
Το να επιδιώξεις να δημιουργήσεις ένα νέο φεστιβάλ, είναι μεγάλο στοίχημα, κάτι που το Rock Hard γνωρίζει καλά, έχοντας πρόσφατα ολοκληρώσει το δικό του για δεύτερη χρονιά. Έτσι και το Full Metal Japan είναι ένα νέο εγχείρημα, που εκκολαπτόταν για 3 χρόνια και πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 24 και 25 Οκτωβρίου στην Γιοκοχάμα, νότια του Τόκυο, έχοντας την υποστήριξη του Wacken. Σε μια χώρα όπου το κάθε συγκρότημα εμφανίζεται ξεχωριστά συναυλιακά, δίχως opening bands, το να συγκεντρώνονται δέκα σε ένα διήμερο, είναι κάτι ξεχωριστό. Εκτός από μόνο ένα άλλο φεστιβάλ, δεν έχει μονιμοποιηθεί κάτι τέτοιο στην Ιαπωνία, παρόλο που η σκηνή ανέκαθεν υποστήριζε τον σκληρό ήχο.

Οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες για την επιτυχία του παρθενικού Full Metal Japan εξαλείφθηκαν με το που έφτασα στην Pia Arena, όπου το κοινό είχε καταφθάσει από νωρίς και είχε γεμίσει τα καθίσματα (εμ, βέβαια στην Ιαπωνία είμαστε, να μην έχουμε και την άνεσή μας;). Σχεδόν 10 χιλιάδες κόσμος υποδέχτηκε τον Gus G. και τον Ronnie Romero που είχαν την τιμή να εγκαινιάσουν το φεστιβάλ. Με την περιοδεία τους να είναι ένα ταξίδι στις 6 τελευταίες δεκαετίες του ροκ, ζέσταναν το κοινό παίζοντας RAINBOW, DEEP PURPLE, BLACK SABBATH, αλλά και το “Bark at the moon” τιμώντας τον Ozzy Osbourne. Δεν έλειψαν βέβαια τα “Steel burner” και “Frenemy” από τον τελευταίο σόλο δίσκο του Gus G., αλλά για μένα το αποκορύφωμα ήταν το “I am the fire!” με όλη την αρένα να υψώνει γροθιές και να τραγουδά το ρεφρέν.

Μετά την ακύρωση της εμφάνισης των RAGE λόγω της υγείας του Peavy (περαστικά!!!), κλήθηκε να αναπληρώσει το κενό ο Adrian Vandenberg, επιστρέφοντας έτσι σε μια χώρα που τον λάτρεψε ακόμα και πριν τους WHITESNAKE. Όπως συνηθίζει τελευταία, βασίστηκε στο “1987” και στο “Slip of the tongue”, συνεχίζοντας το εορταστικό κλίμα της ημέρας. Ο Mats Leven, απέδειξε πόσο εξαιρετικός ερμηνευτής είναι και πόσο του ταιριάζει (και) αυτό το ύφος. Η απόδοσή του στο “Burning heart”, ό,τι πιο επιτυχημένο έχει γράψει για τους VANDENBERG ο πανύψηλος Ολλανδός βιρτουόζος, ήταν το αποκορύφωμα της 60άλεπτης εμφάνισής τους. Φαντάζομαι, άφησαν τα περισσότερα από τα δικά τους τραγούδια, για την επερχόμενη περιοδεία τους σε 2-3 μήνες.

Οι LOVEBITES είναι στα καλύτερά τους και η εμφάνισή τους εκείνο το βράδυ, ήταν η τελευταία σε μια σειρά συνεχόμενων απαιτητικών ετών με περιοδείες και κυκλοφορίες. Όπως πάντα ήταν καταπληκτικές και το καταιγιστικό speed metal τους, πήρε την σκυτάλη επιταχύνοντας το headbanging. Η Fami συνεχώς χαμογελούσε και χαιρετούσε τον κόσμο, η Asami ήταν αλάνθαστη ακόμα και στις κορώνες της, αλλά το κιθαριστικό δίδυμο των Midori-Miyako ήταν για άλλη μια φορά το μεγαλύτερό τους ατού. Υπάρχει μια τεράστια τάση στην Ιαπωνία για αυτό τον ήχο και οι LOVEBITES είναι μάλλον το καλύτερο εξαγώγιμο παράδειγμα. Δεν βασίστηκαν στο τελευταίο τους άλμπουμ, αφού έπαιξαν αρκετές συναυλίες φέτος στη χώρα για να υποστηρίξουν το “Outstanding power” και έτσι ακούσαμε μόνο το “The castaway”. Το ίδιο κι από το προηγούμενο “Judgement day”, έπαιξαν μόνο το “Soldier stand solitarily”! Διάλεξαν αντιθέτως να μας ξαφνιάσουν με 3 κομμάτια του “Clockwork immortality” του 2018 και άλλα 3 από το “Electric pentagram” του 2020.

Η μια ώρα που έπαιξαν πέρασε γρήγορα δίνοντας την καλύτερη πάσα στους STRATOVARIUS για να συνεχίσουν με το δικό τους λατρεμένο μελωδικό euro-power. Όπως και στην Αθήνα, έπαιξαν ένα σετ κυρίως βασισμένο στην πιο επιτυχημένη δεκαετία τους – του 1990. Χαίρομαι πολύ που ο Timo Kotipelto διατηρεί την φωνή του σε τόσο καλή κατάσταση, ώστε να μπορούμε να ευχαριστιόμαστε τραγούδια που πλέον μετρούν 30 χρόνια ύπαρξης, δίχως να τα υποβαθμίζει. Είτε το “Black diamond”, είτε το “Against the wind” και το “Hunting high and low”, μας θυμίζουν όλους τους λόγους για τους οποίους τους αγαπήσαμε, ενώ τραγούδια όπως το “Survive” και το “Unbreakable” μας υπενθυμίζουν ότι εξακολουθούν να μας προσφέρουν όμορφες νέες συνθέσεις.

Σε μια ημέρα γεμάτη guitar heroes, ήταν απόλυτα σωστό να την ολοκληρώσει ο τεράστιος Michael Schenker, ο οποίος βέβαια λατρεύεται στον υπερθετικό βαθμό εδώ. Η κάθε νότα και κάθε κίνηση του ιδιόρρυθμου Γερμανού παρατηρείται από το μαγεμένο κοινό όποτε παίζει εδώ. Για μένα ήταν μεγάλη ικανοποίηση να βλέπω στο μικρόφωνο τον Robin Macauley (όσο κι αν περιμένω να τους δω με τον τεράστιο Δημήτρη Λιαπάκη). Ευτυχώς ο Αμερικάνος απέδωσε τους ύμνους του Schenker, τιμώντας ολόκληρη την 50-ετή καριέρα του. Το “Assault – attack” ήταν μια ωραία έκπληξη, με τον Ronnie Romero να αναλαμβάνει τα φωνητικά. Ο Michael Schenker είναι πιο σταθερός, ίσως και προβλέψιμος θα έλεγα, τα τελευταία χρόνια, οπότε είναι και πιο συνεπής συναυλιακά. Μας χόρτασε με ύμνους όπως τα “Cry for the nations”, “Rock you to the ground”, “Ready to rock”, “Armed and ready” και μας έστειλε γεμάτους χαμόγελα αυτό το Σαββατόβραδο, όπως επιβάλλεται, με το “Doctor doctor”.

Την Κυριακή, το κοινό ήταν ελαφρώς αλλαγμένο, με χαμηλότερο μέσο όρο ηλικίας, αλλά με την ίδια έντονη ανταπόκριση. Δεν περίμενα τόσο κόσμο να ενδιαφέρεται για τους Βραζιλιάνους HIBRIA, που εμφανίστηκαν με δύο τραγουδιστές και με τα υψίφωνά τους να ταιριάζουν με το γρήγορο power metal τους βέβαια. Επειδή τα δυο τους άλμπουμ έχουν σκαμπανεβάσματα, δεν δηλώνω θαυμαστής τους, αλλά ευτυχώς υπήρχαν αρκετοί μέσα στην αρένα που διαφωνούν μαζί μου. Οι PRETTY MAIDS που ανέλαβαν μετά, έδειξαν πως… η γριά κότα έχει το ζουμί! Με επιλογές που όλες τους ήταν στο τελευταίο τους live άλμπουμ, δηλαδή γνωστά, δοκιμασμένα και κλασικά PM-hits, ανέβασαν τον πήχη και μας διασκέδασαν. Είτε “Pandemonium”, είτε “Little drops of Heaven”, είτε “Red, hot and heavy”, όλα τους είχαν τρομερή ανταπόκριση. Με τους Δανούς να μην έχουν παίξει στην Ιαπωνία σχεδόν μια δεκαετία, το FMJ ήταν μια καλή αφορμή για να θυμίσουν στο κοινό την αξία τους. Ευτυχώς ο Ronnie Atkins τα καταφέρνει αρκετά καλά, μετά την περιπέτεια της υγείας του, με τον Ken Hammer να στρογγυλεύει όσο περνάνε τα χρόνια. Δεν ξέρω ποιος σκέφτηκε να παίξουν το “Please don’t leave me” του John Sykes, στη χώρα που ο κιθαρίστας δοξάστηκε, αλλά η επιλογή κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη, τόσο για την εκτέλεση, όσο και για την ανταπόκριση που αποκόμισε. Όπως αναμενόταν, ο χαμός έγινε στο “Love games” και στο “Future world” πριν αποχωρήσουν.

Ό,τι πιο διαχρονικό έχει να επιδείξει η Ιαπωνία στο χώρο του metal είναι οι LOUDNESS. Ως οι πατριάρχες της εγχώριας σκηνής, χαρακτηρίζεται απόλυτα κατάλληλη η παρουσία τους στο παρθενικό αυτό φεστιβάλ και όπως πάντα, η τετράδα των γερόλυκων δεν απογοήτευσε. Με το πέρασμα του χρόνου, το συγκρότημα έχει δώσει μεγαλύτερο όγκο και βάρος στον ήχο του, με τις κιθάρες του υπερ-shredder Akira Takasaki να είναι πάντα στο προσκήνιο βέβαια όπως αρμόζει στον απόλυτο Ιάπωνα sensei. Συμπλήρωσαν 45 χρόνια, με 28 άλμπουμ και άπειρες εγχώριες εμφανίσεις, οπότε πιστεύω δεν υπήρχαν πολλοί αυτή την βραδιά που δεν τους είχαν ξαναδεί. Τόσο ο Masayoshi san στο μπάσο, όσο και ο Minoru san στα φωνητικά, είχαν αρκετή όρεξη, έκαναν πλάκα με το κοινό και μαζί με τον Akira san, έδιναν αρκετή ενέργεια στην τεράστια σκηνή. Βέβαια ο Ampan san, από πίσω, στα τύμπανα, έδινε την απαραίτητη ώθηση, σε ένα δυνατό σετ,ανοίγοντας με το “Crazy nights” “Heavy chains” από το “Thunder in the east”. Η συνέχεια είχε αναφορές τόσο στο μακρινό παρελθόν (“Crazy doctor” του 1984), όσο και στο μουσικό τους παρόν με δυο κομμάτια από το “Rise to glory”, πριν κλείσουν με το βαρβάτο “S.D.I.” με κοινό να τους καταχειροκροτεί. Για ένα συγκρότημα που εμφανίζεται σε ετήσια βάση, είναι εντυπωσιακό να βλέπεις πόσο εξακολουθεί να αποσπά τεράστιο σεβασμό.

Έφτασε όμως η στιγμή να δούμε τους ANGRA. Τους έχω δει με όλες τους τις διαφορετικές συνθέσεις και σίγουρα η αφορμή της επετειακής τους εμφάνισης τόσο με τον Kiko Loureiro, όσο και με τον Edu Falaschi, αλλά και με τον νέο τους τραγουδιστή, ήταν μεγάλο κίνητρο για μένα. Από την αρχή ο Alirio Netto, αν και με λίγες εμφανίσεις μαζί τους, έδειχνε τα ηγετικά του χαρακτηριστικά, λες και ήταν πολλά χρόνια στο συγκρότημα. Μας πήρε τα μυαλά στο εναρκτήριο “Nothing to say” και σίγουρα έδειξε κοχόνες, διαλέγοντας να τραγουδήσει το “Wuthering heights” (το οποίο αφιέρωσε στο Matos). Επειδή τιμούσαν όλη τους την 35-ετή πορεία, φρόντισαν να παίξουν και το φοβερό “Tide of changes” από το τελευταίο “Cycles of pain”, όμως η βραδιά ανήκε κυρίως στην πρώτη τους δεκαετία. Καλή επιλογή το “Lisbon”, όπως και το “Waiting in silence” από το “Temple of shadows”, αλλά δεν περίμενα και 5 τραγούδια από το “Rebirth”, όσο κι αν η παρουσία του Edu, το δικαιολογεί (αν και η απόδοσή του, δεν στέφθηκε με δάφνες). Συνοψίζοντας, η μπάντα του Rafael Bittencourt μας ψυχαγώγησε, ενώ το κερασάκι στην τούρτα ήταν η διασκευή του “Burn” με τον Akira Takasaki να παίζει μαζί τους. Δεν ξέρω αν αξίζουν τελικά το hype αυτής της επετειακής περιοδείας. Νομίζω πως η υστεροφημία τους έχει ήδη γραφτεί με τα πρώτα 5 τους άλμπουμ, οπότε καλύτερα να μείνουμε σε αυτά, αποφεύγοντας τις παραισθήσεις.

Οι POWERWOLF ως σωστοί headliners έδωσαν το τελικό χτύπημα. Τόσο η πίστή απόδοση των τραγουδιών τους, όσο και η σκηνική τους εμφάνιση, έκαναν το κοινό να παραληρεί. Ήταν απρόσμενο για μένα, αφού το μουσικό τους ύφος δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές εδώ και αυτή ήταν η πρώτη τους συναυλία στην Ιαπωνία. Όμως οι Γερμανοί απέδειξαν το γιατί είναι τόσο μεγάλο όνομα στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική. Το φαινόμενο των POWERWOLF σίγουρα θα κατακλύσει και την Ασία όπως φάνηκε στο Full Metal Japan. Ο Attila είχε κέφια κι έκανε το κοινό – που συνήθως δεν καταλαβαίνει τους ξένους τραγουδιστές πολύ – να αντιδρά σε κάθε του επιθυμία. Όλες τους οι γνωστές συνθέσεις, δυναμίτισαν την βραδιά. Από το “Armata strigoi” στο συναυλιακό “Amen & attack” στο χορευτικό “Demons are a girls best friend”, έδειχναν άνετοι μπροστά στους χιλιάδες θεατές, λες και είχαν παίξει εδώ άπειρες φορές. Η μπάντα είναι αεικίνητη και σε συνάρτηση με τις φωτιές, τον καλό φωτισμό, το μακιγιάζ και την ένταση των τραγουδιών της βέβαια, δεν άφησε καμιά αμφιβολία πως θα επανέλθουν στην Ιαπωνία διμύτεροι. Το “Werewolves of Armenia” δεν ήταν μόνο το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς, αλλά και το επιστέγασμα μιας τεράστιας και άκρως επιτυχημένης περιοδείας για τους POWERWOLF.
Έγινε πλέον πραγματικότητα, το πρώτο Full Metal Japan festival και στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Μια γεμάτη αρένα, με αναπαυτικά καθίσματα, εξαιρετική επιλογή από ποτά και φαγητά, εκτεταμένο merchandise και κοινό όλων των ηλικιών, αποδεικνύοντας πως σίγουρα το εγχείρημα αυτό, θα έχει και συνέχεια. Με την υποστήριξη του Γερμανικού Wacken Open Air, ευελπιστούμε να καθιερωθεί και να μεγαλώσει. Οι διοργανωτές έδειξαν απόλυτο σεβασμό στον κόσμο, παρουσιάζοντας ένα έξοχο διήμερο, με ανέσεις, καλό ήχο, καλές εκπλήξεις και αγαπημένους καλλιτέχνες.
Κείμενο – φωτογραφίες: Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης











