EPICA – “Omega” (Nuclear Blast)

0
234

Δεν θα κουραστώ να το λέω, πως οι EPICA, σε αντίθεση με όσα εξακολουθούν να πιστεύουν πολλοί που μόλις μπαίνουν τα συμφωνικά στοιχεία και τα γυναικεία φωνητικά στη μέση βγάζουν φλύκταινες, είναι μία μπάντα που έχει εκτοξευθεί ποιοτικά την τελευταία δεκαετία και ειδικά με τα προηγούμενα τρία άλμπουμ της. Και το “Omega”, η νέα και όγδοη παρακαλώ κυκλοφορία των Ολλανδών, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να διατηρεί αυτό το σχήμα στις τρεις κορυφαίες θέσεις του είδους του. Στο πολύ χαλαρό μάλιστα. Αλλά και να δείχνει ότι οι άνθρωποι ΠΑΙΖΟΥΝ και το κάνουν πολύ σοβαρά.

Ο δίσκος είναι μία συνέχεια της ηχητικής κατεύθυνσης που έχουν ακολουθήσει από το “Design your universe” και μετά. Αυτή τη φορά όμως, με περισσότερες αναφορές στην προ-“Design” εποχή της μπάντας, κυρίως σε κάποιες πιο λυρικές μελωδικές γραμμές, αλλά και σε έναν έξτρα τόνο θεατρικότητας που έχουν δώσει σε σημεία. Κατά τα άλλα, με εξαίρετη τα λιγότερα extreme στοιχεία που έχουν τόσο καλά δέσει στον ήχο τους, τα οποία έχουν πάει λίγο πιο πίσω, αλλά και την (καλώς) μείωση των πιο cheesy στιγμών ειδικά σε κάποιες μελωδικές της Simone, τα πράγματα είναι όπως στα προηγούμενα, χωρίς να είναι παντελώς ίδια και αντιγραφή του ίδιου τραγουδιού ας πούμε. Η μοντέρνα σε πολλά grooves προσέγγιση παραμένει, οι εναλλαγές από τα φωνητικά της Simone σε εκείνα το Mark (με την απαραίτητη αλλαγή στο τι παίζει το σχήμα από πίσω) το ίδιο, με τον Mark και πάλι να μπαίνει όποτε και όσο χρειάζεται, δίνοντας τον χώρο στη Simone, όπως είναι και το λογικό. Μία Simone που πραγματικά είναι εξαιρετική, χρησιμοποιώντας κυρίως την πιο “γήινη” προσέγγιση και λιγότερο την οπερατική, αφού οι χορωδίες είναι αυτές που παίρνουν αυτόν το ρόλο και τον φέρνουν εις πέρας με υπέροχο τρόπο. Η δουλειά που έχει γίνει τόσο στις χορωδίες, όσο και στα συμφωνικά μουσικά μέρη, είναι προς μίμηση. Τόσο ηχητικά (φανταστικό πλασάρισμα), όσο και στην ουσία τους. Και ειδική αναφορά αξίζει στον Coen Jansen, τον πληκτρά τους, που οι ήχοι, η χρήση, η όλη προσαρμογή του στοιχείου του, είναι super. Και σε συνδυασμό με τον Joost van den Broek πίσω από την κονσόλα του παραγωγού, το αποτέλεσμα είναι ό,τι πρέπει για το σχήμα.

Αξίζει εδώ να τσεκάρει όποιος ενδιαφέρεται και τα video blogs του σχήματος από τις ηχογραφήσεις για να δει τι και πως έχουν κάνει. Και πόσο πολύ δουλειά έχουν ρίξει για να βγει ο δίσκος. Και μετά, ειδικά αν ασχολείστε και με τη μουσική με μπάντες κλπ, θα παραδεχθείτε έστω τη σοβαρότητα του πράγματος. Το αν αρέσει, είναι γούστο, όπως πάντα. Όμως η μπάντα έχει δουλέψει πολύ στην ενορχήστρωση και αυτή η ελευθερία που βγάζει στο παίξιμό της, χωρίς την ανάγκη δημιουργίας “χιτ” ας πούμε, μου κάνει υπερβολικά πολύ. Θα μπορούσαν να παίξουν πολύ πιο απλά και πάλι να είναι μεγάλοι. Όμως μπορούν και το κάνουν, το να είναι μεγάλοι, παίζοντας ταυτόχρονα και εξαιρετικά με μερικά απίθανα μουσικά θέματα μέσα στα τραγούδια και παρουσιάζοντας πολλές διαφορετικές πτυχές της μουσικότητάς τους. Πάντα με το πνεύμα του “Decipher” των AFTER FOREVER, στην εξέλιξή του φυσικά, να υπάρχει, όπως και στα περισσότερα πράγματα που έχει ασχοληθεί ο Mark Jansen. Έχουμε και δύο guest συμμετοχές στο δίσκο. Ο τραγουδιστής των MYRATH, Zaher Zorgati, προσφέρει τους αμανέδες του στο Ανατολίτικο “Code of life”, ενώ η ‘δική μας’ Vicky Psarakis (THE AGONIST), δανείζει τη φωνή της στο “Twilight reverie – The hypnagogic state” και με την ευκαιρία να της δώσω και συγχαρητήρια! Δεν είναι πολλές οι φορές που είσαι καλεσμένη/ος σε μπάντα κορυφαίας μπάντας.

Ο δίσκος έχει διάρκεια 70 λεπτών. Όμως δεν είναι αρνητικό, καθώς τα περισσότερα κομμάτια είναι υψηλού επιπέδου, με 1-2 στιγμές μόνο να είναι προσωπικά κατώτερες από τις υπόλοιπες (“Synergize – Manic manifest” και “Twilight reverie – The hypnagogic state”), όμως να είναι μία χαρά τραγούδια και αυτά. Απλά ένα κλικ κάτω από τα άλλα. Επομένως, η διάρκεια του άλμπουμ δεν είναι πρόβλημα, ειδικά με τις τόσες εναλλαγές που υπάρχουν σε αυτό.

Κορυφαίες στιγμές του δίσκου, είναι προσωπικά το ήδη πρώτο single του, “Abyss of time”, το δεκατριαμισάλεπτο “Kingdom of Heaven part 3 – The Antediluvian universe” (ένα κομμάτι που δείχνει τον πολύπλευρο συνθετικό χαρακτήρα της μπάντας και έχει κορυφαία εξέλιξη πριν το τελευταίο ρεφρέν), το “Code of life” (με τον Ανατολίτικο χαρακτήρα και το πολύ ωραίο κουπλέ), το “Seal of Solomon” (επίσης με Ανατολίτικο χρώμα, brutal couple και ρεφρέν μόνο με τη χορωδία), το “Gaia” (με το πολύ όμορφο ρεφρέν), το ατμοσφαρικό “Rivers” (υπέροχες μελωδίες), αλλά και το κομμάτι που κλείνει το άλμπουμ, το “Omega – Sovereign of the sun spheres”.

Για ακόμη μία φορά, τέταρτη συνεχόμενη μάλιστα, οι EPICA κυκλοφορούν μία εξαιρετική δουλειά. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία τους υπήρξε κενό 5 ετών μεταξύ δύο δίσκων τους, τους βοήθησε περισσότερο, καθώς το “Omega”, μοιάζει με το επιστέγασμα της πορείας και της δουλειάς τους όλα αυτά τα χρόνια. Ώριμοι, κατασταλαγμένοι, γεμάτοι μουσικότητα και χωρίς ιδιαίτερους φραγμούς, έχουν καταφέρει και άξια να είναι στην κορυφή του είδους τους, μαζί με NIGHTWISH και WITHIN TEMPTATION, έχοντας μάλιστα η κάθε μπάντα το δικό της κάπως μονοπάτι. Οι NIGHTWISH αυτό γύρω από τα πλήκτρα του Tuomas και τη φωνάρα πλέον της Floor, οι WITHIN TEMPTATION την πιο pop-ish σε πολλές στιγμές αισθητική και oι EPICA το πιο metal και σε στιγμές ως και progressive πλέον, όντας τρεις διαφορετικές οντότητες. Το να μην σου αρέσει ένα είδος, είναι λογικό και το έχουμε όλοι μας. Το να μην ακούς/δέχεσαι όμως την ποιότητα μίας μπάντας εξαιτίας του είδους στο οποίο ανήκει, είναι πρόβλημα. Και οι EPICA παίζουν μεγάλη μπάλα τα τελευταία χρόνια.

8,5 / 10

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 

1 COMMENT

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here