Saturday, April 25, 2026




Home Blog Page 55

WARHAMMER interview

0
Warhammer

Warhammer

“Surpassing ashes”

Οι WARHAMMER παίζουν ξανά live στην Αθήνα μετά από 4 χρόνια, την Παρασκευή στην Αρχιτεκτονική, έχοντας αρκετές ανακατατάξεις αλλά και νέο άλμπουμ προ των πυλών. Το ROCK HARD, επ’ αφορμή αυτού, μίλησε με το συγκρότημα, για να πάρει απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα, μεταξύ άλλων.

Καλησπέρα και καλωσήρθατε στο ROCK HARD. Νέο κομμάτι (“Surpassing”) μετά από 4 χρόνια και video clip από τον Claudio Marino. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι αυτό;
Γειά σου Γιάννη και σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου. Είναι μεγάλη τιμή να μιλάμε στο Rock Hard, ένα απο τα πιο ιστορικά έντυπα παγκοσμίως. Το “Surpassing” είναι το πρώτο single  που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και πραγματικά είμαστε πολύ χαρούμενοι γι’αυτό. Νομίζω ότι είναι το καταλληλότερο τραγούδι για να προετοιμάσει λίγο το έδαφος γι’ αυτό που θα ακολουθήσει και θεωρώ ότι δίνει μία γεύση στον κόσμο ως προς το που “πηγαίνει’’ το νέο άλμπουμ. Στον επερχόμενο δίσκο και 4ο κατά σειρά, ακολουθήσαμε μία διαφορετική προσέγγιση που ξεκίναγε από το στάδιο της προπαραγωγής, μέχρι και το τελικό στάδιο της μίξης και του mastering. Θα πούμε περισσότερα με τον καιρό. Όσον αφορά τον Claudio Marino η αλήθεια είναι πως οι σχέσεις μας έχουν ξεφύγει από το καθαρά επαγγελματικό κομμάτι.  Έχουμε αναπτύξει μία σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού και αυτό νομίζω βγαίνει προς τα έξω. Συνεργαστήκαμε πρώτη φορά για το video clip του “Fiamma” και από τότε αποφασίσαμε ότι ο Claudio θα είναι ο άνθρωπος που θα αναλάβει το κομμάτι της εικόνας, χωρίς αυτό βέβαια να αποκλείει άλλες συνεργασίες.

Τι άλλο άλλαξε στο στρατόπεδο των WARHAMMER αυτό το διάστημα;Η απάντηση είναι ΟΛΑ. Από το Νοέμβριο του 2023 όλη η παλιά σύνθεση ακολουθήσαμε χωριστούς δρόμους. Πιστεύω ήταν η πιο σοφή επιλογή για το καλό όλων μας. Πετύχαμε σπουδαία πράγματα μαζί και απλά νομίζω ότι ένας κύκλος έκλεισε και άνοιξε ένας άλλος. Αυτά που μένουν είναι οι ωραίες στιγμές, η εκτίμηση και ο σεβασμός. Έχοντας αφήσει λοιπόν πίσω  το παρελθόν, μπορώ να σου πω πως η προσέγγιση και η φιλοσοφία στο πως εξετάζουμε τα πράγματα είναι τελείως διαφορετική. Είτε πρόκειται για κάτι αρκετά σοβαρό όπως η σύνθεση ενός κομματιού, είτε για κάτι πολύ πιο απλό όπως ένα ποστάρισμα στο instagram.  Πρέπει όλα να γίνονται στον ίδιο βαθμό τελειότητας και ποιότητας…και πίστεψε με δεν είναι πάντα εύκολο. Με απλά λόγια θεωρώ ότι δίνουμε ακόμα μεγαλύτερη βάση στις λεπτομέρειες.

Δώσατε κάποιες συναυλίες στη Τουρκία πριν κάποιο καιρό. Θεωρείτε πως δοκιμάστηκε η νέα σύνθεση εκεί;
Ναι, το Δεκέμβριο του 2024 πραγματοποιήσαμε το Manifestation for A Devastation tour. Ήταν μία περιοδεία που περιελάμβανε την Τουρκία, τη Ρωσία και τη Σερβία και πρακτικά ήταν η πρώτη φορά που το συγκρότημα έβγαινε στο ‘’δρόμο’’ με τη νέα σύνθεση. Μπορώ να σου πω ότι ήταν σαν να γνωριζόμαστε χρόνια και αυτό γιατί οι μουσικοί που ήρθαν είχαν και έχουν μεγάλη εμπειρία και παραστάσεις δίπλα σε μεγάλες μπάντες. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι δεν υπήρξε ποτέ θέμα προσαρμογής. Ο καθένας ξέρει το ρόλο του και αυτό βοηθάει στο να δένει η μπάντα μέρα με τη μέρα live με το live.

Ο διάδοχος του “Ashes and cinders” είναι προ των πυλών. Ηχογραφήθηκε στα Hertz studios στην Πολωνία. Πως ήταν αυτό σαν εμπειρία για εσάς;
Μοναδική εμπειρία. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο αφού δεν το είχαμε ξανακάνει στο παρελθόν. Θεωρώ ότι και αυτό είναι ένα βήμα προς την βελτίωση και την εξέλιξη. Αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε για περίπου ένα μήνα στην Πολώνια και η καθημερινότητα ήταν σπίτι, στούντιο, σπίτι και αρκετή απομόνωση. Αυτό πχ δύσκολα το συναντάς στην Αθήνα. Κίνηση, κόρνες και μία αρρωστημένη καθημερινότητα που δεν αποτελεί έμπνευση για τίποτα. Προσωπικά μιλώντας  στην Πολωνία βρήκα την ησυχία μου και δεν είναι υπερβολή να σου πω ότι μου λείπει όλο αυτό. Τα Hertz και ο Wojtek (ο παραγωγός μας) μου θύμισαν γιατί παίζω μουσική.

Ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που πήρατε από αυτές τις ηχογραφήσεις;
Δεν θα σου πω το κλασικό ότι γίναμε καλύτεροι παίκτες/συνθέτες. Εν μέρη το θεωρώ δεδομένο από την άποψη ότι ο άνθρωπος αποτελεί προϊόν εξέλιξης και έτσι είναι και η μουσική…βελτιώνεσαι και εξελίσσεσαι (όσο δουλεύεις). Νομίζω το σημαντικότερο μάθημα ήταν το να είσαι αφοσιωμένος και συνεπής σε αυτό που θες να κάνεις.

Τι κάνατε διαφορετικά στη σύνθεση του δίσκου αυτού, εν συγκρίσει όχι μόνο με τον προκάτοχο αλλά και με τις προηγούμενες σας δουλειές;
Πιστεύω ότι τα δύο πρώτα άλμπουμ δεν μπαίνουν καν στην εξίσωση διότι αποτελούν κομμάτια μίας άλλης εποχής που τέλειωσε το 2019 όταν και παίζαμε thrash metal. Θα προσπαθήσω να δώσω κάποια στοιχεία χωρίς να μαρτυρήσω λεπτομέρειες. Το “Ashes and cinders” ήταν ένα κράμα death και black metal, όπου μπορώ με σιγουριά να σου πω ότι το death metal στοιχείο είχε την υπεροχή. Στον επερχόμενο δίσκο οι ρόλοι ως προς ένα βαθμό αντιστρέφονται. Οι συνθέσεις είναι πιο ώριμες και στιβαρές, έχουμε περισσότερες μελωδίες και πιο έντονη ατμόσφαιρα,  στοιχεία που προφανώς δεν συναντάς στο “Ashes and cinders”.

Στο “Ashes and cinders” είχαμε την έντονη χρήση σαξόφωνου, που προσέδιδε έναν πειραματικό αέρα στον ακραίο ήχο της μπάντας. Θα έχουμε κάτι αντίστοιχο στο επερχόμενο σας άλμπουμ;
Ναι, εννοείται. Το στοιχείο του σαξοφώνου είναι ακόμα πιο έντονο και θα έλεγα ότι έχει βασικό ρόλο μέσα στο άλμπουμ. Βασιστήκαμε στο σαξόφωνο και πραγματικά έδωσε χρώμα στο άλμπουμ. Οριακά μπορώ να σου πω πως κάποια κομμάτια χτίστηκαν γύρο από αυτό.

Στις 26 Σεπτεμβρίου, θα έχετε δυνατά ονόματα της εγχώριας σκηνής στο πλευρό σας. CULT OF ORPIST, PENTHOS και INNER DARKNESS. Τι μπορούν οι οπαδοί σας να περιμένουν από αυτή τη βραδιά συνολικά;
Το μόνο που μπορώ να διαβεβαιώσω τον κόσμο είναι ότι και οι 4 μπάντες θα δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό, ώστε το γεγονός αυτό να μείνει αξέχαστο για καιρό. Από μεριάς μας έχουμε επενδύσει πολύ στη σκηνική παρουσία και σε συνδυασμό με το σετ που έχουμε επιλέξει να παίξουμε, θα παρουσιάσουμε ένα μοναδικό οπτικοακουστικό θέαμα 1 ώρας και 30 λεπτών, με την ελπίδα να το απολαύσει ο  κόσμος και να περάσει καλά. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι η συναυλία ‘’σπάει’’ σε δύο μέρη καθώς θα υπάρξει και το αφιέρωμα στους πολυαγαπημένους HUMAN SERPENT. Ένα συγκρότημα που ο κόσμος αγάπησε και συνεχίζει να αγαπάει πολύ. Ένα συγκρότημα που έχει πιστούς και φανατικούς οπαδούς.

Ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας. O επίλογος είναι δικός σας.

Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους (γνωστούς και άγνωστους)  των WARHAMMER όπου 13 χρόνια τους έχουμε πλάι μας και στηρίζουν κάθε βήμα μας. Ευχαριστούμε για όλα. Τα λέμε στην Αρχιτεκτονική. 26/9/25…καίτε το κέντρο.

Γιάννης Σαββίδης

SLEEK interview (Joseph)

0
Sleek

Sleek

“Sleek it up”!

Οι SLEEK πραγματοποίησαν πριν από μερικούς μήνες το δισκογραφικό τους ντεμπούτο με τίτλο “Still hurts”. Μας άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις και γι’ αυτό το λόγο επικοινωνήσαμε με τον τραγουδιστή της μπάντας, Joseph, για να μας δώσει όλες τις λεπτομέρειες για το δίσκο, το μέλλον των SLEEK και της εγχώριας hard rock σκηνής.

Ντεμπούτο άλμπουμ με τίτλο “Still hurts“. Να ξεκινήσουμε από τον τίτλο και να σας ρωτήσουμε γιατί δώσατε αυτό τον τίτλο στο δίσκο;
Γιατί απλά «ακόμα πονάει». Δεν έπαψε και, μάλλον, δεν θα πάψει ποτέ η δίψα μας για χαμόγελα, μουσική, ελευθερία, ειρήνη, έρωτα, ισότητα, αξιοκρατία, αξιοπρέπεια. Όλα αυτά που πρεσβεύει η μουσική που αγαπάμε. Και όσο αυτά θα χάνονται, τόσο πιο πολύ θα «πονάει».

Δώσε μας λίγο ένα μικρό βιογραφικό της μπάντας. Πότε δημιουργήθηκαν οι SLEEK και πόσο καιρό κράτησε η όλη διαδικασία της προετοιμασίας και ηχογράφησης του δίσκου;
Το 2021 πήρα την απόφαση να φτιάξω μία μπάντα με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία πρωτότυπου υλικού. Είχα στίχους, είχα πρόχειρα ηχογραφημένα 4-5 τραγούδια με ακουστική κιθάρα και φωνή, οπότε έπρεπε να βρω συνοδοιπόρους με κοινά ακούσματα και κοινό όραμα ώστε να μοιραστώ τις ιδέες μου και μαζί να τις εξελίξουμε στο ύφος και τον ήχο που είχα φανταστεί… Ξεκινώντας από τη ραχοκοκαλιά της μπάντας, κάλεσα τον παλιό μου γνώριμο μπασίστα Άλκη Ρηγόπουλο, στον οποίο άρεσαν τα πρώτα δείγματα από τα κομμάτια καθώς και η προοπτική του όλου project κι έτσι ανταποκρίθηκε αμέσως. Με τον ίδιο ενθουσιασμό προσχώρησε στους SLEEK και το τρίτο – επίσης ιδρυτικό – μας μέλος, ο Νίκος Εφετζής στη κιθάρα, που μας συνδέει μακρόχρονη φιλία αλλά και η συνεργασία μας σε άλλα σχήματα, στο παρελθόν. Οι τρεις μας ξεκινήσαμε να “χτίζουμε” τα πρώτα κομμάτια, και όταν βρέθηκε ο ντράμερ Βαγγέλης Διπλαράκος, μπήκαμε στο στούντιο και ηχογραφήσαμε το πρώτο μας single “Still Hurts”, που αργότερα θα άνοιγε και το ομώνυμο άλμπουμ μας. Κάπου… εκεί καταλάβαμε πως έλειπε μία δεύτερη κιθάρα για να πετύχουμε τον ήχο που θέλαμε. Έτσι ήρθε ο Γιώργος Κοντογιάννης, επίσης γνωστός μας και παλιός συνεργάτης του Νίκου, και το σχήμα ολοκληρώθηκε. Μετά από αρκετές πρόβες και κάποιες ζωντανές εμφανίσεις – ως πενταμελές σχήμα πλέον, αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε τον πρώτο μας δίσκο. Η ηχογράφηση και η μίξη κράτησε περίπου ένα χρόνο, αφού έπρεπε να συνδυαστεί και με τις επαγγελματικές μας υποχρεώσεις. Πάρα πολλά credits στον παραγωγό μας Στέλιο Κουτέλη στο στούντιο του οποίου ηχογραφήσαμε, μιξάραμε και ολοκληρώσαμε τον δίσκο. Χωρίς την υπομονή και τη στήριξή του ο δίσκος αυτός δεν θα είχε κυκλοφορήσει – Στελάρα, για ακόμη μια φορά σε ευχαριστούμε για όλα! Ωστόσο, λίγο πριν την ολοκλήρωση του δίσκου ο Βαγγέλης αποχώρησε για προσωπικούς του λόγους και στη θέση του ήρθε ο Γρηγόρης Σανδαλίδης ο οποίος εκτός από εξαιρετικός ντράμερ είναι και πολύ καλός στα πλήκτρα, τα οποία πρόσθεσε σε αρκετά κομμάτια.

Ακούγοντας κάποιος το “Still hurts” καταλαβαίνει αμέσως ότι οι βασικές σας επιρροές εντοπίζονται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και φυσικά στα ένδοξα -για το hard rock– χρόνια της δεκαετίας του 80. Είναι έτσι και αν ναι, μίλησε μας λίγο για τα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν τον ήχο της μπάντας;
Ναι, έτσι είναι, πολύ σωστά. Είναι εμφανής η αγάπη μας για το αμερικάνικο ροκ του 80 και του ’90, σε όλες τις εκδοχές του. Λατρεύουμε το Hard Rock των VAN HALEN, DOKKEN, POISON, το αυθεντικό ροκ του Springsteen, αλλά και την άγρια ομορφιά του grunge των PEARL JAM. Ίσως και για αυτό κάθε κομμάτι μας έχει το δικό του χαρακτήρα και ύφος, θυμίζοντας κάτι διαφορετικό σε κάθε ακροατή.

Υπηρετείτε ένα είδος μουσικής που παραδοσιακά είχε, μεν, φανατικό ακροατήριο στη χώρα μας αλλά στην ουσία μιλάμε για μερικές εκατοντάδες fans όλους και όλους που στηρίζουν έμπρακτα τη φάση. Αποτελεί αυτό έναν ανασταλτικό παράγοντα για το μέλλον των SLEEK;
Εδώ διαφωνούμε. Ως ενεργό μέλος στα συναυλιακά δρώμενα, δεν θεωρώ πως το κοινό αυτής της μουσικής περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες. Το αντίθετο – η μεγάλη προσέλευση σε συναυλίες όπως των GUNS N’ ROSES ή των SCORPIONS δείχνει πως υπάρχει απήχηση και στις νεότερες γενιές. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην έλλειψη στήριξης από τα εγχώρια «ροκ» ραδιόφωνα, που ανακυκλώνουν επί χρόνια την ίδια playlist και αγνοούν τα νέα ελληνικά σχήματα. Από την πλευρά μας, υπογράψαμε συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία του εξωτερικού που ήδη προωθεί το άλμπουμ μας, φυσικά και ψηφιακά. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: να φτάσει η μουσική μας εκτός συνόρων — στην Ευρώπη και, γιατί όχι, και πιο μακριά.

Υπάρχουν σχέδια για μεμονωμένες συναυλίες ή και κάποια mini tour μέσα στο 2025;
Είμαστε σε επικοινωνία με διοργανωτές και πολύ σύντομα θα ανακοινώσουμε τα πρώτα events και τις επίσημες ημερομηνίες. Stay tuned!

Αν και ακόμη είναι νωρίς να μιλάμε για νέο υλικό, εντούτοις υπάρχει σκέψη για ένα γρήγορο δεύτερο δισκογραφικό χτύπημα ή θέλετε πρώτα να δείτε ποια θα είναι η ανταπόκριση του κόσμου;
Η προετοιμασία του δεύτερου δίσκου μας έχει ήδη ξεκινήσει αφού κάποια νέα τραγούδια τα δουλεύουμε ήδη πριν ακόμα ολοκληρώσουμε τον πρώτο. Βέβαια είναι νωρίς για να πούμε πότε θα ξαναμπούμε στο στούντιο για ηχογράφηση. Ίσως έχουμε κάτι ανακοινώσιμο μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Τι συνιστά ουσιαστικά επιτυχία για εσάς; Ένα υγιές νούμερο πωλήσεων, ικανοποιητικός αριθμός συναυλιών, αναγνωρισιμότητα…;
Όλοι αυτοί οι στόχοι (επιτυχία, αναγνώριση, αποδοχή) είναι σίγουρα σημαντικοί για κάθε μπάντα. Για εμάς όμως, επιτυχία σημαίνει κυρίως να διατηρήσουμε την καλή μας χημεία, να συνεχίσουμε να λειτουργούμε ομαδικά και να εξελισσόμαστε ως μουσικοί — τόσο ατομικά όσο και συλλογικά.

Πως θα μπορούσε να διαδοθεί περισσότερο η μουσική των SLEEK; Μέσα από τη συμμετοχή σας σε μία ευρωπαϊκή περιοδεία ή σε κάποιο headlining tour στην Ελλάδα;
Κάθε ζωντανή εμφάνιση εντός ή εκτός συνόρων σίγουρα βοηθάει στη διάδοση της μουσικής μας. Στο είδος που παίζουμε, η επαφή με το κοινό είναι τα πάντα – τροφοδοτεί τη μουσική και την ενέργειά μας πάνω στη σκηνή.

Από τις hard rock συναυλίες που έχουν γίνει στη χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια ποιες ξεχωρίζεις και γιατί;
Θα ξεχώριζα τις εμφανίσεις των GUNS N’ ROSES το ’93, τους AC/DC στην Αθήνα και τους WHITESNAKE στο Λυκαβηττό. Και οι 3 συναυλίες θα μείνουν αξέχαστες για την αστείρευτη ενέργεια και την τρομερή επαφή που είχε κάθε μπάντα με το κοινό.

Η γενιά που στηρίζει αυτή τη μουσική με αγορά δίσκων και παρουσία σε συναυλίες διανύει στη συντριπτική πλειοψηφία της την πέμπτη ή και την έκτη δεκαετία της ζωής της. Πιστεύεις υπάρχει μέλλον για τη hard rock μουσική στη χώρα μας;
Όπως είπα και πριν, δεν θεωρώ πως το κοινό αυτής της μουσικής είναι μικρό και γερασμένο. Έχουν απλά αλλάξει η συνθήκες προώθησης και τα μέσα. Οι νέες γενιές έχουν απομακρυνθεί από την αγορά δίσκων γενικότερα και έχουν στραφεί στην εύκολη και ανέξοδη αναπαραγωγή μέσα από πλατφόρμες η κοινωνικά δίκτυα. Πλέον ο ακροατής, ειδικά ο νεότερος, θέλει εικόνα μαζί με τον ήχο – και μάλιστα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Αν δεν του “κάτσει” με την πρώτη, θα το προσπεράσει και θα πάει παρακάτω. Και ας μην ξεχνάμε ότι η hard rock μουσική δεν ήταν ποτέ η πρώτη προτεραιότητα των Ελλήνων ακροατών. Παρόλα αυτά είχε, έχει και θα έχει το δικό της, σταθερό κοινό για τα επόμενα – πολλά ελπίζουμε – χρόνια. Το σταθερό κοινό αυτής της μουσικής είναι ό,τι πιο αληθινό υπάρχει· δεν βασίζεται σε τάσεις ή αριθμούς, αλλά σε μια βαθιά, ειλικρινή αγάπη για τον ήχο και το συναίσθημα. Αν μπορούμε, με όσα γράφουμε και παίζουμε, να γίνουμε κι εμείς ένα μικρό κομμάτι αυτής της συνέχειας, τότε έχουμε κάθε λόγο να το συνεχίσουμε. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε, να παίζουμε και να ανεβαίνουμε στη σκηνή για όσο το «ακόμα πονάει» είναι αληθινό.

Σάκης Νίκας

BABYLON A.D, WILD MACHINE (Piraeus Club Academy, 20/9/2025)

0
Babylon

Babylon

Το hard rock στη χώρα μας, σε επίπεδο συναυλιών, είναι πολύπαθο, ταλαιπωρημένο, παραγκωνισμένο. Επιτέλους όμως, φαίνεται ότι βρέθηκαν αυτοί που θα το βγάλουν από το τέλμα στο οποίο έχει πέσει. Είναι τα παιδιά από το εξαιρετικό webzine Rockpages.gr, που με σωστές κινήσεις και σκεπτόμενοι όπως και εμείς για το Rock Hard Festival, δηλαδή ως οπαδοί που απευθύνονται σε οπαδούς, κλείνουν σιγά-σιγά την hard rock «τρύπα» στην συναυλιακή πραγματικότητα του εν Ελλάδι «σκληρού ήχου».

Η βραδιά της 20ης Σεπτεμβρίου στο Piraeus Academy Club, έμελλε να είναι ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, στις ένδοξες μέρες του αμερικανικού hard ‘n’ heavy, όταν αυτό κυριαρχούσε από τις μεγαλύτερες αρένες μέχρι τα σκοτεινότερα clubs, μονοπωλώντας τα ερτζιανά. Οι BABYLON A.D, ένα από τα πλέον ποιοτικά αλλά και αδικημένα συγκροτήματα εκείνης της περιόδου με το ολοκαίνουργιο “When the world stops“ στις αποσκευές τους και μετά από μια σειρά συναυλιών σε Η.Π.Α. (με πρώτο show όπως είπαμε στο σχετικό αφιέρωμα, στο θρυλικό club Whiskey A-Go-Go, διόλου τυχαία) και Ηνωμένο Βασίλειο, θα έρχονταν στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά, για να μας δείξουν ποιο είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ hard rock attitude του «τότε», το οποίο εις μάτην προσπαθούν να αναβιώσουν/υιοθετήσουν τα συγκροτήματα του «σήμερα».

Όχι όλα όμως… Υπάρχουν και κάποια που είναι αυθεντικά! Που δυστυχώς, γεννήθηκαν λάθος χρονιά! Ένα τέτοιο είναι και οι Έλληνες WILD MACHINE, μία μπάντα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στους ντόπιους rockers. Θες να τους πεις “glam”; Θες να τους χαρακτηρίσεις “sleaze”;  Ή απλά “rock ‘n’ roll”; Όπως και να τους πεις, στο τέλος της ημέρας, ουδεμία σημασία έχει. Στα δικά μου αυτιά, μου φάνηκαν η απόλυτη ένωση των AC/DC με τους BRITNY FOX, δίχως εννοείται να λείπουν οι MOTLEY CRUE επιρροές και αν μπορείς να το διανοηθείς αυτό, ξέρεις αυτόματα και πόσο καλοί είναι στο σανίδι!

Μπροστάρης, εννοείται, ο πληθωρικός Johny (όπως ο γνωστός Γιάνης της πολιτικής) Hot, με «δολοφονικές» ατάκες και κινήσεις, φωνή γρασαρισμένη και χροιά αναγνωρίσιμη όσο ελάχιστες στην Ελλ… βασικά, όχι, άστο, στην Ευρώπη είναι το σωστό! Η μπάντα δίπλα του, έμοιαζε σαν να είχε ταξιδέψει με χρονοκάψουλα κατευθείαν από την Sunset Strip των 80s και το αποδείκνυε τόσο εμφανισιακά, όσο και παικτικά. Με σύντομο, περιεκτικότατο set (“Viciouz Luv”, “Just for a nite”, “Teez Teezah” κλπ πιπεράτα άσματα από το μοναδικό τους ως τώρα άλμπουμ που λέγεται “II” – άντε βγάλε άκρη) και μια super διασκευή στο “Fox on the run” των SWEET, ήταν τόσο καλοί, που μου γέννησαν αμέσως την επιθυμία να τους ξαναδώ και να ακούσω γρήγορα νέα τους δισκογραφική δουλειά. Από κάτω, δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην τους αποθέωσε. Τυχαίο; Άντε, μην αργείτε!

Με τον κόσμο να προσέρχεται με ικανοποιητικότατους ρυθμούς και σε εξίσου ικανοποιητικούς αριθμούς, οι BABYLON A.D εμφανίστηκαν με έναν εντελώς 80s τρόπο, που από μόνος του αρκούσε ώστε να βάλει φωτιά στο κοινό! Κι εδώ μπροστάρης ήταν, αναμενόμενο φυσικά, ο τραγουδιστής Derek Davis, ένας χαρισματικός frontman που έμοιαζε να «βγαίνει» από την σκηνή, να είναι τμήμα, κομμάτι της. Φωνητικά σε άψογη κατάσταση, αεικίνητος, επικοινωνιακός, ήξερε πότε να δώσει το μικρόφωνο στο κοινό και πότε να οδηγήσει ο ίδιος τη μπάντα. Και οι υπόλοιποι όμως, ήταν εξαιρετικοί: Τόσο οι βετεράνοι κιθαρίστες Ron Freschi (ίδιος ο μακαρίτης ο Scott Colombus με το μουστάκι που έχει) και John Matthews όσο και οι νεοφερμένοι Greg Pepe (μπάσο) και Dylan Soto (τύμπανα), «έδωσαν ρέστα»!

Με το συγκρότημα λοιπόν σε άψογη φόρμα, δεν ήταν διόλου δύσκολο οι κλασσικές επιτυχίες από τα δύο πρώτα, καταπληκτικά τους άλμπουμ, να ενωθούν με ωραίες στιγμές του παρόντος και να συνθέσουν ένα σύνολο τραγουδιών που εκτόξευσε τον ενθουσιασμό στα ύψη! Νομίζω πως το απόλυτο peak «πιάστηκε» στο “The kid goes wild”, με τα “Bang go the bells”, “Hammer swings down” και “So savage the heart” να ακολουθούν, αλλά το θετικότερο όλων είναι πως και τα καινούργια τραγούδια έτυχαν θερμής υποδοχής, κάτι που φανερώνει ότι οι τελευταίοι δύο δίσκοι μόνο απαρατήρητοι δεν περάσαν από τους οπαδούς και οι BABYLON A.D απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «μπάντα που σέρνει το κουφάρι της, χωρίς λόγο ύπαρξης».

Ο ήχος ήταν πιο χύμα και πιο heavy metal από τον αντίστοιχο του studio, πάντα όμως σε πολύ καλά επίπεδα. Κάτι ακόμη που έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν το γεγονός ότι ο Davis δεν έχανε ευκαιρία να ευχαριστεί το κοινό αλλά και να δείχνει την αγάπη και τον σεβασμό του για τη χώρα μας και την παγκόσμια κληρονομιά της. Ήταν ξεκάθαρο, οι BABYLON A.D χαίρονταν περισσότερο και από εμάς τους ιδίους τούτη την ιστορική, πρώτη τους συναυλία στην Ελλάδα. Στο encore, ακούσαμε το hit “Take the dog off the chain” και εκεί που νομίζαμε πως όλα τελείωσαν, με τα φώτα να ανοίγουν και μουσική να ακούγεται από τα ηχεία, ήρθε και δεύτερο απρόσμενο encore, όπου οι BABYLON A.D τίμησαν τη μνήμη του Ozzy, παίζοντας τα “War pigs” και “Paranoid”. Κρίμα για όσους βιάστηκαν να αποχωρήσουν, έχασαν μια εντελώς party φάση!

Κάπως έτσι και με τους Αμερικανούς να μη θέλουν να φύγουν από το Academy, βγάζοντας φωτογραφίες, μιλώντας με όλους και υπογράφοντας αυτόγραφα, τελείωσε η πρώτη και θέλω να πιστεύω όχι τελευταία, εμφάνιση του ιστορικού αυτού σχήματος στην Ελλάδα. Ζήσαμε και γράψαμε όλοι μαζί μια λαμπρή σελίδα στην ιστορία του rock στην πρωτεύουσα, με πένα την αγάπη για τη μουσική και τη νοσταλγία για εποχές που άλλοι έζησαν, άλλοι θα ήθελαν να ζήσουν αλλά εποχές που όλοι συμφωνούμε πως ήταν πιο αγνές, πιο ουσιαστικές και συνεπώς… καλύτερες!

Rockpages.gr, σας ευχαριστούμε!

Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες: John Radiotopoulos / Yannis Dolas

SETLIST BABYLON A.D: 1. Back in Babylon 2. Wrecking machine 3. Hammer swings down 4. When the world stops 5. So savage the heart 6. Rome wasn‘t built in a day 7. Bang go the bells 8. Maryanne 9. Come on let roll 10. Super beast 11. Desperate 12. The kid goes wild 13. Take the dog off the chain 14. War pigs 15. Paranoid

JAG PANZER, Angelo Perlepes’ MYSTERY, THELEMITE (Κύτταρο, 19/9/2025)

0
Jag

Jag

Μια συναυλία που πέρασε από χίλια μύρια κύματα, όπως λέει και το γνωστό άσμα του Μαρκόπουλου. Υποτίθεται πως στις 19/9, θα βλέπαμε τους θεούς του αμερικανικού metal JAG PANZER, μαζί με τους θρύλους του NWOBHM, RAVEN, οι οποίοι θα γιόρταζαν επί σκηνής, μισόν αιώνα ζωής. Ένα «πακέτο» που με την ανακοίνωσή του, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στους underground κύκλους και έβαλε, κατά το κοινώς λεγόμενον, τους οπαδούς στην «πρίζα». Σταθερή αξία για ένα καταπληκτικό live οι Αμερικανοί, το ίδιο και οι Βρετανοί, τους οποίους επιπλέον είχαμε να τους δούμε και αρκετό καιρό. Τι άλλο θέλαμε;

Θα θέλαμε. Να το δούμε. Τελεία. Γιατί με την αιφνίδια ανακοίνωση της ακύρωσης των RAVEN, λόγω προβλημάτων υγείας του μπασίστα/τραγουδιστή John Gallagher, τα πλάνα άλλαξαν. Και όλοι όσοι έχουμε δει ή τέλος πάντων ξέρουμε τι σημαίνει «RAVEN επί σκηνής», ξέραμε πόσο δυνατό «πακέτο» θα ήταν αυτό και η αλήθεια είναι, μια «ψυχρολουσία» την υπέστημεν, που λένε και οι λόγιοι. «Ψυχρολουσία» που ανέλαβαν να διώξουν από πάνω μας, όσο γινόταν, δύο ελληνικές μπάντες, οι MYSTERY και οι THELEMITE.

Η αρχή έγινε με τους δεύτερους. Οι THELEMITE είναι δεκαπέντε χρόνια μπάντα αλλά να φορτσάρουν, τους έχουμε δει τα τελευταία τέσσερα – πέντε χρόνια, με τρεις διαδοχικούς δίσκους (πιο πρόσφατος ο φετινός Power of darkness) να τους έχουν βάλει για τα καλά στον εγχώριο μεταλλικό χάρτη. Το ύφος τους, κλασσικότροπο heavy metal, έστω κι αν σε κάποιες πτυχές του γίνεται πιο doomy, thrashy ή power-ίζει. Συμπαγής ήχος, δεμένο συγκρότημα, χαλαρή διάθεση από πλευράς του frontman τους, δυναμικότατος drummer, τραγούδια που ακούγονται ευχάριστα (έχουν και «οικείες» μελωδίες να σου πετάξουν δεξιά κι αριστερά). Η διασκευή στο “Children of the grave” των BLACK SABBATH παίχτηκε καθαρά υπό το δικό τους πρίσμα και αυτό τους τιμά. Γενικά, ήταν μια εμφάνιση από αυτές που ο πολύς κόσμος αποκαλεί «τίμιες» (όπως λέμε, «βάσεις πυραύλων ο τίμιος Τζων»). Καλή συνέχεια να έχουν τα παιδιά.

Ο Άγγελος Περλεπές με τους Angelo PerlepesMYSTERY, ανήκει στην ζώσα ιστορία του ελληνικού hard rock/heavy metal. Αν μετρήσουμε πόσα χρόνια έχει στην σκηνή από την εποχή των TILT, τα βγάζουμε παρά ένα 40. Μεγάλα τα διαστήματα αποχής βέβαια, αλλά ευδιάκριτο οπωσδήποτε το αποτύπωμα της μουσικής του, με μια πεντάδα αξιόλογων δίσκων. Ο τελευταίος τους τιτλοφορείται Spelled by fire και στα πλαίσια της προώθησής του, έγινε και αυτό το mini tour σε Ελλάδα και Κύπρο, προτελευταίος σταθμός του οποίου ήταν η Αθήνα. Τώρα, για το καθαρά μουσικό κομμάτι, δε νομίζω πως μπορεί κάποιος να πει πολλά.

Οι MYSTERY έπαιζαν, παίζουν και θα παίζουν, για όσο ακόμη, neoclassical metal. Με το ένα πόδι στο hard rock, με το άλλο στο power metal, όπως έκαναν δηλαδή όλα τα παιδιά του Blackmore, από τον Malmsteen μέχρι τον τελευταίο πιτσιρικά που γρατζουνάει τώρα κιθάρα για πρώτη φορά και θέλει να του μοιάσει. Τον καινούργιο δίσκο δεν τον έχω ακόμη ακούσει, ωστόσο από ό,τι παίχτηκε «ζωντανά», θετικά ήταν τα μηνύματα. Επίσης, δεν έλειψαν και παλαιότερες, κλασσικές στιγμές, τις οποίες και περίμεναν όσοι ακολουθούν το συγκρότημα όλα αυτά τα χρόνια. Ο ήχος θα μπορούσε, όπως και στους THELEMITE, να είναι λιιιιγο πιο «καθαρός», αλλά γενικά κινήθηκε σε πολύ αξιόλογα επίπεδα (Κύτταρο γαρ). Νομίζω πως όσοι περίμεναν αυτό το live, πήραν πίσω αυτό που ήθελαν. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και το ζητούμενο πάντοτε;

Πάμε τώρα στους headliners της βραδιάς. Οι JAG PANZER εννοείται δε χρειάζονται συστάσεις. Εκ των θεμελίων του USPM, είναι μια μπάντα που είτε σε τρώγλη τη βάλεις να παίξει είτε σε αρένα 100.000 θεατών, θα παίξει ακριβώς το ίδιο. Μόνο που στην αρένα η τεράστια ισχύς τους θα απλωθεί με αποτέλεσμα η ζημιά να είναι μικρότερη, ενώ χώροι όπως το Κύτταρο, δεν υπάρχει ουδεμία πιθανότητα να μη διαλυθούν εις τα εξ ων συνετέθησαν, όπως λένε πάλι οι λόγιοι. Κι εδώ όμως είχαμε εξελίξεις της τελευταίας στιγμής, οι οποίες ευτυχώς «πέρασαν και δεν ακούμπησαν» και θα τις αναφέρω απλά και μόνο ως γεγονός.

Οι JAG PANZER ήρθαν χωρίς τους Mark Briody και Rikard Stjernquist, με τους Casey Trask και Jacob Lee Coleman στη θέση τους, αντίστοιχα. Αναποδιές και υποχρεώσεις της τελευταίας στιγμής, σύμφωνα με το ίδιο το γκρουπ, δεν τους άφησαν να ταξιδέψουν. Στοίχισε όμως αυτό, στην απόδοση της μπάντας; Ούτε καν! Ο Casey Trask είναι τέκνο του US power, παίζει στους CAGE. Επίσης, ανήκει στο γενεαλογικό δέντρο των JAG PANZER, ως κιθαρίστας των THE THREE TREMORS. Κάποιοι εξ ημών, μάλιστα, τον είχαμε δει σε εκείνο το υπέροχο live του 2018. Συνεπώς, μπήκε πανεύκολα στο «πνεύμα». Ο Jacob Lee Coleman πάλι, από εντελώς άλλον χώρο και με εντελώς «κόντρα» φυσιογνωμία και στυλ, απεδείχθη πολύ καλός στον ρόλο του γιατί πολύ απλά, μας απέδειξε πως είναι ικανός μουσικός. Και οι ικανοί μουσικοί, παίζουν παντού.

Τον Aric Arvina στο μπάσο τον ξέρουμε πια καλά, δέκα χρόνια κλείνει φέτος ως live μέλος του γκρουπ, μιας και ο John Tetley είναι ανήμπορος να ακολουθεί στις περιοδείες. Ίσως θυμούνται κάποιοι την τελευταία φορά που τον είδαμε επί σκηνής, να παίζει καθήμενος σε σκαμπό. Αυτός τώρα που ήταν εντελώς «λυμένος» και καλύτερος από κάθε άλλη φορά, ήταν ο Ken Rodarte. Σίγουρα η καλύτερή του εμφάνιση με τη μπάντα ως lead κιθαρίστας, από τις τρεις που τον έχουμε δει. Τελευταίο άφησα τον Harry Conklin, με τη ζώνη Batman και το υπέρτατο παπούτσι. Αν και δε θα έπρεπε καν να το αναφέρω, μιας και η τελευταία του φορά επί αθηναϊκού εδάφους με τους TITAN FORCE φανέρωσε όλο το μεγαλείο της φωνής του, άρα ξέραμε τι θα ακούσουμε, ήταν σε τρομαχτική κατάσταση!

Σε σχέση με την προηγούμενη, επίσης φανταστική εμφάνιση του Κυνηγού Αρμάτων, είχαμε μια απαιτούμενη διαφοροποίηση ως προς το ποια τραγούδια παίχτηκαν και δικαίως. Σε περιοδεία για το πρόσφατο “The hallowed” βρίσκονται τώρα οι Αμερικανοί, συνεπώς αυτό θα έχει σημαντική εκπροσώπηση. Όχι όμως τόση όση το τιτάνιο “Ample destruction”. Αυτό έλαβε τη μερίδα του λέοντος, με έξι κομμάτια. Άμα ρε παιδί μου έχεις στο παλμαρέ σου έναν από τους καλύτερους δίσκους που έβγαλε ποτέ το metal της Αμερικής, δε γίνεται να μην τον τιμήσεις…

Είσαι περίπου… «καταδικασμένος» να το κάνεις! Ειδικά στην σερί τριάδα “Harder than steel” – “Symphony of terror” – “Reign of the tyrants” (όπου ακούστηκε και η «μεσαιωνική» εισαγωγή του, με τους Tyrant και Rodarte να συναγωνίζονται κεφάτοι ποιος θα χορέψει καλύτερα σαν μπαλαρίνα, κοινώς ποιος θα κάνει τις καλύτερες χαζομάρες) έγινε μέγα πανηγύρι, χωρίς φυσικά ο κόσμος να κάνει «πίσω» σε καμία από τις υπόλοιπες σπουδαίες στιγμές που μας χάρισαν οι άρχοντες από το Colorado. Μια ματιά στην setlist, θα σε πείσει.

Επίλογος.

Η συναυλία των JAG PANZER ήταν απλά καταπληκτική. Όποιος έδωσε το «παρών» (και ευτυχώς, δεν ήμασταν και λίγοι!), θα έχει να το λέει. Ας θέσω όμως έναν προβληματισμό στο τραπέζι… Οι JAG PANZER όπως τους είδαμε, οπτικά και μόνο, ήταν περισσότερο κάτι σαν “Tyrant & Co”. Ήταν άλλο ένα παράδειγμα μιας κατάστασης που μοιάζει να έρχεται να παγιωθεί με γοργά και μεγάλα βήματα. Ποια είναι αυτή; Καθώς περνούν τα χρόνια, θα βλέπουμε ολοένα και περισσότερο κάποιες/αρκετές/πολλές από τις αγαπημένες μας μπάντες με άλλη σύνθεση να ηχογραφούν και με άλλη να περιοδεύουν. Έρχομαι λοιπόν να ρωτήσω, πόσο μας πειράζει, ή πρέπει να μας πειράζει αυτό; Αξίζει να θυσιάσουμε την απόλαυση ενός έξοχου live, εμμένοντας σε πρόσωπα και όχι σε ήχους; Τι είναι λογικό; Να βλέπουμε ή να ακούμε μουσική;

Προσωπικά, έχω πάρει τις αποφάσεις μου, χρόνια τώρα.

Ανταπόκριση: Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

SETLIST: 1. Chain of Command 2. Licensed to kill 3. Black 4. Iron Eagle 5. King at a price 6. Onward we toil 7. The Mission (1943) 8. Harder than steel 9. Symphony of terror 10. Reign of the tyrants 11. Dark descent 12. Stronger than you know 13. Take to the sky 14. Warfare 15. Generally hostile 16. Shadow thief

AMORPHIS – “Borderland” (RPM) (ομαδική κριτική)

0
Amorphis

Amorphis

Οι αγαπημένοι Φινλανδοί AMORPHIS, κυκλοφορούν στις 26 Σεπτεμβρίου το 15o στούντιο άλμπουμ τους, με τίτλο “Borderland” και η συντακτική ομάδα του Rock Hard ήταν εκεί για να γράψει την άποψή της.

Photo by Sam Jamsen

Είναι κυριολεκτικά τρεις μήνες που ακούω το “Borderland” και ξέρετε κάτι; Δεν έχω βαρεθεί να το ακούω, σε καμία των περιπτώσεων. Ένας δίσκος AMORPHIS, οφείλει να είναι ένας… δίσκος AMORPHIS!!! Με τη μελαγχολία του, το delay στην κιθάρα, τις πιασάρικες μελωδίες, τον συνδυασμό brutal και καθαρών φωνητικών και όλα τα trademark, που μας έχουν συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια. Είναι ευχή και κατάρα να φτιάχνεις έναν χαρακτηριστικό ήχο, διότι είναι μικρά τα περιθώρια για να κάνεις κάτι διαφορετικό. Δεν πιστεύω να υπάρχει κανείς που να περιμένει να κάνουν μεταβάσεις όπως αυτή από το “Tuonela” στο “Am universum”, ή από το “Tales…” στο “Elegy”.

Πλέον οι AMORPHIS έχουν ένα status πολύ υψηλότερο, είναι φτασμένοι, με φανατικό fan base, που δεν ξέρω αν δέχεται κάτι πιο ρηξικέλευθο. Αλλά το θέμα μου είναι, για ποιον λόγο να αλλάξουν μία συνταγή που είναι πετυχημένη; Μετά από 35 χρόνια και 15 δίσκους έχουν κερδίσει με το σπαθί τους το δικαίωμα να …παίζουν σαν τους εαυτούς τους.

Το μόνο ερώτημα που απευθύνω στον εαυτό μου, είναι: «Πέρασες ωραία ακούγοντας το “Borderland”»; Και η απάντηση είναι πάντα θετική. Μην πω και υπερθετική. Παίζουν μία από τα ίδια; Ναι. Έχουν ωραίες συνθέσεις; Φυσικά. Το άλμπουμ έχει μία φυσιολογική ροή, που δεν κουράζει καθόλου, τρομερές μελωδίες, κολλητικά ρεφρέν, σε ταξιδεύει και ειλικρινά, δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι περισσότερο από τα υπόλοιπα.

Δεν είναι “Under the red cloud”, νομίζω όμως ότι είναι καλύτερο από το “Halo” και κοιτάζει στα μάτια το “Queen of time”. Αν με ρωτάτε για καλύτερες στιγμές, θα έλεγα το “The lantern”, το «χορευτικό» “Dancing shadow” και το “The strange”. Κλασικός ήχος AMORPHIS, έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από την 15η δισκογραφική δουλειά ενός συνεπέστατου σχήματος, που την τελευταία 20ετία, βγάζει εξαιρετικούς δίσκους γλυκιάς μελαγχολίας, αφού πειραματίστηκε με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία νωρίτερα…

8,5 / 10

Σάκης Φράγκος

Photo by Sam Jamsen

Για το δέκατο πέμπτο στούντιο άλμπουμ τους, οι Φινλανδοί συνεργάστηκαν για πρώτη φορά με τον Δανό παραγωγό Jacob Hansen ο οποίος έχει στο ενεργητικό του πολλές παραγωγές, όπως AVANTASIA, ARCH ENEMY, FLOTSAM AND JETSAM και VOLBEAT, μεταξύ άλλων. Από τότε που ο Tomi Joutsen μπήκε στην μπάντα το 2005, οι AMORPHIS έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν τον δικό τους ήχο, που δεν μπορεί να αντιγραφτεί από κανέναν άλλο, κάτι πολύ σημαντικό σε μια εποχή όπου φαίνεται ότι η εξέλιξη στο metal έχει κολλήσει μιας που όλα έχουν επινοηθεί και δοκιμαστεί και μόνο απομένει ο ένας να αντιγράφει τον άλλο ή να αναμασάει παλιές και δοκιμασμένες συνταγές.

Όσοι γνωρίζουμε την μπάντα, ξέρουμε τι να περιμένουμε από έναν δίσκο τους, αλλά ακόμα κι αν ο συντελεστής έκπληξη να μην υπάρχει πια, η ποιότητα των συνθέσεων είναι πάντα τέτοια που προσωπικά εμένα, δεν με χαλάει καθόλου το γεγονός ότι από το “Eclipse” και εντεύθεν, ακούω την ίδια φόρμουλα.

Για παράδειγμα, το πρώτο κομμάτι του δίσκου, “The Circle”, μας καλωσορίζει με τα γνωστά ατμοσφαιρικά περάσματα του πληκτρά Santeri Kallio και τα χαρακτηριστικά delay της κιθάρας του Tomi Koivusarri, έτσι όπως ξεκίναγε και ο δίσκος ‘Queen of Time’ (2019) με το κομμάτι “The Bee”, ενώ στο single “Bones” η χρήση του σιτάρ μου θυμίζει κομμάτια όπως “Greed” ή “Better Unborn”. Κομμάτια όπως “Borderland” και “The Lantern” συνεχίζουν την παράδοση της μίξης στοιχείων folk με progressive death metal δίνοντας τους το γνωστό epic vibe που τους χαρακτηρίζει. Η δυνατότητα τους να γράφουν catchy hooks είναι ακόμα πιο προφανής σε κομμάτια όπως “Dancing Shadow” ή το “Fog to Fog” που άνετα θα μπορούσαν να υπάρχουν και σε ένα δίσκο των NIGHTWISH, όσο αιρετικό κι αν ακούγεται στους πιο true.

Οι Φινλανδοί δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα πια σε κανένα, ότι ηχητική εξερεύνηση είχαν να κάνουν την έκαναν και με το παραπάνω, και τώρα απλώς μας κοιτάζουν από ψηλά, από τον θρόνο του μουσικού είδους που οι ίδιοι δημιούργησαν και που εγώ προσωπικά θα το ονόμαζα “Karelian metal”… συμφωνείτε;

9 / 10

Γιώργος Γκούμας

 

Η ανέλιξη των AMORPHIS δεν ήταν απότομη. Το συγκρότημα από τον παγωμένο Ευρωπαϊκό βορρά, ενηλικιώθηκε δισκογραφικά μέχρι να ισορροπήσει μουσικά και να σταθεροποιήσει την μουσική του ταυτότητα. Στην μεγάλη τους πορεία, κατάφεραν να κρατηθούν κοντά στις ρίζες τους, αλλά και να εξελίξουν τον ήχο τους.

Σήμερα, στο 15ο άλμπουμ τους, δεν θα σας εκπλήξουν. Αυτό ακούγεται αντίθετο με αυτό που γράφει το δελτίο τύπου, όμως αν γνωρίζετε το παρελθόν τους, όχι μόνο το πρόσφατο αλλά και το πιο μακρινό, θα με καταλάβετε. Οι AMORPHIS αν σε κάτι με εκπλήσσουν εδώ είναι με την χαλαρότητά τους, όταν μας έχουν συνηθίσει σε μεγαλύτερο βάθος στις συνθέσεις τους. Εδώ συμφωνεί το αυτί μου με τις δηλώσεις του Rechberger ότι η ατμόσφαιρα στο στούντιο ήταν χαλαρή. Αυτή η προσέγγιση όπως ακούγεται, δεν με ικανοποιεί.

Θα βρείτε αρκετές γνώριμες στιγμές, τα καθαρά αλλά και πολλά σκληρά φωνητικά του Tomi ακόμα κι αν έχουμε ένα πιο ανάλαφρο συνθετικά άλμπουμ. Το εναρκτήριο “The circle” εκτός από μελωδικό, είναι δίχως ριφ και σόλο, αρκετά άδειο. Με το “Bones” σαν να δοκιμάζουν να βγουν στην αντίπερα όχθη. Σκληρό ριφ και φωνητικά, αλλά και φοβερή γέφυρα. Ευθύ βέβαια αλλά και in-your-face. Αμεσότητα χαρακτηρίζει τα περισσότερα από τα 12 τραγούδια του 15ου άλμπουμ τους. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα θα έλεγα πως αποτελεί το “Light and shadow” που μαγνητίζει όσο κι αν δεν θυμίζει τους AMORPHIS που εγώ προτιμώ. Επίσης το “Dancing shadow”, με το χορευτικό ρεφραίν, καταδεικνύει την θετική διάθεση που επικρατεί στο “Borderline”, όσο κι αν εμένα με άφησε αδιάφορο.

Συνοψίζοντας θα έλεγα πως πέραν από τον ενθουσιασμό των νέων συνθέσεων, το άλμπουμ δεν με εντυπωσίασε. Κακό, δεν είναι. Εύπεπτο, ναι, για τα δεδομένα των Φιλανδών. Καινοτόμο, δεν το λες. Οι ίδιοι το χαρακτηρίζουν περιπετειώδες, αλλά εγώ πιστεύω πως δεν θα μείνει στην ιστορία ως τέτοιο.

6,5 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

Από τον κρύο Βορά και συγκεκριμένα τη Φινλανδία, έρχεται το νέο πόνημα των AMORPHIS, το οποίο είναι και ο 15ος πλήρης δίσκος της μπάντας από την αφετηρία της το 1990! Καθόλου άσχημα, ειδικά αν συμπεριλάβουμε στην εξίσωση πως οι Φινλανδοί μας κερνάνε ως επί το πλείστον καλή μουσική. Γιατί ασχέτως μουσικών προτιμήσεων και γούστου, δίσκους όπως τα πρόσφατα “Queen of time” και “Halo” μόνο ως κακούς δεν θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε. Με αυτή τη βάση έρχεται να στρογγυλοκαθίσει και το “Borderland” στα ηχεία μας, καθώς είναι άλλη μία ποιοτική προσθήκη στην μεγάλη αυτή δισκογραφία.

Από την εισαγωγή του “The circle” γίνεται ξεκάθαρο πως οι μελωδίες θα είναι κυρίαρχες και ενώ το “Bones” προσπαθεί να μας ρίξει λίγη στάχτη στα μάτια με την πιο έντονη χρήση ακραίων φωνητικών και ανατολίτικων στοιχείων, η συνέχεια διατηρεί μία σταθερή πορεία υπό το πρίσμα της ομοιόμορφης συνθετικής προσέγγισης. Κάθε σύνθεση συνοδεύεται από ένα κυρίως θέμα που κάθεται πολύ όμορφα στο αυτί, και πάνω σε μεσαίες ταχύτητες χτίζεται σιγά σιγά το κάθε τραγούδι με γνώμονα ΠΑΝΤΑ τις εξαιρετικές μουσικές μελωδίες. Γιατί ας είμαστε ειλικρινής, παιξίματα όπως αυτά των “Tempest”, “The strange” και “Light and shadow” για παράδειγμα, με τόσο έντονο χαρακτήρα, δεν τα συναντάμε συχνά.

Αυτά τα στοιχεία υπήρχαν και στις προηγούμενες δουλειές θα πείτε δικαίως, με τη διαφορά ότι εδώ αποτελούν τη ναυαρχίδα του δίσκου και όχι απλά μέρος του. Σε αυτό έχει βοηθήσει τόσο η νέα κρυστάλλινη παραγωγή από τον Jacob Hansen (άπειρα credits ως παραγωγός τα τελευταία χρόνια), όσο και η συνθετική προσέγγιση, η οποία βέβαια στερείται από πολλούς πειραματισμούς. Ως αποτέλεσμα, το “Borderland” έχει απωλέσει τα έντονα συμφωνικά μέρη χωρίς να τα εξαλείφει τελείως, ενώ είναι αισθητά λιγότερο heavy και σίγουρα λιγότερο ανήσυχο.

Αυτό σημαίνει ότι είναι κατώτερο των προκατόχων του; Όχι απαραίτητα, είναι απλά διαφορετικό. Προτιμώ το “Queen of time”, εννοείται θα ήθελα μία έκπληξη τύπου “The wolf”, την ίδια στιγμή όμως βρίσκω και το “Borderland” πολύ καλό, ενώ αναμφίβολα κάποιοι θα εκτιμήσουν πιο πολύ την κρυστάλλινη προσέγγιση της νέας κυκλοφορίας. Στα συν να βάλουμε και το εξώφυλλο, η μπάντα μας έχει συνηθίσει άλλωστε στις ιδιαίτερες επιλογές, με το παρόν άλμπουμ να φαντάζει ως μία εξαιρετική επιλογή για format βινυλίου.

Ξέρουμε πολλές μπάντες που τόσο βαθιά μέσα στη δισκογραφία τους κυκλοφορούν ποιοτικές δουλειές σε τέτοιο βαθμό; Σίγουρα βοηθάει σε αυτό και η ως ένα μεγάλο βαθμό σταθερή παρουσία των μελών. Κατά τα άλλα, η νέα δουλειά των AMORPHIS έχει να ανταγωνιστεί κυρίως τις συγκρίσεις με τους προηγούμενους δίσκους της ίδιας της μπάντας, σε μια μάχη που μπορεί να έχει πολλούς νικητές οπότε όλα καλά. Γιατί την μάχη με τον εαυτό του, το “Borderland” την έχει κερδίσει σίγουρα, κι ας είναι λίγο πιο μονότονο και “safe” από ότι το ήθελα.

8 / 10

Παύλος Παυλάκης

Photo by Sam Jamsen

”Καλώς τα παιδιά” που θα λέγε και ο Αλέφας, αλλά και το δικό μας παιδί και πολύ καλός φίλος, συνάδελφος και ταπατούπας Φραγκίσκος Σαμοΐλης. Δηλαδή ώρα για μια ομαδική παρουσίαση για στο καινούργιο δισκογραφικό πόνημα των πολυαγαπημένων μας Φιλανδών AMORPHIS. Οπότε χωρίς να λέμε πολλά-πολλά πάμε να ξεκινήσουμε για να πούμε 2-3 κουβέντες για αυτό.

Ο τίτλος του 15ου στούντιο άλμπουμ τον AMORPHIS ή των παιδιών, φέρει τον τίτλο ”Borderland” και όσο και αν θα ήθελα να το εκθειάσω δεν γίνεται. Αφενός ήρθε το HELLOWEEN πριν λίγο καιρό και ανέβασε πολύ τον πήχη σε μπάντες πρώτες γραμμής για φέτος, αφετέρου για την ώρα έχουμε ακούσει πολύ καλούς ποιοτικά δίσκους ακόμα και από σχήματα εκτός αυτής που θα βρουν χώρο και θέση στις τελικές 20αδες πολλών συντακτών όταν θα έρθει η ώρα. Τα δικά μας όμως παιδιά αυτήν την φορά μάλλον δύσκολα θα καταφέρουν κάτι τέτοιο. Προσοχή όχι γιατί έχουμε να κάνουμε με κανένα δίσκο επικής πατάτας, τύπου ”Far(t) from the sun”, άλλωστε κάτι τόσο μέτριο δεν νομίζω πως μπορούν να κάνουν. Αλλά όμως έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που κατά την γνώμη μου θα μπορούσε να έχει μια λεζάντα που θα λέει, ”δεν απογοητεύει μεν, δεν γοητεύει δε”.

Αρχικά να πω πως έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που στα αυτιά μου και όχι μόνο μιας και το συζήτησα λίγο με λοιπούς φίλους-συντάκτες του rockhard.gr εξίσου λάτρες των Φιλανδών, έχει την λογική μανιέρας και εξηγούμαι.

Δηλαδή έχουμε ένα άλμπουμ που πάει στον αυτόματο και στο ίδιο μοτίβο που έπιασαν από το ”Queen of time”. Αυτό θα πω ότι, δεν είναι απόλυτα κακό όταν καταφέρνεις να γράφεις το ίδιο καλά σερί σε δίσκους που πάνε με αυτήν την λογική. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που σε σχέση με τα πανομοιότυπα προηγηθέντα, ”Queen of time” και ”Halo”, έχει τραγούδια που δεν είναι στα ίδια επίπεδα. Κατά την γνώμη μου έχει 3 πάρα πολύ καλές συνθέσεις που μπορεί να αντέξουν στον χρόνο και να μας μείνουν, όμως από εκεί και πέρα οι υπόλοιπες 7 από τις 10 συνθέσεις του δίσκου θα ακούγονται πάντα ευχάριστα μεν όταν θα τα πετύχεις κάπου αλλά δεν θα σου μείνουν, ούτε και θα σε ξεσηκώσουν ιδιαίτερα από την χαρά σου. Το άλμπουμ φυσικά και δεν χωλαίνει σε άλλους τομείς παρά μόνο στην ποιότητα των συνθέσεων και στην δυνατότητα να σταθούν και να σε κρατήσουν κοντά τους στον χρόνο.

Η παραγωγή του πολύπειρου και για πρώτη φορά στην καρέκλα του παραγωγού των AMORPHIS Jakob Hansen, είναι εξαιρετική και σταθερά σε υψηλά στάνταρ. Όλα τα όργανα ακούγονται άψογα, έχοντας την θέση του το καθένα όπου πρέπει μέσα στα κομμάτια, η φωνή του Joutsen είναι εκεί που πρέπει όπως πρέπει. Όλα ηχούν δυναμικά και πεντακάθαρα, αρά εδώ ψεγάδι σίγουρα δεν υπάρχει.

Παικτικά τώρα νομίζω πως είναι περιττό να πω πολλά, τα παιδιά είναι μουσικοί και παίκτες κλάσης όλοι τους, άλλωστε μας το έχουν πιστοποιήσει πάμπολλες φορές να το καταλάβουμε όχι μόνο στα στούντιο άλμπουμ τους, αλλά κυρίως στις live εμφανίσεις τους. Οπότε ούτε και εδώ μπορούμε να βρούμε κάτι μεμπτό. O Esa Holopainen στις Lead κιθάρες είναι άψογος, η συνεργασία του με τον ογκόλιθο της ρυθμικής κιθάρας του γκρουπ, Tomi Koivusaari, άριστη ως συνήθως. Άλλωστε οι μελωδίες τους και τα ρυθμικά μέρη από τις κιθάρες τους, μαζί με τις μελωδίες και τις ατμόσφαιρες που δημιουργεί με τα πλήκτρα του ο Santeri Kallio, είναι πάντα οι οδηγοί των κομματιών του γκρουπ. Οι Olli-Pekka Laine στο μπάσο και Jan Rechberger στα τύμπανα είναι σταθερά ένα rhythm section που δεν πρόκειται ποτέ να μην δώσουν τον ρυθμικό ογκόλιθο που πάνω του χτίζουν τα υπόλοιπα όργανα. Όσο για τον Tomi Joutsen είναι κλασικά αυτός που πρέπει να είναι, ένας υπέροχος τραγουδιστής που μπορεί να σε συνεπάρει είτε με τα μελωδικά καθαρά φωνητικά του, είτε με τα εκρηκτικά και γεμάτα δυναμισμό brutal του.

Άρα όπως καταλαβαίνετε καταλήγουμε απλά στο γεγονός που προανέφερα, δηλαδή οι συνθέσεις σε γενικές γραμμές είναι κατώτερες ποιοτικά από τα άλμπουμ που προηγήθηκαν. Αυτές που πραγματικά μου μένουν για να θυμάμαι και να με συντροφεύουν, είναι το ”Fog to fog” που έχει την ποικιλία που θέλω στα 5μιση λεπτά του από τους AMORPHIS, εναλλαγές στα καθαρά και τα brutal φωνητικά, περιπέτεια στα πλήκτρα και την δυναμική να είναι ένα τραγούδι με ρεφρέν που κινείται στα όρια του hit που εύκολα θα μπορούσε να κερδίσει κάποιον σε σχέση με το ”Dancing shadow” που δεν με κέρδισε και ιδιαίτερα.

Επίσης κρατώ τον ”Light and shadow”, που έχει πολύ όμορφο χτίσιμο στα πλήκτρα, γεμάτα μάλλον από μια disco αισθητική από τον Kallio, υπέροχο ρεφρέν και γέφυρα και ένα πολύ ωραίο μελωδικότατο σόλο κιθάρας που συνοδεύει σε κάποιο σημείο ο Jouutsen εξαιρετικά. Γενικά πολύ ωραίο hitάκι που θα βρει πιστεύω με μεγάλη άνεση και όχι άδικα θέση στο setlist της μπάντας στα μελλοντικά live αυτής. Επίσης θα κρατήσω και το ομώνυμο ”Borderland” που είναι μια κλασική και σε χτίσιμο και ύφος AMORPHIS από το πάνω ράφι. Μελωδικά πλήκτρα για οδηγό στο φουλ και κιθάρες που ακολουθούν για να πάρουν την σκυτάλη από αυτά. Εξαιρετική εναλλαγή σε brutal και καθαρά σημεία και πολύ όμορφο ρεφρέν που κολλάει στο μυαλό.

Όπως θα έβαζα και στην εξίσωση των πολύ καλών τραγουδιών και το κλείσιμο του άλμπουμ ”Despair”, που ξεκινάει με τις μελωδίες από τις κιθάρες για οδηγό και τα πλήκτρα να το ακολουθούν. Ενώ τα τύμπανα και το μπάσο είναι από τις λίγες στιγμές στον δίσκο που  βγουν τόσο μπροστά με επιτυχία. Τα φωνητικά είναι και πάλι εξαιρετικά στις εναλλαγές τους με τα brutal να έχουν περισσότερο χώρο μέσα σε αυτό, κάτι που στην λογική που έχει  το κομμάτι και στο βαρύ του τέμπο ταιριάζει άψογα. Κάπου εδώ για μένα τελειώνουν και οι πολύ καλές στιγμές του δίσκου, τα υπόλοιπα όπως είπα ναι μεν ευχάριστα όταν θα τα ακούς, αλλά γρήγορα θα προσπεράσουν και θα σε αφήσουν.

Εν κατακλείδι λοιπόν για να βάλουμε και βαθμό σιγά σιγά, το ”Borderland” θέλει αλλά δεν τα καταφέρνει να σταθεί εκεί που βρίσκονται οι 2 προκάτοχοί του, που έχουν ακριβώς την ίδια νοοτροπία αλλά καλύτερο συνολικά υλικό. Για το ”Under the red cloud” που προσωπικά το θεωρώ μια από τις κορυφαίες στιγμές της δισκογραφίας των αγαπημένων μου AMORPHIS και μαζί με τα ”Silent waters” και ”Skyforger” ως τις top 3 στιγμές του γκρουπ με τον λεβέντη Tomi Joutsen στο μικρόφωνο, ούτε λόγος φυσικά απέχει παρασάγγας. Ώρα για βαθμό λοιπόν, χαμηλός μεν για τα δεδομένα τους, αλλά εύχομαι να έχουμε την ευκαιρία για ένα live AMORPHIS και πάλι κοντά μας.

7 / 10

Παναγιώτης “The unknown force” Γιώτας

Photo by Sam Jamsen

Οι αγαπημένοι AMORPHIS κλείνουν 35 χρόνια στην πιάτσα και αισίως φτάνουν τα 15 άλμπουμ, με την κυκλοφορία του ολόφρεσκου “Borderland”. Μέσα στην πρώτη δεκαετία η μπάντα αλλάζοντας συνεχώς τον ήχο της, εξερευνούσε καινούργια ηχοτοπία από δίσκο σε δίσκο μη διστάζοντας να εμπλουτίσει τη μουσική της με διάφορα στοιχεία και να πειραματιστεί με αυτή. Με την ανάληψη των φωνητικών από τον Tomi Joutsen και την κυκλοφορία του τεράστιου “Eclipse” η μπάντα μπήκε σε καινούργια εποχή παγιώνοντας έναν ήχο που μόνο με τη λέξη AMORPHIS θα μπορούσαμε να τον περιγράψουμε. Και αυτό είναι ένα τεράστιο κατόρθωμα για μια μπάντα. Τα επόμενα άλμπουμ των Φινλανδών παρέκκλιναν ελάχιστα από τη θεμελιώδη νοοτροπία του ήχου αυτού.

Με το προηγούμενο “Halo” η μπάντα έκλεισε μια άτυπη τριλογία η οποία σφραγίστηκε και με τη συνεργασία με τον παραγωγό Jens Bogren. Με το φετινό “Borderland” εγκαινιάζεται μια καινούργια συνεργασία με τον Δανό παραγωγό Jacob Hansen (VOLBEAT, κ.α.), με τον ήχο του album να διαφοροποιείται λίγο. Εδώ πλέον οι Φιλανδοί ακολουθούν πιο μελωδικές και άμεσες φόρμες στα κομμάτια τους, με κύριο χαρακτηριστικό των κομματιών το πόσο πιασάρικα ακούγονται πολλά από αυτά.

Στο επίκεντρο των κομματιών βρίσκονται οι μελωδίες, χωρίς να λείπουν όλα αυτά τα στοιχεία που αγαπάμε στους AMORPHIS, όπως τα εξαίσια φωνητικά του Joutsen , είτε πρόκειται για καθαρά, είτε για brutal, οι folk μελωδίες, τα πλήκτρα, ή οι ατμόσφαιρες και η μελαγχολική αύρα που αποπνέουν συνήθως τα κομμάτια των Φινλανδών. Οι ταχύτητες στο “Borderland” είναι πεσμένες σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες των AMORPHIS, όπως επίσης οι πιο prog και ‘70s στιγμές, που κάνουν την εμφάνισή τους με πιο διακριτικό τρόπο.

Από το δίσκο λείπουν τα κομμάτια που θα αναλάβουν τα ηνία, αλλά υπάρχουν και εξαίσια κομμάτια που ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα. Τέτοια είναι το “Bones”, το οποίο λοξοκοιτάζει προς την πρώτη δεκαετία της μπάντας με τα βαριά riffs και τις ανατολίτικες μελωδίες του, το περιπετειώδες “The Lantern” με την πανέμορφη κιθαριστική δουλειά και την σχεδόν prog ‘70s αύρα του, αλλά και το ομώνυμο “Borderland” το οποίο είναι ίσως η πεμπτουσία του δίσκου: επικό, folk και ατμοσφαιρικό, με σκληρά και καθαρά φωνητικά, χαρακτηριστικό του ήχου της μπάντας. Το άλμπουμ κλείνει με το πανέμορφο “Despair”, το οποίο μέσα από μια δραματική κλιμάκωση ταξιδεύει τον ακροατή.

Όπως γράψαμε και παραπάνω οι AMORPHIS έχουν δημιουργήσει έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο και το “Borderland” κινείται αυστηρά εντός αυτού του πλαισίου. Πλην της έμφασης που δίνει αυτή τη φορά η μπάντα στη μελωδία και στη δομή που αβαντάρει τις πιασάρικες στιγμές, δεν θα βρούμε κάποια ιδιαίτερη καινοτομία εδώ. Οι καλές στιγμές φυσικά δεν λείπουν και οι πιο στενοί φίλοι της μπάντας σίγουρα θα τιμήσουν το δίσκο κι ας είναι ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από τους πιο πρόσφατους προκατόχους του.

7,5 / 10

Θανάσης Μπόγρης

 

Το “Borderland” σηματοδοτεί το 15ο άλμπουμ του φινλανδικού συγκροτήματος AMORPHIS και είναι μία συνέχεια της μουσικής πορείας που ξεκίνησε με το “Halo” το 2022, αλλά ταυτόχρονα φέρνει αλλαγές, κυρίως στο παραγωγικό μέρος και στην αίσθηση των τραγουδιών.

Κεντρική και αξιοσημείωτη αλλαγή στο “Borderland” είναι η συνεργασία για πρώτη φορά με τον Δανό παραγωγό Jacob Hansen. Μέχρι πρότινος, η μπάντα είχε δουλέψει σε πολλά από τα πρόσφατα άλμπουμ με τον Jens Bogren. H αλλαγή αυτή δεν γίνεται απλώς για ποικιλία, υπάρχει μία ειλικρινής επιθυμία να εξερευνηθούν νέες ηχητικές διαδρομές, να αναδειχθούν περισσότερο οι μελωδίες, η ατμόσφαιρα και η ταυτότητα του συγκροτήματος μέσα από μία πιο οργανική, καθαρή προσέγγιση.

Θεματικά, το “Borderland” κινείται σε πεδία που συνδυάζουν τις πανάρχαιες αξίες με τις υπαρξιακές προκλήσεις του σήμερα. Ο στιχουργός Pekka Kainulainen συνεχίζει την παράδοση της εμπλοκής με μύθους, ιστορίες των προγόνων και σκέψεις για θάνατο, καταστροφή, αλλά και δύναμη και ταπεινότητα, στοιχεία που διαπερνούν την ανθρώπινη εμπειρία μέσα στον χρόνο.

Από πλευράς αισθητικής, το “Borderland” φαίνεται να έχει ως στόχο να συνδυάσει την καθαρότητα και την προσβασιμότητα με τον γνώριμο μεταλλικό πυρήνα των AMORPHIS. Υπάρχει μία γενικότερη αίσθηση πιο οργανικής παραγωγής, με έμφαση στις λεπτομέρειες, στην αρμονία μεταξύ μελωδίας και έντασης, καθώς και στην αντίθεση των φωνητικών, καθαρών και με περισσότερη «σκληρότητα». Παράλληλα, η μπάντα διατηρεί το βάθος της συναισθηματικής φόρτισης που τη χαρακτηρίζει, χωρίς να υποκύπτει σε υπερβολές ή εις βάρος του συναισθήματος.

Συνολικά, το “Borderland” φαίνεται πως αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο στη διαδρομή των AMORPHIS. Ένα άλμπουμ που σέβεται το παρελθόν, αλλά δεν φοβάται να κοιτάξει προς τα μπροστά. Προσφέρει στους ακροατές του κάτι γνώριμο αλλά ταυτόχρονα φρέσκο, μια δουλειά που αναδεικνύει την εμπειρία και την ωριμότητα της μπάντας, χωρίς να θυσιάζει την ένταση ή τον χαρακτήρα. Θ’ αποτελέσει, πολύ πιθανόν, ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ για το 2025 και μια από τις κορυφαίες επιλογές για όσους αγαπούν το μεταλλικό συναίσθημα με βάθος και μελωδία.

8,5 / 10

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Photo by Sam Jamsen

Nέο άλμπουμ από τους αγαπημένους Φιλανδούς AMORPHIS, τρία ολόκληρα χρόνια από το “Halo” και από μια περιοδεία που πέρασε και από την χώρα μας. Όπως έχω αναφέρει και στο παρελθόν είμαι μεγάλος οπαδός της πρώτης περιόδου με των Pasi Koskinen στα φωνητικά αλλά οι ίδιοι σαν σχήμα πολύ σοφά και επιτυχημένα συνέχισαν με τον Tomi Joutsen όταν ο Pasi έφυγε από την μπάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι με τον Tomi στην μπάντα, κατάφεραν και επέκτειναν και άλλο την δημοτικότητά τους και συνεχίζουν σταθερά να βρίσκονται στο προσκήνιο, ενεργοί δισκογραφικά και όχι μόνο στην τέταρτη δεκαετία τους.

Στο “Borderland” δεν θα βρούμε πολλά διαφορετικά πράγματα απ’ ότι γνωρίζουμε απλά νοιώθω ότι τα κομμάτια είναι φτιαγμένα με πιο πιασαρικά refrains και πιο απλή δομή γενικότερα. Σε αντίθεση με το “Halo”, εδώ τα καθαρά φωνητικά υπερτερούν μιας και όπως ανέφερα οι συνθέσεις στην πλειοψηφία τους είναι πιο catchy και πιο μελωδικές.

Όπως συνηθίζεται, τα τρία πρώτα κομμάτια που έκαναν πρεμιέρα, τα “Bones” , “Light and shadow” και “Dancing shadow” είναι πολύ καλά και χαρακτηριστικά του ύφους που ακούμε στον δίσκο. To πρώτο καρφί χαρακτηριστικό AMORPHIS κομμάτι με τις ανατολίτικες  του κλίμακες, τα χαρακτηριστικά  brutal φωνητικά και το πιασάρικο refrain, το δεύτερο με την πιο pop αισθητική και την ραδιοφωνική του κατεύθυνση και το τελευταίο και αυτό με χαρακτηριστικό AMORPHIS ήχο και catchy refrain και ανάλογη διάθεση καθ’ όλη την διάρκεια του.

Το ”The circle” που ανοίγει τον δίσκο είναι λες και βγήκε από το “Tuonela”, μια εξαιρετική επιλογή για εναρκτήριο κομμάτι, το “Fog to fog” είναι ένα κομμάτι που περιέχει όλα τα στοιχεία των σύγχρονων ΑΜΟPHIS. Τα “The strange”  και “Borderland” δεν είναι κάτι φοβερό, τυπικά θα έλεγα περισσότερο κομμάτια, νομίζω ότι ανάλογα έχουμε ακούσει και πολύ καλύτερα στο πρόσφατο παρελθόν.

Αντιθέτως το “Tempest” είναι μια ωραία μπαλάντα με πολύ λυρισμό, το “The Lantern” μια μελαγχολική prog σύνθεση που σε ταξιδεύει με υπέροχα φωνητικά επίσης και τέλος το υπέροχο “Despair” που κλείνει τον δίσκο με την χαρακτηριστική του μελαγχολία και τον ανάλογο λυρισμό είναι για μένα το καλύτερο track του “Borderland”.

To δέκατο πέμπτο, παρακαλώ, άλμπουμ των Φιλανδών δεν θα ταράξει τα νερά αλλά για άλλη μια φορά θα δώσει στους φίλους της μπάντας έναν αξιοπρεπή δίσκο που θα τους συντροφεύει τον χειμώνα που έρχεται. Μπορεί να απέχει κάπως από τα εξαιρετικά άλμπουμ του παρελθόντος αλλά δεν παύει να είναι μια πολύ καλή πρόταση πρωτίστως για τους οπαδούς τους και δευτερεύοντως για τους υπολοίπους. Οι οπαδοί τους θα το “περιποιηθούν” αναλόγως άλλωστε, το μόνο σίγουρο!

7 / 10

Γιάννης Παπαευθυμίου

Photo by Sam Jamsen

Τα παιδιά από το Ελσίνκι μπορεί φέτος να μετρούν τριάντα πέντε έτη ζωής, αλλά σε εμένα προσωπικά έχουν πάψει να μου κάνουν το κλικ τα τελευταία δεκαπέντε (για να μην πω είκοσι και ποιος ακούει τον Φραγκίσκο). Εξακολουθώ να θεωρώ ότι έχουν παγιδευτεί σε μια συγκεκριμένη μανιέρα, η οποία είναι μεν το σήμα-κατατεθέν τους, αλλά είναι αεροστεγώς κλεισμένη και δεν μπορούν να ξεφύγουν. Κάτι σαν το δικό τους, παραλήμνιο Hotel California.

Το “Borderland” βρίσκει τους AMORPHIS σε νέα δισκογραφική εταιρία και κάτω από τις φτερούγες ενός ακόμη celebrity παραγωγού. Ο Jacob Hansen έχει ταυτίσει το όνομά του με τους συμπατριώτες του VOLBEAT, όμως η ηχητική προσέγγιση που υπάρχει εδώ είναι πιο κοντά σε όλα αυτά που έκαναν επιτυχημένους (στα εξωτερικά) τους AMARANTHE: Συνθέσεις με μέσο όρο τα 4,5 λεπτά, κολλητικές μελωδίες και σούπερ catchy refrains. Και το τελευταίο συστατικό είναι που κάνει τη διαφορά σε σχέση με τους πέντε προκατόχους του εν λόγω άλμπουμ.

Με την πρώτη ακρόαση θυμόμουν σχεδόν όλα τα refrains, οπότε οι επόμενες ήταν αρκετές smooth. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε ποτέ να ονομαστεί ως «pop», όταν την αμέσως επόμενη στιγμή ο Joutsen μπορεί να σκάσει με ένα βρυχηθμό, σε καμία όμως περίπτωση η ακρόαση του “Borderland” δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αναγκαίο κακό. Ως προς τα λοιπά, οι χαρακτηριστικότατες κιθάρες του Holopainen δηλώνουν βροντερά παρούσες, τα πλήκτρα του Kallio υπάρχουν απλωμένα παντού και μπόλικα clichés, ξεπατικωμένα κυρίως από τα “Tuonela” και “Eclipse”.

Δεν ξέρω πως εντόπισε η δισκογραφική των AMORPHIS την απαρχή μιας νέας εποχής, σύμφωνα με όσα λέει στο δελτίο τύπου, αφού όπως προείπα δεν βρήκα πουθενά κάποια πρωτοτυπία. Έχοντας την τύχη να ζήσω την πορεία των AMORPHIS μέχρι το απόλυτο peak της, όταν αυτό συνέβαινε, καθώς και να είμαι παγερά αδιάφορος με τα μετέπειτα σκαμπανεβάσματά τους, τουλάχιστον στο “Borderland” δεν βαρέθηκα. Θα το ξανακούσω κάποια στιγμή μέχρι και το τέλος της χρονιάς; Χλωμό, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

7 / 10

Γιώργος Κόης

Underground Halls Vol. 217 (CONDITION CRITICAL, CRIMSON COVEN, HELHEIM, HEXELLA, SPEED QUEEN, VINDICATOR)

0
Halls

Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

Photo by Aura

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CONDITION CRITICAL
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Degeneration chamber”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Burned by God Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ryan Taylor – Φωνητικά, κιθάρα
Mike Dreher – Μπάσο
Tony Barhoum – Κιθάρα
Ryan Donato – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify
Deezer

Ετούτοι εδώ οι λεβέντες από το New Jersey έχουν το παρατσούκλι “DEMOLITION HAMMER Jr”. Και όχι άδικα, καθώς η μεγάλη τους επιρροή είναι οι DEMOLITION HAMMER και τα συναφή, δηλαδή DARK ANGEL, SADUS και EXHORDER. Σαφώς και ακούγεται ενδιαφέρον., είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Μετά από ένα άγουρο ντεμπούτο (“Operational hazard” – 2013) και ένα σαφώς βελτιωμένο δεύτερο άλμπουμ ( “Extermination plan” – 2016) οι CONDITION CRITICAL επιστρέφουν με το τρίτο τους άλμπουμ που έχει τίτλο “ Degeneration chamber”.  Προφανώς και δεν υπάρχουν θεαματικές αλλαγές στον ήχο τους, τα riffs των Ryan Taylor και Tony Barhoum είναι τόσο λυσσαλέα όσο πρέπει, οι ταχύτητες είναι υπερηχητικές και η διάρκεια του δίσκου δεν κουράζει. ΟΜΩΣ, (καθόλου τυχαία τα κεφαλαία καθώς αρχίζουν οι ενστάσεις μου), νομίζω ότι οι CONDITION CRITICAL έχουν παγιδευτεί κατά κάποιο τρόπο στην περσόνα των DEMOLITION HAMMER και παρουσιάζουν μια σαφή έλλειψη ταυτότητας.

Μην παρεξηγηθώ, μου άρεσε ο δίσκος, και είμαι σίγουρος ότι οι οπαδοί των DEMOLITION HAMMER θα γουστάρουν ακόμα περισσότερο. Το θέμα είναι ότι το τελικό αποτέλεσμα με άφησε εν μέρει ανικανοποίητο. Θα ήθελα, ας πούμε λίγο περισσότερα προσωπικά στοιχεία, και είναι κρίμα γιατί έχει γίνει πολύ καλή προσπάθεια για εξελιχθούν συνθετικά. Τα “Wretched aggression” , “Postmotal simulation” και “Psychological epidemic” είναι σαφέστατα τα τρία καλύτερα κομμάτια του δίσκου, και αυτό γιατί ξεφεύγουν λίγο από την πεπατημένη, χωρίς όμως να χάνουν σε ταχύτητα ή σε τραχύτητα.

Όσο για την τελική βαθμολογία, μην σας ξεγελά, αφορά την εκτελεστική ικανότητα που είναι υποδειγματική. Σε όλα τα υπόλοιπα… κίτρινη κάρτα!

(7 / 10)

Θοδωρής Κλώνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HELHEIM
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “HrabnaR / Ad vesa”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Dark Essence Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Hrymr – Τύμπανα, πιάνο, όργανο, καθαρά φωνητικά
V’gandr – Μπάσο, φωνητικά
H’grimnir – Κιθάρες, φωνητικά
Noralf – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Official site
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify

Με πάνω από τρεις δεκαετίες στο ενεργητικό τους, οι HELHEIM από το Μπέργκεν της Νορβηγίας αποτελούν μια από τις πιο συνεπείς και βαθιά ριζωμένες παρουσίες στο πεδίο του Viking black metal. Δεν είναι μια μπάντα που ξεπήδησε μέσα από το φολκλορικό ρεύμα της δεκαετίας του 2000, ούτε αναλώθηκε σε φολκορίζουσες κοινοτοπίες. Είναι μια δύναμη που αναδύθηκε δίπλα στους ENSLAVED και τους HADES, σχηματίζοντας έναν αυθεντικό ήχο που ενσωμάτωνε τις πιο πρωτόγονες μα και ατμοσφαιρικές όψεις του παγανιστικού και μυθολογικού βορρά. Το νέο τους άλμπουμ, “HrabnaR/Ad vesa”, έρχεται να συνεχίσει αυτόν τον πνευματικό και μουσικό διάλογο με το παρελθόν, παρουσιάζοντας δύο πτυχές της ίδιας φύσης.

Το “HrabnaR/Ad vesa” είναι ένα διττό έργο. Από τη μία πλευρά, έχουμε τον παγωμένο και επικό ήχο που καθιέρωσαν οι HELHEIM με αιχμηρά riffs, αυστηρά φωνητικά και τύμπανα που μιμούνται την ορμή των καταιγίδων στον Βόρειο Ατλαντικό. Από την άλλη, η μπάντα εδώ ανοίγεται ακόμη περισσότερο στην ατμοσφαιρική εξερεύνηση, ενσωματώνοντας πιο καθαρά φωνητικά, ambient διαστήματα και επικές χορωδίες που παραπέμπουν σε απαγγελία. Η χρήση της νορβηγικής γλώσσας ενισχύει τον εθνοπολιτισμικό χαρακτήρα του έργου, δημιουργώντας μια αίσθηση αυθεντικής εγγύτητας με τις ρίζες της σκανδιναβικής παράδοσης, όχι ως τουριστικό προϊόν, αλλά ως βιωματική μνήμη.

Ο δίσκος δεν είναι απλώς μια επίκληση του παρελθόντος. Αντίθετα, αποτελεί μια μετωπική συνάντηση του ανθρώπου με τη σκληρότητα της φύσης και τη ρευστότητα της ύπαρξης. Οι HELHEIM δεν εξυμνούν τους θεούς και τους ήρωες, αλλά αποδομούν τη μυθολογία για να αναδείξουν τις υπαρξιακές αναζητήσεις που κρύβονται πίσω από αυτήν. Η μουσική κινείται μεταξύ εσωστρέφειας και πολεμικής ορμής, με αλλαγές ρυθμού και διάθεσης που υπαινίσσονται τις αντιφάσεις της ίδιας της ζωής, τη λαχτάρα για νόημα και τη βεβαιότητα του τέλους. Είναι μια πρόταση πολύ πιο φιλοσοφική απ’ όσο θα περίμενε ίσως κανείς.

Με το “HrabnaR/Ad vesa”, οι HELHEIM δεν διατηρούν απλώς το βάρος της ιστορίας τους, αλλά το μετουσιώνουν σε ένα ώριμο έργο όπου το πνευματικό και το ηχητικό δένουν σε μια οργανική ενότητα. Σε μια εποχή που το Viking black metal έχει υποβαθμιστεί από επαναλήψεις και στείρους ρομαντισμούς, οι HELHEIM αποδεικνύουν ότι η αλήθεια του παρελθόντος δεν βρίσκεται στις εικόνες, αλλά στις σκιές που αφήνει πάνω στην ψυχή. Ένας δίσκος βαθύς και έντιμος, που συνεχίζει την πορεία μιας μπάντας αφοσιωμένης όχι στο στυλ, αλλά στην ουσία του σκοτεινού παγανισμού.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HEXELLA
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The ancient gaping mouth”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Hells Headbangers Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Joe Dan De La Rosa – Τύμπανα, κιθάρες
Noelia Garza – Φωνητικά
Richard Casas – Μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify

Το “The ancient gaping mouth” μας συστήνει τους HEXELLA, ένα αμερικανικό black ’n’ roll σχήμα, το οποίο φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε έναν νέο παράγοντα στην underground σκηνή. Γεννημένο στο Νότιο Τέξας το 2019, το εγχείρημα ξεκίνησε ως solo project της Noelia Garza (φωνητικά, στίχοι, σύνθεση), με τον JD De La Rosa να συμμετέχει ως drummer και ηχολήπτης της παραγωγής στα Negative Audio Studio. Αναλογικά μικρή σε διάρκεια αλλά τεράστια σε πάθος, αυτή η ιδιαίτερη κυκλοφορία αποτελεί μια σύγχρονη επανάληψη των πρώιμων αντιλήψεων του black metal. Σκληρή, αληθινή και εξαιρετικά αποτελεσματική. Η ενορχήστρωση δε, υπηρετεί μια αίσθηση ’80s, χωρίς υπερβολές.

Η κατεύθυνση του ήχου είναι ξεκάθαρη. Η επίδραση της πρώτης φουρνιάς του black metal είναι παρούσα παντού, αλλά χωρίς μιμητισμό. Οι κιθάρες βαριές, οι μελωδικές γραμμές και τα riff προσφέρουν κάτι πέρα από απλή επιθετικότητα, Προσφέρουν μια σκοτεινή θεατρικότητα που δεν φοβάται την απλότητα, αντιθέτως την τιμά. Η δομή αποδίδει μουσική με ακατέργαστη ενέργεια, ακραία ροή και ένταση. Δεν περιμένεις intros ή ambient τμήματα, απλώς σε παρασύρει.

Τα φωνητικά της Νοelia είναι ωμά, τραχιά και βουτηγμένα σε μια αίσθηση σαρκαστικής έκλυσης ενώ η παραγωγή δεν τους αμβλύνει, ούτε τους εξευγενίζει. Η συνολική ηχητική ταυτότητα είναι έντονα σκληροπυρηνική αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο που υπάρχει πλήρης διαύγεια. Η επιλογή της ανάμειξης rock ’n’ roll στοιχείων δεν μειώνει τη σκοτεινότητα, αντιθέτως την κάνει πιο πειστική.

Οι HEXELLA έχουν ταλέντο, όραμα και την αυθεντικότητα που λείπει από πολλούς μοντέρνους δίσκους. Δεν εμφανίζονται ως retro, μα ως ζωντανή συνέχεια των πρωτογενών δυνάμεων του ακραίου metal, χωρίς να ξεχνάνε τη δύναμη της απλότητας και της «ωμής» έκφρασης. Το ντεμπούτο αυτό ανακοινώνει έναν ηχηρό ερχομό, έναν ήχο που δεν είναι απλά μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η αποκάλυψη μιας νέας dark φιλοσοφίας, όπου η βία, η σκοτεινότητα και το groove συναντιούνται σε έναν ιδιαίτερο, απτό χορό. Στέκεται δυνατά, περήφανα και βίαια και είναι μόνο η αρχή.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SPEED QUEEN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “…with a bang”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Thomas Kenis – Φωνητικά, κρουστά
Andreas Stieglitz – Κιθάρες, πλήκτρα
Lander Savelkoul – Μπάσο
Toon Driezen – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Jonny Nesta – Κιθάρα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
High Roller Records
Bandcamp
Facebook
Instagram
Deezer

Με έτος ίδρυσης το 2014, οι Βέλγοι SPEED QUEEN, ορμώμενοι από το Limburg, άργησαν να κυκλοφορήσουν τον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο. Όταν το 2017, κυκλοφόρησαν μόνοι τους το EP King of the road, άκουγα από όλους σχεδόν που ασχολούνται με το NWOTHM, μόνο καλά λόγια. Οι SPEED QUEEN ήταν η νέα μεγάλη ελπίδα του χώρου, περιόδευσαν, έπαιξαν μέχρι και σε φεστιβάλ τύπου Wacken Open Air. Η High Roller οσμίστηκε το κελεπούρι, τους ενέταξε στο roster της και τρία χρόνια μετά, ήρθε άλλο ένα EP, το “Still on the road”.

Θες όμως επειδή δεν ήταν τόσο καλό, θες γιατί έπεσε επάνω στην πανδημία, θες γιατί ήρθαν αλλαγές στην σύνθεση του γκρουπ, ο κόσμος δεν το «αγκάλιασε» όπως αναμενόταν. Ή τουλάχιστον, αυτήν την εντύπωση αποκόμισα εγώ. Έκτοτε πέρασαν πέντε χρόνια και η αλήθεια είναι ότι τους SPEED QUEEN σχεδόν τους ξεχάσαμε! Τι σου είναι το momentum… αν φύγει, πάει, τελείωσαν όλα. Πρέπει να επιστρέψεις με έναν πραγματικά εξαιρετικό δίσκο, για να καλύψεις άμεσα και γρήγορα τη χαμένη απόσταση. Ειδεμή, ή θα εξακολουθήσεις να περιορίζεσαι σε «χαμηλές πτήσεις», ή θα εξαφανιστείς. Ουκ ολίγα τα αντίστοιχα παραδείγματα τόσο αυτών που επέστρεψαν θριαμβευτές από το πουθενά, όσο και αυτών που χάθηκαν αθόρυβα…

“…with a bang!” λοιπόν ονομάζεται το ντεμπούτο full length που επιτέλους κυκλοφορεί φέτος και είναι ακριβώς αυτό που περίμενα. Ταχυδύναμο, ενθουσιώδες, με λίγο NIGHT DEMON, λίγο ENFORCER, λίγο MEGA COLOSSUS στις επιρροές του, με συμμετοχή στις lead κιθάρες του Jonny Nesta των THUNDEROR και SKULL FIST (άλλη χαμένη ευκαιρία από κει) και τραγούδια που θα παιχτούν όπως πρέπει και με τη δέουσα ορμή στην σκηνή.

Το ντεμπούτο των SPEED QUEEN δεν είναι κάτι το εξαιρετικό. Δεν είναι μέτριο, δεν είναι και για «πέταμα». Είναι μια αξιόλογη προσπάθεια, που καλύπτει συγκεκριμένα γούστα, θα ικανοποιήσει μια συγκεκριμένη μερίδα ακροατών και θα δώσει το «καύσιμο» στη μπάντα να ξαναβγεί στον δρόμο, στην προσπάθειά της να καλύψει το χαμένο έδαφος. Μακάρι όλα να πάνε καλά από τούδε και στο εξής και τα δισκογραφικά ραντεβού με τους Βέλγους φίλους μας, να είναι συχνότερα.

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: VINDICATOR
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Whispers of death”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: No life ‘til metal Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Marshall Law – Φωνητικά
Ed Stephens – Μπάσο
Vic Stown – Κιθάρα
Billy Zahn – Κιθάρα
Glen Monturi – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube
Deezer

Το όνομα των VINDICATOR σίγουρα δεν είναι άγνωστο στους thrash κύκλους. Από το 2008 που κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους (There will be blood) αλλά και στις μεταγενέστερες δουλειές τους, οι thrashers από το Ohio έχουν δείξει σαφή δείγματα βελτίωσης και έχουν δημιουργήσει αρκετό ντόρο γύρω τους. Το Whispers of death είναι το πέμπτο, παρακαλώ, άλμπουμ τους, και διεκδικεί άνετα τον τίτλο του καλύτερου άλμπουμ τους μέχρι στιγμής. Ο δίσκος είναι βουτηγμένος στη μαρμίτα του Bay Area και είναι γεμάτος old school riffs που σίγουρα δεν θα αφήσουν ασυγκίνητο τους φίλους των EXODUS ή των TESTAMENT, χωρίς να λείπουν και οι απαραίτητες πινελιές από τους SLAYER.

Τι λέγαμε; Α, ναι, για riffs. Riffs κολλητικά, πωρωτικά, γεμάτα δύναμη! Από το εναρκτήριο “Whispers of death… Anxiety’s grip” με το- πιο EXODUS πεθαίνεις- riff και την SLAYER τσαχπινιά στο τέλος του, καταλαβαίνει κανείς ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά. Πολύ εντυπωσιακές συνθέσεις που κλιμακώνονται όσο κυλά ο δίσκος και αυτό πιστοποιείται από το γεγονός ότι , κατά τη γνώμη μου, τα καλύτερα κομμάτια του “Whispers of death” βρίσκονται στο δεύτερο μισό του. Ενδεικτικά αναφέρω τα “Bleed between the lines” (σαφής αναφορά στους SLAYER ο τίτλος), “Merry evenings make sad mournings” και κυρίως τα “Battle box” και “Ripper attack” που μάλλον είναι και τα αγαπημένα μου.

Είναι τέλειος ο δίσκος αυτός; Σαφώς και όχι, και αν θέλετε μειονέκτημα, μπορώ άνετα σας αναφέρω την ύπαρξη δύο παντελώς αχρείαστων instrumental που, για μένα τουλάχιστον, κόβουν απότομα τη ροή ακρόασης του δίσκου και σπάνε τη συνοχή του. Καταλαβαίνω την εμμονή των VINDICATOR με τα instrumental, (σε κάθε τους δίσκο έχουν από ένα έως τρία) αλλά προσωπικά θα προτιμούσα να μην υπάρχουν καθόλου. Επίσης ίσως (λέω, ΙΣΩΣ), θα έπρεπε η διάρκεια του δίσκου να είναι λίγο μικρότερη, και αυτό έρχεται σε συνάρτηση με αυτό που μόλις έγραψα πιο πριν. Λεπτομέρειες, θα πει κάποιος,  που όμως προσωπικά με εμποδίζουν να δώσω το κάτι παραπάνω στο τελικό αποτέλεσμα.

Τέλος πάντων, εσείς κρατείστε αυτό που σας είπα στην αρχή, ότι δηλαδή μάλλον μιλάμε για το καλύτερο άλμπουμ των VINDICATOR, αφήστε εμένα να γκρινιάζω σαν γεροξεκούτης και κοπανηθείτε άφοβα!

(8 / 10)

Θοδωρής Κλώνης

EPs/LIVES/DEMOS & COMPILATIONS

Κάτι το μυστηριώδες μας έρχεται από την Ισπανία. Οι CRIMSON COVEN είναι το νέο απόκτημα της Shadow Kingdom Records, που έχει αναλάβει να προωθήσει στο ευρύ κοινό το παρθενικό demo EP των Ισπανών, με τίτλο “0- The Genesis. Πού είναι όμως το μυστήριο; Ούτε από ποια περιοχή της Ισπανίας κατάγονται ξέρουμε, ούτε ποιοι είναι. Οι μόνες πληροφορίες που συνοδεύουν το demo, είναι πως ο J παίζει μπάσο, ο Τ τύμπανα, ο Μ με τον V κιθάρες και ένας άλλος J τραγουδάει, με μια φωνή που σε σημεία θυμίζει λίγο τον Biff των SAXON σε μεγάλη ηλικία, θα προσθέσω εγώ. Τώρα, είτε είναι βετεράνοι της Ιβηρικής σκηνής είτε νιούφηδες, η διαφορά μικρή.

“Spell-forged heavy metal” λένε πως παίζουν οι CRIMSON COVEN. Εγώ θα το περιέγραφα ως μια μίξη επικού heavy metal με εξίσου επικό doom metal, κάτι σαν τους GRAND MAGUS του “Triumph and power” με πινελιές από ύστερους MANILLA ROAD, δηλαδή. Ωραίες μελωδίες και αρμονίες έχουν, ο απαιτούμενος όγκος υπάρχει, η παραγωγή για demo είναι μια χαρά και τα τρία τραγούδια του μικρού αυτού δίσκου (“Crimson coven”, “The born of the serpents” και “Unleash the Kraken”), με κάνουν να πιστεύω πως υπάρχουν δυνατότητες και περιθώρια για να δούμε κάτι καλό από τους μυστηριώδεις Ισπανούς, στο μέλλον. Οπότε, αναμένουμε! Θα το βρεις σε βινύλιο ή digital μορφή. Για περισσότερα, τσέκαρε την επίσημη ιστοσελίδα του γκρουπ ή αυτήν της εταιρείας τους.

Δημήτρης Τσέλλος

ACID DEATH – “Evolution” (listening session)

0
Acid Death
Photo by Chris Kissadjekian
Acid Death
Photo by Chris Kissadjekian

Δεν σε προσκαλούν κάθε μέρα μεγάλες και ιστορικές εγχώριες μπάντες στη προακρόαση του νέου τους πονήματος. Μια τέτοια μπάντα στο χώρο του progressive death metal είναι οι ACID DEATH. Ξεκίνησε το μακρινό 1989, με το πρωτόλειο death/thrash ύφος με τα τεχνικά ψήγματα (“Rotation of misery” demo – 1990, “Balance of power” mini-LP – 1992, “Apathy murders hope” single – 1993 και το split με τους Ισπανούς AVULSED “Misled”/Deformed beyond belief” – 1994), να δίνει τη θέση του στο πιο προοδευτικό death metal των “Pieces of mankind” (1997) και “Random’s manifest” (2000). Έπειτα διάλυση, γιατί κανένας δεν καταλάβαινε αυτό που ήθελαν να κάνουν οι ACID DEATH.

10 χρόνια αργότερα, επανασύνδεση, επιστροφή με το ΕΞΑΙΡΕΤΟ “Eidolon” (2012), με τη μπάντα να παίρνει την επάνοδο της στα σοβαρά. Έτσι, ακολούθησαν δύο ακόμα εξαίρετα άλμπουμ, το “Hall of mirrors” (2015) (την ημέρα που έγινε η προακρόαση γιόρταζε τη πρώτη του δεκαετία κιόλας) και το “Primal energies” (2019). Όντες μια μπάντα που πάντα “μιλούσαν” μουσικά όταν είχαν κάτι ουσιαστικό να πουν, πήραν το χρόνο τους (περισσότερα επ’ αυτού παρακάτω) και κάπως έτσι φτάνουμε στο “τώρα”, που θα βγάλουν στις 21 Νοεμβρίου το 6ο τους full-length με τίτλο “Evolution” από την 7hard.

Η μάζωξη στα Sierra Studios στο νούμερο 99 στην Λεωφόρο Μεσογείων ήταν μονόδρομος ως εκ τούτου. Ο δε γράφων, ανυπομονούσε για αυτή τη στιγμή. Στο χώρο των ιστορικών αυτών studio, πέρα από φωτογραφίες μεγάλων συνθετών στην είσοδο (Ντέμης Ρούσσος, Βαγγέλης Παπαθανασίου και πάει λέγοντας), μας καλωσόρισε η ίδια η μπάντα, αναλαμβάνοντας να μας εισάγει στο κόσμο του “Evolution”, δια στόματος των Σάββα Μπετίνη (μπάσο, φωνητικά) και Δημοσθένη Κωστόπουλου (κιθάρες, καθαρά φωνητικά). Πάμε να τα δούμε σε μέρη, γιατί έχει ΠΟΛΥ ζουμί.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ – Η ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Καλωσορίζοντας μας, ο Σάββας, μας είπε πως η διαδικασία σύνθεσης του “Evolution” διήρκεσε δύο χρόνια γεμάτα, ενώ οι ηχογραφήσεις από τον Νοέμβριο 2024 ως τον Ιούνιο του 2025. Τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν στα Sierra Studios από τον Αλέξανδρο Χρυσίδη ως μηχανικό ήχου, οι κιθάρες ηχογραφήθηκαν στα Symbolic Π studios από τον Κώστα Παπαδόπουλο ως μηχανικό ήχου και τέλος, φωνές και μπάσο στα προσωπικά τους studio S.I.A. Recordings με μηχανικούς ήχου τον Δημοσθένη και τον Σάββα. Ο δε Σάββας, ανέλαβε εν τέλει τη μίξη και το mastering του δίσκου.

Εξώφυλλο έτι μια φορά, όπως και για τα μεμονωμένα singles, από το έμπειρο χέρι του Γιάννη Νάκου (Remedy Art Design) ο οποίος έτι μια φορά, έδωσε τα ρέστα του! Το άλμπουμ θεωρείται concept, αναφορικά με την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ωστόσο, ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση από το να λέει γραμμικά μια ιστορία. Αποτελείται από κομμάτια που εξετάζουν διαφορετικά σημεία στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, από διαφορετικές σκοπιές. Ιδιαιτερότητα επίσης του υλικού, πως τα μισά κομμάτια συνοδεύονται από κάποια εισαγωγή.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ – Η ΠΡΟΑΚΡΟΑΣΗ

  1. “Singularity”/2. ”Coded dominion”: Sci-fi intro με sample, ενώ η μπάντα ακούγεται στο βάθος όλο και εντονότερα. Πολύ ωραίο χτίσιμο για το κύριο κομμάτι. Ρυθμικό μπάσιμο με έντονο DESTRUCTION-meets-CORONER riffing, που καταλήγει σε ένα πολύ ωραίο και έξυπνα μελωδικό ρεφρέν. Ένα κομμάτι που αφορά την τεχνολογική εξέλιξη και το πόσο ανήμπορος αισθάνεται ο άνθρωπος μπροστά σε αυτό που δημιούργησε.

3. ”The rise of salvation”: Fade in με τύμπανα και death metal ορυμαγδός, μέχρι το ρεφρέν που μου θύμισε μέχρι και CARCASS του “Heartwork”. Τύμπανα, τα οποία είναι εξαιρετικά και οδηγούν το κομμάτι αυτό παίζοντας με τις δυναμικές. Εδώ, έχουμε το θέμα της θρησκευτικής εξέλιξης, ενώ τίθεται το ερώτημα της πραγματικής φώτισης ή μη μέσω της πίστης.

4. ”Γένεσις”/5. “Flesh dancing in the fire”: Το πρώτο κλάμα ενός βρέφους, σαν εισαγωγή με τελετουργική ατμόσφαιρα, σε ένα κομμάτι που πραγματεύεται τη γέννηση του ανθρώπου και τις γύρω από αυτό προσδοκίες και συγκρούσεις. Οι DEATH (μετά το “Human”) κάνουν την εμφάνιση τους εντονότερα, όπως επίσης οι CYNIC αλλά και οι IN FLAMES του “The jester race”.

6. “The gateway to knowledge” (feat Kelly Shaefer & James Murphy): Το πρώτο single, με τους δύο death metal θρύλους, όχι απλά να είναι ένα selling point, μα πραγματικά να προσθέτουν αυτό που χρειαζόταν ο καθένας από το ποστο του. Ρυθμικό, στακάτο, σκοτεινό και περιπετειώδες σαν σύνθεση. Στιχουργικά, θίγεται το θέμα της γνώσης και πως περνάς από την άγνοια στη γνώση.

7. “Humanity”/8. “Shadows of our despair”: Ένα κομμάτι για τη καταστροφή της ανθρωπότητας, προλογισμένο από μια εισαγωγή που μαρτυρά χάος και πανικό, ακολουθούμενη από ένα κομμάτι σκέτος death metal ΌΛΕΘΡΟΣ. Το πιο λυσσασμένο κομμάτι του δίσκου με διαφορά, ενώ διακριτικές πλάτες κάνουν τα καθαρά φωνητικά στο ρεφρέν, εμπλουτίζοντας το σημαντικά.

9. “Fallen empires”: Η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη και οι αυτοκρατορίες που χτίζει ο καθένας μας, συχνά και πάνω επί πτωμάτων. Κάποια στιγμή, οι αυτοκρατορίες αυτές καταρρέουν. Ένα μπάσιμο που μου θύμισε METALLICA/SLAYER, με στακάτο riffing, σκοτεινό και παιχνιδιάρικο από πλευράς τυμπάνων κομμάτι, ενώ το μπάσο, προσφέρει προς το τέλος πολύ ωραίες πινελιές.

10. “Babel” /11. “(Walking) the path to certainty”: Ένα ατμοσφαιρικό intro, ταιριαστό σαν τίτλος με τη θεματική του κυρίως κομματιού, αναφορικά με τον ανθρώπινο πολιτισμό στα χέρια των δημιουργών του και την ακατάσχετη φλυαρία επί παντός επιστητού. Μουσικά, τρομερή εισαγωγή με τύμπανα σε ένα κομμάτι στακάτο μεν, φουλ ατμοσφαιρικό και διαφορετικό σε σχέση με τον υπόλοιπο δίσκο. Το δε ρεφρέν μου θύμισε τους ROTTING CHRIST του ”A dead poem”.

12. “Forging the chains”: Φτάσαμε στο μεγάλο φινάλε του δίσκου, το κομμάτι που πραγματεύεται την οικονομική ευημερία, τον πόλεμο και την ειρήνη σε σχέση με αυτή. Στη μέση όλων αυτών, οι μάζες που αισθάνονται αβεβαιότητα και φυλακίζονται στο ίδιο τους το μυαλό. Από μουσικής άποψης, ένα ατόφιο death metal μπάσιμο, δίνει τη θέση του σε μια thrash-αριστή γκρουβα με μια πινελιά μελωδίας. Το ρεφρέν μου θύμισε και λίγο NILE. Ιδανική σύνθεση για κλείσιμο του δίσκου.

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ – Η ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Εδώ είναι που λέμε ότι είναι δύσκολο να βγάλεις πόρισμα από μια και μόνο ακρόαση για ένα πολύπλευρο δισκογραφικό πόνημα. Εν μέρει σωστό. Μια πρώτη ακρόαση, πρέπει να σε καθοδηγεί αναφορικά θα πρέπει να υπάρξουν επόμενες που θα σου επιτρέψουν να εμβαθύνεις.

Το ”Evolution” των ACID DEATH, είναι ένας δίσκος που σε πιάνει από το λαιμό στη πρώτη ακρόαση με την άκρως επιθετική φύση του, αλλά παράλληλα, επειδή είναι  πολυδιάστατος, σου κλείνει το μάτι για τις επόμενες ακροάσεις που συνοδεία στίχων θα σε ανταμείψουν πλουσιοπάροχα τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Κυκλοφορία σπουδαία από μια μπάντα κόσμημα.

Ως Rock Hard να ευχηθούμε καλοτάξιδο, ως Γιάννης ανυπομονώ για τη φυσική κόπια!

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 20/9 [DISTURBED]

0
Disturbed

Disturbed

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ten thousand fists” – DISTURBED
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Reprise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Johnny K
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – David Draiman
Κιθάρα – Dan Donegan
Μπάσο – John Moyer
Τύμπανα – Mike Wengren

Πριν 20 χρόνια τέτοιες μέρες, το μακρινό 2005, οι DISTURBED κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ “Ten thousand fists” που τους καθιέρωσε οριστικά ως μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της παγκόσμιας metal σκηνής και του σύγχρονου ήχου εν γένει. Σήμερα, δύο δεκαετίες μετά, το άλμπουμ αυτό εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς της σκηνής ως ένα από τα σπουδαιότερα metal άλμπουμ της δεκαετίας του 2000. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για ένα δίσκο που συμπυκνώνει στο μέγιστο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά των DISTURBED: αιχμηρά riffs, δυνατά ρυθμικά μέρη, ογκώδη ήχο και ωραίες μελωδίες που μένουν ανεξίτηλες.

Να θυμηθούμε στο σημείο αυτό ότι πριν το “Ten Thousand Fists” το σχήμα ήδη είχε ανέλθει εμπορικά με τα “The Sickness” (2000) και “Believe” (2002), όμως εδώ έχουμε μια σαφή εξέλιξη στον ήχο τους: πιο βαριές κιθάρες και γενικά πιο μεστή κιθαριστική δουλειά, πιο ώριμες συνθέσεις, μηνύματα που έδεναν με την νέα γενιά της εποχής και έξυπνο marketing που αποτυπωνόταν τόσο στον τίτλο του άλμπουμ όσο και στο αντίστοιχο εξώφυλλο, μια εικόνα χιλιάδων γροθιών υψωμένων στον αέρα, ένα ίσως από τα πιο αναγνωρίσιμα εξώφυλλα δίσκων των τελευταίων δεκαετιών.

Το ομώνυμο κομμάτι, “Ten Thousand Fists”, έγινε αμέσως ύμνος στις περιοδείες τους, το “Stricken” ξεχώρισε αμέσως με τον χαρακτηριστικό συνδυασμό μελωδίας και επιθετικών riffs, ενώ τραγούδια όπως το “Just stop” ή το “Guarded” δίνουν διαχρονικό βάθος στον δίσκο με φοβερά riffs, δυναμικές μελωδίες, ένταση, όγκο και τραχύτητα. Η διασκευή σε GENESIS (“Land of Confusion”) πετυχαίνει τον σκοπό για τον οποίο μπήκε στο άλμπουμ δίνοντας μια ακόμη επιπλέον δόση διαχρονικότητας και αίσθησης «κλασικού» (σημείωση: πόσες μπάντες έχει επηρεάσει ο μεγάλος Phil Collins)

Δύο δεκαετίες μετά, το “Ten thousand fists” εξακολουθεί να ακούγεται συναρπαστικό, φρέσκο, μοντέρνο -ένδειξη πόσο δεν έχει βγει κάτι πραγματικά μοντέρνο εδώ και πολλά χρόνια στη σκηνή-, είναι ένας δίσκος που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει χθες και να θεωρείται και πάλι κλασικός. Η περίπτωση των DISTURBED μου θυμίζει πάντα την αντίστοιχη των AVENGED SEVENFOLD που πρόσφατα είδαμε στη χώρα μας: παρότι έχουν σηκώσει στους ώμους τους όλη τη metal σκηνή φέρνοντας νέο κόσμο ως ακροατές και οπαδούς, ειδικά στη χώρα μας ένα μέρος του metal κοινού προτιμά να τους σνομπάρει επειδή ακριβώς απολαμβάνουν διεθνώς μεγάλη επιτυχία. Για την επιτυχία, την διαχρονικότητα, την εμπορική επιτυχία και την σημασία των DISTURBED δεν χρειάζεται να μιλήσουμε εδώ, είναι ένα σχήμα που είτε σου αρέσει είτε όχι δεν μπορείς να μην τους παραδεχτείς. Ας αναρωτηθούμε μόνο πόσα συγκροτήματα του σκληρού ήχου έχουν υποψηφιότητες ή βραβεύσεις σε Billboard, Grammy, Loudwire κλπ.

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 20/9 [BON JOVI]

0
Bon Jovi

Bon Jovi

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Have a nice day” – BON JOVI
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Island / Mercury
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Shanks, Jon Bon Jovi, Richie Sambora, Rick Parashar, Desmond Child
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jon Bon Jovi – φωνητικά
Richie Sambora – κιθάρες, backing vocals
David Bryan – πλήκτρα
Tico Torres – ντραμς
Hugh McDonald – μπάσο

Το “Have a nice day” των BON JOVI κυκλοφόρησε το 2005 και βρήκε τη μπάντα σε μια περίοδο που έπρεπε να επανατοποθετηθεί στον μουσικό χάρτη. Δεν ήταν κάτι άλλωστε που δεν είχαν κάνει ξανά στο παρελθόν και κάθε φορά το έκαναν με επιτυχία θαυμαστή. Από τον ήχο των δύο πρώτων άλμπουμ στο “Slippery when wet” και στο “New Jersey”, ύστερα στα “Keep the faith” και “These days” και από εκεί στο “Crush” και το κακό “Bounce” οι BON JOVI άλλαζαν. Μετά την επιτυχία του “Crush” το 2000, που τους έφερε ξανά στο προσκήνιο με τα τεράστια hit “It’s My Life” και “One wild night” και το πιο σκοτεινό αλλά πολύ άνισο “Bounce” του 2002, οι BON JOVI είχαν δείξει πως θα προσπαθούσαν να προσαρμοστούν εκ νέου στη νέα χιλιετία.

Ωστόσο, το υλικό που είχαν γράψει για έναν νέο δίσκο το 2004 δεν τους ικανοποίησε κι έτσι ο Jon Bon Jovi και ο Richie Sambora ξαναμπήκαν στο στούντιο για να δουλέψουν από την αρχή. Στόχος τους ήταν να βρουν έναν ήχο πιο σύγχρονο, που να ταιριάζει στην εποχή αλλά να έχει και βάση στο περιελθόν τους. Αυτά βέβαια δεν είναι εύκολα πράγματα, ειδικά εάν στο παρελθόν το έχεις κάνει τρεις φορές με επιτυχία! Πόσες φορές θα αλλάξεις ήχο και στυλ και θα κρατήσεις την βάση των οπαδών σου; Με το “Have a nice day” ήρθαν οι κιθάρες πιο μπροστά, με έναν πιο εναλλακτικό και μοντέρνο ήχο βέβαια, αλλά για πρώτη φορά είχαμε και σύγχρονες ξεκάθαρες country επιρροές σε αρκετά σημεία. Επίσης αν και θεωρώ αυτό εδώ το τελευταίο τους πραγματικά αξιόλογο άλμπουμ, θα διαφωνήσω με την επιμονή τους σε αρκετές mid-tempo στιγμές σε σχέση με τα πιο κεφάτα τραγούδια τους.

Ο δίσκος ξεκίνησε με το δυναμικό και πολύ όμορφο “Have a nice day”, ένα τραγούδι που δεν είναι απλώς μια ευχή, αλλά ουσιαστικά μια σθεναρή δήλωση αντίστασης απέναντι σε όσους μας υποτιμούν. Το κομμάτι έγινε σύνθημα για το συγκρότημα τη δεκαετία εκείνη, αλλά παραδόξως απέτυχε ως single στην Αμερική φτάνοντας μόνο μέχρι το νο53, κάτι που για αυτή τη μπάντα δεν το λες και επιτυχία. Στο “Welcome to wherever you are” οι BON JOVI στράφηκαν σε μια μπαλάντα με έντονο κοινωνικό μήνυμα, αρκετά πιο μακριά από τον κλασικό ήχο τους θα έλεγα, αλλά το single δεν είχε την ανταπόκριση που περίμεναν προς μεγάλη τους απογοήτευση. Για την ακρίβεια, απέτυχε παταγωδώς!

Το μεγαλύτερο hit του άλμπουμ ήταν το όμορφο “Who says you can’t go home”, το οποίο στην country εκδοχή με την Jennifer Nettles των SUGARLAND, γνώρισε απρόσμενη επιτυχία, φτάνοντας στο νο1 των country charts – κάτι ανήκουστο για ροκ μπάντα – και μάλιστα χάρισε στους BON JOVI το πρώτο τους Grammy. Το ίδιο τραγούδι στην κανονική του έκδοση έφτασε μέχρι το νο23 στα singles του Billboard. Άλλα τραγούδια, όπως το πολύ καλό και δυναμικό “Last man standing” με την κριτική του στη μουσική βιομηχανία, το “Story of my life”, I wanna be loved”,“Last cigarette” το “Complicated”, δείχνουν την ορθολογική προσπάθεια του συγκροτήματος να ισορροπήσει ανάμεσα στο κλασικό stadium rock και σε πιο μοντέρνες επιρροές. Ένα σύνολο καλών τραγουδιών που τιμούν το παρελθόν και το όνομα της μπάντας. Τα “Bells of freedom”, “Wildflower”, “I am”, “Novocaine” πέρασαν δικαιολογημένα απαρατήρητα, αφού μοιάζουν με fillers.

Την παραγωγή ανέλαβε ο John Shanks (σήμερα κιθαρίστας τους), γνωστός από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως η Michelle Branch, VAN HALEN, Stevie Nicks, TAKE THAT, Sheryl Crow, Melissa Etheridge κ.α. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψε με τον Jon Bon Jovi και το αποτέλεσμα ήταν τόσο ικανοποιητικό για αυτούς ώστε να συνεχίσουν μαζί και στα επόμενα άλμπουμ, όπου το αποτέλεσμα όμως πλέον δεν ήταν ικανοποιητικό για εμάς όμως. Ο ήχος του “Have a nice day” είναι καθαρός, ραδιοφωνικός, με έμφαση στις κιθάρες και τα ρεφρέν, ενώ προσπαθεί να διατηρήσει μια ισορροπία ανάμεσα στη φρεσκάδα και την λάμψη του παρελθόντος και σε πιο μοντέρνα στοιχεία που έφερναν τη μπάντα πιο κοντά στο ρεύμα της εποχής των 00s.

Παρά την αποτυχία των singles η επιτυχία του άλμπουμ ήταν σε μεγάλο βαθμό ικανοποιητική. Έφτασε στο νο.2 του αμερικανικού Billboard 200 και στο νο.1 σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς, ενώ στην χώρα μας έγινε χρυσό με πάνω από 10.000 άλμπουμ σε πωλήσεις. Μέχρι σήμερα έχει πουλήσει περίπου επτά εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, κάτι αξιοσημείωτο για το 2005, μια εποχή που η δισκογραφία βίωνε έντονα την κρίση λόγω των downloads.

Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία έπαιξε και η περιοδεία που ακολούθησε, από τον Νοέμβριο του 2005 έως τον Ιούλιο του 2006. Ήταν μια από τις πιο πετυχημένες περιοδείες της χρονιάς, με τεράστια στάδια γεμάτα, ειδικά στην Ευρώπη και την Ιαπωνία, αποδεικνύοντας ότι οι BON JOVI συνέχιζαν να είναι ένα από τα μεγαλύτερα live σχήματα του κόσμου. Στην Αμερική το κοινό τους ήταν πια πιο ώριμο ηλικιακά, αλλά εξακολουθούσε να τους στηρίζει φανατικά, ενώ το country single τους έφερε και νέους ακροατές από άλλο χώρο, οδηγώντας τους στο να κυκλοφορήσουν το ανεκδιήγητο “Lost haighway”. Ο Τύπος όμως ήταν διχασμένος. Κάποιοι κριτικοί είδαν το άλμπουμ σαν ένα βήμα μπροστά, που απέδειξε ότι το συγκρότημα μπορούσε να προσαρμοστεί για ακόμα φορά στις απαιτήσεις της εποχής και να παραμείνει επίκαιρο. Άλλοι το κατηγόρησαν για υπερβολικά γυαλισμένη παραγωγή (λες και δεν ήταν τέλειες όλες οι προηγούμενες) και για έλλειψη της αυθεντικότητας που χαρακτήριζε τα πρώτα τους χρόνια. Παρόλα αυτά, το κοινό έδειξε να το αγκαλιάζει, οι πωλήσεις το απέδειξαν, αλλά και η περιοδεία που ακολούθησε.

Η πορεία της μπάντας πριν το άλμπουμ είχε ήδη δείξει ότι μπορούσαν να αντέξουν σε δύσκολες εποχές. Το “Have a nice day” όμως άνοιξε νέους δρόμους, αφού έφερε τους BON JOVI πιο κοντά στη country μουσική και στο αμερικανικό mainstream των 00s γενικότερα, κάτι που φάνηκε με το “Lost highway” το 2007, το οποίο ήταν και είναι κάτι εντελώς ξένο όμως προς την μπάντα. Από εκεί και πέρα, το συγκρότημα συνέχισε την δισκογραφία του με έναν ήχο πιο σκοτεινό, πιο άνευρο, πιο mid-tempo και με πολύ λιγότερο από τον αγαπημένο μας λαμπερό hard rock χαρακτήρα τους δυστυχώς. Για εμένα τα επόμενα χρόνια έγιναν πλήρως αδιάφοροι.

Α… Υπάρχει ένα τραγούδι των BON JOVI όπου ένας ΓΙΓΑΝΤΑΣ παίζει μπουζούκι! Βρείτε ποιο! Άντε να σας βοηθήσω, σε αυτό εδώ το άλμπουμ.

Δημήτρης Σειρηνάκης

A day to remember… 20/9 [PRIMORDIAL]

0
Primordial

Primordial

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Imrama” – PRIMORDIAL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Cacophonous Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andrew Radley, Mags
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – A.A. Nemtheanga
Κιθάρα –  Ciáran MacUiliam
Μπάσο, Τύμπανα – Pól MacAmlaigh

Υπάρχουν μπάντες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Οι PRIMORDIAL είναι μία από αυτές. Με συνέπεια που σπάνια συναντά κανείς, με καλλιτεχνική ακεραιότητα και άσβεστο πάθος, οι Ιρλανδοί έχουν χτίσει έναν μύθο γύρω από το όνομά τους. Η αρχή όμως της μαγικής τους πορείας έγινε τριάντα χρόνια πριν, με το “Imrama”, ένα άλμπουμ που – παρά τη διαχρονική του αξία – συχνά μένει στη σκιά των μετέπειτα ογκόλιθων που κυκλοφόρησε η μπάντα.

Το “Imrama” παραμένει μέχρι σήμερα η πιο black στιγμή των PRIMORDIAL. Είναι ένας δίσκος ωμός, τραχύς και βαρύς, με έντονα επικό και παγανιστικό χαρακτήρα. Σε διαφορετικό μοτίβο από λοιπούς Νορβηγούς “συναδέρφους” τους, αλλά εξίσου εμπνευσμένο από τα πεπραγμένα του Quorthon, οι πρωτευουσιάνοι από το Δουβλίνο, διαμορφώνουν ένα ξεχωριστό αμάλγαμα σκοτεινών μελωδιών, doom ατμόσφαιρας, μελωδικών περασμάτων και folk στοιχείων.

Ο ήχος του δίσκου μπορεί να μην αβαντάρει ιδιαίτερα το υλικό του ντεμπούτου των Ιρλανδών, αλλά τουλάχιστον δίνει τη δυνατότητα στον ακροατή να ακούσει καθαρά και να ξεχωρίζει το κάθε όργανο από το άλλο. Στα φωνητικά, ο Alan Averill (Nemtheanga) εμφανίζεται πιο κοντά στο κλασικό black metal ύφος, με κραυγές, αρκετά μακριά από το θεατρικό του στυλ που τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις μας. Ακούγεται όμως εξίσου καθηλωτικός και απολαυστικός.

Τρεις δεκαετίες μετά, το “Imrama” ακούγεται σαν ένα ντεμπούτο που μαρτυρά ότι εδώ κάτι ξεχωριστό γεννήθηκε. Oι PRIMORDIAL μπορεί να μην υπήρξαν ποτέ μια black metal μπάντα, με τη στενή έννοια του όρου, όμως εδώ βρίσκονται όσο πιο κοντά μπορούσαν σε αυτόν τον ήχο.

Θανάσης Μπόγρης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece