
Η τέταρτη συναυλία των Νορβηγών blacksters έγινε sold out στο, μεγαλύτερο σε χωρητικότητα, club της Αθήνας, επιβεβαιώνοντας την μεγάλη απήχηση που έχουν και στη χώρα μας. Στις, σχεδόν, δύο ώρες που ήταν στη σκηνή του Floyd επέλεξαν 16 κομμάτια από όλους τους δίσκους της πορείας τους που κλείνει φέτος τα 35 χρόνια.
Με το επιβλητικό σκηνικό του Munch στο background και με σύμμαχο τον πολύ καλό ήχο, χώρισαν το αρχικό setlist τους σε ενότητες, ξεκινώντας με 6 κομμάτια από την ύστερη εποχή τους που ξεκίνησε πριν 20 χρόνια με το άλμπουμ, “Now diabolical”. Στο “Black crow on a tombstone” η ανταπόκριση του κοινού ανάγκασε τον ηγέτη τους, Satyr, να αφήσει το μικρόφωνο στο ρεφραίν, αποδεικνύοντας το γεγονός ότι το black n’ roll τους λειτουργεί απόλυτα σε συναυλιακό επίπεδο.

Με το κλείσιμο αυτής της ενότητας, ο Satyr αποδείχτηκε λαλίστατος, εξυμνώντας την ηγετική τριάδα του ελληνικού black metal (ROTTING CHRIST, NECROMANTIA, VARATHRON) όταν ξεκινούσαν οι SATYRICON στα early 90s. Ανέφερε και την προτροπή του δολοφονημένου ηγέτη της νορβηγικής σκηνής, Euronymous, στο να είναι ιδιότυποι και ξεχωριστοί από την πρώτη τους κυκλοφορία. Και αυτό ακριβώς το γεγονός διέπνεε τις μαυρομεταλλικές κυκλοφορίες των early/mid 90s σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας κάθε σκηνή σημαντική για το ιδίωμα. Μάλιστα έδωσε έμφαση στην αναφορά του και στην πολιτισμική κληρονομιά της χώρας μας στο τομέα της έμπνευσης, δίνοντας αναλογία και στην αντίστοιχη της Νορβηγίας. Όπως ήταν αναμενόμενο ξεκίνησαν την δεύτερη ενότητα με 90s κομμάτια από τους πρώτους τέσσερις δίσκους, οι οποίοι θεωρούνται κλασικοί στο είδος.

Με τον Satyr να αναλαμβάνει και χρέη κιθαρίστα ξεκίνησαν με το “Forhekset”, στο οποίο ο Frost έδειξε με την ταχύτητα του γιατί θεωρείται κορυφαίος drummer. Ακόμα αναρωτιέμαι πως καταφέρνει να είναι τόσο ακριβής, κάνοντας συνεχώς headbanging! Στο “Walk the path of sorrow” τα ακουστικά μέρη αποδόθηκαν live, αλλά οι τρεις κιθάρες είχαν έναν μάλλον χαοτικό ήχο που υποσκέλισε την primitive μορφή του κομματιού. Επίσης τα πολύ γρήγορα μέρη του κομματιού αποδόθηκαν απολύτως συγκρατημένα, κάτι που προσωπικά με ξένισε. Το “Filthgrinder” ήταν και το πιο ξεχωριστό κομμάτι του setlist, μιας και το “Rebel extravaganza” είναι ο δίσκος που άλλαξαν ηχητικά και συνθετικά στα late 90s.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η συναυλία ήταν ακριβώς αυτό που θα ήθελε ένας ορκισμένος οπαδός τους, που προτιμά όλες τις περιόδους τους. Πλέον το Floyd θα έπαιρνε φωτιά, μιας και έβγαλαν από τη φαρέτρα τους τα κομμάτια που τους γιγάντωσαν και από το AN club του 2004 έφτασαν στο Floyd του 2026. Και ήταν αναπόφευκτο να συμβεί όταν το κοινό ανταποκρίνεται δεόντως στο “Now, diabolical” και στο “The pentagram burns”, στο οποίο ο Satyr ξεχώρισε για την κιθαριστική του δεινότητα και το αποτέλεσμα ήταν καταιγιστικό. Με τις τρεις κιθάρες να είναι σε απόλυτη ηχητική ισορροπία, ξεκίνησαν να παίζουν το πιο αγαπημένο μου κομμάτι της ύστερης περιόδου τους. Και ναι, το “To the mountains” ήταν το highlight της βραδιάς, έχοντας την 90s αύρα ενταγμένη πλήρως στην σύγχρονη ηχητική τους. Στην αποφώνηση του κομματιού, ο Satyr ανέφερε έναν Πολωνό οπαδό που δεν του πολυάρεσε η ιδέα να παίξουν αυτό το τραγούδι. Όταν όμως το άκουσε live παραδέχτηκε ότι ήταν το καλύτερο σημείο της συναυλίας τους. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε από τον Satyr κυρίως για τους παρευρισκόμενους καλλιτέχνες, ως προτροπή να ακούν τον εαυτό τους και κανέναν άλλο. Και πως να μην αξίζει αυτό το κομμάτι να είναι μόνιμα στο setlist τους;

Φτάνοντας προς την τελική ευθεία δεν θα έλεγα ότι με συνεπήρε το “Fuel for hatred”, που είναι αναμφίβολα το πρώτο “hit” της πορείας τους. Μάλλον κάπου εδώ οι τρεις κιθάρες δεν λειτούργησαν ευεργετικά στο τελικό αποτέλεσμα. Το encore που ακολούθησε είχε ως αρχή το “Hvite krists død” από το “The shadowthrone” του 1994, για να δώσει τη σκυτάλη του σε δύο πασίγνωστα κομμάτια τους. Αλήθεια ποιος θα πίστευε πριν τριάντα χρόνια ότι το κοινό σε συναυλία τους στην Ελλάδα θα τραγουδούσε μαζί τους το “Mother north” σε τέτοια ένταση; Και μάλιστα με αναφορά του Satyr για το πόσο πρέπει να αγαπάμε το ποδόσφαιρο για την ατμόσφαιρα που δημιουργεί το κοινό. Ε ναι, πραγματικά ήταν ανάλογο το αποτέλεσμα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γιορτινή που έκλεισε με το, σχεδόν χορευτικό, “Κ.Ι.Ν.G.”.

Τα χαμόγελα όλων στο τέλος της συναυλίας ήταν ενδεικτικά του πόσο χορτασμένοι ήταν οι οπαδοί των SATYRICON από την εμφάνιση τους. Σε όλα τα επίπεδα επιβεβαίωσαν τη συναυλιακή τους φήμη, κάτι που σίγουρα δεν θα είχαν καταφέρει αν δεν είχαν κάνει στροφή στον ήχο τους πριν είκοσι χρόνια, προσελκύοντας οπαδούς και εκτός black metal.
Λευτέρης Τσουρέας
Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Κατσαρού











