
Όταν οι SMOULDER πρωτοεμφανίστηκαν επισήμως, έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση στους κύκλους των «επικών». Στο ντεμπούτο τους “Times of obscene evil and wild daring”, οι Καναδοί έπαιζαν ένα υπέροχο, μεγαλοπρεπές heavy/doom metal, με χαρακτήρα επικό στον υπερθετικό βαθμό, εντυπωσιακές κιθάρες και ακόμη πιο εντυπωσιακά φωνητικά, κάτι που συνεχίστηκε και στο ποιοτικότατο EP “Dream quest ends”.
Στο “Violent creed of vengeance” που ακολούθησε, ο ήχος έκλινε προς το παραδοσιακό heavy, οι εξάχορδες απέκτησαν περισσότερο κέλτικο «χρώμα» και το υλικό, πιο up tempo και μεγαλύτερης διάρκειας, έδειχνε ροπή προς μια τεχνικότερη κατεύθυνση, κρατώντας τις πρώτες αποστάσεις από την ευθύτητα του ντεμπούτου. Αυθόρμητη ή προσχεδιασμένη, τους «βγήκε» εκείνη η στροφή και ο δίσκος, αν και δεν έλαβε την ίδια αποθέωση, άφησε θετικότατο αντίκτυπο.
Φέτος, οι SMOULDER επιστρέφουν με το “Witch wife in an alien world”. Ένα, κατά τους ιδίους, «ατρόμητο, προκλητικό, περιπετειώδες, επικό power/doom metal άλμπουμ… μια τολμηρή συλλογή οκτώ τραγουδιών που συνεχίζει να ξεπερνά τα όρια και να καταρρίπτει τις συμβάσεις». Μάλιστα. Ωραία όλα αυτά και άκρως ενδιαφέροντα. Στην πράξη, τί παίρνουμε;
Ένα άλμπουμ που θέλει να εντάξει τους SMOULDER στην κατηγορία του δελεαστικού, ξεχωριστού , μα συνάμα δύσκολου, δύστροπου arcane/obscure metal. Ένα άλμπουμ το οποίο «φλερτάρει» με τις κιθάρες των SLOUGH FEG, DOMINE (“Champion Eternal”, αυστηρά) και WRATHBLADE, «αγκαλιάζει» το σκοτάδι των CIRITH UNGOL, ενώ έλκεται από τους EZRA BROOKS, δηλαδή το «μονομελές», προσωπικό project του κιθαρίστα Shon Vincent.
To αποτέλεσμα;
Χμ… Όχι ιδιαίτερα κολακευτικό. Η επίδοση του γκρουπ, καταρχάς συνθετικά, είναι χαμηλή. Ωραίες ιδέες στον δίσκο υπάρχουν, απλά δεν αναπτύσσονται όπως πρέπει. Για παράδειγμα, στα “Crush of the Neophytes”, “Empathy’s wrath”, “Cathedral of the trees” και “Smouldering remains” υπάρχουν τέτοιες οι οποίες, αν βρίσκονταν στο ντεμπούτο, σίγουρα θα είχαν δουλευτεί διαφορετικά και ως εκ τούτου, τα παραπάνω τραγούδια θα είχαν άλλη μορφή.
Έπειτα, εκτελεστικά, τα αυτογκόλ μπαίνουν το ένα μετά το άλλο, με τις «αστοχίες» και τις «άβολες» στιγμές, για να το πω κομψά, να είναι πολλές, πάρα πολλές, κυρίως στα φωνητικά και στις κιθάρες. Και άντε, τις κιθάρες, αν «κουνάνε», μπορεί κάποιος να τις παραλείψει… λέμε τώρα. Με τα φωνητικά, μπορεί να συμβεί το ίδιο;
Στην παρουσίαση του “Violent creed…”, είχα επισημάνει ότι οι ολοένα και πιο παθιασμένες, στα όρια της υπερβολής, ερμηνείες της τραγουδίστριας Sarah Ann, φλερτάρουν με την απώλεια ισορροπίας. Δυστυχώς, στο “Witch wife…” η Sarah πέρασε τη λεπτή γραμμή, η απόδοσή της κυμαίνεται ξεκάθαρα σε επίπεδα κάτω από τη βάση και δε μου βγάζεις από το νου, πως αυτό είναι απόρροια (και) της όλης “arcane” στροφής.
Στο δελτίο Τύπου, αναφέρεται πως στην εξίσωση μπαίνει και το ελληνικό black metal, ως σημαίνουσα επιρροή. Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν οι ανάλογες προσλαμβάνουσες. Για να αναφέρεται, θα ισχύει. Θα πρέπει όμως να είναι τόσο «έμμεσες», που καταντούν… άφαντες. Γιατί ως ακροατής που έζησα και μεγάλωσα με το black metal της πατρίδας μου στα 90s, όπως και η πλειονότητα των μεταλλόπαιδων της ηλικίας μου, το να εντοπίσω επιρροές από ROTTING CHRIST, NECROMANTIA, VARATHRON ή AGATUS, ας πούμε, μου είναι παραπάνω από «εύκολο». Για την αλφαβήτα μιλάμε.
Τέλος, όσο κι αν δε θέλω να στέκομαι σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες, δε γίνεται να μην αναφέρω ότι η απουσία του Arthur Rizk είναι εμφανέστατη. Ίσως μάλιστα να λείπει και σε επίπεδο βαθύτερο από αυτό της παραγωγής. Ένας καλός παραγωγός είναι πολλές φορές και συνθετικός καθοδηγητής, ας μην το ξεχνάμε αυτό.
Εν κατακλείδι…
Οι SMOULDER δεν εφησυχάζουν και ρισκάρουν, ώστε να υλοποιήσουν το καλλιτεχνικό τους όραμα. Τούτο είναι αναγνωρίσιμο και εκτιμάται θετικά. Μου αρέσουν οι μπάντες που δεν επιμένουν/εμμένουν/επαναπαύονται σε ένα στυλ, αλλά μέσα σε ένα ευρύ πλαίσιο, προσπαθούν να ακούγονται κάθε φορά, έστω και λίγο, διαφορετικές. Τέτοιες αποφάσεις όμως, είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορούν να σε οδηγήσουν στην αποθέωση, μπορούν και να σε εκθέσουν.
Οι Καναδοί λοιπόν εκτέθηκαν, δίχως αμφιβολία. Ακριβώς όμως επειδή το επικό metal έχει αχανείς «εκτάσεις» και πάμπολλες οδούς, κάποιες από τις οποίες τις βάδισαν και οι ίδιοι με εξαιρετική επιτυχία στο παρελθόν (βλ. “Times of obscene evil and wild daring”), θεωρώ πως θα έχουν στο μέλλον την ευκαιρία να επιστρέψουν σε ηχοτοπία που τους ταιριάζουν. Εμείς θα είμαστε εδώ, δεν τους ξεγράφουμε.
Ας μην εξαντλήσω κάθε αυστηρότητα στη βαθμολογία…
5 / 10
Δημήτρης Τσέλλος
ΥΓ: Video clips σαν αυτό του “Shadow of the vulture” συγγνώμη, αλλά δεν τα σχολιάζω καν, όποιες κι αν είναι οι προθέσεις τους.













