
Οι DEATH TO ALL, η μπάντα που έχει μουσικούς οι οποίοι έχουν παίξει στο πλάι του Chuck Schuldiner με τους DEATH, (Gene Hoglan, Steve DiGiorgio, Bobby Koelble) και τον Max Phelps, έρχεται στις 13 Ιουνίου στο Gagarin205 μαζί με τους BLOODBATH και ο Σάκης Φράγκος, βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει με τον τεράστιο Gene Hoglan για τις ιστορίες πίσω από το “Symbolic”, το άλμπουμ των DEATH που θα παρουσιάσουν καθ’ ολοκληρία εκείνο το Σάββατο, μαζί με μεγάλο μέρος του “Spiritual healing” κι ένα best of των DEATH. Ο Hoglan, για μία ακόμη φορά, γλυκομίλητος, ήρεμος, καταπληκτικός συνομιλητής, πρόσφερε μία συζήτηση που αξίζει να τη διαβάσετε…
Βρισκόμαστε με τον Gene Hoglan στο Rock Hard Greece. Καλωσήρθες ξανά στο Rock Hard Greece, Gene.
Γεια σου, Σάκη. Χαίρομαι που είμαι εδώ. Σε ευχαριστώ πολύ.
Τιμή μας. Σε λίγες εβδομάδες θα έρθετε με τους DEATH TO ALL και θα παρουσιάσετε τα άλμπουμ “Spiritual Healing” και “Symbolic“.
Θα παίξουμε ολόκληρο το “Symbolic”, αλλά όχι το “Spiritual Healing” στο σύνολό του. Παρ’ όλα αυτά, θα βασιστούμε αρκετά σε εκείνο το άλμπουμ. Δεν το έχουμε παρουσιάσει ποτέ ολόκληρο ζωντανά, όμως παίζουμε πολλά τραγούδια απ’ αυτό και θέλουμε να τιμήσουμε την επέτειό του, η οποία στην πραγματικότητα ήταν πέρσι. Ξέρουμε ότι έχει ήδη περάσει ένας χρόνος, αλλά κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μεταφέρουμε αυτά τα δύο άλμπουμ σε όσο περισσότερο κόσμο γίνεται.
Οπότε ναι, πλέον μιλάμε για την 36η και την 31η επέτειό τους, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Είμαστε εδώ για να παίξουμε το “Symbolic”, να παίξουμε το “Spiritual Healing” και παράλληλα να προσπαθήσουμε να καλύψουμε ολόκληρη την ιστορία των DEATH, γιατί αυτό είναι κάτι που κάναμε πάντα. Από την αρχή λέγαμε ότι θέλουμε να παίζουμε τουλάχιστον ένα τραγούδι από κάθε άλμπουμ.
Και επειδή η εμφάνισή μας στην Ελλάδα θα είναι fly date, δηλαδή θα πετάξουμε αυθημερόν για τη συναυλία, θα είναι πραγματικά τρελό πρόγραμμα! Αλλά θα το κάνουμε. Και ένα είναι σίγουρο: θα είναι μια πολύ, πολύ αξέχαστη βραδιά death metal.

Σίγουρα την περιμένουμε με ανυπομονησία. Γι’ αυτό και ήθελα να μιλήσουμε για το “Symbolic“, το άλμπουμ στο οποίο έπαιξες τύμπανα. Ένα από τα δύο άλμπουμ των DEATH στα οποία συμμετείχες, μαζί με το “Individual Thought Patterns“. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στο “Symbolic“, το οποίο θα ακούσουμε ολόκληρο ζωντανά. Κοιτάζοντας πίσω, 30 χρόνια μετά, τι πιστεύεις ότι έκανε το “Symbolic” τόσο καθοριστική στιγμή όχι μόνο για τους DEATH αλλά και για το ακραίο metal γενικότερα;
Νομίζω ότι χρειάστηκε χρόνος για να αφομοιωθεί το άλμπουμ από πολύ κόσμο. Δεν θα έλεγα ότι ήταν μπροστά από την εποχή του, αλλά σίγουρα ήταν διαφορετικό από αυτό που αντιπροσώπευε τότε η πλειονότητα του death metal, του extreme metal ή όπως αλλιώς θέλει κανείς να το αποκαλέσει. Ακολουθούσε τον δικό του δρόμο.
Το 1995, ακόμα και πέρα από τον χώρο του death metal, τα μεγάλα ονόματα αλλά και οι ανερχόμενες μπάντες ήταν αυτές του λεγόμενου «street metal». Οι MACHINE HEAD, οι PANTERA και γενικά όλο αυτό το power-groove ρεύμα που τότε άρχιζε να κυριαρχεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το “Symbolic” ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα.
Εκείνη την εποχή, αρκετοί οπαδοί το προσπέρασαν γιατί ήταν στραμμένοι προς το νέο, «μοντέρνο» ήχο. Άκουγαν BIOHAZARD, SEPULTURA και άλλα παρόμοια συγκροτήματα. Οι TYPE O NEGATIVE, οι PANTERA, οι MACHINE HEAD ήταν οι μπάντες που βρίσκονταν στο επίκεντρο της προσοχής.
Ταυτόχρονα, στο death metal, οι DEICIDE, MORBID ANGEL, OBITUARY και CANNIBAL CORPSE εκπροσωπούσαν την πιο ωμή και βίαιη πλευρά του είδους. Ο Chuck, όμως, ήθελε απλώς να γράφει τη μουσική που ο ίδιος ήθελε να γράψει.
Και εγώ πάντα ήμουν υπέρ αυτής της νοοτροπίας. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα να πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα. Όταν λοιπόν ο Chuck έγραφε πράγματα που δεν ακολουθούσαν τις τάσεις της εποχής, η δική μας λογική ήταν απλή: ας φτιάξουμε έναν καταπληκτικό δίσκο, ας τον κυκλοφορήσουμε και ας αφήσουμε τον κόσμο να αποφασίσει.
Χρειάστηκε χρόνος για να αποκτήσει το κύρος που έχει σήμερα μέσα στη metal κοινότητα. Δεν ήταν ένας δίσκος που προκάλεσε άμεσο αντίκτυπο. Ήταν περισσότερο ένας «κρυμμένος θησαυρός» που σιγά-σιγά βρήκε τη θέση του στην ιστορία.
Σήμερα πολλοί επιστρέφουν σε αυτόν και τον επαινούν ιδιαίτερα. Είμαστε πολύ τυχεροί γι’ αυτό. Αλλά τότε το μόνο που θέλαμε ήταν να δημιουργήσουμε έναν σπουδαίο δίσκο των DEATH.

Ο Chuck συνήθιζε να οδηγεί τους DEATH σε νέα μονοπάτια με κάθε άλμπουμ. Ποια ήταν η δημιουργική του νοοτροπία όταν ξεκινήσατε να δουλεύετε πάνω στο “Symbolic“; Ήθελε απλώς να γράψει έναν εξαιρετικό δίσκο ή υπήρχε κάτι περισσότερο;
Η αλήθεια είναι ότι δεν το συζητούσαμε ιδιαίτερα. Δεν υπήρχε κάποια δήλωση αποστολής του τύπου «αυτός είναι ο στόχος αυτού του άλμπουμ» ή «έχω ένα μεγάλο σχέδιο για το μέλλον». Ήταν περισσότερο: «γράφω riffs, αυτό κάνω, ας τα βάλουμε όλα μαζί».
Όταν είσαι ο μοναδικός συνθέτης σε ένα συγκρότημα, είναι απολύτως φυσιολογικό να επηρεάζεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό. Όποιος γράφει μόνος του τη μουσική του θα το επιβεβαιώσει. Έτσι, στο “Symbolic” υπάρχουν riffs που σου θυμίζουν ιδέες από παλαιότερους δίσκους.
Ο Chuck προσπαθούσε πάντα να γράφει από την καρδιά του. Δεν υπήρχε κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Δεν ξεκίνησε με σκοπό να αλλάξει το metal ή να το επαναπροσδιορίσει. Απλώς, κοιτώντας σήμερα την ιστορία, βλέπεις πόσο μεγάλη επιρροή είχαν οι DEATH σε διάφορα υποείδη.
Αρχικά υπάρχει το brutal death metal. Και ο Chuck ήταν πάντα ο πρώτος που έλεγε: «Δεν το δημιούργησα εγώ αυτό». Αναγνώριζε ότι υπήρχαν μπάντες και μουσικοί πριν από εκείνον που έπαιζαν ήδη ακραία μουσική και αποτελούσαν επιρροές του. Μιλούσε για τους POSSESSED, τους MERCYFUL FATE, τους VENOM και άλλους.
Τα “Scream Bloody Gore” και “Leprosy” ήταν σημαντικά για τα πρώτα βήματα του death metal. Στο “Spiritual Healing” άρχισε να φαίνεται μια αλλαγή. Παρέμενε βαρύ και ακραίο, αλλά με τον James Murphy υπήρχε πλέον περισσότερη μελωδία. Δεν ήταν μόνο ωμή επιθετικότητα. Ακόμα και οι στίχοι άρχισαν να ασχολούνται με πιο ρεαλιστικά θέματα αντί για τις αιματοβαμμένες ιστορίες των πρώτων δίσκων. Αυτό φύτεψε τον σπόρο για όσα ακολούθησαν.
Στη συνέχεια ήρθε το τεχνικό στοιχείο που έφεραν οι Sean Reinert και Paul Masvidal από τους CYNIC στο “Human”. Οι DEATH δεν ήταν οι πρώτοι που έπαιξαν τεχνικό metal, ούτε πιστεύω ότι ο στόχος ήταν να δημιουργήσουν κάποιο τεχνικό αριστούργημα. Νομίζω ότι ο Chuck απλώς τους είπε: «Κάντε αυτό που ξέρετε να κάνετε». Το ίδιο ακριβώς είπε και σε μένα στα “Individual Thought Patterns” και “Symbolic”.
Έτσι οι DEATH έγιναν σημαντικό κομμάτι και της ιστορίας του technical και progressive metal, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους μουσικούς με τους οποίους συνεργάστηκε ο Chuck.
Και στα τρία τελευταία άλμπουμ — “Individual Thought Patterns”, “Symbolic” και “The Sound of Perseverance” — η μπάντα μπήκε σε μια νέα, πιο μελωδική φάση. Τότε δεν υπήρχαν πολλοί που έπαιζαν αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν melodic death metal. Ο Chuck όμως δεν ενδιαφερόταν να ακολουθήσει κανέναν. Κι εγώ ήμουν ακριβώς το ίδιο. Η λογική μας ήταν: είμαστε ηγέτες, όχι ακόλουθοι.
Γι’ αυτό και η κληρονομιά των DEATH απλώνεται σε τρία διαφορετικά υποείδη. Και αυτό είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Ακόμα και το να έχεις επηρεάσει καθοριστικά ένα μόνο είδος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το να έχεις συμβάλει σε τρία διαφορετικά είναι κάτι πραγματικά ξεχωριστό.
Οπότε, μπράβο στον Chuck. Μπράβο στους DEATH. Απόλυτα.

Πολλά από όσα είπες με οδηγούν σε επόμενες ερωτήσεις, αλλά ας πάμε σε κάτι άλλο. Εκείνη την εποχή αρκετοί οπαδοί δυσκολεύτηκαν να αποδεχτούν ότι οι DEATH γίνονταν πιο μελωδικοί και πιο progressive. Το αντιληφθήκατε αυτό; Υπήρχε αντίσταση από ένα μέρος του κοινού του death metal;
Απολύτως. Απόλυτα. Χωρίς καμία αμφιβολία.
Υπήρχαν άνθρωποι που έλεγαν: «Τι κάνατε στην αγαπημένη μου μπάντα; Τι συνέβη; Πού είναι το “Scream Bloody Gore II”; Πού είναι το “Leprosy II”; Πού είναι το “Spiritual Healing II”;»
Θεωρούσαν ότι είχαμε απομακρυνθεί υπερβολικά από τις ρίζες μας και ότι ο Chuck τους είχε προδώσει. Η αντίδρασή του όμως ήταν απλή: «Δεν με νοιάζει». Και εγώ σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο. Θυμάμαι τον Chuck να λέει κάποια στιγμή: «Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν δέκα χρόνια πριν, όταν έγραφα όλη εκείνη τη βίαιη και αιματοβαμμένη μουσική. Ωριμάζω ως άνθρωπος, ως στιχουργός, ως συνθέτης. Δεν θέλω να μένω κολλημένος στο παρελθόν».
Αν κάποιοι άλλοι θέλουν να ακολουθούν πάντα τον ίδιο δρόμο, αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Εκείνος όμως ήθελε να προχωρά μπροστά. Ο Chuck έγραφε πάντα από την καρδιά του και αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα για κάθε καλλιτέχνη. Πρέπει να δημιουργείς αυτό που πραγματικά αισθάνεσαι. Και όταν το κυκλοφορείς, αν αρέσει στον κόσμο έχει καλώς. Αν δεν αρέσει, πάλι καλώς. Τουλάχιστον ξέρεις ότι εσύ ο ίδιος είσαι ικανοποιημένος με αυτό που έκανες.
Βέβαια υπήρχαν αρκετοί δημοσιογράφοι που το κατάλαβαν, όπως και αρκετοί οπαδοί. Όμως υπήρχαν ακόμα περισσότεροι που δεν το καταλάβαιναν. Και αυτό φαινόταν στις συναυλίες. Πολλοί σκέφτονταν: «Όλες οι άλλες αγαπημένες μου death metal μπάντες παίζουν το είδος που θέλω να ακούω. Θα πάω λοιπόν στις δικές τους συναυλίες και θα αφήσω τους DEATH στην άκρη, γιατί δεν κάνουν αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουν».
Και η απάντηση του Chuck ήταν απλή: «Εντάξει. Κανένα πρόβλημα». Κι εγώ ακριβώς το ίδιο πιστεύω.
Πώς είναι να είσαι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που ο Chuck εμπιστεύτηκε πραγματικά ώστε να βρίσκεται δίπλα του, να παίζει τη μουσική του και να περιοδεύει μαζί του; Γιατί νομίζω ότι η εμπιστοσύνη ήταν κάτι που του έλειπε μετά το περιστατικό της εποχής του “Spiritual Healing”…
Ναι, μπορώ να το καταλάβω αυτό. Ο Chuck είχε τις ιδιαιτερότητές του και υπήρχαν πολλά πράγματα στη μουσική βιομηχανία που τον έκαναν να μην εμπιστεύεται εύκολα τους ανθρώπους. Ένιωθε ότι η βιομηχανία δεν λειτουργούσε πραγματικά προς όφελος των μουσικών. Και, ξέρεις, σε μεγάλο βαθμό όλοι το νιώθουμε αυτό.
Βέβαια, σήμερα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά απ’ ό,τι τότε. Οι δισκογραφικές εταιρείες είναι πολύ πιο κοντά στους οπαδούς απ’ ό,τι ήταν εκείνη την εποχή. Ήδη τότε άρχιζε να διαμορφώνεται αυτή η αλλαγή. Πολλοί από τους πρώτους metal δημοσιογράφους είχαν αρχίσει να εργάζονται σε δισκογραφικές και αποτελούσαν συμμάχους των συγκροτημάτων. Όμως βρισκόμασταν σε μια μεταβατική περίοδο, ακριβώς στα χρόνια που οι DEATH κυκλοφορούσαν τους δίσκους τους. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ήταν πολύ σημαντικό για τον Chuck να βρίσκει ανθρώπους που μπορούσε πραγματικά να εμπιστευτεί. Και ο Steve DiGiorgio έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτό.
Θυμάμαι ότι όταν ολοκληρώσαμε τις ηχογραφήσεις του “Individual Thought Patterns”, ο Chuck μας ενημέρωσε ότι υπήρχε ενδιαφέρον για συναυλίες και φεστιβάλ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε καν συζητήσει αν θα γινόμασταν κανονικό συγκρότημα ή αν θα βγαίναμε σε περιοδεία. Είχαμε συγκεντρωθεί απλώς για να ηχογραφήσουμε τον δίσκο.
Όταν λοιπόν επικοινώνησε μαζί μας και μας είπε ότι υπάρχουν προτάσεις για περιοδείες και φεστιβάλ στην Ευρώπη, ο Steve τού απάντησε: «Ναι, είμαστε μέσα. Ο Gene κι εγώ είμαστε εδώ για σένα. Αλλά θα φροντίσουμε να μην υπάρξουν ακυρωμένες περιοδείες, ακυρωμένες συναυλίες ή ξαφνικές εξαφανίσεις και αποχωρήσεις από το πουθενά».Ο Steve επέμενε πολύ σε αυτό. Γιατί υπήρξαν μερικές στιγμές που ο Chuck έλεγε «φεύγω, τέλος», και ο Steve κυριολεκτικά τον κρατούσε από τη ζώνη και του έλεγε: «Δεν πας πουθενά, αδερφέ. Θα ολοκληρώσεις αυτή την περιοδεία». Χρειάστηκε λίγη καθοδήγηση, αλλά όχι ιδιαίτερα πολλή. Ο Chuck ήξερε ότι ήμασταν δίπλα του. Και εκείνος ήταν δίπλα σε εμάς.
Υπήρξαν κάποιες στιγμές που, σε προσωπικό επίπεδο, τα πράγματα γίνονταν κάπως χαοτικά γι’ αυτόν. Οι περιοδείες είναι δύσκολες για όλους, ειδικά αν δεν είναι το αγαπημένο σου κομμάτι της δουλειάς. Έχω συνεργαστεί με πολλούς μουσικούς που λατρεύουν το στούντιο αλλά δεν τους αρέσει να περιοδεύουν. Εγώ είμαι σχεδόν το αντίθετο. Για μένα η ηχογράφηση είναι η αναγκαία διαδικασία που πρέπει να περάσεις για να μπορέσεις να βγεις στον δρόμο. Περιοδεύω εδώ και 42 χρόνια. Αυτή είναι η ζωή που γνωρίζω. Για μένα το δύσκολο είναι να σταματήσεις την περιοδεία για να γράψεις και να ηχογραφήσεις έναν δίσκο. Όλη αυτή η στασιμότητα είναι πιο απαιτητική από τη ζωή στον δρόμο.
Ο Chuck όμως ήξερε πάντα ότι τον στηρίζαμε μουσικά αλλά και προσωπικά. Εγώ, ο Steve και ο Chuck είχαμε την ίδια ηλικία, μεγαλώσαμε με την ίδια μουσική και είχαμε πάντα πολλά να συζητήσουμε. Παρά τις δυσκολίες του, βρίσκαμε τρόπους να τις διαχειριζόμαστε και να προχωράμε μπροστά.
Και μείναμε μαζί μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος αποφάσισε να διαλύσει τους DEATH. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας. Περίμενε να ολοκληρωθεί πρώτα και μετά μας είπε: «Τέλος. Υπήρξε ένα ζήτημα ανάμεσα σε εμένα και τη δισκογραφική. Δεν τήρησαν μια συμφωνία που είχαμε κάνει. Προτιμώ να θυσιάσω το ίδιο το συγκρότημα παρά να επιτρέψω σε άλλους να έχουν τον έλεγχο». Νομίζω ότι από εκεί προήλθε και το όνομα CONTROL DENIED. Μετά την περιοδεία του “Symbolic”, ο Chuck έβαλε τέλος στους DEATH. Αλλά εμείς μείναμε μαζί μέχρι το τέλος. Και λίγα χρόνια αργότερα δημιούργησε κάτι καινούργιο με εξαιρετικούς μουσικούς από την τοπική σκηνή της Φλόριντα, ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να αναπτύξει μια πιο άμεση σχέση. Και από αυτό προέκυψε το εκπληκτικό “The Sound of Perseverance”.

Και μόλις πήγες στην επόμενη ερώτησή μου, σχετικά με τους CONTROL DENIED. Ο Chuck μιλούσε ήδη σοβαρά για αυτό το νέο συγκρότημα την εποχή του “Symbolic” ή η ιδέα γεννήθηκε αργότερα, όταν αποφάσισε να διαλύσει τους DEATH;
Δεν νομίζω ότι το είχε ήδη σχεδιάσει συγκεκριμένα. Ο μοναδικός σπόρος που είχε φυτευτεί τότε ήταν ότι ποτέ δεν του άρεσαν τα φωνητικά του. Συχνά έλεγε: «Θεέ μου, μισώ τα φωνητικά μου. Μακάρι να μην είχα ξεκινήσει να τραγουδάω έτσι. Κάποια μέρα θα ήθελα απλώς να παίζω σε ένα συγκρότημα με έναν τραγουδιστή όπως ο Warrel Dane, ο Rob Halford ή ο Ronnie James Dio. Έναν πραγματικό παραδοσιακό metal τραγουδιστή». Αυτό το έλεγε κατά καιρούς.
Αλλά δεν νομίζω ότι μιλούσε τότε συγκεκριμένα για τους CONTROL DENIED. Αν είχε ήδη την ιδέα στο μυαλό του, δεν την εξέφραζε πέρα από αυτή τη γενική επιθυμία να παίζει κιθάρα σε ένα συγκρότημα με έναν σπουδαίο τραγουδιστή. Και το αστείο είναι ότι ο ίδιος ήταν εξαιρετικός τραγουδιστής. Πραγματικά μπορούσε να τραγουδήσει. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν demo των CONTROL DENIED όπου ακούγονται τα δικά του προσωρινά φωνητικά και κάνουν απόλυτα τη δουλειά.
Ξέρω επίσης ότι ήταν πολύ περήφανος για μια κραυγή τύπου Halford που είχε βάλει στο “Symbolic”. Δεν θυμάμαι σε ποιο σημείο ακριβώς βρίσκεται. Μου την είχε δείξει ο ίδιος. Την άκουσα και πράγματι θύμιζε Halford, αλλά είναι τόσο θαμμένη στη μίξη που δύσκολα την αντιλαμβάνεσαι. Ένας πραγματικά προσεκτικός ακροατής ίσως την εντοπίσει.
Πάντως δεν μιλούσε ιδιαίτερα για μελλοντικά σχέδια. Από την άλλη, όταν διέλυσε τους DEATH, δεν άργησε καθόλου να προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Δεν κάθισε να αναρωτιέται τι θα κάνει στη συνέχεια. Ήταν περισσότερο: «Εντάξει, οι DEATH τελείωσαν. Τώρα θα κάνω αυτό που πάντα ήθελα να κάνω». Ίσως γι’ αυτό του ήταν τόσο εύκολο να πάρει αυτή την απόφαση. Ίσως σκεφτόταν: «Άντε γαμ***υ, θα κάνω επιτέλους αυτό που θέλω εδώ και χρόνια». Αλλά όσο ήμασταν μαζί στους DEATH δεν έκανε ποτέ κάποια ξεκάθαρη αναφορά ή οργανωμένη προετοιμασία προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο Jim Morris έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον ήχο των DEATH εκείνη την εποχή. Τι έφερε στο τραπέζι ως παραγωγός και μηχανικός ήχου στο “Symbolic”;
Πιστεύω ότι είχε διαφορετικό αυτί από τον Scott Burns. Ο Jim μπορούσε να εστιάζει σε διαφορετικές πτυχές της παραγωγής. Ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί παραγωγοί. Ο Jim προερχόταν περισσότερο από μια hard rock λογική. Οι ήχοι που αναζητούσε του έβγαιναν φυσικά. Όπως ακριβώς ο Scott Burns είχε τη δική του χαρακτηριστική προσέγγιση. Γι’ αυτό και ακούς τη διαφορά ανάμεσα στα “Human”, “Individual Thought Patterns” και “Symbolic”. Πρόκειται για διαφορετικές φιλοσοφίες παραγωγής. Και κανένας από τους δύο δεν ήταν ιδιαίτερα παρεμβατικός στη σύνθεση. Δεν ήταν από τους παραγωγούς που μπαίνουν στο στούντιο και λένε «άλλαξε αυτό το μέρος», «πρόσθεσε αυτή την αρμονία» ή «γράψε κάτι διαφορετικό εδώ».
Η στάση τους ήταν περισσότερο: «Chuck, ξέρεις τι κάνεις. Εμείς απλώς θα σε βοηθήσουμε να πετύχεις τον ήχο που έχεις στο μυαλό σου». Ο Jim κατάφερε να δώσει στους DEATH έναν πιο καθαρό και ευκρινή ήχο από αυτόν που είχαν συνηθίσει οι οπαδοί μέχρι τότε. Υπήρχε πολύ μεγαλύτερη διαύγεια στον ήχο και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Για μένα, ως ντράμερ, η διαύγεια είναι σημαντικότερη από τον ίδιο τον τόνο του οργάνου. Φυσικά θέλω δυνατούς, βαρύς metal ήχους, αλλά περισσότερο με ενδιαφέρει να ακούγονται καθαρά τα πάντα. Ακούς κάθε όργανο; Ακούς κάθε μικρή έμφαση; Ακούς κάθε ghost note; Γιατί εγώ παίζω αμέτρητα ghost notes. Ακούγονται όλα αυτά; Τα πιατίνια καταγράφονται σωστά; Υπάρχουν παραγωγοί που είναι εξαιρετικοί σε αυτά τα σημεία και άλλοι που δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Από πλευράς ντραμς, θεωρώ ότι ο Jim Morris έκανε εξαιρετική δουλειά. Το αποτέλεσμα ήταν καθαρό, ευκρινές και χωρίς υπερβολές. Δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει μια υπερπαραγωγή στο επίπεδο του “Black Album” των METALLICA. Άλλωστε δεν υπήρχε ούτε το αντίστοιχο budget ούτε αυτή η πρόθεση.
Αυτό που έκανε ήταν να αποτυπώσει με ακρίβεια τον ήχο που είχε στο μυαλό του ο Chuck. Και το πέτυχε απόλυτα. Νομίζω ότι ο Chuck ήταν πραγματικά ευχαριστημένος με το τελικό αποτέλεσμα του “Symbolic”. Αυτό φαινόταν ήδη από τα μικρά demo που γράφαμε τότε σε ένα οκτακάναλο recorder. Μάλιστα, αν θυμάμαι καλά, ορισμένα από αυτά τα demo κυκλοφόρησαν αργότερα σε κάποια επανέκδοση του δίσκου. Σε εκείνες τις ηχογραφήσεις εγώ χρησιμοποιούσα drum machine και ο Chuck κατέγραφε τις ιδέες του στο μικρό του οκτακάναλο μηχάνημα. Ο Jim απλώς κατάφερε να μεταφέρει αυτό το όραμα στην τελική του μορφή. Και έκανε πραγματικά εξαιρετική δουλειά.

Έχεις παίξει με αμέτρητους θρυλικούς μουσικούς, ενώ κι εσύ ο ίδιος θεωρείσαι ένας από αυτούς. Τι ήταν αυτό που έκανε τον Chuck διαφορετικό από όλους τους υπόλοιπους;
Ο Chuck ήταν απλώς… ο Chuck. Πάνω απ’ όλα, δεν προσπαθούσε να αντιγράψει το στιλ κάποιου άλλου κιθαρίστα, ειδικά στα solos. Είχε το δικό του προσωπικό ύφος. Και πιστεύω ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που του άρεσε τόσο πολύ η ιδέα των δύο lead κιθαρών.
Στο πρώτο άλμπουμ ήταν ουσιαστικά ο μοναδικός lead κιθαρίστας. Στο δεύτερο σχεδόν το ίδιο. Ο Rick Rozz ήταν περισσότερο της σχολής του whammy bar, με μια προσέγγιση που θύμιζε Kerry King, αυτόν τον άγριο, σχεδόν λυσσασμένο ήχο, που φυσικά λειτουργούσε εξαιρετικά. Όμως ο Chuck λάτρευε πάντα τις μπάντες με διπλές κιθάρες. Τους JUDAS PRIEST, τους IRON MAIDEN και γενικά όποιον αξιοποιούσε τη λογική του twin-guitar attack. Γι’ αυτό και στη συνέχεια συνεργάστηκε με ανθρώπους όπως ο James Murphy, ο Paul Masvidal, ο Andy LaRocque, ο Bobby Koelble και ο Shannon Hamm. Πάντα ήθελε αυτόν τον διάλογο ανάμεσα σε δύο κιθάρες.
Νομίζω επίσης ότι ήταν απόλυτα συμφιλιωμένος με το γεγονός ότι κάποιοι άλλοι μπορούσαν να είναι καλύτεροι από εκείνον σε ορισμένους τομείς. Δεν είχε πρόβλημα με αυτό. Ήταν ευχαριστημένος να είναι ο Chuck και να αφήνει κάθε μουσικό να εκφράζει τη δική του προσωπικότητα. Αυτό ήταν κάτι που έκανε εξαιρετικά καλά.
Έχω συνεργαστεί με ανθρώπους που σου λένε: «Μπορείς απλώς να παίξεις ακριβώς ό,τι έγραψα στο demo; Τα ντραμς που προγραμμάτισα;». Και φυσικά μπορείς να το κάνεις. Ο Chuck όμως λειτουργούσε διαφορετικά. Ήταν πολύ ανοιχτός στη δική σου ερμηνεία, είτε μιλάμε για το στούντιο είτε για τις συναυλίες είτε ακόμη και για το παλιότερο υλικό που έπαιζαν νεότερα μέλη του συγκροτήματος.
Έλεγε πάντα: «Κάν’ το με τον δικό σου τρόπο. Γι’ αυτό είσαι εδώ. Γι’ αυτό συνεργάζομαι μαζί σου». Ακόμη και στα παλιά τραγούδια, μας ενθάρρυνε να βάλουμε τη δική μας προσωπικότητα. Σήμερα, στους DEATH TO ALL, όταν παίζω μέρη του Sean Reinert ή του Richard Christy, προσπαθώ να τα αποδώσω όσο πιο πιστά γίνεται. Το ίδιο και με τα μέρη του Bill Andrews ή του Chris Reifert. Αλλά τότε, όταν μπήκα στους DEATH, θυμάμαι να ρωτάω τον Chuck αν ήθελε να ακολουθώ κατά γράμμα όσα είχε παίξει ο Bill Andrews στο “Spiritual Healing”. Άλλωστε εκείνη την εποχή ήταν ο πιο επιτυχημένος δίσκος των DEATH. Και τα ντραμς του Bill ήταν εξαιρετικά.
Ο Chuck όμως μου απάντησε: «Κάνε το δικό σου πράγμα». Έτσι πήρα ορισμένες ελευθερίες, προσπαθώντας να γεφυρώσω το χάσμα ανάμεσα στην παλαιότερη και στην πιο progressive πλευρά των DEATH. Σήμερα, όταν παρουσιάζουμε συγκεκριμένους δίσκους ως επετειακά αφιερώματα, προσπαθώ να μένω όσο πιο κοντά γίνεται στις αυθεντικές εκτελέσεις. Περιορίζω τα προσωπικά μου χαρακτηριστικά, αυτά που αποκαλώ “Gene-isms”.
Σε πιο γενικές εμφανίσεις των DEATH TO ALL, όπου δεν εστιάζουμε σε κάποιο συγκεκριμένο άλμπουμ, αφήνω λίγο περισσότερο χώρο στον εαυτό μου να παρέμβει δημιουργικά. Ο Chuck ήξερε ακριβώς ποια ήταν τα δυνατά του σημεία. Ήξερε πόσο καλός ήταν στη σύνθεση, στα riffs και στις μελωδίες. Ταυτόχρονα, όμως, ήθελε πάντα να εξελίσσεται. Να δοκιμάζει πιο μελωδικά στοιχεία, καθαρά περάσματα, πράγματα που εκείνη την εποχή σχεδόν κανείς δεν έκανε στο death metal. Δεν φοβόταν να πάρει θέση μέσα από τη μουσική του. Δεν φοβόταν να προχωρήσει μπροστά. Και το έκανε μόνο και μόνο για να εξελίξει τους DEATH. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει ή να προκαλέσει αντιδράσεις, θετικές ή αρνητικές. Απλώς έγραφε τη μουσική που ένιωθε ότι μπορούσε και ήθελε να γράψει.
Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μεγαλύτερο πράγμα που ο κόσμος έχει παρεξηγήσει σχετικά με τον Chuck; Τι εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν οι οπαδοί για εκείνον;
Νομίζω ότι είναι υπέροχο το πόσο πολύ τον τιμά και τον σέβεται ο κόσμος. Αλλά ένα πράγμα που τον έκανε να νιώθει άβολα ήταν ο τίτλος «νονός του death metal». Όπως ανέφερα και νωρίτερα, πάντα προσπαθούσε να απομακρύνεται από τέτοιους χαρακτηρισμούς. Δεν του άρεσε να παρουσιάζεται σαν ο μοναδικός δημιουργός ή ο απόλυτος πρωτοπόρος. Τώρα που έχει φύγει από τη ζωή και υπάρχουν τόσες μαρτυρίες για το ποιος πραγματικά ήταν, νομίζω ότι πολλοί ίσως δεν αντιλαμβάνονται πόσο φυσιολογικός άνθρωπος ήταν στην καθημερινότητά του. Του άρεσε η κηπουρική. Του άρεσε να περνά χρόνο με την οικογένειά του. Του άρεσε να ασχολείται με τα κατοικίδιά του. Του άρεσε να βρίσκεται στο σπίτι και να κάνει απλά πράγματα. Εκτός σκηνής δεν ήταν ιδιαίτερα «death metal τύπος». Ήταν ένας πολύ φυσιολογικός άνθρωπος που απολάμβανε απλά πράγματα. Να χαλαρώνει, να βλέπει τηλεόραση, να παίζει κιθάρα φυσικά, αλλά κυρίως να περνά χρόνο με τους δικούς του ανθρώπους. Η οικογένειά του ήταν πάντα πολύ σημαντική γι’ αυτόν.
Και όταν ήμασταν μαζί, η οικογένειά του ήταν σχεδόν πάντα γύρω μας. Η μητέρα του, η αδελφή του και ο ανιψιός του περνούσαν συχνά από το σπίτι. Ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ. Κατά τα άλλα ήταν ένας απολύτως φυσιολογικός άνθρωπος. Του άρεσε να ακούει μουσική, λάτρευε τους KISS, αγαπούσε το παραδοσιακό heavy metal και όλο το κλασικό metal με το οποίο μεγαλώσαμε κι εμείς. Οπότε ναι, ήταν απλώς ένας πολύ φυσιολογικός τύπος.

Η συναυλία του 2016 στην Αθήνα θεωρείται πλέον θρυλική. Ο κόσμος αγαπά τον τρόπο με τον οποίο οι DEATH TO ALL διατηρούν το πνεύμα του Chuck αντί να προσπαθούν απλώς να αναπαραστήσουν το παρελθόν. Τι μπορούμε να περιμένουμε από τη συναυλία της 13ης Ιουνίου;
Μια ακόμα καλύτερη εκδοχή των DEATH TO ALL. Αυτή την περίοδο η μπάντα βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση. Ξέρω ότι η συγκεκριμένη μέρα θα είναι αρκετά δύσκολη από πλευράς προγράμματος, γιατί θα πετάξουμε για την Ελλάδα αυθημερόν. Θα έχουμε παίξει και το προηγούμενο βράδυ, ενώ σε αυτή την περιοδεία δεν υπάρχουν ρεπό. Ιδανικά θα θέλαμε να είχαμε φτάσει από την προηγούμενη μέρα και να είχαμε ξεκουραστεί. Δεν θα συμβεί αυτό, αλλά δεν πειράζει. Παρ’ όλα αυτά, θα προσφέρουμε μια πραγματικά αξέχαστη βραδιά death metal. Μια αξέχαστη βραδιά γεμάτη με τη μουσική του Chuck, τη μουσική των DEATH και τη δική μας συμβολή στην κληρονομιά αυτού του συγκροτήματος. Γιατί αυτό είναι κάτι που μας γεμίζει υπερηφάνεια.
Έχουμε την τιμή να εκπροσωπούμε κάθε βράδυ μια πραγματικά θρυλική μπάντα. Και γι’ αυτό δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό σε κάθε εμφάνιση. Πιστεύω πραγματικά ότι θα είναι μια αξέχαστη βραδιά. Και ελπίζω να μη χρειαστεί να περάσουν άλλα δέκα χρόνια μέχρι να επιστρέψουμε. Έχω την αίσθηση ότι δεν θα συμβεί αυτό. Γενικά έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε στην Ευρώπη, οπότε είμαστε ενθουσιασμένοι που επιστρέφουμε. Και φυσικά είμαστε ενθουσιασμένοι που επιστρέφουμε στην Ελλάδα. Ανυπομονούμε να παίξουμε μπροστά σε ένα κοινό που ξέρουμε ότι θα περάσει καταπληκτικά. Αυτό είναι κάτι που μας ενθουσιάζει όλους.
Οπότε ετοιμαστείτε, Ελλάδα. Ερχόμαστε.
Σάκης Φράγκος









![A day to remember… 5/5 [ONSLAUGHT] Onslaught](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/05/Onslaught-force-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 31/5 [U.F.O.] UFO](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/05/Ufo-no-heavy-sbit-218x150.jpg)
