκτοξεύοντας τη φήμη τους. Εδώ έχουμε guest (άσχετο) έκπληξη, τον Warrel Dane (το παραβλέπω με δυσκολία), που δανείζει τη φωνή του στο κατά τα’ άλλα κομμάταρο “Inner sanctum”. “At the left hand ov God” και “Christgrinding Avenue”, οι καλύτερες στιγμές.

Το 2009 υπογράφουν με την Nuclear Blast και κυκλοφορούν το “Evangelion”, κατά πολλούς το καλύτερο άλμπουμ τους. Σίγουρα το πιο εμπορικό. Η μουσική τους γίνεται πιο επική, αλλά πολύ πιο εύπεπτη με χαρακτηριστικά catchy riffs, ενώ οι πρώτες γκρούβες κάνουν την εμφάνιση τους. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να είναι σκοτεινοί. Εξαφανίζονται οι tech επιρροές που είχαμε ακούσει στο “Apostasy” και το drumming είναι πιο απλοϊκό, αλλά δυνατό. Την επεξεργασία του δίσκου, έχει αναλάβει μία μίνι dream team της κονσόλας. Πέρα από τον Daniel Bergstrand, που έκανε τη παραγωγή στα drums αυτή τη φορά, τη μίξη ανέλαβε ο Colin Richardson (NAPALM DEATH, MACHINE HEAD, FEAR FACTORY, CARCASS, BOLT THROWER κ.ά.), ενώ το mastering o Ted Jensen (METALLICA, SOULFLY, MEGADETH, MASTODON, MACHINE HEAD, DREAM THEATER κ.ά.). Από κει και μόνο καταλαβαίνεις ότι έχουν μπει πια στην elite. Φυσικά η παραγωγή είναι υπερτέλεια. Η μπάντα προωθήθηκε όσο ποτέ γι’ αυτή τη δουλειά, έχοντας τρία video! “Ov Fire and the Void” και “Alas, Lord Is Upon Me” ξεχωρίζουν, από ένα γενικά πολύ καλό δίσκο.

satanistΗ επόμενη χρονιά όμως δεν ήταν ιδιαίτερα καλή για τον Nergal. Toν Αύγουστο του 2010 διεγνώσθη με λευχαιμία και ξεκίνησε αμέσως τις χημειοθεραπείες. Ήταν μια δύσκολη περίοδος, που πέρα από την σοβαρή αυτή ασθένεια, είχε να αντιμετωπίσει, όλους όσους είχε «προσβάλει» θρησκευτικά τα περασμένα χρόνια. Όλοι μιλούσαν για τιμωρία Θεού και τα συναφή. Ευτυχώς, ο Πολωνός φυσικά τους διέψευσε, αφού βρέθηκε δότης μυελού των οστών και κατάφερε να ξεπεράσει αυτή τη δύσκολη περιπέτεια. Για το λόγο αυτό, πέρασαν 5 ολόκληρα χρόνια για να δούμε νέα δουλειά των BEHEMOTH. Το 2014 όμως, επανήλθαν δριμύτεροι με ένα πάρα πολύ καλό δίσκο, το “The satanist”. Πάλι εμπορικός μεν, αλλά με απίστευτες συνθέσεις για όλα τα γούστα. Γρήγορα κομμάτια με triggers και blastbeats, αλλά και αργόσυρτα σκοτεινά, αποκρυφιστικά μελωδικά τραγούδια. Για πρώτη φορά θα ακούσουμε και λίγη Σουηδίλα στις κιθάρες. Ο Nergal, αντί να «ηρεμήσει» στιχουργικά, μετά την περιπέτεια της υγείας του, έγινε ακόμα πιο ακραίος, μια που ο δίσκος είναι ωδή στον Σατανά! Η εκτενής χρήση ορχηστρικών σημείων και ιδιαίτερα πνευστών, δημιουργεί μια πολύ σκοτεινή ατμόσφαιρα. Φοβερή παραγωγή και πάλι από τους Bergstrand και Jensen. Ξεχωρίζουν τα “Ora pro nobis Lucifer”, “Blow your trumpets, Gabriel” (με ένα κορυφαίο video) και το ομώνυμο.

Αν μη τι άλλο οι BEHEMOTH, στα 25 αυτά χρόνια τους στο ανίερο extreme metal, είναι μια από τις πιο εξελίξιμες και αναγνωρίσιμες μπάντες που έχουν περάσει από το χώρο, έχοντας γράψει μοναδικούς δίσκους, που έχουν μείνει στην ιστορία. Με τις τελευταίες δηλώσεις του Nergal, που ουσιαστικά βάζει τη μπάντα στο «ψυγείο», για να αφοσιωθεί σε ένα solo project, στις 17 Απριλίου ίσως είναι η τελευταία μας ευκαιρία, να δούμε αυτή τη μεγάλη μπάντα on stage. Τα λέμε στο Fuzz λοιπόν!

Γιώργος Δρογγίτης

THE HAUNTED: “Every side to a coin”

0

Οι Σουηδοί thrashers, THE HAUNTED, έρχονται στο Κύτταρο το Σάββατο 14/3, μαζί με τους ACID DEATH και το ROCK HARD ετοίμασε ένα αφιέρωμα στο γκρουπ, για προθέρμανση προτού πάτε στη συναυλία!!! Enjoy!

Hauntedthe front-THE HAUNTED (1998) (9,5 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Θα το πω πολύ απλά. ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ THRASH METAL ΑΛΜΠΟΥΜ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΒΓΕΙ ΠΟΤΕ! Τι; Ακόμα δεν το έχεις;

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: …ακόμα προσπαθώ να βρω τι.

made me do it-MADE ME DO IT (2000) (8 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Μπορεί τότε να με ενόχλησε ελαφρώς η στροφή του γκρουπ στον ήχο του, παρουσιάζοντας εμφανώς για πρώτη φορά τη Σουηδική καταγωγή του. τώρα το βρίσκω μια πολύ έξυπνη κίνηση μιας και δύσκολα θα άντεχαν ως άλλο ένα thrash συγκρότημα. Ο Σουηδικός μελωδικός death ήχος κάνει για πρώτη φορά εμφανή την παρουσία του ενώ όλο το άλμπουμ παραμένει πλήρως επιθετικό με ένα εξώφυλλο που έμελλε να γίνει και το αγαπημένο t-shirt των οπαδών της μπάντας (Το grammy που κέρδισαν στα Σουηδικά βραβεία, είναι επίσης μια απόδειξη για το πόσο “μπανανία” ειναι η χώρα μας στον σκληρό ήχο).

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: ‘Οσο και αν συμπαθώ τον Anο, πάντα θα σκέφτομαι πως θα ήταν αυτό το άλμπουμ αν τραγουδούσε ο Dolving.

One kill wonder-ONE KILL WONDER (2003) (7,5 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Το γεγονός ότι παρόλο που είναι το πιο αδύναμο απο τα άλμπουμ της πρώτης εποχής τους, παραμένει σε πολύ καλό επίπεδο, χωρίς να χάνει σε επιθετικότητα και θυμό. Η εμπορική του επιτυχία έδωσε στην μπάντα την ευκαιρία να μπει στα βαθιά με ένα συμβόλαιο πλέον με την Century Media.

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Τα πρώτα groove metal στοιχεία εμφανίζονται σε αυτό το άλμπουμ και ξενίζουν ελαφρώς μαζί και με μια πτώση στην ποιότητα των συνθέσεων.

revolver-rEVOLVEr (2004) (9 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Αριστούργημα νούμερο δύο (αν και αρκετοί hardcore οπαδοί της πρώτης περιόδου τους έκραζαν για το συγκεκριμένο δίσκο). Ναι, είναι εμφανής η πιο εμπορική κατεύθυνση, είναι εμφανής η στροφή σε πιο μελωδικά μονοπάτια και ναι, τα groovy στοιχεία είναι πιο πολλά, ΑΛΛΑ το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Εξάλλου αν δεν υπήρχε η εξέλιξη δεν θα ακούγαμε ποτέ ένα ποτέ ένα “South of Heaven”, ποτέ ένα “Symbolic”, ποτέ ένα “Somewhere in Time”. H επιστροφή του Dolving ήταν επίσης ένα σημαντικότατος λόγος για την επιτυχία του συγκεκριμένου άλμπουμ.

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ:  ‘Οτι απέκτησαν ενα “safe” χιτάκι, το οποίο στις 99% των περιπτώσεων είναι και η μόνη επιλογή  στα απανταχού metal club.

the dead eye-THE DEAD EYE (2006) (7 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: To γεγονός ότι ήταν το άλμπουμ των αποκαλύψεων. Εκεί που όλοι περίμεναν να ακολουθήσουν την πεπατημένη και να βγάλουν ενα “rEVOLVEr Pt.2”, ακούσαμε ένα τρομερά πειραματικό άλμπουμ που ψάχνεις τα thrash στοιχεία με τα κυάλια. ΄Ενας melodic death δίσκος με πολλά πειραματικά στοιχεία που μας βοήθησε να ανακαλύψουμε οτι ο Dolving μπορεί να τραγουδήσει και πολύ διαφορετικά! Οι οπαδοί των IN FLAMES (όχι των τωρινών), να το ακούσουν.

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Όσο επένδυσαν οι THE HAUNTED, στο να δημιουργήσουν μια σκοτεινή και βαριά ατμόσφαιρα, τόσο έχασαν το βασικό στοιχείο της μουσικής τους, την επιθετικότητα. Ωραίο σαν πειραματισμός αλλά δεν θα τους θυμόμαστε γι’ αυτό το επεισόδιο της καριέρας τους.

versus-VERSUS (2008) (6 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Ότι είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται ευχάριστα και μια στροφή του γκρουπ ξανά σε πιο επιθετικά/thrashy groove μονοπάτια αφήνωντας πίσω τους πειραματισμούς του “Τhe Dead Eye”. Επιπλέον ο Dolving για μια ακόμη φορά “ξερνάει” ατόφιο μίσος όπως μόνο αυτός ξέρει.

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Όσο ευχάριστα ακούγεται άλλο τόσο γίνεται φανερή η έλλειψη συνθέσεων αντάξιες του παρελθόντος και τα περισσότερα κομμάτια θα μπορούσαν να είναι σε μια bonus έκδοση του “rEVOLVEr”.

The Haunted Unseen-UNSEEN (2011) (4 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Τα ναρκωτικά και το χόρτο που έκαναν στο studio για να το γράψουν. Να φέρουν λίγα και σε μας.

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Από που να αρχίσεις και που να τελειώσεις με τούτο εδώ. Που είναι η επιθετικότητα; ΟΕΟ; Που είναι τα hardcore φωνητικά; Που είναι οι THE HAUNTED συνθέσεις; Σίγουρα το τελευταίο που περιμένεις από τους THE HAUNTED είναι να παίξουν rock n’ roll/stoner metal. Yπάρχουν άλλες μπάντες που το κάνουν ΠΟΛΥ καλύτερα.

exit wounds-EXIT WOUNDS (2014) (7,5 / 10)

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Η επαναδραστηριοποίηση των Adrian Erlandsson (που είναι συνιδρυτής της μπάντας με τον Patrik Jensen και μαζί με την αποχώρηση του Anders Bjorler, παρέμεινε το AT THE GATES στοιχείο στη μπάντα) και του Marco Aro, έδωσαν το φιλί της ζωής στο γκρουπ. Οι μαζικές αποχωρήσεις παραλίγο να προκαλέσουν την διάλυση, αλλά ευτυχώς ο Patrik Jensen και ο Jonas Björler κατάφεραν να κρατήσουν την μπάντα στα πόδια της κι όχι μόνο, αυτό αλλά πρόσφεραν και ένα άλμπουμ που βασίζεται στο ένδοξο παρελθόν, θυμίζοντας αρκετά τους ΤΗΕ HAUNTED που αγαπήσαμε στα πρώτα άλμπουμ, αφήνωντας πολλές ελπίδες για το μέλλον. Επιθετικότητα, οργή και μια τέλεια μίξη thrash και melodic death metal.

ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Είναι φανερό από το πρώτο άκουσμα οτι η μπάντα προσπαθεί να φτιάξει το “Made me do it Pt.2”. Θετικό ότι τα κατάφερε σ’ ένα αρκετά μεγάλο βαθμό, αρνητικό το ότι σε στιγμές είναι ένα αναμάσημα παλαιών ιδεών κάτι που με κάνει να απορώ για τις προθέσεις τους. Όλα θα κριθούν στο επόμενο άλμπουμ. Σίγουρα η αποχώρηση του Dolving επηρέασε και μία μεγάλη μερίδα των οπαδών τους. Θα τα καταφέρει ο Aro να καλύψει το κενό του Dolving on stage; Θα το μάθουμε στο Κύτταρο.

Γιώργος Καραγιάννης

OPETH: “Crossing Black Waters”

0

Opeth MikaeΕίναι οι OPETH μια μπάντα φαινόμενο; Είναι ο Åkerfeldt ένας μεταμφιεσμένος κάτοικος από τον Κρόνο ή απλά μια μουσική ιδιοφυΐα; Με αφορμή την επερχόμενη επίσκεψη των Σουηδών στην χώρα μας, το ROCK HARD σκαλίζει το παρελθόν του συγκροτήματος, και σας παρουσιάζει την διαδρομή του, που μόνο ως επιτυχημένη μπορεί να χαρακτηρισθεί.

Η πορεία των OPETH, μέσα στα 25 περίπου χρόνια ζωής της, χαρακτηρίζεται κυρίως από την συνεχή και ασυμβίβαστη εξέλιξη του ήχου τους καθώς και από την αρτιότητα που διακατέχει την πλειονότητα των κυκλοφοριών τους. Είναι η μπάντα που μέσα από την αφάνεια των πρώτων τους δίσκων κατάφερε βήμα-βήμα να κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση και να φιγουράρει ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της metal σκηνής, στα ευρωπαϊκά και μη φεστιβάλ. Μια επιτυχία που μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται σε ένα και μοναδικό πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από τον Mikael Åkerfeldt. Άλλωστε από τα πρώτα μόλις βήματα της μπάντας η ηγετική φυσιογνωμία του Mikael καθίσταται ξεκάθαρη. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως μετά την αποχώρηση του Peter Lindgren (2007) είναι το παλαιότερο-ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος. Είναι ο άνθρωπος που ευθύνεται για οτιδήποτε φθάνει στα αυτιά μας μέσα από τους έντεκα δίσκους της μπάντας, κι αυτός που σήμερα απολαμβάνει την όποια δόξα. Και ναι, μπορεί να διαφαίνεται η υπόνοια ότι είναι ο βασικός υπαίτιος όλων των αποχωρήσεων και της ριζικής αλλαγής του ήχου της μπάντας, ωστόσο δεν θα πρέπει να παραμελούμε το τεράστιο ποσοστό της συνεισφοράς του στη δημιουργία αυτού του μουσικού φαινομένου.

λλά, για να μπορέσουμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την πορεία των OPETH θα πρέπει να την ακολουθήσουμε από την αρχή της. Έτσι λοιπόν ανοίγοντας συρτάρια, ξεθάβοντας σκονισμένα αρχεία, παλιά περιοδικά, ανατρέχοντας στην γνώση των παλαιοτέρων, πηγαίνουμε πίσω, κάπου στο 1990 όπου ο Åkerfeldt προσκαλείται από τον David Isberg να συμμετάσχει στους νεοσύστατους τότε OPETH. Με κοινές επιρροές τους MORBID ANGEL, VOIVOD και MEFISTO, το μουσικό δίδυμο Mikael και David, στο μπάσο και στη φωνή αντίστοιχα, δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ κι έτσι μετά από δύο χρόνια οι δρόμοι τους χώρισαν, καθώς το ενδιαφέρουν του Isberg για την μπάντα όλο και μειώνονταν. Ο Åkerfeldt ανέλαβε να συμπληρώσει το κενό που δημιουργήθηκε, έχοντας την απαραίτητη εμπειρία για το συγκεκριμένο πόστο, μιας και στους ERUPTION (μπάντα που είχε μαζί με τον παιδικό του φίλο Anders Nordin), κατείχε την θέση πίσω από το μικρόφωνο.

Opeth OrchidΎστερα από δύο χρόνια μουσικών αναζητήσεων ο πρώτος δίσκος των OPETH είναι γεγονός. Το “Orchid” κυκλοφορεί από την Candlelight το 1994 με τον Åkerfeldt (φωνητικά και κιθάρα), τον Peter Lindgren (κιθάρα), τον Johan DeFarfalla (μπάσο) και τον Anders Nordin (ντραμς και πλήκτρα). Η μουσική τους κατεύθυνση είναι πολύ συγκεκριμένη. Από τα πρώτα λεπτά του δίσκου καταλαβαίνεις πως έχεις να κάνεις με κάτι βαρύ και σκοτεινό, καθώς μουσική και στίχοι εναλλάσσονται από δυνατά σε πιο ήπια μέρη. Από την αρχή της δισκογραφικής του ύπαρξης το συγκρότημα κάνει ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με τις μουσικές φόρμες που υφίσταντο στην death/black σκηνή αλλά έχει σκοπό να κάνει ένα βήμα πιο πέρα. Με τον πρώτο αυτό δίσκο οι OPETH μπορεί να μην τάραξαν τα νερά της μουσικής βιομηχανίας, αλλά σίγουρα κατάφεραν να θέσουν γερές βάσεις για όσα θα ακολουθούσαν αργότερα. Το μόνο που είναι άξιο να σημειωθεί από την εκείνη την περίοδο της μπάντας είναι η πρώτη του συναυλία εκτός των Σουηδικών συνόρων. Πιο συγκεκριμένα στο London Astoria, παίζοντας ως support στους IMPALED NAZARENE.

Ότι όμως δεν τους έδωσε ο πρώτος δίσκος έρχεται να τους προσφέρει ο δεύτερος. Και δεν αναφερόμαστε σε τίποτα άλλο από μια mini περιοδεία με τους death metal heroes του Åkerfeldt, τους MORBID ANGEL στην Αγγλία. morningriseΤο “Morningrise” ηχογραφήθηκε την περίοδο Μάρτιο-Απρίλιο του 1996 με την ίδια σύνθεση και με τον Åkerfeldt και Lindgren να είναι υπεύθυνοι για το πώς θα ηχούσε. Το album απομακρύνεται κάπως από την σκοτεινή ατμόσφαιρα του προκατόχου του και γίνεται πιο επιθετικό. Τα 63 λεπτά του δίσκου μοιράζονται στα πέντε, και μάλιστα το επικό πλέον “Black Rose Immortal” να έχει το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, με 20 και κάτι λεπτά διάρκεια. Το εν λόγω κομμάτι σημάδεψε την μπάντα καθώς οι συνθετικοί κανόνες που το διέπουν θα ενεδρεύουν στις μετέπειτα κυκλοφορίες. Όμως ότι ξεκινάει καλά δε τελειώνει πάντα με τον ίδιο τρόπο. Μετά το τέλος της περιοδείας με τους CRADLE OF FILTH που διήρκησε 26 μέρες, ο Anders ανακοινώνει στον Mikael ότι αποχωρεί από την μπάντα, καθώς η Βραζιλία θα ήταν πλέον η μόνιμη χώρα διαμονής του. Το πλήγμα ήταν μεγάλο, κι αυτό γιατί ο Akerfeldt δε μπορούσε να φανταστεί την πορεία των OPETH δίχως την συμμετοχή του παιδικού του φίλου. Ευτυχώς για εμάς όμως, την εμφάνιση του έκανε ο Martin Lopez, δίνοντας λύση στη θέση πίσω από τα drums, και κάπως έτσι το συγκρότημα μπήκε να ηχογραφήσει τον τρίτο δίσκου του στα Fredman Studios.

opeth4
Το “My Arms, Your Hearse” είναι ένας δίσκος που ουσιαστικά ηχογραφήθηκε από τρία άτομα, αφού η θέση του μπάσου παρέμενε κενή. Ο πολυπράγμων Mikael δεν φάνηκε να πτοείται κι έτσι ανέλαβε ο ίδιος να γράψει τις μπασογραμμές. Τον Σεπτέμβριο λοιπόν, του ’97 κυκλοφόρησε ο δίσκος, αυτή την φορά από την Peaceville. Η αποχώρηση του Lee Barrett από την Candlelight ήταν κι ο πιο σημαντικός λόγος για την αλλαγή αυτή στην δισκογραφική εταιρεία, καθώς τα άτομα που την απάρτιζαν δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στο συγκρότημα. Ο τίτλος του album προέρχεται από έναν στίχο που βρίσκεται στον πρώτο δίσκο των prog rockers COMUS: “As I carry you to the grave, my arms your hearse”. Πρόκειται για έναν concept δίσκο όπου εξιστορούνται θρύλοι φαντασμάτων. Σε επίπεδο προσώπων τώρα, επειδή η θέση του μπασίστα δε μπορούσε να παραμείνει κι αυτή ένα αερικό, τον ίδιο καιρό μπαίνει στους OPETH ο Martin Mendez, φίλος και συμπατριώτης του Lopez. Έτσι λοιπόν, σχηματίστηκε μια ξεχωριστή τετράδα που (για καλό μας) έμελλε να κρατήσει πολλά χρόνια, δίνοντάς μας δυνατές συγκινήσεις μέσα από τους επόμενους δίσκους τους.

Opeth StillLife cover
Τον επόμενο χρόνο το group μπαίνει για τέταρτη συνεχόμενη φορά στα Fredman Studios, με σκοπό να ηχογραφήσουν τον διάδοχο του “My Arms…”, το “Still Life”. Έχοντας προβάρει μόνο δυο φορές όλα τα τραγούδια, ξεκινούν τις ηχογραφήσεις το καλοκαίρι του 1999, ξανά κάτω από την στέγη της Peaceville, δίχως να έχουν ιδέα για το ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Κι όμως το συγκρότημα βγήκε από το στούντιο με ακόμα ένα διαμάντι, η αξία του οποίου αποτυπώθηκε και στις πωλήσεις, αφού ήταν ο πιο εμπορικός, έως εκείνη την στιγμή. Η στροφή προς πιο progressive συνθετικές φόρμες είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, ενώ ο σκοτεινός, μελαγχολικός ήχος δεν παύει να ελλοχεύει, δημιουργώντας έτσι μια ελκυστικά ζοφερή ατμόσφαιρα. Ουσιαστικά η συγκεκριμένη κυκλοφορία προοικονομούσε τον ήχο που θα υιοθετούσε η μπάντα για πάνω από μια δεκαετία.

To 2000 λοιπόν είναι μια χρονιά που θα την θυμούνται καλά οι fans των OPETH. Είναι η χρονική περίοδος που μια ξεχωριστή προσωπικότητα στην μουσική βιομηχανία κάνει την είσοδο του στην μπάντα, με μια άλλη ιδιότητα από αυτή του μουσικού. Λόγος φυσικά γίνεται για τον Steven Wilson που αναλαμβάνει την παραγωγή του πέμπτου δίσκου των OPETH, “Blackwater Park”, ο οποίος ονομάστηκε έτσι από το ομώνυμο γερμανικό prog rock συγκρότημα. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Wilson, όταν το “Still Life” έπεσε στα χέρια του, ενθουσιάστηκε τόσο που έστειλε ένα e-mail στον Åkerfeldt αναφέροντας τις εντυπώσεις του. Δεν ήθελε και πολύ ώστε Mikael και Steve να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν για το πώς θα ηχεί η νέα τους προσπάθεια. Ο Steve αναλαμβάνει την παραγωγή και έτσι οι OPETH μπαίνουν στα γνωστά μας πλέον Fredman Studios. Η συνδρομή του Wilson είναι καθοριστική. Χρειάστηκαν εφτά βδομάδες, οι μουσικές συνθέσεις του Åkerfeldt και το αισθητικό πρίσμα του Steve για να βγει ο δίσκος-ορόσημο για την μπάντα. Μάλιστα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Wilson συμμετείχε στα φωνητικά και σε κιθαριστικά solo στο “Bleak”. Σύμφωνα με τον Åkerfeldt η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι και η πιο πειραματική που είχαν επιχειρήσει έως τότε. Είναι το album που θα προβάλει τους OPETH σε ένα ευρύτερο κοινό, που θα τους οδηγήσει στην άγνωστη για αυτούς Αμερική, και που θα τους κλείσει μια θέση ανάμεσα στα πιο γνωστά ευρωπαϊκά φεστιβάλ, όπως αυτό του Wacken.

Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να κάνουμε μια μικρή παύση καθώς δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η συμμετοχή του Åkerfeldt στους BLOODBATH. Είναι το συγκρότημα που αρχικά δημιουργήθηκε από τον Mikael και τον πολυπράγμων Dan Swanö, με τον οποίο γνωρίζονταν από τους STEEL (μια μπάντα όπου τα μέλη των OPETH, ξεμπούκωναν παίζοντας αγνό heavy metal, ενώ μάλιστα κυκλοφόρησαν κι ένα ep το 1998, ονόματι “Heavy Metal Machine” ).

Bloodbath1
Ωστόσο σήμερα, κανείς από τους δύο δεν βρίσκεται στην μπάντα, αφού ο πρώτος πάντα πηγαινοέρχονταν μιας κι οι προτεραιότητές του βρίσκονταν πάντοτε στους OPETH, ενώ ο δεύτερος αποσύρθηκε από το 2005, για να αφοσιωθεί στα δεκάδες άλλα project που συμμετέχει. Ωστόσο, αυτό που θα μας απασχολήσει από τους BLOODBATH είναι ο πρώτος και ο τρίτος δίσκος τους στους οποίους συμμετείχε και ο Åkerfeldt. Το “Resurrection Through Carnage” (2002) και το “The Fathomless Mastery” είναι δείγματα καθαρόαιμου death metal ήχου. Είναι ολοφάνερο πως ο Mikael ξεσπά όλη του την οργή πάνω στο μικρόφωνο, ένα συναίσθημα που ίσως να το στερήθηκε μετά το “Blackwater Park” (2001), όσο κι αργότερα, στο “Ghost Reveries” (2005) κα πάει λέγοντας. Αλλά ας μην ξεστρατίζουμε. Το αφιέρωμα ανήκει στους OPETH, κι έτσι συνεχίζουμε…

Το μεγαλύτερο στοίχημα για την μπάντα έρχεται αμέσως μετά το τέλος της περιοδείας για την προώθηση του “Blackwater Park”. Και φυσικά αναφερόμαστε στα
δύο full length albums “Deliverance” και “Damnation” που αρχικά επρόκειτο να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα ως διπλός δίσκος ωστόσο βγήκαν στην στα ράφια με διαφορά πέντε μηνών. Πιστεύω πως το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι το προσωπικό στοίχημα του Åkerfeldt να ξεπεράσει τόσο τον εαυτό του, όσο και την επιτυχία που του έφερε η προηγούμενη κυκλοφορία. Έτσι λοιπόν έχοντας προβάρει το υλικό που προορίζονταν για ηχογράφηση, μόνο μια φορά, κι έχοντας μπροστά του εφτά βδομάδες, όσες περίπου είχε για να γράψει το “Blackwater Park”, μπαίνει στο στούντιο μαζί πάντα με τον Steve Wilson. Για όσους δεν είχε γίνει αντιληπτή η επιρροή του Wilson τον προηγούμενο δίσκο, τώρα είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Κι αυτό γιατί εκτός από την παραγωγή αναλαμβάνει να καθίσει πίσω από το κλαβιέ των πλήκτρων (που πλέον καθοριστικό ρόλο ειδικά στο “Damnation”) αλλά ακόμα-ακόμα και πίσω από το μικρόφωνο.

Αλλά γιατί δύο albums; Η απάντηση έως και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρη, καθώς τα πραγματικά κίνητρα του Åkerfeldt δεν τα γνωρίζουμε. Αυτό όμως που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η ιδέα προέκυψε από τον παιδικό φίλο του Mikael, τον Jonas Renkse των KATATONIA. Ήταν μια ιδέα που είχε προταθεί και παλαιότερα στην μπάντα, επί εποχής Candlelight και “Morningrise”, έτσι ώστε να βγει ένα single με τις πιο ήρεμες και εσωστρεφείς συνθέσεις των OPETH. Θα έλεγε κανείς πως η κυκλοφορία αυτών των δύο δίσκων που έχουν εντελώς διαφορετικό ύφος, είναι μια κίνηση ματ από το συγκρότημα. Διότι προσέφερε στους οπαδούς του, από την μία την πιο heavy κυκλοφορία τους (“Deliverance”) και από την άλλη την πιο μελαγχολική (“Damnation”). Κράτησαν χωριστά τις δύο αυτές φύσεις τους χωρίς να κουράσουν και να μπερδέψουν τους οπαδούς. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι η όλη η προσπάθεια δεν έκρυβε κινδύνους, που θα γίνονταν αντιληπτοί αργότερα. Με την ευκαιρία αυτής της διπλής κυκλοφορίας οι OPETH μαγνητοσκόπησαν για πρώτη φορά μια ζωντανή εμφάνισή τους στο Shepherd’s Bush Empire και κάτω από το όνομα της Music for Nations, βγαίνει στις προθήκες των δισκοπωλείων. Στο συγκεκριμένο live κάνει και την εμφάνιση του ως session μέλος ο Per Wiberg στην θέση των keyboards μιας και η προσθήκη τους καθίσταται πλέον αναγκαία.
Opeth Ghost Reveries fron
Άλλος ένας δίσκος, ο όγδοος μέχρι τότε, κι άλλο ένα βήμα προς την κορυφή. Το “Ghost Reveries” ή παραλίγο “Ghost Letters” είναι ένα ακόμα “Blackwater Park”, για την μπάντα. Η ωριμότητα κι ο πειραματισμός που διακατέχει τον δίσκο, επαναπροσδιορίζει τον ήχο της μπάντας, ενώνοντας ουσιαστικά τις δύο διαφορετικές φύσεις που παρουσιάστηκαν από τον προηγούμενο δίπολο. Αν και πολλοί αμφιβάλουν για την ποιότητα του δίσκου, θεωρώντας ότι το συγκρότημα έχει προσφέρει μεγαλύτερες συγκινήσεις, ο δίσκος καταφέρνει να σημειώσει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Είναι το album που τους συστήνει σε ένα ακόμα ευρύτερο ακροατήριο, με τα ίδια dark ατμοσφαιρικά ακούσματα, αλλά μέσα από μια πιο βατή οδό αυτή την φορά. Τα ξεσπάσματα μέσα στον δίσκο δε λείπουν, ωστόσο ο Åkerfeldt πλέον ξέρει πολύ καλά τι ζητά το κοινό του, κι έτσι η πεντάδα (πλέον ο Per γίνεται μόνιμο μέλος) βγάζει έναν δίσκο βασισμένο στον ρετρό κι απόκοσμο ήχο των πλήκτρων, ενώ η παραμόρφωση στις κιθάρες αρχίζει κι ελαττώνεται. Φαίνεται ότι έμαθε αρκετά από την συνεργασία του με τον Wilson, και κάτω από το όνομα-κολοσσό στην αμερικανική αγορά, τη Roadrunner, δημιουργεί έναν δίσκο που ουσιαστικά είναι η χρυσή τομή των τριών τελευταίων κυκλοφοριών. Με το που βγαίνουν από το στούντιο το καλοκαίρι του 2005, ξεκινούν αμέσως την περιοδεία που θα διαρκέσει 19 περίπου μήνες, στο τέλος της οποίας αποχωρεί ένας από τους πιο σημαντικούς κρίκους της μουσικής αλληλουχίας του συγκροτήματος, ο Martin Lopez. Την θέση του καλείται να συμπληρώσει ο Martin “Axe” Axenrot, αρχικά ως session ντράμερ κι ύστερα σαν μόνιμο μέλος, αλλά σε καμία περίπτωση το παίξιμό του δεν θυμίζει αυτό του ευρηματικού Lopez.

OPETH Watershed
Με τα πολλά φτάνουμε στο 2008, περνώντας στα ψιλά γράμματα την live κυκλοφορία “Roundhouse Tapes” (μας θυμίζει κάτι από “Soundhouse Tapes” των Iron Maiden) που ηχογραφήθηκε και μαγνητοσκοπήθηκε στο Camden Roundhouse, αφού εκτός από ένα καταπληκτικό artwork, δεν έχει να προσφέρει κάτι που να είναι άξιο λόγου. Έτος “Watershed” λοιπόν, δίχως να είμαι υπερβολικός. Η συγκεκριμένη χρονιά τους ανήκει, καθώς οι OPETH με το τελευταίο τους πόνημα καταφέρνουν να μπουν στην ελίτ με τις καλύτερες κυκλοφορίες του έτους. Κι όχι άδικα. Οι οπαδοί που μεγάλωσαν με αυτή την μπάντα ίσως να ήλπιζαν σε μια επιστροφή στις ρίζες και στα παλιά γνώριμα ακούσματα, αλλά ένα έμπειρο μάτι θα καταλάβαινε πως δύσκολα μπορούσαν οι OPETH να αποκλίνουν μουσικά από την ροή της μουσικής βιομηχανίας. Παρόλα αυτά, δίχως να χάσουν την ταυτότητά τους βγάζουν έναν από τους πιο progressive δίσκους στην μακροχρόνια ιστορία τους (δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε τι θα μας επιφύλασσε το μέλλον). Έχουν πλέον καταφέρει να αποκτήσουν το δικό τους ξεχωριστό ήχο, στοιχείο που δεν θεωρείται αυτονόητο για πολλές μεγάλες μπάντες σήμερα. Μελανό σημείο σε αυτή την κυκλοφορία είναι η αποχώρηση του Lindgren, ενός ανθρώπου που μπορεί να έζησε στην σκιά του Åkerfeldt, ωστόσο η προσφορά του στο συγκρότημα ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική. Ο λόγος της αποχώρησης; Παραμένει άγνωστος έως σήμερα, αν και η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για ασυμφωνία χαρακτήρων. Ο αντικαταστάτης του είναι ο Fredrik Åkesson, διόλου άγνωστος, καθώς έχει περάσει από μπάντες όπως οι TALISMAN, TIAMAT και ARCH ENEMY.
opeth2012
Με αυτά κι αυτά, φτάνουμε όλο και πιο κοντά στο πρόσφατο παρελθόν, και σε έναν δίσκο που θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία της μπάντας. Όταν ο Åkerfeldt είχε προϊδεάσει το κοινό ότι ο πολυαναμενόμενος διάδοχος του “Watershed” επρόκειτο να μην έχει ούτε ίχνος ακραίων φωνητικών, πολλοί από μας γελάσαμε μη θέλοντας να πιστέψουμε ότι μπορεί να ερχόταν εκείνη η μέρα όπου το εκπληκτικό εύρος και οι τρομακτικές μεταπτώσεις της φωνής του Mikael θα έσβηναν για πάντα. Κι όμως, το “Heritage” (την κριτική του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ) θα αποτελέσει τον δίσκο ορόσημο που θα καθορίσει την στροφή του συγκροτήματος σε έναν fusion ’70s prog rock ήχο. Μια αλλαγή που δίχασε πολλούς από τους παλιούς οπαδούς, ιδιαίτερα όσους είχαν γνωρίσει και αγαπήσει την μπάντα μέσα από τους πρώτους της δίσκους. Ωστόσο το μεγαλύτερο εμπόδιο που έθεσαν στον εαυτό τους οι OPETH, δεν ήταν ούτε η απουσία των ακραίων φωνητικών, ούτε η αλλαγή του ήχου, αλλά η πτωτική πορεία της συνθετικής ικανότητας και προσφοράς των μελών του συγκροτήματος. Αναμφίβολα η μουσική παιδεία του Åkerfeldt δεν μειώνεται, έχει αποδείξει άλλωστε πολλάκις ότι είναι ένας πραγματικός μάγος της μελωδίας, παρόλα αυτά όσο ο δίσκος φθάνει προς το τέλος του τόσο τα τραγούδια φαντάζουν πιο άτονα και ημιτελή. Το τέλος των ηχογραφήσεων του δίσκου, βρίσκουν ακόμα ένα μέλος μακριά από την μπάντα. Ο Per Wiberg, αποχωρεί μετά από κοινή συμφωνία, γυρίζοντας στους SPIRITUAL BEGGARS, αφήνοντας την θέση του πίσω από το mellotron στον Joakim Svalberg.

Στον πόλεμο που θα ακολουθήσει, με την οξεία κριτική πολλών metalheads, ο frontman του συγκροτήματος θα απαντήσει με δύο τρόπους. Αρχικά, με την δήλωση, που προέρχεται μέσα από μια συζήτηση που έχει με τον Steven Wilson και τον Jonas Renkse, ότι έχει βαρεθεί τα metal cliche, με τις στερεότυπες εκφράσεις και συνήθειες. Κατά δεύτερον, έχουμε την δημιουργία ενός project με τον σταθερό συνοδοιπόρο του Steven Wilson, που ακούει στο όνομα STORM CORROSION, η μουσική του οποίου δεν διαφέρει ιδιαίτερα από αυτή που συναντάμε στο “Heritage”. Άλλωστε από την σύσταση του συγκροτήματος τα σημάδια της λατρείας του vintage progressive ήχου είναι παντού. Μπορεί να μην αποτυπώνονταν πάντα με νότες (ειδικά στην αρχή), ωστόσο η βαθιά επιρροή του είναι ολοφάνερη.

opeth2014
Τελευταία στάση της μακροχρόνιας πορείας των OPETH, αποτελεί το “καλοκαιρινό” “Pale Communion” (την κριτική του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ). Η μπάντα δεν λύγισε από την (δικαιολογημένη ως ένα βαθμό) γκρίνια των οπαδών, κι εστίασε στην τελειοποίηση του ιδιαίτερου εγχειρήματος που είχαν ξεκινήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Κάπου εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με τον νέο ήχο, οι OPETH ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στο τριπάκι της αναβίωσης αυτής της vintage αισθητικής. Και ναι, σε πολλά σημεία το χαμηλό επίπεδο που θέτει το “Pale Communion” μπορεί να προκαλεί την ιστορία της μπάντας, ωστόσο αν εξετάσουμε τον δίσκο ακέραιο (χωρίς ονόματα και ταμπέλες) δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την αξία του. Ακόμα και σε επίπεδο εξώφυλλου, η δουλειά είναι κλάση ανώτερη. Όχι επειδή έχει αναλάβει ο γνωστός και μη εξαιρετέος Smith Travis, αλλά επειδή το artwork προσδίδει στην μπάντα την επιβλητικότητα που της αρμόζει, σε αντίθεση με το πρόχειρο κολλάζ που πρόσφερε το “Heritage”.

Αλλά τι άλλο να γράψει κανείς για τους OPETH; Η μουσική τους ταυτότητα, οι συνθέσεις τους που κυλούν σαν τα σκοτεινά νερά ενός ποταμού, δίχως να επιστρέφουν σε ρεφρέν και επαναλαμβανόμενες φόρμες, μας έχουν στιγματίσει μέσα από τις κυκλοφορίες τους. Η ιστορία για αυτούς ακόμα συνεχίζεται, απροσδόκητη, λαμπρή και περιπετειώδης. Όσο δηλαδή ακόμα η μούσα ακουμπά πάνω στα δάχτυλα του Mikael Åkerfeldt τον οποίο θα έχουμε την χαρά να απολαύσουμε από κοντά στις 20 Μαρτίου στο Gagarin205.

Νίκος Ζέρης

ACCUSER interview: “Subordinate to the domination”

0

Οι Γερμανοί cult thrash metallers ACCUSER, έχουν επιστρέψει για τα καλά στο προσκήνιο, με ένα άλμπουμ που έχει προκαλέσει πολύ καλές εντυπώσεις όχι μόνο στον Τύπο της χώρας τους, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Με ένα στυλ που θυμίζει τους συμπατριώτες τους PARADOX, αφού θυμίζουν περισσότερο μπάντα του Bay Area, παρά γερμανική. Ο Frank Thoms, κιθαρίστας και τραγουδιστής του σχήματος, έρχεται να μας λύσει όλες τις απορίες.

Accuser 2

Τι σας έκανε να ξαναφτιαχτείτε ύστερα από πολλά χρόνια με το “Agitation”; Είχε να κάνει με το γεγονός ότι το thrash είχε κάνει το comeback του;

Πριν επανασυνδεθούμε με τους ACCUSER, είχαμε ένα γκρουπ που ονομαζόταν SCARTRIBE. Προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα διαφορετικό είδος μουσικής για πολλά χρόνια, αλλά στα τελευταία στάδια του γκρουπ εκείνου, ακουγόμασταν ολοένα και περισσότερο σαν τους ACCUSER. Οπότε ήταν ένα μικρό βήμα να επανασυνδεθούμε. Είμαστε πολύ χαρούμενοι με την απόφασή μας και νιώθουμε σαν να επιστρέψαμε σπίτι μας.

Το τελευταίο σας CD, “Dependent domination”, είναι το δεύτερο άλμπουμ σας μέσα σε δύο χρόνια… Θέλατε να δείξετε ότι είστε μία ενεργή μπάντα και δεν κάνατε έναν απλό δίσκο για επιστροφή; Πως αντέδρασαν οι οπαδοί σας σε αυτό;

Μετά το “Agitation”, αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω σε νέο υλικό. Η διαφορά σ’ αυτό το δίσκο είναι ότι κουρδίσαμε τις κιθάρες όπως στις αρχές της καριέρας των ACCUSER. Νιώσαμε αμέσως πολύ άνετα κι γράψαμε υλικό ιδιαίτερα γρήγορα. Οι οπαδοί μας αντέδρασαν πολύ θετικά.

Παίξατε σε κάποια μεγάλα φεστιβάλ μετά από πολλά χρόνια; Πως νιώσατε και ποια ήταν η εμπειρία σας από εκεί;

Ήταν φανταστικά που παίξαμε σε τεράστιες σκηνές, είχαμε επαγγελματίες στο crew μας και συναντήσαμε πολλές μεγάλες μπάντες. Οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν φανταστικές.

Τι περιμένετε από το νέο σας άλμπουμ, τώρα που η μουσική πηγαίνει σε πολύ περίεργους δρόμους με το παράνομο downloading κι όλα αυτά;

Όλοι οι μουσικοί στον κόσμο έχουν το ίδιο πρόβλημα με αυτό, αλλά πρέπει να σκεφτούμε τις εναλλακτικές που έχουμε στον κόσμο των νέων media. Το internet, για παράδειγμα, κάνει την προώθηση των συγκροτημάτων πολύ εύκολη κι αν το κάνεις σωστά, μπορείς να φτάσεις σε όλους τους ανθρώπους στη γη. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα. Σε ότι αφορά εμένα, λατρεύω να περιμένω ένα καινούργιο CD που μου αρέσει, να το αγοράζω, να το βάζω στο CD player και να μυρίζω το φρεσκοτυπωμένο χαρτί το booklet!!!

Accuser 1Παρότι είστε από τη Γερμανία, ακούγεστε πιο πολύ σαν μία μπάντα από το Bay Area. Αν ήταν μία γερμανική thrash metal μπάντα που να μοιάζετε, είναι οι PARADOX (που ήδη ακούγονται σαν Bay Area μπάντα επίσης)!!! Πως το βλέπεις αυτό; Πως βλέπεις τη γερμανική thrash σκηνή στις μέρες μας;

Νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες διαφορές ανάμεσα στους ACCUSER και τους PARADOX, αλλά η ομοιότητά μας είναι ότι δεν έχουμε τον τυπικό γερμανικό ήχο. Στην Γερμανία έχουμε σχήματα που έχουν πιο «διεθνή» ήχο και σχήματα που έχουν τον τυπικό γερμανικό ήχο. Κάθε γκρουπ πρέπει να διαμορφώσει τον προσωπικό του ήχο, αλλά είναι σημαντικό να υπάρχουν διαφορές αφού αυτό κρατά τη σκηνή ενδιαφέρουσα.

Πως βρίσκεις το γεγονός ότι το thrash metal έχει «αναστηθεί» τα τελευταία χρόνια, αφού είχε μείνει στο παρασκήνιο για τόσον καιρό;

Μετά από πολύ καιρό γεμάτο πειραματισμούς και το nu metal, ήρθε ένας καινούργιος καιρός. Ένας καιρός που κάνει τον ακροατή να θέλει πιο γρήγορη, επιθετική και δυνατή μουσική. Το metalcore και το deathcore, κυρίεψαν τον κόσμο και κατέστρεψαν τις mainstream συνήθειες σε ότι αφορά τη μουσική. Για πολλά χρόνια ο κόσμος δεν ήθελε να ακούσει τυπικές δομές κομματιών και τώρα συμβαίνει το αντίθετο. Και αυτό ορίζει αυτή η μουσική.

Ποια ήταν η σχέση των ACCUSER με τους industrial metallers DIE KRUPPS; Βοήθησε αυτό τη μπάντα σας;

Οι τύποι από τους DIE KRUPPS, ήταν καλοί φίλοι μας και είχαμε την ιδέα να φέρουμε διαφορετικά μουσικά είδη όσο πιο κοντά γίνεται. Σε κάποιους άρεσε, σε κάποιους όχι, αλλά τελικά δεν μας βοήθησε ιδιαίτερα, ήταν απλά ένα πείραμα.

Θα μπορούσες να μας δώσεις μία σύντομη περιγραφή των στούντιο δίσκων σας;

Το “Conviction” είναι το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ. Ωμό speed metal, αυθόρμητο, ευθύ, με δυναμικές. Το “Experimental errors”, είναι ένα EP από οπαδούς σε οπαδούς. Δουλέψαμε πάνω σε στυλ από γκρουπ που μας άρεσαν όπως οι MEGADETH, TESTAMENT, EXODUS και VOIVOD. Το “Who dominates who” είναι σπουδαίο άλμπουμ. Γρήγορο, ακριβές και πιασάρικο, διαμόρφωσε τον ήχο των ACCUSER. Στο “Double talk”, κάναμε τις ηχογραφήσεις πολύ πειραματικά. Κάναμε όλες τις ηχογραφήσεις στα ντραμς και τις κιθάρες σε ένα take. Το “Repent” είναι ο πρώτος δίσκος μας με μένα στα φωνητικά. Το στυλ του γκρουπ άλλαξε, γιατί εκείνο τον καιρό η αγαπημένη μου μπάντα ήταν οι SEPULTURA και τα φωνητικά μου έμοιαζαν αρκετά με αυτά του Max Cavalera. Ήταν όμως ένας ωραίος δίσκος με ατμόσφαιρα. Το “Reflactions” είναι ένας δίσκος με groove, αλλά δεν κατάλαβε πολύς κόσμος αυτή την αλλαγή, ίσως επειδή ξεκινούσε με το “Unite / Divide”, που ήταν πολύ γρήγορο τραγούδι. Το EP “Confusion romance” είναι μια συλλογή με διασκευές, live τραγούδια κι ένα καινούργιο με πολύ δυναμικό ήχο. Το “Taken by throat” είναι ακόμα πιο επιθετικό από το “Reflections”. Το “Agitation” είναι η πρώτη κυκλοφορία μετά το reunion, με δυναμικό ήχο στην κιθάρα και μελωδικά σημεία. Το “Dependent domination” είναι ο νέος μας δίσκος, ένα δυναμικό κι επιθετικό thrash metal άλμπουμ, με φοβερό ήχο.

accuser dependent dominationΠοιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο thrash των 80’s και του thrash στα 10’s;

Μία διαφορά είναι ο ήχος. Τώρα έχεις πολύ περισσότερες επιλογές και δυνατότητες, μπορείς να δουλέψεις περισσότερο στον ήχο που υποστηρίζει τα κομμάτια. Τα παλιά χρόνια το αποτέλεσμα του άλμπουμ ήταν περισσότερο αποτέλεσμα «ατυχήματος». Κάποιες φορές καλό, κάποιες φορές κακό. Μπορεί όμως να συμβεί και σήμερα!!! Νομίζω ότι η σκηνή είναι ίδια, αλλά σήμερα έχεις πιο πολλές πιθανότητες να ανταλλάξεις εμπειρίες και σίγουρα οι οπαδοί είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία!!!

Γιατί πιστεύεις ότι οι ACCUSER ποτέ δεν έφτασαν στο status των KREATOR, των SODOM ή των DESTRUCTION, παρότι ήσασταν μία μπάντα του είδους χωρίς ιδιαίτερες διαφορές όταν το thrash ήταν στο αποκορύφωμά του;

Κάναμε το διάλειμμα το 1996. Τα 90’s δεν ήταν εύκολα για τη μουσική. Νομίζω ότι αν συνεχίζαμε, θα είχαμε μεγαλύτερο status. Αλλά έτσι έγινε και τώρα είναι καλό για εμάς. Έχουμε ένα νέο άλμπουμ, σπουδαία φεστιβάλ και σπουδαίους οπαδούς στον κόσμο.

Σάκης Φράγκος

www.accuser-online.de

 

15 underground death metal διαμάντια για το 2014

0

Το 2014 είναι πιθανότατα η καλύτερη χρονιά για το death metal που έχω ζήσει κι έτσι η ιδέα για ένα αφιέρωμα-σύνοψη της χρονιάς ήρθε πολύ φυσικά. 15 άλμπουμ σε αλφαβητική σειρά, περιοριζόμενα σε πιο “υπόγεια” πλαίσια, όπου θεωρώ ότι βρίσκεται και το περισσότερο ζουμί. Αποκλείστηκαν επομένως πιο “mainstream/γνωστές” μπάντες (CANNIBAL CORPSE, BEHEMOTH, VALLENFYRE, INCANTATION, AUTOPSY κ.λ.π), όπως και άλμπουμ που γέρνουν περισσότερο προς κάποια άλλη κατεύθυνση όπως thrash metal (όπως το πωρωτικότατο ντεμπούτο των VAMPIRE), grindcore (CRETIN π.χ), black metal (BURIAL HORDES) κ.λ.π.

artificial brainARTIFICIAL BRAIN – “Labyrinth Constellation”

Από τους δίσκους της χρονιάς. Άρτιο σε όλα, από το εξώφυλλο, μέχρι την απόδοση των μελών και το επίπεδο τραγουδοποιίας. Ακραίο, μελωδικό, avant-garde, ευθύ όπου χρειάζεται και με concept που πωρώνει, τί άλλο να ζητήσει κανείς. Βάλτε το στα ακουστικά ενώ παίζετε Starcraft (έχει γαμάτο soundtrack, αλλά ΟΚ) και λυσσάξτε.

 

 

 

dead congreDEAD CONGREGATION – “Promulgation Of The Fall”

Από τα πλέον πολυαναμενόμενα άλμπουμ της χρονιάς η δισκογραφική επιστροφή των DEAD CONGREGATION που τελικά όχι μόνο δεν κατέρρευσαν από το βάρος, αλλά εκτόξευσαν τον πήχη ακόμα υψηλότερα: Ασύλληπτο σε επίπεδα εκτελεστικής δεινότητας και ηχητικής βίας και με τις καλύτερες lead από την εποχή του “Storm Of The Light’s Bane” (με μία μικρή δόση υπερβολής). Στην κατηγορία των δίσκων που ψαρώνουν κοσμάκη και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, κάτι που προκύπτει και από το πόσο στα σοβαρά παίρνουν οι Αθηναίοι αυτό που κάνουν.

death vomitDEATH VOMIT – “Gutted By Horrors”

Ασπρόμαυρο με μωβ εξώφυλλο. Τίτλοι όπως “Ashes Of Necromancy”, “Demoniac Hunger” και “Resurrection Grotesque”. Τα καλλιτεχνικά τους ονόματα είναι “Vesalius”, “Azazzel” και “Evil Ezcorsized”. Είναι από την Χιλή. Νομίζω δε ότι χρειάζεται να πω κάτι άλλο πέρα από το ότι αναπαραγάγουν τέλεια τη μπουντρουμίλα και το feeling του χύμα 80’s death/black metal (TREBLINKA, NECROVORE κ.α) και παρόμοιων cult λατινοαμερικάνικων μπαντών (MORTEM, IMPURITY κ.α). Ελαφρώς μονότονο στην τελική σούμα, αλλά ποιος νοιάζεται, κατσαπλιάδες for the win!

desecresyDESECRESY – “Chasmic Transcendence”

Δίχως αμφιβολία μία από τις πιο υποτιμημένες μπάντες στο σημερινό death metal, οι Φινλανδοί ακούγονται ατμοσφαιρικοί όσο λίγοι, πατώντας στην παράδοση της χώρας τους στο αρχαϊκό, σκοτεινό death metal που δίνει μεγάλη βάση στα mid-low tempo σημεία, αλλά και την κληρονομιά μπαντών όπως οι BOLT THROWER. Ο τρίτος τους δίσκος μπορεί να μην αγγίζει την τελειότητα του προ διετίας “The Doom Skeptron”, αλλά από τη στιγμή που διαθέτει αυτά τα lead που σηκώνουν την τρίχα σε έχει κερδίσει με το καλημέρα. Τσεκάρετε επίσης και την σόλο μπάντα του τραγουδιστή τους, SERPENT ASCENDING, ένα από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά του underground.

domainsDOMAINS – “Sinister Ceremonies”

Aυτό εδώ προκάλεσε αρκετό θόρυβο στους σχετικούς κύκλους και αυτόματα έγινε αποδεκτό από πολλούς ως μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες των τελευταίων ετών. Το ντεμπούτο των Ισπανών φέρει αύρα κλασικού δίσκου, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας νότες. Διαβολικό και θανατερό, θυμίζοντας τις καλύτερες στιγμές από MORBID ANGEL και IMMOLATION αλλά με εντελώς αυθεντικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε κανείς να βρει πολλές γραφικότητες για να περιγράψει πόσο απίστευτα evil ακούγεται το “Sinister Ceremonies” κάτι που θα προτιμούσα ν’ αποφύγω, αλλά οφείλω να πω ότι στα solo γίνεται summon ο διάολος ο ίδιος.

execrationEXECRATION – “Morbid Dimensions”

Πανάξιοι εκπρόσωποι της Νορβηγίας στο σημερινό death metal μαζί με τους OBLITERATION, οι EXECRATION στον τρίτο τους δίσκο πετυχαίνουν έναν πολύ δύσκολο συγκερασμό, αυτόν του προοδευτικού, με το παραδοσιακό. Techno-thrash, old school death metal οδοστρωτήρες (σπανιότερα), black metal αρπίσματα όπως τα δίδαξαν οι VED BUENS ENDE, early DARKTHRONE-ίλες (πόσο υποτιμημένο είναι το “Goatlord” και πόσο ΣΚΟΤΩΝΕΙ), δημιουργούν μία απόκοσμη ατμόσφαιρα που ουσιαστικά αποτελεί την ακουστική αναπαράσταση του εξαιρετικού εξωφύλλου.

horrendousHORRENDOUS – “Ecdysis”

Η Dark Descent Records έχει κάνει καταπληκτική δουλειά στο να αναδεικνύει νέες death metal μπάντες (του χρόνου λογικά όλοι θα μάθουν τους HOUSE OF ATREUS και θα παραμιλάνε) και οι HORRENDOUS είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα, μιας και με το δεύτερο άλμπουμ τους φαίνεται να σπάνε τα σύνορα του στενού underground. Το “Ecdysis” φιγουράρει σε αρκετές best of λίστες για τη χρονιά που μας άφησε και όχι άδικα μιας και αποτελεί σημαντικό βήμα μπροστά για τη μπάντα έπειτα από ένα ήδη αποθεωθέν ντεμπούτο άλμπουμ. Με αξιοθαύμαστη συνθετική ικανότητα, μεγάλο εύρος επιρροών και ισχυρές δόσεις κλασικού metal, προσωπικά τους θεωρώ ό,τι πιο κοντινό υπάρχει σήμερα στους DEATH και την όλη πορεία και εξέλιξή τους (Να δούμε πώς θα κινηθούν στο μέλλον βέβαια).

houlsHOWLS OF EBB – “Vigils Of The 3rd Eye”

Εντελώς ασυνήθιστο, σε βαθμό που δεν μπορώ να σκεφτώ παρόμοια μουσική πρόταση σαν σημείο αναφοράς. Και είμαστε στο 2014. Αξίζει να σταθούμε σε 3 σημεία. Πρώτα στην παραγωγή, που δεν θυμίζει σε τίποτα death metal, χωρίς καθόλου σχεδόν όγκο στις κιθάρες και τα τύμπανα, ούτε ιδιαίτερη παραμόρφωση, αλλά ένα περίεργο όσο και συναρπαστικό αναλογικό πράγμα. Κατά δεύτερον στις συνθέσεις, που ενώ έχουν παικτικά κάποια βάση στο death metal (κι ενίοτε και στο black metal) περιλαμβάνουν τόσα διαφορετικά στοιχεία και αναπτύσσονται εντελώς απρόσμενα -αλλά όχι αδόμητα- και παρόλα αυτά παραμένουν πιασάρικες κατά κάποιον τρόπο και σου καρφώνονται. Τρίτον στην απίστευτη ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Τρομακτική, κλειστοφοβική και πέρα για πέρα εσωστρεφή. Από τους must listen δίσκους και τραγικά παραγνωρισμένος.

lucifyreLVCIFYRE – “Svn Eater”

Βλάσφημο, βάρβαρο και κατάμαυρο death metal, με κινηματογραφική σχεδόν ροή από έμπειρους στον χώρο μουσικούς (μέλη από NIGHTBRINGER, NECROSADIST, πρώην ADORIOR κ.α) . Χωρίς να πέφτουν στην παγίδα του retro με την επιτυχημένη ενσωμάτωση των black metal επιρροών που κουβαλάνε από τις μπάντες τους, δημιουργούν με το “Svn Eater” αποκαλυπτική ατμόσφαιρα που μπορεί να πείσει μεγάλου εύρους ακροατήριο, από φίλους των MORBID ANGEL, ANGELCORPSE, PSEUDOGOD, WRATHPRAYER μέχρι μπλακμεταλάδες.

miasmalMIASMAL – “Cursed Redeemer”

Κλασική Σουηδική, πάνκικη death metal αλητεία, με τη διαφορά ότι ροκάρει ακόμα περισσότερο από τα συνηθισμένα, με αποτέλεσμα μερικές από τις death metal χιτάρες της χρονιάς. Καθόλου τυχαίο ότι προσωπικά ίσως να είναι και ο δίσκος που άκουσα περισσότερο μέσα στη χρονιά σε αυτό το είδος. Το μεγάλο ατού εδώ δεν είναι άλλο από τις καταπληκτικές κιθάρες. Τόσο καλό που χαλάλι τους το ψιλοαπαράδεκτο εξώφυλλο.

 

morboMORBO – “Addiction To Musickal Dissection”

Οι γερο-AUTOPSY έχουν πάρει τρελή φόρα και βγάζουν κάθε χρόνο διασκεδαστικότατους δίσκους, αλλά για όποιον ψάχνει κάτι πιο φρέσκο (εχμ…) και εξίσου -αν όχι περισσότερο στη δεδομένη φάση- απολαυστικό ας τσεκάρει αυτούς εδώ τους Ιταλούς. Με το ντεμάκι τους είχαν ήδη αφήσει υποσχέσεις (τόσο καλό AUTOPSY worship παίζει να είχε ν’ ακουστεί από τους MURDER SQUAD) τις οποίες εύκολα εκπληρώνει το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Addiction to Musickal Dissection”. Όποιος ψήνεται με τέτοιες φάσεις τσεκάρει οπωσδήποτε και το “Gore Ceremony” (2012) των συμπατριωτών τους NECRO.

pyrrhonPYRRHON – “Mother Of Virtues”

Τεχνικός, extreme metal πονοκέφαλος σε επίπεδα CEPHALIC CARNAGE, με εξαιρετικούς επιπλέον στίχους που δένουν απίστευτα καλά με το μουσικό περιεχόμενο. Με την πρώτη ακρόαση δε σου μένει τίποτα, εκτός από την αίσθηση ότι αυτό εδώ το άλμπουμ είναι ιδιαίτερο και χρειάζεται προσήλωση. Με τις επόμενες ανακαλύπτεις όλο και περισσότερα πράγματα -λεπτομέρειες και μη- που συμπληρώνουν το παζλ και ολοκληρώνουν την εμπειρία, όπως συμβαίνει μ’ ένα καλό βιβλίο ή ταινία, ή μουσικό έργο. Δηλαδή η ουσία της διαχρονικότητας κατ’ εμέ.

swallowedSWALLOWED – “Lunarterial”

Η έλλειψη προσωπικού χαρακτήρα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα με τους περισσότερους νέους καλλιτέχνες στη μουσική και στον metal χώρο το θεματάκι αυτό είναι ακόμα πιο έντονο. Οι Φιλανδοί SWALLOWED πέρασαν από αυτό το στάδιο με τις πρώτες τους μικρές κυκλοφορίες, αλλά με το πρώτο τους full length κάνουν την υπέρβαση καταφέρνοντας να ξεχωρίσουν με μεγάλη άνεση από τον σωρό. Με καταπληκτική παραγωγή, αλλοπρόσαλλες συνθέσεις και “πιο τέλεια δεν γίνεται” φωνητικά (επιπέδου CULTES DES GHOULES), το “Lunarterial” συνθλίβει τον ανταγωνισμό και αλλάζει τα δεδομένα, θέτοντας νέες βάσεις στον death/doom χώρο.

teitanbloodTEITANBLOOD – “Death”

Oι TEITANBLOOD είναι από τα πιο σημαντικά συγκροτήματα της γενιάς τους, με κάθε δουλειά τους να περιβάλλεται από μία ιδιαίτερη αύρα και να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι παραπάνω από απλώς μία ακόμα μουσική κυκλοφορία ακραίου metal. Και όλα αυτά χωρίς οι ίδιοι να προσπαθήσουν να είναι εκλεπτυσμένοι και “κουλτουριάρηδες” και “ακούμε VED BUENS ENDE”. Και πράγματι έτσι είναι. Η κυρία Σμυρνιώτη τα έχει πει πολύ καλύτερα εδώ. Το “Death” αποτελεί ισχυρότατη δήλωση, όντας ένα από τα πιο ουσιαστικά και “χεσμεντέν” άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει τελευταία.

zomZOM – “Flesh Assimilation”

Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν πολύ στην σημερινή underground κοινότητα στο ακραίο metal είναι η πολυπολιτισμικότητά της. Μπορείς να βρεις διαμαντάκια από όλες της γωνίες της γης και από χώρες χωρίς ιδιαίτερη παράδοση στον ήχο, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιρλανδία από την οποία προέρχονται οι ZOM. Όσοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στο υπόγειο death metal πιθανότατα να έχουν υπόψη πως το συγκεκριμένο τρίο αποτελεί μία από τις πλέον υποσχόμενες νέες μπάντες, κάτι που επιβεβαιώνει το ντεμπούτο full length τους. Μία μίξη death, black & thrash/punk/grindcore μέσα από μία πενταβρώμικη και χύμα, σχεδόν χαοτική προσέγγιση που ωστόσο δε θάβεις τις γκρούβες. Η μικρή του διάρκεια (μισή ωρίτσα) κάνει το τελικό αποτέλεσμα ακόμα πιο in your face και δεν αφήνει να χαθεί καθόλου από την αμεσότητα και την ωμή του φύση.

 

Νίκος Χασούρας

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece