Friday, February 13, 2026




Home Blog Page 3

Underground Halls Vol. 227- FILI BIBIANO’S FORTRESS & GORRCH

0
Halls

Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: FILI BIBIANO’S FORTRESS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Death is your master”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Fili Bibiano – Κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα
Juan Aguila – Φωνητικά
Joey Mancaruso – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Chris Scott Nunez – Φωνητικά
Adrian Aguilar – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Πονεμένη ιστορία το neoclassical metal… Με έχει απογοητεύσει αρκετά η πορεία του. Τώρα θα μου πεις, εντάξει, δύσκολο να ακούμε εσαεί μουσική μόνο σαν αυτή που έγραφε ο Malmsteen στα 80s- 90s (άσχετο, αλλά μιας και τον ανέφερα, ο μαέστρος είχε καταπληκτικό σερί, επί πολλά χρόνια, που ελάχιστοι έχουν να επιδείξουν παρόμοιο), αλλά όχι και τέτοια κατρακύλα ρε παιδιά… Σπανιότατα βγαίνει κάτι από τον χώρο του neoclassical τα τελευταία χρόνια που να με χαροποιεί πλέον. Για ενθουσιασμό, ούτε λόγος, οι φορές πρέπει να είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού.

Μια από αυτές, ασχοληθήκαμε τους Καλιφορνέζους FILI BIBIANOS FORTRESS, από την πόλη Whittier. Πόλη άγνωστη λογικά στον πολύ κόσμο, αλλά όσοι τρώνε Quaker, κάπου θα έχουν πετύχει την επωνυμία της βιομηχανίας Whittier Citrus Association, η οποία εδρεύει εκεί. Βέβαια, οι (τότε σκέτοι) FORTRESS, στο πρώτο τους, ομώνυμο EP το 2018, δεν έκαναν αίσθηση ούτε ως μέρος της βιομηχανίας παραγωγής βρώμης ούτε ως neoclassical μπάντα, αλλά με το υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων Priest-ικό τους μέταλλο.

Οι Αμερικανοί χρειάστηκαν μόλις 17 λεπτά της ώρας και τέσσερα κομμάτια, για να τοποθετήσουν τον πήχη των προσδοκιών ψηλά και να θεωρούντο, μαζί με μπάντες σαν τους RIOT CITY και τους TRAVELER, από τα πλέον ελπιδοφόρα συγκροτήματα στον χώρο του παραδοσιακού heavy metal. Και αν οι πρώτοι, ως τώρα τουλάχιστον, επιβεβαίωσαν όσους θεωρούσαν μεγάλο το ταλέντο τους και οι δεύτεροι μας άφησαν χρόνους, οι FORTRESS έκαναν κάτι άλλο: Άλλαξαν στυλ και ύφος.

Το πρώτο full length τους, με τίτλο “Dont spare the wicked, σήμανε την είσοδο τους στο neoclassical metal πεδίο. Το αποτέλεσμα, εκπληκτικό. Ο δίσκος χαιρετίστηκε με θέρμη και επαίνους από το underground και απέδειξε πως ο αρχηγός Fili Bibiano πήρε την σωστή απόφαση. Ο γράφων δε, του έδωσε μια θέση στην πρώτη δεκάδα με τα καλύτερα του 2021 και απλά εφιστούσε την προσοχή ως προς το να μην υπάρχει βιασύνη για νέο υλικό. Τίποτ’άλλο. Όσο για την αλλαγή ονόματος; Από την στιγμή που η μπάντα πέρασε στο neoclassical και υπάρχει αρχηγός και με τη βούλα, κιθαρίστας γαρ, ήταν θέμα χρόνου να μπει πριν από το όνομα FORTRESS, το ονοματεπώνυμό του. Μη χαλάμε και τας παραδόσεις!

Φέτος, το Οχυρό συμπληρώνει μια δεκαετία στα πράγματα και το “Death is your master” είναι η τρίτη του επίσημη κυκλοφορία, με αλλαγμένη σύνθεση. Πλέον, εκτός από τον κιθαρίστα – μπασίστα – πληκτρά Fili Bibiano, συναντάμε τον Joey Mancaruso στα τύμπανα και τον Juan Aguila στα φωνητικά. Πριν καν ακούσω τη νέα σύνθεση, να πω ότι ο προηγούμενος τραγουδιστής, Chris Scott Nunez, είχε ιδανική για το στυλ φωνή, με μια σούπερ χροιά που αρκετές φορές «έπιανε» τον Jeff Scott Soto και τον Graham Bonnet, με άνεση μάλιστα! Οπότε, ο Aguila θα είχε εκ των πραγμάτων δύσκολη δουλειά να φέρει εις πέρας, ειδικά από την στιγμή που ο Nunez έχει ακόμη παρουσία στο γκρουπ, με μια εξαίσια ερμηνεία στο “Blackest night”.

Με τραγούδια γεμάτα από Malmsteen, Impellitteri, ALCATRAZZ και λοιπούς τεραστίων διαστάσεων neoclassical μύθους, το “Death is your master” δεν έχει δύσκολο έργο, ώστε να κερδίσει τον ακροατή. Ο Bibiano παραμένει ένας πολύ καλός συνθέτης, πηγαίος, αυθόρμητος και εστιάζει, όπως ο ίδιος λέει, στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Οι συνθέσεις έχουν αμεσότητα, ποικιλία και εν αντιθέσει με το σαράκι που κατατρώει αρκετούς στον χώρο, χαρακτηρίζονται από παντελή έλλειψη κιθαριστικής φλυαρίας και επιδειξιμανίας. Τω όντι, ο Bibiano παίζει και να είναι ο λιγότερο επιδειξιομανής βιρτουόζος, στο οπωσδήποτε «προσωποκεντρικό» neoclassical. Και μπράβο του!

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του “Death is your master”, είναι το γεγονός ότι όσο προχωρούμε στην ακρόαση, τόσο ανεβαίνει το επίπεδο. Περίεργο δεν είναι; Συνήθως, από τη μέση και μετά επέρχεται η συνθετική πτώση, εάν και εφόσον είναι να επέλθει. Εδώ, συμβαίνει το αντίθετο, με το “Blackest night” (είπαμε, με τον Nunez στα φωνητικά), το “Maze” που θυμίζει κάπως το θεϊκό “Riot in the dungeons” του Malmsteen και το θεαματικό “B.Y.O.D”, που είναι το πιο διαφορετικό τραγούδι του δίσκου και με έκανε να αναφωνήσω ζήτω οι HELSTAR, DESTINY’S END, MAGNABOLT, CRESCENT SHIELD, ONWARD και λοιποί ισόθεοι!

Με τις όποιες συγκρίσεις όσον αφορά τα φωνητικά να πέφτουν γρήγορα στο τραπέζι, ο «νέος» το κερδίζει άξια το ψωμί του. Δεν είναι Nunez, δεν είναι η φωνάρα που το ίδιο το neoclassical μας έχει συνηθίσει να έχει στους σπουδαίους εκπροσώπους του, ανεπαρκή πάντως δεν τον λες. Την παραγωγή θα ήθελα καλύτερη επίσης, αφού στερείται σχετικά δυναμικής και καθαρότητας, μα και εδώ, αξιόλογο είναι το αποτέλεσμα. Ίσως όμως ένας παραγωγός που ξέρει καλά το γήπεδο αυτό, να μπορούσε να σουλουπώσει καλύτερα τον ήχο την επόμενη φορά.

Άρα, τι λέμε για το τέλος; Λέμε πως το “Death is your master” μπορεί να είναι μισό κλικ κατώτερο του προκατόχου του, αλλά και πάλι, είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να ακουστεί και να ακουστεί αρκετά. Σίγουρα, με τη γενικότερη ανομβρία που υπάρχει σε αυτού του είδους τη μουσική, θα αγκαλιαστεί και θα εκτιμηθεί ιδιαίτερα από τους οπαδούς. Εγώ πάντως, το ευχαριστήθηκα.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: GORRCH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: Stillamentum
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Avantgarde Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Chimsicrin – Τύμπανα, φωνητικά, πλήκτρα
Droich – Κιθάρες, μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Spotify

Το “Stillamentum” είναι ένας δίσκος που δείχνει ξεκάθαρα ότι οι Ιταλοί GORRCH, μετά από πολλά χρόνια απουσίας από την δισκογραφία, βρίσκονται σε μια φάση σιγουριάς και εσωτερικής συγκέντρωσης. Δεν προσπαθούν να αποδείξουν κάτι ούτε να κυνηγήσουν εντυπώσεις. Αντίθετα, αφήνουν τη μουσική να μιλήσει μόνη της και αυτό λειτουργεί υπέρ τους. Από την αρχή μέχρι το τέλος υπάρχει μια αίσθηση βαρύτητας και σκοτεινής ηρεμίας, σαν να σε τραβάει σιγά σιγά σε έναν κόσμο που έχει τον δικό του ρυθμό. Τα κομμάτια δένουν μεταξύ τους με φυσικό τρόπο και δεν νιώθεις ότι υπάρχουν απλώς για να γεμίσουν χρόνο, άλλωστε το άλμπουμ “τρέχει” σε μόλις περίπου σαράντα, πολύ χορταστικά λεπτά. Ο δίσκος ακούγεται σαν ένα ενιαίο σώμα, με συνοχή και ξεκάθαρη ταυτότητα, κάτι που δεν είναι πάντα αυτονόητο στο είδος.

Αυτό που ξεχωρίζει στο “Stillamentum” είναι το πώς καταφέρνει να είναι έντονο χωρίς να γίνεται κουραστικό. Η μουσική έχει δύναμη, αλλά δεν βασίζεται μόνο στην ταχύτητα ή στον θόρυβο. Υπάρχουν στιγμές που αφήνονται να εξελιχθούν αργά, δίνοντας χώρο στο συναίσθημα και στην ατμόσφαιρα. Άλλες φορές η ένταση ανεβαίνει και σε παρασύρει, χωρίς όμως να χάνεται ο έλεγχος. Όλα δείχνουν μετρημένα και δουλεμένα με υπομονή. Δεν υπάρχει η αίσθηση της βιασύνης ή της υπερβολής, υπάρχει μια σταθερή πορεία που σε κρατάει προσηλωμένο. Είναι από εκείνους τους δίσκους που δεν προσπαθούν να σου τραβήξουν την προσοχή με το ζόρι, απλά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις σταματήσει να προσέχεις ούτε στιγμή.

Η ατμόσφαιρα του άλμπουμ παίζει καθοριστικό ρόλο στην εμπειρία. Υπάρχει μια σκοτεινή διάθεση που δεν είναι χαοτική αλλά στοχαστική, σχεδόν εσωστρεφής. Οι μελωδίες εμφανίζονται εκεί που πρέπει και εξαφανίζονται χωρίς να μένουν παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται. Αυτό δίνει στον δίσκο μια αίσθηση ισορροπίας και ωριμότητας. Δεν νιώθεις ότι σου εξηγεί τι πρέπει να αισθανθείς, σε αφήνει να μπεις μόνος σου μέσα στο κλίμα. Με κάθε ακρόαση ανακαλύπτεις μικρές λεπτομέρειες που αρχικά περνούν απαρατήρητες, κάτι που δείχνει ότι το υλικό έχει βάθος και αντοχή στον χρόνο. Είναι ένας δίσκος που σε καλεί να επιστρέψεις.

Στο σύνολό του το “Stillamentum” είναι μια πολύ δυνατή και θετική δήλωση για το ποιοι είναι οι GORRCH σήμερα. Δεν αναλώνεται σε εύκολες λύσεις ούτε προσπαθεί να αντιγράψει κάτι γνώριμο. Αντλεί δύναμη από τη συνέπεια και την ειλικρίνειά του. Ο δίσκος στέκεται με αυτοπεποίθηση και μεταφέρει μια αίσθηση πληρότητας, σαν να έχει ειπωθεί ακριβώς αυτό που έπρεπε. Για τον ακροατή που εκτιμά τον σκοτεινό ήχο με ουσία και χαρακτήρα, πρόκειται για μια κυκλοφορία που αξίζει χρόνο και προσοχή. Είναι μια δημιουργία που δείχνει μια μπάντα δεμένη και συγκεντρωμένη στο όραμά της.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

TRIUMPHER: Ανακοινώθηκε συναυλία στο Κύτταρο τον Απρίλιο

0
Triumpher

Triumpher

TRIUMPHER

Κυριακή 19 Απριλίου 2026 – Αθήνα – Κύτταρο Live

Σε μια εποχή όπου η μουσική βιομηχανία κινείται με απλησίαστες ταχύτητες και η μετριότητα συχνά αποθεώνεται, υπάρχουν συγκροτήματα που αντέχουν και διαμορφώνουν τις εξελίξεις.

Οι συμπατριώτες μας, TRIUMPHER, ανήκουν αδιαμφισβήτητα σε αυτή την κατηγορία.

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, το Αθηναϊκό epic metal σχήμα κατάφερε να μετατραπεί από “ελπιδοφόρο σχήμα” σ’ ένα από τα πιο συζητημένα ονόματα του σύγχρονου επικού heavy metal παγκοσμίως. Με δύο εξαιρετικά άλμπουμ στις αποσκευές τους – “Storming The Walls” (2023) και “Spirit Invictus” (2024) – οι TRIUMPHER έθεσαν νέα standards στο ιδίωμα, συνδυάζοντας επικό heavy metal με black metal και extreme metal στοιχεία και τέλος επιβλητική θεατρικότητα.

Το 2026 βρίσκει το συγκρότημα στο απόγειο της δημιουργικής του δυναμικής, με την κυκλοφορία του τρίτου τους άλμπουμ “Piercing The Heart Of The World” από την No Remorse Records. Ένα άλμπουμ – δήλωση, με συνθέσεις ακραίας έμπνευσης, επιθετικό epic metal, μνημειώδη φωνητικά, κινηματογραφική ατμόσφαιρα και παραγωγή τεράστιου βεληνεκούς.

Λίγο μετά την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής τους περιοδείας, οι TRIUMPHER θα εμφανιστούν στην Αθήνα, για μια χορταστική συναυλία, δίωρης διάρκειας, την Κυριακή 19 Απριλίου 2026 στο Κύτταρο Live.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει το συγκρότημα ζωντανά γνωρίζουν ότι οι TRIUMPHER “δεν παίρνουν αιχμαλώτους” και έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους σε κορυφαία Ευρωπαϊκά φεστιβάλ όπως τα Keep It True, Up The Hammers, Hell Over Hammaburg, Midálidare Rock και Metalheads Open Air, ενώ έχουν μοιραστεί τη σκηνή με ονόματα όπως Midnight, Crimson Glory, Primordial, Tom Gabriel Warrior’s Triumph Of Death και Grave Digger μεταξύ άλλων.

Η επερχόμενη εμφάνιση στο Κύτταρο Live αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κορυφαία metal live της χρονιάς, με υλικό και από τις τρείς δισκογραφικές δουλειές του συγκροτήματος και έμφαση στο νέο, πολυσυζητημένο “Piercing The Heart Of The World”.

Ήδη κραδαίνουμε τα σπαθιά μας!!!

Ώρα έναρξης: 22:00 – Τιμή εισιτηρίου: 15 Ευρώ (Προπώληση) – 18 Ευρώ (Ταμείο)

Η online προπώληση εισιτηρίων Θα ξεκινήσει την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026 στις 14:00 μέσω του www.ticketservices.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σύντομα θα ξεκινήσει και η προπώληση εισιτηρίων μέσω των παρακάτω φυσικών σημείων πώλησης.

Προπώληση Εισιτηρίων

Ticket Services (Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), Αθήνα / Τηλ: 210-7234567)

Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα / Τηλ: 210-3304133)

Reload Store (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ: 210-3801464)

Le Disque Noir (Θεμιστοκλέους 29, Αθήνα / Τηλ: 211 2143554)

Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι / Τηλ: 210-3648180)

 

Facebook event: https://www.facebook.com/events/4207837839478571

SOEN interview (Joel Ekelöf)

0
Soen
Photo by Linda Florin
Soen
Photo by Linda Florin

“Keepin’ it prog”

Οι SOEN, είναι ένα συγκρότημα, που ιδιαίτερα στην Ελλάδα, πλέον, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού λατρεύονται στην κυριολεξία από τους φίλους της προοδευτικής -και όχι μόνο- μουσικής. Το πολύ πρόσφατο άλμπουμ τους, με τίτλο “Reliance”, μπορεί να μην είναι το καλύτερο της καριέρας τους, αλλά έρχεται να τους σταθεροποιήσει στην κορυφή του ιδιώματος. Ο τραγουδιστής τους, Joel Ekelöf, πολύ φιλικός και ανθρώπινος, μας μίλησε για το άλμπουμ αυτό και όλα όσα αφορούν το συγκρότημα.

Joel, καλώς ήρθες στο Rock Hard.
Ευχαριστώ.

Πρέπει να πω ότι σχεδόν όλοι οι δίσκοι σας — και συγκεκριμένα οι δύο τελευταίοι — έχουν αναδειχθεί δίσκοι της χρονιάς από τους συντάκτες του Rock Hard Greece. Για να δούμε λοιπόν τι μας επιφυλάσσει το 2026 με το “Reliance.
Εντάξει, ναι. Έχω μεγάλες ελπίδες.

Το “Reliance είναι το έβδομο στούντιο άλμπουμ των SOEN. Τι προσωπική σημασία έχει για εσένα η λέξη “Reliance”;
Για μένα σημαίνει κυρίως το να έχεις το θάρρος να βασίζεσαι σε άλλους ανθρώπους, να έχεις το κουράγιο να εξαρτάσαι από αυτούς. Δεν είναι ότι ένας άνθρωπος είναι αρκετά δυνατός για να τα βάλει με όλο τον κόσμο — είναι ακριβώς το αντίθετο. Πρέπει να έχεις το θάρρος να στηρίζεσαι στους άλλους και να τους εμπιστεύεσαι.

Photo by Linda Florin

Το δελτίο Τύπου τονίζει την ειλικρίνεια ως τον πυρήνα του άλμπουμ. Τι σημαίνει ειλικρίνεια στη σύνθεση τραγουδιών για τους SOEN; Και τι σημαίνει να είσαι ειλικρινής σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν το image και το branding;
Για μένα ειλικρίνεια σημαίνει ότι η μουσική μας, οι στίχοι μας και όσα πρεσβεύουμε είναι πραγματικά δικά μας. Δεν γράφουμε μουσική για να απευθυνθούμε σε κάποια συγκεκριμένη αγορά ή κοινό. Δεν λέμε ποτέ “ας δούμε τι πουλάει”. Απλώς κάνουμε τη μουσική που αγαπάμε. Και ελπίζουμε ότι αυτό θα αρέσει και στον κόσμο, γιατί πιστεύω πως οι άνθρωποι μπορούν να νιώσουν και να ακούσουν αυτή την ειλικρίνεια. Ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα προϊόν φτιαγμένο για να ικανοποιήσει μια συγκεκριμένη ομάδα.
Όσο για το image και το branding, για εμάς δεν ήταν ποτέ πρόβλημα. Κάνουμε αυτό εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Δεν υπάρχει κανείς να μας λέει τι να κάνουμε, τι να φορέσουμε ή πώς να είμαστε. Δεν έχουν καμία πιθανότητα — είμαστε πολύ μεγάλοι και πολύ πεισματάρηδες γι’ αυτό. Κάνουμε απλώς αυτό που θέλουμε.

Βλέπεις το “Reliance ως συνέχεια του “Memorial ή ως ένα συνειδητό βήμα σε διαφορετικό συναισθηματικό έδαφος;
Νομίζω ότι είναι συνέχεια. Πήραμε πολλά από τα στοιχεία που πειραματιστήκαμε στο “Memorial” — τον ήχο, τα πιο βαριά και “τραχιά” φωνητικά, τον πιο σκληρό ήχο, τα πιο κλασικά metal riffs — και τα προχωρήσαμε ακόμη περισσότερο στο “Reliance”.
Παράλληλα όμως, σε αυτό το άλμπουμ πειραματιστήκαμε περισσότερο από ποτέ. Δεν ξέρω αν ο κόσμος αντιλαμβάνεται πόσο πολύ πειραματιστήκαμε. Είναι αρκετά διαφορετικό από αυτή την άποψη. Σε επίπεδο παραγωγής, για παράδειγμα, είχαμε περισσότερο χρόνο να κάνουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε. Και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον παραγωγό μας, τον Alexander Backlund, που ήταν δίπλα μας σε όλη τη διαδικασία.

Τι πιστεύεις ότι άλλαξε ο Alexander στον ήχο σας;
Βασικά, είναι ένας πολύ ταλαντούχος και νεαρός τύπος, εξαιρετικά ανοιχτός σε νέες ιδέες. Δεν λειτουργεί με τον κλασικό τρόπο του παραγωγού που μπαίνει στο στούντιο και σου λέει τι να κάνεις. Αντίθετα, μας επιτρέπει να πειραματιστούμε, να είμαστε δημιουργικοί, να δοκιμάζουμε ιδέες και να διασκεδάζουμε μέσα στο στούντιο. Και χάρη στην εμπειρία του, μας βοηθά να υλοποιούμε αυτές τις ιδέες, γιατί ξέρει πώς να πετύχει τον ήχο που έχουμε στο μυαλό μας. Με αυτή την έννοια, συνέβαλε καθοριστικά στο να “ζωντανέψει” το άλμπουμ.

Photo by Linda Florin

Ένα πράγμα πάντως στο οποίο σίγουρα δεν πειραματιστήκατε είναι οι μονολεκτικοί τίτλοι των τραγουδιών.
(γέλια) Όχι, όχι, όχι. Ποτέ.

Έχει γίνει εμμονή ή απλώς βγαίνει φυσικά;
Θα έλεγα πως πλέον δεν είναι εμμονή — είναι παράδοση. Έχει γίνει παράδοση. Και τώρα δεν θέλουμε να το αλλάξουμε, γιατί θα ήταν κακή τύχη.

Δεν μπορείτε να το αλλάξετε.
Όχι, δεν μπορούμε. Έτσι είναι πλέον. Και εξακολουθεί να μου αρέσει. Ένας μόνο λόγος — και μετά μπαίνεις στη μουσική και στους στίχους και πρέπει να το βιώσεις. Είναι διαφορετικό από το να έχεις έναν τίτλο τύπου “I Love Rock and Roll”.

Μιλώντας για στίχους, έχουν γίνει πιο άμεσοι και κοινωνικά τοποθετημένοι. Τι σας ώθησε σε αυτή τη στροφή; Πάντα γράφατε για κοινωνικά ζητήματα, αλλά όπως έχει πει και ο Martin, κάποια στιγμή αρχίσατε να “φωνάζετε” για όσα έχουν σημασία.
Νομίζω ότι απλώς αρχίσαμε να θέλουμε να λέμε τα πράγματα πιο ξεκάθαρα και άμεσα. Χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς “ζάχαρη”, χωρίς υπερβολικά ποιητικές διατυπώσεις. Απλώς να τα λες όπως είναι. Και επίσης να μην φοβάσαι να μιλήσεις ανοιχτά για πολιτικά ζητήματα. Με την ηλικία, νομίζω ότι σταματάς να νοιάζεσαι τόσο για το τι θα πουν οι άλλοι. Γίνεσαι πιο σίγουρος για τον εαυτό σου.

Έχω περιγράψει κάποτε τους SOEN με δύο λέξεις από τραγούδια σας: “Unbreakable και “Invincible. Ποιο στοιχείο πιστεύεις ότι κρατά το συγκρότημα άθραυστο και ανίκητο; Πιστεύω ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο εδώ. Οι καλές μπάντες έχουν αυτή τη συντροφικότητα. Περνάς τόσα χρόνια μαζί, τόσο χρόνο μαζί, και αυτό σε “χτίζει”. Δημιουργείται ένα αίσθημα “εμείς απέναντι στον κόσμο”. Όταν είμαστε μαζί, μπορούμε να αντέξουμε τεράστια πίεση. Και υπάρχει πολλή πίεση — αλλά ναι, αυτό είναι που μας κρατά.

Όταν ξεκινήσατε να παίζετε μουσική, υπήρχαν πολλές συγκρίσεις με τους TOOL και τους A PERFECT CIRCLE. Με τα χρόνια όμως έχετε διαμορφώσει ξεκάθαρα μια δική σας ταυτότητα. Τι πιστεύεις ότι ορίζει σήμερα αυτό που αποκαλούμε “ήχο των SOEN”;
Ίσως αυτό να είναι κάτι που θα έπρεπε να το περιγράφουν άλλοι. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι υπάρχουν κάποια ξεκάθαρα στοιχεία στον ήχο μας. Είναι δυναμικός. Βασίζεται πολύ στην ένταση και την αποφόρτιση. Υπάρχουν πολύ βαριά σημεία και πολύ ήπιες στιγμές μέσα στο ίδιο κομμάτι, κάτι που πιστεύω ότι εκτιμά ο κόσμος — και το εκτιμάμε κι εμείς.
Νομίζω επίσης ότι παίζει ρόλο το γεγονός ότι είμαστε όλοι έμπειροι μουσικοί. Φέρνουμε στη μουσική μας πολλές εμπειρίες από άλλα είδη. Παρ’ όλα αυτά, ο πυρήνας είναι πάντα το metal. Εκεί γεννηθήκαμε μουσικά. Απλώς δεν φοβόμαστε να προσθέσουμε και άλλα στοιχεία. Πιστεύω ότι αν σου αρέσουν οι SOEN, είσαι άνθρωπος που του αρέσει να αναμειγνύει πράγματα, που αγαπά γενικά τη μουσική και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικές πτυχές και διαφορετικά είδη.

Photo by Linda Florin

Καθώς ο κόσμος γίνεται όλο και πιο χαοτικός, πιστεύεις ότι η μουσική εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να προκαλέσει ουσιαστική αλλαγή; Οι στίχοι σας δείχνουν ότι θέλετε να τονίσετε αυτή την παγκόσμια αναταραχή.
Είναι παράξενο, αλλά σήμερα μοιάζει σχεδόν το αντίθετο. Αυτοί που έχουν την εξουσία, αυτοί που κυβερνούν, είναι ήδη οι ακραίοι. Δεν μπορείς να τους προκαλέσεις, γιατί βρίσκονται ήδη στα άκρα. Κι εμείς είμαστε οι “φυσιολογικοί”, οι λογικοί άνθρωποι, που μιλάμε για πολύ απλά, ώριμα και — θα έλεγα — βαρετά πράγματα. Λέμε ότι οι άνθρωποι πρέπει να μένουν ενωμένοι, να χτίζουν κοινότητες, να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον και να δείχνουν ανοχή. Και είναι απίστευτο πώς σήμερα αυτά θεωρούνται ακραίες απόψεις.

Εμείς είμαστε οι περίεργοι και όχι αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία.
Ακριβώς. Με έναν τρόπο, μιλάμε απλώς για κοινή λογική και για πράγματα αυτονόητα για κανονικούς ανθρώπους.

Δεν θα έπρεπε καν να χρειάζεται να μιλάμε γι’ αυτά.
Δεν θα έπρεπε, ναι. Και φαντάζομαι πόσο δύσκολο θα είναι αυτό για τους punk rockers σήμερα. Αν θέλεις να είσαι προκλητικός ή να μιλάς για αναρχία, δεν είναι εύκολο σε έναν κόσμο που είναι ήδη τόσο τρελός. Είναι δύσκολο να σοκάρεις, όταν η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο.

Ακούγοντας τα τραγούδια σας, παρατηρεί κανείς ξεκάθαρα παύσεις, στιγμές σιωπής, πριν μπει π.χ. ένα ρεφρέν. Είναι αυτό ένα ακόμα στοιχείο-παράδοση στον ήχο των SOEN;
Ναι, πιθανότατα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μας. Έχει να κάνει ξανά με τη δυναμική, με την ένταση και την αποφόρτιση. Αν παίζεις “τέρμα” συνεχώς, στο τέλος όλα θολώνουν και δεν ακούγονται καν βαριά. Γίνονται μονότονα. Οι αντιθέσεις είναι αυτές που δημιουργούν συναίσθημα. Τουλάχιστον αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε.

Τα φωνητικά σου σε αυτό το άλμπουμ ακούγονται πιο επιθετικά. Ήταν συνειδητή επιλογή και σχετίζεται με τη θεματολογία των στίχων;
Ναι, ήταν συνειδητό. Και για τους δύο λόγους. Μου αρέσει να τραγουδάω με πιο σκληρά, “βρώμικα” φωνητικά. Το απολαμβάνω. Πολλοί μου λένε: «Γιατί τραγουδάς έτσι; Έχεις τόσο όμορφη φωνή, γιατί δεν τη χρησιμοποιείς απλώς καθαρά;» Για μένα όμως η φωνή δεν είναι για να εντυπωσιάζει τεχνικά. Είναι εργαλείο για να μεταφέρει συναίσθημα. Θέλω να προκαλεί κάτι στον ακροατή. Και για να το κάνω αυτό, θέλω να χρησιμοποιώ τη φωνή μου με όλους τους τρόπους. Αυτή την περίοδο μου αρέσουν πολύ τα σκληρά και επιθετικά φωνητικά και πιστεύω ότι ταιριάζουν στα τραγούδια. Αλλά μου αρέσουν και τα δύο. Είναι απαραίτητο για να χτίζεις μουσική που έχει ενδιαφέρον και ουσία.

Photo by Linda Florin

Πιστεύεις ότι πήρατε καλλιτεχνικά ρίσκα στο “Reliance ή κινηθήκατε σε γνώριμα μονοπάτια;
Νομίζω ότι πήραμε αρκετά ρίσκα. Αυτό που μας λένε συχνά είναι ότι είμαστε μια εξαιρετική progressive rock μπάντα. Το “ασφαλές” θα ήταν να συνεχίσουμε σε αυτή την πορεία, να εδραιωθούμε στο είδος, ακολουθώντας τα βήματα συγκροτημάτων όπως οι DREAM THEATER ή οι RUSH. Αλλά εμείς κάναμε κάτι διαφορετικό. Και αν ρωτήσεις όλους αυτούς που “ξέρουν” τη μουσική βιομηχανία, θα σου πουν ότι είμαστε τρελοί. Γιατί δεν κάνουμε αυτό που περιμένουν από εμάς. Αντί γι’ αυτό, ακολουθούμε αυτή τη “τρελή” metal διαδρομή, αντί για το προβλέψιμο progressive μονοπάτι.

Ναι, αλλά αυτό ακριβώς είναι που σας διαφοροποιεί. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι η πραγματική progressive μουσική.
Συμφωνώ απόλυτα. Δεν είναι progressive να κάνεις απλώς αυτό που “πρέπει”. Αυτό δεν είναι πρόοδος.

Αυτό είναι regress, όχι progress — το να παίζεις εκ του ασφαλούς.
Ακριβώς. Ευχαριστώ.

Μετά από τόσα χρόνια στη μουσική, τι εξακολουθεί να σε ενθουσιάζει δημιουργικά και προσωπικά όταν μπαίνεις στο στούντιο;
Το να δοκιμάζω, να εξερευνώ. Το να προσπαθώ να δημιουργήσω την καλύτερη δυνατή μουσική εξακολουθεί να με ενθουσιάζει.

Νιώθεις ότι έχεις ακόμα πολλή μουσική μέσα σου.
Ναι, ακριβώς. Νιώθω ότι αυτό θέλω να κάνω. Όσο έχει νόημα και είναι διασκεδαστικό, θα συνεχίσω. Το αγαπάω.

Τι να περιμένουμε από εσάς στο άμεσο μέλλον; Και ποιες είναι οι αναμνήσεις σου από τις φορές που έχεις βρεθεί στην Ελλάδα;
Έρχεται πολλή περιοδεία. Υπάρχει νέο άλμπουμ και θέλουμε να το παρουσιάσουμε σε όλο τον κόσμο. Να παίξουμε παντού και να κάνουμε δυνατές εμφανίσεις. Ξεκινάμε από τις σκανδιναβικές χώρες, μετά πάμε στις ΗΠΑ, το καλοκαίρι φεστιβάλ και το φθινόπωρο Ευρώπη. Ελπίζω και σίγουρα Ελλάδα. Και ίσως… με τη δική σου εμπλοκή.

Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου. Ήταν χαρά μου όχι μόνο να σε βλέπω στη σκηνή, αλλά και να μιλάμε.
Κι εμένα το ίδιο.

Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο με το νέο άλμπουμ. Είμαι σίγουρος ότι θα τραβήξει την προσοχή των παλιών οπαδών αλλά και νέων ακροατών.
Σε ευχαριστώ. Ελπίζω να τα πούμε σύντομα στην Ελλάδα.

Σάκης Φράγκος

Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ HEAVY METAL – από τα εξώφυλλα στο horns up (μέρος δεύτερο)

0
Image

Image

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ)

PMRC: Η εικόνα έγινε απόδειξη ενοχής

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η αμερικανική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη και σε σύγκρουση με την εικόνα του metal και αντέδρασε με φόβο. Η Parents Music Resource Center (PMRC) δεν στόχευσε απλώς στίχους ή μουσικές φόρμες, στόχευσε και την ίδια την οπτική ταυτότητα της μουσικής οπότε λογικό ήταν το heavy metal ήταν εύκολος στόχος. Τολμηρά εξώφυλλα, επιθετικά logo, προκλητικές φωτογραφίες, στίχοι και σκηνική υπερβολή λειτούργησαν ως «αποδείξεις» ενός φαντασιακού κοινωνικού κινδύνου. Το metal δεν χρειαζόταν να ακουστεί για να κατηγορηθεί. Αρκούσε να φανεί. Η εικόνα του χρησιμοποιήθηκε ως συντόμευση φόβου, ως εύκολο θύμα σε έναν ηθικό πανικό που αφορούσε κάτι πολύ περισσότερα από τη μουσική.

Έως και την δεκαετία του ‘90, το metal δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως μουσικό είδος, αλλά πολλές φορές ως πολιτισμικό πρόβλημα: κάτι υπερβολικό, θορυβώδες, επικίνδυνο για τη νεολαία. Τα media (αρχικά περιοδικά και ραδιόφωνο)  εστίασαν συχνά όχι μόνο στον ήχο, αλλά στην εικόνα. Εξώφυλλα, στίχοι, σκηνικές εμφανίσεις απομονώνονταν και παρουσιάζονταν ως αποδείξεις ηθικής παρακμής, και αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Η δημιουργία της Parents Music Resource Center (PMRC) ήταν στίγμα. Και όμως, αυτό το στίγμα λειτούργησε πολλές φορές υπέρ του metal. Η απαγόρευση ενίσχυσε τη γοητεία. Το «μην πλησιάζεις» μετατράπηκε σε πρόκληση. Το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό “Parental Advisory”. Ένα αυτοκόλλητο που σχεδιάστηκε για να προειδοποιεί, αλλά τελικά ενίσχυσε τον μύθο. Για το metal, δεν λειτούργησε ως φίλτρο αποτροπής, αλλά ως σήμα αυθεντικότητας. Ένα ακόμα στοιχείο εικόνας που δήλωνε ότι αυτή η μουσική δεν ζητούσε έγκριση και ακριβώς γι’ αυτό άξιζε να ακουστεί. H PMRC δεν έστειλε μπάντες στα δικαστήρια, αλλά έκανε αποδεκτή την ιδέα ότι μια μπάντα μπορεί να κατηγορηθεί, όχι μόνο εξαιτίας της μουσικής ή των στίχων της, αλλά κα λόγω της εικόνας της ή ενός εξωφύλλου. Και αυτό αρκούσε. Εάν έχετε διάθεση η υπόθεση της περίφημης λίστας “The filthy fifteen”, έχει πολύ ενδιαφέρον.

Metal, media και MTV: από τον πόλεμο στη νομιμοποίηση και αποδοχή της εικόνας

Η σχέση του metal με τα media υπήρξε από την αρχή δύσκολη και συχνά συγκρουσιακή. Όχι επειδή το metal επεδίωξε συνειδητά τη σύγκρουση, αλλά επειδή η ίδια του η εικόνα αμφισβητούσε όρια που τα mainstream μέσα δεν ήταν έτοιμα να αποδεχτούν και οι κοινωνίες που στην ουσία όσο ανοιχτές και εάν έδειχναν ο συντηρήσιμός είχε πολύ βαθιές ρίζες. Τα media (αρχικά περιοδικά και ραδιόφωνο)  εστίασαν συχνά όχι μόνο στον ήχο, αλλά στην εικόνα. Η έλλειψη μουσικής «προόδου» ειδικά μέχρι τα μισά των 80s, και η σταθερή δομή της μουσικής του ταυτότητας, έγιναν πολύ μεγάλο αντικείμενο αρνητικής κριτικής από τους μουσικοκριτικούς της εποχής. Αυτό όμως ήταν μια στάση που είχαν τα γενικότερα media από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 όταν ακόμα ο όρος metal δεν ήταν διαδεδομένος και όλα γειτνίαζαν κάτω από την ταμπέλα του rock ή του hard rock.

Η πρόταση του heavy metal δεν ήταν μουσικά πολυμορφική, αλλά βασίζονταν στην ένταση και στην έκφραση. Παράλληλα και η εικόνα, όσο ανέβαινε η ένταση τόσο και αυτή γίνονταν πιο προκλητική.  Με την έλευση του MTV, το metal βρέθηκε σε ένα παράδοξο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η τηλεόραση έδωσε πρωτοφανή δημοσιότητα σε μπάντες που μέχρι τότε κινούνταν στο περιθώριο. Από την άλλη, απαίτησε οπτική προσαρμογή. Το metal έπρεπε να χωρέσει σε καλούπια, σε τηλεοπτικό χρόνο, σε αισθητικούς κανόνες που δεν το εξέφραζαν απαραίτητα πάντα. Κάποιες μπάντες χρησιμοποίησαν το MTV ως εργαλείο χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους. Άλλες «εξομαλύνθηκαν», συνειδητά ή ασυνείδητα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν κοινό: η εικόνα του metal έπαψε σταδιακά να σοκάρει. Όταν κάτι προβάλλεται συνεχώς, παύει να λειτουργεί ως πρόκληση και μετατρέπεται σε γνώριμο θέαμα, καθώς γίνεται μέρος της καθημερινότητας.

Εκεί ξεκίνησε και η μετάβαση από την διαφοροποίηση στην νομιμοποίηση. Το metal δεν έγινε αποδεκτό επειδή άλλαξε πλήρως, αλλά επειδή η κοινωνία συνήθισε την εικόνα του. Και όταν κάτι παύει να προκαλεί φόβο, παύει συχνά και να λειτουργεί ως όριο. Το MTV δεν άλλαξε απλώς την εικόνα του metal, το επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Το εκτόξευσε και ταυτόχρονα το παγίδευσε. Ξαφνικά, η εικόνα έγινε ισότιμη με τον ήχο. Όσοι μπορούσαν να τη διαχειριστούν, κέρδισαν. Όσοι όχι, έμειναν πίσω. Το metal μπήκε στα σαλόνια χωρίς να αλλάξει αμέσως χαρακτήρα, αλλά κάτι άρχισε να μετατοπίζεται. Το video clip έγινε απαραίτητο. Και μαζί του ήρθε η ανάγκη για καθαρότερη, πιο εύπεπτη εικόνα. Κέρδισε κοινό, αλλά κάπου άρχισε να χάνει την φαντασία, ευτυχώς όχι τελείως, αλλά έκανε σε πολλές περιπτώσεις υποχωρήσεις στην εικόνα του. Η ψυχή δεν άλλαξε, άλλαξαν όμως πολλά γύρω-γύρω. Και πιστεύω ότι δεν είναι καθόλου τυχαία η «πτώση» του heavy metal στην δεκαετία του ‘90 και η αντικατάσταση του με άλλα είδη σκληρής rock έκφρασης.

Όταν όλα έγιναν Brand

Υπήρξε μια στιγμή που το εκάστοτε logo, (και ότι αυτό αντιπροσωπεύει) έπαψε να λειτουργεί ως σύμβολο και άρχισε να λειτουργεί ως προϊόν. Η μουσική βιομηχανία, ακόμα και οι ίδιες οι μπάντες έπρεπε να προστατεύσουν την μουσική τους και κατ’ επέκταση ότι σχετίζονταν με αυτή σε όλα τα επίπεδα κυρίως από ανάγκη. Το merchandise υπήρξε πάντα μέρος του metal. Όμως όσο το είδος μεγάλωνε, τόσο η εικόνα του άρχισε να αναπαράγεται μαζικά. Το logo τυπώθηκε σε αμέτρητες παραλλαγές, αποσπάστηκε από το αρχικό του βάρος και έγινε αναγνωρίσιμο ακόμη και χωρίς μουσικό πλαίσιο. Η εμπορευματοποίηση, η επιτυχία και αναγνωσιμότητα ήταν αναμενόμενο ότι θα δημιουργούσαν κανόνες και θα έβαζαν όρια.  Όλα έγιναν προϊόν, όσο αυτό και εάν μας ξενίζει ή δεν μας αρέσει διότι ακόμα θέλουμε να έχουμε την ρομαντική εικόνα της μουσικής στην καρδιά μας.

Το management βλέπει οικονομικά αποτελέσματα, ο οπαδός βλέπει με απίστευτη γοητεία την ίδια του τη ζωή να περνά μέσα από ένα logo ή ένα εξώφυλλο δίσκου. Με τα χρόνια επήλθε η βιομηχανοποίηση της μουσικής και όσο και εάν μας ακούγεται «βαρύ» αυτό, είναι η πραγματικότητα. Εκεί χάθηκε κάτι λεπτό αλλά ουσιαστικό: το logo δεν δήλωνε αποκλειστικά συμμετοχή και ομοιογένεια πια, σήμαινε και κατανάλωση, πελατειακή σχέση με τον ιδιοκτήτη του. Δεν ήταν απαραίτητα κακό, αλλά ήταν διαφορετικό, όμως ποτέ δεν έχασε για τον απλό άνθρωπο την ελκυστικότητα και την δύναμη του. Σήμερα οι IRON MAIDEN, οι MEGADETH, οι METALLICA, οι RUSH, οι BON JOVI κλπ, σε γενικές γραμμές έχουν την εικόνα, το logo, τα σύμβολα, το ύφος των εξωφύλλων που είχαν και τότε. Αλλά δεν είναι πλέον μόνο συγκροτήματα, είναι τεράστια Brand Names με ότι αυτό συνεπάγεται. Η εικόνα και το image είναι εδώ, η διαχείριση και η εκμετάλλευση τους όμως είναι μια άλλη υπόθεση πια.

Το “Horns up”: Η Τελική Γέφυρα

Αν όλα όσα προηγήθηκαν, εξώφυλλα, logo, σκηνικά, εικόνα,  αποτελούν το οπτικό σώμα του metal, τότε το horns up είναι η στιγμή που  όλα αυτά μετουσιώνονται σε μια χειρονομία. Είναι το σημείο όπου η εικόνα παύει να είναι κάτι που βλέπεις και γίνεται κάτι που κάνεις. Το hand sign του metal δεν χρειάζεται συμφραζόμενα. Δεν χρειάζεται μετάφραση. Σηκώνεται αυθόρμητα, σχεδόν αντανακλαστικά, μπροστά στη σκηνή ή μέσα στο πλήθος. Δεν απευθύνεται στη μπάντα μόνο, απευθύνεται και στους γύρω σου. Είναι ένας σιωπηλός χαιρετισμός, μια επιβεβαίωση κοινής γλώσσας.

Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα συχνά καταναλώνεται παθητικά, το horns up δηλώνει  συμμετοχή. Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Ίσως γι’ αυτό το συγκεκριμένο σύμβολο αντέχει περισσότερο από κάθε άλλο. Δεν έγινε ποτέ πλήρως εμπορεύσιμο. Δεν χωρά εύκολα σε πλαίσιο ή σε οθόνη. Υπάρχει μόνο όταν υπάρχει παρουσία. Και κάπως έτσι, το horns up λειτουργεί ως η φυσική γέφυρα προς το τέλος αυτού του κειμένου. Γιατί, τελικά, το metal δεν ορίστηκε μόνο από όσα έδειξε,  αλλά από όσα κοινά μοιραστήκαμε όλοι.

Το metal χωρίς εικόνα ίσως να επιβίωνε. Οι νότες, τα riffs, η ένταση θα έβρισκαν τρόπο να ακουστούν, αλλά χωρίς τα εξώφυλλα, τα logo, τα σύμβολα δεν θα ήταν το ίδιο πράγμα. Ούτε θα ασκούσε την ίδια γοητεία. Γιατί το metal, για δεκαετίες, δεν ζητούσε απλώς να ακουστεί, ζητούσε και να φανεί, να φτιάξει τον δικό του κόσμο με κοινά παγκόσμια σύμβολα, ορολογία και κώδικες. Για πολλούς από εμάς, η πρώτη επαφή αν δεν ήταν ένα τραγούδι, ήταν ένα εξώφυλλο σε βιτρίνα δισκοπωλείου.  Ένα εξώφυλλο που ένιωθες να σε απορροφά χωρίς να έχεις ακούσει την μουσική του δίσκου που περιείχε. Ένα logo σε μπλούζα μεγαλύτερων παιδιών.  Εκεί γεννήθηκε η έλξη, από την εικόνα. Όταν το metal έγινε mainstream, δεν «χάλασε». Απλώς άλλαξε ρόλο. Έπαψε να είναι απειλή και έγινε επιλογή. Έχασε το στοιχείο του ρίσκου, της παρεξήγησης, της πρόκλησης. Και παρόλο που ένα κομμάτι της εικόνας του άλλαξε, εξακολουθεί να ασκεί μεγάλη γοητεία στο κοινό του και να έχει ακόμα εκατομμύρια οπαδούς.

Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι εάν το metal μπορεί να υπάρξει χωρίς εικόνα. Αλλά αν μπορεί  (ή αν θέλει) να ξαναβρεί μια εικόνα που να μη ζητά αποδοχή. Μια εικόνα που να μην εξηγείται. Μια εικόνα που να σε κάνει να νιώθεις, όπως τότε, ότι μπαίνεις σε κάτι απαγορευμένο. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που σηκώνει πολύ κουβέντα, καθώς ο μέσος όρος της ηλικίας των οπαδών δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται, οι ηγετικές μπάντες αποχωρούν και νέες δεν υπάρχουν.

Αυτό το κείμενο το γράφω ως ακροατής και άνθρωπος που έχει ζήσει τον χώρο του heavy metal από πολλές θέσεις. Ως κάποιος που όταν πρωτοείδε το εξώφυλλο του “The number of the beast” ένιωσε πως αυτό, ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να ακούσει, να μάθει, να καταλάβει τι είναι!  Ίσως γι’ αυτό η οπτική ταυτότητα του metal δεν μου φαίνεται ποτέ επιφανειακή, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνής. Ακόμη κι όταν αποτυγχάνει, ακόμα και όταν είναι πραγματικά γελοία, ακόμη κι όταν υπερβάλλει, παραμένει μέρος ζωτικό κομμάτι της της μουσικής μας και κατ’ επέκταση της κουλτούρας μας.

Γιατί, τελικά, το metal δεν ήταν ποτέ μόνο ήχος.

Δημήτρης Σειρηνάκης

PANTERA: Έρχονται στο Release στις 9 Ιουλίου!!!

0
Pantera

Pantera

Το Release Athens 2026 υποδέχεται τους Pantera, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού. Οι θρυλικοί Τεξανοί πρωτοπόροι του groove metal θα πραγματοποιήσουν την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, κλείνοντας επιτέλους ένα από τα μεγαλύτερα κενά στη συναυλιακή ιστορία του heavy metal στη χώρα μας με ένα ανεπανάληπτο show.

Περισσότερα ονόματα θα ανακοινωθούν σύντομα!

Οι Pantera παραμένουν μέχρι σήμερα ένα από τα πιο επιδραστικά και καθοριστικά συγκροτήματα στην ιστορία του heavy metal. Με πωλήσεις δεκάδων εκατομμυρίων δίσκων παγκοσμίως, τέσσερις υποψηφιότητες για Grammy και δισεκατομμύρια streams, το εμβληματικό σχήμα των Philip H. Anselmo, Dimebag Darrell, Rex Brown και Vinnie Paul δημιούργησε έναν μοναδικό ήχο, που δεν έμοιαζε με τίποτα πριν ή μετά από αυτούς. Έναν ήχο που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο το metal ακουγόταν, έμοιαζε και γινόταν αισθητό.

Ξεκινώντας από τη σκηνή του Τέξας, έκαναν τη μεγάλη τους έκρηξη με το πολυπλατινένιο Cowboys from Hell (1990). Δύο χρόνια αργότερα, το Vulgar Display of Power (1992) επανακαθόρισε το metal και το hard rock, γεννώντας διαχρονικά κομμάτια όπως τα “Walk” και “This Love”, και κατέκτησε μια θέση στο Top 10 της λίστας του Rolling Stone με τα 100 σπουδαιότερα metal άλμπουμ όλων των εποχών.

Το Far Beyond Driven (1994) έκανε ντεμπούτο στο Νο.1 του Billboard 200 και παραμένει μέχρι σήμερα γνωστό ως «το πιο σκληρό άλμπουμ που έφτασε ποτέ στην κορυφή του chart». Συνεχίζοντας ακόμη πιο ακραία, το The Great Southern Trendkill (1996) έγινε χρυσό με το Pitchfork να λέει για το δίσκο πως «πιο συναρπαστικός δεν γίνεται». Το Reinventing the Steel (2000) χάρισε στο συγκρότημα το τρίτο συνεχόμενο Top 5 άλμπουμ τους στο Billboard 200.

Ακολούθησε μια περίοδος σιωπής και η μουσική κοινότητα θρήνησε την απώλεια των Dimebag Darrell και Vinnie Paul. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική των Pantera συνέχισε να διαπερνά την ευρύτερη κουλτούρα, εμφανιζόμενη σε ταινίες όπως The Crow, Donnie Darko, Sonic the Hedgehog 2 και το βραβευμένο με Oscar The Big Short.

Το 2022, οι Pantera επέστρεψαν στη ζωή με τους Anselmo και Brown, πλαισιωμένους από τους μακροχρόνιους φίλους και συνοδοιπόρους τους, Zakk Wylde και Charlie Benante (Anthrax). Έκτοτε, το συγκρότημα έχει πρωταγωνιστήσει σε μεγάλα φεστιβάλ, έχει γεμίσει αρένες σε ολόκληρο τον κόσμο και συνόδευσε τους Metallica στην παγκόσμια περιοδεία M72 World Tour για σχεδόν τρία χρόνια. Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, οι Pantera έχουν παρουσιάσει τα διαχρονικά τους anthems σε περισσότερους από 4 εκατομμύρια θεατές παγκοσμίως. Το 2025 έκλεισε με το The Heaviest Tour of the Summer, γιορτάζοντας την κληρονομιά τους και συστήνοντάς τη σε μια νέα γενιά fans.

Μετά από δεκαετίες αναμονής, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, τραγούδια όπως τα “This Love”, “Walk”, “New Level” και “Mouth for War”, ανάμεσα σε πολλά άλλα, θα δονήσουν – επιτέλους – την Πλατεία Νερού, σε μια μοναδική εμπειρία που μπορεί να νιώσει κανείς μόνο ζωντανά.

Follow Pantera:

Official Website
Instagram
Facebook
TikTok
Spotify

X

YouTube

Η διάθεση των εισιτηρίων ξεκινάει το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου, στις 12:00, προς 75€ και για συγκεκριμένο αριθμό. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. 

Επίσης, διατίθεται περιορισμένος αριθμός VIP εισιτηρίων, με πρώτη τιμή τα 250€.

Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές:

  • Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους
  • Open-bar
  • Ξεχωριστή πύλη εισόδου
  • Ιδιωτικό parking
  • Ξεχωριστές τουαλέτες
  • Αναμνηστικό δώρο

Παράλληλα, γίνονται διαθέσιμες δύο ακόμα ειδικές προσφορές για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ή τρεις ημέρες του φεστιβάλ, επωφελούμενοι από μία σημαντική έκπτωση:

Pantera & more tba (9/7, Πλατεία Νερού) + Limp Bizkit, Viagra Boys, Ecca Vandal (15/6, Πλατεία Νερού) προς 140€ (όφελος 15€)

Pantera & more tba (9/7, Πλατεία Νερού) + Limp Bizkit, Viagra Boys, Ecca Vandal (15/6, Πλατεία Νερού) + Three Days Grace & more tba (28/6, Πλατεία Νερού) προς 185€ (όφελος 30€)

Διάθεση εισιτηρίων:

Τηλεφωνικά στο 2117700000

Online / releaseathens.grmore.com

Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

Διάθεση εισιτηρίων ΑμεΑ:

Το Φεστιβάλ φροντίζει για την πρόσβαση Ατόμων με Αναπηρία, προσφέροντας ειδικό χώρο με ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή. Ο ειδικός χώρος είναι προσβάσιμος με αμαξίδιο, διαθέτει καθίσματα, ξεχωριστές τουαλέτες & δωρεάν parking.

Για την αγορά εισιτηρίων ΑμεΑ, παρακαλούμε να προωθήσετε το αίτημά σας ηλεκτρονικά στο support@releaseathens.gr, επισυνάπτοντας την κάρτα αναπηρίας σας. Για την είσοδό σας στους χώρους ΑμεΑ, η κάρτα αυτή θα χρειαστεί να επιδειχθεί κατά την άφιξή σας στο Φεστιβάλ.

Follow Release Athens: 

Official Website

Facebook

Instagram 

TikTok 

YouTube 

Spotify 

POPPY – “Empty hands” (Sumerian)

0
Poppy

Poppy

Ας μιλήσουμε λοιπόν για το φαινόμενο Poppy. Το όνομά της μπορεί να σας φαίνεται οικείο, από τις κατά καιρούς συμμετοχές της σε συνθέσεις των SPIRITBOX, KNOCKED LOOSE και BABYMETAL, αλλά έχει πολλά παραπάνω να επιδείξει στη σύντομη, αλλά αρκετά πλούσια καριέρα της. Ειδικά από τη στιγμή που έφυγε από πάνω της το gimmick της pop persona That Poppy και ανέδειξε την αγάπη της για τον σκληρό ήχο.

Η μεταμόρφωση ξεκίνησε από το 2020 που μπήκε κάτω από την ομπρέλα της Sumerian με το τρίτο της άλμπουμ “I disagree”, όπου έδειξε τις metalcore/industrial αρετές της και η παγκόσμια εκτόξευση επήλθε με το “Negative spaces”. Εκεί όπου την πήραν στις φτερούγες τους ο Jordan Fish (ο υπεύθυνος για τη μετάλλαξη των BRING ME THE HORIZON και πρώην πλέον κημπορντίστας τους) και ο Stephen Harrison (ο mastermind των HOUSE OF PROTECTION).

Έχοντας πλέον κατασταλάξει στα μουσικά πλαίσια στα οποία θέλει να κινηθεί και με εφοδιασμένες τις αποσκευές της με την παγκόσμια αναγνώριση που της αξίζει, η Poppy κυκλοφορεί την έβδομη δουλειά της “Empty hands” και τα πράγματα πλέον είναι συγκεκριμένα. Τα industrial στοιχεία στο “Empty hands” είναι ακόμη περισσότερα σε σχέση με τον προκάτοχό του, ο Fish έχει τη γενική επίβλεψη και στις μισές συνθέσεις βάζει τις metalcore πινελιές του και ο Harrison.

Σε ότι αφορά την ηρωίδα μας, για μια ακόμη φορά μεταμορφώνεται από τραγούδι σε τραγούδι. Με έμφαση στην ευαίσθητη Poppy, εδώ έχουμε ευκολομνημόνευτες, στην πεπατημένη των EVANESENSE, συνθέσεις όπως τα singles “Guardian”, “Unravel” και “Time will tell”, pop punk σφηνάκια όπως το εναρκτήριο “Public domain” και το χαβαλετζίδικο “Eat the hate” και βεβαίως, δεν θα μπορούσε να λείψει (ή και όχι) και η κάφρικη πτυχή της, με τις διάσημες, love/hate τσιρίδες της στο πρώτο single “Bruised sky”, όπως και στα εντελώς hardcore “Dying to forget” και στην ομώνυμη σύνθεση, που είναι και ο επίλογος.

Θα μπορούσα να μη γράψω όλα αυτά και να περιγράψω τη μουσική της Poppy ως τη χρυσή τομή μεταξύ των εμπορικών BRING ME THE HORIZON και της δημιουργικότητας της Lady Gaga, αλλά νομίζω ότι θα την αδικούσα κατάφωρα. Για τους πιο εξοικειωμένους με τις δουλειές της, θα μπορούσα να βαφτίσω το “Empty hands” ως το sequel του “Negative spaces”, αλλά και πάλι υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Η ευελιξία να μεταπηδά από ένα είδος στο άλλο με χαρακτηριστική άνεση, ακόμη μέσα και στην ίδια σύνθεση, κάνουν την Poppy ως one of a kind και στο σημείο αυτό έγκειται η τεράστια αποδοχή και επιτυχία της.

Αν θέλετε το metal σας αγνό και ανόθευτο, μείνετε όσο γίνεται μακριά. Αν όμως έχετε συνειδητοποιήσει ότι το ημερολόγιο γράφει 2026 και θέλετε να ακούσετε κάτι φρέσκο, συναρπαστικό και που συμβαίνει τώρα, το “Empty hands” σας περιμένει για να περιηγηθείτε μαζί του. Με την πεποίθηση ότι τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμη για την Poppy και ότι το “Empty hands” θα κάνει πάταγο παντού εκτός από τη χώρα μας, θα είμαι συνειδητά συγκρατημένος.

8 / 10

Γιώργος Κόης

TAILGUNNER – “Midnight Blitz” (Napalm Records)

0
Tailgunner

Tailgunner

Τα τελευταία χρόνια το κίνημα του New Wave Of Traditional Heavy Metal έχει μεγάλη άνθηση, χαρίζοντας στους ακροατές πολύ καλές δουλειές από συγκροτήματα που έχουν κάνει την παρελθοντολαγνεία να μην αποτελεί μια αρνητική έννοια, αφού η υπέρμετρη αγάπη που υπάρχει από κάποιους για το κλασσικό metal, ειδικά της δεκαετίας του 1980, αποτυπώνεται σε νότες με έναν υπέροχο τρόπο, άξιο εκατοντάδων ωρών ακρόασης. Οι Βρετανοί TAILGUNNER, σίγουρα, μετά και την κυκλοφορία και της νέας τους δουλειάς “Midnight blitz”, μπαίνουν στο πάνθεον, σαν άξιοι αντιπρόσωποι του ιδιώματος.

Η προηγούμενη, προ τριετίας, δουλειά τους “Guns for hire”, ήταν άλλο ένα άλμπουμ από τα πάρα πολλά που «πέφτουν» μπροστά μου ψάχνοντας ενδελεχώς για heavy metal κυκλοφορίες, σκεπτόμενος «ας το ακούσω και αυτό». Το τέλος της ακρόασης, με άφησε εντυπωσιασμένο, όχι γιατί άκουγα κάτι πρωτότυπο, αλλά επειδή όλες οι συνθέσεις είχαν μια άπλετη δυναμική, ξεφεύγοντας άμεσα από το σωρό των κυκλοφοριών. Ιδιαίτερη εντύπωση από τότε μέχρι σήμερα, μου έκανε ότι η έκδοση του βινυλίου τους ήταν αρκετά δύσκολη στο να την βρεις, μέσα σε 3 χρόνια κατάφεραν να υπογράψουν συμβόλαιο σε μια από τις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρίες, και ότι την παραγωγή στην επερχόμενη κυκλοφορία έχει αναλάβει ο K.K. Downing, κιθαρίστας των JUDAS PRIEST στα άλμπουμ που όρισαν έναν ήχο και ιδίωμα. Φυσικά ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, ίσως δεν έχει πια την αίγλη του παρελθόντος, αλλά και πάλι, η παρουσία του, ό,τι ποσό και να πήρε, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμελητέα.

Όλα τα παραπάνω είναι σίγουρα, δείγματα ότι το συγκρότημα έχει γίνει μάλλον αρκετά γρήγορα viral στους metal κύκλους. Έτσι η είδηση της δεύτερης δισκογραφικής τους προσπάθειας, μου δημιούργησε μια μεγαλύτερη ανυπομονησία για το τελικό αποτέλεσμα, το οποίο μετά και την ολοκλήρωση των ακροάσεων, είναι και πιο καλό από το ντεμπούτο. Η σειρήνα αεροπορικής επιδρομής που είναι τα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμο τραγουδιού, “Midnight blitz”, που «ανοίγει» τον δίσκο, στέκεται ως κατάλληλος προάγγελος της «ηχητικής επίθεσης» που εξαπολύεται από τα ηχεία, αποτελώντας ένα ισχυρό σημάδι για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Το συγκρότημα, ίσως και λόγω την καταγωγής του, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο διατυμπανίζει την υπέρμετρη αγάπη που έχει στο παραδοσιακό heavy metal, είτε της χώρας του, είτε της λοιπής Ευρώπης, όπως παιζόταν κάποτε κατά κόρον. Έχει σαν επιρροές όλα τα παρελθοντικά στοιχεία του ήχου, «χτίζοντας» όμως πάνω σε αυτά, αυτό που θέλει να προσφέρει στο τώρα, χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση ή να υποταχθεί σε μουσικά μοτίβα που θα του φέρουν μια σίγουρη επιτυχία. Οι συνθέσεις που εμπεριέχονται στο “Midnight blitz”, είναι μια «αιφνιδιαστική επίθεση» (blitz), όχι όμως μεταμεσονύχτια (midnight) μόνο, αλλά ολοήμερη και καθημερινή.

Οι συνεχείς «ανεβαστικές» στιγμές που σου πάνε την αδρεναλίνη στα ύψη, τα άκρως επιθετικά ριφ, οι «μανιασμένα ουρλιάζουσες» δίδυμες κιθάρες, τα μελωδικά και shredding solos που είναι τοποθετημένα με μαεστρία, τα double-bass drums, τα refrain που θα σε κάνουν να νιώθεις άβολα γιατί θα θες να τα τραγουδάς παντού, και δεν θα μπορείς όλες τις ώρες της ημέρας, τα ανθεμικά μέρη και ωραίες μελωδίες, τα επικά διάσπαρτα μέρη, τα δυναμικά κουπλέ και η γενικότερη δυναμική ενορχήστρωση και ένταση στις συνθέσεις, αλλά και η όλη αμεσότητα στην ακρόαση που προκύπτει, είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την δουλειά. Εκτός ενός τραγουδιού που είναι μπαλάντα, το συγκρότημα έχει επιλέξει οι συνθέσεις του να είναι σε πιο up-tempo ζωηρούς ρυθμούς, με τα τραγούδια να είναι επί το πλείστον γρήγορα έχοντας και αρκετά speed metal στοιχεία και μέρη. Όσον αφορά τη συνολική δομή των τραγουδιών, όλα είναι απλά, χωρίς ηχητικές πολυπλοκότητες από την αρχή μέχρι το τέλος, κάτι που προσωπικά μου θύμισε αρκετά το ύφος και την «γοητεία» των New Wave Of British Heavy Metal συγκροτημάτων.

Στο δελτίο τύπου ο K.K. Downing αναφέρει μεταξύ άλλων για το γκρουπ: «Οι TAILGUNNER είναι ένα συγκρότημα που θα έπρεπε να είχαμε δει να αναδύεται από το Ηνωμένο Βασίλειο πριν από χρόνια, αφού ενσαρκώνουν όλα όσα είναι heavy metal. Η ενέργεια και η ωμότητά τους, μαζί με το είδος του metal που χρησιμοποιούν, ενσωματώνει όλους τους νονούς του ήχου. Το συγκρότημα έχει μια νεανική φρεσκάδα και μια μοναδικότητα που αναμφίβολα θα τους αναδείξει σε ένα πραγματικό αγαπημένο metal των οπαδών.»  Διαβάζοντάς τα, ίσως σκεφτείς ότι είναι marketing-ίστικες αερολογίες για την πιο εύκολη και γρήγορη προώθηση την νέας δουλειάς. Αν όμως την ακούσεις αρκετές φορές, θα συμφωνήσεις μαζί του. Το άλμπουμ είναι προσεγμένο και καλοδουλεμένο σε κάθε πτυχή του, από το εξώφυλλο μέχρι και την κάθε λεπτομέρεια εσωτερικά, αλλά και συνάμα άκρως διασκεδαστικό.

Όλα τα τραγούδια «φωνάζουν» heavy metal της δεκαετίας του ’80, από μουσικούς που κάθε τους ερμηνεία είναι στο αποκορύφωμά της, δημιουργώντας ένα άλμπουμ που δεν έχει ούτε fillers, ούτε αδύναμα σημεία. Θεωρώ πως όλα τα τραγούδια του δίσκου, εκτός την μπαλάντας, θα μνημονεύονται για πάρα πολύ καιρό, αφού η παλιομοδίτικα καινούργια φρεσκάδα που υπάρχει, είναι ένας φόρος τιμής σε όλους τους «μεγάλους» του heavy metal με κάθε τραγούδι να σου προσφέρει έναν συνεχή μεταδοτικό ενθουσιασμό (πχ στο “Eulogy” που «κλείνει» τον δίσκο, τα ρυθμικά του μέρη και solos, θα σου φέρουν άμεσα στο μυαλό τους HELLOWEEN).

Το “Midnight blitz”, είναι άλλο ένα άλμπουμ θα σε «κρατήσει» στην ολότητά του από την πρώτη στιγμή, αν φυσικά σου αρέσει το ιδίωμα που οι ίδιοι εκφράζονται. Οι TAILGUNNER, βάση τελικού αποτελέσματος, αποδεικνύουν αφενός ότι έχουν δουλέψει πολύ για την κυκλοφορία, αφετέρου ότι οι ικανότητές και το ταλέντο που έχουν, τους δίνουν την δυνατότητα να αποτελούν ένα σχήμα που δείχνει ότι το μέλλον του ανήκει, στον κλασσικό heavy metal ήχο, αρπάζοντας τη σκυτάλη από όλους αυτούς που έχουν ορίσει το ιδίωμα. Ακούστε οπωσδήποτε ένα άλμπουμ, που όσες φορές και να «συνδεθείς» μαζί του δεν θα το βαρεθείς, από ένα συγκρότημα που δημιούργησε μια από τις καλύτερες κυκλοφορίες του 2026 και δείχνει ότι έχει λαμπρή πορεία αν συνεχίσει έτσι!

8,5 / 10

Θοδωρής Μηνιάτης

BEYOND THE BLACK – “Break the silence” (Nuclear Blast)

0
Beyond

Beyond

Το “Break the silence” βρίσκει τους BEYOND THE BLACK σε μια περίοδο δημιουργικής αυτοπεποίθησης, όπου το συμφωνικό ύφος δεν χρησιμοποιείται απλώς για εντυπωσιασμό, αλλά ως εργαλείο αφήγησης. Είναι ένα concept άλμπουμ με βάση το μελωδικό metal και διακριτές ethno επιρροές, που εξερευνά τη σημασία της επικοινωνίας, την εσωτερική δύναμη και την αντοχή, αναδεικνύοντας παράλληλα την επιτακτική ανάγκη επανασύνδεσης των ανθρώπων σ’ έναν βαθιά διχασμένο κόσμο. Οι BEYOND THE BLACK χτίζουν έναν ηχητικό και συναισθηματικό χώρο όπου η ένταση και η ευαισθησία συνυπάρχουν και εναλλάσσονται μεθοδικά. Η βασική ιδέα είναι η μετάβαση από την εσωτερική σιωπή στην εξωτερίκευση και αυτό αποτυπώνεται τόσο στη δομή όσο και στις ερμηνείες.

Το συγκρότημα  ανοίγει το άλμπουμ με μια διάθεση ανοδική, όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος “Rising High”. Εκεί ακούγεται καθαρά ο γνώριμος πυρήνας της μπάντας: μελωδικά και σταθερά riffs, συμφωνικά πλήκτρα που στηρίζουν αντί να καλύπτουν τις κιθάρες και ένα ρεφρέν που μένει εύκολα στο αυτί. Αυτή η δυναμική αρχή δίνει ενέργεια, αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος για πιο εσωτερικές στιγμές που ακολουθούν, δείχνοντας από νωρίς ότι ο δίσκος θα κινηθεί ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, την εξωστρέφεια και την ενδοσκόπηση.

Η ένταση δεν μένει συνεχώς ψηλά. Σε αρκετά σημεία ο ρυθμός πέφτει και το βάρος μεταφέρεται στο συναίσθημα. Τραγούδια όπως το “The art of being alone” κινούνται σε πιο ήπιους τόνους, με απλούστερες ενορχηστρώσεις και μεγαλύτερη έμφαση στη φωνή. Η Jennifer Haben τραγουδά πιο χαμηλά και άμεσα, χωρίς επίδειξη δύναμης. Αυτές οι ήσυχες φάσεις κάνουν τις δυνατές κορυφώσεις που ακολουθούν να ακούγονται πιο ουσιαστικές, γιατί έχει προηγηθεί μια στιγμή ευαισθησίας και ανθρώπινης αδυναμίας.

Το πιο κομβικό, ίσως, κομμάτι του άλμπουμ είναι το ομώνυμο “Break the silence”. Το κομμάτι ξεκινά συγκρατημένα και χτίζεται βήμα-βήμα μέχρι να φτάσει σε ένα μεγάλο ξέσπασμα. Οι χορωδίες και τα πλήκτρα δεν μπαίνουν για απλό εντυπωσιασμό, αλλά για να μεγαλώσουν σταδιακά τον χώρο του ήχου και να δώσουν την αίσθηση ότι κάτι κλειστό ανοίγει. Είναι παράδειγμα της γενικότερης λογικής του δίσκου, που προτιμά τη σταδιακή ανάπτυξη αντί για απότομες εκρήξεις.

Παράλληλα, η θεατρική πλευρά του συγκροτήματος παραμένει παρούσα. Το “La vie est un Cinéma” δίνει περισσότερη κίνηση και ρυθμό, με σχεδόν χορευτική βάση κάτω από τα συμφωνικά στρώματα. Υπενθυμίζει ότι η ιστορία που αφηγείται ο δίσκος δεν είναι μόνο εσωτερική διαδικασία αλλά και εξωστρεφής πράξη.

Το κλείσιμο με το “Weltschmerz” είναι χαμηλών τόνων και πιο στοχαστικό. Δεν επιλέγει εντυπωσιακό φινάλε αλλά μια ήρεμη κατάληξη που δίνει αίσθηση αποδοχής μετά την εσωτερική διαδρομή. Αυτή η επιλογή συνοψίζει τη λογική του άλμπουμ: η λύση έρχεται μέσα από καθαρότητα και όχι από θόρυβο.

Συνολικά, το “Break the silence” κερδίζει μέσα από τη ροή και τη συνοχή του. Από την αρχική ενέργεια του “Rising high”, στο άνοιγμα του “Break the silence”, στις πιο εσωτερικές στάσεις του “The art of being alone” και στην ήρεμη εκτόνωση του “Let there be rain”, μέχρι το στοχαστικό τέλος του “Weltschmerz”, ο δίσκος ακούγεται σαν μια ενιαία πορεία. Οι BEYOND THE BLACK δεν αλλάζουν ριζικά κατεύθυνση, αλλά εξελίσσουν τον ήχο τους με περισσότερη συγκέντρωση και βάθος. Είναι ένας δίσκος που λειτουργεί καλύτερα όταν ακούγεται ολόκληρος και αποκαλύπτει λεπτομέρειες κάθε φορά που επιστρέφεις σε αυτόν, προσφέροντας ένα σταθερό και καθαρό μουσικό μήνυμα αντί για μια στιγμιαία εντύπωση.

Το “Break the Silence” είναι βήμα μπροστά σε ωριμότητα και συνοχή σε σχέση με τα πρόσφατα τους, χωρίς όμως να σπάει ριζικά τα όρια του είδους. Η μπάντα δείχνει εξέλιξη στην ενορχήστρωση και στη δραματουργία των τραγουδιών: περισσότερο βάρος στην αφήγηση και την ατμόσφαιρα, λιγότερη ανάγκη για εντυπωσιακά τρικ. Ώριμο και μεστό σαν δουλειά που κερδίζει με τις επαναλήψεις. Λίγο συντηρητικό αν ψάχνεις ριζικές καινοτομίες.

8 / 10

Πέτρος Καραλής

IN FLAMES interview 2006 (Bjorn Gelotte)

0
In Flames
Foto: Friso Gentsch (c) 2005
In Flames
Foto: Friso Gentsch (c) 2005

“The usual suspects”

Στις 3/2/2006, οι Σουηδοί IN FLAMES είχαν κυκλοφορήσει το “Come clarity” και η συνέντευξη που θα διαβάσετε παρακάτω ήταν θέμα εξωφύλλου, έχοντας κιόλας και μια αποκλειστική φωτογράφηση με το συγκρότημα. Τελικά είναι πολύ ωραίο να «κάνεις ανασκαφές» στα αρχεία του εντύπου Rock Hard!!!

Έχοντας κάνει στο παρελθόν δύο συνεντεύξεις με τον Anders Friden των IN FLAMES, αυτή τη φορά θέλησα να μιλήσω με τον βασικό συνθέτη (μαζί με τον Jesper) και κιθαρίστα του συγκροτήματος Bjorn Gellote μιας και είναι ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται κατά πολύ η σύγχρονη εικόνα των Σουηδών. Το αίτημά μου έγινε δεκτό και το αποτέλεσμα ήταν μια από τις καλύτερες συζητήσεις που έχω κάνει με μουσικό μέχρι σήμερα…

Bjorn το άλμπουμ σας ήταν έτοιμο από το καλοκαίρι. Γιατί σας πήρε τόσο καιρό να το κυκλοφορήσετε;
Σκοπός μας ήταν να κυκλοφορήσουμε το νέο μας άλμπουμ τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, αλλά δεν είχαμε αποφασίσει ακόμα ποιος θα το κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το συμβόλαιο με το αμερικάνικο τμήμα της Nuclear Blast είχε τελειώσει και θέλαμε να βρούμε κάποια άλλη εταιρία εκεί. Μπορούσαμε βέβαια να το βγάλουμε νωρίτερα στην Ευρωπαϊκή αγορά αλλά μετά από πολλές συζητήσεις αποφασίσαμε να το βγάλουμε ταυτόχρονα σε ολόκληρο τον κόσμο. Όπως καταλαβαίνεις οι διαπραγματεύσεις κράτησαν λίγο παραπάνω κι εκεί οφείλεται και αυτή η καθυστέρηση.

Foto: Friso Gentsch (c) 2005

Στην αρχή είχε ανακοινωθεί ότι το άλμπουμ θα έχει τίτλο “Crawling through knives”. Τι σας έκανε να αλλάξετε γνώμη και το ονομάσετε τελικά “Come clarity”;
Το “Crawling through knives” ήταν το δεύτερο τραγούδι που γράψαμε όταν ξεκινήσαμε τη σύνθεση των κομματιών για το νέο μας άλμπουμ. Εκείνο το διάστημα αυτό το κομμάτι αντιπροσώπευε το πώς ακριβώς αισθανόμασταν και το πώς θέλαμε να ακουγόμαστε το 2005 γι’ αυτό και νομίσαμε ότι προς στιγμήν είχαμε βρει τον τίτλο. Όταν όμως γράψαμε το “Come clarity” ανακαλύψαμε κάποια νέα στοιχεία τα οποία έλεγαν πολλά περισσότερα για τους IN FLAMES του σήμερα, τα οποία με τον καιρό τα προσθέσαμε και σε άλλες συνθέσεις, γεγονός που μας οδήγησε και στην τελική μας απόφαση για την ονομασία του δίσκου.

Το τελευταίο σας άλμπουμ είχατε επιλέξει να το ηχογραφήσετε σε ένα ειδικά διαμορφωμένο σπίτι κάπου στην Δανία ενώ τώρα επιλέξατε ένα studio που βρίσκεται πολύ κοντά στα σπίτια σας. Τι ήταν αυτό που συνετέλεσε σε αυτή σας την απόφαση;
Αν και κάποια στιγμή πέρασε από την σκέψη μας να κάνουμε κάτι ανάλογο, γρήγορα το εγκαταλείψαμε. Προσπαθούμε όσο το δυνατόν περισσότερο να μην επαναλαμβάνουμε τους εαυτούς μας. Όσο και να θέλαμε να δημιουργήσουμε το «μαγικό» κλίμα που υπήρχε εκείνο το διάστημα στο συγκεκριμένο χώρο δε νομίζω ότι θα ήταν ιδιαίτερα εύκολο να επαναληφθεί. Από την άλλη πλέον όλοι έχουμε οικογένειες και παιδιά τώρα, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς. Είναι πολύ πιο βολικό να βρίσκεσαι πολύ κοντά στο σπίτι σου και να γυρίζεις το βράδυ να κοιμηθείς εκεί. Λείπουμε όταν βρισκόμαστε σε περιοδείες μακριά από τις οικογένειές μας, δεν θέλαμε να το κάνουμε και όταν ηχογραφούμε το νέο μας υλικό. Έτσι επιλέξαμε μερικά studio στη Σουηδία και αφού ηχογραφήσαμε το υλικό, το στείλαμε σε δύο πολύ ταλαντούχους νέους μηχανικούς ήχου οι οποίοι συνεργάζονται με τους ENTOMBED και είχαν μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη για το πώς πρέπει να ακούγεται η μουσική μας. Μας αρέσει να ακούμε νέες ιδέες και γι’ αυτό τους εμπιστευτήκαμε.

Σκεφτήκατε ποτέ να ηχογραφήσετε ένα άλμπουμ στις Ηνωμένες Πολιτείες;
Δε νομίζω ότι θα ήθελα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Το μέρος στο οποίο ηχογραφούμε θέλω να έχουμε άνεση και να μη μας πιέζει ο χρόνος για να τελειώσουμε τη δουλειά μας. Ένα άλμπουμ ηχογραφημένο στην Αμερική θα απαιτούσε πολλά έξοδα καθώς θα έπρεπε να πάρουμε μαζί και τις οικογένειές μας πράγμα που δεν ξέρω αν θα ήμασταν διατεθειμένοι να το κάνουμε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το παιδί μου είναι μόλις τριών ετών και δεν θα ήθελα να το πάω σε μια τέτοια χώρα προς το παρόν. Από την άλλη όμως, είμαστε ένα συγκρότημα ανοιχτό στις προκλήσεις γι’ αυτό και δεν θέλω να σου πω ότι δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο αλλά θα προσπαθούμε να το αποφύγουμε όσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι (γέλια).

Foto: Friso Gentsch (c) 2005

Ακούγοντας το “Come clarity” μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι επιχειρείτε μία αναδρομή στον ήχο του παρελθόντος σας με ένα αρκετά μοντέρνο τρόπο. Εσύ τι πιστεύεις;
Κατά κάποιο τρόπο αυτό είναι αλήθεια. (κάπου εδώ έγινε μια διακοπή μιας και ο manager τους, τηλεφώνησε τον Bjorn στο κινητό αφήνοντας με να περιμένω στη γραμμή πέντε λεπτά περίπου). Συγγνώμη αλλά βρισκόμαστε σε ένα σημείο που καθημερινά κλείνουμε νέες συναυλίες και πρέπει να ενημερώνομαι. Που είχαμε μείνει; Α ναι, με το ‘Come clarity” δεν θέλουμε να αγγίξουμε τις ρίζες μας, άλλωστε ποτέ δεν είχαμε την ανάγκη να κάνουμε κάτι τέτοιο. Πάντα προσπαθούμε να φέρουμε νέα στοιχεία στη μουσική μας και να δημιουργήσουμε μια μικρή επανάσταση στον τρόπο που δημιουργούμε. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Η μελωδία έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο στον ήχο των IN FLAMES. Στο “Soundtrack to your escape” προσπαθήσαμε για πρώτη φορά να μη μεταδώσουμε τις μελωδίες τόσο μέσα από τις κιθάρες αλλά από τα φωνητικά και τα πλήκτρα αντίστοιχα. Αυτή τη φορά μας θέλαμε κάτι διαφορετικό. Επιστρέψαμε πάλι τις μελωδίες στις κιθάρες πράγμα που ίσως θυμίζει λίγο το παρελθόν μας.

Επικρατεί η άποψη ότι με το “Come clarity” μένετε σταθεροί χωρίς να προχωρήσετε τον ήχο σας όπως κάνατε στο παρελθόν με κάθε σας άλμπουμ. Ποια είναι η γνώμη σου;
Για εμάς ποτέ ένα άλμπουμ δεν είναι ίδιο με το προηγούμενο. Το μόνο που παραμένει σταθερό είναι ο τρόπος με τον οποίο γράφουμε μουσική εγώ και ο Jesper. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ να πειραματιστούμε ή να προσθέσουμε νέα στοιχεία στη μουσική μας. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφουμε μουσική. Να προοδεύουμε και πηγαίνουμε μπροστά. Τώρα αν κάποιος δεν θέλει να το καταλάβει αυτό είναι δικό του πρόβλημα και δεν με απασχολεί.

Foto: Friso Gentsch (c) 2005

Υπήρξε ποτέ κάποια στιγμή που κάποιος manager ή η δισκογραφική εταιρία προσπάθησε να σας πείσει να κάνετε κάτι άλλο από αυτό που θέλατε;
Πάντα τις αποφάσεις τις παίρνουμε μόνοι μας. Πολλές φορές μας προτείνουν κάποια πράγματα ή μας ζητάνε να κάνουμε κάποια άλλα όμως μόνο αν το θέλουμε εμείς οι ίδιοι. Στο παρελθόν όταν ήμασταν ακόμα άπειροι υπήρχαν κάποιες πιέσεις αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν σημαντικές. Οι αποφάσεις ανήκουν σε μας. Μπορεί να μην είναι πάντα οι καλύτερες αλλά τουλάχιστον εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας.

Πρόσφατα κάνατε ένα video με το οποίο παρουσιάσατε όλο το νέο σας άλμπουμ στον κόσμο των media στη Σουηδία. Υπάρχει περίπτωση να δούμε κάποια στιγμή αυτό το video σε κάποια ειδική έκδοση του άλμπουμ, μήπως;
Μάλλον κάτι τέτοιο θα γίνει. Η Nuclear Blast πρόκειται να το συμπεριλάβει στην πρώτη κοπή του άλμπουμ σε μια limited edition έκδοση αλλά ακόμα όλα είναι υπό συζήτηση. Στην ουσία αυτό το video δείχνει εμάς να παίζουμε το άλμπουμ στο studio με ασπρόμαυρη εικόνα και πολύ κίνηση. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν άκρως ικανοποιητικό μιας και η σκηνοθεσία ανήκει στον Patric Ullaeus, άνθρωπο που είναι υπεύθυνος για τα τελευταία μας video clip, οπότε και το αποτέλεσμα ήταν εγγυημένο.

Πριν από λίγες μέρες υπογράψατε στην Αμερική συμβόλαιο με την Ferret Records. Τι ήταν αυτό που σας έπεισε να συνεργαστείτε μαζί τους; Είμαι σίγουρος ότι θα ήταν πολλοί αυτοί που θα ενδιαφέρθηκαν.
Πίστεψέ με ήταν πάρα πολλοί αυτοί που μας πρότειναν να συνεργαστούμε, πολυεθνικές εταιρίες και ανεξάρτητες. Όταν δουν πως μπορούν να βγάλουν λεφτά από εσένα τότε κάνουν τα πάντα για να σε εντάξουν στο δυναμικό τους και γι’ αυτό πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός στις επιλογές σου. Η μόνη εταιρία που είχε πραγματικά ωραίες και ενδιαφέρουσες ιδέες σχετικά με το πώς πρέπει να κινηθούμε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν τα παιδιά από την Ferret Records. Μας φέρθηκαν πολύ ειλικρινά και έκαναν κάτι που κανένας άλλος με τον οποίο συζητήσαμε δεν τόλμησε. Μας είπαν ανοιχτά πως θα αφιερώσουν το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς τους στο νέο μας άλμπουμ και στο μέλλον των IN FLAMES. Αυτό ήταν βασικά και το σημείο που μας έπεισε από τις κουβέντες που είχαμε μαζί τους.

Πρόσφατα ο Daniel έγινε πατέρας και για την περιοδεία σας με τους MOTORHEAD τον αντικαταστήσατε με τον Tobbe Kellgren. Πως καταλήξατε σε αυτήν την επιλογή;
Ο Daniel λόγω της γέννησης του παιδιού του θα έπρεπε να λείψει για ένα μικρό χρονικό διάστημα και έπρεπε να βρούμε κάποιον που να μπορεί να μάθει τα κομμάτια μας πολύ γρήγορα. Τον Tobbe τον ξέρουμε εδώ και πολλά χρόνια μιας και κάποτε είχαμε περιοδέψει μαζί όταν αυτός ήταν drummer των DISSECTION. Αν θυμάμαι καλά, τότε μαζί μας ήταν και οι CRADLE OF FILTH. Από τότε είχαμε κρατήσει επαφές μιας και μένει πολύ κοντά σε μας πράγμα που διευκόλυνε την κατάσταση. Είναι άνθρωπος με πολύ χιούμορ και φυσικά πολύ καλός drummer.

Είσαι ένας από τους ελάχιστους κιθαρίστες που δεν έχεις ακόμα σχηματίσει το δικό σου προσωπικό project. Δεν έχεις σκεφτεί ποτέ να κάνεις κάτι τέτοιο;
Είναι πολύ περίεργο που το λες μιας και μόλις πριν από λίγες μέρες ξεκίνησα μαζί με τον Jesper να ασχολούμαι με κάτι. Δεν έχουμε ακόμα σχηματίσει κάποιο συγκρότημα αλλά μάλλον θα το κάνουμε στο μέλλον. Είναι ένα metal project στο οποίο τραγουδάει η αδελφή μου και μία φίλη της και μάλλον θα ονομάζετε ALL ENDS. Με λίγα λόγια θα πρόκειται για metal μουσική με δύο τραγουδίστριες. Ελπίζω να βρούμε τον ανάλογο χρόνο στο μέλλον να ηχογραφήσουμε ένα άλμπουμ και να κάνουμε μια μικρή περιοδεία. Έχουμε δώσει κάποια live αλλά χωρίς σταθερό line up. Το μέλλον θα δείξει

Εσύ και ο Peter συνεργαστήκατε μαζί με τον James Murphy πριν από λίγο καιρό πάνω σε ένα tribute για τον Chuck Schuldiner. Αν δεν κάνω λάθος συμμετέχεις στο “Flattening of emotions”. Πως ήταν η εμπειρία και πως ξεκίνησαν όλα;
Είναι μία πολύ αστεία ιστορία. Ήμουν στο σπίτι και χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Fredrik από τα Fredman studios και μου είπε ότι κάποιος ήταν εκεί και ήθελε να μου μιλήσει. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή που είπε “Γεια σου Bjorn, είμαι James Murphy”. Δεν μπορείς να φανταστείς πως αντέδρασα. Έπαθα μεγάλο σοκ. Δεν μπορούσα να θυμηθώ τα αγγλικά μου. Είμαι τεράστιος οπαδός του James σε ότι και αν έχει κάνει μέχρι σήμερα. Μου είπε πως ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και συγκεντρώνει μουσικούς για το συγκεκριμένο tribute. Μου ζήτησε να συμμετέχω αλλά του είπα ότι θα περάσω από το studio να δοκιμάσω γιατί δεν ήξερα αν θα μπορέσω να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις του κομματιού. Τελικά τα πράγματα πήγαν πάρα πολύ καλά μιας και ο James με πίεσε να παίξω κάτι που δεν ήξερε ότι θα μπορούσα ποτέ να το καταφέρω. Νομίζω ότι στο συγκεκριμένο κομμάτι drums παίζει ο Richard Christy ενώ κάποια δεύτερα φωνητικά κάνει ο Jeff Walker των CARCASS. Δυστυχώς δεν ξέρω αν έχουν ηχογραφηθεί τα φωνητικά και το μπάσο αλλά ελπίζω το τελικό αποτέλεσμα να είναι πολύ καλό.

Οι IN FLAMES είναι μια death metal μπάντα που έχει παίξει μαζί με συγκροτήματα όπως οι SLIPKNOT, οι KILLSWITCH ENGAGE αλλά και σχήματα όπως οι MOTORHEAD, MOTLEY CRUE, IRON MAIDEN και METALLICA. Πως εξηγείς ότι ο κόσμος σας δέχεται εξίσου καλά είτε παίζετε με συγκροτήματα παρόμοιου ήχου είτε με άλλα πολύ διαφορετικά;
Αυτό είναι από τα πράγματα που δεν μπορώ να εξηγήσω. Νομίζω ότι έχει να κάνει περισσότερο με τη θετική μας άποψη για τη μουσική αλλά φυσικά και για το ότι έχουμε πολύ μελωδία στις συνθέσεις μας. Παρόλο που πολλές φορές έχουμε brutal φωνητικά η μελωδία παραμένει. Γι’ αυτό μάλλον και λειτουργούμε πολύ αρμονικά με συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN, οι JUDAS PRIEST και οι METALLICA.

Απ’ ότι ξέρω ένα από τα αγαπημένα σου συγκροτήματα είναι οι SLAYER. Θα ήθελες να μου πεις ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτούς σήμερα;
Σίγουρα ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας μου όταν περιοδέψαμε μαζί τους επί δύο συνεχόμενους μήνες μαζί με τους SLAYER και τους SOULFLY. Έχουν τόσο πολύ καλό υλικό που μπορούν να παίζουν δύο ολόκληρες ώρες και να μην ακούσεις ούτε ένα βαρετό κομμάτι. Είναι πραγματικός οδοστρωτήρας πάνω στη σκηνή. Όσο για τα άλμπουμ τους μου άρεσε πάρα πολύ το “God hates us all” αλλά θα έλεγα ότι δεν έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στους δίσκους τους όταν ο Dave Lombardo είχε φύγει μιας και είναι από τους αγαπημένους μου ντράμερ.

Αλήθεια, πως σου φαίνεται ότι στην Αμερική συγκροτήματα όπως οι SOILWORK χαρακτηρίζονται ως underground και πως είναι η κατάσταση με σας εκεί;
Στην Αμερική όταν φτιάξεις ένα συγκρότημα με τις κατάλληλες προϋποθέσεις μπορείς να περιοδεύσεις και να δώσεις εκατοντάδες συναυλίες. Το να φτιάξεις ένα συγκρότημα που θα παίζει hardcore ή metalcore και να βγεις σε περιοδεία αν είσαι Αμερικάνος είναι το πιο εύκολο. Η σκηνή εκεί είναι πολύ δυνατή και ο κόσμος σε στηρίζει. Για ένα συγκρότημα όμως που ξεκινά από τη Σουηδία για να κατακτήσει την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Δεν μπορείς να είσαι συνέχεια εκεί. Θα παραμένεις underground εφόσον δεν μπορείς να δίνεις τόσες συναυλίες όσο ένα τοπικό συγκρότημα. Δες για παράδειγμα μπάντες όπως οι KILLSWITCH ENGAGE και οι SHADOWS FALL. Υπάρχουν λιγότερα χρόνια από εμάς και κάποτε έπαιζαν support σε εμάς όταν πηγαίναμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τον καιρό όμως και έχοντας το πλεονέκτημα να βρίσκονται συνεχώς εκεί η φήμη τους διαδόθηκε πάρα πολύ. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι πρόκειται για πολύ ταλαντούχες μπάντες. Πιστεύω ότι τα περισσότερα ευρωπαϊκά συγκροτήματα που παίζουν αυτό το είδος μουσικής παραμένουν underground εκεί, εκτός από τους AT THE GATES που μια περίοδο είχαν ξεχωρίσει. Εμείς, αυτό το διάστημα πιστεύω ότι ξεφεύγουμε σιγά-σιγά μιας και τώρα τελευταία ηγούμαστε σε πολλές περιοδείες.

Εσύ, ξεχωρίζεις κάποια από αυτά τα συγκροτήματα;
Σίγουρα τους KILLSWITCH ENGAGE. Είναι πολύ ταλαντούχοι μουσικοί και οι περισσότεροι πολύ καλά παιδιά. Δουλεύουν πάρα πολύ και αυτό φαίνεται στα άλμπουμ τους. Επίσης, είμαι οπαδός των GOD FORBID και των SHADOWS FALL.

Ποιοι μουσικοί θα σχημάτιζαν την απόλυτη μπάντα σύμφωνα με τη γνώμη σου;
Ο DIO στα φωνητικά, ο Zakk Wylde, ο Ritchie Blackmore και ο Chris Amott στις κιθάρες, ο Kevin Moore στα πλήκτρα, o Rob Trujillo στο μπάσο και στα drums ή ο Gene Hoglan ή ο Daniel από μας.

Σάββας “Krusty” Στανής

A day to remember… 3/2 [IN FLAMES]

0
Flames

Flames

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Come clarity” – IN FLAMES
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jesper Stromblad, Anders Friden, Bjorn Gelotte
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά: Anders Friden
Κιθάρα: Jesper Stromblad
Κιθάρα: Bjorn Gelotte
Μπάσο: Peter Iwers
Drums: Daniel Svensson

Είναι πολλά τα είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του “Come clarity”. Κοιτάζοντας πίσω αυτή την εικοσαετία, είναι αναπόφευκτο να σκεφτεί κανείς πόσο άλλαξαν οι IN FLAMES. Μαζί τους, αλλάξαμε κι εμείς. Μεγαλώνουμε, ανοίγουμε τους ορίζοντές μας στα ακούσματα, μαθαίνουμε νέα πράγματα, βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε την καθημερινότητα αλλιώς. Παρ’ όλα αυτά, σε προσωπικό επίπεδο, οι IN FLAMES δεν ξεπέρασαν ποτέ δημιουργικά την πρώτη τους δεκαετία, μια περίοδο που κλείνει ιδανικά με το σχεδόν εξωπραγματικό “Come clarity”.

Μπορεί να έχουν περάσει αρκετά χρόνια, όμως θυμάμαι ξεκάθαρα πότε οι IN FLAMES άρχισαν να δέχονται, όχι και ιδιαίτερα κολακευτική, κριτική για τη στροφή προς έναν πιο εμπορικό ήχο, ήδη από το “Clayman”. Άλλες εποχές, βέβαια, αφού σήμερα μιλάμε για έναν από τους κορυφαίους δίσκους της καριέρας τους. Ο πειραματισμός του “Reroute to remain” και η πιο «αμερικάνικη» προσέγγιση του “Soundtrack to your escape”, με λιγότερα κιθαριστικά solos και διαφορετική αισθητική, έφεραν κι αυτά τα αρνητικά τους σχόλια. Ωστόσο, η γενική εικόνα ήταν ξεκάθαρη. Ένα εντυπωσιακό σερί σπουδαίων άλμπουμ, που μεγάλωσε το όνομα των IN FLAMES, διεύρυνε το κοινό τους και δημιούργησε ένα τεράστιο hype σε Ευρώπη και Αμερική, με το συγκρότημα να τρέχει με τέρμα γκάζια και χωρίς φρένα.

Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, θυμάμαι την ημέρα που κυκλοφόρησε το “Take this life” ως πρώτο single και ακόμα ανατριχιάζω. Το σοκ ήταν απόλυτο αλλά με θετική έννοια. Ένα τραγούδι-δυναμίτης, γεμάτο ένταση, μελωδία και ρυθμό. Όταν το άλμπουμ έφτασε στα χέρια μου, θυμάμαι να λέω στον κολλητό μου πως είναι ελάχιστα τα συγκροτήματα που έχουν καταφέρει να κυκλοφορήσουν οκτώ συνεχόμενους δίσκους, όλοι τους επιπέδου κορυφής. Το πιστεύω ακόμα. Το σερί των IN FLAMES από το “The jester race” μέχρι και το “Come clarity” αξίζει βραβείο. Για όσα ακολούθησαν έχω πολλές ενστάσεις και απογοητεύσεις, αλλά εκείνη την περίοδο, μιλάμε για το απόλυτο.

Μουσικά, το “Come clarity” συνέχισε αυτό το εντυπωσιακό σερί, εξελίσσοντας ακόμα περισσότερο τον αμερικάνικο ήχο που είχαν υιοθετήσει από το “Soundtrack to your escape”, ενώ ταυτόχρονα έφερνε ξανά στο προσκήνιο στοιχεία της δικής τους ταυτότητας, τη μελωδία και το συναίσθημα της σουηδικής melodeath σχολής. Ήταν ένας δίσκος ισορροπίας, ωριμότητας και αυτογνωσίας, ίσως η τελευταία φορά που όλα τα κομμάτια του παζλ κούμπωσαν τέλεια.

Είκοσι χρόνια μετά το “Come clarity” παραμένει κάτι περισσότερο από ένα απλό άλμπουμ. Είναι ένα χρονικό σημείο, μια τομή στην πορεία των IN FLAMES και για πολλούς από εμάς, ένα soundtrack μιας ολόκληρης εποχής. Μπορεί το συγκρότημα να ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους στη συνέχεια, όμως εδώ κατέγραψε τη στιγμή που το παρελθόν και το παρόν του συναντήθηκαν ιδανικά. Και όσο κι αν αλλάζουν οι καιροί, όσο κι αν αλλάζουμε εμείς, το “Come clarity” στέκεται ακόμα εκεί, υπενθυμίζοντάς μας γιατί κάποτε αυτή η μπάντα σήμαινε τα πάντα.

Did you know that:

  • Το άλμπουμ αρχικά ήταν αποφασισμένο να ονομαστεί “Crawl through knives” και να κυκλοφορήσει εντός του 2005.
  • To “Come clarity” έκανε ντεμπούτο στην πρώτη θέση στα Σουηδικά charts και στην 58η θέση στο Αμερικάνικο Billboard.

Δημήτρης Μπούκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece