Home Artists MOTHER OF MILLIONS interview

MOTHER OF MILLIONS interview

0
6
Millions


















Millions

“We stand together”

Όταν η απόγνωση λόγω της διεθνούς κοινωνικοπολιτικής κατάστασης ενώνεται με ένα αισιόδοξο πνευματικό όραμα για το μέλλον της ανθρωπότητας και συνδυάζεται επίσης με το πάντα φιλόδοξο και επικό progressive metal αυτής της Αθηναϊκής μπάντας, πασπαλίζοντάς το, όλο αυτό με μια ποιητική, μεταβατική διάθεση, τότε έχουμε το “Τ”, το πέμπτο LP τους που ήδη κυκλοφορεί. Ο Γιώργος Προκοπίου (φωνή) και ο Κώστας Κωσταντινίδης (κιθάρα) μας δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με το που βρίσκεται τώρα η μπάντα και τι περιμένουν να συμβεί στο προσεχές μέλλον.

Τι γεγονότα έχουν συμβεί μέσα στην μπάντα από τον προηγούμενο δίσκο μέχρι τώρα;
Γιώργος: ‘Έγιναν κάποια πραγματάκια τα οποία θεωρώ ως θετικά. Το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή του ντράμερ γιατί πολύ απλά ήταν θέμα επαγγελματικών προτεραιοτήτων. ‘Ήταν μια απόφαση που λήφθηκε και από τις δύο πλευρές και ενώ χάσαμε έναν καταπληκτικό ντράμερ, ταυτόχρονα επιλύθηκε και ένα θέμα που απασχολούσε την μπάντα εδώ και χρόνια. Αυτή η απόφαση είχε ως παρονομαστή το καλό της μπάντας αλλά έδωσε και την ελευθερία στον Γιώργο (Μπουκαούρη) να επικεντρωθεί ελεύθερα πλέον στο επάγγελμά του που είναι η ηθοποιία. Επίσης, θεωρώ προσωπικά, ότι η νοοτροπία σχετικά με ό,τι είχε να κάνει με την δημιουργία του καινούργιου δίσκου, άλλαξε επίσης. Τι εννοώ; Πιστεύω πως το γεγονός ότι δεν είχαμε και πολύ χρόνο στην διάθεσή μας για να κάνουμε τον δίσκο, επειδή έπρεπε να τον έχουμε έτοιμο προτού ξεκινήσουν οι περιοδείες, μας βοήθησε να μην σπαταλάμε χρόνο για να «ψειρίζουμε» το καθετί, έτσι όπως κάναμε πριν. Δηλαδή, όταν για παράδειγμα έρχονταν ο Κώστας στο προβάδικο με μια μελωδία ή ένα riff, δεν καθόμασταν να το υπεραναλύσουμε, να κάνουμε παραλλαγές ή αλλαγές, κτλ. Εάν μας άρεσε από την αρχή έτσι όπως ήταν το κρατούσαμε χωρίς να το πολυσκεφτούμε. Δεν ξέρω εάν αυτό ισχύσει ολοκληρωτικά και στο μέλλον, αλλά προσωπικά θα ήθελα να διατηρήσουμε έστω και κάποια ψήγματα αυτής της μεθόδου, αυτού του αυθορμητισμού, και στους μελλοντικούς δίσκους.
Κώστας: Εδώ θα ήθελα να προσθέσω ότι ενώ στον προηγούμενο δίσκο, ξέραμε πως θα ακούγονταν πολύ πριν το τέλος των ηχογραφήσεων, και κάθε ιδέα που μας φαινόταν αταίριαστη ως προς το όλο concept του δίσκου είτε την απορρίπταμε, είτε δουλεύαμε τόσο πάνω σε αυτήν που κατέληγε να είναι αγνώριστη στην τελική της μορφή. Τώρα όμως, ήμασταν πολύ πιο ανοιχτοί, πιο δεκτικοί σε όλες τις νέες ιδέες, κάτι που μας έκανε να μην έχουμε μια ξεκάθαρη ιδέα του τελικού αποτελέσματος. Απλά, ακολουθήσαμε το ένστικτό μας. Έτσι, για παράδειγμα, καταλήξαμε να έχουμε βιολιά σε κάποιες συνθέσεις, γιατί ήταν οι μελωδίες που μας οδήγησαν από μόνες τους σε αυτήν την απόφαση. Είναι ο πιο αυθόρμητος, ο πιο ορμητικός δίσκος που έχουμε κάνει.

Ίσως για αυτό και το ρεφρέν στο κομμάτι “Aftermath”, μου θυμίζει Ελληνικό… λαϊκό τραγούδι, ενώ το “The Innocent” που ακολουθεί έχει industrial στοιχεία!
Γιώργος: Αναμφισβήτητα. Εδώ να προσθέσω ότι ο Έκτορας Τσολάκης, που είναι επίσης ο συνήθεις παραγωγός μας, από το “Sigma” (2017) και μετά, ήταν βασικός παράγοντας όταν χρειάστηκε, με τις κατάλληλες ενορχηστρώσεις και το κατάλληλο ηχητικό ντύσιμο, να κάνει όλες αυτές τις ιδέες που με μια πρώτη ματιά ακούγονται τόσο ετερόκλητες, να καταλήξουν να εξυπηρετούν έναν κοινό σκοπό.
Κώστας: Ο Έκτορας, εκτός από την παραγωγή, συμμετείχε και στην σύνθεση των κομματιών, οπότε δεν ξέρω πως κατάφερε να απεκδυθεί τον ρόλο του συνθέτη και να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στον ρόλο του παραγωγού, κάτι που προσωπικά το θεωρώ πολύ δύσκολο.

Μα, έτσι κι αλλιώς, μιας που εσείς οι ίδιοι χαρακτηρίζετε την μουσική σας ως progressive, αυτό σημαίνει ότι οι πειραματισμοί και ο αυθορμητισμός αποτελούν μέρος του μουσικού σας DNΑ.
Κώστας: Ακριβώς. Διαλέξαμε αυτήν την ετικέτα γιατί ξέραμε από την αρχή ότι δεν θέλαμε να παίξουμε μόνο κάποιο είδος μουσικής μέσα σε ήδη υπάρχοντα καλούπια. Θέλαμε να εκφράσουμε αυτό που έχουμε μέσα μας κι εάν καταλήγαμε να έχουμε και fans ως συνοδοιπόρους σε αυτό το ηχητικό ταξίδι, ακόμα καλύτερα, αλλά ο πρωταρχικός σκοπός ήταν να κάναμε μουσική που να μας εκφράζει πρωτίστως εμάς, και ας μην ακούγεται αυτό καλά στα αυτιά των εκάστοτε true. Εννοείται ότι ακόμα και το progressive έχει μπει σε κάποια καλούπια, γιατί άμα μια μπάντα δεν έχει κομμάτια με πολύπλοκες συνθέσεις τότε δεν θεωρείται αυτή καθαυτή ως progressive από τους true.

Πάντως αυτό το επικό, κινηματογραφικό feeling των συνθέσεων σας, που ανέκαθεν αποτελούσε μέρος της μουσικής σας ταυτότητας είναι κι εδώ παρόν, ανεξαρτήτως των όποιων νέων συνθηκών.
Γιώργος:
Ναι, αλλά είναι κάτι που δεν το κάνουμε επίτηδες και ούτε λειτουργεί ως αυτοσκοπός. Δηλαδή, αυτό το κινηματογραφικό στοιχείο που αναφέρεις, αποτελεί ένα οργανικό μέρος των συνθέσεων και είναι το μέρος του τελικού αποτελέσματος αντί να αποτελεί την βάση πάνω στην οποία μετά χτίζονται τα κομμάτια. Μπορούν να υπάρχουν κομμάτια όπως το “The One” από τον καινούργιο δίσκο που είναι πιο straightforward, πιο heavy και μακριά από κάθε έννοια επικότητας, αλλά συγχρόνως μπορούν να μας εκφράζουν απόλυτα. Μπορεί στο μέλλον τα κομμάτια μας να μην είναι καθόλου επικά ή σκοτεινά, ποιος ξέρει; Εκεί ακριβώς κολλάει η ετικέτα του progressive για μας. Υπάρχει ένας λευκός καμβάς πριν από κάθε καινούργιο δίσκο και εκεί πάνω ξεκινάμε να «ζωγραφίζουμε» χωρίς προκαταλήψεις.
Κώστας: Υπάρχει όμως και το κάδρο του καμβά, με την έννοια του ότι ως μπάντα έχουμε βρει και έχουμε διαλέξει μια μουσική γλώσσα η οποία έχει κάποια σημεία από τα οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις, όπως είναι οι κιθαριστικές φράσεις ή στα progression των συγχορδιών. Δεν είναι κάτι που το θεωρούμε περιοριστικό, απλά είναι μέρος της μουσικής μας γλώσσας, όπως κάποιες φράσεις που κάποιος χρησιμοποίει συχνά στον καθημερινό του λόγο.

Από που προέρχεται ο τίτλος του δίσκου;
Κώστας:
Το πρώτο κομμάτι που συνθέσαμε για τον δίσκο ήταν το “The War” κι από εκεί βγήκε και η ιδέα για τον πόλεμο ως γενικό concept του δίσκου. Μάλιστα, η αρχική πρόθεση ήταν να ονομάσουμε και τον δίσκο έτσι, αλλά μας αρέσει επίσης να έχουμε πιο συμβολικούς τίτλους για να αγκαλιάζουν έτσι ένα πιο ευρύ εννοιολογικό πλαίσιο. Οπότε σκεφτήκαμε ότι με το γράμμα “T” ξεκινάνε λέξεις όπως τραγωδία (οι τρεις κοπέλες που κάνουν δεύτερα φωνητικά στον δίσκο, λειτουργούν και ως Χορός) ή τραύμα, και συμβολίζει και το σταυροδρόμι. Το σταυροδρόμι ως σύμβολο της επόμενης μέρας μετά από έναν πόλεμο όπου η ανθρωπότητα πρέπει να διαλέξει την καινούργια πορεία της. Επίσης, οι τίτλοι τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου ξεκινάνε με αυτό το γράμμα. Πάντως, το concept του δίσκου δεν έχει να κάνει με το τυπικό πολεμικό concept στο heavy metal, μέσα από την στρατιωτική ή ηρωική οπτική, αλλά από την οπτική αυτών που σύμφωνα και με τα στατιστικά δεδομένα, έχουν τις πιο πολλές απώλειες: οι άμαχοι∙ και εκεί έρχεται και δένει και η ιδέα με το σταυροδρόμι που αναφέραμε. Εμείς προσφέρουμε ως απάντηση σε ότι αφορά την επιλογή που πρέπει να κάνει η ανθρωπότητα όταν φτάσει σε αυτό το σταυροδρόμι, τον στίχο με τον οποίο ξεκινά το “The One”: “we stand together”

Αισιόδοξο μήνυμα το οποίο όμως αναιρείται, κατά την γνώμη μου, από το γεγονός ότι το τελευταίο κομμάτι λέγεται “Death”…
Κώστας:
Υπήρξαν έντονες συζητήσεις σχετικά με την σειρά των κομματιών στον δίσκο, και, όντως, η αρχική ιδέα ήταν να κλείσουμε τον δίσκο με το “The One”, εξαιτίας ακριβώς αυτών των στίχων και του μεγαλοπρεπούς, γενικά, ύφους του, αλλά κάτι μας έλεγε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Διαλέξαμε το “Death” επειδή ακριβώς δεν μας φαίνεται ένα απαισιόδοξο κομμάτι. Το ποίημα της Emily Dickinson “Because I could not Stop for Death”, συνδέει τον θάνατο με την αιωνιότητα και από μορφολογική άποψη, μας φάνηκε καλή ιδέα να κλείσουμε τον δίσκο με την μπάντα να αποσύρεται και να τραγουδά μόνο ο Χορός ως επίλογος ή κατέβασμα αυλαίας.   

Σε κάποια κομμάτια περιλαμβάνονται και απαγγελίες από μέρη κάποιων ποιημάτων. Από που ξεκίνησε αυτή η ιδέα και πώς πραγματοποιήθηκε;
Κώστας:
Πριν από κάθε δίσκο, μαζεύω αποσπάσματα από κείμενα και ποιήματα που χρησιμεύουν ως ένα είδος αρχείου από όπου αντλώ ιδέες ως στιχουργός για να δημιουργήσω το εκάστοτε concept. Σε αυτόν τον δίσκο, όλα ξεκίνησαν με το κομμάτι “The Wound” όπου στο ρεφρέν χρησιμοποίησα μέρος του ποιήματος “The Wound-Dresser” (1865) του Walt Whitman, ενός εθελοντή νοσοκόμου κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου (1861-1865). Πρόκειται για ένα ποίημα που περιέχει κάποιες εικόνες πάρα πολύ έντονες όσον αφορά τους τραυματίες που φρόντιζε αλλά και που στο τέλος του ποιήματος εκφράζει κάτι το υπερβατικό: μέσα από όλο αυτόν πόνο και τις τρομερές καταστάσεις που περνά αυτός ο άνθρωπος, τονίζει ότι δεν χάνει την πίστη του και δεν θα σταματήσει ποτέ να υπηρετεί τον συνάνθρωπό του, και είναι σαν να ανάγει αυτήν την βοήθεια που δίνει στον συνάνθρωπό του ως ένα ιδανικό που θα έπρεπε να ακολουθούμε όλοι γιατί είναι κάτι ανώτερο, κάτι πνευματικό. Από κει και πέρα, αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε παραπέρα την ιδέα της χρήσης της ποίησης μέσα στα τραγούδια μας για να έχουμε έτσι μια μικρή ποιητική ανθολογία μέσα στον δίσκο με θέμα τον πόλεμο. Με αυτόν τον τρόπο, μελοποιήσαμε στο “The One” μέρος από ποίημα επίσης του Whitman, και στο κομμάτι “Death” μέρος από ένα ποίημα της Emily Dickinson. Μετά στραφήκαμε στην Ελληνική ποίηση και συγκεκριμένα στον Γιάννη Ρίτσο και στον Οδυσσέα Ελύτη από τις οποίες οικογένειές τους ζητήσαμε άδεια για να τα χρησιμοποιήσουμε.

Ποιος απαγγέλει τα ποιήματα στον δίσκο;
Γιώργος:
Ο Γιώργος Τζαβάρας, ο οποίος, εκτός από πολύ καλός φίλος και κιθαρίστας των NEED, είναι και ένας σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης. Πιστεύω ότι έδωσε ακριβώς εκείνη την υπόσταση που χρειάζονταν τα ποιήματα.

Μετά την ακρόαση του κάθε σας δίσκου δυσκολεύομαι όλο και πιο πολύ να καταλάβω γιατί δεν έχετε φτάσει σε ένα πιο ανώτερο επίπεδο μέσα στην διεθνή progressive rock σκηνή. Τι νομίζετε ότι είναι αυτό που σας εμποδίζει να το καταφέρετε;
Γιώργος:
Είναι πολύ απλό: ανεξαρτήτως από ποια χώρα κατάγεσαι, ανεξαρτήτως από την ποιότητα της μουσικής που γράφεις, εάν δεν είσαι σε μια εταιρεία που γνωρίζει τα μονοπάτια μέσα στον κόσμο της μουσικής, που ξέρει τους κατάλληλους ανθρώπους σε σημεία-κλειδιά, που ξέρει πώς η μουσική θα φτάσει σε όσο πιο πολλούς ανθρώπους γίνεται, τότε η μόνη εναλλακτική λύση είναι να δίνεις συναυλίες όπου και όσο μπορείς. Δεν είναι θέμα οικονομικό, υπό την έννοια ότι ακόμα και να είχαμε ένα πολύ μεγάλο promotion budget δεν θα ξέραμε πως να κάνουμε ένα σωστό marketing της μπάντας χωρίς την έμπειρη καθοδήγηση κάποιου. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και είναι και πολύ χρονοβόρο, οπότε δεν μπορεί να γίνει σωστά και αποτελεσματικά από τους ίδιους τους μουσικούς οι οποίοι κανονικά θα πρέπει να συγκεντρωθούν μόνο στο καθαρά καλλιτεχνικό μέρος. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου φανς μας είπαν ότι δεν ήξεραν ότι θα παίζαμε live στην πόλη τους γιατί το εκάστοτε PR δεν είχε κάνει καλά την δουλειά του. Όσο καλός μουσικός και να είσαι, εάν δεν έχεις από πίσω σου μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία, ακόμα και την σήμερον ημέρα που το internet έχει φέρει τα πάνω κάτω στο music business, δεν πρόκειται να καταφέρεις και πολλά∙ και όπως λένε και οι METALLICA, “(it’s) sad but true”. Από την άλλη, εδώ και ένα χρόνο συνεργαζόμαστε με μια εταιρεία που έχει αναλάβει τόσο το booking όσο και το management της μπάντας, οπότε έχουμε ξεφορτωθεί πολύ από έναν φόρτο εργασίας που δεν μας άφηνε να συγκεντρωθούμε 100% στην μουσική∙ ειδικά ο Κώστας που μέχρι τότε είχε αναλάβει όλο το booking εντός Ελλάδας. Τώρα ελπίζουμε να μπορέσουμε να παίξουμε σε όσα περισσότερα φεστιβάλ γίνεται στο εξωτερικό γιατί έτσι θα φτάσουμε σε πιο πολύ κόσμο καθώς και να κάνουμε περιοδεία ως support σε μια μεγάλη μπάντα του χόρου για να μπορέσουμε έτσι να «τσιμπήσουμε» καινούργιους fans.

Ναι, αλλά στην εποχή των social media και του internet, δεν είναι πιο εύκολο για μια μπάντα να προωθήσει το έργο της από μόνη της;
Γιώργος:
Μπορείς να δώσεις ένα περαιτέρω «σπρώξιμο» στην μπάντα εάν καταφέρεις να πουλήσεις στο κοινό κάτι το οποίο δεν είσαι στην πραγματικότητα, και αυτό είναι κάτι που έχουμε διαλέξει συνειδητά να μην κάνουμε. Ναι, θα μπορούσαμε να ανεβάζουμε περιεχόμενο στα social media κάθε μέρα, όλη μέρα, να κάνουμε τον χαβαλέ μας, να ανεβάζουμε αστεία covers, κλπ., αλλά δεν είναι αυτή η δουλειά μας ούτε και ο χαρακτήρας μας είναι έτσι.
Κώστας: Επίσης, τα social media έχουν χάσει μέρος της αξιοπιστίας τους γιατί, όντως, όταν όλο αυτό ήταν στα γεννοφάσκια του, είχαν μια αποτελεσματικότητα γιατί ήταν κάτι νέο και ρηξικέλευθο, αλλά τώρα εκατό χιλιάδες μπάντες κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα on line για να ελκύσουν την προσοχή του κοινού και όλο αυτό το θέμα έχει φτάσει σε ένα σημείο κορεσμού. Το να ανεβάζεις το βίντεο του τι έφαγες σήμερα είναι σαν να ρίχνεις πέτρα στον ωκεανό. Άλλες δέκα χιλιάδες μπάντες έχουν κάνει το ίδιο την ίδια μέρα, οπότε ή θα κάνεις κάτι πρωτότυπο, κάτι εντυπωσιακό ή το βιντεάκι σου θα χαθεί μέσα στον ωκεανό των media μαζί με άλλα χιλιάδες πανομοιότυπα βίντεο. Εμείς δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε αστεία βιντεάκια αλλά για την μουσική.

Γιώργος Γκούμας

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Radio
Press play to listen