Home Παρουσιάσεις STEVEN WILSON – “Requiem for a village” (Fiction Records)

STEVEN WILSON – “Requiem for a village” (Fiction Records)

0
50
Wilson
















Wilson

Έχοντας επιτρέψει μόνο ένα χρόνο από την τελευταία του κυκλοφορία, ο πάντοτε δημιουργικός Steven Wilson επιστρέφει τώρα με το ένατο του άλμπουμ του το οποίο υπόσχεται κάτι εντελώς καινούργιο όσο και νοσταλγικό. Το “Requiem for a village” σηματοδοτεί μια αδιαμφισβήτητη επιστροφή στο μουσικό σύμπαν των “Grace for drowning” και “The raven that refused to sing” χωρίς όμως να ηχεί σαν μια εκ του ασφαλούς επανάληψη. Προφανώς και το μουσικό επιτελείο δεν είναι το ίδιο με κείνο της χρυσής εκείνης περιόδου, με τον Randy McStine να παραμένει στη κιθάρα μετά το “The overview” και τον νέο και τρομερά ταλαντούχο ντράμερ Russell Holzman. Στα πλήκτρα φυσικά είναι ο Adam Holzman. Απ την άλλη, μετά από το σοκ του “The future bites”, ο Wilson άρχισε σταδιακά να μας γυρίζει πίσω στο σύμπαν που αναμείγνυε τους KING CRIMSON, GENTLE GIANT, PINK FLOYD, CAMEL και GENESIS και αυτό το κάτι αποκλειστικά δικό του που ακόμα δεν έχω αποκωδικοποιήσει.

Στο νέο του άλμπουμ ακούω σίγουρα μπόλικους CRIMSON και πρώιμους, σκοτεινούς GENESIS και ειδικά την ακουστική κιθάρα του Steve Hackett. Αυτό που δεν έχω ακούσει σε Steven Wilson άλμπουμ ωστόσο είναι μια προσήλωση στην folk πλευρά του 70s prog rock και συγκεκριμένα τη σκηνή του Canterbury με μπάντες όπως RENNAISSANCE, COMUS, FAIRPORT CONVENTION και τον Nick Drake, έναν από τους πιο ιδιότροπους και δυσπρόσιτους τραγουδοποιούς των 70s. Απ’ αυτή την άποψη, το “Requiem for a village” περιέχει περισσότερα ακουστικά μέρη με μια μοναδικά νοσηρή και παράξενη ατμόσφαιρα που με πάει με σαφήνεια στο dark jazz ambient project των Wilson και Mikael Akerfeldt, STORM CORROSION. Μην περιμένετε επομένως μακροσκελή έπη ούτε κομμάτια με τρελές εναλλαγές και δαιδαλώδη σόλο και instrumental περάσματα (ο δίσκος μάλιστα περιέχει μόνο τρία εφτάλεπτα κομμάτια).

Να περιμένετε όμως ένα άλμπουμ που διαρκεί 54 λεπτά χωρίς να κουράζει και που πρέπει να ακουστεί μονορούφι λες και επρόκειτο για ένα αυτοτελές κομμάτι. Αξίζει να ακουστεί μονοκόμματα και σε στιγμή που έχετε το χρόνο και τη διάθεση για κάτι σκοτεινό, ιδιότροπο και απαιτητικό στο αυτί του μέσου ακροατή και αυτό διότι είναι πραγματικά ένα κινηματογραφικό άλμπουμ. Όχι δεν εννοώ πως είναι πομπώδες ή μεγαλειώδες. Τουναντίον, με τη φωνή του Σκωτσέζου David Tennant στην αφήγηση, άλλη μια πρωτιά για τον Wilson, και την πολυεπίπεδη ατμόσφαιρα που διατρέχει το άλμπουμ, το “Requiem for a village” είναι «κινηματογράφος για τα αυτιά» κάτι που ο ίδιος ο Wilson ανέφερε στο press release του δίσκου.

Πραγματικά, κλείνοντας τα μάτια, ένιωσα σαν να βλέπω μπροστά μου εικόνες από ταινίες τρόμου και συγκεκριμένα από το παρακλάδι του folk τρόμου όπως “The wicker man”, “Witchfinder general” και το πιο πρόσφατο “Midsommar”. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στην τεχνική των μουσικών ή στο πόσες νότες παίζουν αλλά στην ατμόσφαιρα στο σύνολο της. Η ατμόσφαιρα με τη σειρά της οφείλεται στις ασυνήθιστες συγχορδίες σε ηλεκτρική όσο και ακουστική κιθάρα, τα «ξερά» και «αγκυλωμένα» riff και τα αιθέρια πλήκτρα που δημιουργούν ένα νοσηρό μουσικό χαλί. Θα με συγχωρέσετε για τα πολλά κλισέ επίθετα που γράφω εδώ αλλά είναι δύσκολο να σας εκμαιεύσω το ιδιαίτερο συναίσθημα που προκύπτει από την ακρόαση ενός δίσκου που πρέπει να ακούσετε και ερμηνεύσετε αναλόγως.

Το ίδιο πρέπει να κάνω και για να περιγράψω τον ήχο και την παραγωγή. Η ηχογράφηση είναι απολύτως αναλογική και έτσι ακούγεται λες και η μπάντα παίζει μπροστά σου. Ο ήχος απ την άλλη είναι «ζεστός» και σε περικυκλώνει. Οι δυναμικές είναι άψογες με τα σκοτεινά ήσυχα μέρη να πλησιάζουν σαν να έρπονται και ύστερα τα δυνατά ξεσπάσματα να σε χτυπάνε απότομα. Ένα τέτοιο άλμπουμ πραγματικά το ζεις. Όλο αυτό δεν είναι τυχαίο διότι ο Wilson από την αρχή ήθελε να κάνει έναν “Anti AI” δίσκο όπως είχε δηλώσει. Έτσι, στα δύο από τα τρία βίντεο βλέπουμε τη μπάντα να παίζει στο στούντιο, με πλάνα από τα πετάλια την ώρα που ο McStine πάει από ήχο σε ήχο και τον Wilson «κλωνοποιημένο» ώστε να μπορούμε να τον δούμε σε κάθε ντουμπλάρισμα που κάνει.

Για τις ανάγκες του δίσκου επίσης δημιούργησε ένα καινούργιο σύμπαν που, όπως είπα παραπάνω, μας πάει στην βρετανική παράδοση του folk τρόμου. Το εξώφυλλο θυμίζει έντονα εκείνο του “Black Sabbath” με μια εξίσου νοσηρή ατμόσφαιρα ενώ στο βίντεο του “Chapel slope”, κομμάτι που θα μπορούσε να βρίσκεται στο “III” των LED ZEPPELIN, ο Wilson παντρεύεται την σύντροφο του Rotem σ’ ένα στοιχειωμένο ξωκλήσι. Σε όλο αυτό κολλάνε τέλεια οι διάσπαρτες αφηγήσεις του Tennant που πραγματικά θα έπρεπε να με αποξενώνουν αλλά εδώ συνδράμουν στην ατμόσφαιρα και διάθεση. Επιπλέον, στο πλαίσιο της στράτευσης κατά της τεχνητής νοημοσύνης που απειλεί και την μουσική, ο Wilson παίζει σε διάφορες στιγμές με ξεκούρδιστη κιθάρα εσκεμμένα, όπως έκανε στο παρελθόν και ο Nick Drake.

Αν και το “Requiem for a village” δεν αποτελείται από μακροσκελή τραγούδια με ξέφρενες εναλλαγές, είναι ίσως το πιο απαιτητικό άλμπουμ του Άγγλου μουσικού και αυτό διότι δεν προσκαλεί τον ακροατή να ακούσει ωραίες μελωδίες ή μαθηματικούς ρυθμούς, αλλά να βιώσει ένα άλμπουμ σαν να βλέπει μια ταινία τρόμου χωρίς σαφή πλοκή και πρωταγωνιστές. Προσδεθείτε λοιπόν.

8,5 / 10

Φίλιππος Φίλης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Radio
Press play to listen