Friday, February 13, 2026




Home Blog Page 5

DEVIN TOWNSEND BAND interview

0
Townsend

Townsend

“Mad scientist”

Συνεχίζοντας τις “ανασκαφές” στο αρχείο του έντυπου Rock Hard, πέσαμε πάνω στη συνέντευξη που είχαμε κάνει με τον Devin Townsend, πριν από 20 χρόνια ακριβώς, για την προώθηση του άλμπουμ του “Synchestra” που είχε επέτειο κυκλοφορίας και ξαναθυμίζουμε τι είχε ειπωθεί τότε. Είναι πάντα ενδιαφέρον να μεταφερόμαστε στην εποχή που είχε βγει ο κάθε δίσκος και να διαβάζουμε τι είχε ο εκάστοτε καλλιτέχνης στο μυαλό του. Ποιο ήταν το καλλιτεχνικό του όραμα. Και ο Hevy Devy, έχει πάμπολλες ιδέες αν μη τι άλλο!

Μία συνέντευξη που ξεκινάει με τον πλέον τυπικό τρόπο (άλλωστε πρέπει να κάνουμε πρώτα δουλειά και μετά να ασχοληθούμε με τις προσωπικές μας προτιμήσεις), καταλήγει σε μία ειλικρινή παραδοχή της ζωής του πολυτάλαντου μουσικού Devin Townsend. Μη βιαστείτε να φτάσετε στο τέλος, καθώς ο λόγος κυλάει ομαλά προς εκείνη την κατεύθυνση ούτως ή άλλως.

Καλησπέρα Devin, πως είσαι;
Μια χαρά. Η τελευταία συνέντευξη κράτησε 8 λεπτά παραπάνω, οπότε σου ζητώ συγγνώμη…

Δεν πειράζει, αρκεί να μπορούμε να αναπληρώσουμε το χρόνο.
Φυσικά.

Ωραία. Πως νιώθεις τώρα που το άλμπουμ είναι έτοιμο;
Υπάρχουν πράγματα στους δίσκους μου που θέλω να αλλάξω, αλλά σε γενικές γραμμές, ο σκοπός του δίσκου έχει ολοκληρωθεί και είμαι περήφανος για αυτό.

Πως γνωρίζεις ότι έχεις όντως τελειώσει ένα δίσκο;
Όταν ακούγοντάς τον, ανατριχιάζω.

Έτσι έχεις νιώσει για κάθε THE DEVIN TOWNSEND BAND και STRAPPING YOUNG LAD άλμπουμ;
Ναι. Υπήρχαν κάποια που δεν ήταν τόσο καλά, αλλά εν γένει, όταν τα ξανακούω νιώθω πολύ ωραία. Ήταν ευχάριστο να δουλεύω στο “Synchestra”. Η ηχογράφηση αυτού του δίσκου ήταν μία αρκετά θετική εμπειρία για μένα. Το ευχαριστήθηκα όταν τελείωσα καθώς ήταν και πολύ δουλειά.

Ποια η σημασία του τίτλου;
Το “Synchestra” είναι μία σύζευξη των λέξεων “synchronised” (συγχρονισμένος) και “orchestra” (ορχήστρα). Πιστεύω ότι αφού έκανα το “Alien” με τους STRAPPING YOUNG LAD, το οποίο είχε μία πολύ «ξένη» αίσθηση, δημιουργώντας ένα απομονωμένο κι εχθρικό περιβάλλον, ήταν σημαντικό να κάνω ένα δίσκο που ήταν πιο βατός. Πιστεύω ότι μία συγχρονισμένη ορχήστρα είναι ένας καλός παραλληλισμός με τη ζωή, καθώς η ζωή, σε όλη της την δόξα και τη φρίκη, είναι συγχρονισμένη με τον εαυτό της κατά ένα περίεργο τρόπο.

Συζήτησα με μερικούς που είχαν ακούσει το “Synchestra” κι αρκετοί μου το συνέκριναν με το “Terria” σα μουσικό ύφος. Κάθε THE DEVIN TOWNSEND BAND άλμπουμ είναι διαφορετικό σε στιλ, παρόλο που διατηρείς την προσωπική σου υπογραφή. Ποια είναι η δική σου θέση για το “Synchestra” στον τομέα της μουσικής;
Πιστεύω ότι το “Synchestra” είναι ένας επικός δίσκος. Είναι αρκετά αισιόδοξος, κάτι που το κάνει να διαφέρει. Στο προσωπικό μου συγκρότημα έχω κάνει αρκετά καταθλιπτικά, απομονωμένα ή μοναχικά άλμπουμ. Το “Synchestra” σου βγάζει μία οικογενειακή αίσθηση (σ.σ.: family vibe). Μουσικά, ήθελα να αποφύγω να επιβάλλω στον ακροατή συναισθηματική παραξενιά. Πιστεύω ότι η μουσική διαφέρει από το “Terria” καθώς στο “Terria” υπάρχουν σημεία που είναι πάρα πολύ περίεργα, όπως το τραγούδι “Mountain”. Ένα τέτοιο τραγούδι επιμένει στη συμμετοχή του ακροατή, το οποίο μπορεί να αποβεί κουραστικό. Με το “Synchestra” προσπάθησα τόσο με τη μουσική όσο και με τους στίχους κάτι που θα ήταν ευχάριστο για τον ακροατή, κάτι που δε θα ήταν αναγκασμένοι να είναι σούπερ συναισθηματικά συνδεδεμένοι για να το απολαύσουν κι αυτή πιστεύω ότι είναι η κύρια διαφορά. Μουσικά είναι παρόμοιες οι νότες, με την ηχώ στην κιθάρα μου, τα μεγάλα, «ανοιχτά» samples και πλήκτρα… Η πρόθεση της μουσικής είναι διαφορετική.

Τι σε έκανε να αλλάξεις αυτή την πρόθεση; Όλα τα προηγούμενα άλμπουμ σου είχαν ως στόχο την επιβολή διαφορετικών συναισθημάτων στον ακροατή.
Αυτά τα συναισθήματα είναι υπαρκτά στο “Synchestra”. Απλά είναι εκεί μονάχα άμα θες εσύ ο ίδιος. Αφού έκανα τον τελευταίο STRAPPING YOUNG LAD δίσκο, επέβαλλα τόσα πολλά στον ακροατή που, σε κάποιο σημείο, ένιωθα ότι του χρωστάω κάτι ευχάριστο, σε αντίθεση με το “Alien” το οποίο μουσικά και στιχουργικά είναι σαν: “Oh God! Holy fuck!” Σε αυτό το δίσκο προσπάθησα να αποφύγω κάτι τέτοιο.

Στην περιορισμένη έκδοση θα περιλαμβάνεται κι ένα DVD. Πριν από μερικούς μήνες είχες κάνει σαφές ότι προοριζόταν για ξεχωριστή κυκλοφορία. Πως κατέληξε τελικά στο “Synchestra” και τι περιλαμβάνει;
Η δισκογραφική εταιρία θεώρησε ότι δεν ήταν αρκετά καλό για να κυκλοφορήσει αυτούσιο. Προσωπικά το λατρεύω και διαφωνώ με την άποψή τους. Όμως η εταιρία είναι που πληρώνει γι’ αυτό και είναι δική τους η τελική απόφαση, την οποία και πρέπει να σεβαστώ. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κοινό θα κερδίσει πολλά με μόνο μία αγορά! Για μένα δεν είναι απλά ένα bonus DVD, αλλά μία ξεχωριστή κυκλοφορία. Είναι μία ώρα μουσικής στο στούντιο, behind the scenes, κάποιες συνεντεύξεις… Πέρασα 1,5 χρόνο για να το τελειώσω. Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, αλλά τελικά βγήκε πολύ καλό.

Θα γυρίσετε κάποιο video clip από το “Synchestra”;
Ναι. Θα κοιτάξουμε να το έχουμε ετοιμάσει μέχρι την άλλη εβδομάδα. Θα είναι είτε γα το “Notes from Africa” είτε για το “Vampira”.

Όπως είπες, ο δίσκος είναι επικός, οπότε θα έπρεπε να ασχοληθείτε με ένα επικό κομμάτι.
Εκτιμώ απόλυτα αυτή την άποψη, αλλά τα video clips είναι σχετικά ακριβά και κάθε λεπτό που προσθέτεις είναι περίπου $2.000 παραπάνω. Γι’ αυτό και πρέπει να κάνω ένα 4-λεπτο τραγούδι. Εάν κάνω ένα 7λεπτο κατά πρώτο λόγο θα είναι πολύ πιο ακριβό και κατά δεύτερο λόγο δεν υπάρχουν τηλεοπτικές εκπομπές που παίζουν 7λεπτα video clips.

Χωρίς να θέλω να σε θίξω, οι προσωπικοί σου δίσκοι δεν ήταν ποτέ μέρος του mainstream όμως.
Και πάλι, πρέπει να κάνεις σε κάποιο βαθμό αυτό που σου ζητάει η εταιρία. Με φώναξαν και μου είπαν να κάνουμε κάποιο από τα “Vampira” ή “Notes from Africa”. Το να γνωρίζω ότι δε θα γίνω pop ή εμπορικός, ειδικά με αυτό το δίσκο, δεν κάνει διαφορά για ποιο τραγούδι θα κάνουμε video clip. Όσο ο κόσμος έχει πρόσβαση στο δίσκο, είμαι ικανοποιημένος. Εάν όμως το video clip παιχτεί κάποιες φορές και προσελκύσει κόσμο που σε άλλες συνθήκες δε θα είχε ασχοληθεί με το άλμπουμ, τότε ο σκοπός του εκπληρώνεται. Αυτό που εύχομαι είναι κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν θα είμαι 50 χρονών για παράδειγμα, κάποιος να έρθει και να μου πει: «Ας κάνουμε μία ταινία για το “Synchestra”!» Τότε θα μπορούσαμε να κάνουμε το “Pixillate” και το “Triumph” με πολύ cool οπτικό αποτέλεσμα.

Ένας ακόμα λόγος όμως που θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις το “Triumph” είναι και η εμφάνιση του Steve Vai που παίζει κιθάρα σε αυτό. Ίσως εάν κάνατε μία ραδιοφωνική εκδοχή του τραγουδιού. Το ξέρω ότι κατά πάσα πιθανότητα θα κατέστρεφε το κομμάτι, αλλά θα ήταν ένα πλεονέκτημα το να έχεις τον Steve Vai παρόντα στο video clip.
Εκτιμώ αυτή την άποψη και θα το έχω σίγουρα στο μυαλό μου, αλλά για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, σιχαίνομαι τα video clips. (γέλια) Πραγματικά απολαμβάνω τη δημιουργία μουσικής και ήχων, αλλά όντας φαλακρός, με τα άθλια δόντια και την άσχημη φάτσα μου… Με τα video clips η αντίδραση μου είναι: «Ας το τελειώνουμε επιτέλους».

Ο κόσμος που αρέσκεται στη μουσική σου, δεν ενδιαφέρεται για την εμφάνισή σου, αλλά για το ποιος είσαι. Άλλωστε, σε ό,τι αφορά τους STRAPPING YOUNG LAD, εάν είχες οποιαδήποτε άλλη εμφάνιση, πιστεύω ότι δε θα ταίριαζε με το concept του συγκροτήματος.
Συμφωνώ. Πιστεύω ότι με τους STRAPPING YOUNG LAD υπάρχουν πράγματα που μπορούν να ειπωθούν για κάποιον που είναι καραφλός και funny looking. (γέλια)

Σχετικά με τον Steve Vai. Πως ήταν να δουλεύεις μαζί του μετά από τόσα χρόνια;
Ένας από τους λόγους που ζήτησα από τον Steve να συμμετέχει σε αυτό το δίσκο είναι διότι θέλω να κλείσω ένα κεφάλαιο στη ζωή μου, το οποίο ξεκίνησε με το “Sex & religion”. Οπότε, τον έχω τον Steve Vai να παίζει στο δίσκο μου, ενώ ξεκίνησα να παίζω εγώ στον δικό του, βγάζει νόημα. Όταν ξεκίνησα με το συγκεκριμένο συγκρότημα, ήταν αρκετά δύσκολα για εμένα. Είχα αυταπάτες για τη μουσική βιομηχανία. Τώρα όμως νιώθω ότι είμαστε φίλοι με τον Steve και η σχέση μας είναι παραγωγική. Το να τον έχω στο δίσκο μου, μου επιτρέπει να κλείσω ένα κεφάλαιο και να κοιτάξω προς το μέλλον κατά κάποιο τρόπο.

Ας δεχθούμε ότι όντως, έτσι κλείνει ένα κεφάλαιο. Γυρνάμε τη σελίδα, τι βλέπουμε;
Ποιος ξέρει; Πιστεύω ότι τον επόμενο χρόνο, η μουσική μου δε θα είναι και τόσο απαιτητική, για τους επόμενους 2 δίσκους. Θα είναι πιο εύκολη στο άκουσμα. Νιώθω πως είπα ό,τι είχα να πω για λίγο καιρό. Τα τελευταία χρόνια προσπάθησα να κάνω όσα περισσότερα μπορούσα σε θέματα πειραματισμού με τη μουσική. Πιθανώς, οι επόμενοι 2 δίσκοι θα είναι θα είναι λιγότερο απαιτητικοί και πιο ευχάριστοι για τον ακροατή. Ίσως όχι για κάθε ακροατή, ίσως όχι για εσένα…

Δεν πιστεύεις ότι αυτό θα ζημιώσει το σκοπό ακούσματος της μουσικής σου;
Έρχεται φυσικά σε εμένα. Η ζωή είναι να πηγαίνεις από το ένα σημείο στο επόμενο. Το “Ocean machine” έφτιαξε το “City”, το “City” έφτιαξε το “Infinity”, το “Infinity” έφτιαξε το “Physicist”, το “Physicist” έφτιαξε το “Terria”, το “Terria” έφτιαξε το “Accelerated evolution” και το “S.Y.L.”, το “Accelerated evolution” και το “S.Y.L.” έφτιαξαν το “Alien” και το “Alien” έφτιαξε το “Synchestra”. Κάνω κάτι μέχρι να το βαρεθώ και μετά κάνω κάτι διαφορετικό. Το κακό με αυτό είναι ότι δεν μπορώ να ταυτιστώ με ένα πράγμα. Είμαι όμως ικανός να εξερευνήσω διαφορετικές πτυχές της μουσικής μου προσωπικότητας. Πιστεύω ότι οι επόμενοι 2 δίσκοι θα είναι πιο εύκολοι για μένα. Μετά από αυτούς τους 2 δίσκους, ποιος ξέρει τι θα κάνω; Μπορεί να καταλήξω να κάνω τον πιο πολύπλοκο δίσκο που έχει γραφτεί. Επειδή νιώθω τώρα να κάνω κάτι ποιο στοιχειώδες, πιθανότατα να με οδηγήσει να κάνω κάτι λιγότερο στοιχειώδες. Είμαι διατεθειμένος να πάω όπου με οδηγεί η μούσα μου.

Αναφέρεσαι μόνο στο THE DEVIN TOWNSEND BAND ή και τους STRAPPING YOUNG LAD?
Και στους 2.

Διάβασα ότι έχετε ήδη αρχίσει την σύνθεση για το νέο δίσκο των STRAPPING YOUNG LAD.
Ακριβώς.

Αναγκάζεις τον εαυτό σου ή απλά κάθε πρωί που ξυπνάς έχεις ένα εκατομμύριο ιδέες;
Έχω τόσες πολλές ιδέες που είναι θέμα χρόνου να προλάβω να τις κάνω όλες. Κάθε project απαιτεί πολύ δουλειά. Εάν μπορούσα να κάθομαι και να είμαι δημιουργικός όλη μέρα, θα μπορούσα να κάνω πολύ περισσότερα πράγματα (σ.σ.: εδώ με έπιασε ένα μικρό νευρικό γέλιο για ευνόητους λόγους). Αλλά χάνω χρόνο από το να κλείνω συμφωνίες, να προωθώ την εκάστοτε δουλειά μου, από τις περιοδείες, διαφωνώντας με τους κατασκευαστές… Όλα αυτά αναλώνουν το 90% του χρόνου μου. Το υπόλοιπο 10% του χρόνου μου που μπορώ να είμαι δημιουργικός, είναι πραγματικά δοξαστικό και πολύ σπάνιο.

Πέρα από τα 2 βασικά σου συγκροτήματα, ετοιμάζεις ένα ακόμα solo project
Είναι ένας ambient δίσκος, αλλά διαφορετικός από τον προηγούμενο (σ.σ.: αναφέρεται στο “Devlab” που κυκλοφορεί μονάχα από την προσωπική του ιστοσελίδα). Δεν έχω γράψει ένα δίσκο με πανέμορφους ήχους. Έχω γράψει πανέμορφα τραγούδια και έχω κάποια πανέμορφα σημεία στη μουσική μου, αλλά ποτέ μου δεν έκανα έναν ειρηνικό και όμορφο δίσκο. Καθόλου στίχοι, καθόλου κιθάρες, μόνο μουρμουριστούς ήχους (σ.σ.: humming noises) και λαμπρή ατμόσφαιρα που θα πάλλει το δωμάτιο και θα σε «κανακεύει» για ύπνο. Προσωπικά πραγματικά λατρεύω αυτή τη δουλειά, αλλά είναι κάτι που κάνω ίσως μία φορά το μήνα, όταν έχω 3 ώρες περισσευούμενες, αλλά το απολαμβάνω πλήρως. Είναι δύσκολο να βρω χρόνο να το ολοκληρώσω. Δουλεύω σε αυτό αργά κι ελπίζω μέχρι το τέλος της χρονιάς να είναι διαθέσιμο. Δε θα το βιαστώ όμως.

Βλέπεις τη δημοτικότητα των THE DEVIN TOWNSEND BAND και STRAPPING YOUNG LAD να αυξάνεται λόγω των εκτενών περιοδειών, με τη συμμετοχή τραγουδιών σε soundtrack όπως στα “Alone in the dark” ή “The cave”, καθώς και με την εμφάνισή σου στο διαφημιστικό για την τελευταία σεζόν των “The Osbournes”;
Δεν ξέρω. Μερικές φορές νιώθω ότι θα αυξηθεί, ενώ άλλες νιώθω ότι θα καταποντιστεί. Θα δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, είτε έχει να κάνει με την κυκλοφορία δίσκου ή DVD ή την εμφάνισή μου σε διαφημιστικό, ελπίζοντας ότι ο κόσμος θα το απολαύσει. Ο στόχος μου δεν είναι η απόλυτη επιτυχία. Η επιτυχία είναι ο κόσμος να γουστάρει αυτό που κάνω. Κι αυτό μπορεί να συμβεί εάν εγώ ο ίδιος το ευχαριστιέμαι και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ.

Τι θα θεωρούσες ως σημείο καμπής για την καριέρα σου;
Πιστεύω ότι η δημιουργία του “Synchestra” είναι ένα σημείο καμπής, καθώς μου επιτρέπει να αλλάξω κεφάλαιο στη ζωή μου. Η συμμετοχή μου στο συγκρότημα του Steve Vai ήταν επίσης ένα σημείο καμπής. Υπήρχαν αρκετά σημεία καμπής στην καριέρα μου.

Μία πιο προσωπική ερώτηση: θα γίνεις σύντομα πατέρας;
Εκπληρώνω τη διαδικασία από τη μεριά μου (σ.σ.: I’m doing my part).

(γέλιο) Σε ρωτάω καθώς τόσο στο “Alien” όσο και στο “Synchestra” έχεις τραγούδια περί αγάπης και απόκτησης παιδιών. Εφόσον λοιπόν το THE DEVIN TOWNSEND BAND είναι πιο προσωπικό για εσένα, ίσως είναι μία ιδέα που έχεις στο μυαλό σου εδώ και κάμποσο καιρό.
(με κάποια επιφυλακτικότητα) Όντως. Εξαρτάται. Το ελπίζω. Οτιδήποτε κι αν μου επιφυλάσσει η ζωή και η μοίρα, είμαι προετοιμασμένος. Δε γνωρίζω πως θα αλλάξει τον τρόπο που δουλεύω ή που βγαίνω σε περιοδεία. Θα πρέπει να περιμένουμε. Εάν τα αλλάξει δραστικά, είμαι προετοιμασμένος για αυτό, εάν όχι, είμαι και πάλι προετοιμασμένος. Θέλω να κάνω το σωστό και να είμαι όσο καλύτερος γίνεται. Είμαι ταυτόχρονα συγχυσμένος και συγχέων άνθρωπος.

Αναφέρθηκες νωρίτερα στη μούσα σου. Ποια είναι αυτή; Οι φωνές στο μυαλό σου, οι προσωπικές σου εμπειρίες;
Υπάρχει κάτι που με καθοδηγεί σαν καλλιτέχνη. Είναι η αίσθηση που αποκτώ όταν ασχολούμαι με κάτι. Είναι αυτό το κάτι που με κάνει να επενδύσω χρόνο σε κάποιο ζήτημα. Το αίσθημα που με ωθεί να πάω προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα.

Υπήρχαν κάποιες φήμες για περιοδεία των STRAPPING YOUNG LAD με τους MESHUGGAH στην Ευρώπη, αλλά τελικά τίποτα δεν ανακοινώθηκε επίσημα…
Αυτό τον καιρό κοιτάω να κλείσω μία περιοδεία για την THE DEVIN TOWNSEND BAND μέσα στον Απρίλιο για την Ευρώπη, καθώς είναι δύσκολο να περιοδεύω συνέχεια.

Ποια ήταν τα καλά και τα κακά σημεία της τελευταίας περιοδείας για τους STRAPPING YOUNG LAD;
Έχει πλάκα να περιοδεύουμε με τους STRAPPING YOUNG LAD. Πρόσφατα σταμάτησα να καπνίζω χόρτο, οπότε είναι αρκετά διαφορετικά το να περιοδεύω. Είναι μία καινούργια εμπειρία για μένα. Περιοδεύω εδώ και 14 χρόνια και όλα ήταν μία θολούρα. Κάθε μέρα είναι ένας διαφορετικός συναυλιακός χώρος, πρέπει να κάνω 1 ώρα φωνητικών ασκήσεων για τη φωνή μου, να ακολουθήσω ένα πρόγραμμα. Δεν παίρνω ναρκωτικά, δεν κοιμάμαι με groupies, δε βγαίνω για πάρτυ. Η περιοδεία είναι δουλειά για εμένα και δεν έχει μεγάλη διαφορά από περιοδεία σε περιοδεία.

Προσπαθείς να ζεις μία υγιεινή ζωή;
Ναι, είναι σημαντικό για εμένα.

Πως πήρες μία τέτοια απόφαση; (κενό μερικών δευτερολέπτων) Νιώθεις ότι ωριμάζεις ή είδες τις κακές συνέπειες των πράξεών σου και σκέφτηκες ότι ήταν η στιγμή να σταματήσεις…;
(δυνατό ξεφύσημα) Απλά πιστεύω ότι μετά από αρκετά χρόνια κρυψίματος, δε νιώθω πλέον την ανάγκη να κρύβομαι τόσο πολύ. Δεν είναι καλό για μένα. Μεγαλώνω και το να καπνίζω τόνους μαριχουάνα ή να πίνω τόνους από ουίσκυ δεν είναι ό,τι καλύτερο. Νιώθω καλύτερα τώρα, νιώθω καθαρός.

Είπες ότι κρυβόσουν, αλλά μέσω της μουσικής, εξέφραζες κι εκφράζεις ποιος είσαι. Προσωπικά, μπορούσα να διακρίνω σε κάθε δίσκο σου την εξέλιξη, όχι μονάχα μουσικά, αλλά και βλέποντας τον άνθρωπο Devin Townsend να αλλάζει ως άτομο…
(σ.σ.: με διακόπτει) Πιστεύω ότι μέρος αυτής της εξέλιξης είναι και αυτή η πρόσφατη αλλαγή. Αυτό που έβλεπες στη μουσική ήταν ένας προάγγελος των τωρινών μου πράξεων και το ίδιο θα συμβαίνει στο μέλλον. Η μουσική μου θα είναι η αναπαράστασή μου, αλλά αυτό από το οποίο πραγματικά κρυβόμουν ήταν η πραγματικότητα. Ακόμα και μέσα στη μουσική, υπάρχει αυτό το κρύψιμο.

(σ.σ.: τον διακόπτω) Αυτό γίνεται κατανοητό καθώς κυκλοφορείς το ένα άλμπουμ μετά το άλλο, καθιερώνοντας ένα είδος ρουτίνας: άλμπουμ, προώθηση, περιοδεία και ξανά από την αρχή. Ελπίζω να μη γίνομαι πολύ αδιάκριτος…
Καθόλου! Είμαι ειλικρινής μέσα στη μουσική μου για το τι συμβαίνει στη ζωή μου, αλλά πιστεύω ότι οποιοσδήποτε, εάν καπνίζεις ναρκωτικά όλη μέρα για 12 χρόνια, όταν σταματάς, συνειδητοποιείς από πόσα πράγματα κρυβόσουν. Συνειδητοποιείς πόσες καθημερινές δουλειές αμελείς, πόση αντιπαράθεση αποφεύγεις καθώς είσαι απασχολημένος με το να μαστουρώνεσαι. Όταν αποφάσισα να σταματήσω αυτή την κατάσταση, κατάλαβα πόσα πράγματα παραμελούσα. Όσο για τη ρουτίνα που αναφέρθηκες, πιστεύω ότι η συνεχής δουλειά είναι ένας άλλος τρόπος κρυψίματος. Ποιος ξέρει, ίσως ένα παιδί να αλλάξει την κατάσταση για εμένα. Πηγαίνω όπου με οδηγεί η ζωή και είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ τις συνέπειες των πράξεών μου.

Κωνσταντίνος Βασιλάκος
Φωτογραφίες: Omer Cordell

A day to remember… 30/1 [MINISTRY]

0
Ministry

Ministry

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Filth pig” – MINISTRY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:
Warner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:
Al Jourgensen/Paul Barker
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
:
Al Jourgensen – φωνητικά, keyboards, mandolin, harmonica, pedal steel, πιάνο
Paul Barker -μπάσο, φωνητικά, programming
Louis Svitek, Mike Scaccia – κιθάρες
Rey Washam, William Rieflin – drums

Πως διαχειρίζεσαι την επιτυχία, όταν αυτή βρίσκεται στο απόγειό της; Αυτός θα μπορούσε να ήταν ο τίτλος του “Filth pig”, του έκτου άλμπουμ των MINISTRY, το οποίο είχε την “ατυχία” να είναι ο διάδοχος ενός τόσο εμβληματικού έργου όπως το “Psalm 69”, όχι μόνο για το ίδιο το συγκρότημα, αλλά και για την industrial metal σκηνή. Της οποίας βεβαίως ο Jourgensen υπήρξε ο πρωτεργάτης και νονός της.

Χρειάστηκαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρωθεί η σύνθεση και ηχογράφηση του “Filth pig”. Στο μεσοδιάστημα, οι διόσκουροι Jourgensen/Barker είχαν περιοδεύσει ασταμάτητα, η αναγνώριση ήταν πλέον παγκόσμια και το ερώτημα που υπήρχε ήταν για το επόμενο βήμα. Οι προστριβές ήταν συνεχείς μεταξύ του Al και των βοηθητικών μελών, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων να αποχωρήσει αρχικά το πολυεργαλείο William Rieflin (αρνούμενος να παίξει τη διασκευή του “Lay lady lay”) και μετά το τέλος τους ο μακαρίτης Mike Scaccia (ο οποίος εν τέλει επανήλθε οκτώ χρόνια αργότερα).

Τελικά, η διαφοροποίηση του “Filth pig” είναι ότι το όλα τα industrial στοιχεία που έκαναν διάσημους τους MINISTRY θάφτηκαν στην παραγωγή, υπερκαλυπτόμενα από τους όγκους του μπάσου του Paul Barker και τις ξυραφισμένες κιθάρες των Scaccia/Svitek. Ακόμη κι έτσι, υπάρχουν συνθέσεις που αναδεικνύουν τη συνθετική ευφυΐα των Jourgensen/Barker, όπως το ομώνυμο έπος, το ρυθμικότατο “Dead guy”, το σχεδόν ambient “The fall” και το εναρκτήριο “Reload” με το θεϊκό video clip.

Μπορεί να έφαγε θάψιμο από τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε, μπορεί να είναι περισσότερο doom/sludge παρά industrial, μπορεί για πάρα πολλά χρόνια ο ίδιος ο Jourgensen να το μισούσε λόγω της κατάθλιψης και της κατάχρησης που βίωνε, τα γεγονότα όμως αποδεικνύουν το αντίθετο: Το “Filth pig” ανήκει επάξια στην χρυσή MINISTRY era, ακούγεται ακόμη φρέσκο τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του και σίγουρα είναι ένα υποτιμημένο διαμάντι της δισκογραφίας τους.

Did you know that:

  • Ο William Rieflin δεν έμεινε στην ψάθα μετά την αποχώρησή του από τους MINISTRY. Ήδη αποτελούσε μόνιμο μέλος των KMFDM και των SWANS, ενώ στην πορεία των χρόνων έκανε την παρουσία του αισθητή σε μικρομεσαία ονόματα του βεληνεκούς των REM, NINE INCH NAILS, KING CRIMSON και της… Taylor Swift!
  • Το πρώτο single “The fall” ναι μεν κατάφερε να φτάσει μέχρι το νούμερο 18 του Billboard, με τη διαφορά ότι επρόκειτο για το dance chart.
  • Τα όσα διαδραματίστηκαν στην περιοδεία προώθησης του “Filth pig” κατάγραφηκαν on stage στο “Sphinctour” DVD του 2002 και off stage στην ταινία “Fix: The MINISTRY movie”. Η συγκεκριμένη ταινία μάλιστα απευθύνεται αποκλειστικά σε θεατές με γερά στομάχια.

Γιώργος Κόης

A day to remember… 30/1 [THE DEVIN TOWNSEND BAND]

0
Devin

Devin

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Synchestra” – THE DEVIN TOWNSEND BAND
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: HevyDevy
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Devin Townsend
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρα – Devin Townsend
Κιθάρα, φωνητικά – Brian Waddell
Μπάσο, τούμπα, κοντραμπάσο – Mike Young
Πλήκτρα, πιάνο, Hammond, μαντολίνο, κιθάρα, φωνητικά – Dave Young
Τύμπανα – Ryan Van Poederooyen

Το 2004 ο Καναδός μουσικοσυνθέτης ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στο τέταρτο δίσκο των STRAPPING YOUNG LAD, “Alien”. Η δημιουργία του “Alien” είχε οδηγήσει τον Devin στα άκρα γιατί σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακα που του είχαν συνταγογραφηθεί για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής του, επειδή δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από τον προηγούμενο και ομώνυμο δίσκο της μπάντας. «Νομίζω ότι ως καλλιτέχνης, για να φτάσω στο επόμενο επίπεδο, νιώθω την ανάγκη να εξερευνήσω πράγματα και μερικές φορές αυτή η εξερεύνηση σε οδηγεί σε μέρη που είναι λίγο τρελά», είχε παραδεχθεί ο ίδιος.

Μετά την κυκλοφορία του “Alien” τον Μάρτιο του 2005, ο Devin άρχισε να δουλεύει πάνω στον όγδοο προσωπικό του δίσκο (τον δεύτερο με το όνομα THE DEVIN TOWNSEND BAND μετά το “Accelerated Evolution” το 2003). «Επειδή το “Alien” ήταν τόσο ακραίο, ένιωσα ότι έπρεπε να αντισταθμίσω αυτό το συναίσθημα με λίγο ανθρωπισμό» είχε πει ο Devin. Ο δίσκος “Synchestra” λοιπόν γεννήθηκε ως μια ανθρωπιστική, ευχάριστη και φωτεινή απάντηση στο σκοτεινό, ακραίο και μηδενιστικό “Alien”.

Ο δίσκος σήμανε επίσης την πρώτη φορά που ο Devin ανέλαβε καθήκοντα μίξης του ήχου, πέρα από εκείνα του παραγωγού. Εκτός από τα τύμπανα και το μπάσο που ηχογραφήθηκαν σε ένα στούντιο, όλα τα υπόλοιπα έγιναν στο υπόγειο του σπιτιού του Devin όπου είχε στήσει το στούντιο DevLab.

Μεγάλο μέρος του δίσκου μοιάζει με μια μακρά, συνεχή σουίτα παρά με μια συλλογή μεμονωμένων τραγουδιών, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, μιας που ο ίδιος ο Devin είχε πει ότι αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Το άλμπουμ είναι αρκετά εκλεκτικό και κινείται μεταξύ του progressive metal, του folk, και του ambient.

Προσωπικά, θα διέκρινα τα κομμάτια “Gaia” και “Vampira” ως τα πιο πιασάρικα και δυναμικά κομμάτια, και τα “Triumph”, “Judgement”, “Pixillate” και “Notes from Africa” ως τα πιο επικά και progressive (στο πρώτο συμμετέχει μάλιστα και ο παλιός του φίλος, από την εποχή του “Sex & Religion”, Steve Vai).

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι ένα απλό metal άλμπουμ αλλά ένα ιδιόρρυθμο, έντονα συναισθηματικό και τολμηρά εκλεκτικό ηχητικό ταξίδι. Ίσως, περιστασιακά, να χάνει το focus, λόγω της φιλοδοξίας του να καλύψει όσο πιο πολλά πεδία μπορεί, και το άκουσμά του από την αρχή ως το τέλος να χρειάζεται μια έξτρα προσπάθεια εκ μέρους του ακροατή, αλλά μιλάμε για τον δίσκο όπου για πρώτη φορά ο Devin είναι 100% ο εαυτός του, αισθάνεται 100% ελεύθερος να εκφραστεί έτσι όπως ακριβώς θέλει και είναι μουσικά και συναισθηματικά πιο ώριμος. Οι πραγματικές βάσεις της μετέπειτα μουσικής του πορείας, βρίσκονται εδώ.

Γιώργος Γκούμας

GAMMA RAY – “To the metal!” – Worst to best

0
Gamma

Gamma

Κοίτα να δεις κάτι συμπτώσεις, δίσκος των GAMMA RAY και ο αγαπημένος φίλος και αρχισυντάκτης μας στο rockhard.gr είπε να μου το δώσει για να του ξηγηθώ ένα worst to best κείμενο. Τι να κάνουμε λοιπόν μιας και είμαι δεδηλωμένα, γνωστός και σεσημασμένος fanboy του Kai Hansen και των RAYs θα το πιω το ποτήριον τούτο και θα κάνω το καλύτερο δυνατόν. Η αλήθεια είναι πως θέλει μια προσπάθεια να βγάλεις άκρη με το ”To the metal!” και αυτό γιατί όπως είχα γράψει στο επετειακό κείμενο κάποτε για το rockhard.gr και έχω πει και στο ιντερνετικό ραδιόφωνο μας, Rock Hard Radio Show, αυτό είναι το πιο άνισο άλμπουμ που έχουν κάνει ποτέ. Ναι μεν υπάρχουν οι καλές στιγμές αλλά αυτές είναι όλες και όλες περίπου ο μισός δίσκος, ο άλλος μισός χωλαίνει σε διάφορα σημεία. Όπως και να έχει όμως πάμε στο ζουμί και στο countdown κατά την άποψη μου, εσείς ξέρετε λέτε την δική σας από κάτω ελεύθερα όπως πάντα.

The “To the metal!” countdown:
10. Shine forever
Σύνθεση του Dirk Schlachter η οποία όμως δεν καταφέρνει να σε κερδίσει και ο λόγος είναι πως το τραγούδι χωλαίνει πάρα πολύ τόσο στο refrain, όσο και στο κουπλέ του. Το πιο καλό που έχει να παρουσιάσει είναι το κλασικό PRIEST riff που σε ξεσηκώνει μεν, πρόσκαιρα δε μιας και δεν είναι ικανό από μόνο του να σε κερδίσει.

9. ”No need to cry
Πολύ ευαίσθητο το θέμα του τραγουδιού, καθώς ο Dirk Schlachter που αναλαμβάνει και τα κύρια φωνητικά, γράφει αυτήν την μπαλάντα για τον αποβιώσαντα πατέρα του. Όμως στο τέλος της ημέρας ούτε αυτό το τραγούδι μπορεί να σε κερδίσει. Μιας και ο τρόπος που χτίζεται το τραγούδι περισσότερο σε μπερδεύει παρά σε γοητεύει. Αρχίζει με ακουστική δομή μπαλάντας, γυρίζει σε μια power ballad λογική και κάπου στο ξεκούδουνο πέφτει και ένα ακουστικό rock γύρισμα στα μισά του. Αν σε κάτι μπορεί να σταθεί κανείς εδώ, είναι το συγκινησιακό θέμα του δημιουργού, το όμορφο refrain και το σόλο του. Τα σόλο των Hansen και Richter, βέβαια για να είμαι ειλικρινής είναι εξαιρετικά σε όλο το άλμπουμ.

8. ”Rise
Το τραγούδι αυτό είναι το μοναδικό που πιστώνεται ο για πολλά χρόνια εξαιρετικός ντράμερ των RAYS, Dan Zimmermann. Στην τελευταία του εμφάνιση σε δίσκο της μπάντας θέλω να τονίσω πως είναι φανταστικός σε όλο σχεδόν το άλμπουμ. Έτσι και εδώ είναι από τους πρωταγωνιστές σε μια σύνθεση που έχει ένα ξεκάθαρα πολύ ωραίο MAIDEN-ικό βασικό riff και άνοιγμα με πολύ ωραία μπασογραμμή. Στα υπόλοιπα υπέρ κλασικό epic speed/power τραγούδι με καλό πολυφωνικό refrain μεν αλλά όχι και το καλύτερο που μπορείς να βρεις στο άλμπουμ. Το κουπλέ πάντως είναι στα θετικά του μαζί με τα solos αλλαγές πάρε βάλε του διδύμου.

7. ”Chasing shadows
Η μια από τις 2 συνθέσεις που φέρουν την υπογραφή του Henjo Richter. Μελωδικότατο άνοιγμα με τα πλήκτρα και μια πολύ καλή συνέχεια στο ίδιο μοτίβο με μελωδικό riff δισολίας από τις κιθάρες. Πολύ όμορφο και το γκάζι που ακολουθεί με τις κιθάρες να οδηγούν σε φρενήρη power μονοπάτια. Όλα καλά λοιπόν μιας το άνοιγμα είναι ωραιότατο και συνεχίζει με πολύ ωραίο κουπλέ και μια ακόμα καλύτερη γέφυρα, όμως το πράγμα δυστυχώς χάνει στο refrain του και κάπως έτσι μας λείπει η απόλυτη κορύφωση σε ένα γενικά καλό τραγούδι. Τα σόλο είναι για μια ακόμη φορά υπέροχα και οι εναλλαγές απίθανες.

6. ”Deadlands
Τραγούδι διά χειρός Kai Hansen και μια σύνθεση του αρχηγού που ισορροπεί ανάμεσα στην επιθετικότητα και την μελωδία. Όντας μια κλασική speed/power αρχίζει με ένα μικρό ανάλαφρο άνοιγμα από πλήκτρα πριν ορμήσουν οι κιθάρες με ένα άκρως επιθετικό riffing και τύμπανα πολυβόλο από τον Zimmermann. Το κουπλέ του μπαίνει όμορφα με πιο μελωδική δομή και η γέφυρα του μικρή αλλά αρκετή για σηκώσει πάλι το τέμπο. Το refrain που ακολουθεί είναι αρκετά καλό, ίσως όμως να χάνει λίγο στο σημείο που μπαίνουν τα gang φωνητικά της μπάντας σε σχέση με τα πιο τραγούδια στις πιο πάνω θέσεις που σίγουρα έχουν καλύτερα refrain. Τα solos και η δισολία του και πάλι είναι εξαιρετικά, ενώ πολύ δυνατή είναι και έξοδος του τραγουδιού από τον μαινόμενο Hansen.

5. ”All you need to know
Σύνθεση και εδώ του αρχηγού στην οποία έχει για καλεσμένο του ποιον άλλο από τον Michael Kiske στο refrain. Αυτό και μόνο δίνει ένα πόντο πάνω στο refrain που σίγουρα είναι πάρα πολύ καλό έτσι και αλλιώς αλλά και ταυτόχρονα ταμάμ για την φωνή του Kiske. Κατά τα άλλα το τραγούδι κινείται και αυτό ιδανικά σε άκρως speed/power δεδομένα με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο επιθετικότατο βασικό riff που ανοίγει το τραγούδι αλλά και στο εξίσου ίδιο μοτίβο που έχει το κουπλέ, προτού μας φέρει την πιο μελωδική του πλευρά με την γέφυρα και το αιθέριο ξεσηκωτικό refrain του Kiske. Τα solos και πάλι είναι υψηλού επιπέδου με πολύ ωραία αλλαγή και ένα όμορφο επαναλαμβανόμενο μοτίβο πριν πάμε στο κλείσιμο του τραγουδιού με ένα ωραίο κόψιμο για να μπει το τελευταίο refrain.

4. ”To the metal!”
Αυτό επίσης σύνθεση του Hansen είναι από αυτά που έχουν την κλασική mid tempo epic νοοτροπία που μας έχει συνηθίσει. Πολλές αναφορές σε PRIEST, μα τι περίεργο άλλωστε, μέσα στο τραγούδι όπως στο κουπλέ που είναι πάρα πολύ καλό, αλλά και στην γέφυρα του που είναι εξίσου πάρα πολύ καλή. Το βασικό του riff θα έλεγα πως βρίσκει και αρκετή ACCEPT meets PRIEST λογική. Όπως στα μέτρα των ACCEPT με ολίγη από ”Balls to the wall” είναι και το refrain που ναι μεν είναι απλούστατο χωρίς κάτι φοβερό όμως είναι αυτό που θα δώσει έξτρα όγκο στα live όπως και έγινε όποτε παίχτηκε το τραγούδι. Το solo του Hansen επίσης είναι στα highlight μιας και δείχνει και πιο rock αναφορές.

3. ”Time to live
Η δεύτερη σύνθεση του Richter στο άλμπουμ και η καλύτερη του εξ αυτών. Πολύ κοντά σε σημεία με το επίσης δικό του ”Send me a sign” από το ”Power plant”. Πολύ μελωδικό riff με gallop λογική και πολύ έντονα πλήκτρα ανά φάσεις. Δυνατό κουπλέ, γέφυρα που χτίζεται πάρα πολύ καλά και ένα από τα καλύτερα και μεγαλύτερα refrain του δίσκου. Το solo του Richter είναι επίσης στα highlight και του τραγουδιού αλλά και του δίσκου. Επίσης υπέροχη τσαχπινιά με τα πλήκτρα πριν το τελευταίο refrain που οδηγεί στο κλείσιμο του τραγουδιού.

2. ”Mother angel
Σύνθεση του κυρίου Hansen ετούτη και από τις κορυφαίες του δίσκου, αλλά και ένα από τα πιο ωραία hard rock-αδικα τραγούδια που έχει γράψει, θα μπορούσα να το πω και αδικημένο ίσως. Εντελώς SCORPIONS δομή στα δικά μου αυτιά αυτό το τραγούδι. Δεν έχει γκάζια γιατί δεν τα χρειάζεται, σε κερδίζει από το καρφί hard rock riff που σκάει με το καλημέρα και οδηγεί σε ένα εξαιρετικό κουπλέ. Όμορφο κατέβασμα στην γέφυρα χωρίς να χαλάσει η λογική και η νοοτροπία του τραγουδιού και ένα πολύ όμορφο και μελωδικότατο refrain. Το σολάρισμα του Hansen δε, σίγουρα από αυτά που θα χαίρεσαι κάθε φορά που θα ακούς αυτό το τραγούδι και πολύ όμορφη παρατεταμένη δισολία στο τελείωμα του πριν έρθει η γέφυρα και το refrain με το riff για να κλείσει το κομμάτι.

1. ”Empathy
Το εναρκτήριο λάκτισμα του δίσκου επιλέγω για την κορυφή, μια σύνθεση του Kai Hansen από αυτές που γράφει για να παίζονται live σχεδόν σταθερά μιας και εκεί κερδίζει ακόμα περισσότερο σε όγκο και σε δυναμική. Όμως και στο άλμπουμ δεν πάει πίσω, υπέροχο άνοιγμα με τραγουδιστική απαγγελία από τον Hansen και ένα πανέμορφο, δυναμικό όσο και απλό hard rock-αδικό riff που οδηγεί σε ένα πολύ όμορφο κουπλέ. Η γέφυρα που ακολουθεί πλήρως ξεσηκωτική με έντονες αναφορές στα αγαπημένα 80s και ένα refrain που κορυφώνει όπως ακριβώς του πρέπει. Οι κιθάρες στα solos χτυπάνε καρφί με τις ανατολίτικες αναφορές στους RAINBOW τόσο από τον Hansen όσο και από τον Richter, δη το solo του δεύτερου είναι μια ωδή στον Ritchie Blackmore του ”Stargazer” με κάποιες νότες να είναι απροκάλυπτα ίδιες. Μετά από αυτά απλά ακολουθεί μια αποθεωτική έξοδο με την επανάληψη του refrain από τον Hansen και τα δεύτερα φωνητικά να τον σιγοντάρουν.

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

A day to remember… 29/1 [AVANTASIA]

0
Avantasia

Avantasia

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ghostlights” – AVANTASIA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Sascha Paeth – Tobias Sammet
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tobias Sammet – φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα
Sascha Paeth – κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα
Michael Rodenberg – πλήκτρα
Felix Bohnke – ντραμς
Guests: Jorn Lande, Michael Kiske, Dee Snider, Geoff Tate, Marko Hietala, Sharon den Adel, Bob Catley, Ronnie Atkins, Robert Mason, Herbie Langhans, Bruce Kulick, Oliver Hartmann

Πριν από δέκα χρόνια, ο Tobias Sammet άνοιξε διάπλατα τις πύλες του βασιλείου του και κυκλοφόρησε άλλη μια metal-όπερα, το “Ghostlights” — ένα επικό, θεατρικό άλμπουμ που καθιέρωσε τους AVANTASIA ως τους πιο φιλόδοξους αφηγητές του είδους. Κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016 και δεν ήταν απλώς το δεύτερο μέρος του “Mystery of time” του 2013, αλλά ένα βήμα μπροστά, ένα έργο που τόλμησε να είναι μεγαλύτερο, πιο τολμηρό και πιο σκοτεινό από τον προκάτοχό του.

Από την πρώτη νότα, το “Ghostlights” μοιάζει με μια μεγαλειώδη θεατρική παραγωγή. Το “Mystery of a blood red rose” ανοίγει το έργο, σαν ένας χαμένος ύμνος του MΕΑΤ LOAF — ο Sammet παραδέχτηκε: «Ήθελα κάτι επιβλητικό, κάτι που να φωνάζει “Broadway meets metal”» και το πέτυχε! Το κομμάτι έγινε αμέσως αγαπημένο των οπαδών, ένα φανταχτερό άνοιγμα για το δράμα που ακολουθεί. Και μετά έρχεται το “Let the storm descend upon you” — ένα 12-λεπτο έπος με τους Jorn Lande, Ronnie Atkins και Robert Mason να το ντύνουν με πολλές στρώσεις από φωνητικά πέπλα. Είναι το είδος του τραγουδιού που σου θυμίζει γιατί οι AVANTASIA δεν είναι απλώς μια μπάντα, αλλά είναι ένα σύμπαν. Στρώσεις ενορχήστρωσης, αρμονίες και riff που πέφτουν σαν κεραυνοί — αυτό είναι το power metal στην πιο θεατρική του μορφή. Το ομώνυμο κομμάτι, “Ghostlights”, είναι καθαρή μαγεία.

Ο Michael Kiske — για πάντα η αγαπημένη μας φωνή των HELLOWEEN και συνοδοιπόρος από την αρχή του Sammet — παραδίδει μια ερμηνεία σχεδόν υπερφυσική. Ο ιθύνων νους των AVANTASIA είχε πει: «Όταν τραγουδάει ο Kiske, είναι σαν να ανοίγουν οι ουρανοί». Δεν ήταν υπερβολή. Και πιο μετά έρχεται το “Master of the Pendulum” (Marko Hietala θέλει κανείς;), ένα θηριώδες τραγούδι, γεμάτο από ριφ, που κλείνει το άλμπουμ με προοδευτική διάθεση, αποδεικνύοντας ότι οι AVANTASIA μπορούσαν ακόμα να εκπλήξουν, μετά από έξι προηγούμενες metal όπερες. Στα τραγούδια που ξεχωρίζω από ολόκληρη την δισκογραφία τους, μέχρι και σήμερα, είναι το “The haunting”, με τον αγαπημένο μας Dee Snider να μας δείχνει μια διαφορετική πτυχή της ερμηνείας του και του πόσο εύκολα μπορεί να βγει από το καλούπι που τον έχουμε συνηθίσει.

Ενώ το όραμα του Sammet οδηγεί τους AVANTASIA, το “Ghostlights” χρωστά πολλά στον Sascha Paeth — τον λιγότερο εμφανή ήρωα πίσω από την κονσόλα. Τα δαχτυλικά του αποτυπώματα είναι παντού: από την κοφτερή κιθαριστική δουλειά μέχρι την αψεγάδιαστη παραγωγή που κάνει κάθε χορωδία να γιγαντώνει και κάθε χτύπημα στα τύμπανα να ηχεί σαν κανονιά. «Ο Sascha είναι ο μάγος», μας είπε ο Sammet το 2016. «Χωρίς αυτόν, οι AVANTASIA δεν θα ακούγονταν έτσι». Ο άνθρωπος που λίγα χρόνια νωρίτερα οδήγησε αυτό που αρχικά ήταν ένα project δυο δίσκων, σε ένα από τα ροκ μεγαθήρια της Γερμανικής σκηνής, συνδράμει με πετυχημένα σόλο και πάνω απ’ όλα, τον ηχητικό χαρακτήρα. Επίσης χώρος δίνεται στον Bruce Kulick (KISS), για τρία υπέροχα σόλο, όπως είχε συμβεί και στο “Mystery of time”.

Ας μην ξεχνάμε πως η πραγματικότητα στο metal το 2016 ήταν σε οργασμό, Οι NIGHTWISH, οι EPICA και οι KAMELOT ήταν στην κορυφή, το συμφωνικό metal άνθιζε και οι νοσταλγικές περιοδείες ήταν παντού. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το “Ghostlights” πήγε πάρα πολύ καλά. Έφτασε στο #2 στη Γερμανία και μπήκε στα Billboard charts των ΗΠΑ, αποδεικνύοντας ότι η metal όπερα μπορούσε ακόμα να κυριαρχήσει σε μια εποχή που το streaming γινόταν η συνήθεια και η αφοσίωση στα τεχνικά και μακροσκελή τραγούδια έτεινε να μειωθεί.

Did you know that:

  • Το “Mystery of a Blood Red Rose” προτάθηκε αρχικά για να εκπροσωπήσει την Γερμανία στη Eurovision! Αν και υπήρξαν κάποιες συζητήσεις, τελικά δεν επιλέχθηκε με τον Sammet να αστειεύεται λέγοντας «Είπαν ότι ήταν πολύ heavy. Τους είπα, ‘Περιμένετε να ακούσετε τις κιθάρες!’»
  • Ηχογραφήθηκε στα Gate Studios στο Wolfsburg, μια από τις τελευταίες ολοκληρωμένες δουλειές που έγιναν στο θρυλικό στούντιο των HEAVENS GATE το οποίο λίγα χρόνια μετά έκλεισε τις πόρτες του. Η διαδικασία διήρκησε πάνω από ένα χρόνο, αν και όχι συνεχόμενα.
  • Η περιοδεία του “Ghostlights” κάλυψε πέντε ηπείρους, με ένα θρυλικό σετ στο Wacken Open Air όπου έπαιξαν για άλλη μια φορά και είχαν μια από τις μεγαλύτερες σκηνικές τους παραγωγές.
  • Γράφοντας το “Seduction of decay”, ο Tobias ξεδίπλωσε την αγάπη του για το “Rage for order” των QUEENSRYCHE. Ήταν επόμενο λοιπόν, να αποταθεί στον Geoff Tate  για να τραγουδήσει για πρώτη φορά στους AVANTASIA, σε μια συνεργασία που εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας.
  • Στιχουργικά, ολοκληρώνει την ιστορία του προκατόχου του και όπως είχα γράψει στην παρουσίαση πριν 10 χρόνια.«Ο ήρωάς μας είναι ένας επιστήμονας που έρχεται σε αντιπαράθεση ανάμεσα στις επιστημονικές του γνώσεις και την ηθική, ενώ αντιστέκεται σε έναν αποκρυφιστή που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την χρήση του χρόνου (ναι…) για να αποκτήσει πλήρη έλεγχο και δύναμη.»

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 29/1 [PRIMAL FEAR]

0
Primal

Primal

ΟΝΟΜΑ ΛΜΠΟΥΜ: “Rulebreaker” – PRIMAL FEAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Frontiers
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mat Sinner
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ralf Scheepers
Κιθάρα & πλήκτρα – Magnus Karlsson
Κιθάρα –  Alex Beyrodt
Κιθάρα – Tom Naumann
Μπάσο – Mat Sinner
Τύμπανα – Francesco Jovino

Ο απόηχος του “Delivering the black” δεν έχει κοπάσει και οι Γερμανοί μεταλλουργοί συνεχίζουν απρόσκοπτα να εξαπολύουν την καταιγιστική τους επίθεση προς πάσα κατεύθυνση. Για μισό λεπτό, όμως. Σαν πολύ ενθουσιασμός με το καλημέρα. Τουναντίον. Πάντοτε πρέσβευα την θέση πως ένα σημαντικό μέρος που καθορίζει την επιτυχία ενός μουσικού έργου έγκειται στην διαχρονικότητά του. Να το ακούς μετά από χρόνια και να νιώθεις ακριβώς τα ίδια συναισθήματα που σε είχαν πλημμυρίσει με την παρθενική επαφή μαζί του. Να εξακολουθείς να το επισκέπτεσαι με την ίδια θέρμη, την ίδια κάψα και να το περιβάλλεις με την αφοσίωση του τότε. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο λατρέψαμε όλα εκείνα τα αριστουργήματα που μας ακολουθούν πιστά από τη νιότη μας μέχρι και σήμερα.

Υπό αυτό το πρίσμα ο υπ’ αριθμόν 11 δίσκος της εξάδας που κλείνει αισίως μία δεκαετία, ηχεί φρέσκος, δυναμικός και με όλα εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που είχαν κάνει τους οπαδούς τους να “ρουφήξουν” ως το μεδούλι κάθε νότα, κάθε φωνητική γραμμή. Πιστοί στο heavy μεταλλικό τους μανιφέστο, ένα αμάλγαμα PRIESTικής αποθέωσης και power metal αναφορών, οι PF εξακολουθούν και αποφεύγουν τα “κακά συναπαντήματα” με την επανάληψη όχι μόνο των επιρροών που τους καθόρισαν αλλά και του ίδιου τους του εαυτού. Προφανώς και δεν ευαγγελίστηκαν ποτέ ότι επιθυμούν διακαώς την επανάσταση στο heavy metal. Οι όποιες ρηξικέλευθες – σωστότερα, ελαφρώς διαφορετικές- προσεγγίσεις έχουν να κάνουν με το συγκεκριμένο ύφος που υπηρετούν και επ’ ουδενί με την εξερεύνηση νέων παραμέτρων.

Ξεκινώντας από το λιτό αλλά επιβλητικότατο εξώφυλλο – το οποίο κατά την ταπεινή μου γνώμη συγκαταλέγεται στα κορυφαία τους- την άψογη παραγωγή και την δεδομένη εξαιρετική απόδοση των μουσικών που συμμετέχουν -με προεξάρχοντα τον έναν και μοναδικό Scheepers-  η νίκη φαίνεται πως έχει κερδηθεί από τα αποδυτήρια. Και αν εγείρονται εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο το εναρκτήριο “Angels of mercy” είναι ικανό να προκαταβάλλει τον ακροατή για το τι θα επακολουθήσει, ο όλεθρος που ακολουθεί δύσκολα περιγράφεται με άψυχες λέξεις. Ανάσες και καταγράφουμε σε κατάσταση ανηλεούς headbanging και πλήρους ευφορίας. “Bullets & tears”, “The end is near”, “Rulebreaker”, “In metal we trust”, “We walk without fear”, “The sky is burning”. Μία “χρυσή” εξάδα που ανεβάζει αυτομάτως την ποιοτική στάθμη του άλμπουμ, τοποθετώντας το εύκολα στην πρώτη δεκάδα της πλούσιας δισκογραφίας τους.

Ακόμα κι αν επιχειρήσουμε να σταχυολογήσουμε τις στιγμές εκείνες που υπολείπονται συγκρινόμενες με τα προαναφερθέντα διαμάντια, οι πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό είναι το “Devil in me” και το “Raving mad” που κλείνει την αυλαία της standard έκδοσης του “Rulebreaker”. Και πάλι, όμως, δεν κρίνονται ικανές να μειώσουν ούτε στο ελάχιστο την συνολική αποτίμηση μας. Απολαυστικό υλικό, η πεμπτουσία του heavy metal που αρνείται να κοιτάξει πίσω στο παρελθόν με μεμψιμοιρία και μιμητισμό αλλά στέκεται αγέρωχο στην elite όχι μόνο του ευρωπαϊκού αλλά και του παγκόσμιου (μαζί με τους BRAINSTORM φυσικά) του παγκόσμιου heavy metal!!!

Did you know that?

  • H περιοδεία που ξεκίνησε για την προώθηση του άλμπουμ τον Φεβρουάριο με τίτλο “Ruling Europe 2016” είχε ως support τους συμπατριώτες τους BRAINSTORM και τους Καναδούς STRIKER. Φυσικά και δεν πέρασε από τα μέρη μας…
  • Όταν οι JUDAS PRIEST έψαχναν για αντικαταστάτη του Halford, ένα από τα ονόματα που είχαν ακουστεί ήταν και αυτό του Scheepers. Η επιλογή του Tim Owens ήταν αυτή που τελικά προκρίθηκε και ο Γερμανός τραγουδιστής αυτό που είχε να κάνει ήταν απλά να δημιουργήσει το δικό του όχημα έκφρασης με τα γνωστά εξαιρετικά αποτελέσματα.
  • To “Walk without fear” αποτέλεσε το πρώτο μόλις κομμάτι της μέχρι εκείνης της στιγμής δισκογραφικής πορείας των PF που ξεπερνούσε τα δεκάλεπτο. Κι όλα αυτά μέχρι το μεγαλεπίβολο έπος του “Infinity” από το “Metal commando” το οποίο και σταμάτησε λίγο πάνω από τα δεκατρία λεπτά.
  • Στο “Rulebreaker” καταγράφηκαν μία επιστροφή αλλά και μία αποχώρηση. Συγκεκριμένα, επέστρεψε (για τρίτη φορά μάλιστα) ο κιθαρίστας Tom Naumann, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του σχήματος, με αποτέλεσμα το σχήμα να έχει τρεις κιθαρίστες… Παράλληλα, αποχώρησε ο Randy Black κι έτσι στην θέση του πίσω από το drum kit βρίσκουμε τον Francesco Novino, γνωστό μας από την συμμετοχή του στο σχήμα του Udo Dirkschneider.

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

A day to remember… 29/1 [DREAM THEATER]

0
Theater

Theater

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The astonishing” – DREAM THEATER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Petrucci
ΣΥΝΘΕΣΗ:
John Petrucci – κιθάρα
Jordan Rudess – πλήκτρα
James LaBrie – φωνητικά
John Myung – μπάσο
Mike Mangini – ντραμς

Είναι μερικά άλμπουμ, που ακόμα και όταν τα λαμβάνεις στο email σου (εντελώς διαφορετικό το συναίσθημα και πολύ πιο έντονο όταν τα αγοράζεις σε φυσικό προϊόν, φυσικά), ακόμα και τότε θυμάσαι που ήσουν και τι έκανες! Αυτό συνέβη και με το “The astonishing” των DREAM THEATER. Ήμουν από αυτούς που είχαν βρει τον ομώνυμο δίσκο τους, κατώτερο των δυνατοτήτων τους και το 13ο άλμπουμ τους, φαινόταν κομβικό στα μάτια μου. Το αγαπημένο μου συγκρότημα όλων των εποχών, έπρεπε να κάνει κάτι δραστικό για να ανέβει στην στρατόσφαιρα και σίγουρα αυτό δεν θα ήταν ένα ακόμη άλμπουμ που θα ακούγονται πιο γήινοι απ’ ότι πραγματικά είναι. Χρειαζόταν κάτι που δεν είχαν ξανακάνει.

Και τι έκαναν οι αθεόφοβοι; Διπλό concept δίσκο με 34 τραγούδια (βγάλε εσύ αν θέλεις τις 4 εισαγωγές με τους ήχους των NOMACS) και συνολική διάρκεια 2 ωρών και 10 λεπτών. Εντάξει είμαστε; Όχι, γιατί έχει κι άλλο. Τα τραγούδια είναι διάρκειας 4-5 λεπτών των καθένα, μόνο με το “A new beginning” να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 7 λεπτών (όσο ένα φυσιολογικό single τους, δηλαδή!!!). Θεωρώ μακράν πιο δύσκολο να γράψεις compact τραγούδια μικρής διάρκειας, παρά τα πιο «απλωμένα» που γράφουν κατά κόρον οι THEATER και το τόλμησαν κι αυτό.

Με χαλαρή δομή, δίχως απαραίτητα να ακολουθούν τη νόρμα «κουπλέ – ρεφρέν – κουπλέ – γέφυρα – ρεφρέν – σόλο – ρεφρέν», δίχως ευδιάκριτα ρεφρέν και δίχως να επαναλαμβάνονται πολλά μέρη (παρά το concept ύφος του, κάτι που θα το επέτρεπε). Και το τονίζω αυτό το τελευταίο, διότι είναι ακόμα πιο απαιτητικό, όταν έχεις ένα άλμπουμ 130’ περίπου λεπτών, όπερ μεθερμηνευόμενον, τεράστιος όγκος από μουσική, νότες και στίχους!

Ιδιαίτερη μνεία, πρέπει να κάνω στον James LaBrie, που έχει ακούσει τα μύρια όσα –αδίκως ή μη- ο οποίος ερμηνεύει οχτώ διαφορετικούς χαρακτήρες, με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά ο ένας από τον άλλον και τα καταφέρνει με τρόπο αδιανόητο. Για τους υπόλοιπους, δεν χρειάζονται πολλά, αφού ουδείς αμφέβαλλε για τις ικανότητές τους.

Τεράστια ποικιλία και εύρος στον ήχο των τραγουδιών, εξωτερική βοήθεια από τον πολύπειρο Phil Campbell (RUSH, MUSE, Adele, METALLICA) στις χορωδίες και τα ορχηστρικά μέρη, με τον ίδιο να ομολογεί ότι ήταν το μεγαλύτερο project που είχε δουλέψει ποτέ στην καριέρα του, ένα δυστοπικό concept που έχει να κάνει με την ανησυχία του Petrucci ότι κάποια στιγμή στο μέλλον δεν θα υπήρχε μουσική και θα γραφόταν από ρομπότ (ουπς, συνέβη λίγα χρόνια αργότερα). Όλα αυτά –και πολλά περισσότερα- συνθέτουν το παζλ ενός δίσκου η special edition του οποίου είχε απίστευτα καλούδια σε σχέση με το κεντρικό θέμα που ασχολείται και αργότερα έγινε και application στο κινητό.

Δέκα χρόνια έχουν περάσει από το “The astonishing” και στόχος αυτού του κειμένου δεν είναι να κάνουμε μία νέα παρουσίασή του. Άλλωστε όταν είχε βγει, είχαμε κάνει –σε πείσμα πολλών- πρεμιέρα κατ’ αποκλειστικότητα. Το θέμα είναι πως πάλιωσε τελικά το άλμπουμ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι οι οπαδοί του σχήματος, δεν το υποδέχτηκαν θερμά. Η αλήθεια, επίσης, όμως, είναι ότι οι οπαδοί του σχήματος, πολλές φορές δεν ξέρουν τι θέλουν. Βγάζουν κάτι ίδιο με το προηγούμενο, γκρινιάζουν. Βγάζουν κάτι διαφορετικό, γκρινιάζουν πάλι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Portnoy είχε γράψει το “Never enough” ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο.

Καταλαβαίνω ότι η διαφορά του “The astonishing” από τους προηγούμενους δίσκους των DREAM THEATER, είναι τεράστια. Για τα δικά μου αυτιά, ακόμα και τώρα, δέκα χρόνια μετά, είναι ένα άλμπουμ που επισκέπτομαι πολύ συχνά όταν θέλω να ακούσω κάτι από το συγκρότημα αυτό (αφού έχω λιώσει βέβαια τα κλασικά τους αριστουργήματα). Concept δίσκο είχαν κάνει (“Scenes…”), διπλό δίσκο είχαν κάνει (“Six degrees…”). Concept, διπλό δίσκο, με μικρά σε διάρκεια τραγούδια, ούτε κατά διάνοια.

Φυσικά, σ’ έναν τόσο μεγάλο όγκο μουσικής, υπάρχουν κάποιες λιγότερο καλές στιγμές. Επίσης, σε κάποια τραγούδια, έχω ενστάσεις με τον τρόπο που επιλέγει το γκρουπ να τα τελειώσει. Ένα από αυτά είναι το “A new beginning”, που έχει ένα μακρόσυρτο σόλο στο τέλος και τελειώνει με fade out… Μα fade out; Αλήθεια; Να μου πείτε όμως, κάπως έτσι και δεν είναι και το “Bend the clock” από το “Parasomnia”; Και γι’ αυτό όμως έχω τις ενστάσεις μου!

Δεν θέλω όμως να είμαι κι εγώ γκρινιάρης. Ήταν πολλά χρόνια που απείχα από τον συναυλιακό τουρισμό, που λόγω του φεστιβάλ, τον ξεκίνησα και πάλι το περασμένο καλοκαίρι. Είχα για πολύ καιρό τη συνήθεια να ταξιδεύω για να βλέπω τους DREAM THEATER και στο εξωτερικό, πέρα από την Ελλάδα. Αν μετανιώνω που δεν είδα μία περιοδεία τους, είναι αυτή για το “The astonishing”, όπου έπαιζαν ολόκληρο τον δίσκο. Παράτολμο; Βεβαίως. Αλλά το έκαναν επειδή μπορούν! Δεν έχω στοιχεία μπροστά μου για το πώς πήγε, θαρρώ όχι πολύ καλά, γιατί η πλατιά μάζα που τους ακολουθεί, θέλει να ακούσει (ίσως και για πρώτη φορά) τα “Pull me under” και “Metropolis” αυτού του κόσμου. Δεν τους αδικώ. Θα έλεγα ότι ήταν μία περιοδεία πιο πολύ για τους οπαδούς τους από τα 90s και όχι από τα 00s και 10s. Αυτούς που θέλουν κάτι λίγο πιο εκλεκτικό, επειδή τους έχουν απολαύσει πάρα πολλές φορές. Προφανώς όμως, δεν έκανε το γκελ που ήθελαν, διότι πέρα από αυτήν την περιοδεία, έχουν παιχτεί ζωντανά το “The gift of music” και το “A new world”. Αυτό κάτι μου δείχνει. Μετά την επιστροφή του Portnoy πάντως, οι πιθανότητες να ξαναπαίξουν κάτι από εκείνον το δίσκο, έχουν εξανεμιστεί. Αφήστε που ήταν η πρώτη φορά που δεν έβγαλαν ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο μετά την στούντιο δουλειά τους… Με το παράπονο θα μείνω, λέμε!

Κι επειδή είμαι αρκούντως βλαμμένος, θα ήθελα να είχε κυκλοφορήσει ίσως σε κάποιο συλλεκτικό single, η μεταγενέστερη εκτέλεση του “A new world” με τη Lzzy Hale (HALESTORM). Δεν είναι και πολλές οι φορές που υπάρχουν καλεσμένοι σε τραγούδια των THEATER… Τ’ αφήνω εδώ για να ξανακούσω το δίσκο…

Σάκης Φράγκος

Καταράστηκαν τελικά οι GHOST τους Orlando Magic;;;

0
Orlando

Orlando

Ένα απρόσμενο και αρκετά… σατανικό αφήγημα έχει πάρει φωτιά στο διαδίκτυο τις τελευταίες ημέρες στις ΗΠΑ, με επίκεντρο τους Ghost και το NBA. Σύμφωνα με μία ανώνυμη ανάρτηση στο Reddit, που πλέον έχει διαγραφεί αλλά διαδόθηκε γρήγορα μέσω των social media, η πρόσφατη ήττα των Orlando Magic από τους Charlotte Hornets ενδέχεται —σύμφωνα πάντα με τον συντάκτη— να οφείλεται σε «ενέργεια» που άφησε πίσω της η συναυλία των Ghost στο Kia Center.

Το post, το οποίο αναδημοσιεύτηκε από το The Noise και τιτλοφορήθηκε «Το Kia Center χρειάζεται αγιασμό», υποτίθεται πως προερχόταν από εργαζόμενο του χώρου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι βρέθηκε στη συναυλία των Tobias Forge & Co. μία ημέρα πριν τον αγώνα της 22ας Ιανουαρίου, περιγράφοντας «super σατανικά vibes», «εικόνες του διαβόλου», «εκκλησιαστικά stained-glass σκηνικά» και ύμνους για τον Εωσφόρο. Το ύφος ήταν εμφανώς ειρωνικό, με τον συντάκτη να σημειώνει πως «ήταν έξαλλος που αναγκάστηκε να καθίσει εκεί».

Από εκεί κι έπειτα, η θεωρία πήρε άλλη μορφή… «Πιστεύω πως ό,τι ενέργεια άφησαν στο κτίριο πέρασε στο παιχνίδι επειδή δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το πόσο χάλια παίξαμε», έγραφε χαρακτηριστικά, καταλήγοντας στο εύγλωττο: «Είναι δικαιολογία ή είμαστε απλώς εντελώς άχρηστοι;».

Η υπόθεση προκάλεσε χαμό στα social, με αρκετούς να αντιμετωπίζουν το θέμα χιουμοριστικά και άλλους να το συνδέουν με τις παλιές «Satanic Panic» ιστορίες των ‘80s. Οι Ghost, βεβαίως, δεν έχουν σχολιάσει και οι Magic δεν φάνηκαν ιδιαίτερα πρόθυμοι να αποδώσουν τις αδυναμίες τους σε… μεταφυσικούς παράγοντες.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη The Noise (@thenoise)

EDENBRIDGE – “Set the dark on fire” (Steamhammer)

0
Edenbridge

Edenbridge

Το Symphonic Metal ξεκίνησε εγκλωβισμένο κάτω από την επιτυχία των NIGHTWISH, με πολλές μπάντες να προσπαθούν να αναπαράξουν το καλούπι αυτό. Με το πέρασμα των χρόνων τα συγκροτήματα αυτά βρήκαν δικιά τους ταυτότητα και εξελίχθηκαν, πολλές φορές βγάζοντας τον μανδύα του συμφωνικού, καταφέρνοντας να διευρύνουν το όνομά τους σε σημαντικό βαθμό. Από όσους καλλιτέχνες ξεπήδησαν τότε, οι EDENBRIDGE είναι από τους λίγους που δεν κατάφεραν να φτάσουν σε ένα ανώτερο επίπεδο αναγνωρισιμότητας, αφού ας είμαστε ειλικρινείς, το όνομά τους ακούγεται πολύ πιο σπάνια από άλλους συνοδοιπόρους τους. Παράλληλα, δεν έφυγαν ποτέ από το προσκήνιο. Χωρίς να έχουν απομακρυνθεί αισθητά από τον ήχο των πρώτων χρόνων τους, εμπλουτίζουν κάθε νέα τους δουλειά με πινελιές εξέλιξης και ωριμότητας, με αποτέλεσμα να κάνουν την ενασχόλησή μας με τον 12ο δίσκο τους μία πολύ ευχάριστη διαδικασία, ενισχύοντας την άποψή μου ότι το ιδίωμα αυτό διανύει μία από τις καλύτερες φάσεις του και έχει πολλά να δώσει εν έτει 2026.

Αν χαρακτήριζα με μία λέξη το “Set the dark on fire”, αυτή θα ήταν η ωριμότητα, αλλά όχι του είδους που κάνει τα συγκροτήματα να παίζουν άνευρα και άψυχα. Έχουμε πλειάδα από διαφορετικές ιδέες και προσεγγίσεις οι οποίες χτίζονται ωραία και οδηγούν σε όμορφες μελωδίες, ασχέτως της κατεύθυνσης του κάθε κομματιού. Συναντάμε κάθε λογής τραγούδια, από πιο δυνατά όπως το ομότιτλο, το “Lighthouse” που φέρνει μία ανατολίτικη αύρα, “Cosmic embrace” για το hit, ενώ το “Our place among the stars” είναι ένα υπέροχο επτάλεπτο mid-tempo άσμα. Όλα αυτά σερβίρονται με έναν τρόπο που σου κρατάει την προσοχή και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των μοντέρνων EDENBRIDGE σε σχέση με το παρελθόν τους. Γιατί ό,τι κάνουν εδώ το έχουν ξαναπαίξει, δεν υπάρχει κάτι που να ξεπερνά σε heaviness το “A virtual dream?” του “Solitaire” ας πούμε. Αλλά τότε πιστεύω πως δεν κατάφερναν να ολοκληρώσουν τις ιδέες τους σε τόσο ικανοποιητικό βαθμό όπως σήμερα. 

Αν κάτι μου άρεσε πάρα πολύ, είναι πως η μουσική δεν βασίζεται στο συμφωνικό στοιχείο για να κάνει τη βαριά δουλειά. Θα χαρακτήριζα το αποτέλεσμα πρώτα ως μία κυκλοφορία μελωδικού Metal και δεύτερον ως συμφωνική, αφού τα χορωδιακά και ορχηστρικά μέρη εμπλουτίζουν παρά χτίζουν. Παρόλα αυτά, δεν έχει απολεσθεί τελείως όπως έχουν κάνει (με επιτυχία) οι WITHIN TEMPTATION και BEYOND THE BLACK, οπότε δεν ακούμε κάτι μοντέρνο ή φουτουριστικό. Η θεατρικότητα κυριαρχεί, όπως μας δίνει να καταλάβουμε στο καλωσόρισμα το “The ghostship diaries” το οποίο αποπνέει κάτι απόκοσμο σε στιγμές. Μιας και μιλάμε για vibes και soundtrack αισθητικές, αυτά τα στοιχεία ξεχωρίζουν στο “Bonded by the light” το οποίο δεν ξέρω αν ονομάστηκε τυχαία έτσι, γιατί θα μπορούσε να είναι άνετα τραγούδι εισαγωγής μία ταινίας James Bond και πρόκειται για κορυφαία στιγμή. 

Αν υπάρχει κάτι που δεν έκανε καλά ο δίσκος αυτός, είναι να προωθήσει τον εαυτό του σωστά. Τα singles που κυκλοφόρησαν πρώτα (“Cosmic embrace”, “Where the wild things are”), ανήκουν με ευκολία στις κατώτερες θέσεις της κατάταξης. Δεν είναι κακά σε καμία περίπτωση σαν μέρος του συνόλου, αλλά δεν τα βλέπω και ως τους καλύτερους κράχτες που θα σε κάνουν να ανυπομονείς για το τελικό, συνολικό αποτέλεσμα. Ευτυχώς μετά έβγαλαν το title track που έστρωσε κάπως την κατάσταση. Βέβαια μπορώ να καταλάβω αυτές τις επιλογές καθώς είναι τα πιο μελωδικά τραγούδια, με τα υπόλοιπα να έχουν δυνατό χαρακτήρα που θα τα έκανε πιο δύσκολα να σταθούν αυτόνομα ως σημεία έλξης.           

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, η χρονιά έκανε ποδαρικό με το δεξί. Αν πιστεύω πως οι EDENBRIDGE με τον νέο τους δίσκο θα ανέβουν επίπεδο και θα διεκδικήσουν ένα κομμάτι από την πίτα των μεγάλων, που μοιράζονται πολλά αντίστοιχα συγκροτήματα; Πολύ δύσκολα, αφού δεν είναι τόσο ενεργοί συναυλιακά, ούτε αλλάζουν δραματικά ήχο, οπότε ό,τι έκαναν τόσο καιρό θα κάνουν και τώρα. Όμως, δισκογραφούν τα τελευταία 26 χρόνια και γράφουν ποιοτική μουσική. Δεν καμώνονται πως είναι οι ηγέτες της σκηνής, το ρίχνουν στη δουλειά και το αποτέλεσμα δικαιώνει τόσο αυτούς, όσο και τους οπαδούς τους. Με σοβαρότητα και αρκετή εμπειρία στις πλάτες τους, οι EDENBRIDGE κυκλοφορούν έναν άρτιο δίσκο μελωδικού συμφωνικού Metal, που δεν βοηθάει στην εξέλιξη του είδους, αλλά το ενισχύει, προσφέροντας μία αρκετά αξιόλογη επιλογή για όσους και όσες εξακολουθούν να δηλώνουν το παρόν!   

8 / 10

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 28/1 [BLACK SABBATH]

0
Sabbath

Sabbath

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Seventh star” – BLACK SABBATH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Warner Bros
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jeff Glixman
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tony Iommi – κιθάρες
Glenn Hughes – Φωνητικά
Geoff Nicholls – keyboards
Eric Singer – drums
Dave “The Beast” Spitz – μπάσο

Όταν οι BLACK SABBATH έγιναν… κάτι άλλο

Τα άλμπουμ των συγκροτημάτων στην συντριπτική τους πλειοψηφία αντικατοπτρίζουν την κατάσταση και τις ισορροπίες της μπάντα που τα δημιουργεί. Μας δείχνουν τις δημιουργικές περιόδους, τις περιόδους κάμψης, ακμής και παρακμής, κούρασης, τις περιόδους κρίσης. Το “Seventh star” ανήκει ξεκάθαρα στη τελευταία κατηγορία. Δεν είναι απλώς ένας αμφιλεγόμενος BLACK SABBATH δίσκος, είναι ένα άλμπουμ που γεννήθηκε μέσα στην καρδιά της κρίσης! Αποχωρήσεις, παλινδρομήσεις, λάθος timing, δισκογραφικές πιέσεις, δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο από την ανάγκη του Tony Iommi να συνεχίσει να συνθέτει, ακόμη κι όταν το όνομα BLACK SABBATH είχε πάψει να σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα και ήταν υπό αμφισβήτηση από τους πάντες!

Η κρίση όμως μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή ή σε ευκαιρία! Και ο συμπαθής κιθαρίστας με ένα μαγικό τρόπο δεν οδηγήθηκε στην καταστροφή! Για να καταλάβει κανείς το “Seventh star”, πρέπει πρώτα να καταλάβει πρώτα τι δεν είναι: δεν είναι συνέχεια του “Born again”, δεν έχει σχέση με οτιδήποτε είχαν κάνει μέχρι τότε, δεν είναι ατμοσφαιρικό, ούτε σκοτεινό. Δεν είναι SABBATH με την κλασική έννοια, και, ειρωνικά, δεν ήταν καν σχεδιασμένο εξαρχής να είναι τέτοιο. Αν αυτό το καταλάβει ο ακροατής από την αρχή, τότε θα το κατανοήσει καλύτερα. Βέβαια οι προσδοκίες το 1986 που κυκλοφόρησε ήταν πολύ διαφορετικές.

Από το “Born again” στο κενό

Το “Born again” (1983) με τον Ian Gillan ήταν ήδη ένα παράδοξο κεφάλαιο. Ένας τραγουδιστής ταυτισμένος με τους DEEP PURPLE σε έναν από τους πιο σκοτεινούς metal δίσκους, σ’ ένα σχεδόν κατεστραμμένο από τον ήχο του άλμπουμ. Παρά την προσπάθεια, το άλμπουμ άφησε τη μπάντα κουρασμένη και ξέπνοη, χωρίς καν line-up και χωρίς κατεύθυνση. Για μην αναφέρω ότι η περιοδεία με τον Gillan, σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και επιζήμια για το όνομα της μπάντας. Όταν ήταν οι DEEP PURPLE να επανενωθούν, ο Gillan έφυγε σχεδόν φυσιολογικά και οι SABBATH έμειναν ξανά μετέωροι. Βασικά, ούτε καν μετέωροι, ουσιαστικά έπαψαν να υπάρχουν αφού ο Geezer Butler αποχώρησε, ο Bill Ward ήταν ήδη εκτός, και ο Tony Iommi βρέθηκε ουσιαστικά μόνος, κουβαλώντας ένα όνομα βαρύτερο ακόμα και από την ίδια του τη μουσική. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα: ένα solo άλμπουμ!

Το project που δεν έπρεπε(;) να λέγεται BLACK SABBATH

Ο Iommi ξεκίνησε να γράφει και να συνθέτει υλικό χωρίς την πρόθεση να ακολουθήσει τον κλασικό SABBATH ήχο. Ήθελε μελωδία πιο bluesy φωνές, πιο καθαρή rock παραγωγή και λιγότερο όγκο. Το αρχικό πλάνο περιλάμβανε διαφορετικούς τραγουδιστές ανά τραγούδι, όπως ο Dio, ο David Coverdale κ.α. Κάπου εκεί εμφανίζεται ο Glenn Hughes, επιστήθιος φίλος του.

Ο Hughes, πρώην DEEP PURPLE και TRAPEZE, δεν ήταν metal τραγουδιστής σε καμία περίπτωση. Είναι soul-rock, funk-rock ερμηνευτής, γεμάτος συναίσθημα και blues επιρροές. Η χημεία του αλλά και η φιλία του με τον Iommi ήταν άμεση και καθοριστική στην εξέλιξη των ηχογραφήσεων. Τόσο, που τελικά τραγούδησε ολόκληρο τον δίσκο.

Και εδώ μπαίνει το μεγάλο “αλλά”: η δισκογραφική εταιρεία αρνήθηκε τελικά να κυκλοφορήσει το άλμπουμ ως solo δουλειά. Το όνομα BLACK SABBATH πουλούσε ακόμα και παρα τις προβλέψεις το υλικό που άκουσαν οι manager ήταν πολύ καλό για να μην έχει το όνομα του συγκροτήματος να το συνοδεύει. Έτσι, το “Seventh star” βαφτίστηκε, στο χωρίς νόημα “BLACK SABBATH featuring Tony Iommi”, ένας τίτλος που από μόνος τους όμως μαρτυρά σύγχυση η οποία επιβεβαιώνεται και από το εξώφυλλο στο οποίο παρουσιάζεται μόνος του ο κιθαρίστας. Πολλοί από εμάς αναρωτηθήκαμε, τι σημαίνει BLACK SABBATH featuring Tony Iommi, υπάρχουν και SABBATH χωρίς Iommi; Ή Iommi χωρίς SABBATH; Μια σύγχυση χωρίς λόγο…

Ένας δίσκος που ακούγεται… αλλιώς..,

Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, το θαυμάσιο “In for the kill”, γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτό που ακούς δεν είναι τυπικός SABBATH ήχος, όσο και αν ο ρυθμός θα σου θυμίσει “Die young” και “Neon knights”. Το riff είναι βαρύ, αλλά η φωνή του Hughes μεταφέρει το κομμάτι σε hard rock μονοπάτια. Υπάρχει ένταση, υπάρχει δύναμη, αλλά όχι heavy ατμόσφαιρα με την κλασική της έννοια.

Το “No Stranger to love” ήταν το απόλυτο σοκ όμως. Radio-friendly power ballad συναισθηματική, σχεδόν στο ύφος των 80s και με τον Hughes σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες του. Για πολλούς οπαδούς δεν ήταν μόνο έκπληξη, ήταν “προδοσία”, ήταν γροθιά στο σαγόνι! Σήμερα, ακούγεται ως μια ώριμη, καλοδουλεμένη στιγμή που απλώς έφερε λάθος όνομα στο εξώφυλλο, αλλά διατηρεί στο έπακρο την γοητεία της. Το “Turn to stone” και το επικό και βαρύ “Seventh star” είναι ίσως τα κομμάτια που ισορροπούν καλύτερα ανάμεσα στον Iommi των SABBATH και τον Iommi που ήθελε να προχωρήσει διαφορετικά. Μελωδικά riffs, στιβαρή δομή, και μια αίσθηση εσωτερικής αναζήτησης αντί για οτιδήποτε άλλο. To οργανικό “Sphinx (the guardian)” μοιάζει σαν ανολοκλήρωτη σύνθεση, παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει δείχνει ότι θα μπορούσε να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο.

Το “Danger zone”, το “Angry heart” και το “Heart like a wheel” ακουμπούν ξεκάθαρα στο 80s hard rock καθώς βαδίζουν σε μουσικά μονοπάτια απάτητα για την μπάντα μέχρι τότε, αλλά με την ερμηνεία του Hughes να τους δίνει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Αν δεν ήξερες ποιος παίζει κιθάρα, δύσκολα θα μάντευες ότι πρόκειται για BLACK SABBATH. Και όμως, η σφραγίδα του Iommi είναι παντού, στον τρόπο που «ξεπηδάνε» τα riffs, στη λιτότητα, στην απλότητα και στον όγκο πίσω από τη μελωδία. Το άλμπουμ κλείνει με το “…In Memory”, ένα instrumental σχεδόν απολογιστικό. Δεν μοιάζει με φινάλε θριάμβου, αλλά με ένα αμήχανο και σιωπηλό τέλος μιας εποχής.

Η περιοδεία που δεν έγινε ποτέ σωστά

Ο Glenn Hughes ξεκίνησε την περιοδεία, (μαζί και οι Eric Singer , Dave “The Beast” Spitz και ο Geoff Nicholls), αλλά αποχώρησε σχεδόν αμέσως, μετά από ένα βίαιο επεισόδιο με μέλος του crew που του έσπασε τη μύτη, αλλά και τις παλινωδίες του επάνω στην σκηνή μιας και η χρήση ουσιών τον έκανε κομμάτια. Οι δικαιολογίες για την τότε κατάσταση ήταν αστείες, ο Hughes δικαιολογήθηκε πως επειδή δεν κρατούσε μπάσο στην σκηνή και δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια του, ο Iommi είπε ότι τον έδιωξαν επειδή έτρωγε πολλές …σοκολάτες!! Το πιο ακραίο της υπόθεσης ήταν πως είχαν τον Ray Gillen στα παρασκήνια έτοιμο να ανέβει στην σκηνή, όπως και τελικά έγινε. Όμως η ζημιά είχε γίνει. Το “Seventh star” δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να σταθεί «ζωντανά» όπως έπρεπε, παρά τον εξαιρετικά επιδέξιο και ταλαντούχο νεαρό που αντικατέστησε τον Hughes.

Την εποχή της κυκλοφορίας του, το άλμπουμ δέχτηκε ανάμικτες κριτικές και ήταν λογικό. Ήταν ένας άλλος ήχος. Οι οπαδοί το θεώρησαν “NON SABBATH”, οι κριτικοί μπερδεύτηκαν, και οι πωλήσεις ήταν μέτριες. Με τα χρόνια όμως, η οπτική άλλαξε όπως συχνά-πυκνά συμβαίνει. Σήμερα το “Seventh star” θεωρείται cult classic. Όχι γιατί είναι το κρυφό αριστούργημα των SABBATH, αλλά γιατί είναι ένα εξαιρετικό hard rock άλμπουμ που κουβαλά όμως λάθος ιστορία μέσα του. Είναι η απόδειξη όμως ότι ο Tony Iommi μπορούσε να υπάρξει και έξω από το doom καλούπι, ακόμη κι αν το κοινό δεν ήταν έτοιμο να το δεχτεί.

Το “Seventh star” πια δεν ζητά συγχώρεση. Απαιτεί αναγνώριση. Δεν είναι δίσκος που γράφτηκε για να ικανοποιήσει προσδοκίες, αλλά για να εκφράσει τον δημιουργό του σε μια μεταβατική φάση. Αν το ακούσεις ως “χαμένο SABBATH άλμπουμ”, δεν θα λειτουργήσει πιθανόν, αλλά αν του αλλάξεις τίτλο και το ακούσεις ως “Tony Iommi & Glenn Hughes project”, μπορεί να σε κερδίσει ολοκληρωτικά και να θαυμάσεις την ενέργεια του, την δυναμική του και τον ήχο του. Θα πεις “Ρε τον μπαγάσα τον Iommi, τι έφτιαξε πάλι»…

Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράδοξο του “Seventh Star”, έχει δυο ακροάσεις, διαλέγετε και παίρνετε.

Δημήτρης Σειρηνάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece